Régis Debray – Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου

Η βιβλική μεταϊστορία

Μέρος Α΄

Ο αλλοτινός «ψηλαφιστής μιας θρησκείας εγκόσμιας σωτηρίας» (θυμίζουμε: φίλος και συνεργάτης του Τσε Γκεβάρα) οργώνει τους βιβλικούς τόπους σε μια ιδιότυπη αποστολή διερεύνησης των περιπετειών της μεγάλης θεολογικής υπόσχεσης. Εικονοπλαστικές περιγραφές, συζητήσεις με πρόσωπα κάθε άποψης και ταυτότητας και προσωπικές περιπλανήσεις μεταπλάθονται σε συναρπαστικό δοκιμιακό, πολιτικό, φιλοσοφικό και ταξιδιωτικό λόγο (που προλογίζεται από απαραίτητο εισαγωγικό και κριτικό σημείωμα του Σταύρου Ζουμπουλάκη). Τι απέγιναν οι Γραφές στην χώρα των τριών μονοθεϊσμών, των κληρονομικών μεσσιανισμών και του μέγιστου μίσους στην ελάχιστη επιφάνεια, όπου τρεις φωνές μοιάζουν να λένε η μια στην άλλη «δεν έχεις θέση εδώ»;

Το επιχείρημα της παλαιότητας συνεπάγεται την κυριαρχία στο παρόν. Το εκρηκτικό βραχυκύκλωμα χρονολόγησης και διεθνούς δικαίου (που θα ανάγκαζε πολλούς πληθυσμούς στον κόσμο να μετοικήσουν) εξηγεί γιατί η αρχαιολογία εδώ μυρίζει μπαρούτι. Το Ισραήλ κατατρυπά τη γη, ταυτίζει πηγές κι εξαφανίζει κάθε εχθρική προϊστορία. Οι χριστιανοί αναζητούν την επαλήθευση της βιβλικής αφήγησης σε χαλίκια και παπύρους. Οι μηδαμινές αρχαιολογικές πληροφορίες για τα πρωτοχριστιανικά χρόνια αναπληρώνονται από παραχαράξεις και οι βιβλικοί λόγοι συρράπτονται στα θραύσματα των σκαμμάτων: μια σχολαστική υψηλή ραπτική. Οι πιστοί μοιάζουν δεμένοι περισσότερο με τις τελετουργίες παρά με το δόγμα τους. Η θρησκεία περισσότερο δηλώνει την ταυτότητα της ομάδας παρά την αλήθεια ενός αισθήματος. Οι κληροδοτημένες χειρονομίες βαρύνουν περισσότερο από τις ιδέες.

Η βιομηχανία της μνήμης μετατρέπει τους βιβλικούς μη-τόπους σε «αυτόματους πωλητές του παγκοσμιοποιημένου μεταφυσικού. Ο επιμνημόσυνος τουρισμός μας επιστρέφει σε πηγές περισσότερο πλαστές παρά γνήσιες. Το λίκνο της χριστιανικής πίστης θεάται μόνο μέσα από τις επανειλημμένες επεμβάσεις της ενηλικίωσής της, Η σηματοδότηση ανθεί, το σημαινόμενο φθίνει. Τα μνημεία – πολυκαταστήματα της πίστης είναι για την ανάμνηση του Ιησού ό, τι είναι η φλυαρία για τον λόγο. Το μυθικό λειτουργεί με χρονοκαθυστέρηση. Ο προσκυνητές δημιούργησαν τον Άγιο Τόπο, όχι το αντίστροφο. Η Ιστορία αντικαθίσταται από μια εύπλαστη και πολυδύναμη μεταϊστορία.

Η τριπρόσωπη Πόλη μοιάζει με βιομηχανική έκθεση περιφράξεων και εμποδίων διέλευσης. Παντού κυριαρχεί η αγωνία του σωστού συνθήματος, της λάθος πινακίδας και του κλειστού περάσματος. Καμία άλλη πόλη δεν είναι τόσο κατακερματισμένη και οριοθετημένη. Η αποθέωση της τειχολογίας συμβαδίζει με την ταυτοτική σηματοδότηση: το ομοίωμα του ηγέτη κάθε κοινότητας γίνεται τελωνείο και πυξίδα ταυτόχρονα. Φωτογραφίες αγνοουμένων ή νεκρών στα μπάζα ή τους ηλεκτρικούς στύλους, αυτοσχέδια μνημεία, σημαίες στους αγρούς και τις σκεπές: μια έκρηξη εμβλημάτων, ένας αγιογραφικός ενθουσιασμός. Ο φόβος της όσμωσης δημιουργεί γωνίες λήψης που επιτρέπουν την απάλειψη των έτερων πλεοναζόντων πλησιαστών. Η κοινότητα και το τηλεοπτικό της κανάλι συνοψίζει τον μικρόκοσμο του καθενός, ενώ συχνά η εσωτερική ειρήνη εξαγοράζεται μ’ έναν εξωτερικό εχθρό ή με την υποχώρηση της δημοκρατίας.

