Lali Puna – Our inventions (Morr, 2010)

 

Ήχοι μπλε ελεκτρίκ και ταχύτητες βραδύτερες του electroclash και ταχύτερες από εκείνες του trip hop, θερμή electronica που έχει χαλαρές μα όχι διαλυμένες σχέσεις με την τραγουδιστική φόρμα, κλίματα όπου οι συνθετητές δεν είναι καθόλου ψυχροί γιατί θερμαίνονται απ’ την κατάλληλη φωνή και από γοητευτικές μελωδίες έγραφα πριν χρόνια για το Faking the Books στο φίλιον Butterfly Webzine και σκέφτομαι πως πάντα υπήρχε πάντα κάτι το εκλεκτικό και κάτι το απροχώρητο στην μουσική των Lali Puna. Από την μία αισθανόσουν πως γνωρίζουν πολύ καλά ένα είδος ηλεκτρονικής μουσικής αξιώσεων, θηλυκών φωνητικών και συνδυασμού πειραματικών και προσιτότερων ενατενίσεων. Από την άλλη η αίσθηση πως εδώ συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον λειαινόταν από μια φραγή, από ένα όριο (περιορισμένης μελωδίας και συνθετικής ομορφιάς) πέρα από το οποίο δεν προχωρούσαν. Κοινώς, στόχευαν στην ατμόσφαιρα, όχι στην ουσία.

Εκτός αν τίποτα απ’ αυτά δεν τους απασχόλησε ποτέ, εφόσον οι διάφοροι Notwist και Tied & Tickled Trio εδώ (Markus Acher/Christian Heiss και Christoph Brandner αντίστοιχα, πάντα με την φωνούσα και δακτυλοπληκτρούσα Valerie Trebeljahr) το έβλεπαν ως κλασικό σχήμα των διαλειμμάτων και των ξεκουράσεων. Τώρα όμως που στο πρώτο πρώτο Rest Your Head ο μινιμαλισμός μιας πρώιμης ηλεκτρονικής τραγουδιστικής ζευγαρώνει με προσιτότητα ραδιοφώνου, που στο δεύτερο Remember τα pop χρώματα σκίζονται από sampling χαρακιές, που οι πρώτες κημπόρντιες νότες του ομώνυμου, απαράλλακτες με του … Hiroshima Mon Amour και διόλου τυχαία η Ultra – Vox – ική επένδυση τρέχει και πίσω από το Future Tense, αφήνοντάς το (κι εμάς) ά-φωνο, κάτι κάπως άλλαξε. Μια καθαρή new wave δομή δένει και το That Day, με ολοφάνερη την αντικατάσταση της κιθάρας που θα έμπαινε εδώ αντί του πλήκτρου. Λίγο νωρίτερα το Everything is Always λες και βγήκε από συλλογή του 1982, πριν τους Pink Industry και μετά τους Indians in Moscow.

Είναι φανερό: στον τέταρτο δίσκο τους – πρώτο εδώ κι έξι χρόνια – περπατάνε πέρα απ’ την λευκή γραμμή. Οι συνθέσεις δίνουν την αίσθηση του ολοκληρωμένου, οι κάπως γωνιώδεις απολήξεις των προηγούμενων – προηγμένων μελώνονται, όπως στο εξαιρετικότατο Move On. Αν το Tridecoder ήταν μόλις η δεύτερη κυκλοφορία της Morr και έπρεπε να το δηλώνει, τώρα είναι η σειρά να φανεί τι τραγούδια μπορούν να βγάλουν όλοι αυτοί οι συνδυασμοί, και όλα με ένα κάπως ευρύ κόνσπετ για την μοναξιά της ηλεκτρονικότητας των επικοινωνιών και πολλά πρόσθετα όργανα.

Στο τελευταίο κομμάτι προσέρχεται ο Yukihiro Takahashi των Yellow Magic Orchestra, που σε λάθος τόπο κι εποχή έκαναν πράξη όλα όσα σήμερα κάνουν μυριάδες άλλοι της συνομοταξίας των Lali Puna. Η εποχή τον έχει ξεπεράσει, δεν διακρίνεται καμιά ηρωική σφραγίδα εδώ, μένει απλά ένα όνομα που θα αναφέρεται στις εκατέρωθεν συστάσεις. Έχει όμως ενδιαφέρον να ξανακούσουμε τους δίσκους τους, για να εκπλαγούμε ξανά για το πόσο καινούργια είναι η σημερινή «καινούργια» μουσική. Τουλάχιστο ελπίζω να μη γίνει αντιστροφή στα βιογραφικά, και χρειαστεί κάποτε να γράψει εκείνος στο δικό του cv, «είμαι αυτός που τραγούδησα και στον δίσκο των LP».

