(δε)κατα, τεύχος 47 (φθινόπωρο 2016)

Μία πολύ κοινή φράση ημών των νεοελλήνων είναι η ακόλουθη: Καμιά φορά, να πάμε πουθενά, να φάμε τίποτα. Καμία άλλη φράση σε οποιαδήποτε σύγχρονη γλώσσα ή διάλεκτο δεν θα μπορούσε να  καλύψει πιο εύγλωττα το παράλογο, το σουρεαλιστικό, το παράφρον του θέματος για μία τόσο απλή διατύπωση, όπως η (δήθεν) πρόσκληση σε γεύμα. Στην κυριολεξία έχομε τρεις αρνητικές εκφάνσεις (=καμιά φορά, πουθενά, τίποτα) μέσω των οποίων όμως εννοούμε το ακριβώς αντίθετο: κάποια στιγμή, να πάμε κάπου, να φάμε κάτι. Ίσως εδώ κρύβεται το τραγικόν του νεοέλληνα που λέει κάτι αλλά εννοεί κάτι άλλο, ακριβώς όπως κάνουν οι πολιτικοί μας που υπόσχονται διάφορα αλλά αδυνατούν να τα εκπληρώσουν, δηλαδή άλλ’ αντ’ άλλων, όπως το καλοκαίρι του 2015 που οι Έλληνες ψήφισαν ΟΧΙ αλλά τους είπαν οι πολιτικοί ότι εννοούσαν ΝΑΙ…

… γράφει ο εκδότης στο εισαγωγικό του σημείωμα, προτού μας ρίξει στο τετράπτυχο της ανυπαρξίας «Ποτέ, Τίποτε, Κανείς, Πουθενά». Ιδού λοιπόν ένα δύσκολο συγγραφικό στοίχημα: μπορεί η λογοτεχνία να αρπάξει κάτι από τα άνωθεν ανύπαρκατα; Σαράντα πέντε συγγραφείς θεωρούν ότι μπορεί και δεν έχουμε παρά να εξακριβώσουμε αν έχουν δίκιο.

Οι Θανάσης Χονδρός και Αλεξάνδρα Κατσιάνη, χρόνια προσκεκλημένοι στα κασετόφωνά μου εφόσον ενοικούν το περίφημο εκ Θεσσαλονίκης  Δημιοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ γράφουν την εξαιρετική «Άβυσσο», την συνάντηση δυο πρώην εραστών στον προθάλαμο ενός νεκροτομείου και την δημιουργία μιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας ευθανασίας, ο Κώστας Μωραΐτης στο «Τίποτα» κατορθώνει σε τρεις σελίδες να περιλάβει όλες τις σχετικές εκφράσεις και να χτίσει έναν απολύτως εφιαλτικό δυστοπικό κόσμο μιας Πολιτείας που δεν περιγράφεται με τίποτα. Η Χαρά Νικολακοπούλου μας περιμένει στην «Στάση Μήδεια», όπου η ηρωίδα, κατόπιν επιτυχούς φαρμακευτικής αγωγής, μας περιμένει στο βάθος της αποβάθρας με την αιώνια ρόμπα της μισοσκισμένη, με τις παντούφλες στραβοπατημένες, μετα αχυρένια μαλλιά της ξέπλεκα…., ενώ η Ροζίτα Σπινάσα προσπαθεί να μας ρίξει εδώ κι εκεί «Ψήγματα ενοχής» μέσα σε γαμήλια δεσμά.

Ο Δημήτρης Τζουμάκας κρατά εκτενές «Αυστραλιανό Ημερολόγιο». Η δική του Αυστραλία μοιάζει με χώρα όπου δεν υπάρχει κανείς ηθικός φραγμός. Στις 4.3.2016 καταγράφεται η εν ψυχρώ δολοφονία της ιθαγενούς ονδουριανής ακτιβίστριας και φεμινίστριας οικολόγου Berta Cáceres, επειδή ηγήθηκε στους ιθαγενείς Lenca  ενάντια στο φράγμα Ζάρκα και στην ιδιωτικοποίηση του ποταμού Gualcarque καθώς για χιλιάδες χρόνια είναι η ζωή τους: από αυτόν πίνουν νερό, πλένονται, κολυμπούν, καλλιεργούν. Τώρα εξ αιτίας της πείνας και της δυστυχίας περίπου εξήντα χιλιάδες άνθρωποι μεταναστεύουν κάθε χρόνο. Αλλού αναφέρεται η αυτοκτονία δεκάχρονης αυτόχθονος ιθαγενούς, δέκατη ένατη σε εβδομήντα ημέρες, λόγο μετά την μετακόμισή της στο σπίτι της ανάδοχης οικογένειας.

