Posts Tagged ‘Rock

11
Φεβ.
09

Ten Kens – S/T (Fat Cat, 2008)

 

Ούτε δέκα, ούτε καν ένας Κεν, ούτε τυπική περίπτωση τετραμελούς σχήματος. Ο χαρακτηρισμός που ταιριάζει στο φρέσκο ντεμπούτο των Ten Kens είναι: απρόβλεπτο.

Φανταστείτε πως τα περισσότερα τραγούδια από εδώ θα μπορούσαν να προέρχονται από διαφορετικό συγκρότημα. Όπως ακριβώς το ακούτε. Τα μιλητά φωνητικά, οι σερφ κιθάρες και το συνολικό οργανικό ξέσπασμα του The Alternate Biker δεν έχουν καμία σχέση με το Refined, που ακούγεται σαν συνεργασία Radiohead και Muse. Το κοφτό post funk των Blurt (Y’all Come Back Now) ουδόλως εφάπτεται με την Americana Pop των Morning Jacket (δια φωνής, όπως πάντα, τύπου Neil Young) ή με το νεοϋρκέζικο no wave των Sonic Youth (The Prodigal Sum). Οι εναλλαγές θρηνισμάτων και ξεσπασμάτων του The Whore Of Revelation μου θύμισαν τις κορυφαίες στιγμές των Clan Zu και αυτού του τύπου σύγχρονου «ιρλανδικού» ροκ εντ ρολλ, η ελεύθερη ανάπτυξη του I Really Hope You Get To Retire την σχολή των Broken Social Scene.

Ακόμα και τα δυο κορυφώματα εδώ (Downcome Home, BearFight!) έρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις και μόλις αποφεύγουν την μετωπική σύγκρουση. Το πρώτο συνδυάζει την western ροκαρόλα των Giant Sand / Υο με την αλησμόνητη σπιντάδα των Husker Du για να αριστουργήσει ως επιταχυμένη μεταμοντέρνα κάντρι. το δεύτερο προτιμάει να βουτήξει την αλλοπαρμένη Arcade φωτιά σε χάρντκορ νερά.

Ο πυρήνας που σιγόβραζε στο Τορόντο ήταν οι Dan Workman (φωνή) and Dean Tzenos (κιθάρα). Το παράξενο είναι πως έγραφαν απομονωμένοι τα τραγούδια τους, πρώτα κλεισμένοι στα δωμάτιά τους και μετά σε μια δεύτερη απομόνωση ο ένας από τον άλλον για να τα δουλέψουν χωριστά, συνολικά επί ένα χρόνο και βάλε. Η γνωστή παλιά ιστορία: τα τραγούδια βλασταίνουν, απλώνονται, τελειοποιούνται, απογειώνονται και κινδυνεύουν με αυτοανάφλεξη αν μείνουν λίγο ακόμα σε κλειστοφοβικό περιβάλλον. Ευτυχώς τότε εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός για άλλη μια φορά η Ανώνυμος Εταιρεία Χοντρή Γάτα και κατά την προσφιλή της συνήθεια τους καπάρωσε χωρίς να έχει δει ούτε ένα live τους – μήπως είχαν παίξει και κανένα;

Η ομάδα δέθηκε με την απαραίτητη ρυθμική ραχοκοκαλιά (Lee Stringle – μπάσο , Ryan Roantree – ντραμς) και τον παραγωγό Colin Stewart, υπεύθυνο για τον ευάερο και εκλεπτυσμένα πλούσιο ήχο των Black Mountain, Destroyer και Pretty Girls Make Graves. Χώρος παιδιάς τα Breakglass Studios, Montreal (συνιδιοκτησία του Jace Lasek των Besnard Lakes).

Το αποτέλεσμα έχει κάτι από την πρωτόλεια ηχογράφηση σε υπόγειο με υγρούς τοίχους, πρωτογενείς εντάσεις και μια τρομερή υποβόσκουσα δύναμη. Από την άλλη πάλι διαθέτει και μια ευφυή υπολογιστικότητα που κρατά ένα αόρατο νήμα μεταξύ των τόσο διαφορετικών συνθέσεων και δεν τις αφήνει να διασκορπιστούν σε διαφορετικά σύμπαντα. Αυτό το βαθύ ροκ εντ ρολλ με τις απρόβλεπτες έως και παραπλανητικές εισαγωγές βρίσκεται στην άλλη άκρη από lo-fi δημιουργίες που συχνά μας ταλαιπωρούν. Αρμονία παραμορφώσεων ή αλλιώς, μια πλήρης οργάνωση του χάους, παρά τα οξύμωρα των φράσεων.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στη φωτογραφία: η 4άδα από μέσα κι απ’ έξω.

