Μιχάλης Παπαμακάριος – Φυσάει κόντρα. Μουσική Αντίσταση στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης και του πολέμου

 

Ήταν τέλη του 2002 όταν κυκλοφόρησε το διπλό The fire this time, μια πρώτη οργανωμένη δισκογράφηση για το Ιράκ του 2003, συνδυάζοντας σημαντικά ηλεκτρονικά ονόματα με τα ηχητικά ντοκουμέντα της τραγικής συγκυρίας (από διηγήσεις της ιστορίας της χώρας μέχρι ηχογραφήσεις από τα πεδία των μαχών και εξομολογήσεις θυμάτων). Από μια άποψη, ήταν η πρώτη μιας σειράς εξαιρετικών συλλογών που δημιουργούσαν το υπόβαθρο μιας νέας πολιτικής μουσικής σκηνής. Ορισμένες από αυτές τις αχανείς αλλά και ναρκοθετημένες (με πολλές παγίδες) περιοχές του σύγχρονου ροκ εντ ρολλ εξερευνά εδώ ο συγγραφέας (γεν. 1968, συνεργ. σε Δίφωνο και ΠΡΙΝ), επικεντρώνοντας κυρίως στην νέα χιλιετία.

Ειδικά κεφάλαια αφιερώνονται στη γενικότερη χρονική πορεία του πολιτικού τραγουδιού από το Γούντστοκ του 1968 στο Σιάτλ του 1999 και την Γένοβα 2001 (με έμφαση στην δεκαετία του ’90 κι έπειτα), στους Mano Negra και Manu Chao και στην πληθώρα των κινήσεων ενάντια στον «ηλίθιο Αμερικανό» Μπους. Ξαναθυμόμαστε την επανασύνδεση της Liberation Music Orchestra υπό τους Charlie Haden και Carla Bley για το free jazz πολιτικό μανιφέστο του Not in Our Name ή τους Punk Voters με τους παλιόφιλους Jello Biafra και Bad Religion αλλά και τη γνωστή συνέχεια: Future Soundtrack of America, Vote for a Change, Rock Against Bush, Fahrenheit 9/11, το μαζικό ρεύμα νέων ντοκιμαντεριστών που εκβλάστησε, Hip Hop Summit Action Network κ.λπ. Σκιαγραφούνται ακόμα, οι μορφές του σύγχρονου αντιπολεμικού τραγουδιού, με μερικές από τις σημαντικότερες συναυλιακές συναθροίσεις, φεστιβάλ, καμπάνιες, κινήσεις (Not In Our Name, Stop the War Coalition κ.ο.κ.), οι πιο απροκάλυπτες προσπάθειες λογοκρισίας, και ο αντίκτυπος των παραπάνω στον ελληνικό χώρο, από τους Δεθελοντές στο low bap.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται σε συγκεκριμένα ονόματα, με αναφορές στους κυριότερους σχετικούς σταθμούς της πορείας τους: Rage Against the Machine, Chumbawamba, Billy Bragg, Fermin Muguruza (που, μην ξεχνάμε, πως γράφει και τραγουδά στην euskera, τη γλώσσα των Βάσκων), Banda Bassotti, Asian Dub Foundation, FunDaMental, Ska-P, The (International) Noise Conspiracy, Michael Franti (Beatnigs, The Disposable Heroes of Hyphopricy, Spearhead), Rachid Taha (ως κορυφαίος εκπρόσωπος του punk rai), The Dope Poet Society, Dead Prez, System of a Down, Ojos de Brujo, Up, Bustle and Out, Zebda, Los de Abajo, Radio 4, Manic Street Preachers, Godspeed You Black Emperor!, Deus Ex Machina, Active Member. Τέλος, προτείνονται 87 δίσκοι που χαρακτηρίζονται κοινωνικοπολιτικά «μανιφέστα» και οι οποίοι προέρχονται από τα παραπάνω ονόματα και όχι μόνο (Thievery Corporation, Zona Marginal, Motives, ΝΤΜ, Senser, Θανάσης Γκαϊφύλλιας κ.ά.) και, στο τέλος, σχετικές διαδικτυακές διευθύνσεις.

Ίσως κάποια ονόματα (όπως η Crass Records, η Alternative Tentacles, οι Specials) που προκάλεσαν κύμα αφύπνισης στην δύσκολη δεκαετία του ’80 θα άξιζε να αναφερθούν έστω και εν τάχει, αλλά σε μια νέα έκδοση οπωσδήποτε θα πρότεινα μια θέση στον Robert Wyatt που από τότε μέχρι σήμερα εξακολουθεί να συνθέτει σκληρές πολιτικές νότες. Το θέμα σαφώς είναι αχανές και πολυπλόκαμο, όμως εδώ παρουσιάζεται μια πλήρης μαζική εικόνα του σήμερα, με πλήθος ιστοριών, στοιχείων και φωτογραφιών (ζαβολιάρηδες, επτά με τους Active Member;). Και έχουμε συν τοις άλλοις και το ισχυρό σοκ της κυκλοφορίας ενός μουσικού βιβλίου που αφορά το σήμερα κι όχι τα 60ς, τα 70ς ή τα 80ς. Έπρεπε να το καθυστερήσουν, να βγει είκοσι χρόνια μετά, γιατί εδώ εκδοτικώς μόλις αρχίσαμε να ασχολούμαστε με τους Sex Pistols και τους Cure.

