Χίλντα Παπαδημητρίου – Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς

Μ1ια ολόκληρη δισκογραφία ενόχων

Εμένα παππούδες μου είναι ο Βαμβακάρης και ο Τζων Λη Χούκερ. Θείοι μου ο Αδάμης Μελισσηνός και ο Έρικ Μπάρτον. Η μάνα μου με νανούριζε με σμυρναίικα και Χατζιδάκι και ο πατέρας μου άναβε κάθε βράδυ το ραδιόφωνο με τις λυχνίες για να ακούσει τα μπλουζ του Μισσισιπή…

… έλεγε ο Απόστολος Μελισσηνός, προικισμένος τραγουδιστής και αξίως κι επαρκώς αγαπημένος του κοινού του, αλλά τι κληρονομιά αφήνουν τα λόγια όταν η φωνή σιωπά και το σώμα εξαφανίζεται; Και τι μένει από το ίδιο του έργο, και τι απομένει στις μνήμες των άλλων όταν ο δημιουργός μεταβαίνει σε κόσμους άλλους; Η απάντηση δε μπορεί παρά να διαμερίζεται στα πρόσωπα που σχετίστηκαν μαζί του ή αγάπησαν τα τραγούδια του. Και στο μυθιστόρημα υπάρχουν αρκετοί κι από τις δυο μεριές. Αλλά υπάρχει και μια μαύρη τρύπα που οφείλει να κλείσει για να συνεχίζει η μουσική του το ταξίδι της: η αναγκαιότητα της δικαιοσύνης, η απονομή του φυσικού δικαίου της ίδιας της δημιουργίας της. Και πάλι εδώ πολλοί θα εμπλακούν, αλλά μόνο ο εντεταλμένος των θεσμών, αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, θα λάβει κλήση ανίχνευσης του πλέον απρόσμενου εγκλήματος. Κι ας βρίσκεται ο δύσμοιρος στην αρχή των πολυπόθητων διακοπών του και στο μέσ2ο ενός θέρους φλογοβόλου και δραματικά φλογοφόρου.

Προτού ο Μελισσηνός εξαφανιστεί στην ούτως ή άλλως τα πάντα απορροφούσα Κρήτη, έχει από καιρό διατρανώσει την οικογενειακή του καταγωγή από τον μυθικό λυράρη Αδάμη Μελισσηνό κι έχει μείνει αδιάψευστος με τα χρόνια· η εξαργύρωση της τιμητικής ρίζας έγινε πάνω στη σκηνή: ήταν ο πρώτος που αντικατέστησε την κιθάρα με κρητική λύρα ή με λαγούτο, δημιουργώντας το ρεύμα του μεσογειακού ροκ! Και καθώς το ρεύμα τώρα φύσηξε μακριά, μένει μια χαμένη λύρα, ένα τσαλακωμένο αυτοκίνητο στο φαράγγι του Ίμπρου, ένα καλοδιπλωμένο γυναικείο μαντίλι, το αποτύπωμα τροχού μηχανής στο πορτμπαγκάζ κι ένα κρητικό μαχαίρι στο στέρνο. Και τεθλιμμένοι φίλοι, πολλοί τεθλιμμένοι φίλοι.

Για τον Χάρη Νικολόπουλο και τις χαώδεις του διαφορές από τον μέσο όρο τόσο των αρχετυπικών λυτών μυστηρίου έχουμε ήδη γράψει κατά την πρώτη του γραπτή περιπέτεια, όταν αναζητούσε εκείνον που σκότωσε Για μια χούφτα βινύλια. Εδώ μπορούμε να απολαύσουμε την αυτόφωτη συστηματική του ακόμα περισσότερο. Αυτός ο μοναχικός εργάτης ενός δικαίου που εκλείπει από παντού, μοιάζει να ισορροπεί μόνο στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Όσο κι αν η ζωή του καταβρέχ5εται από τις φουρτούνες, στη δουλειά του αποδεικνύεται η απόλυτα ήρεμη δύναμη που αρχινά ανθρώπινα, προχωρά λογικά, επεκτείνεται διαισθητικά, βηματίζει μεθοδικά – κι ας σιγοβράζει εντός. Ανάμεσα στους ταραγμένους δορυφόρους χαρακτήρες που τρέχουν γύρω γύρω του για να τον ζαλίσουν, εκείνος παραμένει στην πορεία του, ακόμα κι όταν τα φώτα γύρω του σβήνουν κι ο δρόμος του χάνεται. Διόλου τυχαία – κι αυτό κι αν σπανίζει στα μαύρα αναγνώσματα – όταν στις σελίδες έρχεται η σειρά του, ο αναγνώστης ηρεμεί. Ενίοτε και τον χαζεύει, κάποτε δε συμπάσχει.

Υπάρχει μια σκηνή όπου ο Χάρης ερευνά στο γραφείο του Απόστολου και βρίσκεται μπροστά σ’ ένα εντυπωσιακό τζουκμπόξ Wurlitzer, σαν εκείνο που χάζευε μικρός στην επαρχιακή ταβέρνα ή έμαθε από τις παλιές ταινίες. Σταματάει κάθε άλλη έρευνα και αναζητάει ένα 45άρι με μαύρη ετικέτα. Η σκηνή δεν εξελίσσεται όπως θα περίμενε κανείς – αλλά μέσα στο απειροελάχιστο διάστημα ανάμεσα στο μηχανισμό του βραχίονα και τους πρώτους στίχους ο Χάρης είναι ένας άλλος Χάρης, ή, μάλλseeburgc_jukebox_11ον, ο πραγματικός Χάρης. Ο ίδιος Χάρης που αργότερα θα πληγωθεί όταν κάποια τυχάρπαστη δημοσιογραφίσκη θα γράψει πως ο αστυνόμος που αναζητά τους φόνους των μουσικών, δεν ακούει καν μουσική.

Αλλά τουλάχιστο θα έχει την τύχη να έχει δίπλα του ερίτιμη συνεργάτιδα, μοιραζόμενος μαζί της την βεβαιότητα ότι άλλο πράγμα ο κινηματογράφος και τα βιβλία, κι άλλο η ζωή, αλλά και τον δοτό Παρασκευά, ενίοτε καρτούν αλλά γερό γνώστη μερικών απαραίτητων ήχων, κι ίσως το κοινό τους ανηφόρισμα στο Εκράν για το Γεράκι της Μάλτας ακριβώς να μαρτυρά έναν παλιό κώδικα και μια νέα σεμνότητα. Ο νεαρός άλλωστε θα ανακαλύψει κι έναν δεύτερο νεκρό σε μια κινηματογραφικότατη σκηνή βαλκανικής κωμωδίας, διαμέσου γειτονικού ακάλυπτου, αλουμινένιας σκάλας και πλημμυρισμένου μπάνιου. Πιθανώς μια παλαιο-νεοελληνική εκδοχή του αξιώματος «ο καθένας έχει τον θάνατο που του αξίζει»;

3 - ΠουλικάκοςΌταν κάποιος είναι αθώος και τον καλούν για ανάκριση, αισθάνεται ενοχές ακόμα κι αν δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα. Όταν είναι ένοχος, προβάρει ιστορίες και δικαιολογίες και συνήθως μιλάει περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Αυτό το είχε διαβάσει κάποτε σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, την εποχή που πήγαινε στη σχολή. Και στην πράξη είχε διαπιστώσει ότι έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι…

… σκέφτεται ο Χάρης, αλλά πώς να βγάλεις άκρη με τόσους εμπλεκόμενους, ποιον να πάρεις και ποιον ν’ αφήσεις; Τον λάτρη του Πουλικάκου και πιστό του καθαρόαιμου ροκ ήχου, σαν του Εξαδάκτυλου, Φάνη, που δεσμεύεται με την αδελφή του Απόστολου Εριέττα; Τον μπασίστα Θοδωρή που επιμένει να ανεβάσει τον Νικολόπουλο μέρα μεσημέρι στα παντέρμα ορεινά χανιώτικα χωριά και να του μάθει τον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον Τουμάνι Ντιαμπατέ; Τον  ανεκδιήγητο «Ακατοίκητο» Πέτρο Πάκμαν που υποφέρει στις δικές του ανταγωνιστικότητες; Τον ιδιοκτήτη της ανεξάρτητης δισκογραφικής Βohemia Records που επιζητά με νύχια και με δόντια να κρατήσει τον Απόστολο μακριά από τις πολυεθνικές; Την άλλοτε ερώμενη και νυν μάνατζερ Νίνα; Τους έτερους αυλικούς και γελωτοποιούς του βασιλιά; Όλους όσους ήθελαν δουλειά στη μπάντα και στις ηχογραφήσεις του Απόστολου;

