Όσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ – Ταξίδι στην Αρμενία

Τι να πει κανείς για τα κλίμα της Σεβάν; Το χρυσό νόμισμα του κονιάκ στο μυστικό ντουλαπάκι του βουνίσιου ήλιου.

Αν ο πιο αγαπημένος μου ταξιδευτής (όχι ταξιδιωτικός) συγγραφέας είναι ο Μπρους Τσάτγουιν, ο πιο αγαπημένος μου ρώσος ποιητής είναι ο Όσιπ Μαντελστάμ (1891 – 1938). Ο πρώτος μου γνώρισε τον δεύτερο: το Ταξίδι στην Αρμενία ήταν ένα από τα δυο βιβλία που πάντα φρόντιζε να παίρνει στα ταξίδια του ο Τσάτουιν (το άλλο ήταν Χέμινγουεϊ, Στον καιρό μας). Πώς βρέθηκε ο Μαντελστάμ βρέθηκε στην Αρμενία; Μέσω μιας «κομαντιρόφκα», της περιήγησης εργασίας που πραγματοποιούσαν στις αρχές του ’30 συγγραφείς με την εντολή να συγγράψουν εγκωμιαστικά άρθρα για την πρόοδο της τεχνολογίας.

Φυσικά ο ποιητής αγνόησε την εντεταλμένη υπηρεσία και ύμνησε τα ακριβώς αντίθετα, τη φύση, τα τοπία, την ρώσικη ψυχή, την γλώσσα των ανθρώπων, την αρχιτεκτονική τους, την καθημερινότητά τους, την ελευθερία τους. Ζώντας σ’ έναν αέναο νομαδισμό χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, όλα τον έστρεψαν ξανά στην ποίηση (μετά από πενταετή σίγαση), ενώ η γνωριμία του με τον ένθερμο βιολόγο νεολαμαρκιστή Μπορίς Σεργκέγιεβιτς Κούζιν του διεύρυνε το ενδιαφέρον για τις επιστήμες της φύσης, ανοίγοντας ακόμα περισσότερο την βεντάλια της όρασής του. Ο φίλος της Αχμάτοβα και του Παστερνάκ, ο αγαπημένος της Τσβετάγιεβα, εκείνος που έκανε παρατεταμένα γέλια ακόμα και στις πιο ζοφερές καταστάσεις αποκρυπτογραφούσε τώρα εκ νέου την μαγεία του κόσμου.

Αυτό το πλανευτικό και υπέρτατα ποιητικό κείμενο που ειδολογικά ανήκει παντού και πουθενά (επιστήμη, ποίηση, πρόζα, βιολογία, αυτοβιογραφία, ταξιδιογραφία, περιήγηση, φιλοσοφία, πολιτική, γεωγραφία) ήταν το τελευταίο που είδε τυπωμένο. Αργότερα προειδοποιήθηκε να το αφαιρέσει από την έκδοση των απάντων του και να το αποποιηθεί, ενώ ο διευθυντής του περιοδικού Ζβεζντά (όπου δημοσιεύθηκε) είχε ήδη χάσει τη δουλειά του. Η επιστροφή στη Μόσχα ήταν η βίαιη προσγείωση στην σοβιετική πραγματικότητα: εξορία το 1934 στο Τσέρντιν, απόπειρα αυτοκτονίας, νέα εξορία στο Βορόνιεζ με εθελοντική συντροφιά της γυναίκας του, επιστροφή το 1937 αλλά απαγόρευση εισόδου στη Μόσχα, καταδίκη το 1938 σε καταναγκαστικά έργα για αντεπαναστατική δράση, θάνατος λίγο αργότερα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αλλά όπως έλεγε συχνά, ζούσε «πάντα έτοιμος για τον θάνατο».

