David Harvey – Εξεγερμένες πόλεις. Από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης

1Πόλεις: εστίες πολιτικών επαναστάσεων, κοινωνικών εξεγέρσεων και πολιτιστικών αλλαγών· πεδία άσκησης της κυρίαρχης εξουσίας και των οικονομικών επιλογών του καπιταλισμού, χώροι αντίστασης των αντίθετων ιδεών και πάνω απ’ όλα τόποι όπου ζουν και εργάζονται οι άνθρωποι οι οποίοι όμως έχουν αποστερηθεί κάθε δικαίωμα χρήσης και απόλαυσης της ζωής τους σε αυτές. Όπως και στο βιβλίο του Spaces of Hope [2000] έτσι και σε εδώ ο συγγραφέας επιχειρεί να καταλήξει σ’ ένα σχεδίασμα – πρόταση εναλλακτικών πρακτικών για την οργάνωση της αντίστασης στις πόλεις, επηρεασμένος και από την προσωπική επαφή του με ακτιβιστές των μητροπόλεων.

Ο Χάρβεϊ είναι γεωγράφος (και όχι ανθρωπολόγος ή οικονομολόγος όπως λανθασμένα τον αναφέρουν οι προηγούμενες ελληνικές εκδόσεις). Η προσέγγισή του είναι καταρχήν μαρξιστική και θέτει την πόλη στο επίκεντρο δυο συγκρουσιακών διαδικασιών: αφενός των επενδύσεων του κεφαλαίου σε συνεργασία με την επιβολή ελέγχου από την πολιτική εξουσία και αφετέρου των αγώνων αντίστασης στις παραπάνω διαδικασίες. Έτσι η πόλη αναλύεται ως διαδικασία παραγωγής υπεραξίας, ως τόπος επένδυσης του πλεονάζοντος κεφαλαίου, ως τόπος ταξικών συγκρούσεων και ως προνομιακός χώρος για συνεύρεση και οργάνωση όλων όσων εργάζονται και ζουν σε αυτήν ή έχουν αποκλειστεί από αυτήν.

2Όπως τονίζεται όμως στην ελληνική εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης, οι απόψεις του ιδίως όσον αφορά «τα κοινά της πόλης» μπορούν να χαρακτηριστούν αντιμαρξιστικές και ουτοπικές, με επιρροές και από τους Hard tκαι Negri. Ο Harvey ασκεί κριτική στον «οργανωτικό φετιχισμό της Αριστεράς», στις ατέρμονες και αδιέξοδες αντιπαραθέσεις αναρχικών και παλαιοαριστερών, στις οργανωτικές δομές της κομμουνιστικής Αριστεράς και της Σοσιαλδημοκρατίας αλλά και στην διαφωνία της ελευθεριακής Αριστεράς να συζητήσει θέματα διοίκησης, κράτους και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Είναι, πράγματι, διαφορετική η διαδικασία κατάληψης ενός πάρκου ή μιας πλατείας με άμεση δημοκρατία και διαφορετική η διαχείριση των προβλημάτων μιας ολόκληρης πόλης που χρειάζεται άλλου είδους αντιπροσωπευτικές δομές.

3Η πραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος δεν μπορεί να μην εκκινήσει από το όραμα του Ανρί Λεφέβρ [Henri Lefebvre] και το έργο του Δικαίωμα στην πόλη [1967], που πρότεινε μια εναλλακτική αστική ζωή λιγότερο αποξενωμένη και περισσότερο παιχνιδιάρικη, πάντα δε διαλεκτική, ανοιχτή σε αντιπαραθέσεις και κάθε είδους διεργασίες. Το έργο του Λεφέβρ, εμφανώς επηρεασμένο από τους Καταστασιακούς και την ιδέα μιας ψυχογεωγραφίας της πόλης, αποτέλεσε βασικό κείμενο του παρισινού Μάη. Η σύγχρονη όμως αναβίωση του δικαιώματος δεν προέρχεται από την κληρονομιά του Λεφέβρ αλλά έχει τις ρίζες της στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα της πόλης.

4Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Βραζιλίας, όπου οι σχετικοί αγώνες οδήγησαν σε νέες συνταγματικές ρήτρες, ο λεγόμενος «συμμετοχικός προϋπολογισμός – η συμμετοχή των απλών κατοίκων στην κατανομή του δημοτικού προϋπολογισμού μέσω δημοκρατικών διαδικασιών -, η περίπτωση του Πόρτο Αλέγκρε. Όλα τα κοινωνικά κινήματα άλλωστε που συναντήθηκαν στο Κοινωνικό Φόρουμ των ΗΠΑ στην Ατλάντα σχημάτισαν μια ευρύτατη Συμμαχία για το Δικαίωμα στην Πόλη. Αν κάτι εδώ θυμίζει Λεφέβρ δεν είναι οι ίδιες οι ιδέες του αλλά το γεγονός ότι αυτές γεννήθηκαν στους δρόμους και τις γειτονιές που υπέφεραν. Ήδη όμως διαφαίνεται η πρώτη ρήξη με την κομμουνιστική ιδεολογία, που θέτει το προλεταριάτο στην ηγεσία της επαναστατικής αλλαγής και όχι τους κατοίκους των πόλεων, συνεπώς εδώ ο Λεφέβρ προκάλεσε την παραδοσιακή μαρξιστική συλλογιστική.

2 - Occupy_London_-_Finsbury_Square_tentsΤο σχετικό δικαίωμα δεν περιλαμβάνει μόνο πρόσβαση στον λεγόμενο δημόσιο χώρο αλλά και τη δημιουργία νέων κοινών χώρων για κοινωνικοποίηση και πολιτική δράση, όπως εμφατικά υποστηρίζει για παράδειγμα η Συμμαχία για το Δικαίωμα στην Πόλη [Right to the City Alliance] της Νέας Υόρκης. Και φυσικά δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς τη μεγάλη επανάσταση για να δημιουργήσει τέτοιους χώρους. Ιδού μια δεύτερη διαφορά με τον Λεφέβρ, σύμφωνα με τον οποία τα επαναστατικά κινήματα ξεσπούν σε μια στιγμή «εισβολής», σε μια αιφνίδια συνειδητοποίηση και αυθόρμητη συλλογική δράση. Οι κεντρικές πλατείες του Καΐρου, της Μαδρίτης, της Αθήνας, της Βαρκελώνης, το Μάντισον του Ουισκόνσιν και το πάρκο Ζούκοτι στη Νέα Υόρκη αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

blu3Τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας και του κέρδους υπερισχύουν κάθε άλλης έννοιας δικαιώματος και αναπόφευκτα το δικαίωμα στην πόλη δεν μοιάζει απλώς υποτιμημένο αλλά και ανύπαρκτο. Για τον συγγραφέα όμως το ερώτημα τι είδους πόλη επιθυμούμε δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ερώτημα τι είδους άνθρωποι θέλουμε να είμαστε, τι είδους κοινωνικές σχέσεις αναζητάμε, ποιο είδος ζωής επιθυμούμε. Πρόκειται δε για δικαίωμα βαθύτατα ατομικό αλλά κατά βάση απόλυτα συλλογικό. Έχει συμβάλει λοιπόν η δραματική αστικοποίηση στην ανθρώπινη ευημερία; Μας έκανε καλύτερους ανθρώπους ή έχουμε γίνει απλές μονάδες που παραδέρνουν σε σκληρά και αντιαισθητικά περιβάλλοντα;

7 - Occupy Wall StreetΟ καπιταλισμός εκ φύσεως οφείλει να επανεπενδύει το πλεόνασμά του ώστε να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερο πλεόνασμα. Η συνεχής ανάγκη εντοπισμού κερδοφόρων πεδίων για παραγωγή και απορρόφηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου οδήγησε στην άλωση των πόλεων· η αγορά ακινήτων απορρόφησε άμεσα μεγάλο μέρος του πλεονάσματος μέσα από νέες κατασκευές στα κέντρα των πόλεων και στα προάστια. Ακολούθησαν οι οικιστικές εξάρσεις (από την Πόλη του Μεξικού ως την Βομβάη, από το Λος Άντζελες ως το Σαν Ντιέγκο, από το Γιοχάνσεμπουργκ ως την Σεούλ) η πλημμύρα δανειοδοτήσεων, οι αλλεπάλληλες κρίσεις, η κατάρρευση των χρηματοοικονομικών συστημάτων.

