Γιώργος Χ. Θεοχάρης – Από μνήμης

Όπως εκείνος, που πλημμυρισμένος από συγκίνηση, με λυγμικά δάκρυα στα μάτια και τον κόμπο στο λαιμό, «πολύ…» είπε, «πολύ…», και τίποτε άλλο δεν μπόρεσε να προσθέσει, αφήνοντας έτσι αυτό το επίρρημα μόνο του να εκφράζει το μέγεθος του εσωτερικού του συγκλονισμού.

…και μόνο για τέτοιες στιγμές αξίζει κανείς, αν όχι να γίνει ποιητής, τουλάχιστο να γίνει αναγνώστης της˙ και μόνο για τέτοιες στιγμές αξίζει να υπάρχει η ποίηση, να τις κρυσταλλώσει σε στίχο. Κι αν γράφοντας ποιήματα βότσαλα μνήμης ρίχνουμε/στον σιωπηλό βυθό/του χρόνου κι αν τα ποιήματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ενέχυρα με το οποία δανειζόμαστε ψιχία αιωνιότητας και πάλι η οδυνηρή μας διαδρομή γλυκαίνεται, οι πόνοι μας διαχέονται στις λέξεις, μας δίνουν το άλλο χάδι για να πορευτούμε ακόμα πιο συνειδητοί.

Δεν χρειάζεται να βασιστεί κανείς στους τίτλους των συλλογών και των ποιημάτων του Γ. Χ. Θεοχάρη, ούτε καν στη διάκριση των γραπτών του εδώ σε μνημόσυνα και μνησιδωρήματα (τι υπέροχη λέξη, τι αχανής…) για να αντιληφθεί τον εναγκαλισμό του λόγου του με τη μνήμη. Η μνήμη βρίσκεται στην αφετηρία της συγγραφής του, η μνήμη και στην κατάληξη. Κι όλος ο ενδιάμεσος λεκτικός αγώνας αφιερώνεται σ’ εκείνη, ακόμα κι αν εμφανίζεται στην πλήρη σκληρότητά της. Ανάβω το καντήλι σου, /φροντίζω το κερί να μη σου λείψει./Τι άλλο θες και μού καρφώνεις στα πλευρά/μαχαίρια μνήμης; Πώς να προσποιηθείς μια δήθεν απουσία της, αφού: Όλα κάποτε αλλάζουν, σκέπτομαι. Η μνήμη μόνο επιμένει.

Αλλά πάλι θα πείτε προς τι τόσο πάθος αφού οι αναμνήσεις έρχονται μονάχα για να μας παιδέψουν και όσες φορές επιστρέφουμε δεν μας περιμένει κανένας όπως το μεταμεσονύκτιο τρένο φτάνει στην προκαθορισμένη ώρα και βρίσκει το σταθμό ερειπωμένο και ο μοναδικός επιβάτης κατεβαίνει στην αποβάθρα της αιωνιότητας …

Η πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα, συμπληρούσα, και οιονεί παραληρούσα μνήμη ανοίγει διάπλατα τις πόρτες αναρίθμητων προσωπικών διηγήσεων. Αλλά εδώ στιχουργούνται και πεζογραφούνται υποδείγματα σύμπλεξης και σύμπλευσης προσωπικής και συλλογικής Ιστορίας. Χρησιμοποιώ και τα δυο ρήματα, καθώς ποίηση και πεζογραφία βρίσκονται τόσο από μνήμης όσο και ειδικά στο παρόν βιβλίο σε διαλεχτή διαλεκτική. Και πώς είναι δυνατό να υπάρχει μνήμη χωρίς πόνο, χωρίς την αίσθηση του οριστικά χαμένου και αναπόδραστα οδυνηρού; Και πώς να μη ζητά η απώλεια μερίδιο στις λέξεις και τα πνεύματα στα πνεύματα και τις στίξεις; Και πώς να μη συνομιλεί κανείς με τους χαμένους του και τους νεκρούς του; Ποιος είπε ότι είναι εύκολο να νοιώσεις το νεκροταφείο κοιμητήριο;

Όπως όταν βρίσκεσαι κάτω από συγκεκριμένη ψυχολογική πίεση: βαριά ασθένεια ή επαπειλούμενος θάνατος προσφιλούς, θεωρείς πως οι στίχοι των τραγουδιών που ακούγονται στο ραδιόφωνο γράφτηκαν για τη δική σου περίπτωση.

