Αρχείο για Ιανουαρίου 2008

20
Ιαν.
08

Alejandro Escovedo – The boxing mirror (Black porch)

 
Πάντα με τραβούσαν οι δημιουργίες από εκείνους που πήγαν στην κόλαση και γύρισαν. Τον Απρίλιο του 2003 μετά από μια συναυλία στην Arizona, ο Escovedo κατέρρεε λόγω σοβαρής ηπατίτιδας με επιπλοκές, που έκαναν ακόμα χειρότερες τα φάρμακα που έπαιρνε. Από εκεί και έπειτα ποτέ τα πράγματα δεν ήταν ίδια – «Arizona» άλλωστε τιτλοφορείται ο εναρκτήριος δυναμίτης εδώ. Have another drink on me / I’ve been empty since Arizona.

Ανεξάρτητα από αυτό το γερό background, ο δίσκος έχει μερικά πολύ δυνατά κομμάτια. Το προαναφερθέν και το «Dear Head on the Wall» με τα δυσοίωνα βιολιά του μου φάνηκε σα να ξεπηδούν από ένα δίσκο του John Cale. Την ίδια αίσθηση μου προκάλεσε η ποικιλία που ακολουθεί σε όλη τη συνέχειά του. Ενώ είναι ένας ατόφιος ροκ εντ ρολλ δίσκος στην βασική μορφή, ενορχήστρωση και δομή, μπορεί άνετα να περνάει από το ένα στυλ στο άλλο και να κάνει τη διαφορά προσθέτοντας τα κατάλληλα όργανα και δίνοντας την εντύπωση ότι παίζει με όλα στο γήπεδό του. Μπορεί κανείς να έχει τόσες έδρες; Προφανώς ναι, αν έχει ρίζες πολύπλοκες (rock’n’ roll, avant garde, Mexican), είναι ακομπλεξάριστος με την country, το Tejano την folk ή την sophisticated pop και μόλις γύρισε από την κόλαση.

Τελικά, ο Cale είναι εδώ, στην παραγωγή και στα πλήκτρα. Κι αν σκεφτούμε πως βρίσκεται σε μία από τις πιο εξερευνητικές φάσεις της καριέρας του, δε θα μας κάνει εντύπωση που ρίχνει στο πολύ βάθος μερικές εκλάμψεις άμπιεντ και πειραματισμού, ακόμα και στα τυπικά ρόκια του Escovedo («Break This Time», «Sacramento and Polk»). Η Βουλγάρα ποιήτρια και μετανάστης στο Τέξας Kim Christoff έγραψε τους στίχους σε 3 κομμάτια, σ’ ένα από τα οποία («Notes on Air») το midtempo country-rock οδηγείται μέσα σ’ έναν βαθύτατο σουρεαλισμό.

Τέσσερα χρόνια μετά τον τελευταίο του δίσκο, αυτός ο συντετριμμένος ρόκερ καλεί τον Hector Munoz στα drums, 3 εγχορδάνθρωπους, κι έναν κιθαρίστα που ξέρει να κρατάει μια μπάντα – θυμηθείτε τους The True Believers του. Θα έλεγε κανείς πως άκουσαν όλοι μαζί την μαύρη οπερέτα του «Street Hassle» (Lou Reed, 1978 ) και περίμεναν τον Alejandro ν’ αρχίσει να διηγείται. Νομίζω πως όλες οι διαθέσεις είναι εμφανείς στην ερμηνεία του, ακόμα και στο ίδιο τραγούδια κάποιες φορές. Θυμός και ενοχή, εξομολόγηση και τσαμπουκαλίκι, ντροπή και απορία. Γι αυτό και ορισμένοι θα γράψουν, κι όχι άδικα, πως είναι το πιο σκοτεινό, ωμό και φιλοσοφημένο του δημιούργημα.
Blow another smoke ring for me / I’ve been straight so straight since Arizona. Κομμένα λοιπόν τσιγάρα και ποτά Αλεχάντρο. Ο παραγωγός σου τα έχει περάσει και ξέρει. Ευτυχώς υπάρχουν και άλλοι πειρασμοί: One kiss just led to another / One kiss just fades into lover. Η ζωή είναι ένας απρόβλεπτος κύκλος αλυσίδων και ο Escovedo γνώρισε την τέταρτη γυναίκα του στο νοσοκομείο (η προαναφερθείσα ποιήτρια). Η ζωή συνεχίζει να προσφέρει συναρπαστικές ιστορίες σε όσους μπορούν να τις διηγηθούν. Κομμάτια όπως το υπέροχο «Evita’s Lullaby» – η επιρροή του θανάτου του πατέρα του στην μητέρα του -, το «Looking for Love» ή το «Died a Little Today» σπάνια βγαίνουν σήμερα. Και μπορούν να τα βιώσουν όλοι, κυρίως όμως εκείνοι που έχουν ζήσει μικρούς θανάτους. Και αναρωτιέμαι, πόσοι φανς του Anthony και των Johnsons του θα αντέξουν εδώ μέσα.
Πρώτη δημοσίευση:  εδώ.
Advertisements
13
Ιαν.
08

Διαβάζω, τεύχος 480 (Δεκέμβριος 2007)

Το καλό, ακριβές και συναρπαστικό γράψιμο έρχεται από μέρη όπου η φωνή ή έχει περιθωριοποιηθεί ή προκληθεί ή δεν έχει ακουστεί.
Πρόκειται για λόγια της Άλι Σμιθ, μιας από τις πλέον ενδιαφέρουσες συγγραφείς των τελευταίων χρόνων και μετρ της πολυφωνικής γραφής, που δίνει μια απολαυστική συνέντευξη εδώ. Από μαγνητόφωνο περνούν και τρεις διαφορετικοί Έλληνες συγγραφείς με αφορμή τα τελευταία τους βιβλία (Γιάννης Κιουρτσάκης, Κώστας Κατσουλάρης, Κώστας Ακρίβος).
Το τελευταίο τεύχος της χρονιάς είναι, όπως συνηθίζεται, διπλάσιας ύλης αλλά και επετειακής μορφής, εφόσον κλείνονται δύο χρόνια από την επανέκδοση του περιοδικού. Μέσα στις 240 σελίδες του, εκτός από τα καθιερωμένα σχόλια, ρεπορτάζ, ημερολογιακές σημειώσεις, καταλόγους, ειδικότερα θέματα (Γιατί φθονούμε τα ευπώλητα βιβλία; Πώς υποδέχεται τον «άλλο» η ελληνική λογοτεχνία;) κι όλες τις καθιερωμένες στήλες, αναπνέουν δύο κύριοι πνεύμονες.
Στον πρώτο, 14 πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς (Μαρία Μαρκουλή, Μαρία Φακίνου, Κώστας Διακουμπής, Μάριος Μιχαηλίδης, Κωνσταντίνος Μίσσιος, Χρύσα Μπαχά κ.ά.) παρουσιάζουν οι ίδιοι τα φρέσκα βιβλία τους, μια μορφή παρουσίασης που πάντα παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Γιατί έγραψαν, πώς το έγραψαν, τι είχαν στο μυαλό τους, τι βγήκε.
Στον δεύτερο, παρουσιάζονται διακόσια βιβλία, που δεν πήραμε καν είδηση πότε κυκλοφόρησαν, κάτι εξαιρετικά χρήσιμο, εφόσον σήμερα που στις προθήκες των βιβλιοπωλείων βλέπεις μόνον ένα μέρος αυτών κι αυτό χωρίς σαφή κριτήρια. Το πολυσέλιδο αφιέρωμα του τεύχους αφορά το χιούμορ στον Ν. Καζαντζάκη. Και προτού κλείσουμε το τεύχος, ξανακάνουμε το καθιερωμένο ταξίδι σε ορισμένες χώρες. Η στάση στη Ρωσία είναι και πάλι σκοτεινή: όλοι αναμένουν την κυκλοφορία της Αλμυρής Λίμνης του Βλαντιμίρ Σολοούχιν, όπου αποδεικνύεται ότι ο Αρκάντι Γκαϊντάρ, εξαιρετικός συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ήταν στυγνός εκτελεστής στα χρόνια της κόκκινης τρομοκρατίας…
Κλείνω ξανά με την Άλι Σμιθ: Δε θα ‘θελα να είμαι γνωστή για τίποτα. Το να είσαι γνωστός σημαίνει ότι δε θα μπορέσεις ξανά να γράψεις άλλο βιβλίο σωστά. Ο εαυτός θα μπει εμπόδιο στο βιβλίο.
11
Ιαν.
08

Διαβάζω, τεύχος 478 (Οκτώβριος 2007)

Στον υπερρεαλισμό δεν προσεχώρησα ποτέ. Τον υπερρεαλισμό τον είχα μέσα μου … από την εποχή που γεννήθηκα – Νίκος Εγγονόπουλος.