Ο Γιώργος Βέης παίζει με τις λέξεις («Νύχτες Nichts»), ο Γιάννης Τζώρτζης επιμένει «Δεν έκανα τίποτα, δεν φταίω σε τίποτα»), η Χρύσα Σπυροπούλου παραμένει αδιάλλακτη («Αυτό ή τίποτε»),  ο John Freeman παρουσιάζει δυσάρεστα δεδομένα σε ένα ούτως ή άλλως πικρό θέμα («Οι βιβλιοκριτικές στις εφημερίδες τείνουν να εκλείψουν, άρα δεν θα μείνει τίποτα») και οι Χρύσα Φάντη, Johan Halvorsen, Κωνσταντίνος Ν. Ιωαννίδης, Λουίζα Σπηλωτοπούλου, Δήμητρα Δεσύπρη, Μαριάννα Κρητικού, Αγγέλα Γαβρίλη, Νίκος Δήμου, Maxine Chernoff αποδέχτηκαν να γράψουν κανένα καλό κείμενο για τίποτα ενδιαφέρον.

Ευτυχώς δεν ξεχνιέται μια ιδιαίτερη ψυχεδελική μπάντα, The Fugs, που στον πρώτο τους δίσκο το 1966 είχαν γράψει τον απόλυτο ύμνου του τίποτα, με τίτλο Nothing, που μεταφράζεται εδώ. Στα ποιήματα: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Παναγιώτης Βούζης, Οδυσσέας Ελύτης, Nazim Hikmet, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιάννης Κοντός, Έλσα Κορνέτη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Χρίστος Παπαγεωργίου, Elik Rain, Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Σωτήρης Σαράκης, Κωστής Τριανταφύλλου, Ευτυχία Τροϊκανού, Αντώνης Φωστιέρης, Michel Vaucaire

Στα εκτός τετράπτυχου κείμενα, η Κατερίνα Μυστακίδου μοιράζεται «μια άγνωστη πλευρά του Ουμπέρτο Έκο» που έζησε η ίδια στους πανεπιστημιακούς χώρους και ιδίως στα φοιτητικά διαμερίσματα στα πέριξ του Κολούμπια, ο συγγραφέας Δημήτρης Οικονόμου συνομιλεί με τον Ρωμανό Κοκκινάκη, ο Ρήγας Καππάτος συντάσσει εκτενές κινηματογραφικό σημείωμα για το Café Society του Woody Allen, ευπρόσδεκτο, στα μεγέθη των παλιών κινηματογραφικών περιοδικών. Και στις ’πνάδες των τελευταίων σελίδων μειδιούμε, μεταξύ άλλων, για το κείμενο που αφορά τους ποιητές που συντάσσουν ανθολογίες όπου αυτοανθολογούνται ή οργανώνουν φεστιβάλ όπου απαγγέλλουν πρώτοι και καλύτεροι.

Άλλο ένα τεύχος που ταυτόχρονα μας διασκεδάζει και μας ξυπνάει.

[σ. 188]

Στις εικόνες: Αποσκευές ηρώων, 1989, εγκατάσταση των (συγγραφέων εδώ) Θανάση Χονδρού – Αλεξάνδρας Κατσιάνη, Μια άλλη μοντέρνα Μήδεια χωρίς τίποτα για σώμα, η αδικοχαμένη στη χώρα του τίποτα Berta Cáceres, ο πρώτος δίσκος των The Fugs.

