Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή

Για ποιο λόγο να ταξιδεύεις αν όχι σαν ένα παιδί; (σ. 145)
Οι σπουδαίοι «ταξιδιώτες – πεζογράφοι» (Kerouac, Blaise Cendrars, Henry Miller, Paul Bowles) δε σταματούν ποτέ να ταξιδεύουν και να μας ταξιδεύουν. Όπως ο Κέρουακ, που έζησε την καθημερινότητα σαν περιπέτεια, αρνούμενος την ιδέα της μόνιμης κατοικίας και οιασδήποτε μονιμότητας εν γένει. Όμως η λογοτεχνία του δεν ήταν απλώς λογοτεχνία της διαφυγής ή της περιπλάνησης αλλά και του πειραματισμού και της έρευνας. Μια συνεχής αναζήτηση. Το βιβλίο περιλαμβάνει τα κείμενα της τρίτης και τελευταίας ενότητας του Desolation Angels [Οι άγγελοι της ερημιάς], όπου χρησιμοποίησε για πρώτη φορά αυτούσια (με ελάχιστες παρεμβάσεις) τα σημειωματάριά του από τα ταξίδια της περιόδου 1956-1960. Αυτά τα κείμενα ήταν σύμφωνα με τον ίδιο τα πιο ολοκληρωμένα ως προς το ύφος και τα πιο φιλόδοξα.

Μεξικό: Επιστροφή εκεί όπου είχε ζήσει εμπνευσμένα κι ευχάριστα ένα χρόνο πριν. Με μόνη περιουσία τα φτηνά ταξιδιωτικά τσεκ που εξαργύρωσε δουλεύοντας ως πυροφύλακας στους ορεινούς όγκους της πολιτείας Ουάσινγκτον, καίγεται να αποδράσει από το βάρος της περσόνας του. Όταν ανακάλυψαν πως είχα πάνω μου αρκετά χρήματα για να πάω σε κάποιο ξενοδοχείο ζήτησαν να μάθουν γιατί κοιμόμουν στην έρημο…ήμουν ένας αδάμαστος νέος, ψημένος στον ήλιο…και μπορούσα να περπατήσω χιλιόμετρα με το σακίδιο γεμάτο πάνω στην πλάτη μου… ύστερα απ’ όλο αυτό τον τρόμο της λογοτεχνικής μου φήμης, τις μπανιέρες του αλκοόλ που έχουν περάσει από το λαρύγγι μου… (σ. 15-16)

Σεργιανίζει ανενόχλητος σε δρόμους και βουλεβάρτα, του αρκεί ένα φως κεριού στο μοναχικό του δωμάτιο και η γραφή για τον κόσμο. Αλλά βλέπει πως είχε ξεχάσει το ζοφερό, ακόμα και θλιμμένο σκότος της πόλης του Μεξικού: την όψη ενός Ινδιάνου με κοστούμι στο χρώμα της σκουριάς, το λεωφορείο με το θλιβερό εσωτερικό, που τραντάζεται στις λασπερές λακκούβες των φτωχικών ινδιάνικων συνοικιών όπου η βρωμιά των νεκρών ζώων και του σκατού παραμένει για πάντα – και μετά ένα χαρούμενο κοριτσάκι με φανταχτερά γλυκά στο χέρι: ζωή και θάνατος μαζί. Ανεβαίνει στην ταράτσα και διαλογίζεται αλλά τίποτα δεν είναι όπως πριν. Η νεαρή Ινδιάνα Τριστέσσα που του ενέπνευσε το ομώνυμο βιβλίο βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Ο γέρος τοξικομανής «δάσκαλος» είναι στα τελευταία του. Έχει μια ανάποδη θερμάστρα για βραστήρα, και καθώς μιλάει φτιαγμένος με μορφίνη τον παίρνει ο ύπνος στη μέση μιας πρότασης και συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε όταν ξυπνήσει. Από την καταθλιπτική διάθεση του Μεξικού ο Ginsberg τον τραβά προς τη Νέα Υόρκη, μεταβατικό σταθμό για το Μαρόκο των Burroughs, Corso, Orlovsky.