Οι Todos Tus Muertos επιλέγουν το πιο σκοτεινό όνομα για να θυμόμαστε Όλους Τους Νεκρούς της Αργεντινής του Βιντέλα, η μπάντα του Manu Chao στέκεται προσοχή σεβασμού καθώς ακούγεται ο λόγος του Marcos πίσω από ένα οργανικό Mentira, ο ίδιος αρνείται να ακουστεί το Me gustas tu στο ελληνικό Big Brother, οι Radio Bemba ζουν και οργανώνουν συναυλίες στις αυτόχθονες κοινότητες των ιθαγενών στην Τσιάπας, σε όλο και περισσότερα μέρη έχει αρχίσει να φυσάει Φυσάει Κόντρα και κάπως έτσι ανοίγουν κι αυτές οι σελίδες.

Εκδόσεις ΚΨΜ, [Σειρά: Ακραία Πολιτιστικά Φαινόμενα], 2006, σελ. 287. Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες: Ojos de Brujo, Billy Bragg.

 

Gustaf Spetz – Goodnight Mr. Spetz (Imperial Recordings, 2009)

Tο Golden feathers που ανοίγει τον δίσκο είναι μέχρις ώρας το ομορφότερο τραγούδι της (μισής) χρονιάς. Η εισαγωγή του είναι εκρηκτική, τα κουπλέ του προσπαθούν να καταλαγιάσουν την τρικυμία, εκείνη σύντομα επανέρχεται δριμύτερη. Τα πιάνα του είναι σκαλοπάτια στα σύννεφα και στον πάτο και πάλι πίσω και μπρος. Δεν θα το χαραμίσω γι’ αυτές τις άθλιες μέρες, θα το κρατήσω για τις δυνατότερες. Εσείς όμως ελεύθερα.

Ο Gustaf Spetz ξεκίνησε από πιτσιρικάς στις εκκλησιαστικές χορωδίες, τον έταξαν στο τσέλο (από τα 4-19) και μόνο αργότερα διέκρινε στο πιάνο το γκάτζετ των εμπνεύσεων που αποζητούσε: Καθόμουν στο πιάνο, ένοιωθα σαν να άνοιγε μια πόρτα, κι έτσι γράφονταν τα τραγούδια. Δοκίμασε τα αισθητήρια των ακροατηρίων στο διαδικτυακό smartassradio και υπήρξε τραγουδιστής, συνθέτης και πιανίστας των Eskju Divine (δύο δίσκοι: Come and join… και Heights) που όσο τους ξέρετε εσείς τους ξέρω κι εγώ. Μόνος του τώρα, και απορώ τι παραπάνω θα μπορούσαν να προσθέσουν οι εταίροι μιας μπάντας, την στιγμή που η θυελλώδης πιανιστική του ποπ μοιάζει πολυδάχτυλη. Αυτό είναι το βασικό της χαρακτηριστικό, αυτό την απογειώνει, ενώ η εύθραυστη φωνή του μάλλον την προσγειώνει.

Οι κιθάρες του Burn it, crush it, smash it μου θυμίζουν τα πιανίσματα της 4ΑD, μια τύπου Modern English αίσθηση της ποπ που δεν είναι ακριβώς ποπ, τις κιθάρες που περισσότερο ενδιαφέρονταν να ζωγραφίσουν τα χρώματα εκείνων των εξωφύλλων. Ό,τι κάνει εδώ ακριβώς με το πιάνο του. Άλλες κιθάρες στριγκλίζουν πολύ πίσω, πρέπει να γίνει διαφανές το τείχος για να τις ακούσετε. Κάτι συγκρατεί τον Γουστάβο από την πλήρη απογείωση, ίσως αισθάνεται ακόμα μέρος της ευρύτερης Σουηδικής Ποπ Σφαίρας (αν και παρατηρώ πως ελάχιστοι στο διαδίκτυο αναφέρονται στον δίσκο του), εξ ου και παραμένει σε αυτό τον συνδυασμό μεγαλορχηστρικού εκλεκτικισμού και καθάριου ερμηνευτικού ραδιοάσματος. Το πόσο θαυματουργά μπορεί να συνθέσει πάνω στο μοτίβο αυτό απολαύστε το στα έξοχα Restless και Feel no fear.

Brian Wilson, το βλέπεις πως ετούτο το μειράκιον σού γνέφει στο You and Me και όχι μόνο. Έλα πάρε το και κάνε το σαν τα μούτρα σου, να μας αποπλανήσει όλους κανονικά.

Πρώτη δημοσίευση: πάλι εδώ.