British Sea Power – Man of Aran (Rough Trade, 2009)

 

Η ταινία – ντοκιμαντέρ του Robert J. Flaherty (1934, (Μεγάλο Βραβείο Βενετίας το 1935) με θέμα την σκληρή καθημερινότητα των κατοίκων των νησιών του Άραν, στις Δυτικές Ιρλανδικές Ακτές, αποκτά νέο σάουντρακ με την ευκαιρία της έκδοσής της σε DVD. Η έκδοση περιλαμβάνει δυο εκτελέσεις του σάουντρακ, την στούντιο και μια ζωντανή από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Εδιμβούργου. Αντιστροφή από τα καθιερωμένα: είναι το DVD που συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο του δίσκου, κι όχι το αντίθετο.

Παθιασμένος με την ανθρωπολογία και τις εξερευνήσεις, ο Flaherty είχε ως όνειρό του να κινηματογραφεί τις ζωές σε όλες τις άκρες του κόσμου, όπως έκανε και σ’ αυτά τα βραχώδη νησιά μιας ταραγμένης θάλασσας στη δυτική πλευρά της Ιρλανδίας. Εδώ αντιμετώπισε τους χαρακτήρες του σαν εξιδανικευμένες μορφές, ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον καθημερινό τους ηρωισμό: γεωργία σε δύσκολα εδάφη, ψάρεμα σε απόκρημνους βράχους, κυνήγι καρχαρία για το απαραίτητο λίπος για τις φωτιστικές λάμπες τους. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε ντοκιμαντερίστικη γλώσσα, επιθυμώντας τον συνδυασμό μύθου και πραγματικότητας – συχνά μάλιστα κατηγορήθηκε ότι έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές τους σε ορισμένες δραματικές σκηνές.

Στις γνωστές ερωτήσεις τέτοιων περιπτώσεων, δηλ. α. αν η μουσική προσθέτει κάτι στο φιλμ και β. αν μπορεί να σταθεί εκτός φιλμ, η απάντηση εδώ είναι απερίφραστα θετική. Το αφηρημένο, οργανικό κιθαριστικό post rock τους ταιριάζει στα γκρίζα απόμακρα τοπία, συμβαδίζοντας άλλοτε με την αδιατάρακτη ηρεμία τους (λ.χ. στην τρυφερή συνομιλία πιάνου και εγχόρδων στο ομώνυμο) κι άλλοτε με τα τρικυμιώδη κύματα και τις μάχες με τα στοιχεία της φύσης (όπως το εντεκάλεπτο The South Sound με το την αξιομνημόνευτη ambient πιανιστική γραμμή ως το μέσο, προτού ξεσπάσει σε παράλληλη δραματική κιθαριστική κορύφωση).

Εδώ έρχονται εκ νέου δουλεμένα και ηχογραφημένα τρία προηγούμενα κομμάτια των BSP: το Boy Vertiginous είναι το North Hanging Rock και το It Comes Back Again γίνεται True Adventures (αμφότερα από το “Open Season”), ενώ το No Man is an Archipelago υπάρχει στο “Do You Like Rock Music?” ως The Great Skua. Η μεταμφίεση των τριών κομματιών δείχνει αν μη τι άλλο πως το κουιντέτο από το Brighton εύκολα γυρνάει τους διακόπτες του στο συγκεκριμένο είδος. Ενδιαφέρουσα η ελεγειακή διασκευή του Wander With Me (1964) του Jeff Alexander που έγινε γνωστό από ένα επεισόδιο του Twilight Zone, το μόνο τραγούδι εδώ με φωνητικά.

Είναι ίσως η ίδια η φύση αυτού του post rock να αποτελεί το πλέον κατάλληλο ένδυμα τέτοιων εικόνων, όπως ίσχυσε και παλαιότερα για Godspeed You! Black Emperor, Sigur Ros κ.λπ. Αυτές οι βουβές «μπαλάντες γέρων – κι όχι μόνο – ναυτικών» αναδίδουν τον παγωμένο αέρα, την μουντάδα και τα χαμηλά βαρομετρικά των εικόνων που κλήθηκαν να σκεπάσουν, αλλά και μια αυθύπαρκτη μαυρόασπρη, ποιητική ομορφιά.

Πρώτη δημοσίευση, αυτή τη φορά, εδώ.

Yann Tiersen Live at Fuzz

 Οι Your Hand In Mine άνοιξαν ένα κίτρινο βαλιτσάκι, πήραν λάπτοπ και κιθάρα διπλής όψεως (χορδές μπροστά, δίσκος ανεμιστήρα πίσω), φύσηξαν μια μελλόντικα για μελλοντικά σάουντρακ και εν γένει μόνταραν ένα κατάλληλο προοίμιο παιγνιδιώδους μουσικής, με κολάζ από το στιλ τους, την toy pop, τον Pascal Comelade και την ευρεία electronica. Αυτός δε ο τύπος που έμοιαζε με τον Tiersen και βγήκε στη σκηνή φτιάχνοντας τα μηχανήματα κερδίζοντας το χειροκρότημα του κόσμου και άπειρες φωτογραφίες, δεν ήταν παρά ένας απ’ το πλήρωμα. Και είχε την μεγαλύτερη φωτογένεια απ’ όλους.

Ο Tiersen έπαιξε ένα εκπληκτικό σετ, καταιγιστικό και απρόβλεπτο, πολύ περισσότερο για εκείνους που ήρθαν ανυποψίαστοι περιμένοντας να ακούσουν τρυφερά κουδουνίσματα και ρομαντικά αμελή βαλσάκια. Όταν ακόμα και οι πιο ελευθέριοι σκόρερς έχουν δυο βασικές επιλογές για τα live τους (= ή ορχηστράτοι να παίξουν απαράλλαχτα τα κινηματογραφικά τους θέματα – ώστε να τα ακούσει ο κόσμος για χιλιοστή φορά κι εκείνοι ακόμα περισσότερες – ή να καλέσουν μερικούς φωνητικούς να τα ερμηνεύσουν, σ’ ένα νηφάλιο γκαλά), εκείνος ξεγλιστράει. Η δική του επιλογή αρχίζει από την αποδόμηση των κομματιών του και συνεχίζεται ως ένα κατά κυριολεξία «ολοζώντανο μουσικό κουτί» που περιέχει τα πάντα. Τα πάντα όμως από τι;

Από ένα προσωπικό παρελθόν μυριάδων ακουσμάτων και συγκεκριμένων συμμετοχών σε μπάντες που στην ουσία περιλαμβάνει όλη την post punk πορεία της τελευταίας τριακονταετίας. Όσο λιγότερο γνώριζε κάποιος την προϊστορία του, τόσο περισσότερο εκπλησσόταν. Κανένα κομμάτι δεν εξελισσόταν «ομαλά», κανένα δεν είχε ένα βασικό θέμα με τα γνωστά περιφερειακά. Μπορεί να άρχιζε με απόλυτο θόρυβο και να καταλάγιαζε σε ξέχωρη μελωδία ή σε παράσταση για ένα όργανο. Μπορεί να ξεκινούσε ηλεκτρονικό δρομολόγιο Orbital – Autechre, και να χανόταν στον αγγελικό θόρυβο της 4AD, των Modern English, των Cocteau Twins (ως το 83), των Μ83. Μπορεί να ξεκινούσε σαν κινηματογραφική εγχορδία α λα Nyman/Glass και να εκτροχιαζόταν σε ψυχεδελικότατους φαρφιζοειδείς αυτοσχεδιασμούς. Μπορεί να ξεκινούσε σε πειραματική electronica και να προσγειωνόταν σε βελβετικούς και κραουτευτονικούς καταρράκτες.

Σε αυτό το ηχοσύστημα όλοι ήταν απαραίτητοι. Δυο εξτρέμ, κιθαρίστας και μπασίστας σε κατάσταση έξαψης, ένας τερματοφύλακας στα κρουστά και μια λίμπερα στα πλήκτρα κύκλωναν τον Τίρσεν που είχε δεκάρι δίπλα του τον … Matt Elliott. Οι δυο κόλλησαν μετά την κοινή τους συμμετοχή στο The Dark Age Of Love (δίσκο με διασκευές των Coil, που ο επιζών Peter Christopherson χαρακτήρισε σαν τις πιο ιδιαίτερες και όμορφες εκδοχές τους) ως μέλη της κολλεκτίβας των This Immortal Coil (διπλό λογοπαίγνιο, ο νοών νοείτω), έκαναν μαζί εκεί 3 τραγούδια, ο Υ. κάλεσε τον Μ. στον δίσκο του Dust lane και γενικώς παίζουν μαζί. Ο Elliott με τον Tiersen κυκλώνονταν από μόνοι τους με μια πρωτοφανή αύρα ο καθένας τους. Ο πρώτος ακίνητος, αφοσιωμένος στην ακουστική του κιθάρα, στις φωνητικές εμβολές, στην εξ επαφής χρήση του μικροφώνου, στις σελίδες ενός ανοιχτού βιβλίου. Ο δεύτερος μοιρασμένος στην τριπλοβάρδια πλήκτρων, κιθάρας και βιολιού. Η πεντάδα έχτιζε έναν συμπαγή τοίχο κι εκείνος πλανιόταν στον κόσμο του, στους ανισόπεδους κόμβους από την κλασική μουσική παιδεία στο χάος της electronica και του πρωτογενούς κιθαριστικού ροκ εντ ρολλ.

Συναρπαστικές στιγμές τα κομμάτια που τραγούδησαν όλοι σε αρμονική … πενταφωνία (ιδίως το Palestine, από ένα ταξίδι που τον σημάδεψε), ένα οργανικό ονόματι Ashes (;),κι εκείνα τα σημεία που τα drums χαμήλωναν και γίνονταν υπόκωφα καθώς άλλαζε η ροή του κομματιού: κατευθείαν απ’ την καρδιά του post punk. Όταν δε έμενε μόνος με το βιολί του το κοινό κρατούσε ευλαβική ανάσα. Το τριτράγουδο (;) ανκόρ τελείωσε με το αμέλιο βαλς σε ψυχεδελικότροπη πληκτρολόγηση. Ο ορισμός του απρόβλεπτου live. Ποτέ δεν ήξερες τι θα ακολουθήσει μετά ή και στο ίδιο το τραγούδι. Ως σήμερα σκεφτόμουν τον Piovani ως καταλληλότερο συνθέτη για να αναλάβει το σάουντρακ του φιλμ της συναρπαστικής μου ζωής, αλλά αυτός εδώ γνωρίζει πολύ περισσότερα…

ΥΓ. Η συναυλία ήταν sold out, πολύ κόσμος έμεινε απ’ έξω, ο χώρος ευτυχώς αναπνευστικός και η οργάνωση άρτια.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.