Αρχείο για Φεβρουαρίου 2008

22
Φεβ.
08

Αλεξάνταρ Ζόγκραφ – Χαιρετίσματα από τη Σερβία

Νομίζω ότι αυτό το σκοτάδι γύρω μου μπορεί να μου μιλήσει… μου λέει ιστορίες… Σχεδιάζω κόμικς για να δείτε τον κόσμο μέσα από τα δικά μου τα μάτια. Έ! Προσπάθησε να φανταστείς πώς θα ήταν αν είχες γεννηθεί ως Αλεξάνταρ Ζόγκραφ!Εγώ θα μπορούσα να είμαι εσύ κι εσύ εγώ! (σ. 39)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Κατά κόσμον Sasa Rakezic. Pancevo, Σερβία, 1965. Ξεκίνησε να δημοσιεύει στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ζωγράφισε σε αναρίθμητα περιοδικά (και στην Βρωμιά, το θρυλικό φανζίν της Πτολεμαΐδας!), εξέδωσε μέχρι σήμερα 18 βιβλία. Ιδρυτής του μεγάλου φεστιβάλ κόμικς GRRR στο Πάντσεβο και συχνός επισκέπτης στη χώρα μας (το 1999 άρτι αφιχθείς μια μέρα μετά το σεισμό δήλωσε «Θα νοιώθουμε σαν στο σπίτι μας με τόσο κούνημα. Έχουμε συνηθίσει στους βομβαρδισμούς»).

Πλοκή: Το βιβλίο (στην ουσία ένα graphic novel, συνδυασμός κόμικς και λογοτεχνίας) αποτελεί μια συγκλονιστική καταγραφή της καθημερινότητας στη Γιουγκοσλαβία και, αργότερα, τη Σερβία, κατά τη διάρκεια της πιο ταραγμένης δεκαετίας της πρόσφατης ιστορίας της και χωρίζεται σε τέσσερα μέρη.Οι 9 αυτοτελείς ιστορίες του πρώτου μέρους (Life under sanctions, All against each other and god against all, Yugoslav Exprerience Comics κ.ά.) δεν είναι παρά εικονογραφημένες σελίδες από το προσωπικό ημερολόγιο ενός νέου δημιουργού που προσπαθεί να κρατηθεί οργανικά και πνευματικά ζωντανός μέσα σε πρωτόγνωρες και οριακές συνθήκες, χωρίς να χάσει ίχνος από το χιούμορ του.

Στο δεύτερο μέρος υπάρχει το πλήρες ιστορικό των mails που έστελνε σε φίλους του κι εκείνοι με τη σειρά τους σε άπειρο κόσμο κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών από το ΝΑΤΟ, όποτε υπήρχε ρεύμα, αλλά και μετέπειτα (24 Μαρτίου 1999 – 31 Μαρτίου 2000). Τα μικρά ηλεκτρονικά του σημειώματα, γεμάτα προσωπικές αμφιβολίες (Θα είναι «τέχνη» αν παραμείνουμε φυσιολογικοί κάτω από αυτή την κατάσταση), ξεκαρδιστικά δεδομένα (Δύο μέρες πριν την έναρξη των βομβαρδισμών παρουσιάστηκε η νέα, βελτιωμένη έκδοση του Yugo, με την ονομασία (τι ειρωνεία) Yugo Ciao! ), πρωτόγνωρες εικόνες από τη νέα ζωή (Οι κότες από την αναστάτωσή τους γεννάνε αυγά ασυνήθιστα μικρά σε μέγεθος), έκλειναν πάντα με το Τα λέμε στα όνειρά μου, Σάσα.

Το τρίτο κεφάλαιο (Regards from Serbia) αποτελούσε εβδομαδιαίο στριπ με θέμα τη ζωή του κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών. Το βιβλίο τελειώνει με ένα πεντασέλιδο κείμενό του με τίτλο Κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης Στη Σερβία (12.3-22.4.03) και το μικρό κόμικ Addio Milosevic: Όπως πάντα, μόνο όταν ο τύρρανος έχει πια φύγει συνειδητοποιούν όλοι ότι ήταν πολύ μικρότερος απ’ όσο φαινόταν στην ακμή του, αλλά αυτό που άφησε πίσω του θα πληγώνει γενεές ανθρώπων. (σ. 285)

Σχέδιο: Οι λιτές και σχεδόν ασκητικές μορφές του Ζόγκραφ έχουν σαφείς επιρροές από την αρχαία βαλκανική και βυζαντινή ζωγραφική των Βαλκανίων, εξ ου και το ψευδώνυμό του. Ο ίδιος παραδέχεται πως εμπνέεται συχνά από τις φιγούρες των αγγείων και των τοιχογραφιών των χωρών του, παλιάς και νέας…

Εικόνες, εικόνες (παρμένες από τα κάδρα)…Τα διαμερίσματα είναι χωρίς θέρμανση, η τοπική συγκοινωνία σπάνια και πανάκριβη, τα αφιερώματα των περιοδικών αφορούν τρόπους επιβίωσης. Ένστολοι στρατιώτες που υποτίθεται πολεμούν, μπαίνουν σε διαμερίσματα και αποσυναρμολογούν την κεντρική θέρμανση. Η τηλεόραση παίζει παλιές Γιουγκοσλαβικές ταινίες και κινούμενα σχέδια του Ντίσνεϊ (που όμως σταματούν να τους δίνουν οι Αμερικανοί – «μην παίζεις με τα παιχνίδια μας!»). Οι καλοπληρωμένοι κυονόκρανοι αποτελούν πόλο έλξης για τις πόρνες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Συνηθισμένη η εικόνα των τελευταίων να αγοράζουν πανάκριβα τρόφιμα και τροπικά φρούτα.

Για κάποιους καλλιτέχνες η κατάσταση αποτέλεσε πηγή έμπνευσης (όλο αυτό το σοκ με κάνει και συνεχίζω), ενώ κάποιοι άλλοι έχουν χάσει τη θέληση και τη ζωντάνια τους. Κάποιοι άρχισαν να πουλάνε τα παλιά, άχρηστα πια χαρτονομίσματα για ταπετσαρία. Οι εφημερίδες είναι γεμάτες αστείες αγγελίες: Ανταλλάσσω καναπέ με πατάτες. Ο κόσμος διαδίδει μύθους, εφόσον το συλλογικό υποσυνείδητο δημιουργεί παράξενες ιστορίες… Οι στολές γίνονται μέρος της εγχώριας μόδας. Πολλοί τις φορούν για να εντυπωσιάζουν.

Όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο σαστισμένος και συγχυσμένος λαός βρίσκει παρηγοριά στους εθνικούς του ηγέτες. Θα σας προστατέψουμε αλλά πρώτα φορέστε τις στολές σας. Όσοι επιστρέφουν από το μέτωπο περιγράφουν πόσο γρήγορα είχαν ξεχάσει την πολιτική τους ζωή. Με το που άρχιζαν οι πυροβολισμοί ένιωθαν λες και σε όλη τους τη ζωή πολεμούσαν. Οι απλοί άνθρωποι εγκλωβίστηκαν σ’ ένα παιχνίδι που δημιούργησαν πολιτικοί, ΜΜΕ – αλλά και οι ίδιοι τους οι φόβοι και οι προκαταλήψεις.

Η κατάσταση ήταν πολύπλοκη και η ερμηνεία της δύσκολη. Αλλά τα ΜΜΕ χρειάζονται εύκολες απαντήσεις: χρειάζονταν καλούς και κακούς. Και να σκεφτεί κανείς πως, αρχικά, λίγοι ήταν αυτοί που είχαν πιστέψει ότι θα γινόταν πόλεμος. Στις αρχές, μάλιστα, στρατιώτες από αντίπαλα στρατόπεδα μιλούσαν μεταξύ τους στον ασύρματο λέγοντας κουβέντες του τύπου «Ε, μην πυροβολείς! Θα σκοτώσεις κανέναν!». Άλλοι έλεγαν «Ήδη ζήσαμε έναν εμφύλιο στο παρελθόν. Ο κόσμος δεν θα ξανακάνει το ίδιο λάθος», ή, «Δεν θα κρατήσει για πολύ».

Γοητεία: Αυτή η τόσο σύνθετη κατάσταση παρουσιάζεται από τον Ζόγκραφ με ένα μοναδικό τρόπο. Χωρίς καμία ιδεολογία, ξύλινη γλώσσα, διδακτισμό και άλλα συνηθισμένα στα περισσότερα κείμενα που γράφτηκαν για τη συγκεκριμένη περίσταση, μας εισάγει στην πολεμο-γιουγκοσλαβική καθημερινότητα ελλειπτικά, με απλές και συναρπαστικές εικόνες. Διατυπώνει αυτονόητα ερωτήματα, παρατηρεί τις ύπουλες αλλαγές που υφίστανται οι γείτονες και συμπολίτες του, μας ξεκαρδίζει με ευφυή σχόλια, κοροϊδεύει την πραγματικότητα, βρίσκει τρόπους να χαρεί μες το σκοτάδι των πάντων. Χάνω βάρος. Πλάκα έχει πώς μια κρίση σαν αυτή μπορεί να σε κρατήσει σε φόρμα. Ο φωτισμός είναι αδύνατος αλλά υπάρχει ομορφιά προς ανακάλυψη στους δρόμους τη νύχτα.

Οι ρεαλιστικές σπιτικές-πολεμικές του ανταποκρίσεις αποκτούν φαντασιακό χαρακτήρα με την προσθήκη των ημι-ονειρικών παραισθήσεων και υπναγωγικών οράματων που συνήθιζε να έχει ο Ζογράφος μας, ώστε ο όρος φανταστικός ρεαλισμός να επαληθεύεται πλήρως.

Γκράφιτι: Όσοι έπιασαν στα χέρια τους όπλο είχαν την ευκαιρία να γίνουν και θύτες και θύματα. // Λαοί: πνιγμένοι σε ιστορικές απογοητεύσεις, εθνικό ρομαντισμό και υστερικές εμμονές. // Τα ψυχιατρεία είναι τα μόνα μέρη όπου Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι ζουν μαζί αρμονικά. // Τα ΜΜΕ όλου του κόσμου τρέφονται από την δυστυχία των άλλων ανθρώπων. «Λοιπόν, για πείτε, υποφέρετε;».

Αποσπάσματα: Η πραγματικότητά μας διαστρεβλώθηκε μ’ έναν παράξενο τρόπο. Ίσως ολόκληρο το έθνος έμπαινε σε μια διαφορετική κατάσταση συναίσθησης ή σε κάποιο είδος συλλογικής παραίσθησης. Η κάθε μέρα έφερνε καινούργιες τιμές, καινούργια προϊόντα και καινούργιες τακτικές επιβίωσης. Ο κόσμος πήγαινε στις γειτονικές χώρες για να αγοράσει μικροπράγματα όπως σπίρτα, λάμπες ή χαρτί υγείας. (σ. 57)

-Πολύ συχνά μου κάνουν την ίδια ερώτηση: Γιατί η θεματολογία των κόμικς μου αφορά την τρέχουσα κατάσταση;

– Όντως, τι το ενδιαφέρον βρίσκεις; Κουράζομαι ακόμα και που τα σκέφτομαι όλα αυτά!

-Μα.. μα… δεν νομίζεις ότι είναι απίστευτο; Άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους μόλις 150 χιλιόμετρα από δω…- Είναι όλοι τους τρελοί… μια μέρα θα ξεχαστούν όλα.. Ας αφήσουμε την φαντασία μας ελεύθερη, υπάρχουν τόσα πράγματα στη ζωή… -Ίσως από μια άποψη έχεις δίκιο… αλλά αυτό που κάνω δεν είναι αυστηρό «ντοκιμαντέρ»…Είναι ένα είδος φανταστικού ρεαλισμού με λίγο από ρώσικη παράδοση… νομίζω ότι όλη η κατάσταση θα μπορούσε να περιγραφεί καταλλήλως δίνοντας έμφαση σε περιφερειακές λεπτομέρειες… Στη ζωή μας βλέπουμε πάντα μόνο θραύσματα… Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας αν θέλουμε να δούμε όλη την εικόνα. (σ. 58 )

Επίγραμμα: Το πιο αυθεντικό graphic novel των τελευταίων χρόνων.

Συντεταγμένες: Aleksandar Zograf, Regards from Serbia, Top Shelf Productions. Στα ελληνικά: εκδόσεις ΚΨΜ, 2007, σ. 288, επιμέλεια Γιάννη Κουκουλά, μετάφραση-απόδοση Μπέλλα Σπυροπούλου, πρόλογος του σκιτσογράφου Βαγγέλη Χερουβείμ, προλογικό σημείωμα του Γιάννη Κουκουλά.

Επισκεπτήριο: aleksandarzograf.com

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14890

21
Φεβ.
08

Jackie Leven – Shining brother shining sister (Cooking Vinyl, 2003)

 

Χρειάζονται παραμύθια οι σκληροί άντρες;

Ρωτήστε άλλους, δεν είμαι σκληρός. Αλλά μπορώ να φανταστώ αυτή τη βαθιά τρυφερή φωνή να ηρεμεί και τον πιο πετρωμένο ψυχισμό.

Πρωτοάκουσα τον Leven σ’ εκείνο το δίσκο που έθετε το παραπάνω ερώτημα. Έμεινα. Τι φολκ κατάβαση ήταν αυτή; Όχι όμως με τα αμερικάνικα κλαψουρίσματα που σου μαυρίζουν την ψυχή, αλλά με τον τρόπο που μόνο οι μπαλαντέρ της Κέλτικης / Ιρλανδικής παράδοσης μπορούν. O τύπος έχει πάλι μια τόσο χαρακτηριστική φωνή, τόσο βαθιά που συχνά αντηχεί περισσότερο κι από του Scott Walker στα σόλο του. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι ερμηνείες του θυμίζουν το δόσιμο του Van Morrison, εκείνο το χαρακτηριστικό άφεμά του στη μελωδία να τον οδηγήσει εκείνη, ακόμα κι αν χρειαστεί να τρεκλίσει.

 Ο Jackie είναι πριν απ’ όλα ποιητής. Μπoρεί να σου μιλήσει για το πιο κοινό θέμα και να το φτιάξει να ακούγεται (στιχουργικά και μουσικά) σαν ποίημα. Συνάμα μπορεί να καταστρώσει ποιητική μπαλάντα για ασυνήθιστες οπτικές. Ο τύπος μίλησε με την ίδια φυσικότητα για την ‘Sexual Loneliness Of Jesus Christ’ ή την ‘Friendship Between Men And Women’ ή πως είναι να είσαι ‘Single Father’, για να αναφέρω 3 χαρακτηριστικούς τίτλους. Τραγουδά με ζέση για την μουντή καθημερινότητα και τα εργατικά προβλήματα, μπορεί μετά και υμνεί με ζωγραφικές περιγραφές για ένα όμορφο τοπίο.

 

Υπάρχει κάτι το χαρακτηριστικό στη στάση του : δε γκρινιάζει ούτε παραπονιέται αλλά αποδέχεται τη ζωή, όχι σαν παραίτηση, αλλά με την ωριμότητα ενός σοφού. Προχωρώντας, δίνει πίσω στη folk αυτό που της έκλεψαν οι τελευταίες δυο δεκαετίες : την ποίηση των ποιητών. Η χιλιοταλαιπωρημένη Ρωσίδα Marina Tsvetayeva, ο μάρτυρας σύζυγός της Osip Maldestam, ο υμνητής του πάθους και των αγώνων Pablo Neruda, ο ρομαντικός Rainer Maria Rilke, ο Edith Sitwell κ.ά. ακούγονται να «μιλούν» και πάλι μέσα από τα κομμάτια του. Όλη παραπάνω στρατιά περνάει από εδώ.

Συνοδοιπόροι του πιστοί μουσικοί και δυο χαρακτηριστικές φιγούρες : η σύζυγος και συν-φωνήτρια Deborah Greenwood (κελτικές ραψωδίες χωρίς θηλυκή φωνή γίνονται; ) κι ο Βασιλιάς Υμπύ David Thomas που κάποτε έπαιξε μαζί του κι από τότε γίναν κολλητοί και πάντα κάνει τα περάσματά του, είτε με τη φωνή του είτε με το melodeon του. Όλη η ομάδα μεγαλουργεί χωρίς εντάσεις, με αλαφροϊσκιωτες ξωτικομπαλλάντες και γκρίζα gospel blues, με σκωτσέζικη folk και Burt Bacharach / Hal David απλές τρυφερουργίες, με φαζαρισμένες pedal steel και ονειροπόλα μαντολίνα.

Αυτός ο Σκωτσέζος είναι εξαιρετικά αγαπητός στα βρετανικά νησιά αλλά εγκληματικά άγνωστος στην Αμερική, δουλεύει κάπου ανάμεσα σε Ολλανδία και Γερμανία, ξεκίνησε κάποτε με το γκρουπ Doll By Doll, όταν τον άφησε η δικιά του για τον Δαλάι Λάμα τόριξε στα ντραγκς, αλλά άρχισε να συνειδητοποιεί πως το Μυστήριο του Έρωτα είναι Μεγαλύτερο από το Μυστήριο του Θανάτου και έγραψε έναν δίσκο μ’ αυτόν ακριβώς τον τίτλο, στην Cooking Vinyl to 1995.

Στην ίδια εταιρεία που δεν εγκατέλειψε ποτέ συνέχισε με τα Forbidden Songs For The Dying West (1995), Defending Ancient Springs (1996), The Argyll Cycle Vol.1 (1996), Fairy Tales for Hard Men (1997), For Peace Comes Dropping Slow (1997), Night Lilies (1999), The Creatures of Light And Darkness (2001), και το Control που είχε βγάλει το 1975 ως John St. Field. Αξιοσημείωτο ότι μέσα σε ενάμισι χρόνο (98-99) έβγαλε και τρία live, δείγμα του πόσο διαφορετικά παίζει σε κάθε συναυλία : Saint Judas : When I Went Out To Kill Myself, Man Bleeds In Glasgow και The Wanderer.

 Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=24802

15
Φεβ.
08

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 1-11

5- ok Εμείς τα μυθόβια όντα οι ποιητές / που βλέπουμε τις ράχες / που βλέπουμε τις κορφές / και λέμε βουνοκύματα / δεν θα καταλαγιάσουμε. / Από αγάπη στο αδέκαστο κενό / από αλλαφροσύνη για ένα ξέφωτο / θα περιπολούμε. Τη χαραυγή τις πιο πολλές φορές / κοιμόμαστε.

Κάθε φορά που διαβάζω το Κοντά στον κάθε ήλιο του Νίκου Καρούζου, το μυαλό μου πηγαίνει στους πάσης φύσεως ασίγαστους κι αφανείς δημιουργούς. Τώρα που το ξανασυναντώ στο τρίτο τεύχος των (δε)κάτων, δε μπορώ να φανταστώ πιο ταιριαστούς αποδέκτες από τους «χειρωνάκτες» ορισμένων μουσικών και λογοτεχνικών περιοδικών και fanzines, που χωρίς κανένα όφελος φωτίζουν τους πιο γοητευτικούς και λιγότερο φανερούς δρόμους στα σχετικά τοπία.

Τα (δε)κατά ξεκίνησαν την άνοιξη του 2005 κι έχουν βγάλει μέχρι σήμερα 12 τεύχη. Εκδίδονται τέσσερις φορές το χρόνο (ανά μία εποχή) από τον ποιητή, πεζογράφο και μεταφραστή (αλλά και διπλωμάτη, εκδότη άλλων λογοτεχνικών περιοδικών στα αγγλικά και ελληνικά, όπως το Ρεύματα) Ντίνο Σιώτη και έφεραν μια εντελώς νέα εικόνα στο χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών. Με εξαιρετικά μοντέρνα αισθητική από τη μία, αλλά με το αυθεντικό, «ερασιτεχνικό» πάθος από την άλλη. Πόσες φορές δεν θυμήθηκα την ελεύθερη fanzine διάθεση, από την σελίδα της συνδρομής μέχρι τα καυστικά σχόλια των συνεργατών στις back pages. Κάθε τεύχος τονίζει έμμεσα ένα χρώμα, που εισχωρεί διακριτικά στις σελίδες, οι οποίες, μεγάλες και τετράγωνες, αφήνουν γράμματα και μάτι να αναπνεύσουν.

Διηγήματα: Οι πνεύμονες ενός λογοτεχνικού περιοδικού είναι τα διηγήματά και τα αφηγήματά του κι εδώ έχουμε ένα πλούσιο σύνολο από άξιες στο είδος τους πένες. Μεταξύ όσων διάβασα και ξαναδιάβασα, ενδεικτικά αναφέρω τους δικούς μας Σ. Τριανταφύλλου, Σ. Σερέφα, Γ. Ευσταθιάδη, Κ. Μαυρουδή, Λ. Διβάνη και Γ. Σκαμπαρδώνη (με το ασύλληπτο Ο συνοδηγός, με δικό μου υπότιτλο το Ένας αρουραίος στο αμάξι μου), τους Joan Didion, G.G.Marquez, Elizabeth Tippens, Ludmila Ulitskaya και τον εκπληκτικό Χιλιανό Roberto Bolano.
Αγαπημένο απόσπασμα: Μακάρι οι ζωές να μπορούσαν να παίζονταν στις οθόνες των κινηματογράφων, μακάρι να μπορούσα να ξαναμπώ στη «σκηνή» τη στιγμή εκείνη ακριβώς που ο Λένι Κλάιν ήρθε να με πάρει για πρώτη φορά και να την επιμεληθώ ξανά αυτήν τη σκηνή (Dani Shapiro, Η μαιτρέσα).
Αφιερώματα: Ενίοτε η καρδιά των (δε)κατων χτυπά στο ρυθμό ενός αφιερώματος που τιτλοφορείται Φάκελος: «Απιστία» (με γερά κείμενα τεχνιτών όπως οι Raymond Carver, Ivan Klima, Nicanor Parra, Έ. Σωτηροπούλου, Κ. Αθανασιάδης, ξανά ο Γ. Σκαμπαρδώνης, κ.ά.), «Ντεμπούτο 10 Συγγραφέων» (μεταξύ των οποίων και οι Γ. Γλυκοφρύδης, Λ.Κιτσοπούλου, Γ. Καπλάνι, Ν. Μάντης με τους οποίους θα ασχοληθούμε σύντομα), διακεκριμένοι νήσοι όπως η Τήνος και η Μύκονος και φυσικά «Ποίηση». Εδώ σύγχρονοι και παλαιότεροι Έλληνες και ξένοι ποιητές μιλάνε με τους στίχους τους, σε μια χορταστικότατη ανθολόγηση, χωρίς αναλύσεις και περιττολογίες. Το πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου αφιερωτήριο αφορά τον «Βρόμικο ρεαλισμό», το βορειοαμερικανικό λογοτεχνικό κίνημα / αποπαίδι του μινιμαλισμού που εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 με νονό τον Μπουκόφσκι και εκλεκτά μέλη τους R. Carver, T.C. Boyle, T. Wolf κ.ά. Το τεύχος που μόλις εκδόθηκε (και θα καλύψουμε σύντομα) φακελώνει την «Αστυνομική λογοτεχνία».
Αγαπημένο απόσπασμα, δια χειρός Τζακ Κέρουακ, τον Αύγουστο του 1949, από το φετινό καλοκαιρινό τεύχος με θέμα «Θερινά αναγνώσματα»: Θέλω να επικοινωνήσω με τον Ντοστογέφσκι στον ουρανό και να ρωτήσω τον Μέλβιλ αν είναι ακόμα αποκαρδιωμένος και τον Γουλφ γιατί άφησε τον εαυτό του να πεθάνει στα τριάντα οκτώ. Υπόσχομαι ότι δε θα τα παρατήσω ποτέ, και ότι θα πεθάνω ουρλιάζοντας και γελώντας.