Το Ισραήλ, σε μόνιμη κατάσταση εργοταξίου και προώθησης των συνόρων, δεν αναδεικνύει πόλεις αλλά μεγάλους άξονες κυκλοφορίας: οι μύθοι του χτίζονται με την μπουλντόζα, ο Μωυσής συμβαδίζει με το Κατερπίλλαρ. Χάρη στην τακτική του τετελεσμένου γεγονότος δεν αποτελούν οι ισραηλινοί εποικισμοί στίγματα ενός παλαιστινιακού φόντου, αλλά το αντίστροφο. Οι αναφορές των οργανισμών αγνοούν κάθε αξιολογική κρίση και προσωπική μαρτυρία. Ένα «μακελειό» καταχωρίζεται ως «συμβάν», η στατιστική μοιάζει πιο αξιόπιστη από τις φθαρμένες λέξεις. Καμιά σύγκρουση δεν είναι τόσο τεκμηριωμένη και χαρτογραφημένη. Οι λογιστές τους πένθους και της σφαγής γνωρίζουν πως τα μακροπρόθεσμα σενάρια αποτελούν ανυψωτές ηθικού και εργοδοτούν διπλωμάτες, μέσα και πολλές φάμπρικες απασχόλησης.

Ο Ντεμπρέ αισιοδοξεί παρατηρώντας την δικτύωση των προσφυγικών στρατοπέδων. Το Διαδίκτυο υποκαθιστά την εδαφική ένωση, παρακάμπτει τη λογοκρισία και οδηγεί σε μια εύπλαστη αντίληψη του ιερού. Η μεταφορά του ΟΗΕ («η τελευταία ασφάλεια, μαζί με τους Μ.Κ.Ο., πριν από την αυτοκτονία μιας κοινωνίας») στην πόλη, η επινόηση μιας πολιτικής οχυρώσεων και μιας ηθικής συνόρων και η λύση των δυο κρατών με μεγάλες εκατέρωθεν παραιτήσεις είναι απαραίτητες, όπως και η πεποίθηση πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον διάλογο ανάμεσα στις κουλτούρες και την συνύπαρξη ταυτοτήτων. Απαιτείται ένα «αυτοί» για να ζήσει ένα «εμείς». Η πολλαπλότητα των κόσμων και το ψηφιδωτό των πίστεων αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ζωής.

Μέρος Β΄

Η σημειολογία της Αγίας Χώρας
Σπίτια μισοτελειωμένα, εντύπωση ενός διαρκούς «υπό κατασκευή», ανοιχτοί τοίχοι, κατασκηνώσεις μέσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια, οικογένειες που κατασκηνώνουν μέσα στο μισογκρεμισμένο σπίτι τους, πάνω στα ερείπια. Στους τοίχους φωτογραφίες των νεκρών εφήβων ή κόκκινα τριαντάφυλλα αντί για τα πρόσωπα των κοριτσιών. Μια κοινωνία που εξαθλιώνεται και σαπίζει ζωντανή από έλλειψη δουλειάς, ελπίδας και εξαερισμού. Σμήνη παιδιών στη Αντ Ντεϊράτ, στην Δυτική Όχθη, υποδέχονται με κραυγές ενθουσιασμού τα σκουπιδιάρικα των εποίκων, για να βοηθήσουν στο οικογενειακό τσουκάλι: ο σκουπιδοτενεκές ως μέσο ταπείνωσης του εχθρού.

