Bike for Three! – More Heart Than Brains (Anticon, 2009)

Ο Καναδός meta – hip – hopper λεξιπλάστης Buck 65 και η Βελγίδα ηλεκτρονικάρια Joelle Phuong Minh Le έφτιαξαν τον πιο εθιστικό δίσκο του 2009. Η Joelle ήδη με το project της Greetings from Tuskan μας είχε δείξει με τι αιθέρια έλαια της αρέσει να πασπαλίζει τα κήμπορντς της, προτού αρχίσει να πυροβολεί. Τα αρμονικά της πλήκτρα της κυνηγάνε τις μαστιγωτικές φράσεις του κατά κόσμον Richard Terfry που αφήνεται σε μια άνευ προηγουμένου συνειδησιακή ροή, κι ύστερα λιώνουν από τις θερμικές του λέξεις, διαλύονται. Τα λεκτικά τοπία του οδηγούν σε εικόνες, πλοηγούν σε συναισθήματα, χαρακώνουν πολιτικές, ειρωνεύονται σχέσεις, ονειρεύονται σχέσεις, αυτοβιογραφούν τον κομματιασμένο, μπερδεμένο του εαυτό. Όσο μπορεί φυσικά κανείς να το κάνει μέσα σ’ αυτό την ηλεκτρονική πλημμύρα downtempo, drones, κυριολεκτικής IDM, Spoken Art, με μαύρη, κατάμαυρη ραχοκοκαλιά και beats που μοιάζουν με παλμογράφους οργανισμού σε διέγερση, σε θλίψη, σε οργή.

Πώς αναμείχθηκαν εδώ οι ά-μικτοι και πώς συνεργάστηκαν οι απόμακροι; Η πρώτη βρήκε τον δεύτερο στο Myspace και του έστειλε μουσικό κομμάτι να το στεγάσει τους στίχους του. Οι δοσοληψίες συνεχίστηκαν για πολύ καιρό και είναι μάλλον απίστευτο να συνειδητοποιήσει κανείς πως όλες αυτές οι ταχυδρομικές τροχιοδρομήσεις έφτιαξαν αυτόν ακριβώς τον δίσκο που η καρδιά κερδίζει τον εγκέφαλο.

Θαρρείς και ο καθένας αποδίδει με τον πλέον προσωπικό του τρόπο και με τον καλύτερο εαυτό του το απόλυτο respect προς τον έτερο, ανεβαίνοντας στο επίπεδό του. Κάπως έτσι μοιάζει ο δίσκος να απογειώνεται κομμάτι το κομμάτι. Προσπαθώ να φανταστώ πώς μπορεί να δημιουργήθηκαν αυτά τα πολυεπίπεδα, κατακομματιασμένα μαγευτικά παραμυθιάσματα. Άραγε ο από κει στιχοπλάστης έστελνε πρώτα τις θυελλώδεις γραφές του στην από δω συνθέτρια – συνθετήτρια κι εκείνη αράδιαζε πάνω τους πλήκτρα και ψηφίσματα ή του έστελνε εκείνη τις μελωδικές ηλεκτρο-σκοτο-φωταψίες της για να τις ντύσει, να τις καταστείλει, να τις διαστείλει; Ποιος καθρέφτισε ποιον, ποιος ενέπνευσε τι;

Ο Buck βρίσκεται πιθανώς στην πιο κομβική στιγμή του, που ήταν φως φανάρι πως θα συνέβαινε σε μια συνεργασία του κι όχι στην κύρια πορεία του. Αφήνει τις σειρήνες των πιο πομπωδών rappers και των πιο φολκοειδών Beck-ers, αφήνεται στα λυτρωτικά χέρια της Joelle. Ξαναθυμάται τις ιδέες του Square και της Language Arts σειράς, στην ιστοσελίδα του υπαινίσσεται τα άλυτα θέματα που είχε αφήσει εκεί. Αδιαφορεί ακόμα και για τις ομοιοκαταληξίες (αλλά όταν τις κάνει οι ποιητές βλέπουν την αστρόσκονή του). Άραγε η διασκευή του MC Space [MC Shan] είναι ένα ακόμα κλείσιμο παλιών λογαριασμών ή τιμή στην MC μυθολογία του;

O κορμός των 13 (αν βγάλουμε την αρχή και το τέλος) τραγουδιών είναι ένα συνεχές σφυροκόπημα αστραφτερών highlights, όπως τα πτερόεντα πλήκτρα του First Embrace που αντικαθιστούν τις μακρινές κιθάρες του post punk, όπως η συνθετική ανάμνηση των πιο σκοτεινών 80ς που έμειναν στα αζήτητα κι επανεγγράφεονται στο παρόν (Can feel love (anymore)), όπως η μέχρι επικότητας φόρτιση του No Idea How, όπως το καταλάγιασμα της hip hop οργής σε ύμνους όπως τα All There Is To Say About Love, One More Time Forever, Lazarus Phenomenon. Μέσα στον βούρκο της μοναδικής αστικής μουσικής που μπορεί να σταθεί σήμερα – και μιλάω για τα σύνορα hip hop, rap και electronica ανθίζει η πιο καθαρσιακή ποπ.