Πρόσωπα: Η αγαπημένη μου ομότιτλη στάση σε κάθε τεύχος, όπου φωτίζονται ενδιαφέρουσες πλευρές εκλεκτών προσώπων. Ν. Βαλαωρίτης, Ν. Καρούζος, Θ. Γκόρπας, Ε.Χ. Γονατάς, Γ. Ιωάννου, Σάμ Πέκινπα, Σλάβοϊ Ζίζεκ, Φερνάντο Αραμπάλ, Τσαρλς Μπουκόφσκι και η ανυπάκουη Περσεπολίτισσα Μαργιάν Σατράπι. Στις περισσότερες περιπτώσεις γράφονται από τους ιδανικότερους γνώστες του θέματος: ποιος είναι καταλληλότερος να γράψει για τον Ίταλο Καλβίνο από τον χρόνιο μεταφραστή του Ανταίο Χρυσοστομίδη ή για τον «Μαθητευόμενο της οδύνης» Νίκο Εγγονοπουλο από τον Λεωνίδα Χρηστάκη;

 Αγαπημένο κομμάτι από εδώ οι 6 σελίδες του Charles McGrath για τα σκαμπανεβάσματα της λογοτεχνικής φήμης. Γιατί διαβάζουμε ακόμα Χέμινγουεϊ και Φιτζέραλντ και όχι άλλους που έχαιραν της ίδιας φήμης με εκείνους; Το σοκαριστικό αυτό κείμενο επικεντρώνεται στον Robert Lowell, που όταν πέθανε το 1977 μέσα σ’ ένα ταξί ήταν ο διασημότερος αμερικανός ποιητής της εποχής του και με μεγάλη διαφορά. Πώς γίνεται ο ροκ σταρ της αμερικανικής λογοτεχνίας να είναι παντελώς άγνωστος σήμερα;

Μαγνητόφωνο: Οι συνεντεύξεις είναι (ευτυχώς) σύντομες αλλά πολύ προσωπικές. K. Δημουλά, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Κ. Μουρσελάς, Κ. Παπαγεωργίου, Π. Τατσόπουλος, Έ. Σωτηροπούλου, Κ. Βόνεγκατ, J. Didion, Γ.Αρζούνι κ.ά. Κόλλησα στη φράση του Νάνου Βαλαωρίτη «Όλοι οι άνθρωποι είναι ποιητές στα όνειρά τους» αλλά και στη χρήσιμη συμβουλή του Τίτου Πατρίκιου προς τους νέους δημιουργούς, που αφορά κι όλους εμάς εδώ: «…τη δύναμη την αποκτάμε πολύ δύσκολα, όχι με το να συσσωρεύουμε γραπτά αλλά με το να αφαιρούμε γραπτά. Το πιο δύσκολο πράγμα είναι η αφαίρεση από αυτά που γράφουμε. Γράφοντας δημιουργούμε μια ναρκισσιστική σχέση με το γραπτό και δύσκολα μπορούμε να κόψουμε, να το περιορίσουμε. Το ίδιο το γράψιμο απαιτεί αφαιρέσεις, γράφουμε συνήθως περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται. Από την άλλη μεριά όμως δεν πρέπει να πετάμε τίποτα, πρέπει να αφαιρούμε αλλά να τα βάζουμε στην άκρη, για να μπορούμε να τα δούμε μετά από καιρό και να έχουμε συνείδηση της διαδρομής που κάναμε».

Εισιτήρια – εξιτήρια: Ένα δεύτερο γερό χαρτί είναι το «Γράμμα από το ….» που κοσμεί δύο και τρεις φορές κάθε τεύχος. Κάθε φορά ένας συνεργάτης αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα (λογοτεχνική αλλά όχι μόνο) πτυχή ενός τόπου. Συνταξιδεύουμε σε Βηρυτό, Μπούενος Άιρες, Σιδώνα, Κάιρο, Σαν Φρανσίσκο, Αγία Πετρούπολη, Μανχάταν, Κωνσταντινούπολη (συνάντηση Ορχάν Παμούκ, Άρθουρ Μίλερ και Χάρολντ Πίντερ), Τόκυο και … Φάρσαλα, από τα πορθμεία της δουλείας του Αμαζονίου στην γέφυρα των αυτοκτονιών της Καλιφόρνια, από το Νεπάλ και τη Χιλή, στην Περσία και το Μεξικό μιας συγκλονιστικής ιστορίας 100 γυναικών. Ο κατεξοχήν ταξιδογράφος Γιώργος Βέης Ασίας και Αφρικής μας ξεναγεί με τον γνώριμο ποιητικό του τρόπο σε Σουδάν και Μακάο και ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος σκαρώνει μια πρωτότυπη τελωνειακή ανθολογία!
Το Παρίσι όπου πάντοτε τα οδοφράγματα έμοιαζαν με κήπους έχει τη μερίδα του λέοντος με εμφάνιση σε τρία τεύχη. Αγαπημένο μου κομμάτι εκείνο του δεύτερου τεύχους, που αφορά το θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare & Co, όπου Χέμινγουεϊ, Τζόις, Πάουντ, Γουλφ, Φιτζέραλντ, Ντος Πάσος, Στάιν και άλλοι της Lost Generation ξεφύλλισαν τα βιβλία του, διάβασαν τα έργα τους, όπου 10.000 άλλοι συγγραφείς φιλοξενήθηκαν σε ένα μικροσκοπικό δωματιάκι, έγραψαν στο γραφείο του, μαγείρεψαν, εργάστηκαν και όλοι ανεξαιρέτως έγραψαν κάτι στο λεύκωμα του ιδιοκτήτη. Έκλεισε όταν η ιδιοκτήτρια αρνήθηκε να πουλήσει το τελευταίο αντίτυπο του Finnegan’s Wake σε υψηλόβαθμο Γερμανό αξιωματικό αλλά απελευθερώθηκε από τον ίδιο τον Χέμινγουέϊ με το τζιπ του το 1944!

Συνοδευτικά: Η ύλη εμπλουτίζεται με σελίδες ημερολογίου (Tennessee Williams, Susan Sontag), κείμενα για το θέατρο (Σ. Σερέφας), δοκίμια (μεταξύ των οποίων κι ένα δυνατό κομμάτι του Don DeLillo με τίτλο Αντίστιξη, όπου συμπλέκονται Glen Gould, Thelonious Monk και Thomas Bernhart, αναρίθμητα ποιήματα, πολλές καλλιτεχνικές φωτογραφίες που ταιριάζουν με τα κείμενα, φωτογραφικά λογοτεχνικά κουίζ και τακτικές στήλες όπως ο (δε)κατοδείκτης με απίστευτες στατιστικές πληροφορίες, οι πειστικές προτάσεις του εκδότη και το διασκεδαστικό έως σκωπτικότατο Από στόμα σε στόμα.
Χρήσιμα είναι τα αποσπάσματα από μυθιστορήματα υπό έκδοση ή μόλις εκδοθέντα (Zadie Smith, Δ. Τζουμάκας, Δ. Κολλιάκου, Δ. Καλοκύρης, Γ. Σκαμπαρδώνης, Μ. Μήτσορα κ.ά.), εφόσον με τον τρόπο αυτό παίρνουμε χορταστική γεύση γραφής από βιβλία, πράγμα που δεν είναι πάντα εύκολο στους άβολους χώρους των περισσότερων βιβλιοπωλείων (και, προσωπικά, κάπως έτσι συχνά αποτυγχάνω στις επιλογές μου). Στις βιβλιοκριτικές, όπως γράφεται και στην προμετωπίδα, οι συνεργάτες των (δε)κάτων παρουσιάζουν βιβλία με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο: πρώτα τα διαβάζουν. Στα credits του τέλους, οι συνεργάτες («συνήθεις ύποπτοι») μεταφραστές και λοιποί συγγενείς αποκαλύπτουν μόνο μια πλευρά τους – την καλύτερη.

Επίγραμμα: Όλη αυτή η αναφορά στην πρώτη ενδεκάδα των (δε)κατων γίνεται επειδή θεωρούμε πως η ζωή ενός τεύχους δεν σταματά όταν βγει το επόμενο, από τη στιγμή μάλιστα που μπορεί κανείς πάντα να το προμηθεύεται από τα γραφεία της έκδοσής του. Τα αυθεντικά περιοδικά δεν αναπνέουν μόνο τον μήνα ή το τρίμηνο της κυκλοφορίας τους. Εξάλλου, στην ιστοσελίδα http://www.dekata.gr μπορεί κανείς να δει τα περιεχόμενα του κάθε τεύχους αλλά και να διαβάσει πολλά από τα κείμενά τους!

Κι όταν καμιά φορά μας τύχει / κατηφορίζοντας απ’ τις πολυκατοικίες / να πάμε κάπως μακριά να περπατήσουμε πέρα / και να κοιτάξουμε κανένα / ηλιοβασίλεμα / το αποτέλεσμα τζίφος./ Έχουμε πρόχειρο το σκοτάδι / και έχουμε πρόχειρο το φως – ανάλογα./ Πιστεύουμε σ’ εκατομμύρια γητειές /κι αφιερωνόμαστε στους ίσκιους / Έχουμε τη μανία να καρποφορήσουμε / κυριεύοντας τις λέξεις. / Τι κουφή ρουλέτα./ Και θέλουμε να ξεφουσκώσουμε τον ουρανό / σα να’τανε παιχνίδι./ τι είναι ρίγος; / Άντε να το πεις με λέξεις…
Τα (δε)κατα το λένε με λέξεις – τα κατάφεραν. Το πιο γοητευτικό (και – καθαρά προσωπική γνώμη – το πιο ροκ εντ ρολλ) λογοτεχνικό περιοδικό.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14700
15
Φεβ.
08

Beth Gibbons & Rustin Man – Out of season (Go Beat, 2002)

Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σε μια πόλη του βορρά. Όλα ήταν παγωμένα, ακόμα και το σπίτι που έμεινα. Θυμάμαι τα χνωτισμένα τζάμια, τη μυρωδιά του κρύου και την μεγάλη επιθυμία για εξοστρακισμό εκείνου του παγωμένου αέρα. Υπήρχε όμως κι η θαλπωρούχα φωνή της Beth Gibbons κι οι γλυκόπιοτες δημιουργίες της. Με τύλιγαν ζεστά και μ’ αγκάλιαζαν, επιβίωσα! Λένε πως όταν συμπαθήσεις κάποιον μετά δεν είσαι ποτέ αυστηρός μαζί του. Και είσαι πολύ θετικά διακείμενος απέναντι σ’ οποιοδήποτε νέο του πόνημα. Έτσι δεν βλέπω κανέναν στη γωνία να περιμένει τη Beth…
Σα να τη βλέπω να ρουφά νωχελικά τον καπνό της, να κοιτάζει έξω απ’ το χνωτισμένο τζάμι και να μειδιά ελαφρά. «The thing that I’m into is the philosophy of the music. I love the surprise of things, the accidents… just the sound of a word, to try to express them in the best way, so that the emotion is totally revealed» λέει. Ο σκουριασμένος άντρας δίπλα της δηλώνει πως θέλανε να βγάλουν ένα δίσκο με ήχους από 40ς έως 70ς αλλά που συγχρόνως να έμοιαζε πως μόνο σήμερα θα μπορούσε να ηχογραφηθεί. Το οξύμωρο έπιασε. Beth Gibbons (Portishead, 1994-1998) and Paul Webb ή αλλιώς Rustin’ Man (Talk Talk) λοιπόν μαζί, σ’ έναν αποπλανητικό δίσκο. Φίλοι απ’ την εποχή που η Beth είχε κάνει audition για την post-Talk Talk μπάντα του Paul, τους O’rang, εμπνεύστηκαν κι έγραψαν το περισσότερο υλικό του «Out Of Season» στα σπίτια τους στις εξοχές του Devon και του Essex. Με αναφορές στη φύση και τις εποχές («Funny Time Of Year», «Resolve», «Sand River»), απ’ τις οποίες πάντα εμπνέεται, λέγοντας μας χαρακτηριστικά «while seasons stay the same, we nevertheless grow with age», αλλά με τον τρόπο που μπορεί να μιλά και για τα δικά μας αστικά περιβάλλοντα.
Δε μπορείς να μη γίνεις σκεφτικός, να μη μελαγχολήσεις, ίσως αντιτείνουν μερικοί. Η Beth υπεραμύνεται: «I find it really hard to write a happy song without it sounding somehow melancholic». Για τον Webb ο δίσκος ήταν η ευκαιρία ξεφύγει από τις ρυθμικές ντραμ εμμονές των O’ rang. Αλλά για την Gibbons (και εν αναμονή της νέας Portishead εμφάνισης) το δόσιμό της εδώ δε μπορεί να’ναι μια απλή περίπτωση. Είναι εκφραστικότατη, θερμή, δοσμένη. Πρώτο υλικό της εδώ και 5 τουλάχιστον χρόνια, το «Out of season» είναι ένα όντως εκτός εποχής μαγικό χαρμάνι μεταμεσονύκτιας τζαζ, γλυκών ψιθύρων, πικρών απολογισμών, σόουλ αγγιγμάτων, φολκ χαμηλόφωνων ραψωδιών, αρτ τεχνοτροπιών, με την ευφυιώς ταιριαστή «αναλογική» παραγωγή. Άλλωστε διακριτικά η  παρέα των Portishead ακολουθεί το ύφος των δυο μαγεμένων : o Adrian Utley είναι και στην κιθάρα και σε κάποιες ιδέες στην παραγωγή αλλά κι ο drummer Clive Deamer κι ο πιανίστας John Baggott από την live μπάντα των P. Από τους Τalk Τalk που τελικά είχαν όλοι τους πολύ παραπάνω ψωμί να δώσουν, οι Lee Harris και Simon Edwards. Έγχορδα, χάμμοντς, πιάνα, Wurlitzer, φυσαρμόνικες κι άλα εφφέ στέκουν ακίνητα μπροστά από τις σκούρες ορχηστρικές κουρτίνες του φόντου – σα νάσαι σ’ένα μικρό πανδοχείο στη μέση του πουθενά, σε κάποια βόρεια ευρωπαϊκή πόλη.

Φυσικά τα κοινά με τους Porties σταματάν σε δυο κομμάτια : τα «Romance» και «Rustin Man». Γιατί στα υπόλοιπα 8 κομμάτια (λίγα πράγματι, αλλά όλα ένα κι ένα) η Beth εμβαθύνει σε τόσες διαφορετικές φωνές, αντιμετωπίζει το κάθε της κομμάτι σαν νέο ρόλο, αγγίζοντας παλιά κλίματα της Billie Holiday, της Johnny Mitchel, του Nick Drake (έχει ένα κομμάτι ολόδικό του, το ομώνυμο!), του Έλβις (στο κορυφαίο «Τom the model»). Παρέα με την ακουστική κιθάρα της, τις μικρές πρέζες ηλεκτρικής, και τις 40ς ορχηστικές υποκρούσεις η Μπέθ ξεφεύγει απ’ τις τριπ χοπ αγχολογίες της και απλώνει πάνω τους τη λειωμένη βουτυρένια της φωνή. «And the moments that I enjoy / a place of love and mystery / I’ll be there anytime» ψιθυρίζει με τον αισθαντικότερο δυνατό τρόπο η Beth στο «Mysteries», ένα απ’ τα ομορφότερα τραγούδια της, για να συνεχίσει : «God knows, how I adore life / When the wind turns on the shores lies another day».

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
15
Φεβ.
08

Destroyer – Destroyer’s Rubies (Merge, 2006)

destroyersrubies.jpgΕίναι ο έβδομος δίσκος των Destroyer, ύστερα από τα We’llBuild Them a Golden Bridge (1996, Tinker), Thief (2000, Catsup Plate), Streethawk: A Seduction (2001, Misra), This Night (2002, Merge), Your Blues (2004, Merge), Notorious Lightning And Other Works (2005, Merge). Τους γνώρισα με αυτόν εδώ, και σε αντίθεση με άλλους ομότεχνους, μου αρέσει σφοδρά να παραδέχομαι ότι γνώρισα ένα συγκρότημα στον τρίτο, έβδομο ή εικοστό δίσκο του. Ότι δεν το παρακολούθησα από τα σπάργανα, ότι δεν το εντόπισα όταν πρωτόβγαινε. Όχι μόνο δε νοιώθω καμία ενοχή γι’ αυτό, αλλά και χαίρομαι, σκεπτόμενος τι μουσικές έχουν βγει και παραβγεί, περιμένοντας απλώς να τις ανακαλύψουμε. Όπως με τα βιβλία τελικά.
Το πρόσωπο πίσω από το σχήμα είναι ο Dan Bejar (Βανκούβερ, Καναδάς), μέλος των εξαιρετικών σε ορισμένες περιστάσεις The New Pornographers (στους οποίους πάντως ο ίδιος δε θεωρεί τον εαυτό του επίσημο μέλος, ενώ και πρακτικά δεν συμμετέχει σε οτιδήποτε κάνουν). Η σαρδόνια ποπ του κυρίου αυτού κάνει το πρέπον στους δύο δασκάλους του: τον Μπάουι και τον Ντύλαν: τους θυμάται και μετά τους πετάει στη γωνία. Στην ουσία δεν είναι παρόμοιες οι φωνές, αλλά η ερμηνεία και κάτι περισσότερο: η αίσθηση της ερμηνείας. Εδώ κάπου μπαίνει η αβάσταχτη γοητεία της glam και folk παρακμής. Ο Tyrannosaurus Rex είναι για μένα ο συνδετικός κρίκος των πάντων εδώ.
destroyer.jpgΈτσι, με τέτοια γκλαμάτη φόρτιση και μεενίοτε θεατρικά φωνητικά, όταν σε κάθε κομμάτι κάπου στο μέσο μας αρχίζει τα «la la la» ή «ba ba ba» όχι μόνο δεν γίνεται ενοχλητικός, αλλά απολαυστικός. Αν πρέπει να διαλέξω οπωσδήποτε κάτι, παίρνω αμέσως το κορυφαίο Dangerous Woman Up to a Point (που ξεκινά με την ηρωίδα να συζητά σε μια πλατεία περί λογοτεχνίας), το εναρκτήριο δεκάλεπτο Rubies και τον τρόπο με τον οποίο αφήνει ένα jazz-piano να οδηγήσει ένα γκροτέσκο Looters’ Follies στα τάρταρα. Θα μας πετάξει και το 3000 Flowers, απλώς σα δείγμα τι ροκ κομμάτια μπορεί να συνθέσει και θα πάρει Neil Young/Crazy Horse κλίση στο κλείσιμο.
Με όλα αυτά, μου δημιουργήθηκε η εικόνα ενός τύπου που στέκεται στην άκρη του λιμανιού και παραληρεί ανάμεσα σε μπουκαλιές κρασί. Γι’ αυτό και ο τύπος μου θυμίζει, χωρίς να μου τον θυμίζει, τον καλό μου Nikki Sudden. Αν και σε ένα χυμώδες λογοπαίγνιο κάπου σε ένα blog διάβασα πως συν τοις άλλοις ο Bejar γυροφέρνει ανάμεσα σε 4 Κέβιν: Coyne, Ayers, Rowlands, Junior. Δεν θα έπαιρνα όρκο για τους δύο τελευταίους πάντως, αλλά ο blogger φαίνεται πως ξέρει από μουσική.Εδώ και μία δεκαετία ο κύριος αυτός γράφει, ηχογραφεί και παίζει ως Destroyer, με διάφορες μετακινήσεις, αλλαγές και αλλαξοκωλιές. Όμως, δεν έχουμε εδώ one man show, εφόσον κάθε φορά οι διαφορετικοί μουσικοί δίνουν γερό στίγμα. Ίσως γι’ αυτό και ο κάθε δίσκος του έχει ειδοποιούς -αν και λεπτεπίλεπτες- διαφορές από τους προηγούμενους, απ’ ό,τι διαβάζω. Όλοι δε ψηφίζουν ως περισσότερο πιασάρικο το Streethawk: A Seduction.
Ακόμα και μέσα σε όλο αυτό το παρακμιακό μπαράζ, ο τύπος διατηρεί την ισορροπία μεταξύ εκκεντρικότητας και κομψότητας. Οι πυκνές και απολαυστικές συνεντεύξεις του προοιωνίζουν  ορισμένους πολύ γερούς στίχους, στους οποίους δεν διστάζει να βάλει και τη βία πάσης φύσεως – ειδικώς τη βία που έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Σαν συγγραφέας, μάλιστα, ξαναβάζει τον ήρωα ενός προηγούμενου κομματιού σε κάποιο μεθεπόμενο, άρα ξαναβρίσκουμε τους ίδιους ζωγράφους, ιερείς, ερωτομανείς ή ερωτολειπείς. Αυτοί που περνούν βέβαια τα πάνδεινα στις ιστορίες του είναι οι κριτικοί («You can huff and you can puff but you’ll never destroy that stuff» και άλλα συναφή). Ευτυχώς, δεν ανήκω στο είδος, αν και δε θα με χαλούσε καθόλου να στιχουργηθώ με τέτοιες μουσικάρες.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.
13
Φεβ.
08

Original Soundtracks / Κινηματογραφική μουσική

Δεν μιλάνε γι αυτά τα πράγματα!

Επιμένω, όντως δε μιλάνε γι αυτά τα πράγματα! Όχι μόνο επειδή έτσι τιτλοφορείται το όμορφο σάουντρακ μιας ταινίας που δεν είδα ποτέ [De Eso No Se Habla, μουσική Nicola Piovani], αλλά και επειδή η κινηματογραφική μουσική είναι αδύνατο να περιγραφεί. Mπορώ να ανακαλέσω μυριάδες εικόνες που μου φέρνει στο νου (των ταινιών που γράφτηκε για να χαϊδέψει, άλλων που παρείσφρυσαν ακάλεστες στο μνημονικό, προσωπικών σκηνών που δε γύρισε ποτέ κανείς αλλά τις έχουμε δει μυριάδες φορές στον μίνι εγκεφαλική μας οθόνη) αλλά αυτό δεν μπορεί να ενδιαφέρει έναν αναγνώστη εδώ. Μπορεί όμως να τον ενδιαφέρει και μόνο η αναφορά, άρα και εξεύρεση, των τίτλων – και αν πλοηγηθεί σε παράλληλες μ’ εμένα συγκινήσεις τότε αξίζει τον κόπο! Δυστυχώς η συλλογή μου βρίσκεται διασκορπισμένη στους 3 ανέμους. Τα βινυλιακά (κυρίως από το «Φιλοντίσκ» και το παλαιό «Σόλωνος και Μασσαλίας») στο πατρικό, τα ψηφιακά εδώ τριγύρω, οι κασέτες σε ένα πατάρι. Μόνο μου σκονάκι για άλλη μια φορά, η μνήμη μαζί με έναν και μοναδικό φάκελο σε έναν σκληρό δίσκο. Ό, τι γράψω θα ναι μια κι έξω και από μνήμης και δε θέλω να το ξανακοιτάξω, θα έχω αφήσει τα εννιά δέκατα.