Η ειδωλολατρία της δύναμης
Στο Ισραήλ η θρησκεία είναι ένθετη στο έθνος και αντιστρόφως. Η συναγωγή κυριεύει τον στρατώνα και ο στρατώνας την κυβέρνηση. Εβραίοι εγκαταστάθηκαν άνευ όρων σ’ αυτή τη γη που τους είναι συγχρόνως ξένη και από τα πανάρχαια χρόνια πατρίδα τους. H επιστροφή ενός λαού στη γη του είναι νόμιμη, αλλά μπορεί να γίνεται δια του βίαιου διωγμού και της κατοχής ενός άλλου λαού; Εδώ εφαρμόζεται η εθνοκάθαρση και ανάγονται ως βασικοί δικαιικοί κανόνες το status quo και οι «νέες πραγματικότητες που ισχύουν επί τόπου». Ο Ντεμπρέ τονίζει πως αυτό το κράτος κινδυνεύει πρωτίστως από τον εαυτό του, από την «προσχώρηση στην ειδωλολατρία της δύναμης», στη δεισιδαιμονία της ισχύος. Είναι αξιοσημείωτο πως η αμερικανική εβραϊκή κοινότητα γίνεται όλο και πιο επιφυλακτική απέναντι στην πολιτική της ασταμάτητης φιλοπολεμικής τους δραστηριότητας, σε αντίθεση με την Γαλλία, στα λάθη της οποίας συχνά επανέρχεται ο συγγραφέας.

Οξύμωρα και υποκρισίες
Ενώ η Αμερική είναι η μεγαλύτερη χορηγός του Ισραήλ, η Ευρώπη είναι η πρώτη στην παροχή βοήθειας στην Παλαιστίνη: αφιερώνει εκατομμύρια ευρώ και τους καλύτερους εμπειρογνώμονες για την κατασκευή ενός σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας, ενός αεροδρομίου ή ενός επιστημονικού εργαστηρίου αλλά οι ίδιες χώρες δεν διαμαρτύρονται όταν η ισραηλινή αεροπορία ισοπέδωσε αυτές τις πολυδάπανες επενδύσεις σε τρία λεπτά! (σ. 372). Έτσι το Ισραήλ επωφελείται πρώτο από την βοήθεια προς την Παλαιστίνη, αφού η Ευρώπη πληρώνει στη θέση του τα έξοδα κατοχής που βαρύνουν τον κατακτητή. Από την άλλη, Παλαιστίνιοι κάνουν ουρά σε κάποιο check point για να τους προσλάβουν με τη μέρα στο χτίσιμο του τείχους που θα περικλείσει το χωριό τους. Ή νεαρές εργάτριες ράβουν τις στολές της Τσαχάλ.

Διασκέψεις και διάλογοι πραγματοποιούνται εκτός πεδίου πυροβολισμών και καρδιάς του προβλήματος. Η υποκρισία αποτελεί το απαραίτητο λιπαντικό για τους μηχανισμούς και των δύο. Όλοι επικρότησαν τις «συμφωνίες της Γενεύης» που δεν ισχύουν πλέον, λίγοι τις διάβασαν. Μεγάλες προσδοκίες, κανένα αποτέλεσμα. Οι ισραηλινές κυβερνήσεις μεριμνούν για τη χορήγηση τριμηνιαίας δόσης αναλγητικών (μονομερή πλάνα αποχώρησης, μερικές διαλύσεις εποικισμών, εξαγγελίες απραγματοποίητες). Η δημοσιότητα ζει στην επικαιρότητα και δεν έχει μνήμη. Είκοσι νεκροί στη Γάζα είναι σαν διακόσιους στην Βαγδάτη: ένα πλάνο, τρία δευτερόλεπτα, και περνάμε στην κλήρωση του λόττο.

Η εκβιομηχάνιση του συμβολικού

Δέκα χιλιάδες διδάκτορες για τον Πλάτωνα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι για τον Ιησού. Οι ιδέες και οι πράξεις μετράνε λιγότερο από την σιλουέτα που έχει εντυπωθεί.

Οι Άγιοι Τόποι σύντομα δεν θα είναι η Λούρδη που φοβόταν ο Φλωμπέρ αλλά μια νέα Ντίσνεϋλαντ – επισκέψιμα πνευματικά πάρκα αναψυχής με πάρκινγκ. Τα μνημεία μένουν όρθια μόνο χάρη στις αφηγήσεις με τις οποίες τα τεκμηριώνουμε, τη λάμψη μιας κοινής μνήμης που προβάλλουμε επάνω τους. Οι μυθικές πόλεις αποτελούν σημάδια μιας υπόσχεσης που απολαμβάνεις εκ του μακρόθεν. Τελικά τι είναι ο Ιορδάνης της γεωγραφίας μπροστά στον Ιορδάνη του προσωπικού μας χάρτη, των ονείρων μας για τον υμνωδό με τον ξύλινο σταυρό; Μόνον εκείνος είναι ωραίος γιατί δεν υπάρχει (σ. 136). Ευκολότερα μιλάς γι’ αυτόν παρά τον βλέπεις. Η Βηθανία της Βάπτισης είναι ένα εγκαταλειμμένο σημείο στο μέσο ενός ναρκοπεδίου. Τα κάμπινγκ της Άνω Γαλιλαίας, το φαστ-φουντ στη Ναζαρέτ, οι εργατικές κατοικίες στην κορυφή του Όρους των Ελαιών, τα ηχεία που ουρλιάζουν στην Εμμαούς εμποδίζουν κάθε επιστροφή στο παρελθόν, το οποίο ανασκευάζεται στη βάση των νοσταλγών του παρόντος.

