Αρχείο για Φεβρουαρίου 2008

22
Φεβ.
08

Αλεξάνταρ Ζόγκραφ – Χαιρετίσματα από τη Σερβία

Νομίζω ότι αυτό το σκοτάδι γύρω μου μπορεί να μου μιλήσει… μου λέει ιστορίες… Σχεδιάζω κόμικς για να δείτε τον κόσμο μέσα από τα δικά μου τα μάτια. Έ! Προσπάθησε να φανταστείς πώς θα ήταν αν είχες γεννηθεί ως Αλεξάνταρ Ζόγκραφ!Εγώ θα μπορούσα να είμαι εσύ κι εσύ εγώ! (σ. 39)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Κατά κόσμον Sasa Rakezic. Pancevo, Σερβία, 1965. Ξεκίνησε να δημοσιεύει στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ζωγράφισε σε αναρίθμητα περιοδικά (και στην Βρωμιά, το θρυλικό φανζίν της Πτολεμαΐδας!), εξέδωσε μέχρι σήμερα 18 βιβλία. Ιδρυτής του μεγάλου φεστιβάλ κόμικς GRRR στο Πάντσεβο και συχνός επισκέπτης στη χώρα μας (το 1999 άρτι αφιχθείς μια μέρα μετά το σεισμό δήλωσε «Θα νοιώθουμε σαν στο σπίτι μας με τόσο κούνημα. Έχουμε συνηθίσει στους βομβαρδισμούς»).

Πλοκή: Το βιβλίο (στην ουσία ένα graphic novel, συνδυασμός κόμικς και λογοτεχνίας) αποτελεί μια συγκλονιστική καταγραφή της καθημερινότητας στη Γιουγκοσλαβία και, αργότερα, τη Σερβία, κατά τη διάρκεια της πιο ταραγμένης δεκαετίας της πρόσφατης ιστορίας της και χωρίζεται σε τέσσερα μέρη.Οι 9 αυτοτελείς ιστορίες του πρώτου μέρους (Life under sanctions, All against each other and god against all, Yugoslav Exprerience Comics κ.ά.) δεν είναι παρά εικονογραφημένες σελίδες από το προσωπικό ημερολόγιο ενός νέου δημιουργού που προσπαθεί να κρατηθεί οργανικά και πνευματικά ζωντανός μέσα σε πρωτόγνωρες και οριακές συνθήκες, χωρίς να χάσει ίχνος από το χιούμορ του.

Στο δεύτερο μέρος υπάρχει το πλήρες ιστορικό των mails που έστελνε σε φίλους του κι εκείνοι με τη σειρά τους σε άπειρο κόσμο κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών από το ΝΑΤΟ, όποτε υπήρχε ρεύμα, αλλά και μετέπειτα (24 Μαρτίου 1999 – 31 Μαρτίου 2000). Τα μικρά ηλεκτρονικά του σημειώματα, γεμάτα προσωπικές αμφιβολίες (Θα είναι «τέχνη» αν παραμείνουμε φυσιολογικοί κάτω από αυτή την κατάσταση), ξεκαρδιστικά δεδομένα (Δύο μέρες πριν την έναρξη των βομβαρδισμών παρουσιάστηκε η νέα, βελτιωμένη έκδοση του Yugo, με την ονομασία (τι ειρωνεία) Yugo Ciao! ), πρωτόγνωρες εικόνες από τη νέα ζωή (Οι κότες από την αναστάτωσή τους γεννάνε αυγά ασυνήθιστα μικρά σε μέγεθος), έκλειναν πάντα με το Τα λέμε στα όνειρά μου, Σάσα.

Το τρίτο κεφάλαιο (Regards from Serbia) αποτελούσε εβδομαδιαίο στριπ με θέμα τη ζωή του κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών. Το βιβλίο τελειώνει με ένα πεντασέλιδο κείμενό του με τίτλο Κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης Στη Σερβία (12.3-22.4.03) και το μικρό κόμικ Addio Milosevic: Όπως πάντα, μόνο όταν ο τύρρανος έχει πια φύγει συνειδητοποιούν όλοι ότι ήταν πολύ μικρότερος απ’ όσο φαινόταν στην ακμή του, αλλά αυτό που άφησε πίσω του θα πληγώνει γενεές ανθρώπων. (σ. 285)

Σχέδιο: Οι λιτές και σχεδόν ασκητικές μορφές του Ζόγκραφ έχουν σαφείς επιρροές από την αρχαία βαλκανική και βυζαντινή ζωγραφική των Βαλκανίων, εξ ου και το ψευδώνυμό του. Ο ίδιος παραδέχεται πως εμπνέεται συχνά από τις φιγούρες των αγγείων και των τοιχογραφιών των χωρών του, παλιάς και νέας…

Εικόνες, εικόνες (παρμένες από τα κάδρα)…Τα διαμερίσματα είναι χωρίς θέρμανση, η τοπική συγκοινωνία σπάνια και πανάκριβη, τα αφιερώματα των περιοδικών αφορούν τρόπους επιβίωσης. Ένστολοι στρατιώτες που υποτίθεται πολεμούν, μπαίνουν σε διαμερίσματα και αποσυναρμολογούν την κεντρική θέρμανση. Η τηλεόραση παίζει παλιές Γιουγκοσλαβικές ταινίες και κινούμενα σχέδια του Ντίσνεϊ (που όμως σταματούν να τους δίνουν οι Αμερικανοί – «μην παίζεις με τα παιχνίδια μας!»). Οι καλοπληρωμένοι κυονόκρανοι αποτελούν πόλο έλξης για τις πόρνες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Συνηθισμένη η εικόνα των τελευταίων να αγοράζουν πανάκριβα τρόφιμα και τροπικά φρούτα.

Για κάποιους καλλιτέχνες η κατάσταση αποτέλεσε πηγή έμπνευσης (όλο αυτό το σοκ με κάνει και συνεχίζω), ενώ κάποιοι άλλοι έχουν χάσει τη θέληση και τη ζωντάνια τους. Κάποιοι άρχισαν να πουλάνε τα παλιά, άχρηστα πια χαρτονομίσματα για ταπετσαρία. Οι εφημερίδες είναι γεμάτες αστείες αγγελίες: Ανταλλάσσω καναπέ με πατάτες. Ο κόσμος διαδίδει μύθους, εφόσον το συλλογικό υποσυνείδητο δημιουργεί παράξενες ιστορίες… Οι στολές γίνονται μέρος της εγχώριας μόδας. Πολλοί τις φορούν για να εντυπωσιάζουν.

Όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο σαστισμένος και συγχυσμένος λαός βρίσκει παρηγοριά στους εθνικούς του ηγέτες. Θα σας προστατέψουμε αλλά πρώτα φορέστε τις στολές σας. Όσοι επιστρέφουν από το μέτωπο περιγράφουν πόσο γρήγορα είχαν ξεχάσει την πολιτική τους ζωή. Με το που άρχιζαν οι πυροβολισμοί ένιωθαν λες και σε όλη τους τη ζωή πολεμούσαν. Οι απλοί άνθρωποι εγκλωβίστηκαν σ’ ένα παιχνίδι που δημιούργησαν πολιτικοί, ΜΜΕ – αλλά και οι ίδιοι τους οι φόβοι και οι προκαταλήψεις.

Η κατάσταση ήταν πολύπλοκη και η ερμηνεία της δύσκολη. Αλλά τα ΜΜΕ χρειάζονται εύκολες απαντήσεις: χρειάζονταν καλούς και κακούς. Και να σκεφτεί κανείς πως, αρχικά, λίγοι ήταν αυτοί που είχαν πιστέψει ότι θα γινόταν πόλεμος. Στις αρχές, μάλιστα, στρατιώτες από αντίπαλα στρατόπεδα μιλούσαν μεταξύ τους στον ασύρματο λέγοντας κουβέντες του τύπου «Ε, μην πυροβολείς! Θα σκοτώσεις κανέναν!». Άλλοι έλεγαν «Ήδη ζήσαμε έναν εμφύλιο στο παρελθόν. Ο κόσμος δεν θα ξανακάνει το ίδιο λάθος», ή, «Δεν θα κρατήσει για πολύ».

Γοητεία: Αυτή η τόσο σύνθετη κατάσταση παρουσιάζεται από τον Ζόγκραφ με ένα μοναδικό τρόπο. Χωρίς καμία ιδεολογία, ξύλινη γλώσσα, διδακτισμό και άλλα συνηθισμένα στα περισσότερα κείμενα που γράφτηκαν για τη συγκεκριμένη περίσταση, μας εισάγει στην πολεμο-γιουγκοσλαβική καθημερινότητα ελλειπτικά, με απλές και συναρπαστικές εικόνες. Διατυπώνει αυτονόητα ερωτήματα, παρατηρεί τις ύπουλες αλλαγές που υφίστανται οι γείτονες και συμπολίτες του, μας ξεκαρδίζει με ευφυή σχόλια, κοροϊδεύει την πραγματικότητα, βρίσκει τρόπους να χαρεί μες το σκοτάδι των πάντων. Χάνω βάρος. Πλάκα έχει πώς μια κρίση σαν αυτή μπορεί να σε κρατήσει σε φόρμα. Ο φωτισμός είναι αδύνατος αλλά υπάρχει ομορφιά προς ανακάλυψη στους δρόμους τη νύχτα.