Α. Οι δίσκοι
1. ANASTASIA (ANASTACUJA) – Before the rain
2. NYMAN Michael – Wonderland
3. RABEEN Peer – Berlin Alexanderplatz
4. PIOVANI Nicola – O re
5. MORRICONE Ennio- Il prato
6. COSMA Vladimir – L’ homme du Suez
7. UMEBAYASHI Shigeru – 2046
8. SYREWICZ Stanislas- Stalin
9. PIOVANI Nicola – Kaos
10. MORRICONE Ennio – The untouchables
11. RABEEN Peer – Lili Marlen
12. YEONG-WOOK Jo – Old boy
13. PIOVANI Nicola – Il Marchese Del Grillo
14. GOLDSMITH Jerry – Under fire
Αξίζει η γνωριμία με όλα τα έργα των Piovani, Morricone, Rabeen, Νyman. Έχουν ένα μοναδικό και αναγνωρίσιμο στυλ, από τον ευρωπαϊκό εξπρεσιονισμό του μόνιμου συνοδού του R.W. Fassbinder (μουσική σαν του Βerlin Alexanderplatz ή του Lili Marlen, (με τα δύο αξεπέραστα βαλς, δύσκολα ξαναγράφεται), ως τις καρδιοθραυσματικές μελωδίες του Padre Ennio.
Ο Morricone στο «Λιβάδι» των αδελφών Taviani βουτάει όσο ποτέ άλλοτε σε έναν σπαρακτικό λυρισμό. Τον βοηθάει το ίδιο το έργο, το ερωτικό τρίγωνο, η ετοιμοθάνατη γυναίκα, η ομορφιά της φύσης, το ανεκπλήρωτο των πάντων. Θυμάμαι σαν τώρα και ένα μαγικό τραγούδι που τραγουδούσε σχεδόν τελετουργικά μια μεγάλη παρέα εξαντλημένων εξαθλιωμένων, επιστρέφοντας από την εκδρομή στο λιβάδι. Δυστυχώς δεν υπάρχει στο σάουντρακ. Με τους «Αδιάφθορους» του De Palma φτάνει στο άλλο άκρο. Σε βάζει αντικριστά με το θάνατο (Death Theme) και την έξαψη (Al Capone) και με υπέρτατη επικότητα σε κάνει έναν από τους 4 ιδιαίτερους ήρωές του στα ομώνυμα θέματα.
Μόνιμη επένδυση στη δική μου ζωή αποτελεί το έργο του αξιότιμου κυρίου Nicola Piovani, που συνεχίζει με μνημειώδη έμπνευση να ομορφαίνει κάθε ταινία απανταχού της γης, κάθε άγνωστου ή/και ποιοτικού σκηνοθέτη. Προσπαθώ να μαζέψω όλα του τα έργα του και είναι δύσκολο, αν υπολογίσει κανείς και μερικά εξίσου αριστουργηματικά κομμάτια που έγραψε και γράφει για θεατρικές παραστάσεις (όπως το Ι 7 re di Roma του Luigi Magni). Κανείς συνεργάτης εκεί έξω; Με τον Piovani γίνεσαι ένας άλλος «ήρωας». Της καθημερινότητας που μπορεί να είναι από ανελέητη ως παραμυθένια, και ενός ρεαλισμού που μόνο μαγικός δεν είναι. Ή μήπως είναι; Ποιος ξεχνά τον Φεγγαροχτυπημένο και την τελετουργική έξοδο των καταπιεσμένων εργατών στην αυλή του φεουδάρχη (La Jarre: Don Lolo La Jarre: Danse et final) στο αξεπέραστο «Χάος» των Taviani; Ποιος δεν μπαίνει στο άδυτο της Ιστορίας παρέα με τις διεστραμμένες περσόνες του Μαρκησίου Ντελ Γκρίλλο (Mario Monicelli) και των φανφαρόνικων μαρς του;

Από Έλληνες, πανέμορφα μουσικά θέματα (και μάλιστα παραπάνω του ενός) έγραψαν οι Γιώργος Χατζηνάσιος (Γλυκειά Συμμορία, Πρωινή Περίπολος) και Νίκος Κυπουργός (Black Out, Ο Δραπέτης). Ο Κώστας Καπνίσης έγραψε πάνω από 100 σάουντρακς, ορισμένα από τα οποία είχαν εκπληκτικά κομμάτια (Οι γενναίοι του βορρά, Με φόβο και πάθος, Αγάπη και αίμα).

Β. Τα αποσπάσματα
Με πολλούς γνωστούς μουσικογράφους συμβαίνει το παράδοξο πολλές όμορφες στιγμές τους να προέρχονται από ταινίες που δε σου γεμίζουν τα μάτια. Προτιμήστε αποσπάσματα του Wojciech Kilar από το Portrait of a lady, του Μaurice Jarre από το Α Witness, του John Barry από το High Road to China, του Gabriel Yared από το Sylvia, του Ηans Zimmer από το Τhe Last Samurai, του Vladimir Cosma από το Les grandes familles.
Η συνεργασία του Werner Hertzog με τους Popol Vuh έφτασε στο απόγειο με τις φοβερές ψαλμωδίες του Cobra Verde. Ο Pino Donaggio έφτιαξε μερικά δυνατά θέματα για τα θρίλερ που του ανέθεταν, αλλά οι κορυφαίες του στιγμές είναι τα τελειώματα του Don’t look back know (η γνωστή νοσηρή μεταφυσική ιστορία της Βενετίας) και κυρίως τα έξοχα Love affair και The inn από το The berlin affair, ενώ ο John Williams έφτασε μάλλον το αποκορύφωμά του στο βασικό θέμα του Schindler’s List. Εικονικοί ύμνοι τα Persuaders (John Barry, ΤV) και Blade Runner (Vangelis). Σχεδόν έχουμε συνδέσει βιβλικές σκηνές με το Jesus of Nazareth του Maurice Jarre και τα Πάσχα μας είναι άρρηκτα δεμένα με το έτερο κλασικό Theme of exodus του Ernest Gold (Exodus). Συναρπαστική περίπτωση από μόνος του ο Michel Polnareff, αξίζει να ανακαλυφθεί πρώτα με τα Theme d’amour/Theme myosotis (La folie des grandeurs), ενώ ο Angelo Badalamenti νομίζω έφτασε το αποκορύφωμά του στο City of lost children. Για την μουσική τού «Πριν τη βροχή» έγραψα στην στήλη Ηχώ στο χάος, αρ. 2. Ιδού σε αξιολογική σειρά αυστηρά της στιγμής ορισμένα ακόμα αποσπάσματα που αξίζει να ντύσουν προσωπικές ανθολογίες. Σε παρένθεση το σάουντρακ, ενώ όπου δεν υπάρχει πρόκειται για το ομώνυμο του αποσπάσματος.
1. Philippe Sarde – Les choses de la vie
2. Jerry Goldsmith – (Theme from) papillon (Papillon)
3. Nicola Piovani – Rosaria (Il camorrista)
4. John Barry – Smile (Charlie)
5. Michael Nyman – Chasing sheep is best left to shepherds (The draughtsman’s contract)
6. Hans Zimmer – Regarding Henry
7. Ennio Morricone – La tragedia di un uomo ridicolo
8. Elmer Bernstein – Carhumba (Grifters)
9. Craig Armstrong – Rochester (Plunckett and Macleane)
10. James Horner – Looking For The Next Great Idea (A beautiful mind)
11. Bruno Coulais – Pepinot (Petits chanteurs de Saint Marc)
12.Ennio Morricone- The Family Of The Poor (City of Joy)
13. Michael Nyman – Knowing the ropes (Drowning by numbers)
14. Ennio Morricone  – Tema di marco (Marco Polo, TV)
15. Tangerine Dream – Forgiveness (Legend)
16. Zbigniew Preisner – Andy and moons theme (Α prayer in the fields of lord)
17. Patrick Doyle – L’adoption (Indochine)
18. Nikita Μikhalkov – Friendship (Τhe barber of Siberia)
19. Mason Daring – Lounge de los incas (Men with guns)
20. James Horner – Closing credits (Glory)
21. Ennio Morricone – Act of faith (Bugsy)
22. Henry Zimmer – Ritz II (Regarding Henry)
23. David Holdridge – Finale (Old Gringo)
24. Jerry Goldsmith – Remember this (Sleeping with the enemy)
25. Angelo Badalamenti – Montage (Cousin)
Γ. Τα τραγούδια
Aπό χορωδιακά μέρη, ευδαιμονικές στιγμές μου δίνουν τα Πιοβανικά Nel nome del padre, Amico mio, Domani accandra από τα αντίστοιχα έργα, και το Les avions en papier κι όχι μόνο από το Petits chanteurs de Saint Marc (Coulais). Όσον αφορά τραγούδια, το μπουκέτο των 5 τραγουδιών του Georges Delerue που τραγουδούν με διαδοχικά οι κυρίες του 8 femmes, το γνωστό Ja volim te jos στις ενοποιημένες δύο δόσεις του [Bregociv, Black cat white cat], το σπαρακτικό La chanson d’ Helene της Ρόμυ Σνάιντερ [Sarde, Les choses de la vie], το παιγνιώδες La Canzone Di Pinocchio με τον Μπενινάκο [Piovani, Pinocchio], οι μικρές τσούπρες στο ολοφώτιστο Stars of the sea [Νyman, The Actors, εδώ με μουσική από Conor McPherson], η ονειροπόλα Paola Sapora στο Talor io canto [Piovani, Il sole anche la notte], ο Αλμοδοβαρικός ερωτισμός των Puro teatro [La Lupe, Women on the verge of a nervous breakdown] και Encanedados [Lucho Gatica, Dark Habits]. Eκτός συναγωνισμού, η υπέρτατη κατά Όσκαρ Ουάιλντ αλήθεια, δια χειλών της Jeanne Moreau : το φασμπιντερικό Each man kills the things he loves από το Querelle. Η παραπάνω φράση μου φαινόταν ένας ευφημισμός, ένα τετριμμένο τσιτάτο για κοινή χρήση. Σχεδόν έκθαμβός βλέπω τους κυρίους Wilde και Fassbinder να μου βγάζουν τη γλώσσα κρατώντας ντοκουμέντα. Από τη δική μου ταινία, συγνώμη, ζωή ήθελα να πω.
Δ. Οι σκηνές
Στιγμές, στιγμές… O Serpico/Al Pacino παρατημένος από όλους κάθεται στην άκρη του λιμανιού. Πίσω του ένα τεράστιο πλοίο, ίσα για να τον δείχνει μικρότατο. Έχει απολυθεί από τη δουλειά, έχει χάσει τους φίλους του, πλήρωσε κάθε δυνατό τίμημα. Δίπλα του ο σκύλος που του άφησε η αγαπημένη του – προτού τον εγκαταλείψει κι αυτή. Οι τίτλοι τέλους πέφτουν – Unhappy end. [Mikis Theodorakis – Theme from Serpico]. Ο Giancarlo Giannini, για καιρό κρυμμένος μέσα στο πορνείο ξεσπάει βγαίνοντας στο πολύβουο σοκάκι φωνάζοντας Viva l’ anarchia, την την ώρα που οι καραμπινιέροι τον κυνηγούν ανάμεσα στους πάγκους – είναι η ώρα που μπαίνει το Canzone Arrabbiata [Nino Rota, Film d’ amore e d’ anarchia]. Φυσικά θα τον λιανίσουν. Η οικογένεια που παίζει στα χαλάσματα του πολέμου και αντιμετωπίζει με ασύλληπτο χιούμορ τους βομβαρδισμούς στο Hope and glory (έξοχη μουσική του Peter Martin).
Ο Brad Davies στο νυχτερινό αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης καρδιοχτυπά από την αγωνία, ζωσμένος ναρκωτικά – ένας κύκλος στρατιωτών τριγύρω του προτάσσει σε κλάσματα δευτερολέπτου τα όπλα του. Οι πρώτες νότες του κομματιού. Και οι πρώτες στιγμές της ασύλληπτα δραματικής εξέλιξης της ζωής του, λίγο πριν βρεθεί στα μπουντρούμια της βυζαντινής φυλακής. Το κομμάτι ξανακούγεται στο τέλος, λίγο πριν την εξίσου καρδιοχτυπούσα και απρόσμενη ευκαιρία απόδρασης του ήρωα. Υπόκρουση στα πρώτα βήματα ελευθερίας του και όταν πέφτουν οι μαυρόασπρες (αληθινές) φωτογραφίες του ήρωα [Giorgio Moroder – Midnight Express]. Ο κύριος Sam Lowry/Jonathan Price συνθλίβεται από τις τεράστιες σκιές των πανύψηλων πολυκατοικιών αλλά ονειρεύεται πως πετάει ψηλά τους [Michael Kamen, Brazil]. Η σιωπή των παλαιών εραστών μπροστά στην απεραντοσύνη της ερήμου [Ryuchi Sakamoto – The sheltering sky].

Τα απανωτά φλας μπακ μιας ολόκληρης ζωής, όχι με τη σειρά αλλά σε σκόρπια θραύσματα, η προδοσία του χρόνου στο πρόσωπο του Noodles/Robert de Niro [Ennio Morricone – Once upon a time in America]. O Charles Bronson βάζει μια φυσαρμόνικα στο στόμα του ψυχορραγούντος Henry Fonda, ικανοποιώντας την αρχέγονη επιθυμία της δίκαιης εκδίκησης [Ennio Morricone – The man with the harmonica/Once upon a time in the west]. Και αλήθεια, πως τολμάει ένας πελάτης μας να έρχεται μόνος και να μη χαζολογεί με παρέες; Πώς τολμάει να διαβάζει την ώρα του φαγητού; Θα του χύσουμε τη σούπα, θα του πετάξουμε μακριά το βιβλίο του. Ένας από τους βιαιότερους (κυρίως με τα λόγια) χαρακτήρες του αγγλικού σινεμά, ο Mr. Spica/Michael Gabbon, (όταν δεν κρατάει σφιχτά το λαιμό της γυναίκας του) βγαίνει με πομπώδη βήματα από τις τεράστιες αναγεννησιακές κουζίνες του εστιατορίου του, έτοιμος να συνθλίψει τον μοναχικό και μοναδικό αξιοπρεπή του πελάτη [Michael Nyman – Memorial/The cook, the thief, his wife and her lover].


Αλλά στο βάθος παραμένω μια τρυφερή ρομαντική ψυχή. Θέλω η τελευταία εικόνα να είναι του Captain Fourillo και της αγαπημένης τους εισαγγελέως στο κρεβάτι, καθώς την αγκαλιάζει από πίσω και συζητούν τις περιπέτειες της ημέρας, στην κλασική και απαράλλαχτη τελευταία σκηνή κάθε επεισοδίου του Αστυνομικού Τμήματος Χιλλ Στρήτ. Το πλάνο βγαίνει από το παράθυρο και οι δρόμοι είναι πάλι βρεγμένοι. (Mike Post – Hill Street Blues). Let’s be careful out there!

Υ.Γ. Αν θέλετε να αναθυμηθείτε, ανακαλύψετε ή απλώς σκάψετε στην ατέλειωτη θάλασσα των κινηματογραφικών μουσικών, βουτήξτε στο soundtrackcollector.com. Εξαιρετικά πλήρης βάση, που περιλαμβάνει άπειρους τίτλους, συνθέτες, τραγούδια, εξώφυλλα αλλά και όλες τις διαφορετικές εκδόσεις κάθε σάουντρακ. Τα θέλω όλα!

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Team.asp?id=12935

13
Φεβ.
08

Κρεγκ Τόμσον – Blankets

Μπορεί κανείς να βάλει φωτιά μέσα στον κόρφο του και τα ρούχα του να μην καούν; (σ. 315).
Χαρτογράφηση: Πόσες φορές δεν έχουμε κλείσει την τελευταία σελίδα ενός κόμικς άλμπουμ επιθυμώντας να διαρκούσε περισσότερο; Πόσες φορές δε ρουφήξαμε λαίμαργα τις εικόνες του με την ευχή να πολλαπλασιάζονταν σε μια εικονογραφημένη ιστορία με τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία μυθιστορήματος ή έστω νουβέλας; Αυτήν ακριβώς την επιθυμία ικανοποιεί ένα «νέο» είδος γραφής, το graphic novel ή αλλιώς «γραφικό» ή εικονογραφημένο μυθιστόρημα. Πρόκειται για είδος που καθιερώνεται ταχύτατα, αποτελώντας εναλλακτική μορφή λογοτεχνίας αλλά με υπολογίσιμο εμπορικό αντίκρισμα. Στη χώρα μας ήδη κυκλοφορούν τα Palestine του Joe Sacco και Χαιρετίσματα στη Σερβία του Aleksandar Zograf (επίσης από τις εκδ. ΚΨΜ), αμφότερα με προφανές θέμα, τα δύο Περσέπολις της Μαριάνε Σατράπι (η ενηλικίωση μια κοπέλας στο φονταμενταλιστικό Ιράν, εκδ. Ηλίβατον), ενώ μέσα στον επόμενο χρόνο αναμένεται το Logicomix των Δοξιάδη – Παπαδημητρίου – Παπαδάτου – di Donna, με «επιστημονικό» περιεχόμενο. Είναι αξιοσημείωτο που η εν λόγω έξαρση συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που το Maus του Art Spiegelman (με θέμα το Ολοκαύτωμα και τον αντίκτυπό του στις μετέπειτα ζωές) είχε κάνει θραύση ήδη το 1992.

Τοπογραφικό: Παγωμένη αμερικανική ενδοχώρα, Ουισκόνσιν και Μίτσιγκαν σε ατέλειωτο χειμώνα, θρησκευτικές κατασκηνώσεις, σχολικές αντι-κοινότητες, οικογενειακές εστίες χωρίς ίχνος ζέστης. Χιονισμένα τοπία και έρημοι δρόμοι με διαφημιστικές πινακίδες «Ο Ιησούς είναι η μόνη ασφάλεια πυρός».

Πλοκή: Το Blankets αποτελεί ένα τυπικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό «μυθιστόρημα ενηλικίωσης». Οι συμπληγάδες που πρέπει να διασχίσει ο Κρεγκ μέχρι την ενηλικίωσή του είναι ισχυρές: από τη μια οι προσδοκίες των γονέων του κι από την άλλη τα αυστηρά μέχρι παραλογισμού διδάγματα της Εκκλησίας (με την καλλιέργεια ενοχών και τύψεων για οτιδήποτε αφορά το σώμα και την άρνηση κάθε επίγειας απόλαυσης ή καλλιτεχνικής δημιουργίας). Μόνο που οι πηγές της πίστης είναι ύποπτες, εφόσον οι ίδιοι οι φορείς της την ερμηνεύουν όπως τους συμφέρει. Για πόσο καιρό θα τον πείθουν οι γονείς του πως η εικόνα του Ιησού κλαίει κάθε φορά που αυτός κάνει μια μιαρή πράξη, όπως λ.χ. το να σκιτσάρει μια γυμνή γυναίκα; Ξέρεις τι μας κάνει να νιώθουμε αυτή σου η πράξη; Πώς νομίζεις ότι νιώθει ο Ιησούς;

Στην επτασέλιδη εισαγωγή o Γιάννης Κουκουλάς εύστοχα παρομοιάζει το έργο με το «Πορτρέτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία» του Τζέημς Τζόυς, όσον αφορά το μυθοπλασικό πυρήνα και τη νεωτερικότητα της μορφής του, αλλά και στο ότι ο ίδιος μοιάζει να γράφει «σε μια παραζάλη, θαρρείς εν υπνώσει αυτόματης αφήγησης». Πράγματι, η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ο πρώτος καταλύτης που αν δεν τον απελευθερώνει από τον ασφυκτικό του κλοιό, σίγουρα τον οδηγεί στην ωριμότητα. Το δεύτερο κλειδί είναι ο έρωτας με την Ράινα, που ζει με μια άλλη προβληματική οικογένεια στον αντίποδα της δικής του: δυο υιοθετημένα αδέλφια ειδικών αναγκών/ικανοτήτων και δυο γονείς που αδυνατούν να χωρίσουν εφόσον αυτό αντιφάσκει με την ευαγγελική τους δογματική. Καλλιτεχνική έκφραση και σεξουαλικότητα θα συγκρουστούν (Παρουσία της Μούσας μου δεν είχα πια ΑΝΑΓΚΗ να ζωγραφίσω. Γιατί να ασχολούμαι με γραμμές και χρώματα, όταν μου έφτανε να την παρατηρώ; ) αλλά και θα συμβαδίσουν μέχρι τη φυγή του ήρωα προς την πραγματική ζωή. Κατά μεγάλη ειρωνεία ο Κρεγκ θα βρει ακόμα και στη Βίβλο δείκτες ερωτικής έκφρασης – όχι όμως στον απαισιόδοξο Εκκλησιαστή αλλά στο απαγορευμένο Άσμα Ασμάτων. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ, για το τέλειο δημιούργημά σου. Δέρμα τόσο απαλό και λευκό σαν το φεγγαρόφωτο, κόκαλα κάτω από το δέρμα που μπλέκονται και ξεμπλέκονται, που υψώνονται ψηλά ως τα λαγόνια και βυθίζονται στην κλείδα.[…] Σ’ ευχαριστώ για τον ρυθμό των κινήσεών της, -κουλουριασμένη, απλωμένη- οι καμπύλες της κύματα που τυλίγουν τις ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ. Είναι δική σου. Είναι τέλεια. Ένας ΝΑΟΣ.

Γραφιστικά: Η απομυθοποίηση της δήθεν μαγικής παιδικής ηλικίας και του ασφαλούς οικογενειακού σπιτικού εικονογραφείται περίτεχνα. Υπάρχουν συγκλονιστικά κάδρα, όπως εκείνο του σμικρυνσμένου μικρού παιδιού που κάθεται ανάμεσα στις πελώριες γονεϊκές φιγούρες, που του λένε πόσο τους απογοήτευσε. Όταν χρόνια μετά θα γυρίσει στο πατρικό του για να τους δει θα σκεφτεί: παρόλο που οι γονείς μου δε μπορούσαν να με τιμωρήσουν ή να μου απαγορεύσουν την έξοδο εξακολουθούσα να αισθάνομαι ευάλωτος κοντά τους.

Τα ασπρόμαυρα σχέδια του Thompson αποτυπώνουν με εξαιρετικό σιωπηλό τρόπο τις γλυκόπικρες εκφράσεις προσώπων αλλά και τις στιγμές της καλλιτεχνικής παρόρμησης – η δε ερωτική πράξη περιγράφεται ελλειπτικά. Οι κουβέρτες φούσκωσαν και πάφλασαν. Με μαγνήτισε η απεικόνιση λεπτομερειών στο χώρο, ακόμα και άψυχων αντικειμένων που λες και παρακολουθούν αυτά που συμβαίνουν ή δε συμβαίνουν. Ένα κεφάλι ελαφιού στον τοίχο, τα χάπια στο φαρμακείο του μπάνιου, το πλυντήριο πιάτων σε λειτουργία. Και κυρίως οι κουβέρτες, που εξελικτικά αποκτούν διαφορετικές σημασίες: προστασία στη δύσκολη παιδική ζωή, αυτοσχέδιο αντίσκηνο σε υποτιθέμενες καταιγίδες, ερωτικό πεδίο αλλά και συναισθηματική αιχμαλωσία σε έναν έρωτα. Όταν δεν καλύπτονται κάτω από αυτές οι δύο ήρωες βγαίνουν στο χιόνι. Στο αφιλόξενο έξω είναι περισσότερο οι εαυτοί τους. Μοιράζονται στιγμές που η αίσθηση του χώρου, του βάθους, χάνεται, καθώς οι νιφάδες πέφτουν σε σχηματισμό και το πρώτο τους φιλί είναι σχεδόν απόκοσμο. Σε μια δύσκολη στιγμή θα φορέσουν τα παλτά πάνω από τις πιτζάμες τους και θα ξεχυθούν στο λευκό τοπίο. Κρύο; Δεν κάνει κρύο…απλώς πρέπει να κινείσαι συνέχεια. Κάποια κάδρα μου έφεραν στο νου τις τελευταίες σκηνές του Old Boy: αγνότητα. Νιώθω καθαρός και άσπιλος σαν χιόνι.

Γκράφιτι: Ένοιωσα και πάλι μόνος, και χρησιμοποίησα αυτήν τη μοναξιά για καύσιμο. // Έβλεπα το σώμα μου μόνο ως το σκεύος της ψυχής μου. // Μου αρέσουν τα «ή». Η αμφισβήτηση είναι καθησυχαστική. // Ακουγόμαστε τόσο ΜΕΓΑΛΟΙ. //- Δείχνεις σαν να κοιτάς τα αστέρια. – Τα κοιτάω. – Μπορείς να δεις μέσα από το ταβάνι;- Ναι. (σ. 435).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Craig Ringwalt Thompson (γενν. 1975, Michigan). Πριν το Blankets, που πήρε κάθε κόμικς βραβείο (Harvey, Eisner κ.λπ.), έχει προηγηθεί το πρώτο του graphic novel το Good-Bye, Chunky Rice (1999), τα μικρότερα Bible Doodles (2000) και Doot Doot Garden (2001) και το travelogue Carnet de Voyage (2004), ενώ κυκλοφόρησε από κοινού με τη βασική του επιρροή James Kochalka το μίνι άλμπουμ-μπροσούρα Conversations (με σύντομους αφορισμούς περί τέχνης και αισθητικής). Συνεργάζεται με το Nickelodeon Magazine. Η επόμενη δουλειά είναι το Habibi όπου η αραβική καλλιγραφία και η ισλαμική μυθολογία θα του δώσουν την ευκαιρία να «ζωγραφίσει» την αντίστοιχη με το Blankets επιρροή του Ισλάμ στους ψυχισμούς απλών ανθρώπων. Προσωπική ιστοσελίδα και μπλόγκ αντίστοιχα: dootdootgarden.com και blog.dootdootgarden.com.

Μουσική: Tracker – Recordings For The Illustrated Novel, Blankets (Top Shelf). Δίσκος που φτιάχτηκε από την ευρύτερη παρέα του Blankets, που εμπνεύστηκε από την ανάγνωσή του και σχεδιάστηκε να ταιριάζει με αυτήν. Με παραγωγή του John Askew και 9 instrumental ηχογραφήσεις από τους συντοπίτες Tracker, με σχεδιασμένο εξώφυλλο από τον ίδιο τον Thompson αλλά και μερικά στριπάκια που δεν βρίσκονται στο βιβλίο του.

