The Walkabouts – Travels in the dustland (Glitterhouse, 2011)

Walkabouts, Chris and Carla: έγιναν παρέα μου από την πρώτη στιγμή. Μου άρεσε η αύρα τους, κι ας μην έφτιαξαν ποτέ ένα δίσκο που να πω «θα τον έχω μαζί μου σε όλα τα επόμενα χρόνια». Μου άρεσε το ροκ εντ ρολλ τους, κι ας μην μου ανατάραζε την αδρεναλίνη στις αρτηρίες. Μου άρεσε που η ροκ ταυτότητά τους ήταν αυτονόητη, η αυθυπαρξία της στόχευε σε άλλες αισθήσεις. Θα βρισκόταν στα μέσα δωμάτια, κάθε φορά που θα επιστρέφαμε από τις πιο έξαλλες εκδοχές της. Μετά ήταν ο ερωτισμός που έβγαζαν ως ζευγάρι σε κάθε τους μπαλάντα και η ιδέα του δρόμου που έβγαινε σε κάθε τους δίσκο. Δεν χρειαζόταν να προσέξεις τους στίχους για να καταλάβεις πως όλα τους τα κομμάτια ήταν φτιαγμένα για σταθμούς, αναχωρήσεις, λεωφορεία, κινούμενα παράθυρα. Οι δρόμοι που έβλεπε το κάθε τραγούδι ήταν κάθε είδους, από μίζεροι και χορταριασμένοι ως πλατιοί και πολυποσχόμενοι. Αλλά πάντα ανοιχτοί.

Αφού λοιπόν στην πορεία ταυτίσαμε και τις δυο μπάντες σε σάρκα μία, τις πιστώσαμε μηχανοδηγούς στις χαμηλές ταχύτητες, κι ας μην ήταν λίγες οι φορές που επιτάχυναν. Δεν ήταν κάτι που ποτέ δεν είχαμε ξανακούσει, ήμασταν και πλημμυρισμένοι από μέσες και ήσυχες συγχορδίες όλα αυτά τα χρόνια, εκατοντάδες μπαλάντες μας κάλυπταν, υπεραρκετές. Αλλά η δική τους μουσική είχε κάτι παραπάνω, είχε τα δικά της στρώματα, ήταν ευρύτερη από την γυμνή Americana ή τις α λα Calexico μουσικές της «ερήμου». Έκρυβε ευρωπαϊκότερες παιδείες, φολκ παιδιές, πιο διαχρονικές ποικιλίες. Μας καλόμαθαν σε τακτούς δίσκους, εξαφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, τώρα ξαναβγαίνουν στο δρόμο.

Μας πήρε πολύ χρόνο να φτιάξουμε αυτό το νέο δίσκο. Για την ακρίβεια, έξι χρόνια. Δεν ήταν ότι σταματήσαμε να είμαστε μπάντα όλο αυτό το διάστημα, αλλά ότι άλλα πράγματα προηγήθηκαν. Η ίδια η ζωή κι από μόνη της είναι ένα δύσκολο πράγμα να κοντρολάρεις και να χαμηλώσεις τις ταχύτητες. Αλλά ήταν και κάτι άλλο: μετά το Acetylene ξέραμε ότι αν κάνουμε νέο άλμπουμ θα χρειάζεται να ακολουθήσει διαφορετική πορεία… γράφει ο Chris Eckman στην ιστοσελίδα της μπάντας αλλά δεν χρειάζεται: όλα αυτά είναι αυτονόητα κι αναμενόμενα εδώ: οι έρημες γαίες, οι σκονισμένες διαδρομές, και τα ανοιχτά τοπία. Μόνο που αυτή τη φορά οι γκριζιασμένες ζώνες οδηγούν σε ακόμα πιο μελαγχολικές πόλεις, όπου ζουν ρημαγμένοι απ’ τις σκληρές συγκυρίες άνθρωποι. Τότε ήταν οι μοναχικοί των κωμοπόλεων, τώρα είναι τα πολιτικά θύματα των πόλεων.