Γι’ αυτά υπάρχει η ποίηση: Για τη νονά του δεκαπεντάχρονου που ανελήφθη με τη μοτοσικλέτα του, που έγραψε ένα ποίημα για τον αναδεξιμιό της, το τύπωσε και το μοίρασε στο μνημόσυνο για μπομπονιέρες. Για μια γυναίκα ο χορός της οποίας μελωδούσε το άλγος της ψυχής και η αύρα της μύρωνε το μαγαζί. Για τον όποιον γνωρίζει πως η τυραννία του χρόνου είναι προδήλως άγρια σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου, όπως ο αφηγητής που απευθύνεται σε παραλήπτη που δεν θα αναφέρω: Μας φαινότανε από το χρώμα των σπασμένων φθόγγων, άλλοτε πώς παρακαλούσες, άλλοτε πώς έβριζες. Ποιάν άλλη αλήθεια μάταια υπερασπιζόσουν; Και δίπλα στο παραλήρημα του ασθενούς, συλλαβίζει κι ο αφηγητής σιμά του, παράλληλα παραληρήματα, φωτογραφικές μνήμες και μνήμες φωτογραφιών. Πού πάνε οι προσδοκίες μας; Και τι είδους σχιζοφρένεια είναι να σκέπτομαι, καθώς ψυχορραγείς, ότι η μνήμη της πορείας σου προς το θάνατο μπορεί να γίνει καλό φαΐ για τον Μινώταυρο στης Τέχνης μου… («Γενικό Νοσοκομείο Λειβαδειάς»).

Κι αν τις περισσότερες φορές η ποίηση μπορεί να γίνει από μόνη της θρησκεία («Στου Όσιου Λουκά το μοναστήρι 73 χρόνια αργότερα»), δικαιούσαι κάποιες άλλες κάτω από το βάρος του αβάσταχτου πόνου να πιαστείς από τη χειρολαβή της πίστης («Ένας αγνωστικιστής ονειρεύεται»). Αλλά ακριβώς όλα τα βιώματα, δραματικά και αδράματα, αξίζουν μια δεύτερη ζωή στην ποίηση. Γι’ αυτό και, όταν μικρός ο ποιητής κολλούσε το μούτρο του στο τζάμι ενός κουρείου, ένας άλλος Γιώργος του ψιθύριζε: Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μην κάθεσαι στο κρύο, θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι εσύ ν’ αποταμιεύσεις μνήμες.

Να ποιοι άλλοι κατοικούν στις κυψέλες της μνήμης: οι φίλοι, ζώντες και τεθνεώτες, εν γνώσει ή εν αγνοία τους συνοδοιπόροι – ένας κύκλος παρών και ξέχειλος στην γραφή του συγγραφέα. Και αυτοί αξίζουν την ποιητική συγγραφή, αφιέρωση και μνημόνευση: από τον φίλο που χαμογελούσε μ εκείνον τον μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους ως την αναζήτηση όλων μαζί, όπως σε μια κυριολεκτική χαρτογράφηση φιλίας, σε μια αναζήτηση φίλων που έχουν φύγει από τα μέρη τους, αλλά κάναν την γλώσσα ρούχο τους, τη μνήμη τους πατρίδα, σώζονται στα λευκά χαρτιά στα μαύρα τα μελάνια, σε τόπους όπως [αλιεύω τυχαία ταχέως] η Πρέβεζα του Αιμίλιου Καλλιακάτσου, η Φιλιππιάδα του Γιάννη Δάλλα, η Γρανίτσα του Βασίλη Γκουρογιάννη, τα Γιάννενα του Νίκου Χουλιαρά, η Οξυά Κονίτσης του Πάνου Κυπαρίσση, ο Άγιος Κοσμάς Πωγωνίου του Τάσου Πορφύρη, το Περιστέρι Πωγωνίου του Χριστόφορου Μηλιώνη, η Πόβλα Θεσπρωτίας του Σωτήρη Δημητρίου, ο Τσαμαντάς Θεσπρωτίας του Μιχάλη Γκανά… («Εκδρομή στην άλλη μνήμη ή τι ζητούσε ένας Ρουμελιώτης στην Ήπειρο»).

