Poetix, τεύχος 12 (χειμώνας – άνοιξη 2014 – 2015)

σάρωση0001

Κάθε τεύχος του Poetix μοιάζει με διπλό ταξίδι, στην ποίηση και τους ποιητές. Το χειμερινό και εαρινό δρομολόγιο ξεκινάει από το Δημόσιο Φιλανθρωπικό Ίδρυμα του Τρουχίλιο, στο Περού: εκεί ανακαλύφθηκε μισοφαγωμένη από τα ζωύφια κατά το ένα τρίτο η διατριβή του Σέζαρ Βαλιέχο, ενός παγκόσμιου ποιητή σήμερα που εκτός εξαιρέσεων, όπως του Αντένορ Ορέγκο και Χοσέ Κάρλος Μαριάυεγκι, πέθανε πεινασμένος και αγνοημένος από την κριτική του καιρού του. Στο Όμπερλιν ένα νέο κορίτσι, η Γιάνα Λακάς [Jana Lakash],  πέθανε κατά την διάρκεια απαγγελίας ποιήματος στην slam poetry, όταν ξέχασε να πάρει εισπνοή. Γνώριζε πως αναπνέοντας θα διέκοπτε την ροή της απαγγελίας. Αυτό το είδος της απαγγελίας απαιτεί φρενήρη ρυθμό, που η ποιήτρια ήθελε να τηρήσει στο ακέραιο.

Μια μεγάλη στάση κάνουμε στην δική μας ενδοχώρα, που βρίθει ποιητές, όπως φαίνεται και από τον τόμο για τα Ποιήματα του 2013, που έκλεισε οκτώ χρόνια ζωής. Ανάμεσα στις παρατηρήσεις του, γράφει ο εκδότης του περιοδικού και επιμελητής των τόμων Ντίνος Σιώτης: Δίπλα στα ελάχιστα, πολύ γνωστά ονόματα υπάρχουν αρκετά άγνωστα στο ποιητικό σινάφι. Διαβάζω κι εγώ ποίηση και ποιήματα για πάνω από 50 χρόνια στα ελληνικά και στα αγγλικά και νομίζω ότι έχω το δικαίωμα να πω ότι το να εκδίδεις μια συλλογή και κάποιος να βρίσκει ένα καλό ποίημα και να το ανθολογεί δεν σε κάνει αυτομάτων ποιητή. Οπότε σα μη βιαστούν μερικοί και μερικές να τυπώσουν κάρτες με την ένδειξη «ποιητής». Με άλλα λόγια, καλά ποιήματα υπάρχουν αλλά πού είναι οι καλοί ποιητές; Αν θέλει κανείς να τον πάρουν στα σοβαρά, τον τίτλο του ποιητή τον κερδίζει με συνεχή παρουσία τόσο στις επάλξεις, στους βιότοπους και στους προμαχώνες της ποίησης, όσο και μέσα από την τριβή με τη ζωή, ζώντας τη ζωή του ποιητή.

Vallejo

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο εξετάζει εξονυχιστικά την έκδοση Crisis – 30 ποιητές της κρίσης, που κυκλοφόρησε το 2014 στο Middlesbrough, UK, υπό την επιμέλεια του Ν. Σιώτη. Ο Alan Morrison παρουσιάζει και συλλογίζεται πάνω σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής και υποστηρίζει ότι για τους ποιητές της σχετικής ανθολογίας η ποίηση είναι η νομική υπεράσπισή τους ενάντια στις ατιμίες και στις μιζέριες της ζωής. Είναι γεγονός./ Η κωμωδία στην Ελλάδα περνάει κρίση. / Δεν υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί πια. / Έχει απορροφήσει όλα τα ταλέντα η πολιτική. [Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Άτιτλα, ΙΙΙ]

Κατόπιν βρισκόμαστε στην Κίνα, όπου σήμερα υπάρχουν διακόσιες χιλιάδες αναγνωρισμένοι ποιητές και πιθανόν μόνο διακόσιοι αβανγκάρντ ή ποιητές οπτικής ποίησης και πειραματικής γραφής, των οποίων η δουλειά βρίσκεται σε μη κυβερνητικές ή ανεπίσημες εκδόσεις. Μια τέτοια περίπτωση παρουσιάζεται εδώ δια χειρός Mindy Zhang [China Visual Underground Poetry]. Και, ύστερα, περνώντας από το Μοντενέγκρο του Andrija Radulovic και το Βερολίνο του Καρλ Ρακόζι, σταθμεύουμε στην Ρώμη, όπου έγραψε και δίδαξε ο Marino Piazzola, ορισμένοι αφορισμοί του οποίου από Τα αμνημόνευτα ρητά του Ρενάτο Μαρία Ράτι κοσμούν επόμενες σελίδες:

Για να πειράξω το στόμα, τρώω με τα μάτια! [Ο εκδικητικός], Θα ’θελα τόσο πολύ να ήμουν ο πρώτος ζωντανός υπέρ πατρίδος! [Ηρωισμός]

don_nica_by_baztardillo-d492ikr

Η ποίηση είναι μόνο αυτό που μπορεί να κάνει η γλώσσα τιτλοφορεί το κείμενό του ο William Logan, ενώ ένα ανέκδοτο δοκίμιο του T.S. Eliot αφορά την εγκυρότητα των τεχνητών διακρίσεων. Οι Ευγένιος Αρανίτσης, Αντριάνα Μίνου, Αγγελική Κορρέ, Παναγιώτης Μήνου, Αντριάνα Ιεροδιακόνου παρουσιάζουν τις συνθέσεις τους, ο Παντελής Μπουκάλας γράφει αναλυτικά πάνω στην περίφημη πολιτική ομηρία του Ανδρέα Εμπειρίκου, ο Ντίνος Σιώτης αναδημοσιεύει μια παλαιότερη συνομιλία του με τον Κώστα Μόντη και ο Ρήγας Καππάτος που μεταφράζει και προλογίζει πολλά από τα ποιήματα του τεύχος αφιερώνει ένα τρισέλιδο στα εκατοντάχρονα του Νικανόρ Πάρα, άρα καταλήγουμε στο Νότο της αφετηρίας μας.

«Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;» / «Λεφτά;» τους απαντώ, «λεφτά; / Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής; / Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής» [Γιάννης Υφαντής, Ερώτηση και απάντηση στην αγορά]

Στις εικόνες: Cesar Vallejo, Nicanor Parra.

[σ. 232]

Νέα Ευθύνη, τεύχος 27 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2015)

e

…απειρόγαμε. Έτσι προσφωνεί τη Μαρία ο κρυφά ερωτευμένος με το ίνδαλμά του υμνωδός. Και συνειδητοποιώ αιφνίδια πόσος παγανισμός χωράει μέσα στην πρωτοβυζαντινή σεμνοπρέπεια. Το άπειρο ερωτεύεται το ελάχιστο, το όλον σπαρταράει γα να χωρέσει στο κλάσμα, το μέρος εξισούται με ό,τι το υπερβαίνει, υπερεκχειλίζει η αίσθηση καλύπτει το σώμα της έννοιας, της θεωρίας. Σήμερα Γάμος γίνεται όπως και πάντα και όλοι και όλα είναι ελεύθερα ν’ αγαπηθούν. Τα πάντα τώρα εξηγούνται: Διόνυσος, Αριάδνη, Πενθέας, Αγαύη, τα κορίτσια – Βάκχες, οι Μωραί Παρθένοι, ο μυστικός αρραβώνας του Βρέφους με την Αικατερίνη, ο Ιωσήφ ο μνήστωρ, η Κεχαριτωμένη, η καλύτερη των καλυτέρων με άπειρο τον γάμο της. Απειρόγαμος. Το άπειρο ως νυμφίος. Έτσι κάπως νικιέται ο θάνατος. Ή καλύτερα, παύει να έχει τόσο απόλυτη, τόσο ακατάλυτη σημασία…

….γράφει ο Μάνος Στεφανίδης στο πρώτο από τα τρία σχεδόν τρίδυμα πεζά του, τους «Τελευταίους χαιρετισμούς», εν μέσω των οποίων αναζητεί στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο μια γυναίκα με λευκασμένα μαλλιά, κι ενώ παραμένουν «μπερδεμένες οι αγαπημένες γυναίκες στο μυαλό…αγαπημένες και κάποτε μισητές αλλά πάντα κεχαριτωμένες». Έναν άλλο ναΐσκο μας ανοίγει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος: είναι ο ευκτήριος οίκος «επ΄ονόματι των Αγίων Φλώρου και Λούρου», γνωστός από τον Βαρδιάνο στα σπάρκα του Παπαδιαμάντη.

Vittorio Sereni reading a book

Από τους χριστιανικούς ναούς στα ρωμαϊκά στάδια και από την εγχώρια πεζογραφία στην εκ δυσμάς ποίηση, με μια επιλογή ποιημάτων του Ιταλού Vittorio Sereni (γεν. 1913), ιδρυτή και συντάκτη του περιοδικού Corrente, στενού φίλου, μεταξύ άλλων, των Vasco Pratoliνi, Alessandro Parronchi, Elio Vittorini, εξόριστου στα στρατόπεδα των Ιταλών στρατιωτών του Πολέμου, σε Μαρόκο και Αλγερία. Ιδού τα Άλλα γενέθλια [1981]: Τέλη Ιουλίου όταν / κάτω από τις πέργολες ενός μπαρ στο San Siro / ανάμεσα σε κάγκελα και αψίδες διακρίνεται / ένα οποιοδήποτε κομμάτι του ηλιόλουστου σταδίου / όταν εκπλήσσεται η μεγάλη κενή λεκάνη / που καθρεφτίζει τον σπαταλημένο χρόνο και φαίνεται / ότι ακριβώς εκεί έρχεται να ξεψυχήσει ένα έτος / και δεν ξέρεις τι άλλο προετοιμάζει ένα άλλο έτος/ ας περάσουμε ακόμη μια φορά αυτό το κατώφλι / αρκεί ν’ αντέχει η καρδιά σου στα μεγάλα κύματα της πόλης / κι ένας σχιστόλιθος ν’ απλώνει το καλοκαιρινό χρώμα. [μτφ. Μαρία Φραγκούλη]

Σ’ ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ο Γιώργης Μυλωνάς γράφει για την Νέκυια του Χρόνη Μπότσογλου, μια μνημειακή ζωγραφική εγκατάσταση από είκοσι έξι έργα, μια πολυπρόσωπη τελετουργική αναπαράσταση που δημιούργησε ο καλλιτέχνης από το 1993 έως το 2000, με τίτλο «Μια προσωπική Νέκυια. Ένα εικαστικό ταξίδι για τη μνήμη». Η Νέκυια καθίσταται μια «προσωπική» υπόθεση και σε μεγάλο βαθμό «ερωτική»· αφορά δικούς του ήρωες, που ταυτίζονται με τα ομηρικά πρόσωπα. Τα ζωγραφισμένα είδωλα δεν είναι φανταστικά· πρόκειται για πρόσωπα πραγματικά, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έσμιξαν μαζί του. Έτσι, η εικόνα της μάνας παραπέμπει στην Αντίκλεια, του ηδονικού χορευτή στον Ελπήνορα, του δασκάλου στον Τειρεσία και πάει λέγοντας. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν, με είδωλα δισυπόστατα: τα μυθολογικά πρόσωπα της οδυσσειακής Νέκυιας εδώ μιλάνε μέσα από αγαπημένες φωνές, παίρνουν τα χαρακτηριστικά, την έκφραση και τις χειρονομίες δικών και φίλων, σαρκώνονται στα πρόσωπα που ανακαλεί πλέον ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δ. Μαρωνίτης, μύθος και πραγματικότητα συμβάλλονται. Γράφει ο ζωγράφος για το ερωτικό στοιχείο στην σύνθεσή του:

ΝΕΚΥΙΑ

Όπως δούλευα με την ιδέα της Νέκυιας, ξαφνικά προβάλλανε δυο «αδέσποτοι» μαστοί, οι οποίοι δε μπορούσα να καταλάβω τι είναι. Ένα μήνα παιδεύτηκα για να δω πού ανήκουνε, σε ποιο γεγονός αναφέρονται! Ήταν μια συνεύρεση τυχαία; Ξαφνικά πρόβαλλε αυτό το κομμάτι, μια μνήμη, που προσπάθησα να τη μεταφέρω. Ήτανε λοι­πόν, μια θεία μου – την εποχή εκείνη θάμουν 11 χρόνων, ίσως και πιο μικρός -, όπου έμενε στο επάνω σπίτι με το θείο μου. Στην κουζίνα είχε βάλει μια λεκάνη και πλενότανε. Το αίσθημα που μου γεννήθηκε, όταν την είδα, ήταν πρωτόγνωρο! Προ­φανώς ήταν το ερωτικό ξύπνημα, που δε μπορούσα μικρός να καταλάβω. Και παριστάνεται, όχι όπως ήταν πραγματικά, αλλά όπως εγώ την έβλεπα, με έντονη επιθυμία.

Το τεύχος συμπληρώνεται με ποίηση του Varlam Shalamov (μτφ. Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη), ένα ακόμα κείμενο για το παπαδιαμαντικό έργο (Σάββας Παύλου), δύο δοκίμια για τον Κάλβο (ως μεταφραστή της Ιλιάδας από τον Μιχαήλ Πασχάλη και ως προς την σχέση του, όπως και του Ελύτη με την αρχαία γραμματεία από τον Γιώργο Βαρθαλίτη), εκτενή κριτικό έργο του Νίκου Λάζαρη (Τάσος Αναστασίου, Λαοκράτης Βάσσης, Σπύρος Λ. Βρεττός, Αντώνης Μακρυδημήτρης), κείμενα για τον πανεπιστημιακό Δημήτρη Μιχαηλίδη, ποιήματα των Γιάννη Τζανετάκη και Σπύρου Γεωργίου, σχέδια του Χρόνη Μπότσογλου κ.ά.

[Σελίδες 128]

Στις εικόνες: Vittorio Sereni / Προσωπική Νέκυια Χ. Μπότσογλου.