Αυτό που πιστεύουμε ότι ήταν η εποχή του Χριστού είναι στην πραγματικότητα η εποχή των Βυζαντινών, που ήταν οι πρώτοι που προσδιόρισαν την τοποθεσία των ipsissimi loci της Γέννησης και των Αγίων Παθών. Στα αλλεπάλληλα στρώματα του υπεδάφους στοιβάζονται οι ευσεβείς φαντασιώσεις της οικουμενικής χριστιανοσύνης. Δελεαστικά φυλλάδια και προσκλήσεις σε τετραχρωμία μας καλούν σε επιστροφή σ’ αυτό που μας διαβεβαιώνουν πως είναι η αφετηρία μας. Καθώς τα λείψανα της πόλης στριμώχνουν τις εποχές και τους θεούς τον έναν πάνω στον άλλον, η ζωτική τέχνη της προχρονολόγησης και του αναχρονισμού αναλαμβάνει μια παντομίμα κουλτούρας, όπως οι γραφείς της φυλής που διηγούνται την ιστορία από εμπρός προς τα πίσω για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της στιγμής. Οι πρόγονοί μας, γράφει ο Ντεμπρέ, είχαν υπερεπάρκεια μνήμης και πενιχρότητα τόπων. Εμείς έλλειμμα μνήμης και πλεόνασμα τόπων. Δεν διαβάζουμε τις Γραφές, αλλά το προχρονολογημένο σκηνικό τους μας έχει γίνει πιο οικείο. Παραγνωρίζουμε ότι στην πραγματικότητα βρίσκονται μέσα μας, ότι είναι οι δικές μας αναμνήσεις και ελπίδες.

«Θεολογικές» και «λαϊκές» συλλογικότητες
Ένας τραγικός ποιητής θα χειροκροτούσε την ενότητα δράσης, τόπου και χρόνου. Πρωταγωνιστής ο Θεός, τόπος δυο τετραγωνικά χιλιόμετρα, επίδικο αντικείμενο η ίδια η αιωνιότητα. O Ντεμπρέ νοιώθει άβολα με την λατρευτική υστερία, τις ευσεβείς απάτες, «τα ασφαλιστικά συμβόλαια των σαλών του Θεού». Οι μονοθεϊστικές θρησκείες εξαγγέλλουν την συναδέλφωση και προκαλούν σφαγές στο όνομά τους. Αυτά που λέει ο Μπιν Λάντεν, περιέχονται στο Syllabus, την παπική εγκύκλιο του 1869!

Σε κάθε άνθρωπο, ας είναι και άθεος, υπάρχει ένας μουσουλμάνος, ένας χριστιανός και ένας εβραίος εν υπνώσει, που μια αναλυτική παρουσίαση μπορεί να τον ξυπνήσει φέρνοντας στην επιφάνεια ορισμένες αλλεργίες ή ενδόμυχες τάσεις που δεν υποψιαζόταν μέχρι τότε. Όλοι γνωρίζουν ότι η Βίβλος, το Κοράνι, ακόμα και τα Ευαγγέλια περιέχουν τα πάντα και τα αντίθετά τους, και ότι για κάθε μειλίχια παραίνεση των Γραφών αντιστοιχεί, τρεις σελίδες παρακάτω, μια άδεια για φόνο. (σ. 470, 472)

Οι χριστιανοί Άραβες διπλά παραμερισμένοι: στην πατρίδα ως χριστιανοί και στο εξωτερικό ως Άραβες. Οι Μαρωνίτες και οι κόπτες της Αιγύπτου αποδεικνύονται τα δυο πιο σταθερά αγκυροβόλια του ανατολικού χριστιανισμού. Δημιουργείται όμως η εντύπωση πως οι Χριστιανοί περισσότερο ενδιαφέρονται για την κλειδοκρατορία παρά για τον κίνδυνο οριστικής εξαφάνισης του χριστιανισμού στην περιοχή.

