Ten Kens – S/T (Fat Cat, 2008)

 

Ούτε δέκα, ούτε καν ένας Κεν, ούτε τυπική περίπτωση τετραμελούς σχήματος. Ο χαρακτηρισμός που ταιριάζει στο φρέσκο ντεμπούτο των Ten Kens είναι: απρόβλεπτο.

Φανταστείτε πως τα περισσότερα τραγούδια από εδώ θα μπορούσαν να προέρχονται από διαφορετικό συγκρότημα. Όπως ακριβώς το ακούτε. Τα μιλητά φωνητικά, οι σερφ κιθάρες και το συνολικό οργανικό ξέσπασμα του The Alternate Biker δεν έχουν καμία σχέση με το Refined, που ακούγεται σαν συνεργασία Radiohead και Muse. Το κοφτό post funk των Blurt (Y’all Come Back Now) ουδόλως εφάπτεται με την Americana Pop των Morning Jacket (δια φωνής, όπως πάντα, τύπου Neil Young) ή με το νεοϋρκέζικο no wave των Sonic Youth (The Prodigal Sum). Οι εναλλαγές θρηνισμάτων και ξεσπασμάτων του The Whore Of Revelation μου θύμισαν τις κορυφαίες στιγμές των Clan Zu και αυτού του τύπου σύγχρονου «ιρλανδικού» ροκ εντ ρολλ, η ελεύθερη ανάπτυξη του I Really Hope You Get To Retire την σχολή των Broken Social Scene.

Ακόμα και τα δυο κορυφώματα εδώ (Downcome Home, BearFight!) έρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις και μόλις αποφεύγουν την μετωπική σύγκρουση. Το πρώτο συνδυάζει την western ροκαρόλα των Giant Sand / Υο με την αλησμόνητη σπιντάδα των Husker Du για να αριστουργήσει ως επιταχυμένη μεταμοντέρνα κάντρι. το δεύτερο προτιμάει να βουτήξει την αλλοπαρμένη Arcade φωτιά σε χάρντκορ νερά.

Ο πυρήνας που σιγόβραζε στο Τορόντο ήταν οι Dan Workman (φωνή) and Dean Tzenos (κιθάρα). Το παράξενο είναι πως έγραφαν απομονωμένοι τα τραγούδια τους, πρώτα κλεισμένοι στα δωμάτιά τους και μετά σε μια δεύτερη απομόνωση ο ένας από τον άλλον για να τα δουλέψουν χωριστά, συνολικά επί ένα χρόνο και βάλε. Η γνωστή παλιά ιστορία: τα τραγούδια βλασταίνουν, απλώνονται, τελειοποιούνται, απογειώνονται και κινδυνεύουν με αυτοανάφλεξη αν μείνουν λίγο ακόμα σε κλειστοφοβικό περιβάλλον. Ευτυχώς τότε εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός για άλλη μια φορά η Ανώνυμος Εταιρεία Χοντρή Γάτα και κατά την προσφιλή της συνήθεια τους καπάρωσε χωρίς να έχει δει ούτε ένα live τους – μήπως είχαν παίξει και κανένα;

Η ομάδα δέθηκε με την απαραίτητη ρυθμική ραχοκοκαλιά (Lee Stringle – μπάσο , Ryan Roantree – ντραμς) και τον παραγωγό Colin Stewart, υπεύθυνο για τον ευάερο και εκλεπτυσμένα πλούσιο ήχο των Black Mountain, Destroyer και Pretty Girls Make Graves. Χώρος παιδιάς τα Breakglass Studios, Montreal (συνιδιοκτησία του Jace Lasek των Besnard Lakes).

Το αποτέλεσμα έχει κάτι από την πρωτόλεια ηχογράφηση σε υπόγειο με υγρούς τοίχους, πρωτογενείς εντάσεις και μια τρομερή υποβόσκουσα δύναμη. Από την άλλη πάλι διαθέτει και μια ευφυή υπολογιστικότητα που κρατά ένα αόρατο νήμα μεταξύ των τόσο διαφορετικών συνθέσεων και δεν τις αφήνει να διασκορπιστούν σε διαφορετικά σύμπαντα. Αυτό το βαθύ ροκ εντ ρολλ με τις απρόβλεπτες έως και παραπλανητικές εισαγωγές βρίσκεται στην άλλη άκρη από lo-fi δημιουργίες που συχνά μας ταλαιπωρούν. Αρμονία παραμορφώσεων ή αλλιώς, μια πλήρης οργάνωση του χάους, παρά τα οξύμωρα των φράσεων.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στη φωτογραφία: η 4άδα από μέσα κι απ’ έξω.

Scott Matthew – S/T (Glitterhouse, 2008)

And god it’s strange/ to be the only one to talk to.

