Hans Fallada – O πότης

ΗLayout 1 μέθη του εθισμένου, η μεταμόρφωση του ανεπιθύμητου

Αυτός που βλέπετε εδώ μπροστά σας είναι ο γνωστός συγγραφέας Χανς Φάλλαντα, ή μάλλον ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν, ύστερα από χρόνια εξάρτηση από το αλκοόλ και τη μορφίνη…έλεγε το 1946 στους φοιτητές του ένας καθηγητής της πανεπιστημιακής κλινικής του Βερολίνου παρουσιάζοντας τον συγγραφέα σε αναπηρικό καροτσάκι. Εκείνο το υπόλειμμα ανθρώπινης μορφής είχε μπροστά του μόνο ένα χρόνο ζωής, αλλά είχε προλάβει, έγκλειστος σε ναζιστικό ίδρυμα, να γράψει τον Πότη, το προτελευταίο συγκλονιστικό του μυθιστόρημα, τον Πότη που ήταν ο ίδιος.

Ο Χανς Φάλλαντα [ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν (1893-1947)] δεν ήταν απλώς ένας γνωστός λογοτέχνης στη Γερμανία όταν ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία αλλά βρισκόταν ήδη και στην λίστα των «ανεπιθύμητων» συγγραφέων. Εν τούτοις αρνήθηκε να εγκαταλείψει την χώρα του και τη γλώσσα του, με αποτέλεσμα να χειροτερεύει ολοένα και περισσότερο η θέση του στη νέα κοινωνία αλλά και να υφίσταται τις πιεστικές λογοτεχνικές «παραγγελίες» του Γκέμπελς Η αιώνια αδυναμία των φασισμών: η απεγνωσμένη ανάγκη για την συμμαχία των συγγραφέων και η ανταλλακτική της χρήση. Εδώ το αντίτιμο ήταν ταπεινότερο από μια απελευθέρωση: προμήθεια με το τότε σπάνιο χαρτί. Φυσικά το επιθυμητό από το καθεστώς βιβλίο δεν γράφτηκε ποτέ·  ήταν ο Πότης που γράφτηκε εξολοκλήρου στο άσυλο, κρυπτογραφημένα, με διαδοχικό γράψιμο ανάμεσα στις γραμμές, γυρίζοντας κάθε φορά και τη σελίδα ανάποδα. Μπορεί κανείς να φανταστεί την υπερπροσπάθεια των μεταγραφέων του χειρογράφου, για την μεταθανάτια έκδοση.

Ο μ2υθιστορηματικός Πότης είναι ο μεσοαστός έμπορος Έρβιν Ζόμερ. Πώς γλιστράει στο πρώτο σκαλοπάτι μιας ατέλειωτης κατηφορικής κλίμακας ο μέχρι τότε ευτυχής σύζυγος και επιχειρηματίας; Όπως συνήθως, δεν αρκεί παρά μία αφορμή ή έστω μια αιτία που μεγαλώνει ως αγκάθι στα σωθικά μιας ανοχύρωτης ύπαρξης: μια σύζυγος που επιδεικνύει την ανωτερότητά της υποβιβάζοντας τον ίδιο κι ένα οικονομικό πρόβλημα- κι η πόρτα της καθόδου έχει ήδη ανοίξει. Στο ποτό πνίγεται κάθε αίσθημα μειονεξίας· το αλκοόλ «σαν φτερό από μετάξι σβήνει κάθε έγνοια, λύπη και θυμό».