Ανάμεσα σε μνημοφυλάκια παρομοιώσεων, μνήστρα της αβύσσου (αλησμόνητες εκφράσεις του ποιητή και οπωσδήποτε αξιόκλεπτες) και «κινηματογραφικές» εικόνες όπως εκείνη της «γυναίκας άλλων καιρών που ανέβηκε στον υδατόπυργο με την παλιά σκουριά στις κολόνες και πέταξε στον ουρανό ακολουθώντας την παρδαλή της κατσίκα» ή της «εαρινής λιτανείας των παιδιών που ψάλλει τον Κωνσταντίνο ενώ η Γλυκερία ανεβασμένη στην αχλαδιά στολίζει με ανθάκια λευκά το σγουρό της εφηβαίο», η μνήμη στέκει συντριμμένη αλλά καταφάσκουσα τη ζωή, μέρος της οποίας είμαστε όλοι όσοι συναντιόμαστε στις σελίδες εκείνες. Αυτά πρέπει να θυμόμαστε «στην ευτυχία της ειρηνικής μας ζωής», χωρίς να ξεχνάμε «να κλείνουμε το μάτι στα αγάλματα για να τους δείξουμε πως θυμόμαστε».

…αν σωστά ερμηνεύω, κανένα αίνιγμα δεν λύνεται αν δεν φτάσεις ματωμένος στο τρίστρατο-

Κι έτσι είναι, ποιητή, σωστά ερμηνεύεις, και ήδη γνωρίζεις πριν από μας πως και η μνήμη ματώνει, περισσότερο δε από οτιδήποτε άλλο, αλλά πάντα θα προτιμούμε χίλιες φορές ο λόγος μας να είναι κατακόκκινος απ’ τις ματώσεις της.

Πρώτες δημοσιεύσεις των κειμένων: Το Δέντρο, Πλανόδιον, Νέα Εστία, (δε)κατα, Πάροδος, Κυριακάτικη Αυγή, Εμβόλιμον, Ανθολογία Συμποσίου Ποίησης, Δρομολόγιο, Poeticanet. / Ποιητικές συλλογές: Πτωχόν Μετάλλευμα (Εμβόλιμον, 1990), Αμειψισπορά (Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδειάς, 1996), Ενθύμιον (Καστανιώτης, 2004). Έρευνα: Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – το Ολοκαύτωμα (Σύγχρονη Έκφραση, 2010).

Εκδ. Μελάνι, 2010, σελ. 64.

… και, παρ’ όλ’ αυτά βέβαια, ο χρόνος συνεχίζει να ρέει ακάθεκτα, καταποντίζοντας σε βυθό αφανείας και λήθης τις αυταπάτες μας.

Σημ. Ο συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού Εμβόλιμον φιλοξενούμενος στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.  Παρουσίαση τευχών του περιοδικού σύντομα στο Πανδοχείο μας.  Στις φωτογραφίες της δεξιάς στήλης, τόποι που περιέβαλαν την πλούσια δημιουργική πορεία του συγγραφέα: η Μονή Οσίου Λουκά στο Δίστομο και τα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, όπως φαίνονται κατεβαίνοντας από το Δίστομο.

Anne Sexton – Ποιήματα

Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,

τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,

ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.

Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.

Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.

Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.

Έχω υπάρξει ον του είδους της

 Το είδος της [Προς το Μπέντλαμ και εν μέρει προς τα πίσω, 1960] (απόσπασμα)

Δεν ήξερα ότι είχα οποιοδήποτε δημιουργικό βάθος. Ήμουν θύμα του Αμερικανικού Ονείρου. Προσπαθούσα όσο πιο αναθεματισμένα μπορούσα να κάνω μια συμβατική ζωή γιατί έτσι είχα ανατραφεί. Όμως δεν μπορείς να χτίζεις μικρούς λευκούς φράχτες για να κρατήσεις έξω τους εφιάλτες.