Φρέαρ τεύχος 18 (Φεβρουάριος 2017)

18

Αν δείτε το έργο μου ως ένα σύνολο είτε πρόκειται για τα ζώα, είτε πρόκειται για την παγκόσμια φτώχεια και τον αποτελεσματικό αλτρουισμό, είτε για την ευθανασία και άλλα ζητήματα ζωής και θανάτου στην Ιατρική, το σταθερό θέμα μου είναι το πώς θα ζήσουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μειώσουμε την οδύνη όσο περισσότερο μπορούμε και πώς θα βελτιώσουμε την ευημερία όλων των όντων που μπορούν είτε να υποφέρουν είτε να ευχαριστηθούν τη ζωή τους. Οπότε αναζητώ περιοχές όπου μου φαίνεται ότι είναι δυνατό να αποφευχθεί η οδύνη μες από αλλαγές που μπορούμε να επιφέρουμε. Στην περίπτωση των ζώων, για παράδειγμα, προκαλούμε ένα τεράστιο ποσό οδύνης με το να εγκλείσουμε ζώα μέσα σε βιομηχανικές φάρμες. Πραγματικά δεν χρειάζεται να το κάνουμε αυτό γιατί μπορούμε να ζήσουμε εξίσου καλά ή και καλύτερα χωρίς να τρώμε ζώα…

 … λέει ο Πίτερ Σίνγκερ που γνωρίζουμε ήδη από το βιβλίο του Η απελευθέρωση των ζώων (σύντομα θα παρουσιάσουμε την πρόσφατη επανέκδοση) και έχουμε ήδη παρουσιάσει την συλλογή τεσσάρων κειμένων με τον τίτλο Ζώα και Ηθική. Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους λίγους φιλοσόφους που ευτύχησαν να κατάσχουν μια ιδιαίτερη θέση στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ενόσω είναι ακόμα ενεργός, καθώς επέκτεινε την ηθική φιλοσοφία του ωφελιμισμού και στα ζώα. Ο ωφελιμισμός επιμένει ότι η ηθικά ορθή πράξη είναι αυτή που μεγιστοποιεί την ωφέλεια, η οποία συνήθως ορίζεται με όρους ευχαρίστησης, ευημερίας και ευτυχίας των όντων που αισθάνονται και έχουν συναφώς δυνατότητα ευχαρίστησης και οδύνης.

peter-singer-by-derek-goodwin

Ο ωφελιμισμός συνδέεται απαραίτητα με ένα ευρύτερο ηθικό αίτημα καθολικότητας και καθολίκευσης (universalism), δηλαδή με ένα αίτημα ευτυχίας του συνόλου, συνεπώς παραμένει μια ηθική θεωρία αντιτιθέμενη στον απλό εγωισμό, ηδονισμό ή ευδαιμονισμό. Το αίτημα ακριβώς της καθολικότητας επεκτείνεται και στα ζώα, αφού κριτήριο της ευτυχίας δεν είναι παρά η ευχαρίστηση και η έλλειψη πόνου, ένα κριτήριο που αφορά και τα άλλα ζωικά είδη πέραν του ανθρώπου. Ο συγγραφέας απαντά στις διόλου εύκολες ερωτήσεις του Διονύση Σκλήρη που έχει συντάξει και την κατατοπιστική εισαγωγή.

Ο Σίνγκερ αναρωτιέται πώς μπορεί να είναι κανείς ωφελιμιστής και να μην ενδιαφέρεται για τα ζώα. Ο ίδιος ο ωφελιμισμός ενδιαφέρεται για την ευτυχία και την οδύνη, μεριμνά επομένως για οποιοδήποτε ον μπορεί να υποφέρει ή να ευτυχεί. Όλοι οι μεγάλοι ωφελιμιστές στοχαστές διατύπωσαν ρητά ότι η οδύνη των ζώων δεν μπορεί να μείνει έξω από τους σχετικούς υπολογισμούς, ενώ επέκριναν το γεγονός ότι δεν υπήρχαν καθόλου νόμοι που να προστατεύουν τα ζώα.

tavares

Σε μια άλλη συνομιλία, ο εξαιρετικά ενδιαφέρων Πορτογάλος συγγραφέας Γκονσάλο Μ. Ταβάρες (βλ. παλαιότερη παρουσίαση της Ιερουσαλήμ του από το Πανδοχείο, εδώ) υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το βιβλίο προϋποθέτει την ιδέα ενός αναγνώστη πομπού και όχι δέκτη, συνεπώς για να μπορέσει όμως ο αναγνώστης να εκπέμψει, θα πρέπει να απενεργοποιήσει τη συνθήκη της υποδοχής, της λήψης. Ο συγγραφέας διαφοροποιεί πλήρως το λογοτεχνικό βιβλίο από την κινηματογραφική ταινία, όπου ο θεατής είναι για μιάμιση ώρα χωρίς καμιά διακοπή ένας δέκτης. «Το βιβλίο είναι μια τελείως διαφορετική μηχανή που επιτρέπει στον αναγνώσει ανάμεσα σε δυο σελίδες, να κάνει ένα ταξίδι στην άλλη άκρη του κόσμου, να επιστρέψει και να ξαναπιάσει το νήμα της ανάγνωσης στην επόμενη σελίδα. Και νομίζω ότι αυτή είναι η μεγάλη ελευθερία που επιτρέπει η λογοτεχνία στην ανθρώπινη σκέψη: να ταξιδέψει ανάμεσα σε δυο σελίδες» (συνέντευξη στον Γρηγόρη Μπέκο).