Συντεταγμένες: Blankets. An illustrated novel by Craig Thomson, 2005. Πλήρης τίτλος sτα ελληνικά: Blankets. Ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα από τον Craig Thomson, εκδ. ΚΨΜ 2006. Μτφ.: Μπέλλα Σπυροπούλου. Πρόλογος-επιμέλεια: Γιάννης Κουκουλάς. 598 σελ.

Πόσο ικανοποιητικό είναι ν’ αφήνεις τα ίχνη σου σε μια λευκή επιφάνεια. Να χαρτογραφείς την πορεία σου – όσο προσωρινή κι αν είναι.

Ένα 600σέλιδο καλλιτέχνημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14119
13
Φεβ.
08

Gnac – The arrival of the fog (LTM, 2007)

Κάθε δίσκος των Gnac είναι γλυκόπιοτος, υπέροχα μελωδικός και, για να αρχίσω με το πρώτο κλισέ, εγκληματικά άγνωστος. Αυτό το προσωπικό σχήμα του Mark Tranmer φτιάχνει εδώ και οκτώ χρόνια και πέντε δίσκους μια μουσική που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν απλώς … instrumental. Για να δούμε, εμείς θα καταφέρουμε να την αιχμαλωτίσουμε στα δίχτυα των λέξεων; Τι δεδομένα έχουμε;
Ένα όνομα που εμπνεύστηκαν από μια ιστορία από το Μαρκοβάλντο του μεγάλου Ιταλού παραμυθά Ίταλο Καλβίνο. Ένας δημιουργός που αποτελεί ήδη το ένα μισό των Montgolfier Brothers, μαζί με τον Roger Quigley (κοινώς, δύο ονόματα που αποτελούν τον ορισμό της low profile dream pop). Ένας καλλιτέχνης που κυκλοφορεί τους δίσκους του σε διαφορετικές εταιρίες, με βάση τις εκλεκτικές συγγένειες που νοιώθει να τον συνδέουν: το ντεμπούτο Friend Sleeping (1999) στην Vespertine (παραμένει το αγαπημένο μου), το Sevens την ίδια χρονιά στη Rocket Girl (συλλογή με τα πρώτα του επτάιντσα και πρόσθετο υλικό), το Biscuit Barrel Fashion στην Poptones (2001), το Twelve Sidelong Glances (2006) στην Darla, πρώιμα σίνγκλ στην Earworm κ.λπ.
Ας προχωρήσουμε στο δεύτερο κλισέ: η μουσική των Gnac είναι αμιγώς κινηματογραφική, με τη θετικότερη δυνατή έννοια που μπορείτε να φανταστείτε. Επένδυσε τηλεοπτικά προγράμματα όπως κάποια Omnibus (με τον David Hockney να συζητά τη χρήση τεχνικής φακών στη ζωγραφική του ή ένα αφιέρωμα στον κατασκοπογράφο John Le Carre), «δηλώνει» πως θέλει να συνοδεύσει αναγνώσεις αστυνομικών μυθιστορημάτων (με τίτλους όπως Armchair Thriller – ίσως γι’ αυτό τη χαρακτηρίζουν murder mystery music…) και μοιάζει σαφώς επηρεασμένη από μεγάλους μαιτρ του ευρωπαϊκού κινηματογραφικού ήχου, όπως o Michel Legrand, o George Delerue (κυρίως δηλαδή εκπρόσωποι του γαλλικού ήχου των 60ς – 70ς) αλλά και o John Barry.
Αυτός ο εκλεπτυσμένος αλλά και τόσο εκλεκτικός ήχος μου θυμίζει κάτι παραπάνω: τη μουσική που έβγαζαν εταιρίες όπως η Crammed και η Les Disques du Crepuscule. Άραγε έχει ακούσει εκείνες τις κυκλοφορίες; Μια συνέντευξή του με εξέπληξε ευχάριστα: όχι απλώς τις γνώριζε αλλά και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις μουσικές του κατευθύνσεις. Πρώτα ήρθε σε επαφή με το The Missionary των Josef Κ και κατόπιν με τα δύο άγνωστα κομμάτια των Durutti Column που υπήρχαν στο compilation From Brussels With Love, με το οποία συμπτωματικώς ασχοληθήκαμε στο πρόσφατο αφιέρωμά μας στις συλλογές! Εκεί ανακαλύπτει και τους Wim Mertens, Antena, Michael Nyman και Harold Budd και μπαίνει στον κόσμο τους. Χρόνια αργότερα θα καλούσε τον καλλιτέχνη των εξωφύλλων της Crepuscule, Benoit Hennebert, να φιλοτεχνήσει τις κυκλοφορίες του.
Με αυτά ακριβώς τα δύο κλειδιά ανοίγουν οι Gnac το δικό τους music box για να φτιάξουν βινιέτες που συνδυάζουν το ρομαντισμό με την electronica, το easy listening με τον πειραματισμό, τον Satie με τον Vini Reilly, την κλασική παράδοση με την ηλεκτρονική. Μπορούν τη μία στιγμή να ακούγονται σαν Morricone (Bright days in winter), σαν Eno (Winter blanket), σαν Steven Brown (Vetchinsky backdrop), μένοντας πιστοί στον ήχο της Vespertine (από τη μαγική συλλογή της οποίας An Evening in the Company of the Vespertine (1997) τους πρωτογνώρισα) και στο δικό τους προσωπικότατο ύφος (όπως το πανέμορφο Nautical Episodes). Όμως οι εκπλήξεις από τον Μ.Τ. συνεχίζονται… Μαθαίνω πως μεταξύ 1989 και 1990 συμμετείχε στις ζωντανές εμφανίσεις των St. Christopher, μάλλον του πιο ιδιαίτερου γκρουπ της Sarah Records! Σήμερα δεν του αρκούν τα δύο ιδιαίτερα σχήματά του και δοκιμάζει περαιτέρω συνεργασίες, όπως εκείνη με τον Ian Masters των Pale Saints, αλλά και ακόμα μοναχικότερες πορείες, όπως το σόλο Scoop of Ice-Cream Moon (2004) στην Kooky.
Και πώς διάλεξε αυτό το αγνώστου προφοράς όνομα; Για να διασκεδάζει με τις διάφορες φωνητικές εκδοχές από τον καθένα μας. Εμείς όμως που κρυφοκοιτάξαμε την ιστορία του Καλβίνο (που με τη σειρά του μας κοιτάζει εδώ μέσα από το παράθυρο) διαπιστώσαμε πως ο ήρωάς της εργάζεται σε ένα εργοστάσιο κονιάκ… Νιακ λοιπόν.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14469
13
Φεβ.
08

M83: Προτού η αυγή μας θεραπεύσει

Για μένα που η electronica αποτελεί τη μόνη πια περιπετειώδη περιπλάνηση στους ήχους, δεν υπάρχει ιδανικότερο εξωτερικό μέρος για παρόμοιες ακροάσεις από τις διαδρομές στον υπόγειο μετρόδρομο. Κι έτσι οι 3 δίσκοι και κάτι υπολείμματα των M83 αποτελούν μόνιμη συνοδεία μου στην υποτιθέμενη πόλη κάτω από την πόλη. Τα τεχνητά φώτα αποτελούνιδανικό περίβλημα για την ακρόασή τους, η αίσθηση του ταχύτατου κυλίσματος στις ράγες ολοκληρώνει την ρευστή αίσθηση από τα ηλεκτρονικά τους όργανα, η ηχητική τους παραζάλη
δένει με το δικό μου υποτασικό παραπάτημα στις πλατφόρμες. Στην περσινή λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς είχα βάλει χωρίς δεύτερη σκέψη το «Before the dawn heals us». Μαζί με όσους τους είχαμε σημειωμένους πρώτη πρώτη σελίδα στο electronica σημειωματάριό μας, οποίοι τρέξαμε να το κατεβάσουμε 3 μήνες πριν τη λήξη του έτους, καθώς οι συνθέσεις είχαν ήδη διασκορπιστεί στο ψηφιακό σύμπαν. Τελικά ο δίσκος επίσημα κυκλοφόρησε αρχές του 2005, πράγμα που με βολεύει, γιατί θέλω να στολίσει και τη φετινή μου λίστα. Αairινοι κι αυτοί, Γάλλοι κι αυτοί, ντουέτο κι αυτοί (Nicolas Fromageau, Anthony Gonzalez), οι M83 φτιάχτηκαν το 2001 στην Αντίμπ.

M83 (S/T) (2001)

1. Last Saturday, 2. Night, 3. At The Party, 4. Kelly, 5. Sitting, 6. Facing That, 7. Violet Tree, 8. Staring At Me, 9. I Am Getting Closer, 10. She Stands Up, 11. Caressness, 12. Slowly, 13. My Face, 14. I’m Happy She Said

Τώρα μπορώ να πάψω να θεωρώ τους Autechre το πιο ολοκληρωμένο αμιγώς ηλεκτρονικό σχήμα. Μπορώ να σταματήσω να ψάχνω διαμάντια μέσα στους δίσκους των Boards of Canada ή να επιστρέφω στους αστρικούς πειραματισμούς των Τangerine Dream. Τέρμα οι χρονοβόρες αναζητήσεις θερμών μελωδημάτων στις αλλεπάλληλες κυκλοφορίες της Morr, τέρμα οι εικασίες για το πώς πως θα ήταν οι δίσκοι των Notwist χωρίς φωνή. Και δε θα φορτώνω τις ποπ προσδοκίες μου στους οποιουσδήποτε Air. Όπως σε κάθε άρτιο ηλεκτρονικό δίσκο, κάθε κομμάτι των M83 είναι αδύνατο να δεχτεί φωνή και λόγια γιατί λέει από μόνο τους όσα χρειάζονται.

Ο ομώνυμος δίσκος τους εκτός από το ότι φαίνεται να γνωρίζει όλα τα προαναφερθέντα, εκπέμπει μία εκπληκτικά απλή μέσα στην πολυπλοκότητά της έμπνευση. Τα περίτεχνα και δαιδαλώδη στραφταλίσματα των πλήκτρων στα Night και Staring at me θυμίζουν την περσινή εκπληκτική keyboard συνεργασία των B. Fleischmann Herbert Weixelbaum στην Morr (και γενικότερα τις δουλειές του πρώτου). H παιχνιδιάρικη digital έκσταση του Sitting με αυτές τις απότομες διακοπές (που θα αποτελεί στάνταρ τέχνασμά τους εις το εξής), οι διακριτικές ωδές τιμής στους παρεξηγημένους ηλεκτρονικάδες των τελών των 70ς και δη στον σερ Giorgio Moroder (Facing That) και τον μεσιέ Jean Michel Jarre (Ι’m getting closer), η μουσική μαγεία του κορυφαίου Caresses, η βιντεοσινεματική μελοδραματικότητα του Ι’m happy, she said, όλα σε αφήνουν με την πολυπόθητη αίσθηση πληρότητας.

Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts (2003)

1. Birds, 2. Unrecorded, 3. Run Into Flowers, 4. In Church, 5. America, 6. On A White Lake, 7. Noise, 8. Be Wild, 9. Cyborg, 10. 0078h, 11. Gone, 12. Beauties Can Die

Κάπως έτσι ήταν και είναι ο κόσμος (τους) τα πρώτα χρόνια της χιλιετίας μας. Πόλεις νεκρές, κόκκινες θάλασσες (αίμα, κάποια περιβαλλοντική αναταραχή ή ένα από τα συνήθη οράματα του κυρίου Μπάροουζ;) και αναρίθμητα άφαντα φαντάσματα που μας κυνηγούν ή κυνηγιούνται από τον καθένα μας. Ένα από τα καταιγιστικότερα keyboard albums. Τα πλήκτρα τους ντρονάρουν και αντηχούν, κτίζουν παχύρευστους τοίχους, ζωγραφίζουν πάνω τους πολύχρωμα γκράφιτι ή κοφτές φράσεις, βαθιές μονοχρωμίες και ολόλαμπες διχρωμίες, χιλιάδες εικόνες. Η α λα Sweet Hereafter εικόνα τους εξωφύλλου παραπλανεί με την ψυχρή ακινησία της: αυτή η φιλόδοξη σινεματική μπαρόκ υπερηλεκτρονική μουσική μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στους συνθετητές αλλά δε χρειάζεται τίποτα άλλο γιατί απλούστατα δε χωράει, κανένα άλλο όργανο στην ομορφιά της. Νοιώθω πως μια lead φωνή θα διέσπαγε αυτό το αύταρκες σύμπαν.

Η ιδανικότερη 4άδα για να αποπλανηθείτε είναι : το 0078H που σε ταξιδεύει σε συνονόματο συρμό με επιβάτες τα πρόσωπα στα οποία καθημερινά βυθίζεις σα ναρκωμένος το βλέμμα σου, το Noise, η έξαρση του οποίου αποδίδει επιτέλους τον κακόπαθο όρο σε ταιριαστή επένδυση, η η σχεδόν τεχνο ροκ πανδαισία του On a white lake near a green mountain και το αδιαφιλονίκητο Run into flowers, όπου όλοι εμείς οι αφοσιωμένοι post-rockers απολαμβάνουμε το είδος άνευ κιθάρας! Σημειωτέον, η κυκλοφορία του ως single/ΕP περιλαμβάνει 3 εντελώς διαφορετικές έως και αγνώριστες remix εκτελέσεις, μα όλες ιδιαίτερα όμορφες – περίεργο.

Before the Dawn Heals Us (2005)
1. Moonchild, 2. Don’t Save Us Fom The Fames, 3. In The Cold I’m Standing, 4. Farewell / Goodbye, 5. Fields, Shorelines And Hunters, 6. *, 7. I Guess I’m Foating, 8. Teen Angst, 9. Can’t Stop, 10. Safe, 11. Let Men Burn Stars, 12. Car Chase Terror!, 13. Slight Night Shivern, 14. A Guitar And A Heart, 15. Lower Your Eyelids To Die With The Sun

Mε την α λα Blade Runner μεγαλουπολική εικόνα στο εξώφυλλο με τα ψηλά, ηλεκτροφωτισμένα κτίρια του εξώφυλλου το πιάσαμε το υπονοούμενο: κάθε κομμάτι κι ένα ηχητικό κρεσέντο, κάθε προσθήκη ακουστικών οργάνων γίνεται στο πολλαπλάσιο, κάθε κιθαριστικό τοίχος υψώνεται το ίδιο ψηλά με τα πιο εκκωφαντικά ηλεκτρονικά εφφέ. Περισσότερο από πριν, το ανθρώπινο στοιχείο ρέει παλλόμενο και σε αφθονία. Τα drums είναι live και η κιθάρα θερίζει με το αφιονισμένο Bloody Valentine δρεπάνι της, που κόβει φέτες τις παγωμένες ριπές στυλ Sigur Ros. H παραπάνω αλλαγή είναι φανερή, καθότι οι δύο φίλοι χωρίζουν καλλιτεχνικά. Ο Fromageau αποχωρεί προς σόλο κατεύθυνση κι ο Gonzales συνεχίζει με το όνομα, αλλά η στροφή είναι καθοριστική.
Τέρμα οι χαμηλές αιθέριες πτήσεις των προηγούμενων δίσκων, τώρα ανεβοκατεβαίνεις σαν να είσαι στο σφυρί του λούνα παρκ. Εδώ όλα γίνονται ένα αδιαπέραστο σύνολο : η Floyddική οχλαγωγή, η Hawkwindική χαολογία, η πρώιμη Mobyική ηλεκτρολογία, η Mogwaiνή post rock εντροπία. Τα πλήκτρα ακούγονται καταιγιστικά, λες και παίζονται από αεικίνητα δάχτυλα. Αλλεπάλληλα στρώματα κήμπορντς έβαλαν σε πειρασμό ορισμένους να ξαναβγάλουν από τα συρτάρια όρους όπως shoegaze analog ή digital ecstasy. Ακούστε μόνο το ξεκίνημα και το τελείωμα και θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάμε.
Στο ενδιάμεσο συμβαίνουν πολλά και άξια αποκρυπτογράφησης. Ο δίσκος δεν κλείνει με το «Farewell/Goodbye (με τον Ben από τους Cyann & Ben και την Lisa Papineau από τους Big Sir στα φωνητικά) που είναι το μελοδραματικότερο, πλέον μελίρρυτο τραγούδι που ακούσαμε τα τελευταία χρόνια από electronica δίσκο, ένα κομμάτι που οι Air δε νομίζω να γράψουν. Το Teen Angst στέλνει για μεροκάματο κάθε «indie» κιθαριστικό σχήμα. Η (ηθοποιός) Kate Moran που μας προτρέπει στο ξεκίνημα raise your arms the highest they can, so the whole universe will glow, αργότερα ξανακούγεται στο μόνο παράταιρο κομμάτι εδώ : στο κινηματογραφικό της παραλήρημα του Car Chase Terror. Ομολογουμένως μεταδίδει κυριολεκτικό τρόμο αλλά προσωπικά μου χαλάει το δόσιμό μου στο σερί άκουσμα του δίσκου. Επίσης, έλεος πια με τα διάφορα γεμίσματα με τις φωνές παιδιών ή άλλους σκόρπιους τελεβιζιονικούς ήχους. Όχι άλλες τηλεοπτικές εικόνες!

Συνεπώς, μη μας σώσετε από τις φλόγες**

Ταιριαστά αναγνώσματα:
Don Dellilo, Λευκός Θόρυβος [White Noise], εκδ. Εστία
Philip Dick, Τώρα Περίμενε Το Χτες [Now Wait Last Year], εκδ. Λυχνάρι
Νίκος Βλαντής/Παύλος Μπαλτάς -Επόμενη Στάση – Χαμένες λεωφόροι. εκδ. Futura

* Ο τίτλος του τρίτου δίσκου τους ταιριάζει στην περίπτωση μου, καθώς δεν τον άκουσα ποτέ με το φως της ημέρας. Κι αυτό από το οποίο θα με «θεραπεύσει» η αυγή είναι η ηλεκτρονική παραζάλη στην οποία με βουτάνε αλλά και το αδιάσπαστο ταίριασμα της electronica με την περιπλάνηση σε σκοτάδι και στα τεχνητά του φώτα. Μήπως έχω φτάσει σε ανίατο σημείο αποκλειστικής ακρόασης τέτοιων δίσκων κάθε νύχτα;

** Το «Don’t Save Us From the Flames» διακόπτει τον σαρκαστικό αποκαλυψιακό του λόγο για μία φράση από τον J.G. Ballard : «A piece of brain in my hair/ (and) the wheels are melting

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Stili.asp?id=28597
12
Φεβ.
08

Flotation Toy Warning – Bluffer’s guide to the flight deck (Pointy, 2005)

ftr.jpg

 Αν αυτό το Λονδρέζικο κουιντέτο έβγαζε σε δημοπρασία τις συνθέσεις του προτού τις κυκλοφορήσει, οι Flaming Lips και οι Μercury Rev θα ορμούσαν σε δύο ο καθένας. Οι FΤW διαφέρουν από τους παραπάνω συνήθεις ύποπτους επίρροους στα φωνητικά, σαν ένας Ray Davies σε καταστολή, που ψάχνει να βρει την έμπνευση την ώρα που τραγουδά (και τη βρίσκει) κάνει παζλ με τις συλλαβές (και τη βρίσκει), πάει να ευθυγραμμιστεί με την μπαλάντα που τραγουδάει (και τη χάνει). Μετά έρχονται οι απρόβλεπτες μεταλλαγές του αγαπητού μου Van Dyke Parks, η χρήση περίεργων ήχων σ’ ένα ποπ κομμάτι που έκαναν οι United States of America τότε, οι μπαρόκ ερμηνείες του Walker και του Stapleton, το πέπλο του Brian Eno, μαζί με την ποιοτική συνθετική στόφα των Sparklehorse και το υπόγειο παιχνιδιάρισμα των Grandaddy . Αυτή μάλιστα, είναι avant-pop, με την έννοια ότι υπονομεύει την μελωδία με παράξενους ήχους και εισάγει πειραματισμούς όπου και όποτε θέλει χωρίς να διαστρέφει την υπέρτατη μελωδικότητά της.

Δεν θα αντιγράψω τις γοητευτικές τους ιστορίες που μπορείτε να διαβάσετε στο homepage τους σχετικά με το όνομά τους – κάτι σαν αυτοσχέδιο μουσικό παιχνίδι που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι ενός μακρινού τόπου για να αλληλοειδοποιούνται για επερχόμενα φαινόμενα. Όμως αυτό το σχήμα φτιάχτηκε από πραγματικά ξεχωριστούς ανθρώπους. Από τον Donald Dusky που ήταν πιλότος σε δοκιμές πτητικών μηχανών και τον Don LeCannes, δημιουργό πρωτότυπων μουσικών οργάνων, που γνωρίστηκαν στο Italian Institute For Innovation της Βενετίας στην παρουσίαση μιας εφεύρεσης του τελευταίου. Ακολούθησε επιτόπια συσπείρωση άλλων εφευρετών, του Magnesi Rich (που συστήθηκε ως Chinese wind shapes translator) και των συνεργατών του Benedict L. Maidsaver και Victoria W.Vest, όλοι με ενδιαφέρον για τις σπάνιες πεταλούδες και την αστροφωνία.

flotation_toy_warning_006.jpg

Το αρχικό τους σχέδιο («ένα σάουντρακ φτιαγμένο εξολοκλήρου από άγνωστα μέχρι τώρα όργανα») ήταν φυσικό να βυθιστεί ήδη από το λιμάνι, αλλά η μουσική ομάδα είχε φτιαχτεί, βγάζοντας σύντομα δύο EP με τέσσερα κομμάτια το 2002 και με ήχο ίδιο με τον σημερινό. Το «Bluffer’s Guide to the Flight Deck» κυκλοφόρησε μεταξύ 2004 και 2005 αλλά η Pointy (Ladybag Transistor, Clientele, Cathead, Color Filter) πιθανώς δεν διέδωσε το λαβράκι της όσο θα άξιζε, οπότε ξαναβρήκε ενάμισι χρόνο μετά σε ευρύτερη κλίμακα, από την αμερικάνικη Misra, οπότε και πρόλαβα να τους βάλω στην λίστα με τα περσινά καλύτερα.

Στη θεματολογία μάλλον μοιράζονται τις ίδιες εμμονές με τους φίλτατους μου και προφανώς και δικούς τους Decemberists. Που σημαίνει ελεγείες για ελάσσονες βίους, αποτυχημένους εξερευνητές, πρώιμες τεχνολογικές εφευρέσεις, αρκτικά ταξίδια στο πουθενά. Αυτή η μουσική μοιάζει να περιμένει όλους τους αποτυχημένους των παραπάνω σχεδίων να τους καραμελώσει με την φαινομενική της πίκρα αλλά και να τους γλυκάνει με τις μελωδίες που στρώνονται η μία μετά την άλλη.

flotation_p51.jpg 

Ο δίσκος έχει μόλις 10 κομμάτια που όμως πλησιάζουν την ανώτατη χωρητικότητα (72 λεπτά). Τα μισά κρατούν σε μήκος, πράγμα απολαυστικό, αλλά θα μπορούσαν να είναι και θαυμάσια τρίλεπτα. Τα άλλα μισά είναι όντως θαυμάσια τρίλεπτα αλλά το είδος που κάλλιστα θα χαιρόσουν και στον τριπλάσιο χρόνο. Και μάλλον δεν είναι σύμπτωση το ότι η μοιρασιά είναι σχεδόν ακριβοδίκαιη. Αλλά ο δίσκος απογειώνεται όσο προχωρεί, ειδικά στα τέσσερα τελευταία κομμάτια. Ακόμα κι ένας ελάσσων κινηματογραφικός ήρωας έχει θέση εδώ: Ο υπομονετικός πλαστογράφος της Μεγάλης Απόδρασης, ο αναπάντεχος σατανικός χαρακτήρας του Omen, ο κύριος Donald Pleasance είναι εδώ. Ποτέ δεν είναι αργά για έναν φόρο τιμής, και τι φόρο: ένα συναρπαστικό εννιάλεπτο κομμάτι από ένα σαγηνευτικό κουιντέτο από έναν έξοχο δίσκο.

flotationtoywarning.co.uk

11
Φεβ.
08

Περιοδικό Πόρφυρας

Φυλλάδιο 122, «Τεύχος για τον Ευγένιο Αρανίτση» (Ιανουάριος – Μάρτιος 2007)

Τα αφιερώματα του Πόρφυρα είναι γνωστά. Εξαντλούν το θέμα τους με ένα χορταστικό, περιεκτικό, πολυπρισματικό και, κυρίως, ψυχαγωγικό τρόπο. Εδώ σειρά έχει ο «πλέον πρωτότυπος σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας και μανιώδης δοκιμαστής λογοτεχνικών ειδών», αυτός που μας προτρέπει «σε μια ποιητική αντίληψη του κοινού συμβάντος» (όπως γράφει η Κατερίνα Σχινά), με ένα έργο γεμάτο από «ενδιαφέρον για την εξαιρετική λεπτομέρεια, γι’ αυτό που, αν έλειπε, η ζωή θα ήταν αφόρητα μονότονη και καταθλιπτική» (όπως γράφει η Έρση Σωτηροπούλου).