Η έκδοση αυτού του αφηγήματος των λίγων και τόσο άπειρων μέσα στην πυκνότητά τους σελίδων συνοδεύεται από επιστολές, έντονα συγκινησιακό πρόλογο του μεταφραστή, ερμηνευτικές σημειώσεις και 7 μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Ani-1Εκδόσεις Ίνδικτος, 2007, μτφ. Γιώργος Χαβουτζάς, σελ. 240.

Ήπια νοερά στην υγεία της νεαρής Αρμενίας με τα σπίτια από πορτοκαλένια πέτρα, για τους ασπροδόντηδες λαϊκούς της κομισάριους, για τον αλογίσιο ιδρώτα και το ποδοβολητό των ουρών αναμονής, αλλά και για την ρωμαλέα γλώσσα της, την οποία είμαστε ανάξιοι να μιλήσουμε… Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωφέλιμο και ευχάριστο από το να βυθιστείς σε μια παρέα ανθρώπων εντελώς άλλης φυλής, την οποία σέβεσαι, με την οποία συμπάσχεις, με την οποία, όσο ξένος και να είσαι, αισθάνεσαι υπερήφανος…Η αγάπη για τους ξένους δεν συγκαταλέγεται γενικά ανάμεσα στις αρετές μας. Οι λαοί της Ε.Σ.Σ.Δ. συμβιώνουν όπως οι μαθητές. Γνωρίζονται μόνο στο θρανίο της τάξης και στο μεγάλο διάλειμμα, όσον καιρό διαρκούν τα μαθήματα. (σ. 51-52)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

Αλεξέι Αρμπούζωφ – Φθινοπωρινή Ιστορία

Θέατρο Άλμα

Θα θυμόμαστε ότι κάποτε μας αγάπησαν με πάθος

Να ξεκινήσω από τον συγγραφέα ή τον ηθοποιό; Ας αφήσω για λίγο στην άκρη τον πρώτο να ησυχάζει στα ράφια ή να ξυπνάει στις πρόβες κι ας αρχίσω μ’ αυτόν τον Υποκριτή και Υποκρινόμενο. Αναρωτιέμαι πότε θα σταματήσει ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος να καταλαμβάνει ολόκληρη την σκηνή και να αιχμαλωτίζει την προσοχή όλων απλά και μόνο με την παρουσία του. Χωρίς να θέλεις να χάσεις ούτε ρυτίδα, ούτε βλέμμα, ούτε συλλαβή.

Σ’ ένα παραλιακό θεραπευτήριο συναντιούνται στις αρχές του φθινοπώρου (της χρονιάς και της ζωής τους) ο χειρούργος και διευθυντής του ιδρύματος Ροντιόν και η φιλοξενούμενη Λύντια, τέως νουμερίστα και νυν ταμίας τσίρκου σε τσίρκο συναντιούνται στις αρχές Εκείνος ζει κλεισμένος στον εαυτό του, αρκούμενος στην ορθή λειτουργία του αναπαυτηρίου  – «σανατορίου», εκείνη παραβαίνει κατ’ εξακολούθηση τους κανονισμούς συνεπώς οι μοναχικές τροχιές τους οδηγούνται σε ευθεία μετωπική. Κάπως έτσι ξεκινάει μια σειρά επιθετικών διαλόγων που σταδιακά καταλαγιάζουν σε ένα συνεχές παιχνίδι δράσης – αντίδρασης κι έλξης – απώθησης. Οι τροχιές τώρα στροβιλίζουν η μία γύρω απ’ την άλλη.

Το αντιφατικό ντουέτο συναντιέται μέσω ενός συνεχούς διαλόγου, με λέξεις που αφήνουν κενά και υπονοούν περισσότερα. Αυτός απορεί πώς ταιριάζει στο μυαλό της τόσο παράταιρα πράγματα, εκείνη ξαφνικά νοιώθει την επιθυμία να ακούσει να προφέρουν το όνομά της. Εκείνος παραδέχεται Θα μ’ άρεσε να δω ένα τσίρκο, εκείνη: Τώρα τελευταία νοιώθω την ανάγκη να θυμηθώ όλα τα ονόματα που γνώριζα κάποτε και να μην τα ξεχάσω πια. Κι οι δυο ομολογούν πως κάποτε μισούσαν τις ομπρέλες, ενώ τώρα και την ομπρέλα θέλουν και την βροχή φοβούνται. Η εξωστρέφειά της εφάπτεται της ερμητικότητάς του και σ’ αυτή τη διαλεκτική του ησυχαστηρίου, η ερωτική συνύπαρξη είναι αναγκαιότερη από την συνεύρεσης, και το αίσθημα υπερτερεί του έρωτα.