Η Ανν Σέξτον (1928-1974) ξεκίνησε να γράφει στα τριάντα της. Μέχρι τότε το μόνο που ήξερε ήταν να μαγειρεύει και ν’ αλλάζει πάνες στα μωρά της. Η επιφάνεια ράγισε στα 28 της: υπέστη νευρικό κλονισμό κι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Ένα βράδυ είδε στη βοστωνέζικη εκπαιδευτική τηλεόραση μια εκπομπή για τα σονέτα – θα μπορούσα να το κάνω κι εγώ αυτό, σκέφτηκε. Ο γιατρός της τής είπε πως τα ποιήματά της μπορεί να σημαίνουν κάτι για κάποιον άλλο κάποια μέρα. Κι αυτό της έδωσε ένα μικρό σκοπό και μια αναβολή νέας αυτοκτονίας. Στην ψυχιατρική κλινική ανακάλυψε πως υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι σαν εκείνη κι ένιωσε πιο αληθινή και «υγιής». Είπε μέσα της: αυτοί είναι οι άνθρωποί μου. Φράση που είπε για δεύτερη φορά όταν ανακάλυψε πως ανήκει, πλέον, στους ποιητές

Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.

Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά,

στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων.

Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ.

Όλη τη μέρα είναι στο πόδι

να καθαρίζει με προσήλωση.

Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά

η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει.

Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα.

Νοικοκυρά [Όλοι οι ακριβοί μου, 1962] (απόσπασμα)

Η Σέξτον άρχισε το βαθύ σκάψιμο στις επώδυνες εμπειρίες της (από τις σαδομαζοχιστικές παιδικές μνήμες και τον τρόμο των ενοχών τους μέχρι τον πανικό της μητρότητας). Συχνά κατανοούσε μέσα σ’ ένα ποίημα κάτι που δεν είχε αφομοιώσει στη ζωή της. Κάτι που μπορεί στην πραγματικότητα να το απέκρυπτε απ’ τον ίδιο της τον εαυτό αλλά ταυτόχρονα το αποκάλυπτε στους αναγνώστες. Με το ένα χέρι ανέσυρα σκατά και με το άλλο χέρι τα σκέπαζα με άμμο. Μερικές φορές ένιωθα σαν ρεπόρτερ που κάνει έρευνα για τον εαυτό του. Ναι, χρειαζόταν θάρρος, αλλά ως συγγραφέας πρέπει να παίρνεις το ρίσκο να γελοιοποιηθείς…

Οι δημόσιες αναγνώσεις της έμειναν αξέχαστες. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και ξεκινούσε, ενώ το κοινό μαγνητιζόταν από την εκθαμβωτική της εμφάνιση, την δραματική της ανάγνωση, τους επιδραστικούς της στίχους. Μεταμορφώνεσαι σε ερμηνευτή, οι αναγνώσεις σου παίρνουν πολλά, είναι μια αναβίωση των εμπειριών σου. Είμαι μια ηθοποιός στο δικό μου αυτοβιογραφικό θεατρικό έργο. Κάποτε έγραψε στον Σολ Μπέλοου, συγκλονισμένη κάποτε από μια φράση του στον Χέντερσον του «Σάπιζα κι ήμουν ακόμα παιδί» κι εκείνος της απάντησε  με φράση από τον Χέρτσογκ του: «Μην κλαις, βλάκα, ζήσε η πέθανε, αλλά μη δηλητηριάζεις τα πάντα». Η φράση έγινε οδηγός της.

Στα έξι μου

ζούσα σ’ ένα νεκροταφείο γεμάτο κούκλες,

αποφεύγοντας τον εαυτό μου,

το σώμα μου, αυτό τον ύποπτο

στο αλλόκοτο σπίτι του.[…]

Θα μιλήσω για τους βραδινούς εξευτελισμούς όταν με ξέντυνε η Μητέρα,

για τη ζωή της μέρας, κλειδωμένη στο δωμάτιό μου-

όντας η ανεπιθύμητη, το λάθος

που χρησιμοποίησε η Μητέρα για να αποτρέψει τον Πατέρα

απ’ το διαζύγιο. […]

Στεκόμουν εκεί ήσυχα,

κρύβοντας το μικρό μου μεγαλείο.

Δεν αναρωτιόμουν για την πύλη της ντουλάπας.

Δεν αναρωτιόμουν για το τελετουργικό του ύπνου

όταν, στα ψυχρά πλακάκια του μπάνιου,

με ξάπλωναν καθημερινά

για να μ’ εξετάσουν για ψεγάδια.