Βιογραφικός άξονας, έργα, κριτικογραφία (επιλογή από κάθε κριτική, από τη θετικότερη ως την πλέον αρνητική – σπάνιο δείγμα αντικειμενικής παρουσίασης), αποσπάσματα από συνεντεύξεις και συζητήσεις, μια επιλογή από τις επιστολές που έχει ανταλλάξει ο ίδιος με οποιονδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς, φωτογραφίες των πάντων, όλα έχουν θέση σε αυτό το άλμπουμ ζωής που εξαντλήθηκε και ανατυπώθηκε.

Οι Γιώργος Κοροπούλης, Δημήτρης Καλοκύρης, Ιγνάτης Χουβαρδάς, Θεοδόσης Πυλαρινός, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τζίνα Καλογήρου, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Χάρης Μεγαλυνός και πολλοί άλλοι στην ουσία εδώ τον «εκδικούνται» με τα όπλα του: σειρά τους να τον αποκωδικοποιήσουν, αποδομήσουν, αναλύσουν, διαλύσουν, υμνήσουν, αποκαθηλώσουν και τα ρήματα δεν τελειώνουν. Συνδέουν τη συγγραφική του τέχνη με τη φωτογραφική και τη ζωγραφική τέχνη, υμνούν το κορυφαίο ποίημα Orphan Drugs, χαρτογραφούν την παλιά πόλη της Κέρκυρας ανιχνεύοντας τόπους των προτάσεών του, φτιάχνουν αφηγήματα με τους ήρωές του, τον χειρουργούν με υποκειμενική ακρίβεια. Καλά να πάθει, έτσι όπως έστρωσε, θα κοιμηθεί.

Ο γνωστός ιδιότροπος δοκιμ(ι)αστής Κωστής Παπαγιώργης έγραψε κάποτε: Αν έγραφα μυθιστόρημα σίγουρα θα έκλεβα κάποια μυστικά από το γράψιμο της Ζατέλη, του Τατσόπουλου και της Αφρικής του Αρανίτση.

Φυλλάδιο 125 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2007)

Στο τελευταίο τεύχος, ο Πόρφυρας επιστρέφει στη συνηθισμένη του μορφή, γεμάτο εξειδικευμένα μεν, εξαιρετικά ενδιαφέροντα δε κείμενα. Γιατί είναι πάντα γοητευτική η ανίχνευση υπόγειων ή μη λογοτεχνικών συγγενειών (όπως κάνουμε κι εμείς εδώ στα μουσικά), πόσο μάλλον όταν αφορούν λογοτέχνες που διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε. Έτσι, για παράδειγμα, ποιος να το φανταζόταν πως η πεζογραφία του Πεντζίκη απηχεί κάποιον παλαιότερο κλασικό ποιητή, πως ένα έργο του Χειμωνά συνομιλεί με Φρόιντ και Λακάν, πως οι μεταφράσεις του Ροΐδη βρίθουν από αφάνταστα λογοπαίγνια; Το τελευταίο κείμενο μάλιστα υπογράφεται από τον Σταύρο Κρητιώτη, αυτόν τον άγνωστο και ουδέποτε εμφανιζόμενο συγγραφέα που κυκλοφόρησε ένα από τα πολύ γερά μυθιστορήματα της περσινής χρονιάς, εξ ολοκλήρου δημιουργημένο-κλεμμένο από άλλα κείμενα…

Υπάρχουν ακόμα κείμενα για τη συνάντηση του Ν. Καζαντζάκη με τον Δανό ποιητή και συναξαριστή Johanes Joergensen, όμορφα σημειώματα για το Στην Απαγορευμένη Πόλη του Γιώργου Βέη, για την ποίηση του Τόλη Νικηφόρου αλλά και τους Αντονιόνι, Μπέργκμαν και Σωτήρη Καψάσκη (που δε συνδέονται μόνο λόγω της συγχρονισμένης τους φυγής αλλά μέσω της συνύπαρξής τους και σε κινηματογραφικές αίθουσες), ποιήματα, μικρές ιστορίες, βιβλιοκρισίες κ.ά. Το μουσικό κομμάτι εδώ μονοπωλούν οι Ελληνίδες συνθέτριες και η συνεισφορά τους στη λόγια μουσική εδώ και στο εξωτερικό.

Αν έπρεπε να διαλέξω τα δύο πιο ενδιαφέροντα κείμενα εδώ, το πρώτο είναι αυτό που αφορά το εκδιδόμενο στη Θεσσαλονίκη του ’70 περιοδικό Ausblicke, όπου κατέθεταν πένες όπως ο Ελίας Κανέττι, ο Μαξ Φρις, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο Πέτερ Χάντκε, ο Γκύντερ Γκρας αλλά και οι Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Χρονάς, Γιάννης Πάνου, Αντώνης Σουρούνης, Γιώργος Μανιώτης, Μίμης Σουλώτης και πρωτοδημοσιεύτηκαν γνωστά πεζογραφήματα των Ταχτσή, Βαλτινού και Δημητριάδη. Το δεύτερο είναι το μονόπρακτο της Ελένης Μερκενίδου, Αξιότιμε κύριε Χάρντυ… Στις είκοσι σκηνές του συνομιλούν σε μερικούς συγκλονιστικούς διαλόγους η Βερενίκη, αναγνώστρια του Τόμας Χάρντυ, που γράφει και απαντά στα γράμματά του, υποδυόμενη και την Έλλα, την ηρωίδα της νουβέλας Μια ευφάνταστη γυναίκα και ο ίδιος ο Χάρντυ, ως συγγραφέας, ως αποδέκτης των επιστολών της αλλά και ως Ρόμπερτ Τρούι, ήρωας της συγκεκριμένης νουβέλας. Αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τις απεριόριστες δυνατότητες του παιχνιδιού που λέγεται λογοτεχνία. Ο Πόρφυρας εκδίδεται στην Κέρκυρα από το 1980 και κυκλοφορεί κάθε τρεις μήνες.

Στοιχεία επικοινωνίας: dimKonidaris@yahoo.gr, ΤΘ 206, 49100 Κέρκυρα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14664
11
Φεβ.
08

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 78

(«1987-2007, 20 χρόνια Εντευκτήριο»)

Τότε και μόνο τότε το περιοδικό δικαιώνει την περιοδικότητά του και εκμεταλλεύεται πλήρως την περίοδό του αφού συνευρίσκεται ακριβώς «στις μέρες του». Έτσι η μήτρα του δεν πάει στράφι, δεν μένει στα αζήτητα, δεν αραχνιάζει, δεν την τρώει το «ράφι», δεν είναι αγάμητη και γεροντοκόρη, την έχουν «πηδήξει», έχει γαμηθεί, από παρθένα (δηλαδή απρόσληπτη) έχει γίνει γυναίκα (έχει προσληφθεί), έχει περάσει από πολλά κρεβάτια, πολλά προσκέφαλα την έχουν δίπλα τους, τακτική σύνευνος και αναμενόμενα παλλακίδα, ερωμένη επί πληρωμή αλλά «που δεν το κάνει για τα λεφτά» αν και ξοδεύεται για να εκδοθεί, πάντα με το αζημίωτο αφού είναι πάντα «σπιτωμένη»: ένα σώμα για δημόσια χρήση, απαραίτητο αλλά όχι αναντικατάστατο – η πιάτσα, κυρίως κάποιες μέρες του μήνα, παρουσιάζει συνωστισμό, ακόμη και άγριους διαπληκτισμούς. (Δημήτρης Δημητριάδης, Περιοδικώς, από το παρόν τεύχος).

Όσοι έχουν περάσει από οποιοδήποτε πόστο κάποιου εξίσου αγνού περιοδικού ήδη θα χαμογελούν…

Το Εντευκτήριο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το ομορφότερο λογοτεχνικό περιοδικό που ξεφύλλισα ποτέ. Οι αναρίθμητοι εκλεκτοί συνεργάτες (ορισμένοι από τους οποίους δεν σταμάτησαν ποτέ να στέλνουν τις συνεργασίες τους μέχρι σήμερα), η αίσθηση πως εδώ καταλήγουν ορισμένα τα πιο φρέσκα και ενδιαφέροντα λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και η βιβλιότροπη εμφάνισή του, το ποιοτικό μυρωδάτο φύλο, το στήσιμο των σελίδων, όλα συνοδηγούν στην ξεχωριστή του φυσιογνωμία.

Φέτος έκλεισαν είκοσι χρόνια από το πρώτο τεύχος, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1987, φακελώθηκε στο γραφείο του εκδότη του Γιώργου Κορδομενίδη στην … τράπεζα και, λίγο αργότερα, θα έβρισκε την υπόγεια στέγη του – χώρο και για τις ποικίλες εκδηλώσεις του αλλά και τις καρτέλες των συνδρομητών που άρχισε να αποκτά. Πώς σκέφτηκε να γιορτάσει ο δημιουργός του την συμπλήρωση της εικοσαετίας; Ζητώντας τη συμμετοχή πολλών από τους πιστούς και τακτικούς συνεργάτες …, προτείνοντάς τους ως θέμα την επέτειο, τον χρόνο που περνάει, τη μνήμη. Άλλοι «πειθάρχησαν» στην πρόταση αυτή, άλλοι όχι. Eξυπακούεται ότι όλα τα κείμενα που έφτασαν δημοσιεύονται: δεν υποδεικνύει κανείς τι δώρο θα του κάνουν στη γιορτή του!

Η ανταπόκριση ήταν σημαντική, όχι μόνο από την άποψη της πληθώρας των κειμένων που συγκεντρώθηκαν, αλλά και επειδή δημιουργήθηκε ένα άτυπο – πρωτότυπο αφιέρωμα στην έννοια της επετείου. Για άλλη μια φορά, αριστοτέχνες εκπρόσωποι γενεών και ειδών τιμούν και τιμούνται εντευκτηριακώς με νέα ανέκδοτα κείμενα. Οι Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Σοφία Νικολαϊδου, Δημήτρης Νόλλας, Κώστας Μαυρουδής, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Μανόλης Ξεξάκης, Σάκης Σερέφας, Έρση Σωτηροπούλου, Τάσος Χατζητάτσης, Γιαν Χένρικ Σβαν και πολλοί άλλοι προσφέρουν τις ιστορίες τους, οι Βασίλης Αμανατίδης, Νόρα Αναγνωστάκη, Γιάννης Βαρβέρης, Μιχάλης Γκανάς, Αλέξανδρος Ίσαρης, Κάρολος Τσίζεκ κ.ά. τα ποιήματά τους, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μια σπάνια εξομολόγηση, οι Μισέλ Φάις και Χρήστος Χρυσόπουλος κειμενογραφούν δίπλα σε φωτογραφίες – ο δεύτερος φτιάχνει την ιστορία του με βάση φωτογραφίες που βρήκε στα σκουπίδια, δίνοντάς τους μια δεύτερη, ίσως καλύτερη ζωή.

Ξεχώρισα, καθαρά υποκειμενικά, τέσσερα κείμενα που συμπτωματικά υπογράφουν ισάριθμοί αγαπημένοι σύγχρονοι συγγραφείς: Ο Άρης Μαραγκόπουλος στην Επιστροφή των πολεμιστών δίνει σε τέσσερις μεστές σελίδες την εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία δύο «φίλων» μέσα στο σύγχρονο χάος. Ο Διαμαντής Αξιώτης στην Ιδιωτική ευχαρίστηση αποδίδει έναν σκοτεινό χαρακτήρα με μια απίστευτα ακραία ερωτική φαντασίωση. Ο Δημήτρης Μίγγας στην Κοπροκτονία προβαίνει σε μια χαρισματική αντιστροφή της Οδυσσειακής Μνηστηροκτονίας – πάει ο Άργος! Ο Πάνος Θεοδωρίδης στον Ανάδρομο Ερμή αντιμιλά: Ποιος φυσικός νόμος επιβάλει εορτασμούς ανά χρονολογίες που είναι ακριβώς διαιρετές δια του δέκα ή του εκατό ή του χίλια; Ποια η μείζων αξιακή σημασία του 50, και για ποιον ακριβώς λόγο το 47 δεν είναι μια εξίσου αξιόλογη αρίθμηση για επέτειο; Να σας πω γιατί αισθάνομαι έτσι. Τρεις χιλιάδες χρόνια γραμματολογίας (μπορεί και πέντε, μπορεί και έξι), κι όμως σήμερα απείρως περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν την έκφραση «ανάδρομος Ερμής» παρά τη λέξη «στωικός». Γι’ αυτό.

Δεν λείπουν οι καθιερωμένες στήλες: το Καπνιστήριο (αφιερωμένο στην καταγραφή της εικοσαετίας «στην κουζίνα του Εντευκτηρίου» – εδώ κι αν καθρεφτίζεται ολόκληρη η πορεία ενός περιοδικού που στηρίζεται αποκλειστικά στο πάθος του δημιουργού του), το Απουσιολόγιο (αντίο αγαπημένοι Τηλέμαχε Αλαβέρα και Γιώργο Κάτο), τα «Βιβλία στο κομοδίνο», οι βιβλιοκριτικές και όπως πάντα, όλα τα γραπτά στολίζονται από σχέδια και ζωγραφήματα καλλιτεχνών αλλά και το καθιερωμένο φωτογραφικό ένθετο Camera Obscura, αυτή τη φορά με φωτογραφίες της Ιωάννας Ράλλη και θέμα τους ηλικιακώς μεγάλους φίλους μας.

Κυκλοφορία τεύχους: Οκτώβριος 2007 [Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2007], 272 σελ.

Ηλεκτρονικές επικοινωνίες: entefktirio.blogspot.com (με σημειώσεις, σχόλια για συγγραφείς και βιβλία και ντοκουμέντα από το αρχείο του περιοδικού) και entefktirio@translatio.gr

Προτείνω επόμενο επετειακό αφιέρωμα του περιοδικού στα 37, 48 ή 66 χρόνια, για να μη μας μαλώσει ο κύριος Θεοδωρίδης…

11
Φεβ.
08

Miracle Fortress – Five roses (Secret City, 2007)

– Ποιοι είστε πάλι εσείς; Μας πέσατε όλοι μαζί φέτος, όσοι μοιάζετε να βγαίνετε από το γευστικότερο ζαχαροπλαστείο ήχων αλλά είναι αδύνατο να βάλει κανείς ταμπέλες στο βάζο σας. Το δικό σας χαρμάνι περιέχει τα αγνότερα υλικά post rock, ψυχεδέλειας, ποπ και πειραματισμών και ευφραίνει εγκέφαλο και πνεύμονες με τρόπο απερίγραπτο. Υποθέτω είστε χτίστες της Χώρας των Θαυμάτων, εφόσον αυτό το wall of sound σας έχει καλειδοσκόπια αντί για τούβλα, όπως το εξώφυλλό σας (αν και φτωχό σε χρώματα). Σίγουρα είστε τουλάχιστον πέντε άτομα. Τόσα όργανα και τόσες ιδέες μάλλον μυρίζουν πολυσυλλεκτικότητα. Ποιος γράφει αυτές τις ξέχειλες από συνθετικό ταλέντο ραψωδίες;

Είστε φοβεροί πλάστες ποπ εδεσμάτων της βιομηχανίας Brian Wilson και της μπισκοτοποιίας Paul McCartney, όπως τα τόσο ακαταμάχητα Maybe Lately, Beach Baby, Hold Your Secrets to Your Heart, αγνά ψυχεδελίζοντα ποπάκια που γαργαλάτε με όλα αυτά τα υπονομευτικά σύνθια. Και τι να πω για το ουράνιο This Thing About You; Από την άλλη, μάς πετάτε πολυπλοκότερες συνταγές μέσα στα απεριόριστα όρια του synthy post-rock των Καναδών συναδέλφων σας Caribou και Bell Orchestre και βάζετε κόκκινα γυαλιά στους Animal Collective. Αυτό το Blasphemy π.χ. μετά το δεύτερο λεπτό και εντέκατο δευτερόλεπτο μάς ανεβάζει σε αλεξίπτωτο και μας πετάει στους αιθέρες. Οι ίδιοι πάλι χειρίζεστε άψογα τα μαγειρικά εργαλεία της 70ς Power pop στα Have You Seen in Your Dreams και Next Train, μας παραπλανάτε με την κιθαριστική εισαγωγή του Whirrs και κάνετε σπονδή στο φωνητικό Brian Eno στο Little Trees, προτού ξαναπάτε στα overdubbed φωνητικά σας.

Φτιάξατε έναν από τους μαγικότερους δίσκους του 2007, σίγουρα τον πιο λουλουδάτο. Τι συμβολίζουν τα 5 τριαντάφυλλα του τίτλου; Μήπως τα 5 φοβερά τρακ που ξεχώρισαν; Ή το πεντάστερο Poetaster;

-Φίλε ψυχραιμία. Δεν είμαστε έξι, το Οχυρό του Θαύματος κατοικείται αποκλειστικά από εμένα, τον Graham Van Pelt. Έκανα τα πάντα, από τη σύνθεση και το παίξιμο των οργάνων ως την παραγωγή και τη μίξη. Όλο και κάποια βοήθεια προσφέρουν στα λάιβ οι Jordan Robson-Cramer (Sunset Rubdown), Jessie Stein (SS Cardiac) και Adam Waito (Telefauna).
Κατάγομαι από το Stratford, Ontario, μετακόμισα στο Montreal το 2004, βγήκα σόλο ως Hidden in Buildings και έγινα ένας από τους τρεις Think About Life, με τους οποίους παίξαμε ωραία πράγματα και βγήκαμε στη γύρα μαζί με Wolf Parade και Art Brut το 2005, προτού κυκλοφορήσουμε το ομώνυμο ντεμπούτο μας στην Alien8 το 2006. Με το φίλο καλλιτέχνη Jack Dylan ίδρυσα χώρους όπως το Electric Tractor και το Friendship Cove, που αποτέλεσε χώρο για εκθέσεις, ηχογραφήσεις, συναυλίες, σπίτι και κολεκτιβικές εξορμήσεις. Εκεί γίνομαι Miracle Fortress , φτιάχνω ένα 5άρι ep, το Watery Grave, άνοιξα για Love Is All, Vic Chestnut και τους συντοπίτες Sunset Rubdown και Islands.

 

Έχω δηλώσει πως αλλάζω τα στυλ μου σε μηνιαία βάση και πως το έχω σχεδόν σαν κανόνα. Υποψιάζομαι πως ο επόμενος δίσκος μου θα είναι δραματικά διαφορετικός. Το εννοώ. Είσαι πάντα τόσο υπερβολικός; Ή συγκινήθηκες επειδή διασκευάσαμε το Hanky Panky Νohow του John Cale; Τα τριαντάφυλλα του τίτλου δε συμβολίζουν τίποτα – είναι απλώς ένα εργοστάσιο αλευριού με μια μεγάλη νέον πινακίδα δίπλα στο Friendship Cove. Όσο για το εξώφυλλο που κορόιδεψες, είναι εμπνευσμένο από τα παπλώματα του πατρικού μου σπιτιού όπου μεγάλωσα. Σε περίμενα πιο ρομαντικό.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cd.asp?id=14491
11
Φεβ.
08

Συχνά ονειρεύομαι τραίνα, τιτλοφορούσε έναν δίσκο του ο ευγενής Άγγλος δανδής Robyn Hitchcock. Συλλέγοντας ανάλογες εικόνες, κατέληξα στην πιο ταξιδοφόρα. Κι εγώ συχνά ονειρεύομαι πως διαβάζω σε τραίνα, Robyn.