Επί τριάντα χρόνια το μηνιαίο περιοδικό Διαβάζω αποτελεί μία από τις πλέον σταθερές αξίες στον χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών. Ανήκω σε εκείνους που ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή ή γνώρισαν καλύτερα πολλούς λογοτέχνες μέσα από τα θρυλικά του πολυσέλιδα αφιερώματα. Σήμερα υπό τη νέα του μορφή συνεχίζει να αφιερώνει κάθε τεύχος σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή θέμα, καλύπτοντας παράλληλα τους τομείς της ενημέρωσης και κριτικής γύρω από τη νέα λογοτεχνική παραγωγή. Στο οκτωβριανό αφιέρωμα τιμάται δεόντως ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα σε 35 πολύχρωμες σελίδες διανθισμένες και με έργα του. Η συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του είναι απλώς η αφορμή για νέες «πλαγιοσκοπήσεις» που αφορούν την τέχνη, τη γλώσσα, την πολιτική, τη συνάντηση με τον Πάμπλο Νερούδα κ.ά., εφόσον το περιοδικό τού έχει ήδη αφιερώσει ένα τεύχος (τ. 381). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο του Δ. Βλαχοδήμου για ένα ποίημά του που έμεινε αδημοσίευτο λόγω του θρησκευτικού του χαρακτήρα, που κρίθηκε ιδιαίτερα προκλητικός για τον μωαμεθανισμό!

Το νέο στοιχείο και στοίχημα της τωρινής περιόδου του Διαβάζω είναι η ευρύτερη ενημέρωση γύρω από τα εγχώρια και διεθνή λογοτεχνικά δρώμενα. Σπάνια έχουμε τη δυνατότητα να διαβάζουμε ειδήσεις και ρεπορτάζ γύρω από το βιβλίο. Προσωπικά θα ήμουν ευτυχής αν οι τηλεοπτικές ειδήσεις και οι εφημερίδες είχαν τέτοια θέματα. Ζοφερή εντύπωση μου προκάλεσε το άρθρο του Steve Wasserman για τις περικοπές των λογοτεχνικών σελίδων ακόμα και από παραδοσιακά έντυπα και εφημερίδες του εξωτερικού με ανατριχιαστικά στοιχεία που φτάνουν ακόμα και σε απολύσεις συντακτών. Η δε ανταπόκριση από το φεστιβάλ λογοτεχνίας του Βερολίνου με άφησε έκπληκτο. Οι 12 μέρες τού εκεί φεστιβάλ αντιστοιχούσαν σε 150 συγγραφείς που παρουσίασαν το έργο τους με ταυτόχρονη μετάφραση (μεταξύ των οποίων και οι αγαπημένοι Antunes, Appelfield, Kaminer, Ondaatjie, Palahniuk, Llosa, Grossman) και 3 ειδικά τμήματα: το Focus Lateinamerika με εκπροσώπους της λατινοαμερικανικής λογοτεχνικής σκηνής, το Reflections με αντικείμενο τη δυσκολία της Δύσης να κατανοήσει την κουλτούρα του Ισλάμ και το Scritture Giovani για την προώθηση νέων συγγραφέων που κατέθεσαν διηγήματα με κοινό θέμα («Ανησυχία») και παρουσίασαν το έργο τους. Προσπαθώ να φανταστώ αυτό το τόσο γοητευτικό περιβάλλον και μελαγχολώ…