6Η Κομμούνα του Παρισιού [1871] υπήρξε, εκτός από μια λαϊκή εργατική εξέγερση και ένα κατεξοχήν κίνημα που αφορούσε τον χώρο της πόλης. Η ιστορία των ταξικών αγώνων στο πλαίσιο της πόλης είναι εντυπωσιακή: Παρίσι 1789, 1830, 1848· Σιάτλ 1919, Βαρκελόνη 1936, Κόρδοβα 1969, τα κινήματα των 60sστις ΗΠΑ, η Άνοιξη της Πράγας, σήμερα η Γένοβα, το Ταχρίρ, η Πουέρντα ντελ Σολ στη Μαδρίτη, το Ελ Άλτο της Βολιβίας, το Μπουένος Άιρες κλπ. Οι πλατείες έδειξαν για άλλη μια φορά ότι εκείνο που έχει σημασία και αποτελέσματα είναι να βγαίνουν οι άνθρωποι στο δρόμο και όχι οι ανόητοι συναισθηματισμοί στο Facebook και τα άλλα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Η «στασιαστική ιδιότητα του πολίτη», κατά την έκφραση του James Holston, είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά παρούσα. Ο Harvey αναζητά τους πιο δίκαιους και φιλικούς προς το περιβάλλον τρόπους για την αναδιοργάνωση της αστικής ζωής και την ανατροπή των συστημάτων που προκαλούν δυστυχισμένες ζωές σε άθλιες πόλεις.

Το δικαίωμ5α στην πόλη, Οι καπιταλιστικές κρίσεις έχουν ρίζες στην πόλη, Η δημιουργία των κοινών της πόλεις, Εξεγερμένες πόλεις, Αναδιεκδίκηση της πόλης για αντικαπιταλιστική πάλη, Λονδίνο 2011 – Ο άγριος καπιταλισμός βγαίνει στους δρόμους, «Καταλάβατε τη Γουόλ Στριτ»: Το Κόμμα της Γουόλ Στριτ συναντά τη νέμεσή του – οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι εύγλωττοι. Τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά New Left Review, Social Register 2002 και 2011, Radical History Review και παρουσιάστηκαν και στις διαλέξεις του Harvey στην Αθήνα [Ιούνιος 2012, την εποχή των εκλογών της 17ης Ιουνίου, σε πανεπιστημιακούς χώρους αλλά και στο παρκάκι της οδού Τσαμαδού].

Εκδ. ΚΨΜ, 2013, μτφ. Κατερίνα Χαλμούκου, πρόλογος: Κωστής Χατζημιχάλης, σελ. 308. Με βιβλιογραφία, ευρετήριο θεσμών και κομμάτων, ονομάτων και τοπωνυμίων [David Harvey – Rebel cities, 2012].

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 156 υπό τον τίτλο Big City Lights.

Angel de la Calle – Tina Modotti. Από Την Τέχνη Στην Επανάσταση

modotti_exof_siteΕάν μαζέψεις αυτές τις φωτογραφίες, σχηματίζουν ένα παζλ που αφηγείται το Μεξικό. Κάτι τέτοιο αναζητώ στη λογοτεχνία…ψήγματα, διαφορετικές ματιές που, όταν προστίθενται, αποδίδουν την πραγματικότητα, δίνοντας ζωή σε ένα…μυθιστόρημα!

Ο συγγραφέας που όχι απλά εκπλήσσεται αλλά και εμπνέεται για ένα μοντέρνο είδος μυθιστορήματος είναι ο Τζον Ντος Πάσος και οι φωτογραφίες ανήκουν στην φωτογράφο Τίνα Μοντότι, σύντροφο τότε του Χαβιέ Γκερέρο, μεξικανού κομμουνιστή στα χρόνια της δεκαετίας του ’20 τον οποίο και επισκέφτηκε ο αμερικανός λογοτέχνης. Πράγματι, οι φωτογραφίες της Μοντότι, τραβηγμένες πάντα σε φυσικό φως με μια graflex χειρός, ακολούθησαν την τέχνη του δασκάλου της, του μοντέρνου αμερικανού φωτογράφου Έντουαρντ Γουέστον αλλά την επέκτειναν και την ενστάλαξαν στην σκληρή και ελπιδοφόρα μεξικανική πραγματικότητα.