Το φράγμα των επτακοσίων χιλιομέτρων μοιάζει με την υπογραφή ενός μοιραίου πεπρωμένου «άπαξ και συγκροτηθούμε σε θίασο, εταιρεία, εκκλησία, σχολή, λέσχη, στοά, κόμμα, εθνότητα, έθνος ή κοινότητα». Εκεί όπου υπάρχει ένας εκλεκτός, υπάρχει και ένας απόβλητος. Ή απλώς «Μια εθνική μνήμη είναι η διαχείριση από κοινού μερικών βολικών παραλείψεων που θα έβλαπταν το ηθικό του έθνους». (σ. 257)

Τίτλοι τέλους (;)
Ο Ντεμπρέ είναι βέβαιος πως κάποια μέρα αυτό το σκουριασμένο καζάνι θα αυτοκαταστραφεί. Οι επιχειρήσεις αυτοκτονίας και οι απαγωγές ομήρων θα συνεχίζονται χωρίς τελειωμό, παρασυρμένες από μια τυφλή και νεανική παλίρροια, έναν ξέφρενο άνεμο συλλογικής και αυτοκτονικής ζωτικότητας. Όμως ελπίζει, καθώς το διαδίκτυο γίνεται εξισωτής δυνάμεων και νευρώνων, ευνοεί όσους έχουν χαμηλότερη μόρφωση, ενώνει τους εξόριστους, κάνει τις αποφάσεις συλλογικές και αφαιρεί από τα κράτη τον έλεγχο της αλήθειας, ελπίζει βλέποντας ένα εικονικό παλαιστινιακό μουσείο και γνωρίζοντας πως σε δέκα χρόνια από τώρα, όλοι, συμπεριλαμβανομένων των Βεδουίνων, θα είναι δικτυωμένοι. Εάν υπάρχει ένας μετα-ισλαμισμός, οφείλει πολλά στις δορυφορικές κεραίες και στους φορητούς υπολογιστές. Στον 21ο αιώνα όλοι μας θα έχουμε μια σύνθετη ταυτότητα και τόσο το καλύτερο. Ή όπως λέει ένας από τους συνομιλητές του: Είμαι Άραβας, μουσουλμανικής κουλτούρας, χριστιανικής θρησκείας, βυζαντινής μνήμης, σε εβραϊκό περιβάλλον. Είμαι όλα αυτά μαζί. Είμαι η ιστορία αυτού του τόπου εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Δεν μ’ αρέσουν οι ταυτότητες. Απλώς εντάσσομαι.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Άννα Καρακατσούλη, σελ. 516.

Πρώτη δημοσίευση: Α’ Μέρος : Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ). Β΄ Μέρος: αποκλειστικά εδώ στο Πανδοχείο.

Στις φωτογραφίες: Το Φράγμα των Επτακοσίων Χιλιομέτρων. Εξωτερικός (εξαεριζόμενος) τοίχος σπιτιού στη Γάζα. Πολύχρωμο «μνημείο» κατασκευασμένο από βλήματα που εκτοξεύτηκαν από άλλα βλήματα. Κόπτης μοναχός που μοιάζει με Σεκιούριτι. Η Οδός των Δακρύων (που δεκαπλασιάστηκε και περνάει μέσα από τουριστικά μαγαζιά). Ένα κορίτσι στη Γάζα. Κι ένας εγγυημένος τρόπος να θωρακίσεις την πόρτα σου.

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Έβενος, Το χρώμα της Αφρικής – Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου – Ταξίδια με τον Ηρόδοτο

Οδυσσέας της Αφρικής, του «Άλλου» συνομιλητής

Ο Καπισίνσκι (1932-2007) υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική. Οι ανταποκρίσεις του από τα δύσβατα πεδία της Ιστορίας συχνά συγκεντρώθηκαν σε βιβλία του, τρία από τα οποία επανεκδίδονται εδώ σε ενιαίο τόμο, προσφέροντας την ευκαιρία για μια εκ νέου αποτίμηση κρίσιμων και οριακών καταστάσεων. Η Έβενος (1998) αφορά την περιπέτεια της εμβύθισής του στην Μαύρη Ήπειρο, που έζησε από κοντά, από τις ελπιδοφόρες δεκαετίες της αποαποικιοποίησης (’50 – ’60) μέχρι τις οριακές πολιτικές συγκυρίες της τελευταίας τριακονταετίας. Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου (1988) επίσης εστιάζει κυρίως στην Αφρική, ενώ το φερώνυμο κείμενο αναφέρεται στον πόλεμο Ονδούρας – Σαλβαδόρ, που ξέσπασε με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, που αποτέλεσε ιδανική εστία έκρηξης «των εθνικιστικών διαθέσεων και της υπερπατριωτικής υστερίας, αναγκαίων για να ενισχυθεί η εξουσία των ολιγαρχικών καθεστώτων στις δυο χώρες». Στα Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (2004) επιστρέφει στις απαρχές της δημοσιογραφικής του περιπέτειας, βασική έμπνευση της οποίας υπήρξαν οι ηροδότειες ιστορίες. Η συνειδητοποίηση της άγνοιάς του κατά τις πρώτες αποστολές σε Ινδία και Κίνα (1956-1957) και η πεποίθηση πως κανένας πολιτισμός δεν θα αποκαλυφθεί χωρίς απροσμέτρητο κόπο, οδήγησαν στην επιλογή της «κατακερματισμένης, πιο διαφοροποιημένης στην απεραντοσύνη της» Αφρικής.