Ξεχωρίζουν ακόμη το κείμενο του Αλέξη Ζήρα για τα Ιστολόγια και οι δύο ζωντανοί διάλογοι με διαφωνίες και επιχειρήματα που έχουν ξεκινήσει στις σελίδες του περιοδικού: για τη σχέση πραγματικότητας – τέχνης (Δ. Κούρτοβικ – Γ. Ξενάριος), αλλά και πάνω στο ιστορικό μυθιστόρημα (Λεία Βιτάλη – Ν. Κυριαζής) με αφορμή το πρόσφατο μυθιστόρημα της πρώτης. Στα φιλοσοφικά μελετήματα, ο Φώτης Τερζάκης γράφει για τον Μιχαήλ Μπαχτίν με αφορμή τρεις σχετικές εκδόσεις ενώ η συνέντευξη αφορά τον Κώστα Γ. Κασίνη για το φιλόδοξο έργο του «Βιβλιογραφία των ελληνικών μεταφράσεων της ξένης λογοτεχνίας, ΙΘ΄-Κ΄αι.». Και όπως πάντα το καθιερωμένο δεκασέλιδο δελτίο κριτικογραφίας (όπου δίπλα στην κάθε κυκλοφορία υπάρχει ένδειξη για τυχόν κριτική στον τύπο), κείμενα για συγγραφείς (η Αργυρώ Μαντόγλου για την Άλι Σμιθ), μονοσέλιδες ή δισέλιδες βιβλιοκριτικές με βιβλία που συχνά μας διαφεύγουν, όπως π.χ. το εξαιρετικό Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω του Β.Π. Καραγιάννη, (Κοζάνη 2007), σύντομες βιβλιοπαρουσιάσεις, πίνακες εκδοτικής κίνησης, καθιερωμένες στήλες, σχόλια και πολλά άλλα.