Ο Αλεξέι Αρμπούζωφ, ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς της Μεταπολεμικής Σοβιετικής Ένωσης που το έργο τους έχει ξεπεράσει τα όρια της πατρίδας τους, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Μόσχα κι έγραψε τα περισσότερα έργα του στη Γιάλτα. Αυτό εδώ, Μια παλαιομοδίτικη κωμωδία, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του, ήταν και το τελευταίο του (1975). Ορθά ο Ερρίκος Μπελιές στο σημείωμά του ανιχνεύει την καταγωγή του στη γραμμή των Τσέχωφ, Οστρόφσκι, Τουργκένιεφ, Γκόγκολ, Μαγιακόφσκι, Γκριμπογιέντοφ, Κατάγιεφ, Έρντμαν.

Καθώς η κολεκτιβοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης είχε ισοπεδώσει κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, καθημερινότητας και διαπροσωπικών σχέσεων, οι δυο συζητητές έχοντας βιώσει εκείνο το καθεστώς προσπαθούν από τη μια να διατηρήσουν το τείχος που έχουν μάθει να χτίζουν γύρω τους αλλά και να σκάψουν ανοίγματα προς την θέα του άλλου. Όμως οι αποστάσεις που κράτησε ο Αρμπούζωφ [1908-1986, βλ. ακόμα Τάνια και Καημένε μου Μάρικ] από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και η εμμονή στα αιώνια θέματα εξάπλωσε τα έργα του πέρα και μετά τον Σοβιετικό Κόσμο.

Απόψε η ζωή μού φάνηκε αλλιώτικη. Τόσο ο Γ. Μιχαλακόπουλος όσο και η Κατερίνα Μαραγκού είναι υπεράνω κριτικής, σε αυτή την δίδυμη ψυχογραφία αντιηρώων που δεν έχουν εγκαταλείψει την επιθυμία να τρέξουν ως τα όρια της προσωπικής ευτυχίας, ακόμα και τώρα που ο χρόνος μοιάζει μικρός, που γνωρίζουν καλά πως η συμπληρωματική παρουσία του άλλου αποτελεί απαραίτητο συνοδηγό. Γι’ αυτό και ο κήπος του ησυχαστηρίου, ένα γειτονικό ζαχαροπλαστείο, οι παλιές γειτονιές της Ρίγα, ακόμα και οι τάφοι αγαπημένων προσώπων γίνονται σκηνή για «μια αποχαιρετιστήρια θριαμβική παράσταση» ή και το πρελούδιο μιας ακόμα!

Μνεία στο άρτιο (και αισθητικά) πρόγραμμα της παράστασης, με χρονολόγιο και παλαιότερη συζήτηση με τον συγγραφέα, παραστασιογραφία στις  ελληνικές σκηνές, αποσπάσματα κριτικών, κείμενα για το σοβιετικό δράμα την δεκαετία του ’70 και τις σχέσεις ελληνικής και σοβιετικής δραματουργίας.

Παίζουν: Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Κατερίνα Μαραγκού. Απόδοση: Ερρίκος Μπελιές, σκηνοθ.: Ιωάννα Μιχαλακοπούλου, σκην. – κουστ.: Γιώργος Πάτσας, μουσ. Ευανθία Ρεμπούτσικα. Θέατρο Άλμα, Κεντρική Σκηνή, Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15 –17, Ομόνοια, 210-5220100.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr