Spiritualized – Amazing grace (Sanctuary, 2003)

Ένα ερώτημα που κατά καιρούς αντιμετωπίζει ένας αναγνώστης μουσικών εντύπων είναι το εξής: ποιος σ’  ενημερώνει πληρέστερα για ένα δίσκο, ένας φαν ή ένας αντίθετος; Θυμάμαι το ζήτημα ήταν στο φόρτε του τότε στα μέσα των 80s με την γκαραζοψυδελική αναβίωση τύπου Voxx Records. Οι φανς του είδους έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας κι έβγαζαν όλους τους δίσκους αριστουργήματα, τη στιγμή που άλλοι κόντευαν ν’ αυτοκτονήσουν από την μονοτονία ή την επαναληπτικότητα. Κατά την προσωπική μου άποψη θα έπρεπε να γράφονται και να διαβάζονται κι οι δυο απόψεις, συν μια ψυχραιμότερη στο ενδιάμεσο. Αυτές οι τρεις υποκειμενικές απόψεις θα έφτιαχναν το ιδεώδες πολυσέλιδο φανζίν.

Μέχρι τότε και για τον εν λόγω δίσκο, αναλαμβάνω το πόστο Άλφα, ως πιστότατος αναγνώστης των κατά Jason Pierce ευαγγελίων. Το τι έκαναν στα προηγούμενες κυκλοφορίες τους το γνωρίζετε: ο ιερός κιθαριστικός τους θόρυβος διέφθειρε και διεφθειρόταν από ουράνιες μελωδίες, η αυθεντική, ψυχοδηλωτική ψυχεδέλεια από το σύγχρονο αστικό γκαράζ κι ο γόνιμος πειραματισμός από τις αιώνιες ροκ φόρμες. Η ιδιαιτερότητα (για να μην πω τίποτε άλλο) κι ο απύθμενος χαρακτήρας του Pierce έδιναν μια εντελώς προσωπική μορφή σ’ όλα τα χιλιοπαιγμένα εδάφια.

Όλα εκείνα λοιπόν υπάρχουν κι εδώ. Κι ας έλεγε ο Jason τη μια ότι θα είναι ο καλύτερος τους δίσκος (ο ψεύτης), την άλλη πως θα είναι περισσότερο ροκ από ποτέ (ο απατεώνας), την τρίτη πως θα σημάνει αλλαγή κατεύθυνσης (ο μυθομανής). Βέβαια ποιος να μπει στο μυαλό του… δε συμφέρει. Αυτό που μας κάπως αργότερα είναι το γεγονός ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε μια κι έξω, σπαταλώντας μια μόνο μέρα για το κάθε κομμάτι· παλιότερα του έπαιρνε μήνα. Θα καταλάβαινε πάντως κανείς με κλειστά μάτια πως είναι ένας τυπικός πνευματισμένος δίσκος. Με μπαλάντες που θες να ανοίξεις τα φυλλοκάρδια σου να εισέλθουν (Oh baby, Rated X), με βαβούρες που θες να χωθούν στους νευρώνες σου (This little life of mine)· με εξερεύνηση της σκοτεινής πλευρά της κάντρι (ποιος ξεχνάει το Do it all over again απ’ το Let it come down;) στο Hold on και τόσο όμορφα εύκολο 60ς (Cheapster)· με κομμάτια που θες να ακούσεις όταν είσαι λιώμα (The ballad of Richie Lee) ή όταν θες να ταξιδέψεις κάτω απ’ το δέρμα το δικό σου ή αλλωνών (Lay it slow down)·  με διαβαθμισμένη πολυμουσικότητα (The power and the glory) και γκόσπελ εκστασιασμό (Lord let it rain on me). Και με μια ένταση που εύχεσαι να είχαν τα ερωτικά αγκαλιάσματα (She kissed me (it felt like a hit)).

Φαντάζομαι πως για άλλη μια φορά του είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει τίτλους για τα τραγούδια του γι’ αυτό και σχεδόν τους επαναλαμβάνει. Ξανά και οι επικλήσεις στον Lord του καθενός, στις κοσμικές δυνάμεις, στην παθολογική ερωτική έλξη, στην αναζήτηση της ευτυχίας μες τη δυστυχία, στη φιλοσοφία του τίποτα, στο κοίταγμα του ταβανιού. Και οι μουσικοί δεν είναι πάλι καμιά εκατοστή, αλλά έχουν ισόποσο ειδικό βάρος, όπως ο σαξοφωνίστας Evan Parker ή ο βιολιστής Nicky Sweeney.