Weston_Tina-ModottiΠοια ήταν όμως η Μοντότι στην οποία αφιερώνεται το πολυσέλιδο αυτό graphic novel; Μια μοναδική γυναικεία προσωπικότητα, μια πρωτοποριακή φωτογράφος, ένας ερωτικότατος άνθρωπος, μια πολιτικά στρατευμένη καλλιτέχνις, μια ακούραστη αγωνίστρια. Παιδί ιταλών μεταναστών στις ΗΠΑ, ξεκίνησε ως ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου και μοντέλο αλλά άφησε το θέαμα για την δική της δημιουργία πάνω στα ουσιαστικότερα της ζωής. Η Μοντότι ήταν παρούσα παντού στα χρόνια του 1920 και του 1930, έζησε τις ιστορίες που έγιναν η Ιστορία, αναζήτησε την αξιοπρέπεια στον αγώνα, έζησε σε αναβράζουσες πόλεις και γνώρισε όλους όσους ήταν σημαντικοί, τους ξακουστούς και τους ανώνυμους, τον Χέμινγουεϊ και τους νεαρούς σοσιαλιστές από τη Βιέννη, τον Αιζενστάιν και τους ανήλικους Αστουριανούς, τον Έγκον Κις και τους τελευταίους λαθραίους κομμουνιστές στο Βερολίνο, όπως γράφει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο, φίλος και συνεργάτης του συγγραφέα.

Σύμφωνα με τον Τάιμπο το βιβλtumblr_lj5tgnYIKa1qcl8ymo1_1280ίο αποκρίνεται σε δυο ερωτήματα – παγίδες: πώς να μιλήσεις για αυτή την γυναίκα και πώς να την μεταπλάσεις σε εικονογραφημένο σχέδιο. Το στοίχημα αφορά τα αφηγηματικά όρια ενός κόμικ, την μετατροπή της διήγησης σε βιογράφηση, την προσωπική εμπλοκή του βιογράφου. Εδώ διακρίνει επιρροές του φίλου του από την μεξικανική θεωρία της Ιστορίας (δηλαδή την θεώρησή της ως εύπλαστού υλικού που μπερδεύεται με το σήμερα και συγκροτεί σε ενιαία αφήγηση παρόν και παρελθόν) και εξομολογείται την σφοδρή του επιθυμία να ήταν ο σεναριογράφος της ιστορίας – έχουν άλλωστε ήδη εργαστεί μαζί σε εικονογραφημένη νουβέλα για τους Πάντσο Βίγια και … Ντάσιελ Χάμετ.

Tina-Modotti-by-Edward-Weston-1923Πράγματι, de la Calle και Τάιμπο παίρνουν τον δικό τους διακριτικό ρόλο στην αφήγηση που αρχίζει από το μετεπαναστατικό Μεξικό, όπου βρέθηκε η Μοντότι στις αρχές του ’20. Η σταδιακή ένταξή της στην πολιτιστική και πολιτική μποέμ και αβανγκάρντ σκιτσάρεται με ιδανικό τρόπο στις αρχικές σελίδες του βιβλίου. Δεκάδες πρόσωπα παρελαύνουν από το σπίτι της, από τον Ντιέγκο Ριβέρα που την χρησιμοποιεί ως μοντέλο και την εντάσσει σε τοιχογραφίες του ως την Αλεξάντρα Κολοντάϊ και άλλους στρατευμένους της κομμουνιστικής ιδέας. Η Μοντότι βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο βήμα· μπορεί η εξωτερική όψη του προοδευτικού κύκλου να ήταν γεμάτη καλλιτέχνες και διανοούμενους, όμως η καθημερινή στράτευση ήταν σκληρή και επικίνδυνη, γεμάτη από αιματοβαμμένα σώματα αγωνιστών ή απεργών δολοφονημένων από τον μεξικανικό στρατό ή από πιστολέρος πληρωμένους από γαιοκτήμονες και εργοδότες.

woman with flag [mexico 1926]Αλλά και πριν την πολιτική της ένταξη, η μεξικανική κοινωνία την είχε ήδη αντιπαθήσει ως γυμνό μοντέλο αλλά και ως μια μοντέρνα γυναίκα που απολαμβάνει τους έρωτές της και αδιαφορεί για κάθε στερεότυπο του φύλου της. Είναι χαρακτηριστική η συνομιλία με φίλη της: ο τρόπος ζωής της, το ντύσιμό της, τα γυμνά της έργα, ενόχλησαν της καθολική αστική τάξη περισσότερο από δεκάδες διαδηλώσεις με δρεπάνια και σφυριά· ακόμα και στο Κόμμα λίγα πράγματα μένουν για τις γυναίκες· άλλωστε καμία δεν φτάνει ποτέ ως την Κεντρική Επιτροπή. Όπως αλλού σχολιάζει μια άλλη παράπλευρη παρουσία, η νέα της εμφάνιση ως γκρίζας και θλιμμένης κομμουνίστριας ερχόταν σε εμφανή αντίθεση με τους καλλιτέχνες καλεσμένους της.