4 - Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος - Παντελής Δεληγιαννίδης]Ίσως κάποιες απαντήσεις πάνε πολύ πίσω: Στις παρέες και στα δοξασμένα τους συγκροτήματα· στις πρόβες στο πλυσταριό, στα βιβλία με τα ακόρντα των Simon & Gartfunkel, στους ψαγμένους στίχων του Νικ Ντρέικ και του Πήτερ Χάμιλ, στις συναυλίες σε καταλήψεις των ΚΑΤΕΕ, σε παλιές επαγγελματικές κάρτες στούντιο, στον φίλο στο αμαξίδιο που είχε μια οντισιόν στους Magic de Spell λίγο πριν το ατύχημα, στις πικρές κουβέντες την παραμονή της τελευταίας συναυλίας και ξανά στις παλιές παρέες που «κρύβουν μυστικά, έχθρες, μνησικακίες και ανταγωνισμούς». Αλλά πάνω απ’ όλα στην ίδια την εποχή:

Όταν απολύθηκε, τέλη του 1981, νοίκιασε ένα δώμα στην ταράτσα μιας μονοκατοικίας στο Κουκάκι. Βρήκε λίγα μαθήματα σ’ ένα ωδείο και δυο τρία ιδιαίτερα, σύντομα όμως κατάλαβε ότι δεν θα την έβγαζε καθαρή μ’ αυτά. Ο Απόστολος τα ζύγισε, τα συζήτησε με τον Αναστάση που δούλευε σε σκυλάδικο για να βγάλει το ψωμί του, και με βαριά καρδιά έπιασε δουλειά σ’ ένα μαγαζί στην Ιερά Οδό. Πίστευε ότι στη διάρκεια της μέρας θα έβρισκε χρόνο να δουλεύει τα τραγούδια του, αλλά η ρουτίνα του σκυλάδικου τον αποχαύνωσε και τον έριξε στο βαθύ πηγάδι της απελπισίας. Τρεις σεζόν άντεξε… 

3893629859_ebb3e073ed_zΊσως λοιπόν αυτή να ήταν η πρώτη μεγάλη αιμορραγία του ελληνικού ροκ, όταν διέφυγε από τις συμπληγάδες των συντηρητικών ή φασιστικών καθεστώτων και της φοβικής κοινωνίας των εικοσιπέντε μεταπολεμικών χρόνων: η επιβίωση στην άλλη άκρη των βαρέων λαϊκών. Οι αλλοτινοί ρόκερς επάνδρωναν τις ηχογραφήσεις των σκυλάδικων για να βγάζουν το ψωμί τους κι έφτιαχναν τον … ήχο των δισκογραφικών της Ομόνοιας. Οι τυχερότεροι κατέληξαν να δουλεύουν στις ταβέρνες του Καρέα, σε κομματικές συνεστιάσεις και στις γιορτές των πολιτιστικών συλλόγων της περιοχής. Κι αν κατορθώσεις και διασωθείς, η δισκογραφία πνέει τα λοίσθια και μόνο στις συναυλίες στηρίζεται πια, ο τελευταίος δίσκος βγαίνει πειρατικός και πάμφθηνος, οι πολυεθνικές σε αγοράζουν κοψοχρονιάς και «τα καλύτερα» θα βγουν προσφορά στις φυλλάδες. Τουλάχιστο μετά θάνατον σε περιμένει αυξημένη λατρεία, καμιά φιλανθρωπική συναυλία, προσφορές στις εφημερίδες, δίσκος με ανέκδοτα, κάποιος μουσικός που θα ισχυριστεί πως έχει τις τελευταίες σου ηχογραφήσεις.

DSC_4464Βλέπετε, ακριβώς σε αυτούς τους κόσμους, τους παράλληλους της μουσικής και τους επάλληλους της δημιουργίας, τα εγκλήματα δεν περιμένουν αιμοσταγείς φυσικούς αυτουργούς. Έχουν ήδη συμβεί από πολύ καιρό, δεν έπαψαν ποτέ να διαπράττονται, δεν αφαιρούν μόνο ζωές αλλά και συνειδήσεις. Αφήνουν σπουδαία ταλέντα σε χωματερές μουσικών, αφήνουν ανθρώπινα ράκη με διαψευσμένα όνειρα. Ένας ολόκληρος κόσμος πια μπορεί όχι μόνο να φτάσει στα άκρα για τα αγαθά που χάνει ή που νομίζει πως είχε. Εδώ τα άλλοθι δεν έχουν καμία σημασία και όλοι έχουν τους λόγους τους να σκοτώσουν. Και καθώς οι ράγες των ενόχων καταλήγουν στο τέρμα, μένει η αίσθηση πως δεν είχε σημασία ο οδηγός αλλά το όχημά του. Τουλάχιστο κάποιοι ψάχνουν το συναίσθημα της γαλήνης μετά την τρικυμία ή, έστω, ακόμα και μια προσωπική τραγωδία, ώστε να ζήσουν τη γαλήνη μετά.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ. 347.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Ακουστική λίστα εδώ. Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ. Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: Δημήτρης Πουλικάκος, Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος – Παντελής Δεληγιαννίδης]. Ο πρώτος τραγούδησε το ιδανικότερο στιχούργημα για το βιβλίο: Μην τους πιστεύεις ό,τι κι αν πουν, έχουνε όλοι κακούς σκοπούς. Οι δεύτεροι συνυπάρχουν μαζί Μπουρμπούλια, Πελόμα Μποκιού, Διόσκουρους κ.ά. σε μια 60άρα TDK σε κρίσιμο της πλοκής σημείο.

El Muniria Stanza 218 (Homesleep 2004)

Oι El Muniria είναι στην ουσία ένα πρόσωπο, ο Emidio Clementi, ιδρυτής και τραγουδιστής της cult Ιταλιάνικης μπάντας Massimo Volume, αλλά και συγγραφέας. Αποσπάσματα από τον έργο του L’ Ultimo Dio εντάσσονται στην χαλαρή, σινεματική – ηλεκτρονική μουσική του και διαβάζονται από τον ίδιο, θυμίζοντας το πρόσφατο εγχείρημα – συνεργασία του Alessandro Baricco με τους Air.

Σχεδιασμένο σαν ένα «στιγμιαίο» άλμπουμ που θα ηχογραφούνταν σε δυο βδομάδες στην ξακουστή Ταγγέρη στο Μαρόκο, τελικά κράτησε δυο χρόνια για να αποπερατωθεί. Ισορροπώντας ανάμεσα στο Hotel Massiria της πολυθρύλητης πόλης και στο Alpha Dept. Studio της Μπολόνια, και μοιράζοντας την ομάδα κάπου ανάμεσα σε Αφρική και Ιταλία, το Stanza 218 βγαίνει αλώβητο απ’ όλα αυτά: συμπαγές και ομοιογενές. Ο Clementi έβγαλε τελικά έναν δίσκο προσωπικό και ταξιδιάρικο μαζί.

Οι Vittoria Burattini και Maria Luisa Balzi προσφέρουν φωνές ή όργανα ενώ άλλοι δυο συντοπίτες συνοδεύουν σε κιθάρα και ηλεκτρονικά. Από συνθετική άποψη ο συγγραφέας ομολογεί επιρροές από John Carpenter, Angelo Badalamenti και Howard Shore στη σχεδίαση ενός νυχτερινού, κινηματογραφικού πίνακα, γεμάτου ομιλίες, εικόνες, πλάνα σε super 8. Οι απαγγελίες του εντάσσονται μέσα στα κομμάτι και δεν είναι ξέχωρες, όπως π.χ. συνέβαινε παλαιότερα με την φιλόδοξη σύζευξη της μουσικής του Steven Brown με την ποίηση του John Keats.

Όπως πάντα συμβαίνει σε ανάλογους δίσκους, η γλώσσα αποτελεί θέλγητρο και βρόγχο μαζί. Η δεδομένη μουσικότητα των ιταλικών λέξεων, ακόμα και η προσεγμένη ανάγνωση του μουσικοσυγγραφέα μπορούν πάντως να ελκύσουν και τους μη γνώστες. Σε κάθε περίπτωση οι μνήμες των Paul και Jane Bowles, του William Burroughs και όλων των Ταγγερινών Περιπλανώμενων που στοίχειωσαν την βορειοαφρικανική πόλη κυκλοφορούν εδώ μέσα, κι ας είναι ο ήχος καθαρά νοτιοευρωπαϊκός. Το βιβλιαράκι συνοδεύεται με όμορφες φωτογραφίες του Federico Labanti.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.