Ο Καπισίνσκι φωτίζει τόσο την ιστορία όσο και την καθημερινότητα, κινούμενος με άνεση από το δημόσιο στο ιδιωτικό. Εμβριθή κείμενα για την Ρουάντα, το Σουδάν, την Λιβερία, την Νιγηρία, την Ουγκάντα, την Αιθιοπία κ.ά. εναλλάσσονται με μικρότερα κομμάτια για ποικίλες πτυχές της αφρικανικής ζωής: ένα σχολείο προφορικό και ανοιχτό σε όλους κάτω από ένα δέντρο στον Γαλάζιο Νείλο, την οδύσσεια της αναζήτησης μιας γούρνας στη Σομαλία, τον αφανισμό της κοινωνίας των Τουαρέγκ. Ερμηνείες για την αποικιοκρατία και το Απαρτχάιντ συνυπάρχουν με προσωπογραφίες ηγετών που επιχείρησαν να κυβερνήσουν δίκαια και ειρηνικά στην μετα-αποικιακή συγκυρία και αντιπαρατέθηκαν με το αποικιακό παρελθόν, την διαφθορά και τις εξωτερικές επεμβάσεις (όπως ο Πατρίς Λουμούμπα στο Κονγκό, ο Κβάμε Νκρούμα στην Γκάνα, ο Μπεν Μπέλα στην Αλγερία). Η γραφή του θυμίζει το ειδολογικό και θεματολογικό εύρος σπουδαίων συγγραφέων της ταξιδευτικής λογοτεχνίας, όπως ο Μπρους Τσάτουιν ή ο Πωλ Θερού, εμπλουτισμένη με πρόσθετα νεωτερικά στοιχεία, καθώς καθίσταται ο ίδιος μέρος της αφήγησης και συμπεριλαμβάνει, ως «σχέδιο ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε ποτέ», σημειώσεις, συγγραφικά desiderata και υπενθυμίσεις προς εαυτόν, στην ουσία εξαρτήματα του εργαστηρίου του.

Αποφεύγοντας τις προστατευμένες περιοχές των λευκών και τα άνετα ξενοδοχεία, κοινώς οτιδήποτε έμοιαζε με ευρωπαϊκή προέκταση στην ήπειρο, ο Καπισίνσκι προτιμά να ζήσει σε αμιγώς αφρικανικές συνθήκες, ακόμα κι όταν η επιλογή του να μείνει σ’ ένα δωμάτιο σε μια Νιγηριανή συνοικία συνεπάγεται την σιωπηρή αποδοχή συνεχών κλοπών, με αντάλλαγμα την κοινωνική αποδοχή και ασφάλεια! Προσαρμόζεται στην διαφορετική αντίληψη για τον μη γραμμικό ή μετρήσιμο χρόνο και τον χώρο, που ιδίως στα χωριά δεν είναι διαιρεμένος αλλά ανοιχτός, χωρίς περιορισμούς. Συνηθίζει στην ανυπαρξία πινακίδων ή χαρτών, καθώς οι γηγενείς είναι γνώστες της γραφής του τοπίου και αποδέχεται διαφορετικές νοοτροπίες. Ενδεικτική είναι η περίπτωση μιας τεράστιας τρύπας στη μέση του δρόμου που δεν διορθώνεται ποτέ, ώστε να απασχολούνται πολλοί άνθρωποι στις ρυμουλκήσεις των φορτηγών και να δημιουργηθεί ολόκληρη εμπορική εστία τριγύρω! Περιπλανιέται στους προσφυγικούς καταυλισμούς – τόπους συλλογικού μαρτυρίου που, εκτός από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, κανείς δεν γνωρίζει ή δεν επιθυμεί να γνωρίζει, στα αφρικανικά μπαρ, που αποτελούν ταυτόχρονα το φόρουμ, το ενεχυροδανειστήριο, το καπηλειό και την βουλή του Αφρικανού, στα «μνημεία» των εξωτερικών επεμβάσεων, όπως η στρατιωτική νεκρόπολη του Ντέμπρε Ζέιτ της Ερυθραίας, μια αχανής πεδιάδα χιλιάδων τόνων οπλικών συστημάτων, αχρησιμοποίητα λόγω άγνοιας δώρα του Μπρέζνιεφ προς τον Μενγκίστου!