blue-trains.jpg

11
Φεβ.
08

Λάκης Παπαστάθης – Η ήσυχη και άλλα διηγήματα

Στις έξι μπήκε στο Αττικόν, όχι για να δει ταινία, αλλά για να κλάψει με την ησυχία της στη σκοτεινή αίθουσα. (σ. 63)
Ήρωες: Δύο αλληλοποθούμενοι φίλοι που δεν τολμούν να χαλάσουν τη φιλία τους για τον έρωτα. Ένας αστικός περιπατητής που βρίσκεται μεταξύ οδού Ευριπίδου και κοιλάδας του Νείλου. Κάποιος που μάζευε μεταχειρισμένα ματογυάλια και τα έστελνε στο Μπαγκλαντές. Ένας ρακοσυλλέκτης που πιστεύει στην αξία των πεταμένων πραγμάτων. Ένας εξοδούχος φαντάρος που πρέπει να εκφράσει τον ερωτισμό του μέσα σε ένα 6ωρο. Κάποιοι που συνδύασαν αναπόφευκτα την πολιτική με την ερωτική δράση, άλλοι που θέλουν να ξαναβγούν στους δρόμους αλλά ποιος να τους ξεσηκώσει. Ορισμένοι που τα πάνε καλύτερα με τους νεκρούς και βρίσκουν γαλήνη ανάβοντας τα καντήλια τους. Δυο εραστές στρωματσάδα σε ένα σκοτεινό θάλαμο, προτού θυσιάσουν το προσωπικό τους πάθος στο συλλογικό.
Θυμάμαι μια παλιά φράση του Κωνσταντίνου Λυμπερόπουλου (τι απέγινε αυτή η ψυχή;) από έναν παλιό Ήχο: Όσοι από εμάς έχουμε πενθήσει μερικούς οριακούς χωρισμούς…. Αυτή η φράση, καρφωμένη στο μυαλό μου για καιρό, ξαναβγήκε στην επιφάνειά του διαβάζοντας την Ήσυχη. Υπάρχει μια ανάλογη αίσθηση εδώ αλλά με δύο διαφορές. Αρχικά, εδώ δεν υπάρχει πένθος ή κάποια ακραία συναισθηματική αντίδραση αλλά μια ήρεμη ή γλυκόπικρη ή και φιλοσοφημένη αποδοχή του αναπότρεπτου των πραγμάτων, όσο δυσάρεστα κι αν είναι. Όλοι παραμένουν ο εαυτός τους – δεν κάνουν την παραμικρή υποχώρηση ούτε και υπέρβαση. Δεν την έκαναν τόσα χρόνια, τώρα θα την κάνουν; Ύστερα, οι χωρισμοί εδώ δεν είναι απλώς ερωτικοί αλλά διαζύγια με οτιδήποτε κάποτε αγαπήσαμε: νεότητα, ιδεολογία, φίλος, συνήθειες, όνειρο, παρέες, το σπίτι που μεγαλώσαμε, η ιδέα που μας ξεσήκωσε.
Φάκελος φιλοξενούμενου: Βόλος, 1943. Σπουδαγμένος κινηματογραφιστής, σκηνοθέτης (Τον καιρό των Ελλήνων (1981), Θεόφιλος (1987), Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (2001) και της «μικρής» Γράμματα από την Αμερική (1972)). Ντοκιμαντερίστας, βασικός συνεργάτης του τηλεοπτικού Παρασκηνίου. Διηγηματογράφος για 2η φορά (προηγήθηκε το 2002 Η νυχτερίδα πέταξε, από τις ίδιες εκδόσεις), κινηματογραφο-γράφος, με ολόδικό του βιβλίο (Όταν ο Δαμιανός γύριζε την Ευδοκία) ή με συμμετοχές σε συλλογικές εκδόσεις (για τον Δήμο Θέο, τον Κώστα Σφήκα και τον Λευτέρη Ξανθόπουλο). Ερασιτέχνης αρχειοθέτης παλαιών περιοδικών (δεν είναι σχήμα λόγου, κυριολεκτώ).
Γοητεία: Δεν ξέρω κατά πόσο με επηρεάζει η γνωστή ιδιότητα του Λ.Π. και διακρίνω παντού επιρροές και εκλεκτές συγγένειες με την «παλιά του τέχνη κόσκινο». Η τέχνη των εικόνων (του) βρίσκεται παντού, τόσο σε κινηματογραφικούς όρους, τεχνικές και ονόματα, όσο και στο ίδιο το μολύβι της γραφής του: ξεκινάει με τη σκηνογράφηση ενός σημαίνοντος χώρου, συνεχίζει με την επιλογή κάποιας οριακής στιγμής της ζωής τους, τη συνδέει με χρονικά πισωγυρίσματα. Εστιάζει στο χαρακτήρα, αδιαφορώντας για την πλοκή, πράγμα φυσικό μέσα στα ασφυκτικά όρια των ολιγοσέλιδων διηγημάτων. Από την άλλη, ταινίες των Φριτς Λανγκ, Λουκίνο Βισκόντι, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και Καρλ Ντράγερ βρίσκουν θέση στις ιστορίες, κάποιες από τις οποίες διαδραματίζονται μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες ή στο δωματιάκι προβολής. Εκεί θα χρειαστεί ο μηχανικός μια παρέα να μοιραστεί την αγαπημένη του ταινία, εκεί άλλοι πρωταγωνιστές της καθημερινότητας θα σκηνοθετήσουν τις αντιδράσεις τους.
Γραφιστικά: Λόγος γυμνός, χωρίς στολίδια και φιοριτούρες, προτάσεις μικρές, σα να μας τα διηγείται προφορικά ένας καλός μας φίλος. Προσωπικά δεν έχω νοιώσει από φετινό διάβασμα μεγαλύτερη φόρτιση από τη λίστα οκτώ ευτυχισμένων αναμνήσεων-σκηνών ενός συντρόφου που χάνεται. Είναι αξιοθαύμαστος ο απογυμνωμένος τρόπος συμπύκνωσης μιας τέτοιας ιδέας (Όταν έφυγε για πάντα).
Αποσπάσματα: Η ζωή μου είναι σαν κακοκομμένη ταινία, σκέφτηκε. Χωρίς να το θέλει έρχονταν στο μυαλό του μόνο οι κομμένες σκηνές, σαν κάποιος να τις έκλεψε από την καμπίνα του μηχανικού προβολής και να τις πρόβαλλε. (σ. 74)
Στις αναμνήσεις του δεν περιλαμβάνονται οι σεξουαλικές στιγμές, παρ’όλο που τώρα την ήθελε πιο πολύ από ποτέ. Έδιωχνε τα φλας που φώτιζαν τους σπασμούς της ή τις συσπάσεις στο πρόσωπο και το λαιμό. Σαν τους παλιούς άντρες, που θεωρούσαν πως δεν ήταν αξιοπρεπές να μιλάνε σε άλλους για τα σεξουαλικά τους ή σαν τις ασπρόμαυρες ταινίες του μεσοπολέμου, που όταν το ζευγάρι αρπαζόταν ερωτικά στο κρεβάτι, η εικόνα έσβηνε. (σ. 77)
Σ’ όλη του τη ζωή έτρωγε το φαγητό του οργανωμένα, συλλογικά. Από φυλακή σε φυλακή, από εξορία σε εξορία κι από εκεί σχεδόν κατευθείαν στο Γηροκομείο! (σ. 91)
Εικόνες, εικόνες… Στους θερινούς κινηματογράφους ακούγονται σαν σύγχρονη υπόκρουση στην ταινία οι θόρυβοι από τις μισάνοιχτες μπαλκονόπορτες των πολυκατοικιών. Ο Μπερνστάιν διευθύνει την Ενάτη του Μπετόβεν στα σύνορα του Ανατολικού με το Δυτικό Βερολίνο, με μουσικούς και από τις δύο μεριές, την ώρα που γκρεμίζεται το τείχος. Κάποιος περπατάει στους έρημους, μόλις φωτισμένους διαδρόμους ενός γηροκομείου. Κι εσύ συνεχώς έχεις την αίσθηση πως διαβάζεις «πραγματικότητα» κι όχι μυθιστορία και πως, όπως λέει ένας ακόμα ήρωας εδώ, περπατάμε στον παράδεισο χωρίς να ‘χουμε πεθάνει!
Συντεταγμένες: 27 διηγήματα, εκδόσεις Νεφέλη, 2005, σελ.150.
Πρώτη δημοσίευση σε : http://www.mic.gr/books.asp?id=14856
08
Φεβ.
08

Βλάντιμιρ Κάμινερ – Ρώσικη ντίσκο

Πλοκή: Η φήμη κυκλοφόρησε στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1990: Ο Χόνεκερ δέχεται Εβραίους από τη Σοβιετική Ένωση, ένα είδος επανόρθωσης για το ότι η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας ουδέποτε είχε συμμετάσχει στις γερμανικές αποζημιώσεις προς το Ισραήλ. Σύμφωνα με την επίσημη ανατολικογερμανική προπαγάνδα, βλέπεις, ανεξαιρέτως οι πάλαι ποτέ ναζί ζούσαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας…Δεν άργησε να βουίξει ο κόσμος· όλοι ήταν ενήμεροι – όλοι, πλην ίσως του ίδιου του Χόνεκερ…Νέοι καιροί είχαν ανατείλει. Το να είσαι Εβραίος ισοδυναμούσε πια με κάρτα ελευθέρας εισόδου για τον απέραντο κόσμο, με πρόσκληση για μια καινούργια αρχή.
Κι έτσι αρχίζει η περιπέτεια του Βλάντιμιρ. Μαζί με τον αγαπημένο του φίλο Μίσα παίρνουν το τρένο για Βερολίνο – βλέπετε, τον καιρό εκείνο οι Ρώσοι πραματευτές που είχαν βγει στη γύρα ήταν ακόμα λιγοστοί, κι έτσι το μισό τρένο ήταν γεμάτο από ρομαντικούς, σαν κι εμάς, που κυνηγούσαν την περιπέτεια. Συνταξιδεύουν με ένα γέρο καθηγητή που είχε κάνει τις μετρήσεις του εξωτερικού μεταλλικού περιβλήματος των ρωσικών Σπούτνικ και δεν είχε μείνει άνθρωπος που να μην του το ’χει πει και προλαβαίνουν να πιούν τη βότκα μάρκας Έχε Γειά. Βέβαια το μόνο ενθύμιο που μπόρεσαν να πάρουν από την Ρωσία (μια χλωμή μπάμπουσκα σε ένα φέρετρο) χάνεται μυστηριωδώς αλλά δεν πειράζει, μια νέα ζωή τους περιμένει και περιλαμβάνει, κυριολεκτικά, τα πάντα.
Τοπογραφικό: Η λίστα των τόπων διαμονής και διανυκτέρευσης των μεταναστών είναι συνήθως διψήφια. Πρώτα συγκεντρώνονται σε ένα κτίριο που χρησιμοποιούσε Στάζι ως κέντρο αναψυχής και αργότερα μοιράζονται, ο ένας στο κέντρο φιλοξενίας αλλοδαπών μαζί με βιετναμέζους κι ο δεύτερος σ’ ένα πρώην ανατολικογερμανικό στρατόπεδο μαζί με τσιγγάνους. Κάποτε φτάνουν στο Πρενστλάουερ Μπεργκ, μια περιοχή γεμάτη σπίτια που είχαν μείνει άδεια καθώς οι ντόπιοι έφευγαν σωρηδόν προς τη Δύση – ένας παράδεισος για τον μετανάστη! Ο κολλητός του επιλέγει ένα σπίτι χωρίς τουαλέτα αλλά με το ξακουστό RFT ανατολικογερμανικό στερεοφωνικό. Έτσι πραγματοποιείται το πρώτο βασικό μεταναστευτικό όνειρο: είκοσι πέντε ολόκληρα τετραγωνικά όλα δικά σου. Οι περισσότεροι νέοι ένοικοι του P.B. (που σύντομα το οργανωμένο γερμανικό κράτος τους επιτρέπει να κατοικούν στα διαμερίσματα έναντι μικρού ενοικίου!) είναι εικαστικοί καλλιτέχνες, μουσικοί ή ποιητές που ο Βλάντιμιρ ήδη γνώριζε από τη Μόσχα: αιωνίως μεταξύ σφυριού και δρεπανιού, λίγο κουρελήδες τώρα πια. Συναντιούνται στις κουζίνες του ενός ή του άλλου και λένε τις ανεξάντλητες ιστορίες τους.

Γοητεία: Υποκλίνομαι στις ζωτικές δυνάμεις του συγγραφέα. Με την έννοια ότι, όχι απλώς πολέμησε καθημερινά ώστε να φτιάξει μια ολοκαίνουργια ζωή σε δύσκολες συνθήκες, αλλά και μετέτρεψε την περιπέτεια της ζωής του σε γραφή. Ξεκίνησε με ελάχιστα υπάρχοντα, χωρίς να γνωρίζει ούτε λέξη από γερμανικά και έφτασε να επιβιώνει κάνοντας κάθε δημιουργική δουλειά που του άρεσε: γράψιμο σε εφημερίδες (όπου και μια στήλη με αξιοπερίεργα συμβάντα της Βερολινέζικης καθημερινότητας αλλά και εξιστόρηση της καθημερινότητας ενός μετανάστη στην ενοποιούμενη Γερμανία), αναγνώσεις βιβλίων, ραδιόφωνο.

Από την άλλη, δε μπορώ να μην αναγνωρίσω τον ίδιο τον ρόλο της πόλης του Βερολίνου και του οργανωμένου τουλάχιστο στον τομέα αυτό γερμανικού κράτους (χαρακτηριστική η περίπτωση του γραφείου που τον ρωτούσε τι θα του άρεσε να κάνει ως επάγγελμα). Αυτή η πόλη αποδεικνύεται εντελώς φιλική προς τον χρήστη: ακόμα και ο πατέρας του, κουρασμένος να καραδοκεί οπλισμένος μες το σπίτι του επίδοξους ληστές στην παρακμιακή Μόσχα, εντάχτηκε αμέσως στους Εκρηκτικούς Μπουρδολόγους, ένα καμπαρέ όπου άτομα τρίτης ηλικίας σχολιάζουν σε δικές τους παραστάσεις την πολιτική και την κοινωνική επικαιρότητα!

Όμως τα προβλήματα ενός μετανάστη δεν έχουν τελειωμό και ο συγγραφέας τα εξιστορεί με πικρό χιούμορ και χαμογελαστή διάθεση. Όταν θέλει να κατακεραυνώσει, το κάνει με τις πιο φωτεινές λέξεις. Στο τέλος ξέρει πως ναι μεν τα κατάφερε, αλλά συνεχώς θα βρίσκει μπροστά του νέες σουρεαλιστικές καταστάσεις. Μαζί με τους ημέτερούς του αγωνίζονται να «εξευρωπαϊστούν», να επιβιώσουν στήνοντας απίστευτες επιχειρήσεις, αναζητούν σεξουαλικές ή γαμήλιες συντρόφους (όπως ο πρώην σημαιοφόρος του ρωσικού στρατού που βάζει αγγελία «Χαδιάρης αρκούδος ζητά χαδιάρικο ποντικάκι») και αφορμές να γιορτάζουν οτιδήποτε. Και η δυσκολότερη απόφαση είναι αν θα πολιτογραφηθεί ή όχι Γερμανός.

Γραφιστικά: Το βιβλίο χωρίζεται σε πενήντα μικρά, τρισέλιδα ή τετρασέλιδα κεφάλαια. Το καθένα έχει το δικό του θέμα, κι όλα συναποτελούν τις ψηφίδες της νέας ζωής του Βλάντιμιρ. Γραμμένα με εύκολη και κουβεντιαστή αλλά καθόλου πρόχειρη γλώσσα διαβάζονται μονορούφι, όπως ακούς τις περιπέτειες και τις αστείες ιστορίες ενός αγαπημένου φίλου.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Μόσχα, 1967. Ηχολήπτης σε θέατρο και ραδιόφωνο, σπουδές δραματουργίας στη Μόσχα, μετανάστευση στο Ανατολικό Βερολίνο, όπως αναφέραμε, το 1990. Σήμερα ένας από τους πιο πλέον δημοφιλείς συγγραφείς της νέας γενιάς της ρώσικης και γερμανικής λογοτεχνίας. Ανάμεσα στα 12 βιβλία του (η Ρώσικη Ντίσκο ήταν το πρώτο) αξίζει να αναφερθούν τα Military music, ένας χιουμοριστικός επιτάφιος για την παλαιά Σοβιετική Ένωση, Legends and misconceptions of the 20th century: There was no sex in Socialism και I am not a Berliner: A travel guide for lazy tourists – τα δύο τελευταία με ευνόητο περιεχόμενο… Σήμερα έχει δική του ραδιοφωνική εκπομπή (Ο κόσμος του Βλάντιμιρ), τηλεοπτικό χρόνο, δικό του dance club και εξακολουθεί να ζει στο Prenzlauer Berg με την οικογένειά του. Θα τους ήθελα για γείτονες!

Μουσική: Και ποια είναι η Ρώσικη Ντίσκο; Το αποκορύφωμα των δραστηριοτήτων του Kaminer, που μαζί με τον Ουκρανό συνεργάτη του Yury Gurdzhi οργάνωσαν μαζί μια βραδιά στο Kaffee Burger για να γιορτάσουν την επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης με polka punk, klezmer ska και balalaika rock. Οι αρχικές βραδιές δεν πήγαιναν πάντα καλά και το μυστήριο ποτό Πούσκιν – Λάιτ δεν καταναλωνόταν, εφόσον οι περισσότεροι Ρώσοι τηρούσαν την παράδοση: έφερναν τα ποτά τους μαζί. Όμως με τον καιρό η εκδήλωση έγινε εβδομαδιαία και ιδιαίτερα αγαπητή στους κατοίκους της πόλης (πόσο μάλλον στους Ρώσους μετανάστες) και σήμερα έχει μόνιμη στέγη και κυκλοφορίες δίσκων όπως το Russendisko: Hits (2003), με συμμετοχές σχημάτων μεταναστευμένων στην Αμερική (Red Elvises ‘s Cosmonaut Petrov) ή το Άμστερνταμ αλλά κι όσων έμεινα πίσω, ονόματα όπως St Petersburg Ska-Jazz Review, διασκευές Kraftwerk (The Robots) και άλλα απερίγραπτα.

Αποσπάσματα:
Κάποια μέρα ιδιοκτήτης του σπιτιού εξαφανίστηκε κι άφησε τις γυναίκες μόνες. Το μπορντέλο έκλεισε. Μες την απόγνωσή της η Ντιάνα τηλεφώνησε στους δύο και μοναδικούς τακτικούς πελάτες της: πρώτα στο μάνατζερ ενός βερολινέζικου κλαμπ και μετά στον τεχνικό εξαερισμού… Αυτή τη φορά αποδέχτηκε την πρόταση γάμου. Ο τεχνικός εξαερισμού πήρε για μια βδομάδα αναρρωτική άδεια καθώς κι ένα δάνειο ύψους 5.000 μάρκων από τη Noris Bank. Στη συνέχεια, πήγαν μαζί στη Λευκορωσία, στο Γκοτσίκι, για να παντρευτούν. Εκεί ο Φρανκ ήρθε απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή αντιμέτωπος με τα άγρια λευκορωσικά έθιμα. Από το σταθμό ακόμα τους έκλεψαν τις αποσκευές τους. Οι παράνυφες κατηγόρησαν την Ντιάνα για εσχάτη προδοσία και της μαύρισαν το μάτι. Αλλά κι ο Φρανκ δέχτηκε επίθεση από κάτι ντόπιους, για πατριωτικούς επίσης λόγους. Μετά όμως έγιναν όλοι καλοί φίλοι. Ο γάμος έγινε στη μεγαλύτερη αίθουσα του χωριού, στο γυμναστήριο του δημοτικού σχολείο. Ο Φράνκ αγόρασε πέντε κιβώτια βότκα για τους άντρες και πέντε κιβώτια πορτό για τις γυναίκες. Το γλέντι κράτησε δύο μέρες και θα κράταγε κι άλλο, αν δε τα χάλαγε όλα ο πατέρας της Ντιάνας. Μεθυσμένος από την πολλή χαρά και τη βότκα πήγε να πάρει ένα μπανάκι στον ποταμό Γκοτσίκι – και δεν ξαναγύρισε… Χωρίς να το πολυκαταλάβουν, ο γάμος κατέληξε σε κηδεία. (σ. 62-63)

Και ιδού πόσο καλά γνωρίζει η Γερμανία να πουλάει την Ιστορία της:
Είδαμε όλα όσα έχει να επιδείξει η πολιτιστική πρωτεύουσα [Βαϊμάρη]: τα φρεσκοβαμμένα παραπήγματα και τους αναστηλωμένους φούρνους του Μπούχενβαλντ, τα είκοσι ένα σκονισμένα φέρετρα του Σίλερ και του Γκαίτε, τα οποία και έβλεπες έναντι 10 μάρκων, όπως επίσης και τα διάφορα σπίτια τους. Και επιπλέον, την προσωπική συλλογή έργων τέχνης του Χίτλερ, το αρχείο Νίτσε αλλά και το Μουσείο Μελισσοκομίας καθώς και μια επετειακή έκθεση για το κυνηγοσκυλο της Θουριγγίας. Πήχτρα ο τόπος από τουρίστες. Κάθε κεντράκι και «αίθουσα Γκαίτε», κάθε WC και αναμνηστική ταμπελίτσα. (σ. 101-102)

Επισκεπτήρια: www.russentext.de/kaminer, http://www.russendisko.de/.

Συντεταγμένες: Wladimir Kaminer, Russendisko, 2000. Στα ελληνικά: εκδόσεις Κέδρος, 2006, σελ. 184. Μετάφραση: Σοφία Μιχαηλίδου, Βασιλική Τραχάνη

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14810

08
Φεβ.
08

Μάλκολμ Μπράντμπερυ – Δόκτωρ Κριμινάλε

Η χώρα σας είναι τυχερή, οι ζωές σας απλές, δεν χρειάστηκε να υποφέρετε από την Ιστορία όπως εμείς (…) Ίσως δεν ξέρετε τι σημαίνει να βρίσκεσαι σ’ ένα κόσμο όπου η Ιστορία αλλάζει όλη την ώρα, όπου μια ιδέα ή μια πλευρά τη μια μέρα είναι σωστή και την άλλη λάθος, όπου κάθε επιλογή, κάθε σκέψη είναι ένα στοίχημα που μπορεί να το κερδίσεις ή να το χάσεις, όπου αυτό που είναι πατριωτικό τώρα είναι προδοσία αργότερα. (σ. 109)
Φάκελος φιλοξενούμενου: Τέκνο του Sheffield, Yorkshire (1932 – 2000), βασικός εκπρόσωπος του campus novel/ ακαδημαϊκού (ή πανεπιστημιακού) μυθιστορήματος, συγγραφέας προσιτών επιστημονικών βιβλίων (μεταξύ των οποίων τα περίφημα Phogey!, or how to have class in a classless society (1960), All dressed up and nowhere to go: The poor man’s guide to the affluent society (1962)) και θεατρικών έργων. Θεωρητικός της λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός δάσκαλος, κριτικός, τηλεοπτικός σεναριογράφος. Συν-εμπνευστής του πανεπιστημιακού προγράμματος δημιουργικής γραφής (1965), λίκνου μιας ολόκληρης γενιά νέων Άγγλων συγγραφέων και του New British writing (Ian McEwan, Kazuo Ishiguro κ.ά.).
Πλοκή: Ένας τυπικός δημοσιογράφος των 90ς προσπαθεί να ερευνήσει τη ζωή και τον μύθο του δόκτορα Κριμινάλε, ενός διάσημου φιλοσόφου και πολιτικού στοχαστή με αμφίβολο παρελθόν. Τον αναζητά λαχανιασμένος σε διάφορες ευρωπαϊκές κυρίως πόλεις όπου εκείνος συνεχώς τού διαφεύγει κυριολεκτικά και μεταφορικά, και περιπλανιέται στα παρασκήνια της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της Ευρώπης. Καθώς αυτή η μυστηριώδης προσωπικότητα υπάρχει μέσα από τα γραπτά της και τις αλλεπάλληλες ερμηνείες και διαδόσεις τους, αποτελεί ένα κείμενο που επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει για να κατανοήσει. Θα τα καταφέρει μέσα σε αυτόν το ρευστό κόσμο όπου τα ιδεολογικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών του αιώνα αποκαθηλώνονται και οι πάντες και τα πάντα συνδέονται και διαπλέκονται;
Ήρωες: Δύο διαφορετικοί κόσμοι αλώνουν την Ευρώπη σε ένα ιδιόμορφο κυνήγι. Ο φιλόσοφος είναι πανταχού παρών και πάντα εξαφανισμένος, δημιουργώντας σύγχυση γύρω από το πρόσωπό του: διανοητής ή αυτοκράτωρ; Έχει περάσει από τα ακαδημαϊκά γήπεδα των πανεπιστήμιων – μεγαθηρίων (Βερολίνο, Μόσχα και Χάρβαρντ), έχει αναιρέσει Μαρξ, Χάιντεγκερ και Αντόρνο, έχει φτάσει στην κορυφή της διανόησης. Ο δημοσιογράφος – λυσσαλέος κυνηγός των θεμάτων του, «νεοφώτιστος φιλελεύθερος ανθρωπιστής» όπως αυτοαποκαλείται, και σπουδαγμένος της αποδόμησης (απομυθοποιούσαμε, απομυστηριοποιούσαμε, αποκανονικοποιούσαμε, αποκωδικοποιούσαμε, απο-δοκιμάζαμε, απο-ανθρωπίζαμε) έχει τις δικές του εσωτερικές αντιφάσεις: φυσική περιέργεια και όρεξη να φτάσει στον πυρήνα των πραγμάτων αλλά και τη γνωστή δημοσιογραφική έπαρση. Τη μια νοιάζεται να φτιάξει το ντοκιμαντέρ του σύμφωνα με τους αμείλικτους τηλεοπτικούς κανόνες, την άλλη προβληματίζεται πώς να κινηθεί σε όλο το σύγχρονο χαοτικό μίγμα ανοχής, ανεκτικότητας, ηθικής αβεβαιότητας, παγκόσμιου άγχους και αποδομητικού σκεπτικισμού. Και όπως κάθε λογοτεχνικός ήρωας που σέβεται τον εαυτό του, βρίσκεται σε μπερδεμένη έως ελεεινή οικονομική και αισθηματική κατάσταση.
Γοητεία: Ποιες θεωρίες κυριάρχησαν στην ήπειρό μας τα έτη 1950 – 2000 και σε τι χρησιμεύουν πλέον; Ποιος παράγει τις ιδέες σήμερα και πώς διαδίδονται ή επιβάλλονται; Υπάρχει διαφορά στο μάρκετινγκ του πολιτισμού και των άλλων προϊόντων της αγοράς; Ποιοι γεμίζουν τα think tanks; Ποιος ο ρόλος των γκουρού της διανόησης και τι παραχωρήσεις χρειάζονται για να μπεις στο jet set της; Τι καθιστά κάποιον αναγνωρισμένη αυθεντία;
Είναι απίστευτο πόσα φύλλα ξεδιπλώνει ο συγγραφέας σε όλο αυτό το στοχαστικό διακειμενικό του ταξίδι, με ταχύτατη αφήγηση και εναλλαγή τόπων και προσώπων. Καθώς μεταπηδάει άνετα από το μυθιστόρημα του στενού ακαδημαϊκού κύκλου (ένα είδος που ποτέ δε συμπάθησα) σε ένα αμιγές μυθιστόρημα δρόμου ή μάλλον δρόμων και δη αστικών, νοιώθεις πως από μια άποψη πρωταγωνιστούν οι ίδιοι οι τόποι: Βιέννη, Βουδαπέστη, Βόρεια Ιταλία, Μπουένος Άιρες, Λωζάνη. Ο Μπράντμπερυ γίνεται ικανός ανθρωπογεωγράφος της Νέας Ευρώπης με τα πεσμένα τείχη και τις καταιγιστικές αλλαγές και της εποχής των πάντων και του τίποτε, όπου ο πολιτισμός γίνεται πολιτική και ιλουστρασιόν ανταλλάξιμο αγαθό.
Γραφιστικά: Τυπικά βρετανική γραφή στα καλύτερά της: ειρωνικά αφελής, φλεγματικά χιουμοριστική, με άνετη απεικόνιση της ατμόσφαιρας. Οι κριτικές ταμπέλες έγραψαν: «καυστική σάτιρα ιδεών». Ευτυχώς που πέρα από όλο αυτό το φαινομενικά βαρύ στοχαστικό οικοδόμημα υπάρχει άφθονο ερωτικό και αστυνομικό υλικό.
Γκράφιτι: Το μέλλον είναι απλώς αυτό που εφευρίσκουμε στο παρόν για να βάλουμε μια τάξη στο παρελθόν. // Μη ζείτε για το μέλλον, θα διαλέξετε απλώς λάθος φατρία και τους λάθος φίλους. // Είναι τόσο χάλια που θα ήμασταν τρελοί αν δε το προβάλαμε (για τηλεοπτική εμφάνιση). // Αν θέλετε, μπορείτε να καπνίσετε. Εδώ δεν είναι Δύση, είναι ελεύθερη χώρα. // Οι νέοι συχνά νοσταλγούν περισσότερο το παρελθόν που δεν έχουν ακόμα αποκτήσει.
Απoσπάσματα: Δεν ξέρετε ότι η φιλοσοφία έχει πεθάνει; Ούτε μια σκέψη δεν έχει απομείνει στον κόσμο. Εδώ τη σκότωσε ο μαρξισμός-λενινισμός, στη Δύση η αποδόμηση. Εμείς είχαμε υπερβολικά πολλή θεωρία της πραγματικότητας, εσείς δεν είχατε αρκετή. (σ. 146-147)
Δεν είναι αλήθεια ότι ζούμε όχι στους μοντέρνους αλλά στους μεταμοντέρνους καιρούς όπου κυριαρχεί ο πλουραλισμός των τεχνοτροπιών, η φόρμα ως παρωδία, η τέχνη ως παραπομπή, η εποχή της κουλτούρας ως διεθνούς έκθεσης; Στο Βερολίνο το τείχος του Χόνεκερ κατέρρεε και γινόταν έργο τέχνης, παντού η πολιτική και ο πολιτισμός γινόταν θέαμα. Έτσι λοιπόν, εκείνον τον Ιούλιο … μια σοπράνο διεθνούς φήμης τραγούδησε τη Μασσαλιώτιδα και στα Ηλύσια Πεδία Αιγύπτιες χορεύτριες της κοιλιάς περιστρέφονταν μαζί με χορευτές του limbo από την Καραϊβική, γκέι χόρευαν με λεσβίες, δομιστές φιλόσοφοι χοροπηδούσαν με φεμινίστριες κριτικούς, Ούγγροι σεκιουριτάδες λικνίζονταν σε τανγκό με Γάλλους ζητάδες, σε μια απέραντη ποικιλία εικόνων και στυλ και πολιτισμών και φύλων, ώστε τα πάντα ήταν τα πάντα και τίποτα ταυτοχρόνως. (σ. 128).
Επίγραμμα: Ένα απολαυστικό magical mystery tour σε μια Ευρώπη που κινείται επικίνδυνα προς άγνωστη κατεύθυνση, σηκώνοντας παράλληλα το αβάσταχτο βάρος των θριάμβων και των ντροπών της.
Μυθιστοριογραφία: Eating people is wrong/ Δεν κάνει να τρώμε ανθρώπους (1959), Stepping Westward (διηγήματα, 1965), The History Man/ Ο άνθρωπος Ιστορία (1975), Rates of Exchange/ Τιμές συναλλάγματος (1982), Why come to Slaka? (1986), Cuts (1987), Doctor Criminale/ Δόκτωρ Κριμινάλε (1992), To the Hermitage/ Στο δρόμο για το Ερμιτάζ (2000).
Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πόλις, μτφ. Τίνα Θέου, σ. 464 και δεκασέλιδες σημειώσεις.
Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
08
Φεβ.
08