Amazing grace ήταν ο τίτλος ενός τρυφερού εναρκτήριου τραγουδιού των Low. Δεν αντικατόπτριζε όμως εκείνο το αμετάφραστο κι απερίγραπτο του τίτλου, εκείνη την χαρίεσσα αίσθηση που σ’ αφήνει “amazed”. Ενώ εδώ, ο τίτλος αποτελεί όντως μια πύλη για τα ενδότερά του. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Manic Street Preachers – Forever delayed (The greatest hits) (Epic, 2003)

I talk to God but the sky is empty (Sylvia Plath)

Δεκατρία χρόνια – μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας – στην πρώτη γραμμή, ασίγαστα σπινταρισμένοι, με τις δυνατότερες ροκ εντ ρολλ μελωδίες, με μια δυο ουσιώδεις αναζωογονητικές αλλαγές στο στυλ τους, με βροντοφώναχτες κοινωνικοπολιτικές καταγγελίες (περίτεχνα όμως ενσωματωμένες στις ροκ υμνωδίες τους) και κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημαντικότερα σχήματα των δυο τελευταίων δεκαετιών. Περίεργο ή αναμενόμενο το ότι δεν άφησαν ιδιαίτερους μιμητές, ούτε κάποια συμπαγή σχολή;

Εδώ έχουμε μια γερή αντιπροσωπευτική βουλή απ’ τα lp τους αλλά και τα δύο τελευταία ως τότε ηχογραφημένα τραγούδια (There by the grace of god, Door to door), αμφότερα δυνατότατα και ξεχωριστά απ’ τις φρέσκιες ροκοφουρνιές. Έχουμε ακόμα τρία σινγκλς που έμειναν εκτός δίσκων αλλά αποτελούν σημαντική πρόφαση να ξανανιώσουμε την άγρια χαρά που μας μετέδωσαν και τότε: Τhe masses against the chasses, Motown Junk, Suicide is painless. Το τελευταίο, κλασική ροκ κατάθεση περί αυτοκτονίας, το πρωτογνωρίσαμε από κάποια σειρά των Ruby Trax (συλλογών με διασκευές), δεν ήταν μόνο προφητικό για την προσωπική τους ιστορία αλλά κι ένας – επιτέλους – ταιριαστός ύμνος της χαμένης γενιάς τους. Τώρα το ποιος τη θεωρεί χαμένη, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τέλος, έχουμε την ευκαιρία να ξανακούσουμε μερικά από τα πιο γερά κιθαριστικά τρακς που έβγαλε το ροκ την εποχή του εμπορικού του ξεπουλήματος.

Στο δεύτερο δισκίο συμπεριλαμβάνονται, ως είθισται, ρεμίξ. Προτιμώνται κομμάτια τελευταίας κοπής – αναμενόμενο – αλλά και πάλι η επιλογή των καλύτερων είναι ευχάριστη. Είναι η πρώτη φορά που ακούμε ένα ροκ ρεμίξ όπως θα θέλαμε, χωρίς δηλαδή να αλλάζεται ο αδόξαστος στο τραγούδι, χωρίς να γίνεται κάποιο άλλο, παρά είτε να του αλλάζονται τα ρούχα (ή το μέσα έξω), είτε να του αναδεικνύονται πτυχούλες που μας διέφυγαν.

Τι θα μείνει στην ιστορία όταν οι Μάνικς πουν τέρμα ή εξαφανιστούν όπως ο πρώτος τους [ακόμα τον ψάχνουν] κιθαρίστας; Πέρα απ’ τη θέση στο σύμπαν του καθενός μας, ένα μεγάλο ερωτηματικό ίσως. Εκείνοι που έχουν πρόβλημα με το οπισθοδρομικό, ως ισχυρίζονται, ροκ τους αποενοχοποιήθηκαν με την καθάρια, πολιτικοποιημένη τους κραυγή. Αλλά και αντίστροφα, εκείνοι που στάθηκαν δύσπιστοι στις μανιφεστοειδείς κραυγές οικειοθελώς λούζονταν τις καθάριες κιθαριστικές οιμωγές τους. Πιθανώς τοποθετούμαι στη μέση, αδιάφορος για σχετικά διλήμματα, ασύμβατα με το ροκ εν ρολλ. Μου αρκεί που γέμισα γεμίσει ψυχή τε και σώματι με τις υπερμελωδίες τους, σκόνταψα στις συνεχείς ριφφαδόρικες παγίδες τους, μοιράστηκα τον αγοραφοβικό τους εφιάλτη και τη μητροπολιτική τους μοναξιά (ή έζησα τα αντίστοιχα δικά μου). Ακόμα κι οι καθημερινές τους ερωτικές ή κοινωνικές οπτικές τους ταίριαξαν με τη ψυχοσύνθεσή μου – τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω.

«Φωνακλάδες», ναι. Πόσοι έμειναν φωνακλάδες στα λόγια μα αποπλανητικοί στη μουσική – και δη σε ατόφιο ροκ; Ο καημένος ο Pete Wylie με τους Might Wah! του κι αυτοί. Οι δυο αντίθετες πλευρές της εμπορικότητας, αδικία και δικαιοσύνη μαζί. Άλλωστε ο προαναφερθείς στίχος της Σύλβια γραφόταν πρώτος πρώτος στα credits του Generation terrorists. Και συμπληρώθηκε με τη δική τους σκυτάλη: Εach day living out a lie / Life sold cheaply forever, ever, ever/…/Living like a comatose / Ego loaded and swallow, swallow, swallow/Under neon loneliness, motorcycle emptiness

«Αυτές ήταν οι αλήθειες μου, πείτε μας τώρα τις δικές σας». [10/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.