Κώστας Βούλγαρης – Η μεταμυθοπλασία στην νεοελληνική λογοτεχνία

Η μυθοπλασία που σχολιάζει τον εαυτό της. Μια πρώτη εγκυκλοπαίδεια

Η μεταμυθοπλασία είναι η μυθοπλασία για την μυθοπλασία, δηλαδή εκείνη που εμπεριέχει ένα σχόλιο πάνω στην δικιά της αφήγηση και την γλωσσική της ταυτότητα και αυτή η αυτοσυνείδητη εκδοχή της αφήγησης είναι ευδιάκριτη στα έργα των γάλλων nouveaux romanciers, σε αυτά του ιταλικού Gruppo 63 και σε μεμονωμένους συγγραφείς, από τον Barth στον Fowles, από τον Cohen στον Coover και από τον Borges στον Cortazar. O χρήσιμος αυτός ορισμός της Linda Hutcheon αποτελεί μια πρώτη χρήσιμη πυξίδα για το συναρπαστικό ταξίδι.

Πρέπει όμως να τονιστεί η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί γέννημα της νεωτερικότητας· αντίθετα, στοιχεία της εμφανίζονται σε πολλά σημαντικά έργα και πριν απ’ όλους αυτό το γνωρίζουν καλά ο Τρίστραμ Σάντυ του Laurence Stern, ο Ζακ ο μοιρολάτρης του Diderot και ο Γουλιέλμος Μάιστερ του Γκαίτε.  Η πληθώρα και η ένταση των μεταμυθοπλαστικών εγχειρημάτων από την δεκαετία του 1960 μέχρι και σήμερα μπορεί να φωτιστεί από ένα ιστορικό ρεύμα που προηγήθηκε κατά δύο περίπου αιώνες και που μένει στην αφάνεια της θεωρίας και της κριτικής: ο κύκλος του πρώιμου ρομαντισμού της Ιένας, του περιοδικού Athenaeum, των αδελφών Schlegel και του Novalis. Ο κύκλος αυτός κατέστησε δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ λογοτεχνικής και κριτικής γραφής.

O τρόπος που επιλέγει ο Βούλγαρης για να μας περιπλανήσει στις δαιδαλώδεις διαδρομές όλης αυτής της ιστορίας είναι ο πιο δύσκολος αλλά και ο πιο συναρπαστικός. Ίσως είναι καθαρά προσωπική μου αίσθηση, αλλά ο ογκώδης αυτός τόμος άλλοτε μοιάζει με ενιαία κεντρική οδό γεμάτη παραδρόμους και παρακαμπτήριες παρόδους που μπορεί να χάνονται ή να επιστρέφουν στην βασική αρτηρία και άλλοτε με πλατειά σκακιέρα όπου η κίνηση–έργο του ενός παίκτη συγγραφέα επηρεάζει με θεατούς και αθέατους τρόπους τις κινήσεις–έργα άλλων παικτών συγγραφέων. Σε κάθε περίπτωση η χαρτογράφηση της μεταμυθοπλασίας ως αισθητικού προτάγματος αποτελεί ένα δύσκολο στοίχημα που ο συγγραφέας δεν φέρνει απλώς εις πέρας, αλλά στην ουσία απλώνει μπροστά μας ώστε να πλοηγηθούμε οι ίδιοι με όποιον τρόπο θέλουμε. Γιατί και αυτό αποτελεί ένα θελκτικό στοιχείο αυτής της λογοτεχνικής εγκυκλοπαίδειας: γράφεται με τον τρόπο της ίδιας της μεταμυθοπλασίας!

Για κάθε λαβύρινθο χρειαζόμαστε έναν μίτο κι εδώ αρχικά από Τα ευρισκόμενα του Ιάκωβου Πολυλά που μας οδηγούν στα Σολωμικά του Στέφανου Ροζάνη και εκείνα στο βιβλίο του Κώστα Βάρναλη Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική [1925]. Ο Βάρναλης φυσικά δεν είναι μεταμοντέρνος, όμως η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί αποκλειστικά μεταμοντέρνο δημιούργημα αλλά κάτι που το συναντάμε σε πολλά άλλα έργα της νεωτερικής και της προνεωτερικής λογοτεχνίας. Έτσι τόσο στα ποιητικά όσο και στα πεζά έργα του Βάρναλη όχι μόνο γίνεται ποικιλότροπα κατάδηλος ο τεχνηματικός χαρακτήρας της γραφής αλλά ταυτόχρονα έχουμε μια παρώδηση, υπεξαίρεση ποικίλων λόγων και «γραφών», ενίοτε και μια ιερόσυλη (ή ειδόσυλη) ανάμειξη. Απώτερος στόχος του συγγραφέα δεν είναι να πει πως τα πάντα είναι κατασκευή αλλά να χειραφετήσει την ανάγνωση από τις δουλείες ψευδαισθήσεων και φαντασιώσεων. Στο ίδιο το προαναφερθέν δοκιμιακό του βιβλίο παρεισφρέει, ρηγματώνοντας την μέχρι τότε φιλοσοφική, δοκιμιακή, ειρωνική γλώσσα και την νομοταγή ροή της γραφής μια ζωντανότατη λογοτεχνική περιγραφή της καθημερινής ζωής της Κέρκυρας των χρόνων του Σολωμού, όπως αναφέρει ο Βασίλης Αλεξίου.

Πριν από τον καλλιτεχνικό μοντερνισμό, ο ρομαντισμός υπήρξε η αμέσως προηγούμενη καλλιτεχνική τάση που πρόσφερε στην καλλιτεχνική συνείδηση την δυνατότητα να διευρύνει την ελευθερία της με την καθιέρωση του ατόμου ως εμπειρικού όντος. Την συγκεκριμένη δυνατότητα τα ελληνικά γράμματα του 19ου αιώνα δεν μπόρεσαν να την εκμεταλλευτούν διότι περιθωριοποιώντας το σολωμικό μάθημα και πριμοδοτώντας την αθηναϊκή σχολή, επέλεξαν την μεγαληγορία και την υπερβολή, εις βάρος της εσωτερικής ειλικρίνειας και της αυθεντικότητας, όπως τονίζει η Ελισάβετ Κοτζιά.

Αν Η Γυναίκα της Ζάκυθος είναι ο εφιάλτης της αρχής, η Ιστορία ως καταστροφή, η εκ των ένδον κατάρρευση, η εσωτερική αιμορραγία και εξάντληση της Επανάστασης το Πεθαίνω σαν χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη είναι ο εφιάλτης του τέλους· του τέλους ενός ιστορικού κύκλου που τώρα περιλαμβάνει και όλη την φρίκη του 20ού αιώνα, την εποχή των χωρίς τέλος πολέμων, της κατοχής, του εμφυλίου, της στρατοκρατικής κοινωνίας των νικητών, της δικτατορίας. Ο Σάββας Μιχαήλ στο Homo poeticus είναι βέβαιος: ο Σολωμός προφήτευσε και ο Δημητριάδης έδειξε την εξάντληση του έθνους ως ιστορικής δυνατότητας. Η Τζίνα Πολίτη χαρακτηρίζει το βιβλίο του Δημητριάδη ως ένα αποκαλυπτικό καρναβαλικό παν-όραμα, όπως άλλωστε ο Μπαχτίν χαρακτήριζε το Καρναβάλι ως την λαϊκή έκρηξη των ταπεινών και καταφρονεμένων, μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα απαγόρευση και την τάξη του Νόμου. Ο λόγος της Αποκάλυψης και το καρναβάλι είναι οι δυο σηματωροί του ιστορικού τέλους.

Ο Μπαχτίν, άλλωστε, ανέδειξε την σχετική ντοστογεφσκική ποιητική· οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι δεν αποτελούν μόνο αντικείμενα του συγγραφικού λόγου αλλά και υποκείμενα του δικού τους, άμεσα σημαίνοντος λόγου. Όπως τόνιζε ο Leonid Grossman το Βιβλίο του Ιώβ, τα Ευαγγέλια, ο λόγος του Συμεών του Νέου Θεολόγου και φυσικά τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, στα οποία αναφερόταν, συνδυάζονται με ιδιόμορφο τρόπο με την εφημερίδα, την παρωδία, την σκηνή στο δρόμο, το γκροτέσκο ή και την επιφυλλίδα»

Κείμενα για τον Γιώργο Χειμωνά ανοίγουν το χώρο προς το νεοελληνικό μεταμυθοπλαστικό τοπίο, ενώ η ενσωμάτωση της κριτικής σε πεζογραφικά λογοτεχνικά κείμενα και γενικότερα η  μετάβαση από την λογοτεχνία στον λόγο περί αυτής χαρακτηρίζει έργα του Νάνου Βαλαωρίτη, από τον Προδότη του γραπτού λόγου. Διηγήματα 1964 – 1974 μέχρι το Μα το Δία. Σε παρεμφερές κλίμα, τα ονομαζόμενα «διστακτικά κείμενα» ενσωματώνουν διαφορετικούς τομείς και πεδία γνώσης ή επιστημονικά αντικείμενα, και φυσικά και κριτική. To κεφάλαιο Λογοτεχνία των τεκμηρίων εκκινεί με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λουτσιάνο Κάνφορα Η θάλασσα της ιστορίας και εκτείνεται μέχρι σχεδιάσματα αναγνώσεων, όπως εκείνο της Τζίνας Πολίτη για το καβαφικό έργο με έμφαση στην ποιητική της ανασκαφής και της μετάβασης.

Στην συνέχεια, ο διάλογος για την μεταμυθοπλασία εστιάζεται στην λογοτεχνία–ντοκουμέντο που καθιερώθηκε ως είδος στην μεταπολεμική Γερμανία στα μέσα της δεκαετίας του ’60, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική κριτική και στην διάρρηξη των κανόνων της αστικής λογοτεχνίας, απαλείφοντας κάθε στοιχείο αλληγορίας ή μεταφοράς, γειώνοντας την γραφή στα σύγχρονα προβλήματα της γερμανικής κοινωνίας. Από τις απομαγνητοφωνημένες μαρτυρίες των απλών εργατών ή γυναικών στο έργο της Έρικα Ρούγκε μέχρι τα λογοτεχνικά ρεπορτάζ του Γκύντερ Βάλραφ και από την χρήση εγγράφων δικογραφίας στην Έρευνα του Πέτερ Βάις μέχρι τα αποσπάσματα από ομιλίες ή πανηγυρικούς μεγάλων εταιριών στον Φρίντριχ Κρίστιαν Ντέλιους, η λογοτεχνία αυτή στράφηκε στην υποφωτισμένη πλευρά της γερμανικής ιστορίας και του οικονομικού της «θαύματος». Εκείνο όμως πού λείπει είναι η έλλειψη πειραματισμού μέσα στην ίδια την γλώσσα και αυτό είναι το στοιχείο που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του Γιάννη Πάνου: η εναγώνια και συνεχής αναζήτηση και εναλλαγή νέων μορφών γραφής, που, παρ’ όλα αυτά δεν χάνει ποτέ την πολιτική χροιά της, ακόμα κι αν γίνεται ποιητική, όπως γράφει η Λήδα Καζαντζάκη.

Το λογοτεχνικό υβρίδιο του non fiction novel καθιερώθηκε με έργα όπως το Operacion Masacre του αργεντινού Rodolpho Walsh [1957], το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε [1965] οι Άγγελοι της Κολάσεως από τον Χάντερ Τόμσον [1966], το Electric Kool – Aid Acid Test του Τομ Γουλφ [1968] και Οι στρατιές της νύχτας του Νόρμαν Μέιλερ [1968]. Πρόκειται για αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων ή ανθρώπων, με την τεχνική και το δραματικό ύφος του μυθιστορήματος, ένα είδος «δημοσιογραφικής λογοτεχνίας». Το Ζ του Βασίλη Βασιλικού, Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών του Μ. Καραγάτση και η Εποποιία 1940–41 του Ά. Τερζάκη αποτελούν τις πρώτες ελληνικές εκδοχές του είδους.

Στο κεφάλαιο Λογοτεχνία και ιστορία ένα πολύτιμο εκτενές κείμενο του Κώστα Βούλγαρη ανοίγεται προς τον διπλό αυτό κόσμο κι ένα πολύτιμο σώμα κριτικών και θεωρητικών κειμένων επεκτείνουν την σχετική εμβάθυνση: της Λίνας Πανταλέων για το βιβλίο του Δημήτρη Τζιόβα, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, της Ελισάβετ Αρσενίου για το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχινά Αναφορά περιπτώσεων και την αφηγηματική ετερότητα στο έργο του, του Δημήτρη Αγγελάτου για τις όψεις και τις εφαρμογές της διαλογικότητας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα με εστίαση στον Ήρωα της Γάνδης του Νίκου Καχτίτση. Η αφανής διακειμενικότητα του Κώστα Βούλγαρη εκκινεί από τον Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, το κατά την γνώμη του κορυφαίο συνθετικό ποίημα του καθ’ ημάς 20ού αιώνα, όπου ανευρίσκεται άλλωστε το ερεθιστικό ζεύγος εαυτός / άλλος με την παροιμιώδη κρυπτικότητα της γραφής να καλύπτει πάντα την δαιμονιώδη διακειμενικότητα των ποιημάτων του.

Και βρισκόμαστε μπροστά στο θεμελιώδες βιβλίο του Γιάννη Πάνου …από το στόμα της παλιάς Remington… Δίπλα στην ιστορική αφήγηση ο Πάνου ενσωματώνει ποικίλα και αντιθετικά στοιχεία (ηθογραφία, κοσμοπολιτισμός, πολιτική λογοτεχνία, ερωτικός λόγος) «ξαναδιαβάζοντας» δυναμικά την παράδοση και πλαισιώνοντάς την με νεωτερικούς πειραματισμούς. Ο Πάνου είναι αρκετά υποψιασμένος γύρω από το θέμα της «ομιλίας» των τεκμηρίων, με αποτέλεσμα να καθιστά και την αφήγησή του καχύποπτη απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό αλλά και την «γραφή – ως – αντικείμενο» ως αντικείμενο της γραφής.

Στην μεταμυθοπλασία των τελευταίων χρόνων αναπνέουν οι Τεχνητές αναπνοές και τα λοιπά του Αχιλλέα Κυριακίδη, ο οποίος άλλωστε έγραψε ένα βασικό κείμενο για τον Μπόρχες, που περιλαμβάνεται εδώ, ο Τάσος Χατζητάτσης γράφει για τα βιβλία του Δημήτρη Δημητριάδη Η Ανθρωπωδία. Μια ατελής χιλιετία, 1ος και 7ος τόμος ενώ ο Στέφανος Ροζάνης με αφορμή την Αρεσίλοφο χώρα του Κώστα Βούλγαρη προβληματίζεται πάνω στην κειμενικότητα ενός κειμένου και υπενθυμίζει την εποπτεία του Roland Barthes, ο οποίος έγραψε για τον ορίζοντα της γλώσσας και το κάθετο του ύφους που χαράζουν για τον συγγραφέα μια φύση, καθώς δεν διαλέγει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Αν ο ρόλος του αναγνώστη στην μεταμυθοπλασία του 20ού αιώνα είναι πολύ πιο επιτακτικά υπεύθυνος και δεν είναι απλά και μόνο συμμέτοχος στην ανάγνωση αλλά και στην γραφή, ενώ συχνά έχει την ελευθερία και να διαμορφώνει το κείμενο τότε στην ίδια παράδοση ανήκουν τόσο τα Φιλοθέου Πάρεργα του Νικόλαου Μαυροκορδάτου όσο και ο Παπατρέχας του Αδαμάντιου Κοραή. Αλλά εκείνος που ζητά από τον αναγνώστη να γράψει ξανά το μυθιστόρημα, διαβάζοντας τα κεφάλαια με διαφορετική σειρά είναι ο Εμμανουήλ Ροΐδης, που εκτός αυτού επινοεί πρωτοποριακές τεχνικές και τεχνάσματα, ενώ τα ίδια τα κείμενά του παρουσιάζονται ως βιβλιοθήκες, με τους εγκιβωτισμούς έργων των ηρώων ή άλλων συγγραφέων. Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πρώτο κατ’ εξοχήν νεοτερικό μυθιστόρημα στην καθ’ ημάς παραγωγή, και μια σειρά κειμένων, μεταξύ των οποίων η καίρια μελέτη της Μαρίας Κακαβούλια δημοσιευμένη στον Χάρτη [τ. 15, 1985] το αναδεικνύουν.

Αυτή είναι η πρώτη ιδρυτική στιγμή της μεταμυθοπλασίας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, ενώ η δεύτερη εντοπίζεται στα Τρία ελληνικά μονόπρακτα του Θανάση Βαλτινού, που μαζί με τα Στοιχεία για την δεκαετία του ’60 και αργότερα την Ορθοκωστά ανοίγουν μια ουσιαστική συζήτηση που παραμένει θερμή, εμπλουτισμένη και με την Ιστορία των μεταμορφώσεων του Γιάννη Πάνου, το δεύτερο μείζον βιβλίο του συγγραφέα που τιμάται εδώ με αναλυτικά κριτικά κείμενα, για να ακολουθήσει η ποιητική πρόζα του Ευγένιου Αρανίτση, η ποίηση του Ηλία Λάγιου, μαζί με τα μυθιστορήματα των Κώστα Βούλγαρη, Τάσου Χατζητάτση, Θωμά Σκάσση και Μισέλ Φάις. Τα κείμενα των Γρηγορίου Νανζιανζηνού, Μιχαήλ Ψελλού, Κωνσταντίνου Σάθα, Στρατή Δούκα, Όμηρου Πέλλα, Κώστα Καρυωτάκη, Νικόλα Κάλα, Hoelderlin, Michel Foucault, Walter Benjamin Giorgio Agamben, Samuel Beckett, Gilles Deleuze, Allen Ginsberg, Raymond Queneau και πολλών άλλων, καθώς και τα κριτικά κείμενα δεκάδων ελλήνων κριτικών και θεωρητικών συμπληρώνουν το παλίμψηστο της νεοελληνικής μεταμυθοπλασίας.

Εκδ. Βιβλιόραμα, 2017, σελ. 471, με πεντασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

Εικονιζόμενοι: Διονύσιος Σολωμός σε προτομή, Rodolpho Walsh, Νίκος Καχτίτσης, Εμμανουήλ Ροΐδης.

Μίμης Σουλιώτης – Σκόρπια. Μελετήματα, άρθρα και ποικίλα

Αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερός που γνώρισα τον Μίμη Σουλιώτη και ιδίως μέσα στο άνδρο των «πνευματικώς ανήσυχων» ανδρών που ήταν ο ημιυπόγειος Ερωδός, το καφέ μπαρ όπου επένδυσα εκατοντάδες εσπερινές και μεσονύκτιες ώρες επί πολλά έτη ως έμμισθος τροφοδότης του καφέ και του οινοπνεύματος. Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στους τεχνίτες της ποίησης καθότι προτιμούσα τους τεχνίτες του προφορικού λόγου και της καλλιέπειας που ειρωνεύεται τρυφερά και ισόποσα τον πομπό και τον δέκτη της. Αν μάλιστα κρατούσαν πάντα μαζί τους ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή κάποιο παράξενο έντυπο, έτοιμοι να μοιραστούν μια φράση που τους σπίθισε το μάτι, τότε φρόντιζα να τους κρατώ όσο περισσότερο γίνεται στην μπάρα, φυσικά γεμίζοντας τα ποτήρια τους, ενίοτε και με προσωπικό κόστος. Μόνο και μόνο για να μη μου φύγουν.

Έκτοτε τον (παρ)ακολουθούσα ως αναγνώστης, κυκλώνοντας τις λέξεις του στα κείμενά του στον Χάρτη, στα παλιά Τραμ, στο Βήμα των Ιδεών και φυσικά στα έξοχα έντυπα που μαστόρευε η εκλεκτή συντεχνία (Θεοδωρίδης, Καλοκύρης, Σκαμπαρδώνης) τότε που η Θεσσαλονίκη έκανε την Πολιτιστική Πρωτεύουσα κι εγώ υπηρετούσα την στρατιωτική θητεία στην άλλη άκρη της. Αναρωτιέμαι ποια ιδιότητά του να προτάξω: ο Σουλιώτης ήταν ερευνητής ως αναγνώστης, χιουμορίστας ως συνομιλητής, ικανός πλάστης της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων Ερμής και πάνω απ’ όλα πλήρης ιδεών ως δάσκαλος – πρώτα στη μέση εκπαίδευση, ύστερα στο Πανεπιστήμιο στο τέρμα αριστερά του ελληνικού χάρτη, στην Φλώρινα, όπου σχεδίασε και οργάνωσε το πρώτο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής. Έπρεπε να σηκωθεί να φύγει από τον εδώ κόσμο για να μάθω ότι ήταν ένας Αθηναίος, αυτός ο πιστός του Βορρά, που φλόγισε την πνευματική κίνηση της Φλώρινας κι έφτιαξε κι ένα Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης στις Πρέσπες. Είχε στιχουργήσει, άλλωστε, πως την θάλασσα των Πρεσπών δεν την περνάς με καντιλάκ ούτε με βέσπες.

Ο πολύτιμος αυτός τόμος συγκεντρώνει 58 κείμενα [άρθρα, σχόλια, μελετήματα, εισηγήσεις και επιφυλλίδες] δημοσιευμένα στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας σε ένθετα εφημερίδων όπως Το Βήμα / Νέες εποχές και Το Βήμα / Βιβλία, σε λογοτεχνικά περιοδικά (όπως ο Χάρτης στον οποίον άλλωστε ήταν χαρτογράφος αλλά και τα Γράμματα και Τέχνες, Εντευκτήριο, η λέξη, Ο Παρατηρητής, Μικροφιλολογικά, Δοκιμασία, Εταιρεία), στο Αντί και βέβαια σε βιβλία δοκιμίων, πρακτικά συμποσίων κ.λπ. Τα κείμενα είναι  χωρισμένα σε πέντε ενότητες  με τους τίτλους: Γλώσσα και λογοτεχνία, Ποίηση Ποιητές Ποιήματα, Βιβλιολογικά, Βαλκανικά, Ποικίλα και μικρότερα και Βιβλιο – παρουσιάσεις.

Στην πρώτη ενότητα, ανάμεσα σε κείμενα για τον γραμματικό Κώστα Ταχτσή ή την καθαρεύουσα του Μανόλη Αναγνωστάκη και λοξές παρουσιάσεις βιβλίων επιλέγω εκείνο που προσκαλεί την παιγνιώδη γραφή του Σουλιώτη. Οι Καλλονές των Μικρών Αγγελιών αφιερώνονται στην μεταγλώσσα της μικρής (ερωτικής) αγγελίας και τις υπαινικτικές της στερεοτυπίες. Ο συγγραφέας αλιεύει κι ερμηνεύει τις τυπικές φράσεις και σχολιάζει τις σχετικές λέξεις για το Πρόσωπο της Καλλονής, το Σώμα και το Σύνολο, την Ψυχοσύνθεση, τα Προσόντα των Ανδρών και άλλα. Βέβαια ο ιδιότυπος της μικροαγγελτικής ομορφιάς πάσχει από προχειρότητα και μονοτονία και πάντως είναι γεμάτος από αξιόλογες δεσποινίδες με πλούσια προσόντα. Διαπιστώνει, ακόμα, ότι ο σουρεαλισμός πέθανε, το παράλογο όμως προϋπήρχε και επιβιώνει σε λεκτικό και νοηματικό επίπεδο.

Η αναφωνηματική φράση «Άγαλμα από Πάτρα νηπιαγωγός 24 ετών» συνιστά περιφανές δείγμα ακούσιου παραλογισμού. Συχνά το παράλογο προκύπτει από τον άκριτο φορμαλισμό της μικρής αγγελίας. Έτσι μόλις διαβάσουμε ότι κάποια «αδέσμευτη 19χρονη από τον χώρο του μόντελινγκ επιθυμεί γνωριμία με κύριο αναλόγων προσόντων», δικαίως θα αναρωτηθούμε αν αυτός ο κύριος οφείλει να είναι 19άρης καλλονός και μοντέλο. Αλλά ο διδάσκαλος Σουλιώτης έχει ένα ύστατο μάθημα για τους συντάκτες των σχετικών αγγελιών: θα ωφεληθούν αν αξιοποιήσουν σωστά την κλασική γραμματεία, ιδίως τον απαράμιλλο Κάτουλλο και το περίφημο ποίημά του για την Κοϊντία, το οποίο και παραθέτει σε ευαγή μετάφραση.

Στο δεύτερο μέρος, των ποιητών και της ποίησης, περιλαμβάνονται μελετήματα για τον Καβάφη (και επί τούτων «διάλογοι» με τον Γ.Π. Σαββίδη), ένα στόχαστρο για τον Στόχο του Μανόλη Αναγνωστάκη ένα «λυρικόν αποκύημα» του Κώστα Κρυστάλλη (που αφορά ένα στιχούργημα που έγραψε στην ηλικία των δεκαοκτώ ο ποιητής, χαρακτηρίζοντάς το «παρεπόμενον», δηλαδή παρακολούθημα – εδώ ο Σουλιώτης φροντίζει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιος σαδομαζοχισμός τον σπρώχνει να χρονοτριβήσει σ’ ένα πρωτόλειο στιχούργημα ενός ελάσσονος δημιουργού, που είναι μάλλον πεζογράφος και η  απάντηση φυσικά δίνεται με την ίδια την ανάγνωση των στιχουργημάτων Αι Αναμνήσεις και Το Όνειρον, «λυρικά της παιδικής φαντασίας αποκυήματα») και κείμενα για τα μετασουρεαλιστικά λογικά παίγνια του Βασίλη Στεριάδη, τον «ποιητή του Έρωτος» Έλιοτ Φεζάλ και τον «φανατικό της επανάληψης» Κώστα Μόντη.

Στο πιο ερεθιστικό κείμενο της ενότητας ο Σουλιώτης γράφει για «τα κριτήρια της ποίησης» με αφορμή την «αυθαιρεσία» του Ζήσιμού Λορεντζάτου, που έγραψε πως ο Άγγελος Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Για τον Σουλιώτη το σχετικό ερώτημα είναι ανυπόστατο εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε αποδείξιμη απάντηση κι έτσι η φιλολογικά ανοχύρωτη ιεράρχηση του Λορεντζάτου νομιμοποιείται μόνο ως κριτική αποτίμηση. Αλλά κι εδώ τίθεται θέμα εφόσον είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένας κριτικός «πλήρης του ονόματος» προβαίνει σε τέτοια αξιολόγηση, σε περίοδο μάλιστα [1999] όπου οι κοινωνικές ανακατατάξεις διαρρηγνύουν τον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας όσο και των κριτικών της αποτιμήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική μας κριτική δεν αποτολμά ριψοκίνδυνα βήματα· τέτοια βήματα θα ήταν να εξετάζαμε μήπως λ.χ. τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι υπέρτερα του Παπαδιαμάντη ή μήπως ο Βουτυράς γράφει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα καλύτερα απ’ όλους τους συγχρόνους του ή πόσα άλλα σύγχρονα πεζογραφήματα εφάμιλλα με του Ταχτσή και του Βαλτινού έχουν γραφτεί κ.ο.κ. Άλλωστε ο Σουλιώτης έχει μπει ήδη στον πειρασμό να αναρωτηθεί γιατί να μην προταθούν για την κορυφή του αιώνα και ο συμπαθέστερός μας Καρυωτάκη, το ωραίο δίδυμο των Εγγονόπουλου – Εμπειρίκου, ο οξύτερος σατιρικός του αιώνα Παλαμάς, οι δυο νομπελίστες κι εκείνοι που δεν παγιώθηκαν ακόμα στην συνείδησή μας (Αναγνωστάκη, Σινόπουλο) για λόγους δραστικής και βιαστικής αλλαγής της εποχής.

Το τρίτο μέρος αφιερώνεται στα Βιβλιολογικά. Μαζί με κείμενα για βιβλία άγνωστα και ειδικά, για τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και για το περιοδικό Εντευκτήριο και τον Gordon εδώ σπεύδω στην προσφιλή Σουλιώτεια γραφή, που ενοικεί στο κείμενο Οι θερινοί και οι άλλοι αναγνώστες, που αφορά μια τυπική του επισκοπική κατόπτευση ενός θέματος, που εδώ είναι η ίδια η αναγνωστική πράξη.

Στην προκαπιταλιστική εποχή σπάνιζαν οι αναγνώστες δωματίου, στο μέτρο που το δωμάτιο δεν αυτονομούνταν από το υπόλοιπο σπίτι. Σε περασμένες εποχές, εξάλλου, όταν η εξατομίκευση ήταν αμυδρή, η ανάγνωση σήμαινε κατά κανόνα την πράξη της φωναχτής ανάγνωσης, που την εκτελούμε με την (αισθητή ή) υποθετική παρουσία ενός (φυσικού ή) δυνητικού ακροατηρίου, που αρτιώνει την ανάγνωση: γιατί ακόμη και στα πιο ξελιγωμένα, δωματίσια διαβάσματά μας, εκεί όπου συχνά υπερτερούν οι παραισθήσεις του ιδιωτικού, η αναγνωστική πράξη κατορθώνεται στο βαθμό που μαζί μας συνδιαβάζει και ο άλλος – ο φαντασμαγορικός εκπρόσωπος της ανθρώπινης κοινότητας. [σ. 187]

Ο Σουλιώτης προβαίνει σε μια απολαυστική τυπολογία της ανάγνωσης, από την οποία αλιεύω και αυθαιρετώ κατά την περίληψή τους: ο ορθός αναγνώστης (κυριολεκτικά όρθιος: ο παρωχημένος αναγνώστης του λογείου, ο σύγχρονος αναγνώστης του τοίχου, του περιπτέρου, ο πλαγιοκοπών λαθραναγνώστης των λεωφορείων)· ο καθιστικός (που μάλλον δεν μπορεί να αφομοιώσει τα υψηλά νοήματα – γι’ αυτό όταν τα «πιάνουμε», πετιόμαστε όρθιοι)· ο ύπτιος (αν και τα πιο «απογειωμένα» διαβάσματα τελούνται ανάσκελα)· ο περιπατητικός· ο τακτός· ο χωρικός (που συναρτά την ανάγνωση με επιλεγμένους χώρους, που συχνά υποβάλλουν το είδος του βιβλίου)· ο ιδιωτικός (ώστε να απολαμβάνει τους ήχους της αναγνωστικής χειροναξίας – κοινώς το θρόισμα των σελίδων).

Καταλογογραφούνται ακόμα ο ετερρορεπής αναγνώστης (που διαβάζει μόνο που βιβλία που «ανακαλύπτουν» ή διαφημίζουν οι άλλοι), ο κρυπτικός (μέγας διώκτης των λαθραναγνωστών), ο οδηγητής (που απορρίπτει τα βιβλία που αρέσουν στους άλλους και προτιμά να λειτουργεί ως καθοδηγητής), ο ξεφυλλιστής, ο πραγμοποιημένος (που λατρεύει το βιβλίο ως πράγμα και θηρεύει τις δυσεύρετες εκδόσεις), ο υπνωτικός (που αποσκοπεί με την ανάγνωση να αποκοιμίσει εαυτόν ή τον ακροατή), ο καιροσκοτώστης (που διαβάζει μερικές αράδες με μηχανιστική τρόπο) και άλλοι.

Στην ενότητα των Βαλκανικών συνεχίζεται η αλίευση ωραίων βιβλίων όπως το «Γενικόν Τεφτέριον» 1903 – 1918. Μια άγνωστη περίπτωση βόρειας λογοτεχνίας. Το εν λόγω εμπορικό κατάστιχο εξυψώνεται σε κιβωτό οικογενειακής και ιστορικής μνήμης και αποκτά λογοτεχνική αξία, εφόσον άλλωστε ανάμεσα στις εγγραφές βερεσεδιών ο συγγραφέας κάνει εγγραφές ονείρων! Στο πέμπτο μέρος πάνε τα Ποικίλα και τα Μικρότερα, μεταξύ των οποίων ένα έξοχο κείμενο για την κριτικό Νόρα Αναγνωστάκη, για τα ποιήματα στο χασαπόχαρτο (ένα αξέχαστο τρικ της προαναφερθείσας συντεχνίας που συνοφρύωσε τους σοβαροφανείς) κι ένα επίσης απολαυστικό γραπτό για τους απροστάτευτους σε χώρους εκτός του Εθνικού Κομματολογίου. Στις βιβλιο – παρουσιάσεις, τέλος, οι επιλογές συνεχίζουν να είναι αναμενόμενα απρόσμενες: ειδικά βιβλία μακεδονικής ιστορίας και φιλολογίας, παραγνωρισμένες ανθολογίες ποιητών, ο τέταρτος τόμος των Κριτικών του Τέλλου Άγρα και άλλα πολλά.

Κι έτσι, εκτός της πνευματικής και αναγνωστικής χαράς (δεν τολμώ να σκεφτώ σε ποια κατηγορία θα με ενέτασσε ο Σουλιώτης) ξεψάχνισα κείμενα και κύκλωσα στοχάσματα. Όπως αυτό: Όσο πιο δυνατό είναι το ποίημα τόσο πιο σαφή πράγματα λέει. Η πανσημία ισχύει για τα αδύναμα ποιήματα και η πολυσημία είναι γνώρισμα των πολύ καλών στίχων ενώ η (αμφίσημη, ενίοτε) μονοσημία είναι ίδιον των τέλειων στίχων.

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2000, σελ. 342, με οκτασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.