Οι ρεαλιστικές σπιτικές-πολεμικές του ανταποκρίσεις αποκτούν φαντασιακό χαρακτήρα με την προσθήκη των ημι-ονειρικών παραισθήσεων και υπναγωγικών οράματων που συνήθιζε να έχει ο Ζογράφος μας, ώστε ο όρος φανταστικός ρεαλισμός να επαληθεύεται πλήρως.

Γκράφιτι: Όσοι έπιασαν στα χέρια τους όπλο είχαν την ευκαιρία να γίνουν και θύτες και θύματα. // Λαοί: πνιγμένοι σε ιστορικές απογοητεύσεις, εθνικό ρομαντισμό και υστερικές εμμονές. // Τα ψυχιατρεία είναι τα μόνα μέρη όπου Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι ζουν μαζί αρμονικά. // Τα ΜΜΕ όλου του κόσμου τρέφονται από την δυστυχία των άλλων ανθρώπων. «Λοιπόν, για πείτε, υποφέρετε;».

Αποσπάσματα: Η πραγματικότητά μας διαστρεβλώθηκε μ’ έναν παράξενο τρόπο. Ίσως ολόκληρο το έθνος έμπαινε σε μια διαφορετική κατάσταση συναίσθησης ή σε κάποιο είδος συλλογικής παραίσθησης. Η κάθε μέρα έφερνε καινούργιες τιμές, καινούργια προϊόντα και καινούργιες τακτικές επιβίωσης. Ο κόσμος πήγαινε στις γειτονικές χώρες για να αγοράσει μικροπράγματα όπως σπίρτα, λάμπες ή χαρτί υγείας. (σ. 57)

-Πολύ συχνά μου κάνουν την ίδια ερώτηση: Γιατί η θεματολογία των κόμικς μου αφορά την τρέχουσα κατάσταση;

– Όντως, τι το ενδιαφέρον βρίσκεις; Κουράζομαι ακόμα και που τα σκέφτομαι όλα αυτά!

-Μα.. μα… δεν νομίζεις ότι είναι απίστευτο; Άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους μόλις 150 χιλιόμετρα από δω…- Είναι όλοι τους τρελοί… μια μέρα θα ξεχαστούν όλα.. Ας αφήσουμε την φαντασία μας ελεύθερη, υπάρχουν τόσα πράγματα στη ζωή… -Ίσως από μια άποψη έχεις δίκιο… αλλά αυτό που κάνω δεν είναι αυστηρό «ντοκιμαντέρ»…Είναι ένα είδος φανταστικού ρεαλισμού με λίγο από ρώσικη παράδοση… νομίζω ότι όλη η κατάσταση θα μπορούσε να περιγραφεί καταλλήλως δίνοντας έμφαση σε περιφερειακές λεπτομέρειες… Στη ζωή μας βλέπουμε πάντα μόνο θραύσματα… Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας αν θέλουμε να δούμε όλη την εικόνα. (σ. 58 )

Επίγραμμα: Το πιο αυθεντικό graphic novel των τελευταίων χρόνων.

Συντεταγμένες: Aleksandar Zograf, Regards from Serbia, Top Shelf Productions. Στα ελληνικά: εκδόσεις ΚΨΜ, 2007, σ. 288, επιμέλεια Γιάννη Κουκουλά, μετάφραση-απόδοση Μπέλλα Σπυροπούλου, πρόλογος του σκιτσογράφου Βαγγέλη Χερουβείμ, προλογικό σημείωμα του Γιάννη Κουκουλά.

Επισκεπτήριο: aleksandarzograf.com

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14890

21
Φεβ.
08

Jackie Leven – Shining brother shining sister (Cooking Vinyl, 2003)

 

Χρειάζονται παραμύθια οι σκληροί άντρες;

Ρωτήστε άλλους, δεν είμαι σκληρός. Αλλά μπορώ να φανταστώ αυτή τη βαθιά τρυφερή φωνή να ηρεμεί και τον πιο πετρωμένο ψυχισμό.

Πρωτοάκουσα τον Leven σ’ εκείνο το δίσκο που έθετε το παραπάνω ερώτημα. Έμεινα. Τι φολκ κατάβαση ήταν αυτή; Όχι όμως με τα αμερικάνικα κλαψουρίσματα που σου μαυρίζουν την ψυχή, αλλά με τον τρόπο που μόνο οι μπαλαντέρ της Κέλτικης / Ιρλανδικής παράδοσης μπορούν. O τύπος έχει πάλι μια τόσο χαρακτηριστική φωνή, τόσο βαθιά που συχνά αντηχεί περισσότερο κι από του Scott Walker στα σόλο του. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι ερμηνείες του θυμίζουν το δόσιμο του Van Morrison, εκείνο το χαρακτηριστικό άφεμά του στη μελωδία να τον οδηγήσει εκείνη, ακόμα κι αν χρειαστεί να τρεκλίσει.

 Ο Jackie είναι πριν απ’ όλα ποιητής. Μπoρεί να σου μιλήσει για το πιο κοινό θέμα και να το φτιάξει να ακούγεται (στιχουργικά και μουσικά) σαν ποίημα. Συνάμα μπορεί να καταστρώσει ποιητική μπαλάντα για ασυνήθιστες οπτικές. Ο τύπος μίλησε με την ίδια φυσικότητα για την ‘Sexual Loneliness Of Jesus Christ’ ή την ‘Friendship Between Men And Women’ ή πως είναι να είσαι ‘Single Father’, για να αναφέρω 3 χαρακτηριστικούς τίτλους. Τραγουδά με ζέση για την μουντή καθημερινότητα και τα εργατικά προβλήματα, μπορεί μετά και υμνεί με ζωγραφικές περιγραφές για ένα όμορφο τοπίο.

 

Υπάρχει κάτι το χαρακτηριστικό στη στάση του : δε γκρινιάζει ούτε παραπονιέται αλλά αποδέχεται τη ζωή, όχι σαν παραίτηση, αλλά με την ωριμότητα ενός σοφού. Προχωρώντας, δίνει πίσω στη folk αυτό που της έκλεψαν οι τελευταίες δυο δεκαετίες : την ποίηση των ποιητών. Η χιλιοταλαιπωρημένη Ρωσίδα Marina Tsvetayeva, ο μάρτυρας σύζυγός της Osip Maldestam, ο υμνητής του πάθους και των αγώνων Pablo Neruda, ο ρομαντικός Rainer Maria Rilke, ο Edith Sitwell κ.ά. ακούγονται να «μιλούν» και πάλι μέσα από τα κομμάτια του. Όλη παραπάνω στρατιά περνάει από εδώ.

Συνοδοιπόροι του πιστοί μουσικοί και δυο χαρακτηριστικές φιγούρες : η σύζυγος και συν-φωνήτρια Deborah Greenwood (κελτικές ραψωδίες χωρίς θηλυκή φωνή γίνονται; ) κι ο Βασιλιάς Υμπύ David Thomas που κάποτε έπαιξε μαζί του κι από τότε γίναν κολλητοί και πάντα κάνει τα περάσματά του, είτε με τη φωνή του είτε με το melodeon του. Όλη η ομάδα μεγαλουργεί χωρίς εντάσεις, με αλαφροϊσκιωτες ξωτικομπαλλάντες και γκρίζα gospel blues, με σκωτσέζικη folk και Burt Bacharach / Hal David απλές τρυφερουργίες, με φαζαρισμένες pedal steel και ονειροπόλα μαντολίνα.

Αυτός ο Σκωτσέζος είναι εξαιρετικά αγαπητός στα βρετανικά νησιά αλλά εγκληματικά άγνωστος στην Αμερική, δουλεύει κάπου ανάμεσα σε Ολλανδία και Γερμανία, ξεκίνησε κάποτε με το γκρουπ Doll By Doll, όταν τον άφησε η δικιά του για τον Δαλάι Λάμα τόριξε στα ντραγκς, αλλά άρχισε να συνειδητοποιεί πως το Μυστήριο του Έρωτα είναι Μεγαλύτερο από το Μυστήριο του Θανάτου και έγραψε έναν δίσκο μ’ αυτόν ακριβώς τον τίτλο, στην Cooking Vinyl to 1995.

Στην ίδια εταιρεία που δεν εγκατέλειψε ποτέ συνέχισε με τα Forbidden Songs For The Dying West (1995), Defending Ancient Springs (1996), The Argyll Cycle Vol.1 (1996), Fairy Tales for Hard Men (1997), For Peace Comes Dropping Slow (1997), Night Lilies (1999), The Creatures of Light And Darkness (2001), και το Control που είχε βγάλει το 1975 ως John St. Field. Αξιοσημείωτο ότι μέσα σε ενάμισι χρόνο (98-99) έβγαλε και τρία live, δείγμα του πόσο διαφορετικά παίζει σε κάθε συναυλία : Saint Judas : When I Went Out To Kill Myself, Man Bleeds In Glasgow και The Wanderer.

 Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=24802

15
Φεβ.
08

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 1-11

5- ok Εμείς τα μυθόβια όντα οι ποιητές / που βλέπουμε τις ράχες / που βλέπουμε τις κορφές / και λέμε βουνοκύματα / δεν θα καταλαγιάσουμε. / Από αγάπη στο αδέκαστο κενό / από αλλαφροσύνη για ένα ξέφωτο / θα περιπολούμε. Τη χαραυγή τις πιο πολλές φορές / κοιμόμαστε.