Γιατί προηγείται το τραγουδιστής από το συνθέτης; έχει αναρωτηθεί ο Μπάμπης Αργυρίου σε κάποιο φυλλάδιο λογοτεχνικών αξιώσεων σχετικά με την χρήση του όρου singer/songwriter. Είναι στις περιπτώσεις αυτές η τραγουδιστική ιδιότητα σημαντικότερη από την συνθετική; Προηγείται λόγω λιγότερων γραμμάτων ή εξαιτίας του γνωστού παραγκωνισμού των αφανών συνθετών υπέρ των έκθετων εκτελεστών;

Ας το ερευνήσουν οι εκφρασιολόγοι του εντευκτηρίου μας, δεν με απασχολεί τώρα: όταν ακούγεται ο Scott Matthew στο δωμάτιό μου, οι σκέψεις σταματάνε. Κι όσο υπάρχουν συνθετοτραγουδιστές όπως αυτός, δεν θα πάψω να ψάχνω το είδος για να νοιώθω ακριβώς τέτοιες συγκινήσεις. Τον θυμάμαι ως τυχαία ανακάλυψη στο μπαλαντοφόρο δισκάκι Elva Snow με το γλυκό Pavement Kisses, τον ξαναβρήκα ως συνθέτη του σάουντρακ του Short Bus, τραγούδησε κι ένα μέρος του με τον αιθέριο τρόπο του. Αλλά οτιδήποτε έκανε μέχρι σήμερα χλωμιάζει μπροστά σε τούτο τον δίσκο με τον τίτλο – δελτίο ταυτότητας.

Αν υπάρχει χημικό στοιχείο με το όνομα Θεσπέσιο, εδώ μας ακτινοβολεί κανονικά, μέσω μιας θρυψαλιασμένης (όχι κλαψιάρικης ή συντετριμμένης) φωνής, εντελώς δοσμένης σε δέκα τρυφερά κομψοτεχνήματα. Με θαλπωρούχα πιανίσματα σαν του Amputee, με παρηγορητικά φωνίσματα σαν του Ballad Dear (ξαναθυμήθηκα τον Ed Harcourt). Χαλάλι να με εγκαταλείψει κάποιος, αν είναι να γραφτεί ένα κομμάτι σαν το Abandonded, να μου πούνε βαριεστημένα ψέματα αν είναι να εμπνεύσουν αριστούργημα όπως το Laziest Lie. Χάρισμά του και οι δέκα ηθελημένα ή μη κοπιαρισμένες δέκα νοτίτσες από το The winner takes it all των Abba στο υπέροχο Prescription. Εδώ υπάρχει τόση λυπημένη ομορφιά χωρίς να μελαγχολείς καθόλου – πώς γίνεται; (με μια εξαίρεση: το In the end είναι όντως δυσβάσταχτα σπαρακτικό).

Αυστραλογενής την καταγωγή, Νεοϋορκέζος στις περιπλανήσεις, περαστικός από διάφορες μπάντες που ποιος νοιάζεται πώς λέγονταν και τι ονειρεύτηκαν, επιδέξιος χειριστής κιθάρας και ukulele (μια μορφή τετράχορδου κιθαροειδούς χαβανέζικης προέλευσης), μοιράστηκε ένα σχήμα με τον Spencer Cobrin, πρώην ντράμερ και συ-συνθέτη του Morrissey και με τον εαυτό του να περιορίζεται σε φωνή και στίχους σε δύο E.P. ως Elva Snow. Έγραψε μουσική για Γιαπωνέζικα animation (Lithium Flower και The Beauty is Within Us της σειράς Ghost in the Shell) συνεργαζόμενος και με την Yoko Kanno.

Κάντε παρέα αυτόν τον άγνωστο, όπως φαίνεται – δεν μέτρησα πάνω από 2-3 ριβιού συνολικά στον πιξελο-γαλαξία – songwriter singer (καλύτερο φαίνεται έτσι;) που έφτιαξε έναν από τους πιο εμπνευσμένους μπαλαντόδισκους της χρονιάς, χωρίς να φωνάζει καμία συγκεκριμένη επιρροή, παρά ολόκληρη την τραγουδο/ποιητική παράδοση. Μην τον μπερδέψετε όμως με τον Scott Matthews που υπερτερεί σε ένα τελικό s, είναι από το Wolverhampton και είναι του εργοστασίου Dylan / Buckley. Ούτε με τον Anthony of the Johnsons με τον οποίο αδικαιολόγητα και χαντακωτικά κάποιοι τον παρομοίασαν – καμία σχέση με την κλαψιάρα Παλόμα της συμφοράς, που θα έβγαζε ιδιαίτερα πετυχημένη μίμηση από τον Ζαχαράτο της Αγγλίας.

Όσο βγαίνουν τέτοιοι δίσκοι με απλά υλικά και ευφάνταστες συνθέσεις, τα κάρβουνα μένουν αναμμένα για όσους περιμένουν μια ροκ εντ ρολλ αναγέννηση. Εγώ μια χαρά είμαι κι έτσι.

Πρώτη δημοσίευση: ξέρετε πού: εδώ.