Robert Forster – The evangelist (Yep Roc, 2008)

 

Ο Grant Mc Lennan, ο ένας από τους δύο συνθέτες, τραγουδιστές και κιθαρίστες των των Go Betweens, κοντούλης και μόνιμα χαμογελαστός και σε αντιθετικό δίδυμο με τον μόνιμα συνοφρυωμένο πανύψηλο Robert Forster, πέθανε το 2006 στα 47 του από καρδιακή προσβολή στον ύπνο του, πριν από ένα πάρτι στην τουρνέ των επανασυνδεθέντων GB. Δυο χρόνια μετά ο Forster, επί 25ετία φίλος, συνεργάτης, παρτενέρ στα δύσκολα εδάφη της σκηνής και συν-γελαστής στα θανατηφόρα αστεία της μπάντας, μαζεύει τα κομμάτια του και τα κομμάτια του (κυριολεκτικά και μεταφορικά αντίστοιχα) και κυκλοφορεί το Evangelist. Τα τρία από τα δέκα τραγούδια εδώ τα έγραψε μαζί με τον Grant – είχαν μόλις αρχίσει να καταστρώνουν έναν νέο δίσκο.

12 χρόνια είχε να βγάλει προσωπικό δίσκο ο Forster και καταλαβαίνετε πως είναι πολύ διαφορετικός από τους προηγούμενούς του: δεν είναι απλά ένας δίσκος για τον Grant αλλά κι ένας δίσκος όπου ενυπάρχει ο Grant, είτε έχοντας συν-γράψει 3 τραγούδια, είτε ζώντας στους στίχους, ως στιχουργός ή στιχουργούμενος. Είναι το κτέρισμα του Forster για τον φίλο του, μια τελευταία φευγαλέα χειρονομία.

Το κλίμα απέχει πολύ από το να είναι καταθλιπτικό ή βαρύ, είναι όμως φορτισμένο. Γι’ αυτό και στο εναρκτήριο λάκτισμα κανείς εδώ δεν κάνει επιθετικό μπάσιμο, αντίθετα στήνονται σκηνικά γλυκόπικρης μπαλάντας με το If it rains, ένα κλασικό κομμάτι κλεισίματος ενός Go Betweens δίσκου. Έτσι πίστευα τουλάχιστον μέχρι να ακούσω το τελευταίο κομμάτι, From Ghost Town: βασισμένο σε πιάνο και έγχορδα, γραμμένο για τις κοινές συναστρίες με τον Grant, αυτό είναι το ιδανικό ξεπροβόδισμα του φίλου του: : «It’s strong: yes, yes, yes, what we made for a thousand years/It will not fade/No, no. no…»

Στην ψίχα του δίσκου υπάρχουν δύο εκπληκτικά πιασάρικα γρήγορα τραγούδια, βγαλμένα από τα Liberty Belle & The Black Diamond Express, το Tallulah ή το Friends of Rachel Worth: τα It Ain’t Easy και Let Your Light In Babe. Ειδικά στο τελευταίο ο Forster ακούγεται σαν Grant, φτιάχνοντας ένα κομψοτέχνημα με ελλειπτικούς στίχους σαν την αρχή και το τέλος ενός διηγήματος για μια γνωριμία ενός μοναχικού ανθρώπου με μια single mother σε μια εκκλησία. Ευτυχώς δεν υπάρχει εκείνη η έμμονη country και γενικώς αμερικάνικη μπαλλαντομανία που κυριαρχούσε στα προηγούμενα προσωπικά του, παρά ένας απόηχος από …προσωπικό δίσκο του Grant, το Don’t Touch Anything με χαρακτηριστικά κήμπορντς.

Αν προσθέσουμε και την παρουσία της ρυθμ σέξιον των Go-Betweens (Adele Pickvance στο μπάσο, Glen Thompson στα ντραμς) αλλά και του string arranger του Liberty Belle κυρίου Audrey Riley, τότε καταλαβαίνετε: το Evangelist, μουσικά, είναι περισσότερο ένας Go-Betweens δίσκος παρά ένας τυπικός προσωπικός του Forster. Όμως είναι ο ίδιος ο Forster, στην πιο ευάλωτη και προσωπική στιγμή του. Ακούστε τον στην αφάνταστα τρυφερή λύπη του Demon Days, συγκλονιστικής μπαλάντας που έγραψε ο McLennan τότε που αναρωτιόταν πώς διαχειρίζεται κανείς τις δαιμονικές μέρες, που η μέση ηλικία ξυπνάει και ψελλίζει «something’s not right, something’s gone wrong». Αλήθεια, πως φερόμαστε στις demon days μας Grant;

O Robert Forster ανέκαθεν χαμογελούσε σπάνια. Τον θυμάμαι βέβαια στην συναυλία των Go Betweens στο παλιό Ρόδο έναν Νοέμβριο του 1988, να διασταυρώνει χαμογελαστά βλέμματα έξαψης με τον Grant στο οργιαστικό τέλος μιας αξέχαστης εκτέλεσης του The house that Jack Kerouac built (μια στιγμή που είκοσι χρόνια μετά δεν μου έχει φύγει από το μυαλό). Φαντάζομαι τώρα πόσο σπάνια θα του βγαίνει το χαμόγελο. Όμως είμαι βέβαιος πως μετά το Evangelist θα νοιώθει ξαλαφρωμένος, γιατί όλα είναι πανάλαφρα εδώ, δεν υπάρχει καμία κατάθλιψη, κανένα βάρος. Λες και μόλις ξέβγαλε τον φίλο του λίγο έξω από την πόρτα, στον δρόμο.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/cds.asp?id=16014

Δίπλα, ο Grant. Πιο πάνω, ο φίλος του.