01
Ιαν.
08

Πιέρ Ασουλίν – Ξενοδοχείο Lutetia

Προσωπικό ημερολόγιο: Ανέκαθεν αναζητούσα ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Που ο χώρος να μην αποτελεί απλώς το απαραίτητο φόντο της πλοκής (όπως π.χ. η αργεντίνικη και η πορτογαλική πανσιόν στα γοητευτικά κατά τα άλλα μυθιστορήματα Η Ροζάουρα μετά τα μεσάνυχτα του Μάρκο Ντενέβι και Ο κήπος δίχως όρια της Λίντια Ζορζ αντίστοιχα), ούτε και το σκηνογραφικό συμπλήρωμα των ιδιόμορφων ιστοριών (όπως στα Hotel New Hampshire του Τζον Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Ίρις της Yogawa Okawa και Ξενοδοχείο πολυτελείας του Κλοντ Σιμόν). Στην ουσία φανταζόμουν ένα κείμενο όπου ο ίδιος ο ξενοδοχειακός χώρος να μεταπλάθεται σε καθοριστικό μυθοπλαστικό παράγοντα: σε έναν άλλο μυθιστορηματικό «ήρωα» (ή μήπως «ηρώο»;).
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Καζαμπλάνκας (1953), γόνος Μαροκινοεβραίου πατρός, τεσσαρακονταετής κάτοικος Παρισιού, δημοσιογράφος των δρόμων και κριτικός λογοτεχνίας [τώρα Monde, Le Nouvel Observateur], ενίοτε βιογράφος και χρονογράφος. Τροφοδότης προσωπικού λογοτεχνικού blog (Le republique des livres). Το 2006 κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Θραύσματα Βιογραφιών. Μυθιστοριογράφος, ιστορικός και ερευνητής, ο Ασουλίν είχε έμμονο σχέδιο στο μυαλό του τη μυθοπλαστική αναπαράσταση της ζωής του Lutetia δεν ξέρει κι αυτός πόσο καιρό. Η συλλογή των στοιχείων κράτησε 3 χρόνια και ολοκληρώθηκε με την ενσωμάτωσή του στο προσωπικό του ξενοδοχείου για κάποιες μέρες.
Τοπογραφικό: Αριστερή όχθη Σηκουάνα, το μόνο πολυτελές ξενοδοχείο της, το πρώτο αρ-ντεκό κτίσμα των Παρισίων, ανάμεσα σε ένα πολυκατάστημα και μια φυλακή. Ενδότερα του ξενοδοχείου, διάδρομοι, χoλ, ρεσεψιόν, δωμάτια, τραπεζαρία, τουαλέτες, πόρτες.
Ήρωας: Ο ίδιος ο αφηγητής, υπεύθυνος ασφάλειας του ξενοδοχείου, ένας αγνώστου ηλικίας μοναχικός Αλσατός. Δίγλωσσος και διχασμένος στο πολιτιστικό του γερμανογαλλικό δίπολο, ψυχρά τρυφερός ή το αντίστροφο, τηρεί προσωπικούς φακέλους για τους «πελάτες» και εμβαθύνει σε χαρακτήρες και ενέργειες άλλων. Από το μόνιμο ορθοστατικό του φυλάκιο, ψυχαναλύει και φιλοσοφεί, αναρωτιέται και βασανίζεται από τα ίδια διλήμματα με τους παρατηρούμενούς του. Τα θραύσματα των ιστοριών που ακούει τυχαία ή μη, ολοκληρώνονται σε ιστορίες μέσα στο μυαλό του. Τα παρατημένα βιβλία των πελατών συγκροτούν την προσωπική του βιβλιοθήκη. Όποτε μιλάει για ξενοδοχείο είναι σαν να αναφέρεται σε κανονική πόλη. Το ξενοδοχείο δεν καθορίζει απλώς την ταυτότητά του: γίνεται η ίδια του η πατρίδα, με όλα τα επακόλουθα.
Πλοκή: Πλεγμένη σε τρία κεφάλαια: Ο κόσμος πριν, Στο μεταξύ, Η ζωή μετά. Τρεις φάσεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές εποχές, διαφορετικές λειτουργίες του κτιρίου, διαφορετικά στάδια ωριμότητας του ήρωα. Η μικρογραφημένη κοινωνία που περιφέρεται στα σαλόνια, τις σκάλες και τα δωμάτια ζει καθημερινότητες και πολεμικές συρράξεις, υποδέχεται χώρες και συνήθειες, δημιουργεί ή συμμετέχει σε μάχες. Οι πόλεμοι είναι κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, οι διαμάχες στρατιωτικές, ή πολιτισμικές, οι κατακτήσεις καλλιτεχνικές ή ερωτικές. Και ποιοι είναι οι «μαχόμενοι»; Υπαρκτοί και μη, συγγραφείς, επιστήμονες, περαστικοί, κοσμοπολίτες, εκκεντρικοί, τυχαίοι, καλλιεργημένοι, τυχοδιώκτες, κατακτητές. Το προσωπικό του ξενοδοχείου. Πρόσωπα φανταστικά και πρόσωπα πραγματικά: Ματίς, Τζέιμς Τζόις, Τόμας Μαν, Μπλεζ Σαντράρ, Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, Ροζέ Μαρτέν ντι Γκαρ, Χάινριχ Μαν, Βίλι Μπραντ, Αλμπέρ Κοέν. Άνθρωποι που εμφανίζονται με τα αληθινά τους ονόματα και μιλούν με τα δικά τους λόγια όπως καταγράφηκαν σε πάσης φύσεως πηγές (βλ. τρισέλιδη βιβλιογραφία στο τέλος).