Κάθε φορά που διαβάζω το Κοντά στον κάθε ήλιο του Νίκου Καρούζου, το μυαλό μου πηγαίνει στους πάσης φύσεως ασίγαστους κι αφανείς δημιουργούς. Τώρα που το ξανασυναντώ στο τρίτο τεύχος των (δε)κάτων, δε μπορώ να φανταστώ πιο ταιριαστούς αποδέκτες από τους «χειρωνάκτες» ορισμένων μουσικών και λογοτεχνικών περιοδικών και fanzines, που χωρίς κανένα όφελος φωτίζουν τους πιο γοητευτικούς και λιγότερο φανερούς δρόμους στα σχετικά τοπία.

Τα (δε)κατά ξεκίνησαν την άνοιξη του 2005 κι έχουν βγάλει μέχρι σήμερα 12 τεύχη. Εκδίδονται τέσσερις φορές το χρόνο (ανά μία εποχή) από τον ποιητή, πεζογράφο και μεταφραστή (αλλά και διπλωμάτη, εκδότη άλλων λογοτεχνικών περιοδικών στα αγγλικά και ελληνικά, όπως το Ρεύματα) Ντίνο Σιώτη και έφεραν μια εντελώς νέα εικόνα στο χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών. Με εξαιρετικά μοντέρνα αισθητική από τη μία, αλλά με το αυθεντικό, «ερασιτεχνικό» πάθος από την άλλη. Πόσες φορές δεν θυμήθηκα την ελεύθερη fanzine διάθεση, από την σελίδα της συνδρομής μέχρι τα καυστικά σχόλια των συνεργατών στις back pages. Κάθε τεύχος τονίζει έμμεσα ένα χρώμα, που εισχωρεί διακριτικά στις σελίδες, οι οποίες, μεγάλες και τετράγωνες, αφήνουν γράμματα και μάτι να αναπνεύσουν.

Διηγήματα: Οι πνεύμονες ενός λογοτεχνικού περιοδικού είναι τα διηγήματά και τα αφηγήματά του κι εδώ έχουμε ένα πλούσιο σύνολο από άξιες στο είδος τους πένες. Μεταξύ όσων διάβασα και ξαναδιάβασα, ενδεικτικά αναφέρω τους δικούς μας Σ. Τριανταφύλλου, Σ. Σερέφα, Γ. Ευσταθιάδη, Κ. Μαυρουδή, Λ. Διβάνη και Γ. Σκαμπαρδώνη (με το ασύλληπτο Ο συνοδηγός, με δικό μου υπότιτλο το Ένας αρουραίος στο αμάξι μου), τους Joan Didion, G.G.Marquez, Elizabeth Tippens, Ludmila Ulitskaya και τον εκπληκτικό Χιλιανό Roberto Bolano.
Αγαπημένο απόσπασμα: Μακάρι οι ζωές να μπορούσαν να παίζονταν στις οθόνες των κινηματογράφων, μακάρι να μπορούσα να ξαναμπώ στη «σκηνή» τη στιγμή εκείνη ακριβώς που ο Λένι Κλάιν ήρθε να με πάρει για πρώτη φορά και να την επιμεληθώ ξανά αυτήν τη σκηνή (Dani Shapiro, Η μαιτρέσα).
Αφιερώματα: Ενίοτε η καρδιά των (δε)κατων χτυπά στο ρυθμό ενός αφιερώματος που τιτλοφορείται Φάκελος: «Απιστία» (με γερά κείμενα τεχνιτών όπως οι Raymond Carver, Ivan Klima, Nicanor Parra, Έ. Σωτηροπούλου, Κ. Αθανασιάδης, ξανά ο Γ. Σκαμπαρδώνης, κ.ά.), «Ντεμπούτο 10 Συγγραφέων» (μεταξύ των οποίων και οι Γ. Γλυκοφρύδης, Λ.Κιτσοπούλου, Γ. Καπλάνι, Ν. Μάντης με τους οποίους θα ασχοληθούμε σύντομα), διακεκριμένοι νήσοι όπως η Τήνος και η Μύκονος και φυσικά «Ποίηση». Εδώ σύγχρονοι και παλαιότεροι Έλληνες και ξένοι ποιητές μιλάνε με τους στίχους τους, σε μια χορταστικότατη ανθολόγηση, χωρίς αναλύσεις και περιττολογίες. Το πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου αφιερωτήριο αφορά τον «Βρόμικο ρεαλισμό», το βορειοαμερικανικό λογοτεχνικό κίνημα / αποπαίδι του μινιμαλισμού που εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 με νονό τον Μπουκόφσκι και εκλεκτά μέλη τους R. Carver, T.C. Boyle, T. Wolf κ.ά. Το τεύχος που μόλις εκδόθηκε (και θα καλύψουμε σύντομα) φακελώνει την «Αστυνομική λογοτεχνία».
Αγαπημένο απόσπασμα, δια χειρός Τζακ Κέρουακ, τον Αύγουστο του 1949, από το φετινό καλοκαιρινό τεύχος με θέμα «Θερινά αναγνώσματα»: Θέλω να επικοινωνήσω με τον Ντοστογέφσκι στον ουρανό και να ρωτήσω τον Μέλβιλ αν είναι ακόμα αποκαρδιωμένος και τον Γουλφ γιατί άφησε τον εαυτό του να πεθάνει στα τριάντα οκτώ. Υπόσχομαι ότι δε θα τα παρατήσω ποτέ, και ότι θα πεθάνω ουρλιάζοντας και γελώντας.

Πρόσωπα: Η αγαπημένη μου ομότιτλη στάση σε κάθε τεύχος, όπου φωτίζονται ενδιαφέρουσες πλευρές εκλεκτών προσώπων. Ν. Βαλαωρίτης, Ν. Καρούζος, Θ. Γκόρπας, Ε.Χ. Γονατάς, Γ. Ιωάννου, Σάμ Πέκινπα, Σλάβοϊ Ζίζεκ, Φερνάντο Αραμπάλ, Τσαρλς Μπουκόφσκι και η ανυπάκουη Περσεπολίτισσα Μαργιάν Σατράπι. Στις περισσότερες περιπτώσεις γράφονται από τους ιδανικότερους γνώστες του θέματος: ποιος είναι καταλληλότερος να γράψει για τον Ίταλο Καλβίνο από τον χρόνιο μεταφραστή του Ανταίο Χρυσοστομίδη ή για τον «Μαθητευόμενο της οδύνης» Νίκο Εγγονοπουλο από τον Λεωνίδα Χρηστάκη;

 Αγαπημένο κομμάτι από εδώ οι 6 σελίδες του Charles McGrath για τα σκαμπανεβάσματα της λογοτεχνικής φήμης. Γιατί διαβάζουμε ακόμα Χέμινγουεϊ και Φιτζέραλντ και όχι άλλους που έχαιραν της ίδιας φήμης με εκείνους; Το σοκαριστικό αυτό κείμενο επικεντρώνεται στον Robert Lowell, που όταν πέθανε το 1977 μέσα σ’ ένα ταξί ήταν ο διασημότερος αμερικανός ποιητής της εποχής του και με μεγάλη διαφορά. Πώς γίνεται ο ροκ σταρ της αμερικανικής λογοτεχνίας να είναι παντελώς άγνωστος σήμερα;

Μαγνητόφωνο: Οι συνεντεύξεις είναι (ευτυχώς) σύντομες αλλά πολύ προσωπικές. K. Δημουλά, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Κ. Μουρσελάς, Κ. Παπαγεωργίου, Π. Τατσόπουλος, Έ. Σωτηροπούλου, Κ. Βόνεγκατ, J. Didion, Γ.Αρζούνι κ.ά. Κόλλησα στη φράση του Νάνου Βαλαωρίτη «Όλοι οι άνθρωποι είναι ποιητές στα όνειρά τους» αλλά και στη χρήσιμη συμβουλή του Τίτου Πατρίκιου προς τους νέους δημιουργούς, που αφορά κι όλους εμάς εδώ: «…τη δύναμη την αποκτάμε πολύ δύσκολα, όχι με το να συσσωρεύουμε γραπτά αλλά με το να αφαιρούμε γραπτά. Το πιο δύσκολο πράγμα είναι η αφαίρεση από αυτά που γράφουμε. Γράφοντας δημιουργούμε μια ναρκισσιστική σχέση με το γραπτό και δύσκολα μπορούμε να κόψουμε, να το περιορίσουμε. Το ίδιο το γράψιμο απαιτεί αφαιρέσεις, γράφουμε συνήθως περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται. Από την άλλη μεριά όμως δεν πρέπει να πετάμε τίποτα, πρέπει να αφαιρούμε αλλά να τα βάζουμε στην άκρη, για να μπορούμε να τα δούμε μετά από καιρό και να έχουμε συνείδηση της διαδρομής που κάναμε».