Parts & Labour – Receivers (Jagjaguwar, 2008)

Η περίπτωση της Jagjaguwar μου θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, το βάρος της ετικέτας των παλιών ανεξάρτητων εταιριών: αυτή και μόνο αρκούσε να εγγυηθεί για ένα αποτέλεσμα από αξιοπρεπές έως αξιαγάπητο. Ας πούμε λοιπόν πως με την JJ η αναλογία στις 10 κυκλοφορίες είναι 1 έξοχος δίσκος, 1-2 εξαιρετικοί, κι άλλοι τόσοι ενδιαφέροντες. Λίγο είναι; Βρήκαμε τον έξοχο.

Μέχρι σήμερα οι Parts & Labor ήταν ένα διασκεδαστικό, ιδιαίτερα φασαριόζικο punk pop τρίο από το Brooklyn, ΝΥ. Αυτό που άλλαξε σε αυτόν τον 5ο τους δίσκο (3ο στην JJ) ήταν η αποχώρηση του ντράμερ για να ακολουθήσει το όνειρό του να γίνει συγγραφέας (προφανώς δεν συνδυάζεται η πένα με την μπαγκέτα), η προσθήκη μιας νέας δυάδας (drummer Joe Wong και κιθαρίστρια Sarah Lipstate) στα ιδρυτικά μέλη Dan Friel (φωνή, ηλεκτρονικά) και BJ Warshaw (φωνή, μπάσο) και μια στροφή …αλήθεια, σε πόσες μοίρες υπολογίζεται μια μηχανική μετατροπή;

Εδώ βρίσκεται το βασίλειο του motorik! Γιατί τα νέα ντραμς των P&L παίζουν αυτό το μονότονο, ηχηρό κι επαναλαμβανόμενο 4/4 που κυρίως έπαιζαν τα kraut rock σχήματα – ο όρος που βγαίνει από το motor skill (άκου ενδεικτικά τους Neu!). Πάνω σε αυτό το στέρεο εδαφικό beat οργιάζουν πιασάρικα τραγούδια θορυβώδους ποπ με τείχος κιθάρων και αρμονικά φωνητικά. Η φωνή του Dan Friel (που κυκλοφόρησε και προσωπικό δίσκο φέτος, το Ghost Town) κολυμπάει με πλήρη σταθερότητα σε όλο αυτό το ωκεάνιο ορυμαγδό. Κι επιτέλους, τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν είναι πάντα shoegaze! Κάπως έτσι ήταν το ροκ εντ ρόλ που έπαιζε, όποτε αποφάσιζε, ο Brian Eno, που δοκίμασαν οι Wire στις δεύτερες δόξες τους και οι Hawkwind στις τρίτες λόξες τους. Ένα οργανωμένο χάσιμο, πολύ ποπ για να είναι ροκ, και πολύ noisy για να είναι ποπ. Μια από καιρό χαμένη αίσθηση οικονομίας κυριαρχεί και εδώ: αντί για 15 τραγούδια του δευτερολέπτου, καλύτερα μια γερή 8άδα επιμηκυμένων επών.

Σε ετούτη την ωριμότερη δυνατή στιγμή του σχήματος και πίσω από τα τόσο πιασάρικα tunes υπάρχει ένα αρτ ροκ που ενδιαφέρεται για την αμεσότητα μεν αλλά και την πολυπλοκότητα του ήχου του: η διπλόταστη κιθάρα ακούγεται τετραπλή, όσο για τα samples… το γκρουπ προσκάλεσε φίλους και φανς να στείλουν στην ιστοσελίδα τους κάθε ηχογραφημένο sample του γούστου τους, με ερωτήσεις-εναύσματα, τύπου: «Πώς ακούγονται οι γονείς σας; Τι φοβάστε περισσότερο και τι ήχο έχει αυτό;» Ακούγεται απίστευτο αλλά τα εκατοντάδες απεσταλμένα στοιχεία ενσωματώθηκαν μέσα στα τραγούδια και στις συνδέσεις τους, κολλώντας τα μεταξύ τους και κάνοντας τον δίσκο να κυλάει σαν καταρράκτης, μια κι έξω και κατά πάνω μας.

Οι στιχουργικές εμμονές των P&L δεν έχουν αλλάξει: τριγυρίζουν απειλητικά την εφιαλτική τεχνο-πρόοδο και τις συνακόλουθες μεταβιομηχανικές παράνοιες. Το Nowheres Nigh είναι το αδιαφιλονίκητο σινγκλ και μια υπόμνηση για το πόσο υπέροχα θα φώτιζαν οι πετρελαιοπηγές σε νυχτερινές εκρήξεις, ενώ οι γεωπολιτικές παρατηρήσεις του Satellites αλλά και ο υπόγειος ψυχεδελικός σκελετός του The Ceasing Now καλύπτονται από σχεδόν εθιστικές συνθέσεις, όπως εθιστικός είναι ολόκληρος ο δίσκος, από την αρχή ως το τέλος.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.