Stars In Coma – Sisters (Music Is My Girlfriend, 2009)

 

Αν η Σουηδία βρισκόταν στον Ηλιόλουστο Νότο, στη Σαρδηνία ας πούμε, θα είχα ήδη μεταναστεύσει στη γη της, μια γη όπου ευημερούν τα καλύτερα ποπ φρούτα. Εκτός αν τελικά είναι τα βόρεια κλίματα που εμπνέουν για τέτοιες ζεστές, φρεσκοφουρνισμένες μελωδίες, οπότε πάλι καταλήγουμε εμείς εδώ κι αυτοί εκεί. Άλλος ένας πανάξιος προσοχής περσινός δίσκος ενός σχήματος που εμψυχώνει, πληκτρολογεί και παραγωγάγει ο André Brorsson, στελεχώνεται από μια μπασοκιθαρίστρια, έναν όμοιό της κι έναν ντραμίστα κι έχει καλεσμένους την Linda Anderson (Elfi) και τον Alexis Hall (The Motifs).

Ο ήχος είναι αστραφτερός, εκείνο το είδος της «ανεξάρτητης ποπ» που σου φαίνεται εύκολο να συντεθεί αλλά απορείς γιατί σπανίζει, σαν πιο χαμογελαστοί Vitesse, σαν πιο γρήγοροι Magnetic Fields, σαν λιγότερο μηχανικοί Postal Service και ακόμα πιο ποπ Maps. Θαυματουργούν σε εύηχες μελοδραματικές στιγμές όπως το Amelie (με δύο διαφορετικά τραγούδια σ’ ένα) και το Blame The Boys For Once, αντηχούν από Field Mice έως ηλεκτρονικούς Abba (σίγουρα στο Underneath A Fallen Leaf) και φτάνουν και σε βάθη αγνότερης φολκ (Delta 32) που σημαίνει πως θα θυμηθείτε από Roy Harper έως Belle and Sebastian, ανάλογα τις σπουδές του ο καθένας.

Βγάζοντας ένα σωρό EP από το 2005 κι έπειτα σε Popkonst, Cloudberry, Popfabriken, Edition 59 και τις δυο περίοπτες πια νοτιοαμερικάνικες ποπ φάμπρικες, την βραζιλιάνικη Bolinhas και την περουβιανή Pastilina, με πρόσθετες netreleases από την Monokini, συν δυο ολόκληρους δίσκους (My Sunshine Years , You’re Still Frozen in Time), οι Stars in Coma θαρρείς και πλουτίζουν και πλουτίζονται από τον ήχο όλων των παραπάνω εταιρειών που αποτελούν τους ανθούς της ανεξάρτητης ποπ χλωρίδας σήμερα.

O André μαθαίνουμε πως πάει κι αλλού και το δίνει (το πλήκτρο του), στην Lisa Bouvier and the Pop Messengers ενώ πιάνει κονσόλα στους Tiny Tide, Stella By Starlight, Tvivelfront και άλλους, κοινώς αυτοί όλοι κάνουν συνεχώς αλλαγές και τράμπες, στους δε καλύτερους δίσκους του για τα 00ς χώρεσε μέσα The Avalanches, Ed Harcourt, Embassy, Belle, Ladybug Transistor, Wilco, MGMT, Of Montreal επί τρία κι από ομογάλακτους, δυο Håkan Hellström και μια Florence Valentin. Στο δε διασκευολόγιό τους πάνω πάνω βρίσκονται τα Everywhere των Fleetwood Mac και We are the people των Empire of the Sun. Προτιμήσεις, δισκογραφίες, ακουστικές δοκιμές και άλλα πολλά εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: εκεί.

Truman Peyote – Light lightning (Whitehaus Family Records, 2009)

 

Η ανάμειξη πρωτόγονων και μοντέρνων ηλεκτρονικών κυκλωμάτων, προφανώς αλιευμένων από τον απεριόριστο διαμαντο-σκουπιδότοπο του διαδικτύου υπήρξε πάντα ευγενές χόμπι του νεαρότατων Caleb Johannes και Eric Farber. Πολύ δε περισσότερο η διαβίωση στην πλέον καλλιτεχνίζουσα γειτονιά της Βοστώνης Jamaica Plains όπου μουσικοί ανταλλάζουν ιδέες, κλέβουν ιδέες, δοκιμάζουν αλλαξοκωλιές και μοιράζονται τα συνεργατικά. Όπως άλλωστε παραδέχονται: όταν αχνίζει τέτοιος οργασμός δημιουργίας γύρω σου, νοιώθεις χαζός να μείνεις ακίνητος.

Η πρώιμη – απ’ τα μέσα του 2007 οπότε και ντουεταρίστηκαν – εμμονή για σύνθεση πασών περίεργων (ακόμα και του μαριναρίσματος του κοτόπουλου) ήχων σε ηλεκτρονικά τετράλεπτα σταδιακά μετατράπηκε αναγκαστικά ή τυχαία σε πιο ορθόδοξα ηλεκτρονικύματα και να ’μαστε στην πρώτη τους κυκλοφορία, τώρα και με τον Jeff Joyal κι άλλους πηγαινοερχόμενους, συν ένα μισό-μισό δωδεκάρι με Many Mansions (απ’ το απέναντι γραφείο στην Whitehaus Family) κι ένα εξίσου επτάιντσο – μεσοτοιχία με Turtle Ambulance. Οι οικογενειακές βιοτεχνίες καλά κρατούν: ο Johannes είναι συν-ιδρυτής της Breakfast of Champs Records μαζί με τον Jimmy Hughes (Turtle Ambulance) και τον Jake Yuhas (DROPA).

Εξ ου και η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία της δεκάδας τους: δεν είναι μόνο η τέχνη του sampling και η μαστορική του looping, αλλά και όλη η αίσθηση ενός ευάκουστου ηλεκτρονικού πειραματισμού που δοκιμάζει σχεδόν τα πάντα. Οι TP λένε πως χρησιμοποιούν τα υλικά και την επιρροή του dance ήχου, ακριβώς για να μην κάνουν χορευτική μουσική αλλά κάτι απ’ την απέναντι πλευρά – αυτό είναι εμφανές στις τρεις τελευταίες και καλύτερες συνθέσεις. Τα ελάχιστα φωνητικά κομμάτια έχουν τραγανή κρούστα, αλλού μια καλώς εννοούμενη ερασιτεχνική διάθεση μας θυμίζει τον Jad Fair και την εκατονταμελή παρέα του, ακόμα και μερικά άστατα θορυβήματα εδώ ταιριάζουν μια χαρά ακριβώς γιατί κρατάνε όσο πρέπει (λίγο) και βρίσκονται εκεί που πρέπει (γέμιση σάντουιτς σε «προσιτότερες» στιγμές). Οι ελάχιστοι που ασχολήθηκαν με την κυκλοφορία τόνισαν την Animal Collective- ική επίδραση του New Wife, New Life και άλλων αλλά αναρωτιέμαι αν δεν υπήρχαν οι AC ποιοι θα αναφέρονταν. Κι αν δεν υπήρχαν αυτοί οι ποιοι, με ποιους νωρίτερα απ’ αυτούς κ.ο.κ. κ.ο.κ. κ.ο.κ. κ.ο.κ.…

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.