08
Νοέ.
08

Tom Waits – Real gone (Anti, 2004)

Oh the heart is heaven / But the mind is hell (Sins of My Father)

SOME OLD STORY

Όταν η βρετανική εισβολή σάρωνε την Αμερική, αυτός έκανε τον α λα Sinatra crooner σ’ ένα συφοριασμένο γκολφ κλαμπ στο San Diego. Όταν όλοι πηγαίνανε στο San Francisco φορώντας (σίγουρα) λουλούδια στα κεφάλια τους, αυτός ανακάλυπτε το be-bop και έφευγε σε αντίθετη κατεύθυνση με τους τελευταίους μπήτνικς. Όταν η δυτική ακτή στέναζε απ’ τις freaky πολυενορχηστρώσεις, εκείνος περιοριζόταν στο πιάνο και σ’ ό,τι μπορούσε να χτυπήσει με το χέρι του. Κι όταν το ροκ εντ ρολλ για άλλη μια φορά εξωτερικεύτηκε κι έγινε η εύκολη μουσική για το ράδιο, εκείνος το δυσκόλεψε όσο γινόταν βουτώντας στο αρρωστημένο μπλουζ του Captain Beefheart και στο παρακμιακό καμπαρέ στυλ.

THE REAL GONE STORY

Μουσικά ο δίσκος πλησιάζει το ‘Swordfishtrombones’, διατηρεί όμως και κάτι από τις θεατρικότατες κυκλοφορίες του πριν 2 χρόνια (αμφότερα τα ‘Blood Money’ και ‘Alice’ ήταν από τους δίσκους της χρονιάς) κι ο άτιμος εξακολουθεί να τραγουδάει το κάθε κομμάτι με διαφορετικό τρόπο. Μόνο που πολλά έχουν αλλάξει εδώ. Αρχικά το σχέδιό του ήταν να περιοριστεί σε 3λεπτα κομμάτια πρωτόγονης αίσθησης: Bread and water. Three legged tables. Nothing superfluous. But it’s not where the music took me … recording is like capturing birds or photographing ghosts, an uncertain enterprise. Κι έτσι παρά τις προθέσεις του έχουμε μερικά από τα μακρύτερα κομμάτια που έχει φουρνίσει ποτέ. Το περισσότερο υλικό γράφτηκε πρώτα α καπέλλα και κατόπιν κλήθηκαν οι λέξεις ν’ αποφασίσουν για το σχήμα των τραγουδιών. Άλλωστε ήδη από το πρώτο κομμάτι ακούμε τη δική του φωνητική χιπ χοπ εκδοχή που δεν είναι παρά μια προσωπική «vocal percussion». Αυτό ακριβώς το «human beat-boxing» όπως προτιμά να το λέει ο ίδιος αντικαθιστά μερικές φορές τα κρουστά. Τα φωνητικά του γενικά δίνουν την εντύπωση πως είναι λουπαρισμένα αλλά πέφτουμε έξω: ο ίδιος επιμένει πως δεν ήθελε να κάνει λούπες και προτίμησε αυτοσχέδιες φωνητικές ακροβασίες. Πιάνο και πλήκτρα τα ψάχνεις με το μικροσκόπιο, ίσως εξαιτίας του overdose της Alice που ήταν γεμάτη.

THE MORE YOU DRINK, THE DOUBLE YOU SEE ή ….THE MORE YOU DRINK THE WC

Οι bedroom recordings δεν του λένε πια τίποτα. Αυτή τη φορά καθόταν κι ηχογραφούσε για ώρες ήχους και φωνές στην τουαλέτα του σπιτιού του και αργότερα παρέα με τη σύζυγό του τις κολλούσαν στα κομμάτια. Σε πρώτη φάση είχε σκοπό να πάρει μερικά και να καταλήξει σ’ ένα δίσκο λιγότερο «προσεγμένο» όπως τα δυο θεατρικά του. Τελικά αποφάσισε να παίξει ζωντανά πάνω στα tapes κι όλο αυτό το διασκεδαστικό γι’ αυτόν cut and paste το χαρακτήρισε σαν «παλιά αμάξια με καινούργια καλύματα στα καθίσματα».

THE CREW STORY

Όπως μια συφοριασμένη πλανόδια ταβέρνα έχει κι ένα πλήρωμα, έτσι κι εδώ προσλαμβάνεται πάλι ο περιπετειώδης κιθαρίστας Mark Ribot που όπως και στο ‘Rain Dogs’ ξελασπώνει όταν ο Tom χωθεί στο βούρκο. Ο υιός Casey Waits χρεώνεται κι αυτός βάρη της οικογενειακής επιχείρησης αναλαμβάνοντας percussion και turntables. Δε θα ήθελα να ήμουν μπασίστας σε μπάντα του Τom Waits και να προσπαθώ να συγκρατώ τα ολισθήματα των άλλων, αλλά ο Les Claypool (Primus) εδώ δε μασάει και κρατάει τα μπόσικα. Συν από ένας ακόμα μπασίστας, κιθαρίστας και ντραμίστας.