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Beach House – Teen Dream (Sub Pop, 2010)

 

Η ανιψιά του Michel Legrand ντύνεται με γαλάζια φορέματα, ποζάρει πάνω σε συννεφιασμένες ξύλινες γέφυρες, παίζει πλήκτρα με έμπνευση και τραγουδά με ερμαφρόδιτη φωνή. Ο Alex Scally αναλαμβάνει το πλήρες υπόλοιπο οργανιστικό μέρος της ομορφιάς. Τα σπίτια τους είναι όπου βρίσκονται οι φίλοι και οι τζαμοπαρέες, δηλαδή η Βαλτιμόρη και το πρώτο τραγούδι που τους έκανε γνωστούς έλεγε για ένα περιβόλι γεμάτο μηλιές. Από το 2006, δυο χρόνια μετά τον σχηματισμό τους, κυκλοφορούν δίσκους ανά δυο χρόνια (S/T, Devotion, παρόν – οι δυο πρώτοι στην Carpark), όλους ίδιους στην ομορφοσύνη τους: μελωδικοί, μελω-δραματικοί, δίνουν ένα τελικώς αληθές περιεχόμενο στον χαζούλικο όρο dream pop.

Η γαλλοθρεμμένη και κλασσικοσπουδαγμένη δεσποσύνη που μας παραδίδεται ολόκληρη με τις σπηλαιώδεις φωνητικές της χορδές και ο παιδικός της φίλος τριπλασιάζουν λοιπόν τις σαγήνες τους. Υπάρχει μια πλήρης γοητεία στον τρόπο που πολτοποιούν τις μαργαριταρένιες κιθάρες τους και τα χρυσοσκονισμένα τους πλήκτρα σε τραγουδισμένα γλυκίσματα, όπως υπάρχει και κάτι το νοσηρό και υπερομαντικό στο μούσκεμά τους σ’ αυτούς τους μουλτιδεαλιστικούς στίχους.

Αρχικά καταθέτουν προσφορά ένα κομμάτι που μας χρωστούσαν για χρόνια οι Galaxie 500 προτού βυθιστούν ολοένα και περισσότερο στην ενδοσκόπηση (Zebra) και κατόπιν ασημώνουν ένα κόσμημα με Neil Young γυαλιστικό (Silver Song). Ως μονίμως διαφωνών με τις επιλογές των σινγκλς δεν βλέπω τίποτα το κυκλοφορίσιμο σε Norway (Kate Bush ψιθύρισε κάποιος) αλλά ως επιρρεπής των εύκολων πλην μαγεμένων ακουσμάτων, υποχωρώ υποκλινόμενος στο Walk in the Park και την αυθεντική shoegaze ερωτοτροπία κιθαριστικών και πληκτρικών tremolos. To αληθινό shoegaze υπόβαθρο βέβαια βρίσκεται πιο κάτω κι ακολουθεί λαχανιαστά το κρεσέντο του 10 Mile Stereo, ένα κομψοτέχνημα που έχει θέση στον κατάλογο της καλύτερης 4AD

Διαβάζω τις γνώμες για τον δίσκο και χαζεύω και χαζεύομαι με τις ηχητικές διασυνδέσεις: Big Star, κάπως ναι, John Lennon, λίγο τραβηγμένο, 80s Synth Pop, σαφώς, Mazzy Star ή Hope Sandoval σόλο, στο κλίμα ναι στη φωνή όχι, Slowdive, κατά κάποιο τρόπο, Grizzly Bear, κατά άλλο τρόπο, St. Vincent, τι;. Ακόμα και Nico… όμως η Βικτωρία είναι μεν τραγουδίστρια – υπνωτίστρια αλλά χωρίς την τευτονική δωρικότητα της παγωμένης μας μούσας – εκτός αν εννοούν αυτό το αργόσυρτο τράβηγμα στο τέλος των λέξεων ή εκείνη την ατμόσφαιρα… Ατμόσφαιρα, να μια λέξη κλειδί για τους Beach House. Απεναντίας, οι παραπομπές στην Stevie Nicks (σε μια εντελώς σύγχρονη, ηλεκτρονικοποιημένη εκδοχή) και την dreamy pop εκδοχή των Fleetwood Mac έχουν κάποια βάση. Άλλωστε εκεί δεν έπαιζε φωνητικά και ο άλλος ά-φυλος λάρυγγας του Lindsay Backingham;

Τι σημασία έχει; Όλες αυτές οι επαναλαμβανόμενες, αντηχητικές κιθάρες και τα αραχνοΰφαντα back φωνητικά, όλα αυτά τα στοιχειωτικά, ναρκωτικά μελοδράματα και τα λόγια για εκείνον τον τρόμο «να γλιστρήσει ο άλλος απ’ το μυαλό» σου οριστικά και αμετάκλητα ή να τον συναντήσεις βιαστικά στο κλιμακοστάσιο της κόλασης κάνουν πάλι το θαύμα τους. Άλλα τρίβια: Η Legrand τραγούδησε το Slow Life από το soundtrack του Twilight: New Moon και στο Two Weeks των Grizzly Bear, ο παραγωγός των οποίων (αλλά και των Yeah Yeah Yeahs, TV on the Radio, Blonde Redhead) Chris Coady βρίσκεται μαζί τους για δεύτερη συνεχή κυκλο-φορά, ενώ η κανονική κυκλοφορία συνοδεύεται από DVD με βίντεο του κάθε τραγουδιού, γυρισμένο από διαφορετικούς σκηνοθέτες. Αν και όλα αυτά τα τραγούδια από μόνα τους πλάθουν τόσες εικόνες, που αρκεί να κλείσεις τα μάτια σου για να δεις σκηνές και σκηνές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.