Αλλά η μουσική ξανά μας παρηγορεί. Μάλλον τυχαία τα τρία πρώτα και τα τρία τελευταία κομμάτια του δίσκου σχηματίζουν εκλεκτό εξάσφαιρο. Η φωνητική θωπεία της Carla στο εναρκτικό My Diviner αισθάνομαι πως απευθύνεται αποκλειστικά σ’ εμένα. Η υπέροχη ερωτική της μπαλάντα Wild Sky Revelry, αντίθετα, ας μοιραστεί σε όλους όσους αξίζουν τέτοιο τάμα: – Ι’ll be your day of rest/put on your Sunday best… Ο Chris απ’ την άλλη παίρνει ξανά τις πιο υποβλητικές στιγμές: παραμορφώνει λέξεις και εικόνες που οφείλουν να παραμορφώνονται στο The Dustlands, φτιάχνει το ολόδικό του ροκ ποτό στο Long Drive in a Slow Machine και οδηγεί σαρδόνιος όσο ποτέ ένα ατόφιο ροκ εντ ρολλ διαμάντι, το Soul Thief, ένα από τα δυνατότερα τραγούδια της χρονιάς. Στην κοινή τους καταληκτήρια μπαλάντα Horizon Fade μοιάζουν σα να είναι εντελώς μόνοι τους, σα να μην είναι κανείς μας μπροστά. Ας αναφερθεί και η τρυφερή παραμυθία του They Are Not Like Us.

Φυσικά από πίσω πάντα κινούνται διακριτικά οι σύντροφοι με τα έγχορδα, τις τρομπέτες, τα ηλεκτρονικά μηχανήματα. Το πλήρωμα δεν έχει αλλάξει: Terri Moeller, Michael Wells και Glenn Slater αλλά κι ένας νεόκοπος της συντροφιάς (Paul Austin, των Willard Grant Conspiracy και Transmissionary Six – άρα γνώστης των έξωθεν κι έσωθεν ερημότοπων) συνοδεύουν το ζεύγος. Πάντα ημίφωτοι και ελεγειακοί, οι storytellers των σταθμών ήρθαν προτού ξαναφύγουν. Και για όσους αντιλαμβάνονται μερικές κωδικές λέξεις, μπροστά τους είναι ξανά ένας wide-open road. [7.5/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 65. Πέτρος Δραγουμάνος

Πώς συλλάβατε την ιδέα της δημιουργίας του Κατάλογου Ελληνικής Δισκογραφίας;

Την δεκαετία του 1970 αγόρασα βιβλία από τις ΗΠΑ που είχαν όλες τις πληροφορίες για τους δίσκους που κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ από το 1950 και μετά. Από τότε μπήκε μέσα μου η ιδέα της καταγραφής της Ελληνικής Δισκογραφίας.

Πώς ξεκίνησε η προσπάθειά σας;

Το 1976, αφού είχα πάρει το πτυχίο Μαθηματικών από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, σπούδασα προγραμματισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι γνώσεις μου και η εμπειρία μου στους υπολογιστές, με έπεισαν ότι είναι δυνατή η καταγραφή της ελληνικής δισκογραφίας. Τότε δεν υπήρχε καμία τέτοια έρευνα ή έκδοση.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στις αρχικές φάσεις;

Το 1984 απέκτησα το πρώτο μου PC. Άρχισα την δημιουργία βάσης δεδομένων, με εισαγωγή πληροφοριών που αντλούσα από τους ελληνικούς δίσκους, από δισκοθήκες, μικρές ή μεγάλες, φίλων και γνωστών μου. Η δουλειά αυτή γινόταν στον ελεύθερο χρόνο μου, γιατί από το 1979 ήμουν καθηγητής μαθηματικός στην Μέση εκπαίδευση. Γνώρισα τον παραγωγό ραδιοφώνου Γιώργο Τσάμπρα, που μου επέτρεψε να καταγράψω την μεγάλη συλλογή ελληνικών δίσκων του. Το 1988 είχα μαζέψει πληροφορίες για 10.000 ελληνικούς δίσκους. Το 1989 έγραψε ο Φώτης Απέργης στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ για αυτήν την προσπάθειά μου. Τότε οι υπολογιστές ήταν ακόμη κάτι εξωγήινο για τους πολλούς. Το δημοσίευμα έκανε εντύπωση. Αρκετοί συλλέκτες μου τηλεφώνησαν και προθυμοποιήθηκαν να με βοηθήσουν.

Ποια η εκδοτική πορεία του βιβλίου;

Το 1990 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το βιβλίο ΟΔΗΓΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑΣ 1960-1990 (Εκδόσεις Λιβάνη) που πούλησε περισσότερα από 2.000 αντίτυπα. Το βιβλίο μου άνοιξε τις πόρτες των δισκογραφικών εταιρειών, που μου επέτρεψαν να μελετήσω τα αρχεία τους και να καταγράψω με λεπτομέρειες τις κυκλοφορίες των ελληνικών δίσκων από το 1950 και μετά. Δύο χρόνια μετά η νέα συμπληρωμένη έκδοση του βιβλίου είχε τίτλο ΟΔΗΓΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑΣ 1955-1992. Το 1994 η τρίτη έκδοση περιείχε τους ελληνικούς δίσκους από το 1950 και μετά. Μέχρι σήμερα το βιβλίο έχει κάνει 6 εκδόσεις. Κάθε νέα έκδοση είναι ενημερωμένη και συμπληρωμένη. Το 2003 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε DVD, έκδοση της δισκογραφικής Heaven Music του ομίλου ΑΝΤΕΝΑ. Έκτοτε υπάρχει ετήσια έκδοση του DVD το οποίο περιέχει και τα εξώφυλλα των ελληνικών δίσκων, κάτι που είναι αδύνατο για την έντυπη έκδοση. Οι ελληνικοί δίσκοι από το 1950 ως το τέλος του 2011 είναι περισσότεροι από 35.000.