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασε κοντά στο θάνατο ή την εκτέλεση και εκτέθηκε σε κάθε κίνδυνο που συνεπαγόταν η παρουσία του σε κρίσιμες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, πόσο μάλλον ως ξένου. Βίωσε την μοναξιά του τρόμου απέναντι στη βία που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή τιμωρία. Το χρώμα του δέρματός του τον έφερνε πάντα αντιμέτωπο με τον φόβο ή το μίσος απέναντι στον Λευκό ή ως απολογητή της αποικιοκρατίας. Αντιμετώπισε πολλές ασθένειες αλλά και την «νόσο της τροπικής μελαγχολίας», καθώς ατέλειωτες μέρες κυλούσαν κενές και άπραγες. Έπρεπε να προσαρμοστεί στην καυτή σαβάνα ή την υγρή ελονοσιακή βιολογία των τροπικών, σε μέρη «εξόριστα μεταξύ ουρανού και γης» και σε πυρακτωμένα κλίματα όπου ήλιος γινόταν εχθρός, να βρίσκει προστασία κάτω από τα φορτηγά ή τις σκιές των θάμνων ή να περιπλανιέται άσκοπα, με «την ψευδαίσθηση και την αστάθεια της ύπαρξης». Επιπρόσθετα, βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση από τους συναδέλφους μεγάλων πρακτορείων (έλλειψη χρημάτων, μεταφραστών κ.λπ.),

Βασική είναι η διαπίστωση της εμπλοκής του πολυφυλετικού αφρικανικού πληθυσμού στο φυλετικό μίσος, την «τερατώδη, δαιμονική μονομανία της Αφρικής», που οδηγεί σε εμφύλιες συγκρούσεις οι οποίες προκαλούν σήμερα μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων σε σχέση άλλες. Εξετάζονται οι μηχανισμοί της διχόνοιας και των ενδοαφρικανικών αντιθέσεων και ερευνάται με ποιό τρόπο συγγενικοί πολιτισμοί κατέληξαν από την προσέγγιση και την αλληλεπίδραση στην εχθρότητα. Καθόλου άσχετο το παράδοξο που τόνισε ο Ρόναλντ Όλιβερ στην Αφρικανική Εμπειρία: ενώ λέγεται πως οι αποικιοκράτες διαίρεσαν την Αφρική, ουσιαστικά υπήρξε μια βάναυση ενοποίηση, με τον περιορισμό χιλιάδων οντοτήτων σε δεκάδες.

Οι αφρικανικοί πόλεμοι, απροσπέλαστοι στα μέσα ή τους διεθνείς παρατηρητές, παραμένουν άγνωστοι στον Δυτικό κόσμο. Η Αφρική, εκτός του ισλαμικού βορρά, δεν γνώρισε τη γραφή, συνεπώς ούτε την συγγραφή της ιστορίας, που πάντα μεταδιδόταν προφορικά, με την μορφή μύθου από στόμα σε στόμα και όριο την μνήμη, γι’ αυτό και οι συνευρέσεις των τοπικών κοινωνιών είναι σημαντικές για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. Για εκατοντάδες χρόνια η ιστορία της ηπείρου υπήρξε «ανώνυμη»: τα ονόματα εκατομμυρίων σκλάβων και ξεριζωμένων παρέμεναν ακατάγραφα, άγνωστα. Σε τέτοιες οριακές καταστάσεις τα στρατιωτικά πραξικοπήματα γεννιούνται με επαναλαμβανόμενη νομοτέλεια και γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού βίου. Οι περιπλανώμενοι άνεργοι bayaye αποτελούν ιδανική δεξαμενή στρατολόγησης, με αντάλλαγμα φαγητό και οπλισμό, αλλά και την αίσθηση πως έχουν κάποια αξία. Ένας στρατός πλιατσικολόγων (lumpenmilitariat) που ληστεύει και λεηλατεί ατιμώρητος κι ένας δικτάτορας με αστείρευτη πηγή κέρδους την διεθνή βοήθεια, επιβεβαιώνουν πως όποιος έχει όπλο έχει τρόφιμα και όποιος έχει τρόφιμα έχει εξουσία. Ο στρατός αποτελεί συχνά τη μόνη λύση επιβίωσης για τα παιδιά. Καθόλου τυχαία τα αυτόματα όπλα γίνονται όλο και ελαφρύτερα και φτάνουν σε τόπους νωρίτερα από το τηλέφωνο ή το ηλεκτρικό ρεύμα.

Ο Αφρικανός είναι διαρκώς «στο δρόμο», λόγω πολέμου, ξηρασίας ή πείνας και η εικόνα του καθώς κουβαλά στο κεφάλι μια λεκάνη με τα απαραίτητα αγαθά κατά τις συνεχείς μετακινήσεις του είναι συνηθισμένη. Κάθε υλική ή εδαφική κοινότητα μοιάζει ρευστή και παροδική∙ η μόνη ζωντανή συνέχεια είναι πνευματική – φυλετική. Το εφήμερο της ζωής του κυριαρχεί ακόμα και σε ειρηνικές συνθήκες, στην πάλη με την εχθρική φύση και την διαρκή ισορροπία μεταξύ επιβίωσης και θανάτου, καθώς τα αποθέματα τροφής είναι ελάχιστα, ακόμα και εντός των ορίων της ημέρας, και η εξάρτηση από το βυτίο του νερού είναι ζωτική. Πιθανώς γι’ αυτό οι Αφρικανοί αποτελούν συλλογικές φύσεις∙ η ευρωπαϊκή αξία του ατομικισμού είναι συνώνυμη της κατάρας: ένας μοναχικός άνθρωπος εδώ είναι αδύνατο να επιβιώσει. Ο Καπινσίνσκι διαπιστώνει όμως και την γενικότερη κατάσταση ιδεολογικής ρευστότητας και την συνακόλουθη μεταφορά των πολιτικών αγώνων σε ατομικό επίπεδο. Αναρωτιέται πώς θα μπορέσει η Αφρική να αναπτυχθεί χωρίς την δική της πνευματική τάξη, εφόσον στην πλειοψηφία της η αφρικανική διανόηση ζει στα κέντρα της Δύσης. Επιχειρεί να γνωρίσει τον πολύπλοκο πνευματικό κόσμο του Αφρικανού, όπου το υπερφυσικό στοιχείο εμπνέει φόβο και δέος, οι πρόγονοι θάβονται στις αυλές για να εμψυχώνουν τους απογόνους και οποιοδήποτε ασήμαντο αντικείμενο μπορεί να γίνει ιερό ή συμβολικό. Πρόκειται για έδαφος πρόσφορο για τις αναρίθμητες χριστιανικές σέκτες και τους ναούς που αποτελούν τόπους κοινωνικών συγκεντρώσεων, ένα είδος κλειστών λεσχών όπου κυριαρχούν οι μεσσιανικές μορφές, αλλά και αντλίες χρηματικών επιχορηγήσεων.

Για τον Καπισίνσκι ο Ηρόδοτος αποτελούσε πρότυπο, ως ο «πρώτος θιασώτης της παγκοσμιοποίησης», ο συγγραφέας του «πρώτου μεγάλου ρεπορτάζ στην παγκόσμια λογοτεχνία», ο ιστορικός που ανακάλυψε την πολυπολιτισμική φύση του κόσμου και υποστήριξε ότι κάθε πολιτισμός απαιτεί αποδοχή και κατανόηση, και πως για να τον καταλάβεις, πρέπει πρώτα να τον γνωρίσεις. Ο Ηρόδοτος γνώριζε τον αντιφατικό χαρακτήρα της ιστορικής έρευνας: σπουδαιότερη και σχεδόν μοναδική πηγή γνώσης υπήρξε ο «άλλος», αλλά αποκλειστικά μέσω της μνήμης, κατεξοχήν μεταβλητού κι εφήμερου υλικού. Όμως εκείνος ο συνομιλητής αποτελούσε μοναδικό και αναντικατάστατο οδηγό προς αυτό τον κόσμο της έστω ρευστής και ασταθούς γνώσης. Κάπως έτσι προσέγγισε ο Καπισίνσκι την Αφρική και την ατέλειωτη ετερογένεια των πολιτισμών της: με την καθολική επικοινωνία με την οποιαδήποτε ετερότητα. Μολυσμένος με τη νόσο του πολυπολιτισμικού ταξιδιώτη, μοιράστηκε μαζί μας μια συναρπαστική, όσο και σκληρή περιπλάνηση, όπου Ιθάκη υπήρξε η Γνώση και Κατανόηση των Άλλων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2009, μτφ. Ζώγια Μαυροειδή, σελ. 840.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ).