Τσέζαρε Παβέζε – Έξορία – Έρωτας – Αυτοκτονία – Επιστολές – Κείμενα – Ποιήματα

Cesare Pavese 0_

«Όχι λόγια, μια χειρονομία»

Οι στίχοι του αντηχούν στα αυτιά μας, όταν γυρίζουμε στην πόλη ή όταν σκεφτόμαστε και δεν ξέρουμε πια ούτε αν είναι ωραίοι στίχοι, τόσο τους νιώθουμε δικούς μας, τόσο αντανακλούν για μας την εικόνα της νιότης μας, των ημερών, πολύ μακριών τώρα πια, που τους ακούσαμε από την ίδια τη φωνή του φίλου μας για πρώτη φορά: και ανακαλύπτουμε, με βαθύ θαυμασμό, πως και από τη γκρίζα, βαριά και αντιποιητική πόλη μας θα μπορούσε να γίνει ποίηση. [σ. 84]

Δημιούργησε, με τα χρόνια, ένα σύστημα σκέψεων και αρχών τόσο μπερδεμένο και αμείλικτο, που του απαγόρευσε να έχει μια πιο απλή αντίληψη της πραγματικότητας, και όσο απαγορευτική και αδύνατη έκανε εκείνη την απλή πραγματικότητα, τόσο πιο βαθιά γινόταν μέσα του η επιθυμία να τον κατακτήσει, μπλέκοντας και διακλαδίζοντάς την σαν μια βλάστηση μπλεγμένη και ασφυκτική. [σ. 87]

Cesare Pavese 1_

έγραφε η συγγραφέας Ναταλία Γκίνσμπουργκ για τον αγαπημένο της φίλο, αυτόχειρα ποιητή, πεζογράφο και πολιτικό αγωνιστή Τσέζαρε Παβέζε στο κείμενό της Πορτραίτο ενός φίλου. Έχουμε μπροστά μας μια εξαιρετική συλλογή κειμένων και ποιημάτων, μια ιδανική εισαγωγή στο ποιητικό έργο και σκέψη ενός σπάνιου λογοτέχνη.

Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει μια επιλογή από «τα γράμματα της εξορίας». Ο Τσέζαρε Παβέζε καταδικάστηκε το 1935 σε τρία χρόνια εξορία στο μικρό παραλιακό χωριό Μπρανκαλεόνε της Καλαβρίας στην νότια Ιταλία, ως επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Η ποινή του θα μειωθεί ύστερα από μια αίτηση χάριτος. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε από την αγαπημένη του αδελφή και τους φίλους του ήταν βιβλία: Βιργίλιος Οράτιος, Σαίξπηρ, Μίλτων, Ραμπελέ, Μπεν Τζόνσον, Κίπλινγκ – τους δυο τόμους του Βιβλίου της Ζούγκλας, την Ελληνική γραματική και τις Ασκήσεις Ελληνικών του Rocci. Από την εξορία έγραψε είκοσι συνολικά επιστολές, έντεκα προς την αδελφή του – τον μόνο άνθρωπο που εμπιστευόταν και αγαπούσε αληθινά -, επτά από τις οποίες δημοσιεύονται εδώ.  

Brancaleone

Στα γράμματά του εδώ κι εκεί διάσπαρτες ειρωνείες: το ταξίδι των δυο ημερών, με τις χειροπέδες και την βαλίτσα, ήταν μια επιχείρηση υψηλού τουρισμού· έχει κάνει πολλά ταξίδια με ωραίες μεταγωγές. Αλλού περιγράφει την καθημερινότητά του: από τις επτά το βράδυ και μετά, στο καταφύγιο – κουζίνα τριγυρίζουν οι κατσαρίδες. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα· το φλιτ τις μεγαλώνει. Με το πρώτο φως της αυγής εξαφανίζονται. Συνήθισε «στο άσθμα, στην μοναξιά, στην αβεβαιότητα». Ροκανίζει τις αναμνήσεις σαν κόκκινο μήλο και σκέφτεται ότι «θα μπορούσε να πάει και χειρότερα». Αλλά εκφράζει και τις φωτεινές του σκέψεις. Ο κόσμος σ’ αυτά τα μέρη έχει μια λεπτότητα και μια ευγένεια που εξηγούνται μόνο από ένα γεγονός: ότι εδώ κάποτε ο πολιτισμός ήταν Ελληνικός.

Σε μια επιστολή αναφέρεται στην σιωπή της Τίνας με την οποία συνδεόταν αισθηματικά από τα χρόνια του Πανεπιστημίου, αλλά η αδελφή του δεν του δίνει πληροφορίες. Έπρεπε να πάρει χάρη για να πάει στο Τορίνο και να μάθει ότι εκείνη παντρεύτηκε κάποιον άλλον. Στο άκουσμα της είδησης λιποθύμησε και το γεγονός τον χάραξε βαθιά για τα υπόλοιπα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής του.

Cesare Pavese 2 [marco_ventura]

Ακολουθούν τα ποιήματα που γράφτηκαν στη φυλακή και στην εξορία. Το Poggio Reale δεν αναφέρεται μόνο στην φυλακή της Νάπολης όπου σταμάτησε το ταξίδι του προς την εξορία αλλά αποτελεί μια σύνθεση των διαφορετικών φυλακών όπου τέθηκε υπό κράτηση μετά τη σύλληψή του για τις αντιφασιστικές δραστηριότητες και καθ’ οδόν προς τον περιορισμό του στη Καλαβρία. Στο τέλος του κεφαλαίου μας περιμένει ένα εννιασέλιδο με μικρές μαυρόασπρες φωτογραφίες του ίδιου, των προσώπων της ζωής του, και σημαδιακών τόπων, όπως το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου αυτοκτόνησε αλλά και όπως είναι σήμερα, το χωριό και η παραλία του Μπρανκαλεόνε την εποχή της εξορίας του, το σπίτι που έμεινε εξόριστος

Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται σε επιστολές και ποιήματα πριν την αυτοκτονία. Πολλά γράμματα αφιερώνονται στην Κόνστανς Ντόουλινγκ, ηθοποιό σε μερικές κινηματογραφικές αμερικανικές αλλά και ιταλικές ταινίες, με την οποία έζησε μια σύντομη ευτυχισμένη ερωτική ιστορία, πάντοτε όμως παγιδευμένη από την σεξουαλική του απογοήτευση και την έμμονη ιδέα των προηγούμενων ερωτικών αποτυχιών. Στην αδελφή της Ντόρις έγραφε, μεταξύ άλλων: Πάει πολύς καιρός που κατάλαβα ότι η μοίρα μου είναι ν’ αγκαλιάζω τις σκιές. Την αγαπημένη του Κόνστανς την προσφωνούσε «ανοιξιάτικο πρόσωπο».

Cesare Pavese e Constance Dowling

Θα προλάβεις να πάρεις «Το φεγγάρι και οι φωτιές». Ίσως να σε περιμένει ήδη στο North Vista Avenue πριν φτάσεις. Θυμήσου ότι έγραψα αυτό το βιβλίο – εξ’ ολοκλήρου – πριν σε γνωρίσω, και όμως κατά κάποιο τρόπο ένιωθα σ’ αυτό το βιβλίο ότι επρόκειτο να’ρθεις. Δεν είναι εκπληκτικό; / Ανοιξιάτικο πρόσωπο, εγώ αγαπούσα τα πάντα πάνω σου, όχι μόνο την ομορφιά σου, πράγμα που είναι αρκετά εύκολο, αλλά και την ασχήμια σου, τις άσχημες στιγμές σου, το σκοτεινό σου πρόσωπο. [σ. 45]

Το βιβλίο περιλαμβάνει και τρία πολύτιμα κείμενα τρίτων. Το πρώτο, που προέρχεται από το βιβλίο του Πάολο Σπριάνο Τα πάθη μιας δεκαετίας, 1946 – 1956 και τιτλοφορείται Η αυτοκτονία του Τσέζαρε Παβέζε, εστιάζει στους πολιτικούς φόβους του συγγραφέα και θυμάται κοινές τους στιγμές, όπως όταν έτρωγαν σε μια ταβέρνα συντρόφου. Ο Παβέζε καθόταν πάντα στην πρώτη της αίθουσα, εκεί όπου έμπαιναν οικοδόμοι και εργάτες της τηλεφωνικής εταιρείας. Καθόταν μόνος με μισό λίτρο κόκκινο κρασί, όπως και οι ήρωες των βιβλίων του.