Εκείνες τις εποχές… [Ζήσε ή πέθανε, 1966] (απόσπασμα)

Δεν υπήρχαν ποτέ χαρούμενες μνήμες; Ναι, τότε που μαζί με την Σίλβια Πλαθ και τον (ποιητή και εραστή της) Τζορτζ Στάρμπακ παρακολουθούσαν τα μαθήματα του Ρόμπερτ Λόουελ (που της δίδαξε όχι πώς να γράφει αλλά τι να αφαιρεί) και μετά το μάθημα ανέβαιναν κι οι τρεις στο μπροστινό κάθισμα της παλιάς της Φορντ και πήγαινα στο ξενοδοχείο Ritz, παρκάροντας παράνομα στην Ζώνη Φόρτωσης, λέγοντας, «κι εμείς να φορτώσουμε ήρθαμε». Με την Πλαθ μοιραζόταν πολλές κουβέντες περί θανάτου και αυτοκτονίας, το θέμα τις τραβούσε «σαν έντομα σε ηλεκτρικό γλόμπο». Εκείνη της διηγούνταν την ιστορία της πρώτης της απόπειρας «με γλυκές και τρυφερές λεπτομέρειες», που ταυτίζονταν με τις περιγραφές του Γυάλινου Κώδωνα. Λες και ο θάνατος μας καθιστούσε λίγο πιο υπαρκτούς εκείνη τη στιγμή. Όπως άλλωστε αναφέρει η Σέξτον, οι δυο ποιήτριες αλληλοεπηρεάστηκαν: η Πλαθ εν ζωή από εκείνη, εκείνη από την Πλαθ μετά την αυτοκτονία της και το Άριελ.

Το να μ’ αγαπάς όταν δε φορώ παπούτσια

σημαίνει ότι αγαπάς τα μακριά ηλιοκαμένα μου πόδια,

τα γλυκά μου, καλά και χρήσιμα σαν κουτάλια.

Και τις πατούσες μου, αυτά τα δυο παιδιά

που τ’ άφησαν να βγουν να παίξουνε γυμνά. […]

Τα κύματα είναι ναρκωτικό, φωνάζουν

υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω,

όλη τη νύχτα. Ξυπόλητη

παίζω ταμπούρλο πάνω κάτω στην πλάτη σου.

Το πρωί τρέχω από πόρτα σε πόρτα

του ξυλόσπιτου παίζοντας κυνηγητό.

Τώρα με αρπάζεις από τους αστραγάλους.

Τώρα ανεβαίνεις προς τα πόδια

και έρχεσαι να με καρφώσεις στο σημείο της πείνας μου.

Ξυπόλητη [Ερωτικά ποιήματα, 1969] (απόσπασμα)

Ο τόμος περιλαμβάνει και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση με την ποιήτρια (Paris Review, 1968), όπου συζητιούνται πολλά ειδικότερα θέματα της ποιητικής γραφής, τόσο από άποψη τεχνικής και μορφής, όσο και περιεχομένου, αλλά και γενικότερα όπως η έκφραση της θρησκευτικής εμπειρίας στα ποιήματά της (Μετά τον θάνατο προκύπτει ο Θεός. Δεν εννοώ τον τελετουργικό προτεσταντικό Θεό, ο οποίος είναι τόσο γλυκανάλατος, αλλά τους αγίους που μαρτύρησαν, τον σταυρωμένο άνθρωπο…) ή η μουσική. Η ποιήτρια χρησιμοποιούσε το Bachianas Brasileiras του Villa-Lobos για 3-4 χρόνια ως υπόκρουση γραφής αλλά είχε και το δικό της …συγκρότημα (Anne Sexton and) Her Kind, από το φερώνυμο ποίημά της – μια ομάδα φοιτητών, που αυτο-ορίζονταν ως chamber rock. H Σέξτον ήταν ενθουσιασμένη καθώς ένοιωθε τα ποιήματά της να διευρύνονται με νέο τρόπο και ήχο.

Είμαι στα δύο κομμένη

αλλά θα με νικήσω.

Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.

Θα πάρω το ψαλίδι

και θα κόψω τη ζητιάνα.

Θα πάρω το λοστό

και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα

κομμάτια του Θεού από μέσα μου.

Σαν ένα παζλ

θα τον συναρμολογήσω πάλι

με την υπομονή ενός σκακιστή.