Η πρακτική χρησιμότητα για τους αναγνώστες – χρήστες είναι αυτονόητη. Για σας όμως ποιο το όφελος μιας τέτοιας οδύσσειας;

Στο ξεκίνημα, η ενασχόληση με την ελληνική δισκογραφία ήταν μία άσκηση των ικανοτήτων μου σε προγραμματισμό βάσεων δεδομένων. Μετά την έκδοση του βιβλίου, το χόμπυ μετατράπηκε σε παράλληλο επάγγελμα. Γνώρισα τον κόσμο της μουσικής που είναι διαφορετικός από αυτόν της εκπαίδευσης. Τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου, χρηματοδότησαν ταξίδια σε άλλες χώρες και σε άλλες ηπείρους, κάτι που κάνω από 20 ετών.

Στον πρόλογο δίνετε στοιχεία επικοινωνίας μαζί σας για οποιονδήποτε επιθυμεί να προσθέσει πληροφορίες στα αχανή δεδομένα του τόμου. Είχατε ως τώρα τέτοιου είδους συμμετοχές – προσθήκες; Μας φέρνετε ένα ενδεικτικό παράδειγμα;

Πολλοί αναγνώστες του βιβλίου τηλεφώνησαν ή έστειλαν επιστολές με πληροφορίες για σπάνιους ελληνικούς δίσκους που δεν υπήρχαν στις πρώτες εκδόσεις. Ακόμη και σήμερα λαμβάνω emails με πληροφορίες για νέους δίσκους. Κυρίως πρόκειται για ανεξάρτητες παραγωγές που δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν αφού τυπώνονται σε λίγα αντίτυπα και δεν διανέμονται σε όλα τα δισκάδικα.

Σας έχει απασχολήσει το ενδεχόμενο μια διαρκούς διαδικτυακής μορφής του έργου σας;

Πολλές φορές. Η πραγματοποίηση του απαιτεί χρήματα και συνεργασία αρκετών ανθρώπων με σπουδές και μεράκι. Δύσκολος συνδυασμός. Μου έγιναν προτάσεις, μερικές φορές. Καμία δεν πραγματοποιήθηκε. Ο βασικός λόγος είναι ότι η χρηματοδότηση πρέπει να είναι συνεχής, ώστε να υπάρχει συνεχής ενημέρωση. Κανείς δεν μπόρεσε να βρει ασφαλή τρόπο εσόδων.

Ποια η σχέση σας με τη μουσική τότε και ποια σήμερα; Αγαπημένοι σας μουσικοί, συγκροτήματα, καλλιτέχνες;

Και τότε και τώρα είμαι φανατικός ακροατής. Δεν περιορίζομαι σε ένα είδος μουσικής. Υπάρχουν καλά τραγούδια και στο ροκ και στα λαϊκά. Όλοι οι τραγουδιστές έχουν πει και καλά και κακά τραγούδια. Όλοι οι συνθέτες έχουν γράψει και καλά και κακά τραγούδια. Μερικά ονόματα που έχουν σημαδέψει περιόδους της ζωής μου, είναι: Σαββόπουλος, Βαγγέλης Παπαθανασίου, Θεοδωράκης, Τσιτσάνης, Άκης Πάνου, Πυξ Λαξ, Μαχαιρίτσας.

Αν σας ανέθεταν σήμερα μια μονογραφία για κάποιο πρόσωπο της μουσικής ποιο θα ήταν αυτό;

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα. Δεν με έχει απασχολήσει αυτή η ιδέα.

Δημοσίευση και σε: mic.gr. Παρουσίαση του Καταλόγου… εδώ. Στις φωτογραφίες δυο από τους αναφερόμενους «σημαδευτές» σε στιγμές απογείωσης: Βαγγέλης Παπαθανασίου – Μίκης Θεοδωράκης. Οι Δρόμοι της Φωτιάς του πρώτου στροβιλίζονται και στο εικονιζόμενο πικ  απ.