Cesare Pavese 4

Δεν θα χρειαστεί ν’ αφήσω το κρεβάτι. / Μόνο η αυγή θα μπει στο άδειο δωμάτιο. / Θ’ αρκεί μόνο το παράθυρο για να ντύσει κάθε πράγμα / με μια ήσυχη αναλαμπή, σχεδόν ένα φως/ / Θ’ αποθέσει μια αδύνατη σκιά πάνω στο ανάσκελα ξαπλωμένο πρόσωπο. / Οι αναμνήσεις θα είναι θρόμβοι σκιάς κρυμμένοι σαν την παλιά θράκα / στο τζάκι. Η ανάμνηση θα είναι φλόγα / που χτες ακόμα σιγόκαιε μέσα στα σβηστά μάτια.

Σε αυτό το παλιό του ποίημα ο Παβέζε είχε ήδη φανταστεί τον θάνατό του, χρόνια πριν. Στα τέλη Αυγούστου του 1950 κλείστηκε στο ξενοδοχείο του Τορίνο «Η Ρώμη» και κατάπιε είκοσι υπνωτικά χάπια. Όχι λόγια, μια χειρονομία. Το ίδιο βράδυ αναζητούσε συντροφιά για να αλλάξει δυο κουβέντες και να καθυστερήσει την «χειρονομία». Γνώριζε ότι η σύνταξη των εφημερίδων ήταν η μόνη του ευκαιρία. Πήγε στην Unita, και αναζήτησε τον Σπριάνο, αλλά η επίσκεψη είχε την συνηθισμένη μορφή ενός χαιρετισμού.

Cesare Pavese 7

Ένας κομμουνιστής δεν αυτοκτονεί, έλεγαν όλοι, και αναρωτιούνταν μήπως υπήρχε κάποια πολιτικο – ιδεολογική κρίση στην ουσία της πράξης του. Έφυγε το καλοκαίρι του 1950 ομολογώντας ουσιαστικά ότι η πολιτική δέσμευση δεν αρκούσε για να καλύψει την «γύμνια» του μιας ζωής που δεν μπορούσε πλέον να υποφέρει. Αυτή την απάρνηση ύμνησαν οι φίλοι του και κατά πρώτο λόγο ο Καλβίνο, γράφοντας για το «καθαρτικό» του θανάτου του.

Το δεύτερο κείμενο τρίτου προσώπου είναι η εισαγωγή του Μικέλε Τόντο, για τη συλλογή «Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου» και το τρίτο το προαναφερθέν, της Ναταλία Γκίνσμπουργκ. Η ουσιαστική φύση της πόλης είναι μελαγχολία, γράφει η Γκίνσμπουργκ· η πόλη μάς μοιάζει, τώρα το καταλαβαίνουμε, με τον φίλο που χάσαμε και που την αγαπούσε.

Cesare Pavese 6_

Οι μέρες του ήταν, σαν αυτές των εφήβων, μεγάλες και γεμάτες από χρόνο: ήξερε να βρίσκει χρόνο για να μελετάει και να γράφει, για να ξοδεύει τη ζωή και να τεμπελιάζει στους δρόμους που αγαπούσε: και μεις ματαιοπονούσαμε παλεύοντας ανάμεσα στην νωθρότητα και στη δράση, χάναμε τις ώρες μας στην αβεβαιότητα να αποφασίσουμε εάν είμαστε τεμπέληδες ή εργατικοί. [σ. 84]

Ήταν, πότε – πότε θλιμμένος: αλλά εμείς σκεφτόμαστε, για αρκετό καιρό, ότι θα είχε αρρωστήσει από εκείνη την θλίψη, όταν θα είχε αποφασίσει να γίνει ενήλικας, γιατί μας φαινόταν η θλίψη του σαν ενός αγοριού – η ηδονική και ονειροπαρμένη μελαγχολία του αγοριού που δεν έχει πατήσει στη γη… Στο τέλος, ξαφνικά έπαιρνε το παλτό του και έφευγε. Ταπεινωμένοι, εμείς αναρωτιόμασταν εάν τον είχε απογοητεύσει η συντροφιά μας, εάν έψαχνε κοντά μας να ευχαριστηθεί και δεν το κατάφερνε· ή εάν αντίθετα ήθελε να περάσει μια σιωπηλή βραδιά κάτω από το φως μιας λάμπας που δεν ήταν η δική του. [σ. 85]

Τα τελευταία χρόνια είχε ένα πρόσωπο αυλακωμένο και σκαμμένο, ρημαγμένο από σκληρές σκέψεις· όμως διατήρησε μέχρι τέλους στη μορφή του την ευγένεια του εφήβου. Διάλεξε το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου κοντά στο σταθμό: θέλοντας να πεθάνει, στην πόλη που του ανήκε, σαν ένας ξένος.

Cesare Pavese 8_

Το βιβλίο κλείνει με τις τελευταίες ημερολογιακές του σημειώσεις (Η τέχνη του ζην). Στις 25 Μαρτίου της τελευταίας του χρονιάς έγραφε: Δεν αυτοκτονεί κανείς για τον έρωτα μιας γυναίκας. Αυτοκτονεί γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, μας αποκαλύπτει τη γύμνια μας, την αθλιότητά μας, την αδυναμία μας, το τίποτα. Σε άλλη εγγραφή, στις 27 Μαΐου ήταν βέβαιος: Τώρα με τον τρόπο μου μπήκα σε μια δίνη: βλέπω την αδυναμία μου, την νιώθω ως τα κόκαλά μου και είμαι παγιδευμένος στις πολιτικές μου υποχρεώσεις που με εξοντώνουν. Η απάντηση είναι μόνο μία: αυτοκτονία.

Εκδ. διαπολιτισμός, 2011, μτφ. – σχόλια: Γιάννης Η. Παππάς, σ. 121. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφία και βιβλιογραφία του Παβέζε με βιβλία που εκδόθηκαν εν ζωή, με βιβλία που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του και μεταφράσεις έργων του στα ελληνικά.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 199, με τίτλο Vita spericolata, εμπνευσμένο από τον παλιό μας γνώριμο.

Περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 12-13 (Οκτώβριος 2015)

Φρέαρ 12_13_

Γιατί οι άνθρωποι μισούν; Διότι μέσω του μίσους, μέσω δηλαδή της άρνησης του άλλου και της επιθυμίας καταστροφής του, συγκροτούν την ταυτότητά τους, βεβαιώνουν την ύπαρξή τους. Όπως γράφει ο Γκύντερ Άντερς (Guenther Anders), ένας από τους λίγους στοχαστές του εικοστού αιώνα που έγραψε το μισός, «“Μισώ, άρα υπάρχω”, ακριβέστερα “άρα είμαι εγώ”, και τελικά “άρα είμαι κάποιος”». Το μίσος του άλλου είναι ο εύκολος δρόμος της αυτοεπιβεβαίωσης. Αν πιστέψουμε μάλιστα την ψυχανάλυση, η γένεση του μίσους ανάγεται στην αρχικότατη φάση ανάπτυξη  του εγώ, στον αγώνα κατά του εξωτερικού κόσμου, που τον αισθάνεται ως πηγή δυσαρέσκειας ως απειλή. Η αγάπη είναι κατόρθωμα, το μίσος είναι φυσικό…

γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης σε ένα πυκνότατο κείμενο για την πραγματικότητα του μίσους και την ρητορική του. Ο συγγραφέας θυμάται τον στίχο του Ηλία Λάγιου για οργή που είναι πλήρες μεροκάματο και διαπιστώνει ότι η ψυχική δυνατότητα του μίσους που ενυπάρχει στον καθένα μας καλλιεργείται και εξάπτεται, ατομικά και κυρίως συλλογικά, με τον λόγο. Σήμερα στην δημόσια συζήτηση, όταν κάνουμε λόγο για την ρητορική του μίσους εννοούμε περιοριστικά τον ρατσιστικό λόγο, ξεχνώντας ότι πολλές ιδεολογικές συγκρούσεις και πολλοί ευγενείς πνευματικοί αγώνες στην ιστορία της ανθρωπότητας δόθηκαν με έναν λόγο μίσους όχι κατά ιδεών και απόψεων αλλά κατά ανθρώπων. Ο Ζουμπουλάκης εστιάζει στο αιώνιο πρότυπο ρητορικής του μίσους, στον αντισημιτικό λόγο.