Εισιτήρια – εξιτήρια: Ένα δεύτερο γερό χαρτί είναι το «Γράμμα από το ….» που κοσμεί δύο και τρεις φορές κάθε τεύχος. Κάθε φορά ένας συνεργάτης αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα (λογοτεχνική αλλά όχι μόνο) πτυχή ενός τόπου. Συνταξιδεύουμε σε Βηρυτό, Μπούενος Άιρες, Σιδώνα, Κάιρο, Σαν Φρανσίσκο, Αγία Πετρούπολη, Μανχάταν, Κωνσταντινούπολη (συνάντηση Ορχάν Παμούκ, Άρθουρ Μίλερ και Χάρολντ Πίντερ), Τόκυο και … Φάρσαλα, από τα πορθμεία της δουλείας του Αμαζονίου στην γέφυρα των αυτοκτονιών της Καλιφόρνια, από το Νεπάλ και τη Χιλή, στην Περσία και το Μεξικό μιας συγκλονιστικής ιστορίας 100 γυναικών. Ο κατεξοχήν ταξιδογράφος Γιώργος Βέης Ασίας και Αφρικής μας ξεναγεί με τον γνώριμο ποιητικό του τρόπο σε Σουδάν και Μακάο και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος σκαρώνει μια πρωτότυπη τελωνειακή ανθολογία!
Το Παρίσι όπου πάντοτε τα οδοφράγματα έμοιαζαν με κήπους έχει τη μερίδα του λέοντος με εμφάνιση σε τρία τεύχη. Αγαπημένο μου κομμάτι εκείνο του δεύτερου τεύχους, που αφορά το θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare & Co, όπου Χέμινγουεϊ, Τζόις, Πάουντ, Γουλφ, Φιτζέραλντ, Ντος Πάσος, Στάιν και άλλοι της Lost Generation ξεφύλλισαν τα βιβλία του, διάβασαν τα έργα τους, όπου 10.000 άλλοι συγγραφείς φιλοξενήθηκαν σε ένα μικροσκοπικό δωματιάκι, έγραψαν στο γραφείο του, μαγείρεψαν, εργάστηκαν και όλοι ανεξαιρέτως έγραψαν κάτι στο λεύκωμα του ιδιοκτήτη. Έκλεισε όταν η ιδιοκτήτρια αρνήθηκε να πουλήσει το τελευταίο αντίτυπο του Finnegan’s Wake σε υψηλόβαθμο Γερμανό αξιωματικό αλλά απελευθερώθηκε από τον ίδιο τον Χέμινγουέϊ με το τζιπ του το 1944!

Συνοδευτικά: Η ύλη εμπλουτίζεται με σελίδες ημερολογίου (Tennessee Williams, Susan Sontag), κείμενα για το θέατρο (Σ. Σερέφας), δοκίμια (μεταξύ των οποίων κι ένα δυνατό κομμάτι του Don DeLillo με τίτλο Αντίστιξη, όπου συμπλέκονται Glen Gould, Thelonious Monk και Thomas Bernhart, αναρίθμητα ποιήματα, πολλές καλλιτεχνικές φωτογραφίες που ταιριάζουν με τα κείμενα, φωτογραφικά λογοτεχνικά κουίζ και τακτικές στήλες όπως ο (δε)κατοδείκτης με απίστευτες στατιστικές πληροφορίες, οι πειστικές προτάσεις του εκδότη και το διασκεδαστικό έως σκωπτικότατο Από στόμα σε στόμα.
Χρήσιμα είναι τα αποσπάσματα από μυθιστορήματα υπό έκδοση ή μόλις εκδοθέντα (Zadie Smith, Δ. Τζουμάκας, Δ. Κολλιάκου, Δ. Καλοκύρης, Γ. Σκαμπαρδώνης, Μ. Μήτσορα κ.ά.), εφόσον με τον τρόπο αυτό παίρνουμε χορταστική γεύση γραφής από βιβλία, πράγμα που δεν είναι πάντα εύκολο στους άβολους χώρους των περισσότερων βιβλιοπωλείων (και, προσωπικά, κάπως έτσι συχνά αποτυγχάνω στις επιλογές μου). Στις βιβλιοκριτικές, όπως γράφεται και στην προμετωπίδα, οι συνεργάτες των (δε)κάτων παρουσιάζουν βιβλία με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο: πρώτα τα διαβάζουν. Στα credits του τέλους, οι συνεργάτες («συνήθεις ύποπτοι») μεταφραστές και λοιποί συγγενείς αποκαλύπτουν μόνο μια πλευρά τους – την καλύτερη.

Επίγραμμα: Όλη αυτή η αναφορά στην πρώτη ενδεκάδα των (δε)κατων γίνεται επειδή θεωρούμε πως η ζωή ενός τεύχους δεν σταματά όταν βγει το επόμενο, από τη στιγμή μάλιστα που μπορεί κανείς πάντα να το προμηθεύεται από τα γραφεία της έκδοσής του. Τα αυθεντικά περιοδικά δεν αναπνέουν μόνο τον μήνα ή το τρίμηνο της κυκλοφορίας τους. Εξάλλου, στην ιστοσελίδα http://www.dekata.gr μπορεί κανείς να δει τα περιεχόμενα του κάθε τεύχους αλλά και να διαβάσει πολλά από τα κείμενά τους!

Κι όταν καμιά φορά μας τύχει / κατηφορίζοντας απ’ τις πολυκατοικίες / να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα / και να κοιτάξουμε κανένα / ηλιοβασίλεμα / το αποτέλεσμα τζίφος./ Έχουμε πρόχειρο το σκοτάδι / και έχουμε πρόχειρο το φως – ανάλογα./ Πιστεύουμε σ’ εκατομμύρια γητειές /κι αφιερωνόμαστε στους ίσκιους / Έχουμε τη μανία να καρποφορήσουμε / κυριεύοντας τις λέξεις. / Τι κουφή ρουλέτα./ Και θέλουμε να ξεφουσκώσουμε τον ουρανό / σα να’τανε παιχνίδι./ τι είναι ρίγος; / Άντε να το πεις με λέξεις…
Τα (δε)κατα το λένε με λέξεις – τα κατάφεραν. Το πιο γοητευτικό (και – καθαρά προσωπική γνώμη – το πιο ροκ εντ ρολλ) λογοτεχνικό περιοδικό.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14700
15
Φεβ.
08

Beth Gibbons & Rustin Man – Out of season (Go Beat, 2002)

Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σε μια πόλη του βορρά. Όλα ήταν παγωμένα, ακόμα και το σπίτι που έμεινα. Θυμάμαι τα χνωτισμένα τζάμια, τη μυρωδιά του κρύου και την μεγάλη επιθυμία για εξοστρακισμό εκείνου του παγωμένου αέρα. Υπήρχε όμως κι η θαλπωρούχα φωνή της Beth Gibbons κι οι γλυκόπιοτες δημιουργίες της. Με τύλιγαν ζεστά και μ’ αγκάλιαζαν, επιβίωσα! Λένε πως όταν συμπαθήσεις κάποιον μετά δεν είσαι ποτέ αυστηρός μαζί του. Και είσαι πολύ θετικά διακείμενος απέναντι σ’ οποιοδήποτε νέο του πόνημα. Έτσι δεν βλέπω κανέναν στη γωνία να περιμένει τη Beth…
Σα να τη βλέπω να ρουφά νωχελικά τον καπνό της, να κοιτάζει έξω απ’ το χνωτισμένο τζάμι και να μειδιά ελαφρά. «The thing that I’m into is the philosophy of the music. I love the surprise of things, the accidents… just the sound of a word, to try to express them in the best way, so that the emotion is totally revealed» λέει. Ο σκουριασμένος άντρας δίπλα της δηλώνει πως θέλανε να βγάλουν ένα δίσκο με ήχους από 40ς έως 70ς αλλά που συγχρόνως να έμοιαζε πως μόνο σήμερα θα μπορούσε να ηχογραφηθεί. Το οξύμωρο έπιασε. Beth Gibbons (Portishead, 1994-1998) and Paul Webb ή αλλιώς Rustin’ Man (Talk Talk) λοιπόν μαζί, σ’ έναν αποπλανητικό δίσκο. Φίλοι απ’ την εποχή που η Beth είχε κάνει audition για την post-Talk Talk μπάντα του Paul, τους O’rang, εμπνεύστηκαν κι έγραψαν το περισσότερο υλικό του «Out Of Season» στα σπίτια τους στις εξοχές του Devon και του Essex. Με αναφορές στη φύση και τις εποχές («Funny Time Of Year», «Resolve», «Sand River»), απ’ τις οποίες πάντα εμπνέεται, λέγοντας μας χαρακτηριστικά «while seasons stay the same, we nevertheless grow with age», αλλά με τον τρόπο που μπορεί να μιλά και για τα δικά μας αστικά περιβάλλοντα.
Δε μπορείς να μη γίνεις σκεφτικός, να μη μελαγχολήσεις, ίσως αντιτείνουν μερικοί. Η Beth υπεραμύνεται: «I find it really hard to write a happy song without it sounding somehow melancholic». Για τον Webb ο δίσκος ήταν η ευκαιρία ξεφύγει από τις ρυθμικές ντραμ εμμονές των O’ rang. Αλλά για την Gibbons (και εν αναμονή της νέας Portishead εμφάνισης) το δόσιμό της εδώ δε μπορεί να’ναι μια απλή περίπτωση. Είναι εκφραστικότατη, θερμή, δοσμένη. Πρώτο υλικό της εδώ και 5 τουλάχιστον χρόνια, το «Out of season» είναι ένα όντως εκτός εποχής μαγικό χαρμάνι μεταμεσονύκτιας τζαζ, γλυκών ψιθύρων, πικρών απολογισμών, σόουλ αγγιγμάτων, φολκ χαμηλόφωνων ραψωδιών, αρτ τεχνοτροπιών, με την ευφυιώς ταιριαστή «αναλογική» παραγωγή. Άλλωστε διακριτικά η  παρέα των Portishead ακολουθεί το ύφος των δυο μαγεμένων : o Adrian Utley είναι και στην κιθάρα και σε κάποιες ιδέες στην παραγωγή αλλά κι ο drummer Clive Deamer κι ο πιανίστας John Baggott από την live μπάντα των P. Από τους Τalk Τalk που τελικά είχαν όλοι τους πολύ παραπάνω ψωμί να δώσουν, οι Lee Harris και Simon Edwards. Έγχορδα, χάμμοντς, πιάνα, Wurlitzer, φυσαρμόνικες κι άλα εφφέ στέκουν ακίνητα μπροστά από τις σκούρες ορχηστρικές κουρτίνες του φόντου – σα νάσαι σ’ένα μικρό πανδοχείο στη μέση του πουθενά, σε κάποια βόρεια ευρωπαϊκή πόλη.

Φυσικά τα κοινά με τους Porties σταματάν σε δυο κομμάτια : τα «Romance» και «Rustin Man». Γιατί στα υπόλοιπα 8 κομμάτια (λίγα πράγματι, αλλά όλα ένα κι ένα) η Beth εμβαθύνει σε τόσες διαφορετικές φωνές, αντιμετωπίζει το κάθε της κομμάτι σαν νέο ρόλο, αγγίζοντας παλιά κλίματα της Billie Holiday, της Johnny Mitchel, του Nick Drake (έχει ένα κομμάτι ολόδικό του, το ομώνυμο!), του Έλβις (στο κορυφαίο «Τom the model»). Παρέα με την ακουστική κιθάρα της, τις μικρές πρέζες ηλεκτρικής, και τις 40ς ορχηστικές υποκρούσεις η Μπέθ ξεφεύγει απ’ τις τριπ χοπ αγχολογίες της και απλώνει πάνω τους τη λειωμένη βουτυρένια της φωνή. «And the moments that I enjoy / a place of love and mystery / I’ll be there anytime» ψιθυρίζει με τον αισθαντικότερο δυνατό τρόπο η Beth στο «Mysteries», ένα απ’ τα ομορφότερα τραγούδια της, για να συνεχίσει : «God knows, how I adore life / When the wind turns on the shores lies another day».

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
15
Φεβ.
08

Destroyer – Destroyer’s Rubies (Merge, 2006)

destroyersrubies.jpgΕίναι ο έβδομος δίσκος των Destroyer, ύστερα από τα We’llBuild Them a Golden Bridge (1996, Tinker), Thief (2000, Catsup Plate), Streethawk: A Seduction (2001, Misra), This Night (2002, Merge), Your Blues (2004, Merge), Notorious Lightning And Other Works (2005, Merge). Τους γνώρισα με αυτόν εδώ, και σε αντίθεση με άλλους ομότεχνους, μου αρέσει σφοδρά να παραδέχομαι ότι γνώρισα ένα συγκρότημα στον τρίτο, έβδομο ή εικοστό δίσκο του. Ότι δεν το παρακολούθησα από τα σπάργανα, ότι δεν το εντόπισα όταν πρωτόβγαινε. Όχι μόνο δε νοιώθω καμία ενοχή γι’ αυτό, αλλά και χαίρομαι, σκεπτόμενος τι μουσικές έχουν βγει και παραβγεί, περιμένοντας απλώς να τις ανακαλύψουμε. Όπως με τα βιβλία τελικά.
Το πρόσωπο πίσω από το σχήμα είναι ο Dan Bejar (Βανκούβερ, Καναδάς), μέλος των εξαιρετικών σε ορισμένες περιστάσεις The New Pornographers (στους οποίους πάντως ο ίδιος δε θεωρεί τον εαυτό του επίσημο μέλος, ενώ και πρακτικά δεν συμμετέχει σε οτιδήποτε κάνουν). Η σαρδόνια ποπ του κυρίου αυτού κάνει το πρέπον στους δύο δασκάλους του: τον Μπάουι και τον Ντύλαν: τους θυμάται και μετά τους πετάει στη γωνία. Στην ουσία δεν είναι παρόμοιες οι φωνές, αλλά η ερμηνεία και κάτι περισσότερο: η αίσθηση της ερμηνείας. Εδώ κάπου μπαίνει η αβάσταχτη γοητεία της glam και folk παρακμής. Ο Tyrannosaurus Rex είναι για μένα ο συνδετικός κρίκος των πάντων εδώ.
destroyer.jpgΈτσι, με τέτοια γκλαμάτη φόρτιση και μεενίοτε θεατρικά φωνητικά, όταν σε κάθε κομμάτι κάπου στο μέσο μας αρχίζει τα «la la la» ή «ba ba ba» όχι μόνο δεν γίνεται ενοχλητικός, αλλά απολαυστικός. Αν πρέπει να διαλέξω οπωσδήποτε κάτι, παίρνω αμέσως το κορυφαίο Dangerous Woman Up to a Point (που ξεκινά με την ηρωίδα να συζητά σε μια πλατεία περί λογοτεχνίας), το εναρκτήριο δεκάλεπτο Rubies και τον τρόπο με τον οποίο αφήνει ένα jazz-piano να οδηγήσει ένα γκροτέσκο Looters’ Follies στα τάρταρα. Θα μας πετάξει και το 3000 Flowers, απλώς σα δείγμα τι ροκ κομμάτια μπορεί να συνθέσει και θα πάρει Neil Young/Crazy Horse κλίση στο κλείσιμο.
Με όλα αυτά, μου δημιουργήθηκε η εικόνα ενός τύπου που στέκεται στην άκρη του λιμανιού και παραληρεί ανάμεσα σε μπουκαλιές κρασί. Γι’ αυτό και ο τύπος μου θυμίζει, χωρίς να μου τον θυμίζει, τον καλό μου Nikki Sudden. Αν και σε ένα χυμώδες λογοπαίγνιο κάπου σε ένα blog διάβασα πως συν τοις άλλοις ο Bejar γυροφέρνει ανάμεσα σε 4 Κέβιν: Coyne, Ayers, Rowlands, Junior. Δεν θα έπαιρνα όρκο για τους δύο τελευταίους πάντως, αλλά ο blogger φαίνεται πως ξέρει από μουσική.Εδώ και μία δεκαετία ο κύριος αυτός γράφει, ηχογραφεί και παίζει ως Destroyer, με διάφορες μετακινήσεις, αλλαγές και αλλαξοκωλιές. Όμως, δεν έχουμε εδώ one man show, εφόσον κάθε φορά οι διαφορετικοί μουσικοί δίνουν γερό στίγμα. Ίσως γι’ αυτό και ο κάθε δίσκος του έχει ειδοποιούς -αν και λεπτεπίλεπτες- διαφορές από τους προηγούμενους, απ’ ό,τι διαβάζω. Όλοι δε ψηφίζουν ως περισσότερο πιασάρικο το Streethawk: A Seduction.
Ακόμα και μέσα σε όλο αυτό το παρακμιακό μπαράζ, ο τύπος διατηρεί την ισορροπία μεταξύ εκκεντρικότητας και κομψότητας. Οι πυκνές και απολαυστικές συνεντεύξεις του προοιωνίζουν  ορισμένους πολύ γερούς στίχους, στους οποίους δεν διστάζει να βάλει και τη βία πάσης φύσεως – ειδικώς τη βία που έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Σαν συγγραφέας, μάλιστα, ξαναβάζει τον ήρωα ενός προηγούμενου κομματιού σε κάποιο μεθεπόμενο, άρα ξαναβρίσκουμε τους ίδιους ζωγράφους, ιερείς, ερωτομανείς ή ερωτολειπείς. Αυτοί που περνούν βέβαια τα πάνδεινα στις ιστορίες του είναι οι κριτικοί («You can huff and you can puff but you’ll never destroy that stuff» και άλλα συναφή). Ευτυχώς, δεν ανήκω στο είδος, αν και δε θα με χαλούσε καθόλου να στιχουργηθώ με τέτοιες μουσικάρες.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.
13
Φεβ.
08

Original Soundtracks / Κινηματογραφική μουσική

Δεν μιλάνε γι αυτά τα πράγματα!

Επιμένω, όντως δε μιλάνε γι αυτά τα πράγματα! Όχι μόνο επειδή έτσι τιτλοφορείται το όμορφο σάουντρακ μιας ταινίας που δεν είδα ποτέ [De Eso No Se Habla, μουσική Nicola Piovani], αλλά και επειδή η κινηματογραφική μουσική είναι αδύνατο να περιγραφεί. Mπορώ να ανακαλέσω μυριάδες εικόνες που μου φέρνει στο νου (των ταινιών που γράφτηκε για να χαϊδέψει, άλλων που παρείσφρυσαν ακάλεστες στο μνημονικό, προσωπικών σκηνών που δε γύρισε ποτέ κανείς αλλά τις έχουμε δει μυριάδες φορές στον μίνι εγκεφαλική μας οθόνη) αλλά αυτό δεν μπορεί να ενδιαφέρει έναν αναγνώστη εδώ. Μπορεί όμως να τον ενδιαφέρει και μόνο η αναφορά, άρα και εξεύρεση, των τίτλων – και αν πλοηγηθεί σε παράλληλες μ’ εμένα συγκινήσεις τότε αξίζει τον κόπο! Δυστυχώς η συλλογή μου βρίσκεται διασκορπισμένη στους 3 ανέμους. Τα βινυλιακά (κυρίως από το «Φιλοντίσκ» και το παλαιό «Σόλωνος και Μασσαλίας») στο πατρικό, τα ψηφιακά εδώ τριγύρω, οι κασέτες σε ένα πατάρι. Μόνο μου σκονάκι για άλλη μια φορά, η μνήμη μαζί με έναν και μοναδικό φάκελο σε έναν σκληρό δίσκο. Ό, τι γράψω θα ναι μια κι έξω και από μνήμης και δε θέλω να το ξανακοιτάξω, θα έχω αφήσει τα εννιά δέκατα.

Α. Οι δίσκοι
1. ANASTASIA (ANASTACUJA) – Before the rain
2. NYMAN Michael – Wonderland
3. RABEEN Peer – Berlin Alexanderplatz
4. PIOVANI Nicola – O re
5. MORRICONE Ennio- Il prato
6. COSMA Vladimir – L’ homme du Suez
7. UMEBAYASHI Shigeru – 2046
8. SYREWICZ Stanislas- Stalin
9. PIOVANI Nicola – Kaos
10. MORRICONE Ennio – The untouchables
11. RABEEN Peer – Lili Marlen
12. YEONG-WOOK Jo – Old boy
13. PIOVANI Nicola – Il Marchese Del Grillo
14. GOLDSMITH Jerry – Under fire
Αξίζει η γνωριμία με όλα τα έργα των Piovani, Morricone, Rabeen, Νyman. Έχουν ένα μοναδικό και αναγνωρίσιμο στυλ, από τον ευρωπαϊκό εξπρεσιονισμό του μόνιμου συνοδού του R.W. Fassbinder (μουσική σαν του Βerlin Alexanderplatz ή του Lili Marlen, (με τα δύο αξεπέραστα βαλς, δύσκολα ξαναγράφεται), ως τις καρδιοθραυσματικές μελωδίες του Padre Ennio.
Ο Morricone στο «Λιβάδι» των αδελφών Taviani βουτάει όσο ποτέ άλλοτε σε έναν σπαρακτικό λυρισμό. Τον βοηθάει το ίδιο το έργο, το ερωτικό τρίγωνο, η ετοιμοθάνατη γυναίκα, η ομορφιά της φύσης, το ανεκπλήρωτο των πάντων. Θυμάμαι σαν τώρα και ένα μαγικό τραγούδι που τραγουδούσε σχεδόν τελετουργικά μια μεγάλη παρέα εξαντλημένων εξαθλιωμένων, επιστρέφοντας από την εκδρομή στο λιβάδι. Δυστυχώς δεν υπάρχει στο σάουντρακ. Με τους «Αδιάφθορους» του De Palma φτάνει στο άλλο άκρο. Σε βάζει αντικριστά με το θάνατο (Death Theme) και την έξαψη (Al Capone) και με υπέρτατη επικότητα σε κάνει έναν από τους 4 ιδιαίτερους ήρωές του στα ομώνυμα θέματα.
Μόνιμη επένδυση στη δική μου ζωή αποτελεί το έργο του αξιότιμου κυρίου Nicola Piovani, που συνεχίζει με μνημειώδη έμπνευση να ομορφαίνει κάθε ταινία απανταχού της γης, κάθε άγνωστου ή/και ποιοτικού σκηνοθέτη. Προσπαθώ να μαζέψω όλα του τα έργα του και είναι δύσκολο, αν υπολογίσει κανείς και μερικά εξίσου αριστουργηματικά κομμάτια που έγραψε και γράφει για θεατρικές παραστάσεις (όπως το Ι 7 re di Roma του Luigi Magni). Κανείς συνεργάτης εκεί έξω; Με τον Piovani γίνεσαι ένας άλλος «ήρωας». Της καθημερινότητας που μπορεί να είναι από ανελέητη ως παραμυθένια, και ενός ρεαλισμού που μόνο μαγικός δεν είναι. Ή μήπως είναι; Ποιος ξεχνά τον Φεγγαροχτυπημένο και την τελετουργική έξοδο των καταπιεσμένων εργατών στην αυλή του φεουδάρχη (La Jarre: Don Lolo La Jarre: Danse et final) στο αξεπέραστο «Χάος» των Taviani; Ποιος δεν μπαίνει στο άδυτο της Ιστορίας παρέα με τις διεστραμμένες περσόνες του Μαρκησίου Ντελ Γκρίλλο (Mario Monicelli) και των φανφαρόνικων μαρς του;

Από Έλληνες, πανέμορφα μουσικά θέματα (και μάλιστα παραπάνω του ενός) έγραψαν οι Γιώργος Χατζηνάσιος (Γλυκειά Συμμορία, Πρωινή Περίπολος) και Νίκος Κυπουργός (Black Out, Ο Δραπέτης). Ο Κώστας Καπνίσης έγραψε πάνω από 100 σάουντρακς, ορισμένα από τα οποία είχαν εκπληκτικά κομμάτια (Οι γενναίοι του βορρά, Με φόβο και πάθος, Αγάπη και αίμα).

Β. Τα αποσπάσματα
Με πολλούς γνωστούς μουσικογράφους συμβαίνει το παράδοξο πολλές όμορφες στιγμές τους να προέρχονται από ταινίες που δε σου γεμίζουν τα μάτια. Προτιμήστε αποσπάσματα του Wojciech Kilar από το Portrait of a lady, του Μaurice Jarre από το Α Witness, του John Barry από το High Road to China, του Gabriel Yared από το Sylvia, του Ηans Zimmer από το Τhe Last Samurai, του Vladimir Cosma από το Les grandes familles.
Η συνεργασία του Werner Hertzog με τους Popol Vuh έφτασε στο απόγειο με τις φοβερές ψαλμωδίες του Cobra Verde. Ο Pino Donaggio έφτιαξε μερικά δυνατά θέματα για τα θρίλερ που του ανέθεταν, αλλά οι κορυφαίες του στιγμές είναι τα τελειώματα του Don’t look back know (η γνωστή νοσηρή μεταφυσική ιστορία της Βενετίας) και κυρίως τα έξοχα Love affair και The inn από το The berlin affair, ενώ ο John Williams έφτασε μάλλον το αποκορύφωμά του στο βασικό θέμα του Schindler’s List. Εικονικοί ύμνοι τα Persuaders (John Barry, ΤV) και Blade Runner (Vangelis). Σχεδόν έχουμε συνδέσει βιβλικές σκηνές με το Jesus of Nazareth του Maurice Jarre και τα Πάσχα μας είναι άρρηκτα δεμένα με το έτερο κλασικό Theme of exodus του Ernest Gold (Exodus). Συναρπαστική περίπτωση από μόνος του ο Michel Polnareff, αξίζει να ανακαλυφθεί πρώτα με τα Theme d’amour/Theme myosotis (La folie des grandeurs), ενώ ο Angelo Badalamenti νομίζω έφτασε το αποκορύφωμά του στο City of lost children. Για την μουσική τού «Πριν τη βροχή» έγραψα στην στήλη Ηχώ στο χάος, αρ. 2. Ιδού σε αξιολογική σειρά αυστηρά της στιγμής ορισμένα ακόμα αποσπάσματα που αξίζει να ντύσουν προσωπικές ανθολογίες. Σε παρένθεση το σάουντρακ, ενώ όπου δεν υπάρχει πρόκειται για το ομώνυμο του αποσπάσματος.
1. Philippe Sarde – Les choses de la vie
2. Jerry Goldsmith – (Theme from) papillon (Papillon)
3. Nicola Piovani – Rosaria (Il camorrista)
4. John Barry – Smile (Charlie)
5. Michael Nyman – Chasing sheep is best left to shepherds (The draughtsman’s contract)
6. Hans Zimmer – Regarding Henry
7. Ennio Morricone – La tragedia di un uomo ridicolo
8. Elmer Bernstein – Carhumba (Grifters)
9. Craig Armstrong – Rochester (Plunckett and Macleane)
10. James Horner – Looking For The Next Great Idea (A beautiful mind)
11. Bruno Coulais – Pepinot (Petits chanteurs de Saint Marc)
12.Ennio Morricone- The Family Of The Poor (City of Joy)
13. Michael Nyman – Knowing the ropes (Drowning by numbers)
14. Ennio Morricone  – Tema di marco (Marco Polo, TV)
15. Tangerine Dream – Forgiveness (Legend)
16. Zbigniew Preisner – Andy and moons theme (Α prayer in the fields of lord)
17. Patrick Doyle – L’adoption (Indochine)
18. Nikita Μikhalkov – Friendship (Τhe barber of Siberia)
19. Mason Daring – Lounge de los incas (Men with guns)
20. James Horner – Closing credits (Glory)
21. Ennio Morricone – Act of faith (Bugsy)
22. Henry Zimmer – Ritz II (Regarding Henry)
23. David Holdridge – Finale (Old Gringo)
24. Jerry Goldsmith – Remember this (Sleeping with the enemy)
25. Angelo Badalamenti – Montage (Cousin)
Γ. Τα τραγούδια
Aπό χορωδιακά μέρη, ευδαιμονικές στιγμές μου δίνουν τα Πιοβανικά Nel nome del padre, Amico mio, Domani accandra από τα αντίστοιχα έργα, και το Les avions en papier κι όχι μόνο από το Petits chanteurs de Saint Marc (Coulais). Όσον αφορά τραγούδια, το μπουκέτο των 5 τραγουδιών του Georges Delerue που τραγουδούν με διαδοχικά οι κυρίες του 8 femmes, το γνωστό Ja volim te jos στις ενοποιημένες δύο δόσεις του [Bregociv, Black cat white cat], το σπαρακτικό La chanson d’ Helene της Ρόμυ Σνάιντερ [Sarde, Les choses de la vie], το παιγνιώδες La Canzone Di Pinocchio με τον Μπενινάκο [Piovani, Pinocchio], οι μικρές τσούπρες στο ολοφώτιστο Stars of the sea [Νyman, The Actors, εδώ με μουσική από Conor McPherson], η ονειροπόλα Paola Sapora στο Talor io canto [Piovani, Il sole anche la notte], ο Αλμοδοβαρικός ερωτισμός των Puro teatro [La Lupe, Women on the verge of a nervous breakdown] και Encanedados [Lucho Gatica, Dark Habits]. Eκτός συναγωνισμού, η υπέρτατη κατά Όσκαρ Ουάιλντ αλήθεια, δια χειλών της Jeanne Moreau : το φασμπιντερικό Each man kills the things he loves από το Querelle. Η παραπάνω φράση μου φαινόταν ένας ευφημισμός, ένα τετριμμένο τσιτάτο για κοινή χρήση. Σχεδόν έκθαμβός βλέπω τους κυρίους Wilde και Fassbinder να μου βγάζουν τη γλώσσα κρατώντας ντοκουμέντα. Από τη δική μου ταινία, συγνώμη, ζωή ήθελα να πω.
Δ. Οι σκηνές
Στιγμές, στιγμές… O Serpico/Al Pacino παρατημένος από όλους κάθεται στην άκρη του λιμανιού. Πίσω του ένα τεράστιο πλοίο, ίσα για να τον δείχνει μικρότατο. Έχει απολυθεί από τη δουλειά, έχει χάσει τους φίλους του, πλήρωσε κάθε δυνατό τίμημα. Δίπλα του ο σκύλος που του άφησε η αγαπημένη του – προτού τον εγκαταλείψει κι αυτή. Οι τίτλοι τέλους πέφτουν – Unhappy end. [Mikis Theodorakis – Theme from Serpico]. Ο Giancarlo Giannini, για καιρό κρυμμένος μέσα στο πορνείο ξεσπάει βγαίνοντας στο πολύβουο σοκάκι φωνάζοντας Viva l’ anarchia, την την ώρα που οι καραμπινιέροι τον κυνηγούν ανάμεσα στους πάγκους – είναι η ώρα που μπαίνει το Canzone Arrabbiata [Nino Rota, Film d’ amore e d’ anarchia]. Φυσικά θα τον λιανίσουν. Η οικογένεια που παίζει στα χαλάσματα του πολέμου και αντιμετωπίζει με ασύλληπτο χιούμορ τους βομβαρδισμούς στο Hope and glory (έξοχη μουσική του Peter Martin).
Ο Brad Davies στο νυχτερινό αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης καρδιοχτυπά από την αγωνία, ζωσμένος ναρκωτικά – ένας κύκλος στρατιωτών τριγύρω του προτάσσει σε κλάσματα δευτερολέπτου τα όπλα του. Οι πρώτες νότες του κομματιού. Και οι πρώτες στιγμές της ασύλληπτα δραματικής εξέλιξης της ζωής του, λίγο πριν βρεθεί στα μπουντρούμια της βυζαντινής φυλακής. Το κομμάτι ξανακούγεται στο τέλος, λίγο πριν την εξίσου καρδιοχτυπούσα και απρόσμενη ευκαιρία απόδρασης του ήρωα. Υπόκρουση στα πρώτα βήματα ελευθερίας του και όταν πέφτουν οι μαυρόασπρες (αληθινές) φωτογραφίες του ήρωα [Giorgio Moroder – Midnight Express]. Ο κύριος Sam Lowry/Jonathan Price συνθλίβεται από τις τεράστιες σκιές των πανύψηλων πολυκατοικιών αλλά ονειρεύεται πως πετάει ψηλά τους [Michael Kamen, Brazil]. Η σιωπή των παλαιών εραστών μπροστά στην απεραντοσύνη της ερήμου [Ryuchi Sakamoto – The sheltering sky].

Τα απανωτά φλας μπακ μιας ολόκληρης ζωής, όχι με τη σειρά αλλά σε σκόρπια θραύσματα, η προδοσία του χρόνου στο πρόσωπο του Noodles/Robert de Niro [Ennio Morricone – Once upon a time in America]. O Charles Bronson βάζει μια φυσαρμόνικα στο στόμα του ψυχορραγούντος Henry Fonda, ικανοποιώντας την αρχέγονη επιθυμία της δίκαιης εκδίκησης [Ennio Morricone – The man with the harmonica/Once upon a time in the west]. Και αλήθεια, πως τολμάει ένας πελάτης μας να έρχεται μόνος και να μη χαζολογεί με παρέες; Πώς τολμάει να διαβάζει την ώρα του φαγητού; Θα του χύσουμε τη σούπα, θα του πετάξουμε μακριά το βιβλίο του. Ένας από τους βιαιότερους (κυρίως με τα λόγια) χαρακτήρες του αγγλικού σινεμά, ο Mr. Spica/Michael Gabbon, (όταν δεν κρατάει σφιχτά το λαιμό της γυναίκας του) βγαίνει με πομπώδη βήματα από τις τεράστιες αναγεννησιακές κουζίνες του εστιατορίου του, έτοιμος να συνθλίψει τον μοναχικό και μοναδικό αξιοπρεπή του πελάτη [Michael Nyman – Memorial/The cook, the thief, his wife and her lover].


Αλλά στο βάθος παραμένω μια τρυφερή ρομαντική ψυχή. Θέλω η τελευταία εικόνα να είναι του Captain Fourillo και της αγαπημένης τους εισαγγελέως στο κρεβάτι, καθώς την αγκαλιάζει από πίσω και συζητούν τις περιπέτειες της ημέρας, στην κλασική και απαράλλαχτη τελευταία σκηνή κάθε επεισοδίου του Αστυνομικού Τμήματος Χιλλ Στρήτ. Το πλάνο βγαίνει από το παράθυρο και οι δρόμοι είναι πάλι βρεγμένοι. (Mike Post – Hill Street Blues). Let’s be careful out there!

Υ.Γ. Αν θέλετε να αναθυμηθείτε, ανακαλύψετε ή απλώς σκάψετε στην ατέλειωτη θάλασσα των κινηματογραφικών μουσικών, βουτήξτε στο soundtrackcollector.com. Εξαιρετικά πλήρης βάση, που περιλαμβάνει άπειρους τίτλους, συνθέτες, τραγούδια, εξώφυλλα αλλά και όλες τις διαφορετικές εκδόσεις κάθε σάουντρακ. Τα θέλω όλα!

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Team.asp?id=12935

13
Φεβ.
08

Κρεγκ Τόμσον – Blankets

Μπορεί κανείς να βάλει φωτιά μέσα στον κόρφο του και τα ρούχα του να μην καούν; (σ. 315).
Χαρτογράφηση: Πόσες φορές δεν έχουμε κλείσει την τελευταία σελίδα ενός κόμικς άλμπουμ επιθυμώντας να διαρκούσε περισσότερο; Πόσες φορές δε ρουφήξαμε λαίμαργα τις εικόνες του με την ευχή να πολλαπλασιάζονταν σε μια εικονογραφημένη ιστορία με τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία μυθιστορήματος ή έστω νουβέλας; Αυτήν ακριβώς την επιθυμία ικανοποιεί ένα «νέο» είδος γραφής, το graphic novel ή αλλιώς «γραφικό» ή εικονογραφημένο μυθιστόρημα. Πρόκειται για είδος που καθιερώνεται ταχύτατα, αποτελώντας εναλλακτική μορφή λογοτεχνίας αλλά με υπολογίσιμο εμπορικό αντίκρισμα. Στη χώρα μας ήδη κυκλοφορούν τα Palestine του Joe Sacco και Χαιρετίσματα στη Σερβία του Aleksandar Zograf (επίσης από τις εκδ. ΚΨΜ), αμφότερα με προφανές θέμα, τα δύο Περσέπολις της Μαριάνε Σατράπι (η ενηλικίωση μια κοπέλας στο φονταμενταλιστικό Ιράν, εκδ. Ηλίβατον), ενώ μέσα στον επόμενο χρόνο αναμένεται το Logicomix των Δοξιάδη – Παπαδημητρίου – Παπαδάτου – di Donna, με «επιστημονικό» περιεχόμενο. Είναι αξιοσημείωτο που η εν λόγω έξαρση συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που το Maus του Art Spiegelman (με θέμα το Ολοκαύτωμα και τον αντίκτυπό του στις μετέπειτα ζωές) είχε κάνει θραύση ήδη το 1992.

Τοπογραφικό: Παγωμένη αμερικανική ενδοχώρα, Ουισκόνσιν και Μίτσιγκαν σε ατέλειωτο χειμώνα, θρησκευτικές κατασκηνώσεις, σχολικές αντι-κοινότητες, οικογενειακές εστίες χωρίς ίχνος ζέστης. Χιονισμένα τοπία και έρημοι δρόμοι με διαφημιστικές πινακίδες «Ο Ιησούς είναι η μόνη ασφάλεια πυρός».