david-hockney-oona-zlamany

Καθώς οι καιροί είναι αβυθομέτρητοι, οι φερώνυμες σελίδες συνεχίζουν να ανασκάπτουν με τον λόγο θέματα ευρύτατου προβληματισμού, εντός και εκτός λογοτεχνίας. Ο Γιώργος Κεντρωτής συνεχίζει πάνω στην μεταφραστική ρητορική του, ο Μαριάνος Καράσης κατά την έρευνα πάνω στις Ουτοπίες της Αρχαιότητας φτάνει στον αριστοφανικό Πλούτο, ο Διονύσης Μαγκλιβέρας επιχειρεί μια ανατομία πάνω στον φόβο του ίδιου του φόβου κ.ά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα κείμενο της τακτικής συνεργάτριας του περιοδικού Νατάσας Κεσμέτη, που εκκινεί από τρεις διαφορετικές αφορμές: από τον Ψαλμό του Κόσμου, ένα κεφάλαιο από ένα παλιό βιβλίο για την ζωή του στάρετς Σεραφείμ του Σάρωφ, από την καθιερωμένη είδηση για τον θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχει η φύση και από δικές της απόπειρες μετάφρασης αγγλικών ποιημάτων. Η συγγραφέας διαπιστώνει ότι θέματα παρμένα από την φύση εμφανίζονται όλο και λιγότερο στην λογοτεχνία, κι όταν αυτό συμβεί, πρόκειται περισσότερο για θρήνο, παρά για θαυμασμό και στην συνέχεια διατρέχει ακριβώς τέτοια πεδία, από το προαναφερθέν κεφάλαιο μέχρι την σύγχρονη ποίηση.

p-singer_

Με αφορμή την έκθεση 82 πορτραίτα και 1 νεκρή φύση του David Hockney, ενός ζωγράφου που μάθαμε καλά όταν εντρυφήσαμε στην δεκαετία του ’60 και όχι μόνο, ο Νίκος Αλ. Μηλιώνης γράφει μεταξύ άλλων για τον καλλιτέχνη που παρότι χρησιμοποιεί μοντέλο, ζωγραφίζει με την μνήμη του, ως ένας συσσωρευτής εμπειριών και γνώσεων από το παρελθόν, που το εκλαμβάνει ως γόνιμο έδαφος εμπειρίας και γνώσης για να ασκήσει την επιλεκτικότητα της μνήμης του. Ανέκδοτα σχεδιάσματα ποιημάτων της Ζωής Καρέλλη (εισαγωγικό σημείωμα και καταγραφή από την Μαρία Κόκορη), ένα εξαιρετικό κείμενο για τον  βιωμένο και τον φαντασιακό χώρο στην πρώιμη βυζαντινή λογοτεχνία από τον Φώτη Βασιλείου, διηγήματα (Ωντ, Νοντάρ Αμανατισβίλι, Γιάροσλαβ Ιβασκίεβιτς, Ευρυπίδης Νεγρεπόντης, Γιώργος Γκόζης, Μαρία Κουγιουμτζή, Μιχάλης Μακρόπουλος), ποιήματα (Τ.Κ. Παπατσώνης, Άδωνις, Ντίνος Σιώτης), κριτικές βιβλίων και ποικίλα σημειώματα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους.

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Σίνγκερ, αλιεύω από το εισαγωγικό κείμενο της συνομιλίας με τον Σίνγκερ: βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η βιομηχανική κτηνοτροφία καθιστά τον βίο πολλών ζωικών ειδών πραγματικά αβίωτο (μέχρι να τον αφανίσει), συνεπώς αποτελεί το μεγάλο αξιακό ζήτημα του καιρού μας.

Στις εικόνες: Peter Singer, Gonzalo M. Tavares, David Hockney [Oona Zlamany], Peter Singer.

[σ. 230]