Οι δυο συνεργοί ακόμα δεν έχουν συναντηθεί μέχρι σήμερα. Όταν συμβεί αυτό, το δωμάτιο (ή στούντιο) της μοιραίας συνεύρεσης θα εκραγεί, θα εκτοξευτεί στην βιόσφαιρα ή θα ανθίσει σαν ένα λουλούδι, από αυτά που βλέπουμε αναπάντεχα φυτρωμένα στα άθλια πεζοδρόμια. Αλλά μάλλον θα αποφύγουν να βρεθούν, όπως λένε στο Κομμάτι 13. Let’s never meet and regret a past endeavor/ What we have is rare indeed and guaranteed to last forever.

Πρώτη δημοσίευση: εκεί.

Jason Lytle – Yours Truly, The Commuter (Anti, 2009)

 

Η διάλυση των 15ετούς ζωής των Grandaddy έγινε με το υπέροχο πλην παραγνωρισμένο παραμύθι Just Like The Fambly Cat (2006). Όσο οι Grandaddy φρόντιζαν να ραντίζουν συχνά το alt western lo-fi χωράφι τους με ψυχεδελισμούς, ηλεκτρονικά, και πολλή μελωδική ποπ, άλλο τόσο η αναμενόμενη ευφορία καθυστερούσε: τόσες πολλές μπάντες στις ίδιες καλλιέργειες από την μία, τόση επανάληψη από την άλλη, βάλε και τις ποιοτικές ανισότητες μέσα στους ίδιους τους δίσκους. Ακολούθησε η αναχώρηση του «επιβαρημένου» Jason Lytle από το γενέθλιο Modesto, CA, για τα βουνά της Αριζόνας. Η γνώριμη χρήση του ορεινού περιβάλλοντος: ο πληγωμένος ετοιμάζει την επιστροφή του.

Αλήθεια περίμενε κανείς η πρώτη του σολοπροσπάθεια να ακούγεται διαφορετικά από τους Grandaddy; Η ιστορία εκείνων των πολύχρωμων ηχητικών αναμνήσεων συνεχίζεται ακριβώς εδώ. Ήδη στην θριαμβική του είσοδο δηλώνει πομπωδώς την επιστροφή του με βαθυλάρυγγα μπάσα και πλουμιστά έγχορδα. Το ακόλουθο Brand New Sun ψυχεδελίζει όσο αποπλανητικά αρκεί, η κιθάρα του Ghost of My Old Dog μας χαϊδολογεί όσο διεγερτικά χρειάζεται. Πόσο λάθος να βάλει τα ομορφότερα τραγούδια του στην αρχή, δημιουργώντας τόσες προσδοκίες!

Ακολουθούν τρεις βαθιές τεχνορόκ πτήσεις του σε μπαλάντες πηχτού συναισθηματισμού και kingcrimson-ικών διαστάσεων (I Am Lost (And the Moment Cannot Last), Birds Encouraged Him, Fürget It), με ένα διάλειμμα – απαραίτητο χαιρετισμό στο παρελθόν των Grandaddy – ή πιθανώς ένα τραγούδι ξεχασμένο στα συρτάρια του(ς) (It’s The Weekend) κι έπειτα όμορφες πλην επικόμορφες ζώνες, παραπατήματα που ορίζουν την διαφορά με την προγενέστερη πορεία του. Η παρέκκλιση αυτή είναι φανερή στο δεύτερο μισό του δίσκου και μόνο το μαγευτικό Rollin’ Home Alone μοιάζει να παραμένει στον ίσιο δρόμο. Όμως έχουμε ήδη μετρήσει 5-6 αγαλλιαστικότατα τραγούδια.

Πιστός κι αυτός της συγκεντρωτικότητας που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερα αλλοτινά μέλη μπαντών σε ατομικές προσπάθειες, ο Lytle φτιάχνει τα ολοδικά του κομμμάτια, παίζει όλα όργανα τα μόνος του, τα μοντάρει στο δικό του πατρόν του, τα τραγουδά. Στιχουργικά συνεχίζει στις αδιανόητες παραμυθώδεις περιπέτειες μικρών μεγάλων και ζώων του παραμυθένιου κύκνειου άσματος της μπάντας που ονειρεύτηκε αλλά και του Excerpts from the Diary of Todd Zilla EP – ξανακούστε τα.

Άραγε θα ξαναφύγει για τα βουνά; Η απάντηση είναι σαφής και πνιγμένη στο καταληκτήριο πιάνο του επιλόγου του. Και στον τίτλο του: Here for Good.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.