Anna Funder – Stasiland. Ιστορίες πίσω από το τείχος του Βερολίνου

Το τείχος μέσα στο κεφάλι

Μέρος Α΄

Το ότι μιλάς για την ιστορία σου σημαίνει ότι απελευθερώνεσαι απ’ αυτή; Ή μήπως ότι οδεύεις προς τα μέλλον σου αλυσοδεμένος; (σ. 110)

Αν ζούσαμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς κι έπρεπε να επιλέξουμε ανάμεσα στο να δώσουμε πληροφορίες για τους φίλους μας ή να αποχωριστούμε δια παντός σύζυγο και παιδιά τι θα επιλέγαμε; Πόσοι από εμάς θα έμεναν ηθικά ακέραιοι; Μετά την πτώση τέτοιων καθεστώτων οι φάκελοι των πολιτών θα πρέπει παραδίδονται στους ίδιους, να καίγονται ή να ανοίγονται έπειτα από πολλά χρόνια ή μετά τον θάνατό τους; Τα κτίρια των μαρτυρίων να γίνονται μνημεία του παρελθόντος, να κατεδαφίζονται απαλλάσσοντας τον τόπο από το βάρος τους ή να υφίστανται «ιδεολογική ανακαίνιση» με σοβάντισμα και μετονομασία; Πιο επικίνδυνη είναι η γνώση ή το να αγνοείς το παρελθόν και να ξαναρχίζεις από την αρχή, με διαφορετικές σημαίες, διαφορετικά φουλάρια και κράνη;

Ιδού μερικά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν όσους έζησαν υπό το καθεστώς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ακόμα και σήμερα, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η Φάντερ (γεν. 1966) δίνει τον λόγο και στις δυο πλευρές του καθεστώτος: τόσο στους ανθρώπους της Στάζι όσο και στα θύματά τους. Δεν περιορίζεται στις αυτονόητες επισκέψεις σε αρχεία, σημεία του τείχους ή στα πνιγμένα στο λινόλαιο και τις αποχρώσεις του καφέ δημόσια κτίρια που έχουν ακόμα «την οσμή των γέρων» κυβερνητών ή του καθαρού φόβου. Αναζητά η ίδια τους συνομιλητές της μέσω αγγελίας και συζητά ακόμα και με τους περίφημους ανεπίσημους συνεργάτες (ΙΜ – Inoffizielle Mitarbeiter), δηλαδή μυστικούς καταδότες συγγενών και φίλων. Οργανώνει το υλικό της υπό μορφή ταξιδιωτικού χρονικού με στοιχεία ρεπορτάζ, ενσωματώνοντας σύντομα ιστορικά της κατασκευής και πτώσης του τείχους και μικρές προσωπογραφίες των Χόνεκερ και Μίλκε (αρχηγού της Στάζι), και θίγει αποσιωπημένα ζητήματα, όπως η αποκλειστική σύνδεση του Ναζισμού με την Δυτική Γερμανία, που χαρακτηρίζεται ως ένας από τους ευφυέστερους αθωωτικούς ελιγμούς του εικοστού αιώνα.

Το «ανατολικογερμανικό σύστημα» δεν είχε απλώς τα γνωστά χαρακτηριστικά των δικτατοριών (γραφειοκρατία, τεράστιος όγκος εγγράφων, παθολογική εμμονή στις λεπτομέρειες). Ήταν πιθανώς το πιο τελειοποιημένο κράτος παρακολούθησης όλων των εποχών: ένας πράκτορας της Στάζι αντιστοιχούσε σε είκοσι τρεις ανθρώπους. Στην υπηρεσία τους επικουρούνταν από μικρόφωνα κρυμμένα σε διακοσμητικά λουλούδια, ποτιστήρια ή στις πόρτες των Τράμπαντ, από «δείγματα οσμής» του κάθε ανθρώπου (που σήμερα κανείς δεν γνωρίζει σε ποια χέρια βρίσκονται) και σπρέι με χειροκίνητες αντλίες που ψέκαζαν τα άτομα στο πλήθος ή στις ανακρίσεις – μήπως έτσι πέθαναν από ένα σπάνιο είδος καρκίνου οι αντιφρονούντες συγγραφείς Γύργκεν Φουκς και Ρούντολφ Μπάρο;