Σήκωσα το ποτήρι, δίστασα λίγο, το κατέβασα μονορούφι. Το κάψιμο έκοβε την ανάσα, στραβοκατάπια, όμως υποχρέωσα το υγρό να κατέβει στο λαρύγγι μου. Το ένιωσα να κυλάει καυτό, καυστικό, οξύ, και το στομάχι μου κατακλύστηκε από ένα ξαφνικό αίσθημα θέρμης, μιας απολαυστικής θέρμης. [σ. 27]

Σε 33μια τέτοια στιγμή αισθάνεται την επιθυμία της φυγής, να μη γυρίσει σπίτι του, να πάει στον αγύριστο, να χαθεί μέσα στο σκοτάδι, να μην ξέρει τίποτα και κανείς, ούτε καν τι να γράψουν στον επικήδειο. Η άδεια και σκοτεινή ταβέρνα ενός πανδοχείου, με τα θλιβερά πλαστικά τραπεζομάντιλα, τα θεόκλειστα παράθυρα και την αποπνικτική ατμόσφαιρα αποδεικνύεται ο ιδανικός τόπος και η νεαρή, ξεχτένιστη γυναίκα με τη βρώμικη ποδιά η καταλληλότερη συντροφιά.

Το ποτό αποκοιμίζει τις σκέψεις, μαλακώνει τους πόνους, μ’ αυτό κεντρίζω τον εαυτό μου να προχωρεί κάθε τόσο ένα μισάωρο πιο κάτω…Όμως η στάθμη του ποτού στο μπουκάλι κατεβαίνει, πρέπει να φυλάω τον θησαυρό μου και για μετά. Πίνω την τελευταία γουλιά (την πιο μεγάλη!) στο κατώφλι του σπιτιού μου, πριν αντικρίσω τη Μάγδα. [σ. 48 – 49]

Οι πρώτες σελίδες κυλούν με σπαρταριστές σκέψεις, σαν ευφυές κωμικογράφημα σαν κείμενο – γελοιογραφία, σαν μια «Ψυχολογία Γερμανού Συζύγου»· οι προσπάθειες να πιεί έστω και μια γουλιά οπουδήποτε σταθεί και βρεθεί οδηγούν σε σειρά ευτράπελων καταστάσεων, που διηγείται ο ίδιος απολαυστικά, με τρόπο που αδυνατείς να ξεχωρίσεις την ειλικρινή, εκ βαθέων εξομολόγηση από5 την αυτοσαρκαστική γελοιοποίηση. Την άγρια ευθυμία, ακολουθεί μια αβυσσαλέα απόγνωση κι εκείνη με τη σειρά της εναλλάσσεται με μια παραλυτική απάθεια.

Όμως σταδιακά ο εθισμένος μεθυσμένος βρίσκεται αντιμέτωπος με όλες τις εκφάνσεις μιας νομοταγούς και ευπρεπισμένης κοινωνικής μηχανής. Πρώτα αντιπαρατίθεται με την γυναίκα του, φτάνοντας στο σημείο να παλέψει μαζί της, αισθανόμενος «ένα γλυκό μίσος για το κάποτε λατρεμένο σώμα», σκεφτόμενος τη μία, πως θα την αγαπάει για πάντα και την άλλη ψιθυρίζοντάς της στο αυτί πως αύριο το βράδυ θα έρθει να την πνίξει. Ήθελα, ειδικά μπροστά στην πάντα νηφάλια, συνετή, ικανή, εργατική (όλα στον υπερθετικό!) γυναίκα μου, να μεθύσω τρελά, ήθελα ν’ απλώσω τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι, να πω τραγούδια πρόστυχα, αγοραία, να ξεστομίσω κουβέντες αισχρές – τι ηδονή να την τραβήξω κι αυτήν μαζί μου στον βούρκο, να της δείξω ποιον αγάπησε στ’ αλήθεια και πώς τον κατάντησε ο έρωτάς της αυτός… [σ. 69]

3Ύστερα καταδιώκεται από τον οικογενειακό γιατρό, ενώ παράλληλα απογυμνώνεται οικονομικά από τον ιδιοκτήτη του μπαρ. Κάποτε η επιθετική στάση προς την γυναίκα του μεταφράζεται σε απόπειρα δολοφονίας. Νόμιμα, πλέον, ο Πότης μετατρέπεται σε Παραβάτη, συνεπώς επίσημα υποβιβάζεται στη δεύτερη κατηγορία ανθρώπων και στην υποεπικράτεια των ασύλων. Είναι, άλλωστε, απολύτως άχρηστος για την πολιτική κοινωνία που επιθυμεί ο καθένας να βρίσκεται στη θέση του, φρόνιμος, απαθής και αποδοτικός. Παρά την αυτονόητη σιωπή όσον αφορά το πολιτικό πλαίσιο του μύθου, δεν μπορεί να αγνοηθεί η συγκεκριμένη ακριβώς μεταχείριση των «ιδιαίτερων» κατηγοριών από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα: ο τρόφιμος οφείλει να ζήσει έγκλειστος και να αναμορφωθεί, ακριβώς σ’ ένα περιβάλλον όχι μόνο δεν τον αναμορφώνει αλλά κυρίως τον μεταμορφώνει και τον παραμορφώνει.

6Ήμουνα παγιδευμένος σε μια τεράστια μηχανή και δεν είχε πια σημασία τι έκανα ή τι ένοιωθα· η μηχανή είχε πάρει για τα καλά μπροστά, και δούλευε ασταμάτητα – ερήμην μου. Είναι τα τελευταία λόγια του Ζόμμερ, στο τέλος του 36ου κεφαλαίου· από το επόμενο και μέχρι το τέλος, για άλλα τριάντα περίπου κεφάλαια, ο ήρωας βρίσκεται στον Άλλο Κόσμο του Ασύλου, του «θεραπευτηρίου» όπως κάποτε το αποκαλεί. Έτσι το βιβλίο χωρίζεται κυριολεκτικά σε δύο κόσμους, σαν δυο χωριστά μυθιστορήματα με τον ίδιο ήρωα, την ίδια γραφή και το ίδιο βάθος. Στις σπουδαίες λογοτεχνικές σελίδες που έχουν καταφέρει να περιγράψουν τον κόσμο των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των γκουλάγκ, των φυλακών και των φρενοκομείων, τώρα θέση παίρνει και ολόκληρο το δεύτερο μέρος του Πότη.

8Η ζωή του περιγράφεται με τον ίδιο τρόπο: απλά, σαν παραπονεμένη εξομολόγηση ενός απλού ανθρώπου, σαν απορημένο σχόλιο ενός έκπληκτου αθώου. Η προσωπογραφία των κρατουμένων, η εξουσία των ισχυρότερων, η ποταπότητα του ανθρώπινου ζώου συνθέτουν μια κοινωνία κωμικοτραγικής αγριότητας. Οι σύντροφοι σπάνιοι, οι χαρές ελάχιστης διάρκειας· δεν του μένει παρά να στραφεί στην χειρωνακτική εργασία του και να αισθανθεί σχεδόν ευτυχής στο μικροσκοπικό του δωματιάκι. Ο κύριος σκοπός της τρέχουσας ιδεολογίας επιτεύχθηκε. Με αφορμή την μοναδική «ελεύθερη» απογευματινή ώρα κάποτε μονολογεί:

Όμως για σένα, κρατούμενε, δεν είναι ίδιο το γαλάζιο του ουρανού, κι ο ήλιος που ζεσταίνει το δέρμα σου δεν λάμπει για σένα. Κι η απεραντοσύνη του τοπίου δεν είναι για σένα. Απλός επισκέπτης είσαι, του ουρανού, του καθαρού αέρα, του ήλιου – τα λεπτά σου είναι μετρημένα, κρατούμενε. Ο κόσμος σου εσένα είναι το μουντό, το ζοφερό σπίτι των νεκρών, εκεί όπου γέλιο απελευθερωτικό της ψυχής δεν αντηχεί ποτέ. Για τον ήλιο είσαι ένας ξένος, κρατούμενε. [σ. 246]

BΑν ο Πότης αποτελεί την απόλυτη μυθοπλασία της αλκοολικής εξάρτησης, την ίδια στιγμή το μπουκάλι μοιάζει να αδειάζει και να ξαναγεμίζει με κάτι εντελώς διαφορετικό, χωρίς ίχνος αλκοόλ: τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος απελπίζεται από την αίσθηση μειονεξίας, διολισθαίνει από την κανονικότητα, αναζητάει ψεύτικο καταφύγιο, αποδέχεται τον ετεροκαθορισμό, απαρνιέται τη ζωή, βυθίζεται ολοένα στην αρνητικότητα, κατεβαίνει, κατεβαίνει κάτω, πολύ κάτω, και μαθαίνει να ζει εκεί ακριβώς, ως το απόλυτο τίποτα. Αν ο κόσμος είναι ακατανόητος και μηδενισμένος, ας είναι και ο εαυτός αδιάφορος και χαμερπής. Τίποτα δεν έχει σημασία, οι ηθικές διακρίσεις είναι λόγια του αέρα και ο μόνος άξιος λόγος αυτής της αντιζωής είναι η ατομική ευχαρίστηση, που οδηγεί στην αναπόδραστη εξάρτηση, που με τη σειρά της προκαλεί ευχαρίστηση κ.ο.κ.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στο περιβάλλον του Ζόμμερ η δύναμη και η ανωτερότητα αποτελούν ακριβώς μέγιστο κριτήριο κοινωνικής αποδοχής, έτσι όταν αισθάνεται να τα χάνει (από την γυναίκα του, από την προσωπική του επαγγελματική αδυναμία ή αδιαφορία) όχι μόνο το οικοδόμημα της καθημερινότητάς του αλλά και ολόκληρο το έδαφος της ζωής του βουλιάζει – σ’ 4ένα παράλληλο σύμπαν η εξύμνηση της υπεροχής αποτελούσε και το βασικό κατασκεύασμα της χιτλερικής κοινωνίας, συνεπώς εκείνος που δεν πληρούσε τα δεδομένα αποτελούσε αποβλητέο σώμα. Ιδού ο τρομερός παραλληλισμός που δεν μπορεί να αγνοηθεί: όταν η κοινωνία ως σώμα επιλέγει τον ψευδαισθησιακό κόσμο, τότε η λογική αποβάλλεται σαν ξένο σώμα.

Ο Ζόμμερ βρίσκεται συνάμα στο δικαστήριο του Κάφκα και το μεθοκοπείο του Ντοστογιέφσκι, στις γκροτέσκες και κωμικές μαζί προσωπογραφίες των εξπρεσσιονιστών. Όμως πάρα την  έντονη εξπρεσσιονιστική αίσθηση του κειμένου η λιτή και ακριβέστατη γραφή του εντάσσει το έργο στην «Νέα αντικειμενικότητα» που δίνει έμφαση στη ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, όπως μας κατατοπίζει στο πλούσιο επίμετρο η μεταφράστρια. Η «πιστή» αυτή πραγματιστική περιγραφή καταβρέχεται από οξύ χιούμορ και φαρμακερό σαρκασμό και αυτοσαρκασμό.

Hans FalladaΠρώτα γνώρισα τη ζωή από τα βιβλία και μετά από την ίδια τη ζωή, έγραψε κάποτε ο συγγραφέας για την δραματική του εφηβεία, γεμάτη με ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα του, ασθένειες και καταθλιπτικά επεισόδια, μέχρι την ψυχική κατάρρευση ύστερα από ένα σοβαρό ποδηλατικό ατύχημα και μια διπλή απόπειρα αυτοκτονίας. Έκτοτε η ίδια η ζωή φρόντισε ώστε να την γνωρίσει ως τα άκρα της, εξαρτώμενος από το αλκοόλ και τη μορφίνη, ζώντας μια ολόκληρη επταετία σε ψυχιατρικά άσυλα. Είναι ενδεικτικό πως όταν το 1927 διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης, παρουσιάζεται αυτοβούλως στον εισαγγελέα και εμφανίζει διογκωμένο το ποσόν που υπεξαίρεσε, προκειμένου να μεγιστοποιήσει την ποινή της φυλάκισης, με σκοπό την πλήρη αποτοξίνωση από το οινόπνευμα.

Βγαίνοντας από το άσυλο έζησε με την δεύτερη σύζυγό του, με την οποία μοιράστηκε μέσα στα συντρίμμια του βομβαρδισμένου Βερολίνου τις αποδράσεις της μορφίνης και κατέληξε για άλλη μια φορά  σε κλινική αποτοξίνωσης – αλλά αυτή ήταν η τελευταία. Πέθανε σε νοσοκομείο το 1947. Είναι η δεύτερη έκδοση του συγγραφέα στη χώρα μας, μετά το Μόνος στο Βερολίνο [εκδ. Πόλις, 2012, Α΄ έκδ. 2008] με θέμα την πραγματική ιστορία ενός ζεύγους εργατών που καταδικάστηκαν για αντιστασιακή δράση κατά των ναζί.

Hans Fallada - Der TrinkerΆραγε ο ήρωάς του έχει καλύτερο τέλος; Η Μάγδα Ζόμερ, υπόδειγμα των ηθικών και προτεσταντικών αξιών που εκθρέφουν τους πολίτες τέτοιων κρατών, περιμένει να τον δεχτεί στην αγκαλιά της· εκείνος θα σπεύσει ή θα επιστρέψει σ’ εκείνο εξαρχής ονειρευόταν, ακόμα περισσότερο συνειδητοποιημένος ή καταστραγγισμένος από κάθε επιθυμία ζωής, να επιλέξει δηλαδή ο ίδιος τον θάνατό του και να μην μπορεί κανείς να τον σώσει;. Και, πρώτα, ως τελευταία προθανάτια απόλαυση πριν το χαμό, να χαρεί ένα γεμάτο ποτήρι;

Εκδ. Κίχλη, Δεκ. 2012, μτφ. Έμη Βαϊκούση, 400 σελ., με 19σέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας και 16σέλιδο παράρτημα σε γυαλιστερό φύλλο με αποσπάσματα από το αρχείο του, μυθιστορήματά, επιστολές κ.ά. καθώς και πλήθος φωτογραφιών [Hans Fallada – Der Trinker, 1950].

Βαρλάμ Σαλάμοφ – Ιστορίες από την Κολιμά

ΣημειώSALAMOV Kolymaσεις από το αληθινό σπίτι των πεθαμένων

Μάθαμε την υποταγή, ξεμάθαμε να εκπλησσόμαστε. Δεν είχαμε περηφάνια, φιλαυτία, εγωισμό, ενώ η ζήλεια και το πάθος μας φαίνονταν εξωγήινες έννοιες, κι επιπλέον ανόητες. Ήταν πολύ πιο σημαντικό να εκπαιδευτείς να κουμπώνεις το παντελόνι σου το χειμώνα, στην παγωνιά – ενήλικες άντρες έκλαιγαν που καμιά φορά δεν το κατάφερναν. Καταλαβαίναμε ότι ο θάνατος δεν ήταν διόλου χειρότερος από τη ζωή, και δεν φοβόμαστε ούτε τον έναν ούτε την άλλη. Μας καταλάμβανε μεγάλη αδιαφορία. Ξέραμε ότι εναπόκειτο στη θέληση μας το να σταματήσουμε αυτή τη ζωή, αύριο κιόλας, κι ενίοτε αποφασίζαμε να το κάνουμε, και κάθε φορά μας εμπόδιζαν διάφορα μικροπράγματα από τα οποία συνίσταται η ζωή. Πότε σήμερα θα μας επέτρεπαν να «ψωνίσουμε» από το μαγαζάκι – ένα κιλό ψωμιού ως επιβράβευση – κι ήταν χαζό να αυτοκτονήσεις μια τέτοια μέρα. Πότε ο επιστάτης του διπλανού παραπήγματος θα σου υποσχόταν ότι το βράδυ θα σου δώσει να καπνίσεις, θα σου ανταποδώσει ένα παλιό χρέος. [σ. 78]

tumblr_lxxan4YqDO1qeu6ilo1_500Αν υπάρχει Ιστορία της Υπο-Ανθρωπότητας, αυτή βρίσκεται παγώνει και ξεπαγώνει στις εκατόν σαράντα πέντε ιστορίες του Σαλάμοφ, στην σχεδόν εικοσαετή ζωή στα στρατόπεδα του ηθικού ψύχους, στα σαράντα χρόνια που πέρασαν μέχρι να φτάσει στα χέρια μας η έκδοση, στις χίλιες εννιακόσιες εξήντα οκτώ σελίδες της. Το μέγιστο αυτό corpus της μέγιστης ηθικοψυχικής περιπέτειας μέσα από την ανθρώπινη κτηνωδία – αν και ο όρος θα έπρεπε να είναι κάπως σαν ανθρωπωδία, καθώς ο λυσσασμένος δόλος των ανθρώπων εκείνου του καθεστώτος ξεπερνάει και το αγριότερο θηρίο  – περιλαμβάνει πέντε ενότητες με ιστορίες όλων των μεγεθών και μία ενότητα με δοκίμια.

Gulag Workuta / Foto -  -Πώς βρέθηκε ο Σαλάμοφ από τον ανθό της ρωσικής πρωτοπορίας και τις οργιαστικές αίθουσες με τους Λουνατσάρσκι, Μαγιακόφσκι, Ασέγιεφ, Παστερνάκ, Αχμάτοβα, Μαντελστάμ, Μπρικ και άλλους στο άλλο άκρο της απανθρωπίας; Πρώτη θητεία: 1929 – 1932. Λόγος σύλληψης: διακίνηση στο πανεπιστήμιο της Διαθήκης του Λένιν, της προθανάτιας επιστολής  με τις γνωστές αρνητικές παρατηρήσεις για τον Στάλιν. Ποινή: τριετής εξορία στο στρατόπεδο εργασίας της Βισερά. Κείμενα από το Βισερά – Αντιμυθιστόρημα συμπεριλαμβάνονται εδώ. Δεύτερη θητεία: 1937 – 1953. Αδίκημα: «αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση» και αργότερα δήλωση ότι ο Ρώσος εμιγκρές συγγραφέας Ιβάν Μπούνιν είναι ένας «κλασικός Ρώσος συγγραφέας». Τόπος εξορίας: Κολιμά.

Abladen grosser Steinbrocken am Weissmeer-Ostsee-Kanal, 1932Η Κολιμά στις εσχατιές της Βόρειας Άπω Ανατολής υπήρξε το απόλυτο σταλινικό γκουλάγκ, μια ολόκληρη χώρα καταδικασμένων και εκμηδενισμένων. Τα πολύτιμα μεταλλεύματα και ιδίως ο χρυσός της περιοχής έπρεπε να εξορυχθεί με κάθε τρόπο, σκέψη αδιανόητη μέχρι τότε. Μια ολόκληρη επικράτεια με τις δικές της δομές, ένα πολικό σωφρονιστικό κράτος φιλοξένησε εκατοντάδες χιλιάδες κρατουμένους, πολιτικούς και ποινικούς. Όπως είναι αναμενόμενο σε ανάλογα πολιτικά τιμωρήματα, οι ποινικοί κατάδικοι θεωρούνται ανώτεροι από τους πολιτικούς, τους εχθρούς του λαού. Και μια φορά εχθρός του λαού, πάντα εχθρός του λαού. Γι’ αυτό και αποτελούσε συνήθη πρακτική, προτού απελευθερωθούν να ακολουθεί και μια δεύτερη, ακόμα πιο παρανοϊκή κατηγορία, ώστε να συνεχίζουν να είναι «πολίτες» του απόλυτου μηδέν.

79Το δηλητήριο του υποκόσμου είναι απίστευτα τρομαχτικό. Αν δηλητηριαστείς με το φαρμάκι αυτό, θα λιώσει μέσα σου κάθε τι ανθρώπινο. αυτή τη ζέουσα ανάσα την έχουν όλοι όσοι αγγίζουν τον κόσμο αυτό. Τι αντιασφυξιογόνα χρειάζονται εδώ; [σ. 1173 – 1174]

Η γραφή του Σαλάμοφ είναι απλή και αστόλιστη, γυμνή και ρεαλιστική. Χωρίς υπερβολές, μελοδραματισμούς, διδάγματα. Κάποτε ειρωνεύεται και καυτηριάζει, για να επιστρέψει σύντομα στις ξερές του περιγραφές. Αντί για την φόρμα ενός μέγιστου επικού μυθιστορήματος επέλεξε την απαιτητική μορφή της σύντομης αφήγησης – ιδιαίτερο δείγμα νεοφορμαλιστικης τάσης κατά τους ιστορικούς της λογοτεχνίας. Η οικονομία των συναισθημάτων συμβαδίζει με την οικονομία του λόγου, όπως γράφει στην εισαγωγή της η μεταφράστρια. Πράγματι, όταν οι ιστορίες είναι αυτές οι ιστορίες, κάθε παραπάνω λέξη ή συναίσθημα είναι περιττά. Η πρόταση πρέπει να είναι σύντομη, σα χαστούκι…Από την ιστορία πρέπει να αφαιρεθεί κάθε καλολογικό στοιχείο έγραφε στην επιμελήτρια του έργου του Ιρίνια Πάβλοβνα Σιροτίνσκαγια.

Ακόμα και ορισμένοι3 τίτλοι του μοιάζουν να προορίζονται για παιδικές ιστορίες, αποκυήματα επιστημονικής φαντασίας, εργοστασιακά φυλλάδια, υπηρεσιακές αναφορές: Ατομική νόρμα, Εκτοξευτήρας, Πευκο-νάνος, Η συνωμοσία των νομικών, Καραντίνα τύφου, Οι λεπροί, Ο πράσινος εισαγγελέας, Η επίσκεψη του Μίστερ Ποπ, Η Ανάσταση της Λαρίκας, Τριγωνισμός Τάξης ΙΙΙ. Μια ενότητα τιτλοφορείται Ο βιρτουόζος του φτυαριού, η ευφημισμένη ιδιότητα πλέον του Σαλάμοφ, o τίτλοw που επάξια απέκτησε στα έπακρα εκείνης της αντιζωής. Δυο ιστορίες του, Τσέρυ – Μπράντι και Σεντέντσια,  αφιερώνονται στην Ναντιέζντα Μαντελστάμ, που με τη σειρά της χαρακτήρισε το έργο ως την καλύτερη πρόζα του εικοστού αιώνα.

Taiga_Gulag_Pritsche_Turuchansk_08020035Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας σχεδόν αγίους, σκεφτόμενοι ότι τόσα χρόνια στα στρατόπεδα εξαγοράσαμε όλες τις αμαρτίες μας. Μάθαμε να καταλαβαίνουμε τους ανθρώπους να προβλέπουμε τις ενέργειές τους, να τις μαντεύουμε. Καταλάβαμε – κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό – ότι η γνώση που έχουμε για τους ανθρώπους δεν μας προσφέρει κανένα όφελος στη ζωή. Ποιο το όφελος αν καταλαβαίνω, νιώθω, μαντεύω, προβλέπω τις πράξεις ενός άλλου ανθρώπου; Τη συμπεριφορά μου απέναντί του δεν θέλω να την αλλάξω, δεν πρόκειται να καταδώσω έναν κρατούμενο ό,τι κι αν έχει κάνει. Δεν θα διεκδικήσω τη θέση του ομαδάρχη, που σου προσφέρει τη δυνατότητα να παραμείνεις ζωντανός, γιατί στο στρατόπεδο το χειρότερο είναι η επιβολή της δικής σου (ή κάποιου άλλου) βούλησης πάνω σε άλλον άνθρωπο, ες έγκλειστο, σαν εμένα. Δεν θα επιδιώξω ωφέλιμες γνωριμίες, δεν θα λαδώσω. Και ποιο το όφελος που ξέρω ότι ο Ιβανόφ είναι κάθαρμα κι ο Πετρόφ σπιούνος, κι ο Ζασλάφσκι ψευδομάρτυρας;  [σ. 79]

Ο δωδεκάμηνgulag χάρτηςος χειμώνας σήμαινε το οριστικό τέλος κάθε συναισθήματος. Μπροστά στην εξοντωτική δουλειά, τον ελάχιστο ύπνο και την διαρκή πείνα (που στα ιατρικά κατάστιχα βαφτιζόταν «δυσθρεψία») οι αυτοτραυματισμοί αποτελούσαν τη μόνη ευκαιρία νοσηλείας και ξεκούρασης. Αλλά και η ελάχιστη ελεύθερη καθημερινότητα ήταν ποτισμένη από φόβο και βία. Οι ακατάπαυστες κλοπές έκαναν τον Σαλάμοφ φρόντιζε να μην έχει τίποτα πάνω του. Αυτός που γνώρισε τον κόσμο των ημι-ανθρώπων, όπως συχνά τους αποκαλεί στις ιστορίες, στα δοκίμιά του αφορίζει την ψευτορομαντική αντιμετώπιση του κόσμου του εγκλήματος από την λογοτεχνία. Οι καλλιτέχνες, γράφει, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν το αληθινό, αποκρουστικό πρόσωπο του υπόκοσμου· τον είδαν με συμπάθεια, γοητεία, ενίοτε και φιλοφρονητικά. Ο Ντοστογιέφσκι δεν είδε τους αληθινούς κακοποιούς. Οι κατάδικοι των Σημειώσεων από το σπίτι των πεθαμένων ήταν εγκληματίες κατά τύχη.

99Η συνέχεια μετά την απελευθέρωσή του δεδομένη: αδυναμία επανένταξης, κυκλοφορία των έργων του μόνο με σαμιζντάτ και χέρι με χέρι, κομματιαστά και με αυθαίρετους τίτλους, πίεση για αποκήρυξη των ιστοριών του, σύνταξη αναπηρίας,  -άλλη μια σοβιετική ειρωνεία -, σανατόριο αναπήρων, χωρίς ακοή και όραση, ψυχιατρείο, παραλήρημα, θάνατος. Ο τελευταίος φόβος του με σώας τας φρένας ήταν να μην ξεχάσει, να μην προδοθεί από τη μνήμη του. Κι όμως επιβίωσε ως τα 75 του ενώ όλοι οι εμπνευστές και εκτελεστές του απόλυτου μηδενός βρωμούν και ζέχνουν στα σκουπίδια της Ιστορίας.

Θα χρειαστεί άραγε σε κανέναν αυτή η θλιβερή αφήγηση; Μια αφήγηση που δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε; Που δεν είναι ο θρίαμβος της ζωής και της πίστης μέσα στη δυστυχία, όπως οι Σημειώσεις από το σπίτι των πεθαμένων, αλλά η έλλειψη ελπίδας και η κατάπτωση; Ποιον θα παραδειγματίσει, ποιον θα διαπαιδαγωγήσει, ποιον θα αποτρέψει από το κακό και σε ποιον θα διδάξει το καλό; Όχι, όχι, παρ’ όλα αυτά, θα είναι επιβεβαίωση του καλού, του καλού – αφού στη ηθική αξία βλέπω εγώ το μοναδικό αυθεντικό κριτήριο της τέχνης. [σ. 20]

Εκδ. Ίνδικτος, 2011, μτφ. από τα ρωσικά – πρόλογος: Ελένη Μπακοπούλου, σελ. 1966.