Α LOVE STORY

Α, και η Kathreen Brennan στη συ-σύνθεση και την συμπαραγωγή. Κάποτε τον διάλεξε για το soundtrack του Κοππολικού ‘One From The Heart’ και μετά τον πήρε σπίτι της. Τους φαντάζομαι να ακούνε μαζί την τεράστια συλλογή της, να κολλάνε ολονυχτίς στον Beefheart, να μένουν από τότε μαζί. Για τα τελευταία 22 χρόνια είναι η μούσα του κι η διαφθορά του. Και η σωτηρία του επίσης, καθώς, όπως λένε μερικοί κακοί, τον έσωσε από το να γίνει ένας Christopher Cross. Εντάξει, όλοι μας περιμένουμε μια γυναίκα να μας σώσει. Οι δυο τους κάνουν καλά αυτό που ξέρουν: να σκαρώνουν τραγούδια που τα απογυμνώνουν μετά από οποιοδήποτε στόλισμα αφήνοντας τα με το ρυθμικό τους σκελετό και τη στοιχειώδη αρμονία.

HIS STORIES

Κάποτε είχε πει πως τα κομμάτια του είναι «σινεμά για τα αυτιά» και όντως οι στίχοι του είναι γεμάτοι στρατιές από περσόνες που θα στέκονταν ως ήρωες α΄, β΄, γ΄, ω΄ μπροστά σε κάμερα. Βέβαια για άλλα μια φορά μας βάζει ν’ ανοίγουμε λεξικά να ψάχνουμε τις λέξεις του. «She took all my money and my best friend/You know the story, here it comes again«, ξεκινάει η μπλουζιά του ‘Make it Rain’ κι εμείς καρφωνόμαστε. Θρήνοι και κακοφωνίες πιο πέρα, μερικές από τις δυνατότερές του μπαλάντες λίγο πιο κάτω, λίγο cubist funk (δικός του κι ο χαρακτηρισμός), 11 λεπτά στραμπουληγμένης dub reggae στο ‘Sins of My Father’. Το ‘Top Of The Hill’ θα το ακούει ο Captain σε κάποιο τροχόσπιτο σε καμιά μάντρα και θα χαμογελάει. Στο ‘Metropolitan Glide’ κακομεταχειρίζεται πιάνα και κρουστά κι ακούγεται σαν κολασμένος James Brown. Στο λατίνο ‘Hoist That Rag’ ο Ribot δε μπορεί να διαγράψει μονοκοντυλιά τις διαχύσεις τους με τους Prosthetic Cubans.

ΗISTORIES

Οι κινηματογραφικές διηγήσεις υποχωρούν λίγο, δίνοντας χώρο σε περισσότερο αφηρημένη έως και πειραματική χρήση της γλώσσας αλλά και σε πολιτικοκοινωνικές θεάσεις – θυμηθείτε το ‘God’s Away on Business’ του ‘Blood Money’. Στο ‘Day After Tomorrow’ ο στρατιώτης γράφει σε γράμμα πως αυτό που του λείπει είναι να φτυαρίζει το χιόνι και να μαζεύει τα φύλλα, πριν βυθιστεί στο τέλος στις υπαρξιακές του αμφιβολίες ….Trying to say is don’t they pray/to the same God that we do?/And tell me how does God/Choose, who’s prayers does he/Refuse? . . . Όταν αποτελειώνει με το I’m not fighting for justice, I am not fighting for freedom, I am fighting for my life and another day in the world είναι αδύνατο να μη το συνδέσεις με την σημερινή συνεχή εμπόλεμη κατάσταση. Μικροί βίοι ιδιαίτερων ή ασήμαντων ανθρώπων περνούν σαν σε παρέλαση: εδώ η Horse Face Ethel και τα Marvelous Pigs της in satin, εδώ και η μονόφθαλμη Myra (the queen of the galley who trained the Ostrich and the camels), παρακεί η Yodelling Elaine, ο Funeral Wells, ο Mighty Tiny. Το Green Grass τραγουδιέται από έναν νεκρό αλλά είναι από τα ερωτικότερά του: Lay your head where my heart used to be / Hold the earth above me / Lay down in the green grass / Remember when you loved me. Και μόνο αυτός μπορεί να ριμάρει την Ford με το sword και να παραδέχεται μέσα στον πανικό του «Everyone wants to know how it is going to end«.

AND HIS WORDS

«It’s an electric pill box, a homogeneous concoction of mood elevators, mind liberators and downers, an alchemical universe of rattling chains, oscillating rhythms and nine-pound hammers. So check it out….»

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στις φωτογραφίες: Waits a muse, waits a bus, waits booz, waits youth, waits goodbye…




Οκτώβριος 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.119.777 hits

Αρχείο