Πλοκή: Το Blankets αποτελεί ένα τυπικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό «μυθιστόρημα ενηλικίωσης». Οι συμπληγάδες που πρέπει να διασχίσει ο Κρεγκ μέχρι την ενηλικίωσή του είναι ισχυρές: από τη μια οι προσδοκίες των γονέων του κι από την άλλη τα αυστηρά μέχρι παραλογισμού διδάγματα της Εκκλησίας (με την καλλιέργεια ενοχών και τύψεων για οτιδήποτε αφορά το σώμα και την άρνηση κάθε επίγειας απόλαυσης ή καλλιτεχνικής δημιουργίας). Μόνο που οι πηγές της πίστης είναι ύποπτες, εφόσον οι ίδιοι οι φορείς της την ερμηνεύουν όπως τους συμφέρει. Για πόσο καιρό θα τον πείθουν οι γονείς του πως η εικόνα του Ιησού κλαίει κάθε φορά που αυτός κάνει μια μιαρή πράξη, όπως λ.χ. το να σκιτσάρει μια γυμνή γυναίκα; Ξέρεις τι μας κάνει να νιώθουμε αυτή σου η πράξη; Πώς νομίζεις ότι νιώθει ο Ιησούς;

Στην επτασέλιδη εισαγωγή o Γιάννης Κουκουλάς εύστοχα παρομοιάζει το έργο με το «Πορτρέτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία» του Τζέημς Τζόυς, όσον αφορά το μυθοπλασικό πυρήνα και τη νεωτερικότητα της μορφής του, αλλά και στο ότι ο ίδιος μοιάζει να γράφει «σε μια παραζάλη, θαρρείς εν υπνώσει αυτόματης αφήγησης». Πράγματι, η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ο πρώτος καταλύτης που αν δεν τον απελευθερώνει από τον ασφυκτικό του κλοιό, σίγουρα τον οδηγεί στην ωριμότητα. Το δεύτερο κλειδί είναι ο έρωτας με την Ράινα, που ζει με μια άλλη προβληματική οικογένεια στον αντίποδα της δικής του: δυο υιοθετημένα αδέλφια ειδικών αναγκών/ικανοτήτων και δυο γονείς που αδυνατούν να χωρίσουν εφόσον αυτό αντιφάσκει με την ευαγγελική τους δογματική. Καλλιτεχνική έκφραση και σεξουαλικότητα θα συγκρουστούν (Παρουσία της Μούσας μου δεν είχα πια ΑΝΑΓΚΗ να ζωγραφίσω. Γιατί να ασχολούμαι με γραμμές και χρώματα, όταν μου έφτανε να την παρατηρώ; ) αλλά και θα συμβαδίσουν μέχρι τη φυγή του ήρωα προς την πραγματική ζωή. Κατά μεγάλη ειρωνεία ο Κρεγκ θα βρει ακόμα και στη Βίβλο δείκτες ερωτικής έκφρασης – όχι όμως στον απαισιόδοξο Εκκλησιαστή αλλά στο απαγορευμένο Άσμα Ασμάτων. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ, για το τέλειο δημιούργημά σου. Δέρμα τόσο απαλό και λευκό σαν το φεγγαρόφωτο, κόκαλα κάτω από το δέρμα που μπλέκονται και ξεμπλέκονται, που υψώνονται ψηλά ως τα λαγόνια και βυθίζονται στην κλείδα.[…] Σ’ ευχαριστώ για τον ρυθμό των κινήσεών της, -κουλουριασμένη, απλωμένη- οι καμπύλες της κύματα που τυλίγουν τις ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ. Είναι δική σου. Είναι τέλεια. Ένας ΝΑΟΣ.

Γραφιστικά: Η απομυθοποίηση της δήθεν μαγικής παιδικής ηλικίας και του ασφαλούς οικογενειακού σπιτικού εικονογραφείται περίτεχνα. Υπάρχουν συγκλονιστικά κάδρα, όπως εκείνο του σμικρυνσμένου μικρού παιδιού που κάθεται ανάμεσα στις πελώριες γονεϊκές φιγούρες, που του λένε πόσο τους απογοήτευσε. Όταν χρόνια μετά θα γυρίσει στο πατρικό του για να τους δει θα σκεφτεί: παρόλο που οι γονείς μου δε μπορούσαν να με τιμωρήσουν ή να μου απαγορεύσουν την έξοδο εξακολουθούσα να αισθάνομαι ευάλωτος κοντά τους.

Τα ασπρόμαυρα σχέδια του Thompson αποτυπώνουν με εξαιρετικό σιωπηλό τρόπο τις γλυκόπικρες εκφράσεις προσώπων αλλά και τις στιγμές της καλλιτεχνικής παρόρμησης – η δε ερωτική πράξη περιγράφεται ελλειπτικά. Οι κουβέρτες φούσκωσαν και πάφλασαν. Με μαγνήτισε η απεικόνιση λεπτομερειών στο χώρο, ακόμα και άψυχων αντικειμένων που λες και παρακολουθούν αυτά που συμβαίνουν ή δε συμβαίνουν. Ένα κεφάλι ελαφιού στον τοίχο, τα χάπια στο φαρμακείο του μπάνιου, το πλυντήριο πιάτων σε λειτουργία. Και κυρίως οι κουβέρτες, που εξελικτικά αποκτούν διαφορετικές σημασίες: προστασία στη δύσκολη παιδική ζωή, αυτοσχέδιο αντίσκηνο σε υποτιθέμενες καταιγίδες, ερωτικό πεδίο αλλά και συναισθηματική αιχμαλωσία σε έναν έρωτα. Όταν δεν καλύπτονται κάτω από αυτές οι δύο ήρωες βγαίνουν στο χιόνι. Στο αφιλόξενο έξω είναι περισσότερο οι εαυτοί τους. Μοιράζονται στιγμές που η αίσθηση του χώρου, του βάθους, χάνεται, καθώς οι νιφάδες πέφτουν σε σχηματισμό και το πρώτο τους φιλί είναι σχεδόν απόκοσμο. Σε μια δύσκολη στιγμή θα φορέσουν τα παλτά πάνω από τις πιτζάμες τους και θα ξεχυθούν στο λευκό τοπίο. Κρύο; Δεν κάνει κρύο…απλώς πρέπει να κινείσαι συνέχεια. Κάποια κάδρα μου έφεραν στο νου τις τελευταίες σκηνές του Old Boy: αγνότητα. Νιώθω καθαρός και άσπιλος σαν χιόνι.

Γκράφιτι: Ένοιωσα και πάλι μόνος, και χρησιμοποίησα αυτήν τη μοναξιά για καύσιμο. // Έβλεπα το σώμα μου μόνο ως το σκεύος της ψυχής μου. // Μου αρέσουν τα «ή». Η αμφισβήτηση είναι καθησυχαστική. // Ακουγόμαστε τόσο ΜΕΓΑΛΟΙ. //- Δείχνεις σαν να κοιτάς τα αστέρια. – Τα κοιτάω. – Μπορείς να δεις μέσα από το ταβάνι;- Ναι. (σ. 435).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Craig Ringwalt Thompson (γενν. 1975, Michigan). Πριν το Blankets, που πήρε κάθε κόμικς βραβείο (Harvey, Eisner κ.λπ.), έχει προηγηθεί το πρώτο του graphic novel το Good-Bye, Chunky Rice (1999), τα μικρότερα Bible Doodles (2000) και Doot Doot Garden (2001) και το travelogue Carnet de Voyage (2004), ενώ κυκλοφόρησε από κοινού με τη βασική του επιρροή James Kochalka το μίνι άλμπουμ-μπροσούρα Conversations (με σύντομους αφορισμούς περί τέχνης και αισθητικής). Συνεργάζεται με το Nickelodeon Magazine. Η επόμενη δουλειά είναι το Habibi όπου η αραβική καλλιγραφία και η ισλαμική μυθολογία θα του δώσουν την ευκαιρία να «ζωγραφίσει» την αντίστοιχη με το Blankets επιρροή του Ισλάμ στους ψυχισμούς απλών ανθρώπων. Προσωπική ιστοσελίδα και μπλόγκ αντίστοιχα: dootdootgarden.com και blog.dootdootgarden.com.

Μουσική: Tracker – Recordings For The Illustrated Novel, Blankets (Top Shelf). Δίσκος που φτιάχτηκε από την ευρύτερη παρέα του Blankets, που εμπνεύστηκε από την ανάγνωσή του και σχεδιάστηκε να ταιριάζει με αυτήν. Με παραγωγή του John Askew και 9 instrumental ηχογραφήσεις από τους συντοπίτες Tracker, με σχεδιασμένο εξώφυλλο από τον ίδιο τον Thompson αλλά και μερικά στριπάκια που δεν βρίσκονται στο βιβλίο του.

Συντεταγμένες: Blankets. An illustrated novel by Craig Thomson, 2005. Πλήρης τίτλος sτα ελληνικά: Blankets. Ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα από τον Craig Thomson, εκδ. ΚΨΜ 2006. Μτφ.: Μπέλλα Σπυροπούλου. Πρόλογος-επιμέλεια: Γιάννης Κουκουλάς. 598 σελ.

Πόσο ικανοποιητικό είναι ν’ αφήνεις τα ίχνη σου σε μια λευκή επιφάνεια. Να χαρτογραφείς την πορεία σου – όσο προσωρινή κι αν είναι.

Ένα 600σέλιδο καλλιτέχνημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14119



Φεβρουαρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
2526272829  

Blog Stats

  • 1.018.211 hits

Αρχείο