Tina Modotti en la calle Altamirano. Ο κύβος όμως είχε ήδη ριφθεί. Το 1930 η Μοντότι εκδιώχθηκε από το Μεξικό, ταξίδεψε φρουρούμενη ως το Ρόττερνταμ, πέρασε από το Βερολίνο, έφτασε στην Ιταλία όπου εντάχθηκε στο αντιφασιστικό κίνημα και τελικά έφυγε για την Μόσχα το 1931. Εκεί σταματούν οι φωτογραφίες της. Ο τελευταίος της αγώνας για καλύτερη ζωή δεν μπορούσε παρά να γίνει στον Ισπανικό Εμφύλιο· μετά την ήττα, έφυγε με ψευδώνυμο στο Μεξικό, όπου και πέθανε εξαντλημένη από την καρδιά της. Ακόμα και στις οριακές ιστορικές στιγμές δεν έπαψε να ζει τον έρωτα με συναγωνιστές και συ-στοχαστές.

Tina Modotti Mexico City's pulquería La Palanca in 1926.Οι σελίδες αφυκτιούν από τα μικρά καρέ του de la Calle που αποδίδουν ολόκληρους κόσμους με μαεστρικά σκίτσα γεμάτα πυκνές γραμμές και ευφάνταστη εικονογραφία· ο Τάιμπο χαρακτηρίζει την τέχνη του πρωτότυπο νέο – μάνγκα, με προσωπικά μπαρόκ στοιχεία. Γοητευμένος κι αυτός από αυτή την σπάνια προσωπικότητα, αναρωτιέται αν τον ελκύει τον γεγονός πως πίσω της φουντώνουν οι διωγμοί, οι δυσκολίες, η ατυχία, η μόνιμη καταδίωξη, η ηθική μιας ιδέας που ηττήθηκε από την σταλινική αυταρχικότητα, μια ιστορία ηρώων από τον Ζαπάτα, την Λάικα, τον Ντουρίτι ως τον Μαγιακόφσκι και τον Μπένγιαμιν. Σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιος πως τίποτα δεν εξαφανίζεται, τα πάντα μένουν, μεταλλάσσονται και ως ό,τι έχει αξία διαιωνίζεται και επιζεί.

Στο τέTina_Modotti_with_her_arms_raised_-_Edward_Weston_restorationλος ο κομικίστας παραδέχεται την αδυναμία του να διηγηθεί την ιστορία της Μοντότι χωρίς να βάλει τις δικές του σκέψεις. Κι έτσι το βιβλίο είναι η ιστορία και των δυο τους και η μόνη κατάλληλη γλώσσα είναι εκείνη «που ενώνει τις λέξεις και την εικόνα». Μένει το ερώτημα για ποιο λόγο εκείνη δεν τράβηξε φωτογραφίες τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής της. Απάντηση καμία. Δεν του έμενα παρά να αφήσει ένα αντίτυπο του βιβλίου στον τάφο της, που, όπως ακούστηκε, παρέμεινε για καιρό κι ύστερα είτε έγινε φύλλο και φτερό στον ουρανό του Τσαπουλτεπέκ είτε βρέθηκε στον πάγκο με τα μεταχειρισμένα στην οδό Στασιαστών. Και τα δυο φινάλε τον γαλήνεψαν.

Εκδ. ΚΨΜ, 2013, μτφ. – επιμ. – εισαγωγή: Εύη Παρασκευή Γούσια, πρόλογος Ι και ΙΙ: Paco Ignacio Taibo II, σελ. 295 [Angel de la Calle – Modotti: Una mujer del siglo XX, 2011]. Στο παράρτημα περιλαμβάνονται: κείμενο της T.M. Περί φωτογραφίας και δεκαέξι φωτογραφίες της αλλά και δείγματα από το εργαστήριο του συγγραφέα: βινιέτες σε φυσικό μέγεθος, φωτογραφίες που έγιναν καρέ, προσχέδια σκίτσων, σελίδες που αφαιρέθηκαν από την τελική έκδοση.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr – Βιβλιοπανδοχείο 155 / Fotolusion.