Δημήτρης Καλοκύρης – Το χέρι του σημαιοφόρου

«Ευτυχώς που, τουλάχιστον, η μεταβλητότητα των γεγονότων παρέμεινε σταθερά.» (σ. 52).
Προσωπικό ημερολόγιο: Εδώ και κάποια χρόνια συναντώ το όνομά του συνεχώς μπροστά μου, όλως τυχαίως σε πράγματα που μου αρέσουν. Σε κορυφαίες μεταφράσεις, σχολιασμούς και εξωφυλλώματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Στα δύο λογοτεχνικά περιοδικά που αγάπησα περισσότερο, τον ανεπανάληπτο Χάρτη και το Τραμ (υπήρξε εκδότης και δημιουργός και των δύο, τις περιόδους 1982-1987 και 1971-1978 (πρώτη περίοδός του) αντίστοιχα). Ακόμα και σε ένα αισθητικότατο εξώφυλλο βιβλίου είμαι σχεδόν βέβαιος ότι δίπλα στα μακέτα άνω και κάτω τελεία θα είναι το όνομά του. To πανδοχείο επιλέγει να είναι ο πρώτος έλληνας φιλοξενούμενός του. Μέγιστη τιμή! (για εμάς εννοώ).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Ρεθύμνης (1948), σπούδαγμα Θεσσαλονίκης, επιβάτης Αθηνών. Υποπτεύομαι ότι έχει παραπάνω από μία ζωές, εφόσον γράφει και εκδίδει αναρίθμητες ποιητικές συλλογές (τα Φανταστικά Φουγάρα με έκαναν να ξαναδιαβάσω ποίηση), πεζογραφία [Ποικίλη ιστορία (1991), Μπεθ – Ένα αρχείο για τον Μπόρχες (1992), Φωτορομάντσο, (argumenta) Αθήνα (1993), Η ανακάλυψη της Ομηρικής και άλλες φαντασμαγορίες (διηγήσεις) (1995), ΕπέΚινα (1996), Τα ελιξήρια της φωνής τους (Ύψιλον, 1997), το Μουσείο των Αριθμών (2001)], μελέτες [Νεοελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά (από την Παλιγγενεσία στον Παλιμπαιδισμό) (1995), Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου- Νίκος Καββαδίας (1995)], παιδικά, ανθολογίες και αυτοανθολογήσεις, ασχολείται διακαώς με γραφικές τέχνες, επιμελείται εκδόσεις, μεταφράζει λογοτεχνίες και σχεδιάζει οτιδήποτε έχει εξώφυλλο (βιβλίο, δίσκο, περιοδικό), όψη (αφίσα, πρόγραμμα, ημερολόγιο) ή εμφάνιση (καλλιτεχνικές εκδόσεις), όλα κατακόρυφης ποιότητας. Εκτός των προαναφερθέντων στο «προσωπικό ημερολόγιο», διηύθυνε το περιοδικό Τέταρτο (1985-1987), κάποτε, και τις λογοτεχνικές εκδόσεις του Τραμ, τότε.

Ήρωες: Αναρίθμητα πρόσωπα που δεν θα μαρτυρήσω. Λάτρεψα όμως την αισχρότατη Αμαντίν και τη Ζωή Χαρισάμενη. Επίσης: βυσσινόμαυρα ημερολόγια και γιγαντιαία οχηματαγωγά, αποκόμματα, εισιτήρια και καιόμενοι τρούλοι, κατάλογοι εμπορικών επιμελητηρίων και επαρχιακά πρακτορεία τύπου, θηριώδη ζέπελιν που πετούν φωτισμένα τη νύχτα και τρομοκράτες – καταστροφείς αγαλμάτων. Γυναίκες που βάφονται προσεκτικά, αναζητώντας την γωνία προσπτώσεως της απόλυτης μεσημβρινής σκιάς και άντρες που μονομαχούν για ζητήματα βαθμολογίας της εγχώριας ρακής έναντι της εισαγόμενης βότκας. Ήρωες που καταλαβαίνουν ότι έχει φτάσει ο καιρός να ξεφύγουν από τη σελίδα τους και το προσπαθούν. Νύχτες που εξελίσσονται συχνά σε πανδαισία. Η Μοίρα που χτυπά το κουδούνι του σπιτιού και μπαίνει βιαστική, νευριασμένη και σε χαστουκίζει. Γυναίκες που ξυπνούν από κώματα και δηλώνουν πως νυστάζουν ή παραμένουν παρθένες σαν αφρικάνικο δάσος των αρχών του 19ου αιώνα.

Γοητεία: Προσπαθώ να φανταστώ τα συρτάρια του γραφείου του Δ.Κ. Εκεί που οι άλλοι έχουν μολύβια και χαρτοκόπτες, αυτός θα έχει λογοτεχνικά ευρήματα, λογικές και παράλογα, αφορισμούς και συνειρμούς, λίστες και καταλόγους, θρυμματισμένες εγκυκλοπαίδειες και λεξικά, μεταφορές και μετακομίσεις, μύθους, ιστορίες και Ιστορίες. Η γραφή γίνεται παίγνιο και τα πάντα λογοπαίγνιο. Μόνο που δεν αρκεί να είσαι συλλέκτης όλων αυτών. Κάτω από όλο αυτό το συναρπαστικό τσίρκο της γραφής του υπάρχουν τόσο όμορφες εικονογραφημένες ιστορίες (με άλλες επιμέρους ή ως μικρά υποσύνολα άλλων) και τέτοια πολύχρωμα πανοράματα ζωής που έχεις την αίσθηση πως πετάς με αερόστατο πάνω από εποχές, γεγονότα, καταστάσεις. Τα χρονικά άλματα είναι ιλιγγιώδη αλλά δεν σε πιάνει ναυτία, η ευφυής και φιλήδονη αναζήτηση της κατάλληλης λέξης είναι απολαυστική, οι ερωτικές πολιορκίες μετονομάζονται σε προσεγγίσεις ανοικτού πρωτοκόλλου και η ερωτική έλξη ως φύτευμα ανθισμένων λεμονιών στα φύλλα της ψυχής άκρη άκρη.

Τιμητής αλλά όχι μιμητής του Μπόρχες, του Εμπειρίκου, του Κάφκα, του Καλβίνο, και παλιμ-ψήστης πάντων των άξιων λογοτεχνών, ο Καλοκύρης είναι και ένας μαιτρ της παρωδίας. Σε παλαιότερό του κείμενο ο Ευγένιος Αρανίτσης αποκαλώντας τον μάλιστα τιμητικά δάσκαλό του γράφει πως «εκείνο που παρωδείται δεν είναι πλέον κάποιο κείμενο, ούτε η ζωή (δεν πρόκειται για σάτιρα), αλλά η ζωή ως κείμενο». Στο ίδιο κείμενο βλέπω πως έχω βάλει σε κύκλο τον χαρακτηρισμό «διασκεδαστική λογοτεχνία». Υιοθετώ τούτο τον ταιριαστό όρο: πράγματι είναι λογοτεχνία που σου προκαλεί εγκεφαλική ψυχαγωγία αλλά και την αίσθηση πως και ο ίδιος καταδιασκέδασε πλέκοντας όλα αυτά τα λεκτικά αραβουργήματα.

Γραφιστικά: Στην ίδια σελίδα που αναπτύσσεται το μυθιστόρημα, στο κάτω της πλαίσιο μπορεί να αναπτύσσεται μία παράλληλη γραφή, άλλων τόπων και προσώπων, σατανικώς όμως καθρεφτιζόμενη στην άνω της. Επίσης σε πλαϊνές στήλες λημματογραφούνται πρόσωπα και έννοιες, και προτείνονται συνταγές με καλλιγραφημένες γραμματοσειρές (κομμάτι για ανθολογία το Συνταγή για φιλήματα). Σχέδια, πορτραίτα, φωτογραφίες, ρητά, επιγράμματα, ένθετα κείμενα κι οτιδήποτε άλλο τέρπει μία καλλιτεχνική ψυχή βρίσκουν τον χώρο τους στις σελίδες της σημαιοφόρου χειρός.

Γκράφιτι: Η μόνο διαφορά ανάμεσα στο μύθο και στην Ιστορία είναι ότι η δεύτερη επικαλείται αληθοφανή ονόματα, ενώ ο πρώτος αληθοφανείς ιδέες. // Ανέκαθεν το επάγγελμα των θεών ήταν να προστατεύουν ανοήτους. // Η Ιστορία αποδείχτηκε βαμμένη, φιλοχρήματη κουκουλοφόρα.

Θα ήθελα ακόμη να τονίσω τα εξής:
1. Πάντα έψαχνα λογοτεχνικές σελίδες ακόλαστων ερωτικών περιγραφών για προσωπική ανθολόγηση. Εδώ δε δυσκολεύτηκα, βρήκα έτοιμο υλικό στην πρώτη κιόλας σελίδα.
2. Η σκηνή με εικονικές ναυμαχίες σε μία ήρεμη λίμνη, όπου οι αντίπαλοι, παίζοντας, αλληλοεκσφενδόνιζαν με καταπέλτες πορτοκάλια και ζουμερά λεμόνια από μεγάλες βάρκες προφανώς πρέπει άμεσα να γυριστεί από τον Ντούσαν Μακαβέγιεφ προτού την προλάβει ο Εμίρης Κουστουρίτσα – σε αυτόν ας δώσουμε τη σκηνή της εκφοράς που ακολουθείται από πλήθος περιστεριών που τάιζε ο νεκρός. Ενώ η αδιανόητη σύνδεση ενός απομακρυσμένου χωριού με την θάλασσα με δρόμο ανάμεσα στο τίποτα και στο κύμα, συνδέοντας τον αδρανή ελαιώνα με τις ακτές δικαιωματικά δίνεται στους αδελφούς Ταβιάνι.
3. Η Πέμπτη Ήπειρος, όπου «το 83.5 % των μονοθεϊστικών δημοκρατιών κατοικείται από υπερήφανους, πατριδολάγνους και θρησκομανείς δραπέτες της ευρωπαϊκής βιομηχανικής επανάστασης» ευτυχώς αποκλείεται να είμαστε εμείς. Ενώ ο λαός σκοτωμένων νικητών μάλλον είμαστε εμείς.
4. Κανείς ιστορικός δεν έγραψε πως στις πολιορκίες κάποιας πόλης ανέβαζαν νεαρές ιερόδουλες στα τείχη να χορεύουν ολόγυμνες για τη μαγική αποτροπή του εχθρού, με ικανοποιητικές, όπως φαίνεται, ένθεν και ένθεν, επιπτώσεις.
5. Αν οι εγκυκλοπαίδειες γράφονταν έτσι, θα γέμιζα το σπίτι μου.

Απόσπασμα: Θα αστειεύεστε.

Συντεταγμένες: Πλήρης τίτλος: Το χέρι του σημαιοφόρου. Χρονοδιάγραμμα με προσθήκη του απαγορευμένου κεφαλαίου 14. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006. Αναφέρεται ως το πρώτο μυθιστόρημα του. Εξώφυλλο μαντέψτε ποιος.

Υψικάμινη λογοτεχνία.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=13760
08
Φεβ.
08

Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες – Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας

Εκείνη η επίμονη αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης μου είχε κάνει ζημιά. Δεν ξέρω ποιος στο καλό μού έβαλε αυτή την ιδέα στο κεφάλι. Για να ζήσεις με εσωτερική γαλήνη πρέπει να είσαι ηλίθιος. Ή όχι; (σ. 52)
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννηση στην Κούβα (Ματάνσας, 1950). Η 26ετής δημοσιογραφική και εκφωνητική θητεία του στην κουβανέζικη ραδιοτηλεόραση διακόπηκε μετά από το ταξίδι του στη Βαρκελώνη για την προώθηση του βιβλίου αυτού (1998). Απολύθηκε χωρίς καμία εξήγηση, ενώ οι συνάδελφοί του στην τηλεόραση σταμάτησαν να τον χαιρετούν στο δρόμο και να αισθάνεται «ένα φάντασμα της Αβάνας». Έτσι η Βρόμικη τριλογία απαγορεύτηκε στη χώρα, ενώ το τελευταίο του Animal Tropical (κυκλοφορεί από τις ίδιες εκδόσεις με τίτλο Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα) μοσχοπουλάει και εκεί, αναγκάζοντάς μας να συμπεράνουμε πως οι ερωτικές μυθιστορίες ποτέ δεν ενοχλούσαν τους Κουβανούς, αρκεί να μην συνδυάζονται με πολιτικές αμφισβητήσεις του παραδείσου τους.
Χρονoγραφικό: 1994-1997, στην καρδιά της περιόδου οικονομικής κατάρρευσης της χώρας και κατακόρυφης πτώσης του βιοτικού επιπέδου των Κουβανών λόγω της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και της παύσης κάθε οικονομικής βοήθειας.
Ήρωες: Η πάντα ευπρόσδεκτη ταύτιση συγγραφέα-αφηγητή-ήρωα εδώ βρίσκει την κυριολεξία της. Αυτό είναι το πρώτο δυνατό χαρτί του Γκουτιέρες: η απόλυτη σύμπτωση ζωής και γραφής. Εξιστορεί αυτά που ζει και βιώνει αυτά που γράφει. Σε μια από τις φωτογραφίες εδώ τον βλέπουμε στο εσωτερικό μπαλκόνι του κτιρίου όπου κατοικεί, έναν χώρο όπου καμία αίσθηση δεν μένει παραπονεμένη: ακούει συνεχώς από παντού δυνατή μουσική ή πάσης φύσεως καυγάδες. Μυρίζει τη μόνιμη δυσωδία από κάτουρο, βρόμα και τα καθημερινά ξερατά ενός μέθυσου στον τέταρτο όροφο. Βλέπει καθημερινά αγνώστους να πηγαινοέρχονται, αν και όχι πάντα, εφόσον συχνά οι γείτονες κλέβουν τις λάμπες και το κτίριο σκοτεινιάζει. Αγγίζει τις ολοένα και περισσότερες (με κάθε νεροποντή της Καραϊβικής) ρωγμές στους τοίχους. Γύρω του, ένας τρίχρωμος πληθυσμός γεμάτος από: χινετέρας και χινετέρος (εκπορνευόμενες νέες και νέοι, τυπικά και ουσιαστικά αποδεκτοί από την κοινωνία λόγω της ανέχειας). Αναπολητές περασμένων μεγαλείων και παραιτημένους ένοικους των χαμόσπιτων, που κάθε πρωί μετράνε τις απώλειες από τις επιδρομές των αρουραίων. Θρησκόληπτους και μυστικιστές της διπλανής πόρτας. Επίδοξους σχεδια-στές (αυτοί που σχεδιάζουν να αποδράσουν με αυτοσχέδιες σχεδίες προς το Μαϊάμι). Ηδονοβλεψίες που κοντοστέκουν έξω από τις αυλές για να ακούσουν τα βογκητά των τελευταίων ηδονών που απέμειναν στους γηγενείς. Εθισμένους στο φτηνό ρούμι με γεύση πετρελαίου. Ηλικιωμένους που φυλάνε τα καλά τους ρούχα για την ημέρα που θα αλλάξουν όλα.
Πλοκή: Ο Πέδρο εξιστορεί πώς είναι να ζει κανείς σε αυτήν τη μυθική πλέον χώρα. Έχει μάθει να μην έχει την παραμικρή απαίτηση από αυτή τη ζωή. Ζει στο καλύτερο δυνατό σημείο του κόσμου: στην ταράτσα ενός παλιού οκταώροφου κτιρίου στην Μαλεκόν, την παραλιακή λεωφόρο της Αβάνας, και περιμένει το σούρουπο για να κοιτάξει τις δυο όψεις της πόλης (παλαιά – σύγχρονη), να αναπνεύσει την αρμύρα των παλιών σπιτιών, να κατεβάσει ρούμι όπως άλλοι πίνουμε νερό και να σκεφτεί με διαύγεια, πετώντας μακριά από τον εαυτό του, παρατηρώντας τον από μακριά. Μόνο που εδώ δεν έχουμε κανέναν εκκεντρικό υμνητή των γνωστών κλισέ (περιπλάνηση, έρωτες, ποτό, φιλοσοφίες), κάποιον που τα κάνει για να τα κάνει, μα επειδή έτσι έχει μάθει να ζει και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Tον ακολουθώ σε μία από τις περιπλανήσεις του. Περνάει από το σπίτι του σπουδαίου Κουβανού συγγραφέα Λεσάμα Λίμα που όμως είναι άγνωστος εκεί. «Α, ένας ηλικιωμένος χοντρός που ζούσε εδώ; Κυκλοφορούσε πάντα με κουστούμι και γραβάτι κι η γυναίκα του ήταν τρελή. Πούστης δεν ήταν αυτός;». Σταματάει σε μια πιτσαρία που δεν έχει πλέον καύσιμα ψησίματος. Ακούει τις βλαστήμιες των γυναικών από ένα σολάρ, καθώς καθαρίζουν για άλλη μια φορά τους διαδρόμους από τον ξεχειλισμένο βόθρο. Παρακολουθεί τη σύλληψη ενός πλανόδιου πωλητή κρέατος (για την ακρίβεια ανθρώπινου, από το νεκροτομείο) αλλά κι έναν αστυνομικό να βοηθά τέσσερις τύπους να δέσουν καλύτερα τη σχεδία της απόδρασης. Κοιμάται μεθυσμένος σε κάποιο παγκάκι και νοιώθει κάθε μισή ώρα κάποιον να τον ψαχουλεύει. Σκέφτεται τις ερωτικές του περιπλανήσεις και μονολογεί: έμαθα τόσα πολλά που ίσως κάποια μέρα να γράψω έναν Οδηγό Διαστροφής. Αυτός ο σεξουαλικά αχόρταγος και «φιλοσοφημένος» σεξιστής, λατρεύει ή χρησιμοποιεί τις γυναίκες για τους δικούς του λόγους. Αρνείται να συμβιβαστεί με τις μοναδικές τρεις ιδιότητες με τις οποίες μπορεί κανείς να επιβιώσει στην Αβάνα: τρελός, μεθυσμένος ή κοιμισμένος – αν και το δεύτερο το συζητάει. Συχνά αποχαιρετά τους δικούς του φίλους.
Σε μια από τις πιο γερές σκηνές αποχαιρετισμού, ο συγγραφέας βλέπει πως αυτή που φεύγει για την άλλη πλευρά είχε αφήσει ορισμένα αντικείμενα αξίας σκορπισμένα στο δωμάτιο.
-Θα τα αφήσεις όλα αυτά;
-Ναι. Είναι όλα άχρηστα.
-Μόνο άχρηστα δεν είναι. Οι λαστιχένιες σαγιονάρες, το σαμπουάν, το σαπούνι, το μπλοκ σημειώσεων, η ξυριστική μιας χρήσης. Εδώ όλα είναι χρήσιμα…
Λίγο αργότερα κάναμε την αποχαιρετιστήρια βόλτα στην Μαλεκόν. Μου είχε ήδη πει ότι την πονούσε πολύ να βλέπει όλο αυτό το πολιτικό θέατρο που παιζόταν προκειμένου να συγκαλυφθεί η εξαθλίωση. Καθίσαμε για λίγη ώρα να ακούσουμε τη θάλασσα. Εκείνη τη μύριζε. Εγώ όχι. …Έφυγα περπατώντας, κρατώντας τη σακούλα, προς το σπίτι μου. Αργά. (σ. 46-47)
Γκράφιτι: Ήταν άνθρωποι πολύ απελπισμένοι. Και ίσως γενναίοι ή αδαείς. Υποψιάζομαι ότι η γενναιότητα και η άγνοια πάνε χέρι χέρι. // Τίποτα δεν κρατάει για πάντα. // Ήμασταν πολύ νέοι τότε κι όταν είναι κανείς νέος σπαταλάει τα πάντα επειδή πιστεύει ότι τίποτα δεν πρόκειται να τελειώσει. Και πολύ καλά κάνει. Όπως και να ‘χει, όταν γεράσεις, πάλι δεν θα έχεις τίποτα, όσο κι αν έχεις κάνει οικονομία.
Γοητεία: Μιλήσαμε ήδη για τη σαγήνη της πρωτογενούς βιωματικής αφήγησης. Το δεύτερο δυνατό χαρτί του συγγραφέα είναι η προσωπική του καταβύθιση σε μια καθημερινή έως ωμή σεξουαλικότητα – όχι μόνο τη δική του αλλά και ενός ολόκληρου λαού. Δεν περιμέναμε φυσικά να φτάσουμε στο 2006 για να διαβάσουμε απροκάλυπτες σεξουαλικές σκηνές. Όμως, εκτός από τη δόση της αυθεντικότητας που υπάρχει κι εδώ, υπάρχει κάτι ακόμα: ο Πέδρο, κι ως φαίνεται η πλειονότητα των Κουβανών, κάνει σεξ όπως άλλοι λαοί αναπνέουν, τρώνε ή προσκυνάνε θεούς: αυτονόητα, βιωματικά και ανενδοίαστα. «Εμείς δεν είμαστε Αγγλοσάξονες, Γερμανοί ή Γάλλοι. Είμαστε Κουβανοί, και για μας το σεξ είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου… Το σεξ δεν είναι για ανθρώπους με αναστολές… είναι ανταλλαγή υγρών, ρευστών, σάλιου, ανάσας και δυνατών μυρουδιών, ούρων, σπέρματος, σκατών, ιδρώτα, μικροβίων, βακτηρίων. Αλλιώς δεν είναι. Εάν είναι μόνο τρυφερότητα κα αιθέρια πνευματικότητα, τότε περιορίζεται σε μια στείρα παρωδία του τι θα μπορούσε να είναι… Χρησιμοποιώ το σεξ στην αφήγησή μου μόνο ως δραματουργικό στοιχείο. Άλλοι συγγραφείς δολοφονούν τους ήρωές τους για να ανεβάσουν την ένταση. Εγώ τους βάζω να κάνουν έρωτα. Νομίζω πως είναι πολύ πιο ευχάριστο να χύνεις σπέρμα από το να χύνεις αίμα» (από συνομιλία του στο περιοδικό Highlights 17/2005).
Γραφιστικά: Μυθιστόρημα και διήγημα συγχέονται σε 3 μέρη με 20 ιστορίες το καθένα. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλος τρόπος να ειπωθούν όλα αυτά, πέρα από την άγρια, μινιμαλιστική και κοφτερή αφήγηση. Με απλά λόγια, λιτές περιγραφές και σκληρές ατάκες, χωρίς το παραμικρό στολίδι, χωρίς «λογοτεχνίζουσες» περιγραφές. Συχνές επαναλήψεις, λογική συνέπεια της προφορικότητας του λόγου. Τον ανεβοκατεβάζουν ως Μπουκόφσκι της Καραϊβικής ενώ ο ίδιος αναγνωρίζει περισσότερες οφειλές στους Τρούμαν Καπότε και Ρέιμοντ Κάρβερ. Μην ξεχνάμε και τον Χένρι Μίλερ, φίλτατε Πέδρο.
Απόσπασμα: Αλλά η σάρκα είναι ασθενής…Και υποθέτω σε όλους το ίδιο συμβαίνει με τις σάρκες τους, αλλά δεν αρέσει στους ανθρώπους να το συνειδητοποιούν, σε βαθμό που εφηύραν τις έννοιες της ηθικότητας και της ανηθικότητας. Μόνο που κανείς δεν ξέρει να προσδιορίσει πού ακριβώς βρίσκονται τα όρια που διαχωρίζουν τους ηθικούς από τους ανήθικους (σ. 74)
Η Τσίτσα πέρασε όλη τη νύχτα χεσμένη από το φόβο της, ακούγοντας έναν μεγάλο και γεροδεμένο αρουραίο να ψαχουλεύει ανάμεσα στα κατσαρολικά. Ο αρουραίος συμπεριφερόταν με θράσος, λες και ήταν στο σπίτι του. Ερχόταν από το υπόγειο, από έναν παλιό και σάπιο σωλήνα. Ανέβαινε οχτώ ορόφους μέσα στο σωλήνα μέχρι να βγει στο φως. Τότε πηδούσε στην ταράτσα του κτιρίου και ριχνόταν στην ανασκαφή των άφθονων σκουπιδιών ή έμπαινε σε κάποιο από τα δωμάτια. Συνολικά πρέπει να είναι γύρω στα πενήντα άτομα, αν όχι περισσότερα, στοιβαγμένα στα εφτά δωμάτια, τα οποία έχουν χτιστεί σιγά σιγά, σε διάστημα τριάντα χρόνων, στην ταράτσα. Αυτό εξασφαλίζει επαρκείς κρυψώνες και υπολείμματα φαγητού. … Στην πραγματικότητα, πίσω από εκείνο τον αθληταρά αρουραίο ανέβαιναν πολλοί ακόμη και τα βράδια γίνονταν οι άρχοντες της ταράτσας… Τελικά ξημέρωσε και η Τσίτσα σηκώθηκε να επιθεωρήσει τις απώλειες. Ο αρουραίος είχε ξεσκεπάσει την κατσαρόλα με τις πατάτες και τα φασόλια που είχαν περισσέψει. Το έφαγε σχεδόν όλο και, σαν να μην έφτανε αυτό, έχεσε και πάνω στο τραπέζι…Η Τσίτσα ήταν πάντα βρομιάρα και ατημέλητη αλλά αυτό πια πήγαινε πολύ. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Έβγαλε έξω την κατσαρόλα και την γέμισε νερό… (σ. 460-461)
Ίσως, για καλή μας τύχη, η νοσταλγία να μπορεί να μεταμορφωθεί από κάτι καταθλιπτικό και θλιβερό σε έναν μικρό σπινθήρα που θα μας εκτοξεύσει στο καινούργιο, που θα μας παραδώσει σε άλλη αγάπη, σε άλλη πόλη, σε άλλο χρόνο, που μπορεί να είναι καλύτερο ή χειρότερο, αλλά δεν έχει σημασία, θα είναι διαφορετικό. Κι αυτό είναι εκείνο που αναζητούμε όλοι καθημερινά: να μη σπαταλήσουμε τη ζωή μας μονάχοι … να απολαύσουμε το κομμάτι της γιορτής που μας αναλογεί. (σ. 77-78).
Συντεταγμένες: Pedro Juan Gutierrez, Trilogia sucia de la Habana, 2005. Στα ελληνικά: Μτφ.: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Μεταίχμιο, 2006. 485 σελ. συν άλλες 5 με σημειώσεις της μεταφράστριας.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.
08
Φεβ.
08