Γοητεία: Το πρώτο γοητευτικό εύρημα εδώ είναι η πραγματική ιστορία ενός χώρου, όπως είναι ένα ξενοδοχείο. Ένα σκηνικό ανέκαθεν σαγηνευτικό, τόσο για όσους αγαπούν τα ταξίδια (των οποίων αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο) όσο και ως έννοια ενός (μετα)κινούμενου δωματίου μας σε ένα άλλο μέρος. Το ξενοδοχείο Lutetia μπορεί να αποτελεί τόπο αναψυχής, στάδιο γνωριμιών, χώρο διαβίωσης και συμβίωσης, γήπεδο κοσμοπολιτισμού. Μόνο που αυτά ισχύουν στην πρώτη του φάση, εφόσον στη συνέχεια αποκτά πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας: στρατηγείο κατακτητών, θέατρο φόβου, εφιαλτικός κόσμος. Στο τρίτο μέρος, ο ίδιος χώρος γίνεται μνημείο θλίψης, τόπος μιασμένος, κτίριο-«μαρτύριο» (με την παλαιά έννοια του όρου): χώρος υποδοχής εκείνων που έρχονται από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Ιστορία μπορεί να συμβαίνει και σε έναν περίκλειστο κόσμο. Το δεύτερο εξίσου ισχυρό μυθοπλαστικό επίπεδο αφορά την ίδια την πλεύση της συνείδησης του αφηγητή μέσα σε όλον αυτόν τον ωκεανό, που κάποια στιγμή σταματά να είναι απλώς συνειδησιακός καταγραφέας και κολυμπάει κι αυτός στα κύματα δικών του οικογενειακών και ερωτικών πενθών. Μόνο που η καταγωγή μας μπορεί να καθορίσει όχι απλά την εικόνα μας στους άλλους, αλλά και την ίδια την ζωή μας, ερήμην μας. Και ακόμη, φτάνει κάποτε η στιγμή που έννοιες όπως προσαρμοστικότητα, συμβιβασμός, συνενοχή, προδοσία, επιβίωση, ακεραιότητα, αξιοπρέπεια φτάνουν κοντά, πολύ κοντά. «Μέχρι πού μπορεί να προχωρήσει κανείς χωρίς να προδώσει τη συνείδησή του»;
Γραφιστικά:  Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εναλλαγή περιγραφικών και φιλοσοφικών προτάσεων, ελκυστικότατη γραφή, συνεχής ανάπτυξη πλοκής, απολαυστικές λεπτομέρειες. Ο ευγενής μετρ της βιβλιοκριτικής Μπερνάρ Πιβό (που ως γνωστόν δεν μασάει τα λόγια του και σφάζει με το βαμβάκιον) υποκλίνεται στο δημιούργημα και δηλώνει αδυναμία να το κατατάξει. Η γνωστή οροθεσία μεταξύ καθαρής λογοτεχνίας και ιστορικής αφήγησης εδώ όχι απλά δεν μπερδεύεται αλλά σχεδόν εξαφανίζεται. Πότε ένα βιβλίο αποτελεί συναρπαστικό ντοκουμέντο και πότε γοητευτική μυθοπλασία; Τι αναλογία μεταξύ πραγματικών και φανταστικών προσώπων πρέπει να υπάρχει ώστε να καταταχτεί στο ένα, στο άλλο ή σε τρίτο είδος;
Απόσπασμα: Πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι παλιά ήταν καλύτερα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η νοσταλγία επηρεάζει, στρώνει ένα όμορφο χαλί από ξερά φύλλα δημιουργώντας την επίμονη ψευδαίσθηση μιας χρυσής περασμένης εποχής και την πεισματική ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου· δεν αγνοώ ότι όλος ο κόσμος ανέκαθεν έλεγε πως παλιά ήταν καλύτερα… Ακόμα και οι πελάτες παλιά ήταν ευγενικοί, καθόλου επιθετικοί όπως τώρα…Το προσωπικό επίσης είχε περισσότερα προσόντα….Παλιά οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο και κάθονταν στο τραπέζι περισσότερη ώρα…Και όταν είχαν το καλό γούστο να πεθάνουν κοντά μας, στην κηδεία τους πήγαινε σχεδόν αποκλειστικά το προσωπικό, απόδειξη ότι ήμασταν η μοναδική τους οικογένεια, και το ξενοδοχείο, το μοναδικό τους σπίτι. (σ. 119-120).
Γίνεται συχνά λόγος για το πνεύμα ενός χώρου. Αγνοώ πού κρύβεται, παρόλο που πέρασα καμιά δεκαριά χρόνια προσπαθώντας να αφουγκραστώ την ανάσα του. Επειδή όμως είμαι σάρκα εκ της σαρκός του Ξενοδοχείου, ίσως γνωρίζω την ψυχή του. Μολονότι χρειάζεται κάποια τρέλα για να είναι κανείς τόσο εξαρτημένος από το χώρο όπου ζει. Μια μέρα θα αποσυρθώ κάπου στη Γαλλία. Φαίνεται πως όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο πιο επαρχιώτης γίνεται. Τι σημασία έχει όμως αφού απομακρυνόμαστε από την κοσμική ζωή με την ψευδαίσθηση πως πηγαίνουμε κάπου για να ζήσουμε όμορφα, ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουμε έναν τόπο για να πεθάνουμε όμορφα. Μακάριοι όσοι βρίσκουν τον τόπο για να τελειώσουν και να αρχίσουν! Όσοι δεν πεθαίνουν πολύ μακριά από εκεί όπου γεννήθηκαν. Δεν θα αφήσω τίποτα σε κανέναν, εκτός από ένα χνάρι στη μνήμη της Ν., και μερικά χνάρια πιο εφήμερα, αντιληπτά μόνο από τα μάτια που θα καταφέρουν να τα δουν. (σ. 415)
Συντεταγμένες: Pierre Assouline – Lutetia, 2005. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2006. Μτφ.: Σπύρος Παντελάκης.
Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες, μια εξωτερικη και εσωτερικη όψη του ξενοδοχείου.
01
Ιαν.
08

Ευρετήριο Ξένης Λογοτεχνίας

Ενημερώθηκε 22/7/2014




Ιανουαρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.   Φεβ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 991.594 hits

Αρχείο

Advertisements