Σε μια κοινωνία όπου οι πάντες υποπτεύονταν τους πάντες και η δυσπιστία που απέρρεε απ’ αυτό αποτελούσε θεμέλιο της κοινωνικής ύπαρξης, οι πολίτες αισθάνονταν ότι το μέλλον τους εξαρτάται από τη συμφωνία τους με όσα λέει και κάνει το κράτος. Έπρεπε, συνεπώς, να μάθουν να ζουν σε μια σχέση «εσωτερικής εχθρότητας αλλά εξωτερικής συμμόρφωσης προς το κράτος». Εξασκήθηκαν στην αυτο–λογοκρισία και βίωσαν μια εσωτερική ψυχολογική εξορία. Αντιλαμβανόταν την κατάσταση αλλά προσπαθούσαν να μη δίνουν σημασία σ’ αυτή την πραγματικότητα για να μην τρελαθούν. Αν ήθελες να διατηρήσεις την πνευματική σου υγεία, έπρεπε να αποδέχεσαι και ταυτόχρονα να αγνοείς «τη λογική της ΛΔΓ». Αν παίρναμε τα πράγματα τόσο σοβαρά όσο νόμιζε ο κόσμος στη Δύση, θα αυτοκτονούσαμε όλοι!

Η γελοιότητα αποτελεί κοινό στοιχείο των ολοκληρωτικών συστημάτων. Συχνά εκπονούνταν διατριβές με θέμα «Περί των πιθανών αιτίων της ψυχολογικής παθολογίας της επιθυμίας παραβίασης των συνόρων», ενώ επινοήθηκε ο χορός Λίπσι, άχαρος, αλύγιστος και χωρίς αγγίγματα, προερχόμενος τάχα από τη νεολαία, ως ένα αντίδοτο στο ξενόφερτο ροκ. Όταν πράκτορες εντόπισαν σε βιβλιοθήκη αντίτυπο της απαγορευμένης Φάρμας των Ζώων, χαμογέλασαν χαρούμενοι καθώς είδαν στο εξώφυλλο γουρούνια που κρατούσαν μια κόκκινη σημαία!

Βασικό κορμό του Stasiland αποτελούν οι συνομιλίες της Φάντερ (δημοσιογράφου αλλά και δικηγόρου διεθνών υποθέσεων) με απλούς, «καθημερινούς» ανθρώπους των οποίων η ζωή καθορίστηκε ολοκληρωτικά από το γεγονός ότι θεωρήθηκαν εχθροί του κράτους, ακόμα και εξαιτίας ενός τυχαίου συμβάντος. Η Μίριαμ θεωρήθηκε εχθρός του κράτους από τα 16 της ενώ μέχρι σήμερα συναντά εμπόδια αναζητώντας την αλήθεια για την υποτιθέμενη αυτοκτονία του συζύγου της στη φυλακή. Θέλουν να πάψουν να σκέφτονται το παρελθόν. Θέλουν να προσποιηθούν πως αυτά δεν υπήρξαν. Η Γιούλα καλούνταν συχνά στα γραφεία της Στάζι για να ερμηνεύσει λέξεις που έγραφε στα γράμματά που αντάλλαζε με τον Ιταλό εραστή της, ενώ στο τέλος των παρακολουθούμενων υπεραστικών κλήσεων μεταξύ τους έλεγε «καληνύχτα σε όλους». Η φράου Πάουλ αρνήθηκε να προδώσει το πρόσωπο που της υπέδειξαν, χάνοντας το αντάλλαγμα να βρεθεί κοντά στο άρρωστο παιδί της στην άλλη πλευρά του τείχους. Άλλοι δεν άφησαν τον εαυτό τους να διαλυθεί, αντιμετωπίζοντας με χιούμορ τα παθήματά τους, όπως ο Κλάους Ρενφτ, αρχηγός του δημοφιλέστερου ροκ συγκροτήματος της χώρας, που αφανίστηκε ολοκληρωτικά από το προσκήνιο λόγω ανυπακοής. Ο Ρενφτ θεωρεί ως μικρή του νίκη την κρυφή μαγνητοφώνηση της υπαλλήλου που τους ανακοινώνει από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε και δηλώνει: Για τις λεπτομέρειες της ζωής μου μπορώ σήμερα να ανατρέξω στους φακέλους κι αυτό είναι ευτύχημα.

Στην απέναντι πλευρά, αρκετοί δέχονταν να γίνουν πληροφοριοδότες, «άλλοτε γιατί πίστευαν στην υπόθεση, άλλοτε γιατί ένοιωθαν πως θα γίνουν κάποιοι, πως κάποιος θα τους ακούει με προσοχή». Ο Χάγκεν Κοχ επιμένει πως διδάχτηκε από πολύ μικρός ότι η χώρα τους είναι θρησκεία, με το δικό της κλειστό σύστημα πίστης, δική της κόλαση, παράδεισο και άφεση αμαρτιών. Πολλοί παραμένουν αμετανόητοι, όπως ο Καρλ Έντουαρντ φον Σνίτσλερ που σε ειδική τηλεοπτική εκπομπή ασκούσε κριτική σε αποσπάσματα από την δυτική τηλεόραση ή απλώς διακατέχονται από την νοσταλγία της Ανατολής (Ostalgie). Είναι αξιοσημείωτο πως οι πρώην πράκτορες σταδιοδρομούν ως ασφαλιστές, τηλεπωλητές ή μεσίτες, ακριβώς δηλαδή σε επαγγέλματα που απαιτούν την τέχνη του να πείθεις κάποιον να κάνει κάτι παρά την επιθυμία του ή τα ενδιαφέροντά του. Πολλοί συναντιούνται μεταξύ τους ακόμα και με ημερήσια διάταξη ή συμμετέχουν στον μυστικό σύλλογο πρώην ανδρών της Στάζι (Insiderkomitee), όπου ασκούν πιέσεις για παραχωρήσεις δικαιωμάτων, γράφουν την δική τους άποψη για την Ιστορία και αλληλοϋποστηρίζονται σε δίκες, ενώ λέγεται πως παρενοχλούν όσους εργάζονται για να μαθευτούν τα πάντα για τις ενέργειές της.

Μπορεί πλέον να μην υπάρχουν παρά ελάχιστα απομεινάρια του τείχους, ένα άλλο τείχος όμως παραμένει σε πιο δύσβατη περιοχή. Η έκφραση Mauer im Kopf (τείχος στο κεφάλι) δεν υποδηλώνει μόνο την συνεχιζόμενη διάκριση των Γερμανών σε Ανατολικούς και Δυτικούς, αλλά και την διαιώνιση της ύπαρξης του στον μυαλό των μεν νοσταλγών ως ελπίδα, των δε θυμάτων ως εφιαλτικό ενδεχόμενο.

Σήμερα στο πρώην αρχηγείο της Στάζι πηγαίνουν άνθρωποι για να διαβάσουν τις βιογραφίες τους, ενώ σε άλλο τμήμα οι «συναρμολογήτριες» συγκολλούν μεταξύ τους όσα κατεστραμμένα αρχεία δεν πρόφτασαν να κάψουν ή να πολτοποιήσουν. Θα χρειαστούν 375 χρόνια με 40 εργαζόμενους για να αποκατασταθούν, αλλά η συμβολική σημασία είναι δεδομένη. Πώς είναι άραγε να περιμένεις να συναρμολογηθεί ένα κομμάτι της ζωής σου;

Μέρος Β΄

Τι απέγινε το δημοφιλέστερο ροκ συγκρότημα της Ανατολικής Γερμανίας (δηλ. της περίφημης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας) Klaus Renft Combo όταν το 1975 υπερέβη τα όρια; Ήταν πολύ διάσημοι για να συλληφθούν, συνεπώς κλήθηκαν από μια αξιωματούχο που απλά τους ανακοίνωσε: από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε. Στην ερώτηση του αρχηγού Κλάους αν είναι πλέον απαγορευμένοι, διευκρίνισε: Δεν είπαμε ότι είστε απαγορευμένοι. Είπαμε ότι δεν υπάρχετε. Οι δίσκοι τους εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα, ο Τύπος σταμάτησε να τους αναφέρει, το ραδιόφωνο να τους παίζει. Η δισκογραφική AMIGA ανατύπωσε ολόκληρο τον κατάλογό της χωρίς αυτούς. Κατασκεύασαν και τους αντικαταστάτες τους Carousel, καθαρούς αντιγραφείς των KRC χωρίς τα κακά λογάκια φυσικά. Όμως ο Κλάους είναι μια αληθινή ροκ εντ ρολλ ψυχή: έχοντας προβλέψει τις εξελίξεις, κόλλησε ένα κασετοφωνάκι στο λουρί της κιθάρας και κατέγραψε τα λόγια της «συντρόφισσας» κατσίκας έτσι για ηχητικό εφφέ – μπορείτε σήμερα να ακούσουμε στον δίσκο 40 Years Klaus Renft Combo (1997).

Λίγα χρόνια πριν, μια νεαρή κοπέλα καλείται κάθε τόσο στα γραφεία της Στάζι για να τους εξηγήσει ορισμένα σημεία των ερωτικών επιστολών που ανταλλάζει με τον Ιταλό φίλο της- φανταστείτε την τραγελαφική σκηνή, όπου ο αξιωματικός την ρωτάει για λέξεις που δεν μπορεί να βρει στο μικροσκοπικό του λεξικάκι – μήπως δεν είναι τρυφερότητες αλλά συνθηματικές κατά του κράτους; Όταν δεν τής φράζονται όλοι οι επαγγελματικοί δρόμοι, επειδή αρνήθηκε να γίνει πληροφοριοδότρια, κι εκείνη δηλώνει στο Γραφείο Εργασίας πως είναι άνεργη, η ένστολη υπεύθυνη ουρλιάζει «δεν είστε άνεργη, απλώς ψάχνετε δουλειά!», αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας της ΛΔΓ, στο απόλυτο κενό.

Όταν ζητήθηκε από τους διαδηλωτές που κατέλαβαν το κτίριο της Στάζι (4.12.89) να δείξουν στους φρουρούς τις ταυτότητές τους, σαν μια παράδοξη παρωδία ελέγχου που έχαναν εκείνη τη στιγμή, εκείνοι αιφνιδιασμένοι το έκαναν υπάκουα, προτού καταλάβουν το κτίριο!

Το συναρπαστικό αυτό βιβλίο- καταγραφή μαρτυριών είναι γεμάτο από παρόμοιες ανατριχιαστικές και πολύ σκληρές ιστορίες. Ανθρώπων που έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στην προδοσία φίλων και την ζωή της οικογένειάς τους, που συνειδητοποίησαν πως το κράτος δεν ήταν ο καλός πατέρας που είχαν στο μυαλό τους. Κι έτσι όπως ο ορισμός του «εχθρού» διευρυνόταν όλο και περισσότερο, καριέρες καταστρέφονταν προτού καν αρχίσουν, σχέσεις διαλύονταν, συνειδήσεις κατατρώγονταν.

Παρά την παθολογική της εμμονή στην λεπτομέρεια (ή μήπως εξαιτίας της;), η Στάζι απέτυχε τελείως να προβλέψει το τέλος του κομμουνισμού και της χώρας. Μεταξύ 1989 και 1990, από σταλινική κατασκοπευτική μονάδα τη μία μέρα, μουσείο την επόμενη. Αναλογίζομαι τον περιβόητο διοικητή της Στάζι Μίλκε, την στιγμή που αντιλαμβάνεται πως ο μηχανισμός που έχει δημιουργήσει είναι τόσο τέλειος, ώστε κάπου, κάποιος παρακολουθούσε στενά και τον ίδιο.

Όμως οι άνθρωποι – ερείπια που άφησε προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, ενώ οι πρώην καθεστωτικοί παραμένουν αμετανόητοι και πρέπει να νοιώθουν πολύ τυχεροί που οι Γερμανοί αντέδρασαν με σύνεση και ψυχραιμία. Σε άλλη χώρα, θα τους είχαν κατακρεουργήσει.
Εκδ. Οκτώ, 2008, μτφ.: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σελ. 334, με σημειώσεις για τις πηγές. (Anna Funder – Stasiland: Stories from Behind the Berlin Wall, 2003).
Πρώτη δημοσίευση: Α’ μέρος: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24, χειμώνας 2011. Β ‘ μέρος: εδώ.