Νέα Υόρκη: Τρεις χιλιάδες μίλια σ’ ένα συνωστισμένο αυτοκίνητο, με τον ουρανό φορτωμένο αποσκευές και τις σούστες έτοιμες να σπάσουν. Τέξας, Σαν Αντόνιο, ημέρα των Ευχαριστιών, θλιμμένες επιγραφές στις καφετέριες που διαφήμιζαν γεύμα με γαλοπούλα. Οι ακούραστοι Αμερικανοί ταξιδιώτες του δρόμου τρομάζουν με τη σκέψη να ξεκουραστούν ακόμα κι ένα λεπτό. Ρίο Γκράντε, πευκόφυτα χερσοτόπια του Αρκάνσας, Μέμφις, Βιρτζίνια, Νέο Τζέρσεϋ, Νέα Υόρκη. Φιλοξενία στη Ρουθ (ο ένας όργωσε τον άλλον με λύσσα). Μια νύχτα ανοίγει το παράθυρο για καθαρό αέρα από τη χιονοθύελλα και ξυπνάει μες το χιόνι. Σκέφτεται πως έχει προβλέψει την κατήφεια όλης του της λογοτεχνικής επιτυχίας. Ένα βράδυ κοιμάται σ’ ένα λεωφορείο, στη θέση του συνοδηγού και σε μια στάση κάποιος του κλέβει τα πράγματα: τους Αγγέλους, μια συλλογή ποιημάτων, τα τελευταία κεφάλαια της Τριστέσσα, ζωγραφιές, και τον μοναδικό του προσωπικό – ταξιδιωτικό εξοπλισμό. Ράκος, έσχατη απελπισία, άδειος από κάθε τέχνασμά μου να κάνω υποφερτή τη ζωή μου. Οι εφιάλτες ξαναζωντανεύουν αλλά η ζωή συνεχίζεται. Απόφαση για φυγή στην Ταγγέρη, με το Σλοβενία, ένα γιουγκοσλαβικό εμπορικό πλοίο.

Ταγγέρη: Μυείται στον κόσμο του Μπάρροουζ, του δακτυλογραφεί το Γυμνό Γεύμα, μασουλάνε για ώρες το μανζούν που φτιάχνουν οι ίδιοι (γλυκό με μέλι, μπαχαρικά και ακατέργαστη μαριχουάνα (κιφ)). Όλα όσα ξέρουμε για την μυθική πόλη γράφονται εδώ: ένα δώμα στην ταράτσα πάνω απ’ το νέο του βασίλειο, περιπλανήσεις στα μουσουλμανικά τεϊοποτεία, χαοτικές συζητήσεις. Μερικές γραμμές για τους διπλωματικούς υπαλλήλους του αμερικανικού προξενείου που ποτέ δεν ασχολήθηκαν με οποιονδήποτε δεν φορούσε γραβάτα. Όμως εξαιτίας μιας υπερδόσης οπίου βίωσε μια «ολοκληρωτική ανατροπή» όπως την ονόμαζε, την μεταστροφή από την γενναιότητα της περιπέτειας σε μια ναυτιακή, συνολική ανησυχία για τον κόσμο. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αισθάνεται ακόμα και την επιθυμία της επιστροφής στην Αμερική, να βρει μια εστία! Σύντομο πέρασμα από Παρίσι και Λονδίνο. Το Nieuw Amsterdam αναχωρεί από την προβλήτα του Σάουθάμπτον για την Αμερική κι ο Κέρουακ δεν το σκέφτεται ούτε λεπτό.

Επιστροφή στην Αμερική: … έκανα αυτό το μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη ακριβώς τη λάθος εποχή στη ζωή μου, όταν άρχισα να απεχθάνομαι κάθε καινούργια εμπειρία οποιουδήποτε είδους. Στριμωγμένος στην πάνω κουκέτα διαβάζει μέρα νύχτα μέχρι να φτάσει στην αφετηρία της Ματαιότητας και της δύσκολης τελευταίας δεκαετίας του. Νέοι τόνοι ταξιδιωτικών ωρών, αυτή τη φορά με την 62χρονη μητέρα του: Φλόριδα, τρία μερόνυχτα στην ίδια θέση του λεωφορείου, σταματώντας σε κάθε πόλη κι εκεί που έχεις επιτέλους κοιμηθεί τρεις τα χαράματα, ανάβουν τα φώτα (κι εδώ τα ίδια Τζακ). Νέα Ορλεάνη, «σουίτες» δίπλα στους σταθμούς λεωφορείων. Μεξικό, νέα αμέτρητα μίλια ερημιάς, Λος Άντζελες, Όκλαντ, Μπέρκλεϋ, μερικοί παλιοί φίλοι, μερικές ζωγραφιές με χρώματα για βαφή σπιτιών. Σαν Φρανσίσκο, και ξανά πίσω στη Φλόριδα, ξανά πίσω στο Μεξικό των Νεκρών, ξανά πίσω στη Νέα Υόρκη, ο Κέρουακ δε σταμάτησε ποτέ να ταξιδεύει.

Σύμφωνα με τον ίδιο οι Άγγελοι της ερημιάς ήταν τρία βιβλία σε ένα, με κοινό σημείο αναφοράς την Κενότητα που βίωσε σε τρεις φαινομενικά ανόμοιες εμπειρίες: την απομόνωση στο βουνό, την αδειοσύνη της μεγαλούπολης και την ματαιότητα της απομάκρυνσης. Ίσως πίστευε, πως εναλλάσσοντας ακατάπαυστα κατευθύνσεις, θα κατάφερνε εν τέλει να βρει ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στον πόθο του για πρωτοτυπία και συντροφικότητα και στην τάση για ασκητική ζωή, όπως γράφει στην εισαγωγή ο μεταφραστής. Δεν ξέρω αν οι δυο αυτές ενεργειακές ροπές συνεργάστηκαν ποτέ ή χτυπήθηκαν μέχρι θανάτου (του). Το μόνο που βλέπω είναι πως βρήκαν όμως μέσα του ιδανικό πεδίο για μάχη. Πού γυρνάς τώρα Τζακ Κέρουακ;

Εκδ. Απόπειρα, 2007, εισαγ. – μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, 253 σελ., με εργοβιογραφία και εκδοτικό χρονολόγιο (Jack Kerouac, Passing through, από το βιβλίο Desolation Angels, 1965).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Olivier Rolin – Τοπία καταγωγής. Αφηγήματα. Hemingway, Nabokov, Borges, Michaux, Kawabata

Αρκούσε μια φράση από το μυθιστόρημά του Μερόη, πως τα τοπία της παιδικής ηλικίας ποτέ κανείς δεν θα εγκαταλείπει οριστικά μέχρι το τέλος της ζωής του, για να εμπνεύσει τον συγγραφέα για το βιβλίο. Μπορεί αυτή η υποψία αλήθειας να εφαρμοστεί στη λογοτεχνία; Μπορεί η υπογραφή της καταγωγής τους να ανιχνευτεί στο συγγραφικό έργο σαν «απολιθωμένη ακτινοβολία»; Με αυτά τα ερωτήματα στο νου εν έτει 1999 διάλεξε πέντε συγγραφείς γεννημένους το 1899, στις πέντε άκρες του κόσμου και ξεκίνησε για το Μαραντί, το Σικάγο, την Αγία Πετρούπολη, στο Μπουένος Άιρες, τις Βρυξέλες και την Οσάκα, έχοντας ως αποσκευές κάμποσες χιλιάδες σελίδες, αλλά και την φαντασίωση της περιπλανητικής, εκλεκτικής και τυχοδιωκτικής πλευράς ενός διάπλου που όμως θα ανέβαινε ενάντια στο ρεύμα του ποταμού (έργου) για να φτάσει στις πηγές.

Και πού βρίσκονται άραγε οι πηγές του Χέμινγκουέυ; Σε Ιστορικές Εταιρίες, σε Ιδρύματα με το όνομά του ή στο μουσείο του, που έχει «κάτι το θλιβερά επαρχιώτικο»; Ή μήπως στο σαλέ της οικογένειας δίπλα στη λίμνη, ή στο Red Fox Inn, στον ξύλινο μώλο, στο ινδιάνικο νεκροταφείο; Πού ανεφύη ο έρωτας του αδελφού για την αδελφή με τα αντρόγυνα κοντά μαλλιά; Στο Όουκ Πάρκ που ο Edgar Rice Burroughs στα πρόθυρα της κατάρρευσης είχε σκιτσάρει στο πίσω μέρος παλαιών φακέλων την πρώτη ιστορία του Ταρζάν; Ή στα μέρη που το κυνήγι της πέστροφας χορηγούσε απόκρυφες απολαύσεις, εφόσον άλλωστε «όλο του το έργο ήταν η αφήγηση ενός πολύωρου και πρωτόγονου ψαρέματος»;

Είναι σύμπτωση ότι ο Ναμπόκοφ γεννήθηκε στον ίδιο δρόμο που είχε σπίτι ο εραστής της Άννα Καρένινα; Πιθανώς αλλά από εκεί αρχίζει η δική του αναζήτηση, περνώντας από τις κλινάμαξες με τις οποίες ήταν παθιασμένος (τόσα τρένα πια κινήθηκαν κατά μήκος των γραμμών του) στις βιβλιοθήκες (της Άντας και τις άλλες) «που συνταιριάζουν ευρυμάθεια και ερωτισμό», όπου φως αναβλύζει ακατάπαυστα από τους παλαιούς καιρούς, ίσως και στην πιο αινιγματική και πένθιμη πόλη του κόσμου, την Αγία Πετρούπολη που παγώνει τα φιλιά, προτού επιστρέψουμε στα ναμποκοφικά πάθη, τις πεταλούδες και το σκάκι.

Πού θα αναζητήσουμε τον Μπόρχες; Στις azotea – στις ταράτσες του Μπουένος Άιρες, αφού σ’ εκείνη του σπιτιού στο Παλέρμο κρυφά ανεβασμένος διάβαζε τα απαγορευμένα βιβλία και σε μια άλλη, της βιβλιοθήκης όπου ήταν χαμηλόβαθμος υπάλληλος έγραψε κάποιες ιστορίες του; Πώς θα βρούμε πια τις τεράστιες εγκυκλοπαίδειες, τις εικόνες των οποίων ο ίδιος ντροπαλά παραδεχόταν πως δεν ξέχασε ποτέ, αυτός «που δεν μπορεί να θυμηθεί, χωρίς να μπερδευτεί, το μέτωπο ή το χαμόγελο μιας γυναίκας»; Τα προφανή – οι comparditos, οι διασταυρώσεις στους λαβυρίνθους κι ένα μεγάλο όνειρο, να ήταν άνθρωπος της δράσης, δεν αρκούν. Ίσως όμως αρκεί ένα αποτύπωμα τίγρης που πανικόβαλε κάποτε τον πληθυσμό του Ροζάριο – τίγρη που ποτέ κανείς δεν είδε, κι εμείς υποπτευόμαστε πως μπορεί κι εκείνος απλά να σκάλισε τα ίχνη της στο χώμα.

Αυτό δεν είναι για μένα…οι τόμοι αυτής της εξαίρετης συλλογής αποτελούν έναν αληθινό φάκελο όπου βρίσκεται κανείς φυλακισμένος κι αυτή είναι μια από τις πιο μισητές αισθήσεις που θα μπορούσα να νιώσω κι ενάντια στην οποία πολέμησα ολόκληρη τη ζωή μου απάντησε ο Μισώ στην πρόταση του Gallimard να τον συμπεριλάβει στην περίφημη σειρά Πλειάδες (:η οριστική εκδοτική δικαίωση στην παγκόσμια λογοτεχνία). Με μια βαθιά περιφρόνηση για την χώρα καταγωγής του, ο Μισώ πάντα επιθυμούσε να βρίσκεται «αλλού», μακριά απ’ όλα και να αναζητά ένα τόπο φτιαγμένο για αναχωρήσεις. Επαναλαμβανόμενο και εμμονικό έπιπλο των ιστοριών του το κρεβάτι, και πάντα η θάλασσα, ένας χώρος χωρίς τραυματικές αποσκευές και δυστυχίες.

Με το που βρέθηκε στο Τόκυο ο Ρολέν είδε γέρους κυρίους με παναμάδες να στηρίζονται στο μπράτσο νεαρών γυναικών, ένα θέαμα αρκούντως καουαμπατικό. Και στα τοπία μέχρι την Οσάκα έψαξε τον απόηχο αλλά και τον πρόηχο του διεστραμμένου ερωτισμού του Καουαμπάτα, του ολομόναχου στον κόσμο από τα 15 του, του σωματικά αδύναμου και φοβισμένου για το θάνατο. Ίσως γι’ αυτό εκείνος είχε αποκτήσει τέτοια εμμονή με την νεότητα, την ομορφιά και τον έρωτα, ίσως εξ ου και η νοσηρή κλίση στο έργο του προς νεκρώσιμες τελετές, κηδεύσεις και αποτεφρώσεις. Και πώς συνδυάζονταν τα δύο; Να φέρεσαι σε μια κοπέλα όπως σε μια νεκρή, να την κρατάς κάτω απ’ το βλέμμα, να τη διερευνάς.

Εκδ. Άγρα, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 146 (Paysages origineles. Récits, 1999). Με μια μαυρόασπρη φωτογραφία της νεότητας του καθενός.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες: Χέμινγκουέυ, Καουαμπάτα: οι δυο αυτόχειρες της 5άδας του Ρολέν, συμπτωματικά αμφότεροι Νομπελίστες.