Εμφύλιος πόλεμος [Η φριχτή κωπηλασία προς τον Θεό] (1975)

Η νεαρή νοικοκυρά, η προβληματική μητέρα με την υποτυπώδη μόρφωση ήταν πάντα διχασμένη σ’ έναν εσωτερικό πόλεμο ανάμεσα στους αντίθετους ρόλους του γονέα (που πάντα της προκαλούσε πανικό) και του παιδιού (που ήθελε να παραμείνει – ρόλο που ενίσχυε με τον άντρα της, ζητώντας του να της πει πριν κοιμηθεί πως ήταν «καλό κορίτσι»). Οριακά καθορισμένη από μια οικογένεια εχθρική (η μητέρα της, με αυτοκτονικές δοκιμές κι εκείνη, ήταν ιδιαίτερα επικριτική στα ποιήματά της – κάτι που σταμάτησε την πένα της μικρής Σέξτον για 15 χρόνια), μια δεύτερη συζυγική οικογένεια που επίσης δεν την αποδέχτηκε ποτέ, τον δεύτερο ψυχίατρό της (έναν ακόμα που «τίμησε» την ιδιότητά του συνάπτοντας σχέσεις μαζί της, εξωσυζυγικές φυσικά), κι έναν πανιδιαίτερο ψυχισμό – όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην εκτενή εισαγωγή της η μεταφράστρια, η ανάγκη της για αποδοχή και αγάπη έμοιαζε με χοάνη που δεν γέμιζε ποτέ.

Αλλά προφανώς υπήρχε κάτι πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά, που οδηγούσε σε τόσες αυτοκτονικές τάσεις και απόπειρες, στις δεκάδες ψυχιατρικές νοσηλείες, κρίσεις πανικού, τα βαρβιτουρικά και το ξυράφι που υπήρχαν μόνιμα στη τσάντα της. Αν οποιοδήποτε ποίημα είναι υπεράνω οποιασδήποτε ανάλυσης, παρουσίασης, υπερθεματισμού ή κριτικής (προσωπική άποψη, γι’ αυτό και σε τούτο το Πανδοχείο δεν σχολιάζουμε ποτέ Ποίηση), τα δικά της ποιήματα από τις 8 εν ζωή ποιητικές της συλλογές επαληθεύουν την αγαπημένη της καφκική φράση: Κάθε βιβλίο πρέπει να λειτουργεί σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα μέσα μας. Στις 4-10-1974 μετά από μια επιτυχημένη δημόσια ανάγνωση κι ένα πανεπιστημιακό μάθημα γύρισε σπίτι, έβαλε τα κοσμήματά της, πήρε ένα ποτήρι βότκα, πήγε στο γκαράζ, μπήκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μουσική. Δεν άφησε κανένα σημείωμα.

Όταν δουλεύω ένα ποίημα αναζητώ την αλήθεια. Μπορεί να είναι η ποιητική αλήθεια, που δεν είναι απαραίτητα αυτοβιογραφική ούτε αντικειμενική. // Ένα ποίημα πρέπει να κάνει τους ανθρώπους να δρουν.

Εκδ. Printa [Ποίηση για πάντα], 2010, εισαγ. – μτφ. Δήμητρα Σταυρίδου, 375 σελ., με 20σέλιδη εισαγωγή και 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας στα ποιήματα και τη συνομιλία, καθώς και ενδεικτική βιβλιογραφία. Η μτφ. βασίστηκε στην έκδοση Anne Sexton, The Complete Poems (1999).

Τώρα, όλοι εμείς οι καταραμένοι που εκπέσαμε μετά

με τα διαβολικά μας στόματα και τα ανήσυχά μας μάτια

πρόωρα πεθαίνουμε

όμως δεν πάμε σε παράδεισο ή κόλαση

μα μας τοποθετούν στο «Άστρο του Αρουραίου» […]

Μας τοποθετούν εκεί πλάι στους τρεις ληστές

γιατί και οι ταπεινότεροι από εμάς

αξίζουμε να χαμογελάμε στην αιωνιότητα

σαν μια φέτα καρπούζι.

Οι αρουραίοι δε ζουν σε κάποιο αστέρι του κακού [Τα σημειωματάρια του θανάτου, 1974] (απόσπασμα)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και χωρίς τις παραθέσεις των αποσπασμάτων: mic.gr, εδώ. Σεξτονικό Ιστολόγιο της μεταφράστριας εδώ.