Έλενα Χουζούρη – Πατρίδα από βαμβάκι

Ιστορίας Ιστόρημα

«Η Ιστορία δεν ενδιαφέρει τον μυθιστοριογράφο καθαυτήν, σαν αντικείμενο που μπορεί να το απεικονίσει, να το καταγγείλει, να το ερμηνεύσει· ο μυθιστοριογράφος δεν είναι υπηρέτης των ιστορικών· η Ιστορία τον μαγεύει επειδή είναι σαν προβολέας που περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και τη φωτίζει, φωτίζει τις απρόσμενες δυνατότητές της, που σε ήρεμους καιρούς, όταν η Ιστορία είναι ακίνητη, δεν αξιοποιούνται, παραμένουν αθέατες και άγνωστες». (Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, μτφ. Γιάννης Χάρης, εκδ. Εστία, σ. 85-86)

Κάπως έτσι φωταγωγείται εδώ ένα υποφωτισμένο, από μυθιστορηματική άποψη, ιστορικό πεδίο, εφόσον η ζωή των μετεμφυλιακών πολιτικών μεταναστών, πλούσια «ιστορημένη» και εκ των έσω «αφηγημένη», παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθησαύριστη όσον αφορά μια περισσότερο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη μυθοπλαστική ανασκαφή. Μόνο πρόσφατα η έκδοση των μυθιστορημάτων του Γιώργου Πρασσά «…και έτσι έκλεισε ο κύκλος» και του Αλέξη Πάρνη «Η Οδύσσεια των διδύμων» (εκδ. Νεφέλη και Καστανιώτη αντίστοιχα) αλλά και η έντονη παρουσία του πολιτικού πρόσφυγα στην «Μνήμη της πολαρόιντ» της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο) πιθανώς σηματοδοτούν την ωρίμανση του σχετικού ενδιαφέροντος.

Η συγγραφέας εδώ δοκιμάζει κάθε μέσο προς τον προαναφερθέντα στο παράθεμα χειρισμό: διαβάζει το δίγλωσσο σημειωματάριο του κεντρικού χαρακτήρα Στέργιου Χ., επιστρατεύει διηγήσεις τρίτων και φωνές «που έχουν εισβάλλει μέσα της», απευθύνεται στον αναγνώστη ή στους ήρωές της, μαντεύει τι θα διαβάζαμε αν κατέγραφαν τις σκέψεις τους, τους τοποθετεί σε κάδρακαι καρέ, τοπογραφεί το περιβάλλον με τις λεωφορειακές τους διαδρομές, εισχωρεί στα ενύπνιά τους, περιγράφει φωτογραφίες που διαθέτει ή φαντάζεται άλλες, ανατρέχει στον Τύπο της εποχής και πάντοτε υποθέτει χωρίς ποτέ να είναι σίγουρη. Οι χρόνοι του ξεφυλλίσματος των σημειώσεων, της συγγραφής του μυθιστορήματος (που με κάθε ευκαιρία τονίζει πως γράφει) και του ταξιδιού του Στέργιου ταυτίζονται σε παράλληλη σιδηροδρομική και μυθοπλαστική τροχιά.

Ο Στέργιος ταξιδεύει με την σύζυγο και τις κόρες του «πολιτικός πρόσφυγας από θέληση και πεποίθηση, δεύτερη φορά σε δεκαοχτώ χρόνια», αντιστρέφοντας την διαδρομή που έκανε το 1949, με αφετηρία τώρα την Τασκένδη και προορισμό τα Σκόπια, τον πλησιέστερο στην δικτατορική Ελλάδα τόπο. Η εποχούμενη α-τοπία του τρένου αποτελεί πρόσφορη σχεδία αναδρομής και ανατομής της ζωής του σε μια από τις δεκατέσσερις «Ελληνικές Πολιτείες» του Ουζμπεκιστάν, από την αμήχανη άφιξη στην Εδέμ των δικών τους Γραφών και τους πρώτους ενθουσιασμούς στις συνεχείς υπενθυμίσεις του χρέους και της άμιλλας και στην προοπτική διάρκειας που συγκρουόταν με τον πόθο της επιστροφής.