Aleksander_Wat_

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο φυλετικός και ο εθνικοσοσιαλιστικός αντισημιτισμός δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν δεν είχε προϋπάρξει αδιάκοπα από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα και εξής, ο θρησκευτικός, δηλαδή χριστιανικός, αντιϊουδαϊσμός, πανταχού παρών σε κάθε είδους γραπτό κείμενο της Εκκλησίας και βεβαίως στον προφορικό της λόγο. Εδώ γίνεται και μια ενδιαφέρουσα σύγκριση με την Καθολική Εκκλησία, που έστω και καθυστερημένα καταδίκασε έμπρακτα την σχετική ρητορική, σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Άραγε ποιον θα εμπνεύσουν οι ιστορίες αυτές, ποιο αγόρι ή κορίτσι θα παρακινηθεί να γράψει τις δικές του, όταν εγώ δεν θα είμαι παρά ένα σύννεφο, ένας στρόβιλος στην έρημο της Γιούτα, το θρόισμα των φύλλων στο φθινοπωρινό Ουάινσμπεργκ, αναρωτήθηκε ο Ρέι και βυθίστηκε στην απεραντοσύνη εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου του 2012, την ώρα που ο ουρανός σκοτείνιαζε πάνω από το Λος Άντζελες και οι πρώτες σταγόνες της βροχής μούσκευαν το γρασίδι στον περίβολο του νοσοκομείου.

 Ray Bradbury_

…γράφει στο τελευταίο του από μια σειρά επτά έξοχα μπονζάι [μικροκείμενο] για τον Άρη ο Γιώργος Μητάς, αφιερωμένο φυσικά στον Ρέι Μπράντμπερι, που έγραψε τόσα επιστημονικά φαντασιακά χρονικά, και κυρίως βέβαια τα Χρονικά του Άρη. Μια άλλη ποιητική ωραιότατη επιστολή απευθύνει ο Λουίς Αντόνιο ντε Βιγένα στον Χοσέ Λεσάμα Λίμα, τον σπάνιο Κουβανό συγγραφέα του Paradiso. Μη σας παραξενέψει, Λεσάμα, αν μάθετε ότι είστε ένας σπουδαίος κλασικός για την ευρεία μειοψηφία. Θα ήταν εύκολο να ήσασταν ένας δημοφιλής συγγραφέας, όμως αυτός ο κόσμος τότε θα ήταν ένας κόσμος διαφορετικός. Ξέρω πόσο σας θαύμαζε ο Γκαστόν Μπακέρο, που ήξερε πως ήσασταν μια ιδιοφυΐα που δεν είχε κατανοηθεί σωστά, όπως ο Γκόνγκορα, όπως ο Καραβάτζιο, όπως ο Κασάλ, όπως η Ντίκινσον. Πλούσιος σε απέραντες γνώσεις, σαμάνος της πυρπολημένης λέξης, σκοτεινός όπως οι μιγάδες ή οι εκλεπτυσμένοι ανάμεικτοι, είχατε κοκαΐνη από φως στο ερημητήριό σας. Ήσασταν, Λεσάμα, μια από τις μεγαλύτερές μας πολυτέλειες.

Lezama_Lima_ilustra_Robson_Vilalba

Το παραπάνω ποιητικό απόσπασμα προέρχεται από την ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης που αποτελεί και τον κύριο κορμό του τεύχους· μια ανθολογία με δύο ιδιαιτερότητες: αφενός αφορά αποκλειστικά και μόνο ζώντες συγγραφείς, «αφήνοντας στην άκρη την συνηθισμένη συνταγή των αφιερωμάτων πού περιλαμβάνει κυρίως την γενιά του 1927 κι από δίπλα κάποιους ακόμη συμπληρωματικούς ποιητές, από τούς πιο γνωστούς και καθιερωμένους», αφετέρου τα ποιήματα είναι αδημοσίευτα ακόμα και στα ισπανικά. Έτσι το περιοδικό απευθύνθηκε σε ορισμένους από τούς πλέον έγκυρους ποιητές της Ιβηρικής (Χουάν Κάρλος Μέστρε, Αουρόρα Λούκε, Άλβαρο Βαλβέρδε, Φρανθίσκο Λεόν αλλά και Κάρλος Αλκόρτα και Χουάν Βιθέντε Πικέρας) και τούς ζήτησε να υποδείξουν τούς ποιητές εκείνους πού, κατά την γνώμη τους, δεν θα μπορούσαν να λείπουν από καμιά σύγχρονη ανθολογία, ζητώντας τους παράλληλα να τους φέρουν και σε επαφή μαζί τους.

Κώστας Ψυχοπαίδης_

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι οι ανθολόγοι ζήτησαν να μην δημοσιοποιηθούν οι επιλογές του καθενός, ενδεικτικό του γεγονότος ότι τα συγγραφικά ήθη της Ισπανίας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τα δικά μας. Η κοπιώδης μετάφραση των ποιημάτων έγινε από τους Δημήτρη Αγγελή, Ούρσουλα Φωσκόλου και Κώστα Βραχνό. Το τεύχος περιλαμβάνει επίσης κοινή συνέντευξη των Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες και Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, συνεντεύξεις των Ζαν-Λυκ Νανσύ και Λη Μπρέιβερ, μια ανέκδοτη ομιλία του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, κείμενα των Αντώνη Ζέρβα (Ο Εμπειρίκος της ηδονής και η ηδονή της εμπειρίας), Κώστα Στεργιόπουλου (Για την έκδοση του κριτικού έργου του Άγρα), Ιωάννη Ζηζιούλα (Μητροπολίτη Περγάμου), Σταύρου Γιαγκάζογλου, ένα απρόσμενο διήγημα του Κάρλος Φουέντες (μτφ. Μαρία Καλουπτσή) κ.ά., ενώ Επί υδάτων πολλών μας πλοηγούν ο Άλβαρο Βαλβέρδε σχετικά με τον Καβάφη στην Ισπανία, ο Αχιλλέας Ντελλής σε ένα ωραιότατο κείμενο για το βλέμμα της σινεφιλίας, ο Μαριάνος Καράσης με τα δελτία του για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας και έτεροι πολλοί. Τα χαρακτικά του τεύχους είναι του Γιάννη Ψυχοπαίδη.

ZESZYTY LITERACKIE

Ο κομμουνισμός είναι εχθρός της εσωτερίκευσης, ο εχθρός του ανθρώπου με εσωτερικό βίο. Η ουσία του σταλινισμού: να σκοτώσει τον εσωτερικό βίο του ανθρώπου… έγραφε ο μείζων πλην παραγνωρισμένος σοβιετικός συγγραφέας Aleksander Wat, ένας από τους αναρίθμητους πνευματικούς εργάτες που υπέστη τα πάνδεινα από το σοβιετικό καθεστώς. Το εξαιρετικό κείμενο του Κώστα Βραχνού μας ξεναγεί στην συντροφία του με τον Stanislaw Ignacy Witkiewicz, στην ποιητική του συλλογή Ο Άνεργος Εωσφόρος, στην περιπλάνησή του σε δεκατέσσερις φυλακές, στην αδύνατη επιστροφή στην υγιή ζωή, στην αυτοχειρία του, και πάνω απ’ όλα στο σπάνιο, πολυσέλιδο έργο του Ο Αιώνας μου και στις εξομολογήσεις του: Εκείνο που με έσπρωξε στον κομμουνισμό δεν ήταν η δίψα για πίστη, αλλά η ανικανότητά μου να αντέξω τον απόλυτο, τελεσίδικο σκεπτικισμό και, κατά συνέπεια, να αποδεχτώ το παράλογο της ύπαρξης.  

Στις εικόνες: Aleksander Wat – αποδέκτης κρατικού και «ιδεολογικού» μίσους, Ray Bradbury, ο José Lezama Lima, που ενέπνευσε τον ποιητή, έργο του Κώστα Ψυχοπαίδη, κοσμητή του τεύχους, Aleksander Wat ως Τσάρλι Τσάπλιν από την Jana Lebens.