Πιστός στην ιδεολογία του μέχρι το τέλος, παρόλο που το Κόμμα καθόρισε δις την συναισθηματική – προσωπική του ζωή (στον γάμο του με την Σταυρούλα, συναγωνίστρια στα βουνά, και στον χωρισμό με την ρωσίδα Όλγα) αλλά και την ιατρική του ειδίκευση, θα κλυδωνιστεί από αμφιβολίες για τους εφαρμοστές της. Η αποσταλινοποίηση του εικοστού συνεδρίου, η άγνοια και η συνενοχή, η ντιρεκτίβα της απαγόρευσης των «βλαβερών» βιβλίων, οι κομματικές επαναξιολογήσεις της «Ανακαταγραφής», η καχυποψία στους κόλπους της κοινότητας, το ενδεχόμενο της διαγραφής και του κενού της μετέπειτα ζωής που συντρίβει τους συντρόφους που ζητούν την στήριξή του, όλα σηματοδοτούν την οριστική απώλεια της παλιάς χαρούμενης ατμόσφαιρας και των κοινών αυλών. Ενδεικτικές είναι οι αδύναμες στιγμές του κάτω από τα κολοσσιαία αγάλματα των Λένιν – Στάλιν που με την πέτρινη αδιαφορία τους τον αφήνουν αδιαφώτιστο. Θερινός εθελοντής στις απέραντες ουζμπέκικες βαμβακοφυτείες αναρωτιέται «αν όλοι έγιναν καινούργιοι άνθρωποι, αν ο ίδιος είναι πια ένας καινούργιος άνθρωπος», πάντα βασανιζόμενος από την ανεκπλήρωτη επιθυμία να γράψει σε απαγορευμένα αγαπημένα πρόσωπα και γενικότερα την συναισθηματική ενοχή για την οικογένεια πίσω στην πατρίδα (η ζωή της οποίας παρουσιάζεται συγχρονικά κι ενίοτε αντιστικτικά όπως π.χ. ο εξαιτίας του τερματισμός της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του αδελφού του).

Η Σταυρούλα αντιπροσωπεύει μια διαφορετική, εξαρχής δύσπιστη στάση καθώς, ακόμα κι όταν το άλγος του νόστου καταλαγιάσει, αρνείται να διαβεί την κύρια θύρα προς τη νέα χώρα: την εκμάθηση της γλώσσας. Η εκφραστική της αισθητοποιείται μόνο όταν τραγουδάει «με αγνώριστη, βαθιά από τα έγκατα φωνή». Ο μύθος κυκλώνεται και ανακυκλώνεται από επαναλήψεις και υπενθυμίσεις, ενώ στο περιθώριό του αναπνέει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα με τις ζωογόνες ανατάσεις της καθημερινότητας (όπως οι θεατρικές παραστάσεις της πολιτείας ή ο πρώτος περίπατος στην πόλη), το ζοφερό κλίμα της ημέρας του θανάτου του Στάλιν ή των «γεγονότων» της Τασκένδης αλλά και οι φευγαλέες εικόνες των ερήμων του Καζακστάν και των χρωμάτων της φθινοπωρινής Ανατολής ή οι αντηχήσεις της αρχαιότερης ιστορίας της περιοχής ως και των ποιημάτων της Αχμάτοβα.

Τελικά το βαμβάκι της Νέας Χώρας δεν αντικατέστησε την πέτρα της Παλαιάς κι εκείνοι που ταξίδεψαν ως εκεί καταγεγραμμένοι ως «κάρβουνο» στα αμπάρια του πλοίου, δεν συμμετείχαν μόνο «στην συμπαντική κίνηση προς τα εμπρός για ένα υπέροχο μεγαλόπρεπο αύριο» αλλά και, κατά μεγάλη ειρωνεία, αποτέλεσαν το ιδανικότερο πολιτικό καύσιμο. Ο Στέργιος παραμένει σταθερός στην εξαρχής επιλογή «της αβύσσου αντί της σωφροσύνης» και δεν μετανιώνει για τίποτα· συνειδητοποιεί όμως ότι αδυνατεί να εναντιωθεί στην Ιστορία. Τι μένει στις κατά Κούντερα «ήρεμες» εποχές; Ένα ερώτημα αν όλα έγιναν νομοτελειακά και αν κάθε άπιαστο όραμα «σκοντάφτει στην ίδια την άχαρη ανθρώπινη φύση». Τουλάχιστο τότε είναι, όπως καταλήγει η συγγραφέας, καιρός για μυθιστορήματα.

Εκδ. Κέδρος, 2009, σελ. 372.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 22 (καλοκαίρι 2010). Στις φωτογραφίες, κτίσματα από τις αλλοτινές γειτονιές των Ελλήνων της Τασκένδης.