Μηνάς Βιντιάδης – Ο δράκος κόκορας

Κοιμόμαστε και βλέπω εφιάλτες με βιβλία που πετάνε σαν αερόστατα, θέλω να τα διαβάσω, θέλω να πετάξω, μα δεν τα φτάνω.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Αιγύπτου (1957, Πορτ Σάιντ), θρέμμα Κάσου, βίωμα Αθήνας. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα Τι είπα στην Κλαούντια (1996), Οι τρεις Μαρίες (1999) και Το δεξί Πόδι του Θεού (2003), τον θεατρικό μονόλογο Τάρτα ροδάκινο και διηγήματα σε διάφορες συλλογές. Στο προσωπικό του μπλόγκ (vintiadis.blogspot.com) συστήνεται ως συγγραφέας μυθοπλασιών και άλλων απωθημένων, προσθέτοντας : τα απωθημένα κυκλοφορούν (δυστυχώς) όπου κι εγώ. Δημοσιογράφος.

Προσωπικό ημερολόγιο:
Δηλώνω πιστός αναγνώστης διηγημάτων, όμως το είδος είναι από μόνο του δύσκολο και απαιτητικό: δεν αρκεί να εκφράσεις με λέξεις το επιλεγμένο γεγονός/εικόνα/σκέψη αλλά και να το κάνεις με τα λιγότερα δυνατά στον λιγότερο δυνατό χωροχρόνο. Κυρίως επειδή πρέπει να συμπυκνώσεις την ιστορία σου τονίζοντας τα καίρια στοιχεία και να βάλεις τον αναγνώστη ταχύτατα μες την ατμόσφαιρα που θέλεις. Αν αργήσεις, έχουν περάσει οι σελίδες κι έχει βρεθεί αμήχανος στο επόμενο. Έχω σταμπάρει τον Μ.Β. από παλαιότερα κομμάτια του και καταφέρνει ακριβώς αυτό: σε βάζει μέσα στις ιστορίες του – ενίοτε σου βουτάει το κεφάλι μέσα στο νερό τους. Τον θυμάμαι κυρίως από το Γούρι (που κυκλοφορεί ήδη και σε γερμανική συλλογή) και το Η Σβετλάνα και η Σταματία που ευτυχώς αναδημοσιεύεται εδώ.
Ήρωες: Οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί (και αξίζει!) να γίνει ο πρωταγωνιστής ενός απολαυστικού διηγήματος. Εδώ την τυχερή ομήγυρη αποτελούν ένας φετιχιστής ιατροδικαστής, ένας βοσκός που ερωτεύεται ένα μεταλλικό χελιδόνι, ένας ευαίσθητος πιτσιρικάς που ενηλικιώνεται βίαια, η κοπέλα του φούρνου, ένα πρόστυχο ζεύγος γερόντων, μια Ρωσίδα από τα Τρίκαλα, μια μαρμάρινη μούσα, ένας Άγιος Βασίλης αεροδρομίου, δύο απελπισμένοι μοιχευόμενοι, ένας μοναχικός εργένης που συμπαθεί με την πρώτη ματιά τις πρωταγωνίστριες ερωτικών ταινιών χωρίς να τις θέλει για το κρεβάτι του αλλά δίπλα του, να μείνουν μαζί του στο χωριό, να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά. Και πρώτος μεταξύ ίσων, ο Αρίσταρχος Φουντουκίδης! Όχι ο γνωστός δικέφαλος αλλά ο προϊστάμενος νησιωτικού αεροδρομίου και οι προσωπικές του ενασχολήσεις.

Γοητεία:
Με τον εξομολογητικό τόνο στο φουλ και την προσφιλή μας εναλλαγή μεταξύ σκληρότητας και τρυφερότητας ο Μ.Β. σκιτσάρει επιτυχώς προσωπικές στιγμές (που θα μπορούσαν ν’ ανήκουν στον καθένα), λεπτομέρειες της καθημερινότητας, μικρά και μεγάλα συμβάντα των ζωών μας. Ισορροπεί ανάμεσα σε σκέψεις και παρορμήσεις και, κυρίως, μεταξύ ελαφρότητας και βάρους. Κάποιες φορές γράφει με την σκέψη μικρού παιδιού, και καταλαβαίνετε τι κόντρες ευαισθησίας και σκληρότητας μπορεί να προκαλέσει αυτό. Εντοπίζει το καθημερινό, το παίρνει με χειρουργική λαβίδα, σε παίρνει από το χέρι και αρχίζει την διήγηση. Όπως οι φωτογράφοι έχει τα δικά του φίλτρα: το λυρικό, το κωμικοτραγικό, το παράδοξο. Εκτός από τις καθημερινές ιστορίες υπάρχουν και οι στιγμές που βγαίνεις από αυτό που πρέπει να είσαι, τότε δηλαδή που οι ψυχές αρχίζουν να πριονίζουν τα πήλινα πόδια των ενοχών και να καίνε τις χάρτινες τύψεις για ό, τι έχεις κάνει κι ό, τι ετοιμάζεσαι να κάνεις… Σε αντίθεση όμως με άπειρα διηγήματα που απλώς φωτογραφίζουν στιγμές και στιγμιοτυπούν καταστάσεις, οι ιστορίες του Βιντιάδη έχουν απρόοπτη εξέλιξη και αναπάντεχο τέλος. Συχνά σε κάνει να τρέχεις την ανάγνωση για να δεις την αντεστραμμένη εξέλιξη, που τις περισσότερες φορές δύσκολα μαντεύεται. Το διπλά απρόσμενο τέλος του Ξέρεις από φόβο; είναι χαρακτηριστικό. Τα παρελθοντικά τραύματα του παρελθόντος δεν θάβονται αλλά καίγονται με οινόπνευμα. Και μια εκδρομή Φαρμακευτικού Συλλόγου στην Αλεξανδρούπολη μπορεί να γίνει εξελιχθεί σε λιβιδική πλημμύρα (κομμάτι για ανθολογία ο συντονισμός της ερωτικής συνεύρεσης με τον αναβόσβημα του φάρου). Κορυφαία διηγήματα τα Πλασιέ με ασθενική μνήμη και Η τελευταία έκθεση με θέμα το Θεό. Και επιτέλους, επιτέλους ένα κείμενο για εκείνους που λατρεύουν τα δάχτυλα των γυναικείων ποδιών!
Γραφιστικά: Εδώ στο μόλο που τους κρυφοκοιτάζω… Εφόσον ο Μ.Β. διηγείται εξομολογούμενος, κάποτε επιθυμεί να μιλήσει και με τον αναγνώστη του. Θα διακόψει τον Δράκο κόκορα για να μας πει ότι ξέρει τι μπορεί να σκεφτόμαστε, ενώ λίγο πιο κάτω θα μας αποκαλύψει την διαφωνία συγγραφέα και αφηγητή της ιστορίας. Στο διακειμενικό του παιχνίδι μπαίνουν απρόσκλητοι ο ποιητής Γιάννης Υφαντής και οι Rolling Stones. Απλή γλώσσα, κουβεντιαστή γραφή, δημοσιογραφική γραφίδα.
Απόσπασμα: Λίγα μέτρα από μένα παραμονεύει μια αφορμή για να μελαγχολήσω. Μια εικόνα συνηθισμένη, πολλές φορές, σε βραχυκυκλώνει, μοιάζει σαν ένα κακομούτσουνο σήμερα να χωνεύει το αγαπημένο σου χθες. Άνθρωποι άγνωστοι, ξένοι, μορφές και σχήματα ασύνδετα, αδιάφορα, αιωρούνται σαν ξένα σωματίδια στο δικό σου πεδίο, σαν απρόσκλητοι κομπάρσοι τρυπώνουν στη σκηνή του δικού σου θεάτρου, της μνήμης σου, ρε γαμώτο, και αρχίζουν τους αυτοσχεδιασμούς, υπαγορεύοντάς σου αναμνήσεις. Εσύ ξέρεις πως μιλάνε μια δική τους γλώσσα, ότι αισθάνονται άλλα πράγματα, μα ένα αόρατο χέρι σε καθηλώνει για να δεις στα πρόσωπά τους εσένα κι αυτά που δε ζεις πια, πολλές φορές αυτά που έχασες οριστικά… Από τους εκατό περίπου υποψήφιους επιβάτες που συνωστίζονται στην αίθουσα αναμονής «νούμερο πέντε», αυτοί οι δύο άρπαξαν με το έτσι θέλω τους ρόλους των πρωταγωνιστών, έγιναν οι ιερείς της αταίριαστης με το χώρο και το χρόνο ηδονής, σε μια μικρή κοινωνία μισοκοιμισμένων πιστών. (σ. 145, 147)
Συντεταγμένες: 18 διηγήματα, τα 12 αναδημοσιεύσεις από λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά (Το Δέντρο, Η Λέξη, Εξώπολις), εφημερίδες, συλλογές διηγημάτων κλπ. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006, 148. σελ.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=13768
08
Φεβ.
08

Βίκτωρ Γεροφέγιεφ – Ο καλός Στάλιν

Ο Στάλιν περνούσε όλους τους Ρώσους για παιδιά και αυτοί ήταν πράγματι παιδιά.
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα και πτυχιούχος Μόσχας (1947 – φιλολογία), μελετητής του Ντοστογιέφσκι, εκδότης των έργων τού μέχρι πρότινος απαγορευμένου Nabokov, ένας από τους δυνατότερους συγγραφείς της μετακομμουνιστικής Ρωσίας και ίσως ο γνωστότερος στο εξωτερικό, με δωδεκάδα πολυμεταφρασμένων μυθιστορημάτων. Η κατακόρυφα ανοδική του πορεία συμπίπτει με την αντίστοιχη «πτώση» του πατέρα του και αυτός ακριβώς είναι ο μυθοπλαστικός πυρήνας του Καλού Στάλιν.
Πλοκή: Πώς ξεκίνησαν όλα; Το 1979 μια ομάδα νεαρών σοβιετικών λογοτεχνών (εκτός του Β.Ε. συμμετείχαν ακόμη οι Vassili Axionow, Andrei Bitov, Jevgeni Popov και Fasil Iskander) εξέδωσαν μια συλλογή διηγημάτων και ποιημάτων («Μητρόπολη»), αγνοώντας λογοκρισίες και κρατικούς ελέγχους και βγάζοντας τη γλώσσα στις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Τα καταιγιστικά γεγονότα που ακολούθησαν την αντίδραση του καθεστώτος (που περιγράφονται στην αρχή και το τέλος του βιβλίου) είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή πατέρα και γιου. Με τη μόνη διαφορά πως για τον Βίκτορ η στέρηση της θέσης του στην Ένωση Συγγραφέων (άρα και κάθε ενδεχόμενου έκδοσης των έργων του) διάρκεσε μονάχα λίγα χρόνια. Σήμερα είναι μια αναγνωρισμένη περσόνα που απολαμβάνει τη γραφή στα Die Zeit και New York Review of Books και διασκεδάζει με δική του εκπομπή σε ραδιόφωνο και τηλεόραση. Αντίθετα, για τον πατέρα, υψηλόβαθμο Σοβιετικό διπλωμάτη και πρώην επίσημο διερμηνέα του Στάλιν για τα γαλλικά, αυτό σήμαινε όχι απλώς την ανάκληση από τη θέση του ως πρέσβη αλλά και την πλήρη καταστροφή της διπλωματικής του καριέρας -σύντομα θα διοριζόταν υφυπουργός Εξωτερικών- εφόσον αρνήθηκε να αποκηρύξει το γιο του. Έτσι, το κοινωνικά και λογοτεχνικά αρχέγονο δίδυμο του κακού πατέρα και του καλού ηρωικού γιου αντιστρέφεται και ο Β.Ε. μυθιστορεί όλη την πορεία των γεγονότων, από την παιδική του ηλικία μέχρι την παράδοξη αυτή αντι-στροφή.
Τοπο/χρονογραφικό: Σοβιετική Ένωση, Παρίσι, Βαρσοβία, Ρωσία, 20ος αιώνας.
Αντιήρωες:Ο Βίτια μίλησε! φωνάζει η μαμά. – Θα καταντήσει αντιφρονών, κουνάει το κεφάλι του ο Αντρέι Μιχαήλοβιτς Αγκέντοφ, μελλοντικός βοηθός του Μπρέζνιεφ. (σ. 52).
Κάπως έτσι άρχιζε τις πρώτες του λέξεις ο μικρός Βίτια, προτού βυθιστεί σε μια προνομιούχο νεότητα (ένα κοινό σημείο με τον αγαπημένο του Ναμπόκοφ). Μια περίοδο χωρίς ιδιαίτερες έγνοιες αλλά με προσεκτική παρατήρηση του πατέρα του, που ανά πάσα στιγμή δεχτεί τηλεφώνημα μες τη νύχτα τρέχει στον «πατερούλη» τού Κρεμλίνου (απολαυστική η σκηνή όπου γλιστράει τρέχοντας στον καλογυαλισμένο διάδρομο του ανακτόρου, κατά τη συνεδρίαση κρύβει το ματωμένο του χέρι, αλλά ο Στάλιν το έχει ήδη εντοπίσει και ειδοποιεί με μυστικό κουμπί κάτω από το τραπέζι τον 24ωρης ετοιμότητας γιατρό!). Στην ουσία ο Βίκτορ καλοπερνούσε: έκανε διακοπές σε ντάτσα, είχε προσωπικές νταντάδες (που τον μύησαν στις θωπείες του γυναικείου σώματος, όπως περιγράφει σε μια σπαρταριστή σκηνή στα «μπάνια») και έζησε και στο Παρίσι ακολουθώντας τον πατέρα του – μια πόλη που δεν ήταν απλώς ο παράδεισος των μικρών πραγμάτων αλλά και ένας τόπος γνωριμιών με προσωπικότητες όπως ο Πικάσο, ο Αραγκόν, ο Υβ Μοντάν, η Σιμόν Σινιορέ. Έτσι, αυτός ο νεαρός ευνοούμενος του καθεστώτος δεν επαναστατεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Στην ουσία αφυπνίζεται σταδιακάκαι αναπόφευκτα, με μόνους οδηγούς τη λογική και την ορθή σκέψη. Του είναι αδύνατο να μην τις χρησιμοποιεί, μόνο που αυτές είναι κάτι άγνωστο στους υπόλοιπους. Ως ενήλικος πλέον θα σαρκάζει σε κάθε ευκαιρία την επιθυμία του ρωσικού λαού να έχει έναν καλό, αυστηρό «πατέρα» ή, κατά παράδοση, να θεωρεί τον ηγέτη του ως θεό. Σε πρόσφατη συνέντευξή του τονίζει πως με τον Πούτιν το βιολί συνεχίζεται. Ο άλλος αντιήρωας, ο πατέρας, αποτελεί ένα υπόδειγμα ψυχραιμίας και μοιρολατρίας, σε σημείο να συγχωρήσει με παροιμιώδη ευκολία το γιο του, αποδεχόμενος τη μοίρα του, όπως έκανε πάντα.
Το να είσαι ελεύθερος στην πιο γελοία χώρα του κόσμου είναι απαράμιλλα διασκεδαστικό. Σε άλλες χώρες ζούνε σοβαροί άνθρωποι, που φέρουν το βάρος των ευθυνών τους, σαν καλογεμισμένοι νεροκουβάδες, σε μας όμως ζούνε αστείοι, αμετάφραστοι σε άλλες γλώσσες μουζίκοι, κυράτσες, αστυνόμοι, διανοούμενοι, κολχόζνικοι, πρεζόνια, ηλίθιοι, προϊστάμενοι και άλλοι παρόμοιοι μαλάκες. Οι γελοίοι άνθρωποι δεν χρειάζονται ελευθερία … Όποια ιδιοφυή ιδέα και να επινόησε Ρώσος, πάντα ήταν ιδιοφυώς γελοία. Βάλθηκαν να στήσουν την Τρίτη Ρώμη, να αναστήσουν τους προγόνους τους, να χτίσουν τον κομμουνισμό. Και σε τι δεν πίστεψαν! Στον τσάρο, στους λευκούς αγγέλους, στην ιδέα της Ευρώπης, της Αμερικής, στην ορθοδοξία, στο ΝΚVD, στην οικουμενικότητα, στην οπστσίνα, στην επανάσταση, στην αποκλειστικότητα του έθνους τους – σε όλα και σε όλους πίστεψαν εκτός απ’ τους ίδιους τους εαυτούς τους. (σ. 14)
Εργαστήρι: Ο Γεροφέγιεφ στέκεται απέναντι σε κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και ευγενικής γραφής. Ανασύρει τα γεγονότα απευθείας από τη μνήμη του και τα περνάει αμέσως στο χαρτί. Μπορεί να πηγαίνει από το ένα θέμα στο άλλο, να αναπαριστά διαλόγους, να περιγράφει εικόνες, όλα υπό μορφή ενός προφορικού ημερολογίου. Παραδόξως αρνείται πως αυτοβιογραφείται και το χαρακτηρίζει ως απλό μυθιστόρημα.
Γοητεία: Η Ιστορία μένει διακριτικά στο πίσω μέρος της σκηνής, εισχωρώντας ύπουλα στην καθημερινότητα της οικογένειάς του – κι ίσως έτσι (ή σίγουρα και έτσι) θα πρέπει να μελετώνται οι σύγχρονες Ιστορίες. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξουμε ορισμένες απίστευτες ιστορίες του καθεστώτος: την καθαίρεση του Χρουστσόφ από τον Στάλιν λόγω έλλειψης δημοσίων αποχωρητηρίων, την επιμονή του τελευταίου να καλλιεργήσει λεμόνια ανθεκτικά στην παγωνιά («μια μεταφυσική απαίτηση, αντάξια ενός πρώην υποτρόφου ιεροδιδασκαλείου»), την ανεπιτυχή προσπάθεια του Μόλοτοφ να αλλοιώσει τα γραπτά του Έρενμπουργκ και το συναρπαστικό μεταξύ τους διάλογο, αλλά και τη σαδιστική συνήθεια του Μ. να συλλαμβάνει τις γυναίκες των ανωτέρων υπαλλήλων με επινοημένες κατηγορίες για να τον παρακαλούν απελπισμένοι και να τους απαντά να μη στενοχωριούνται, θα τους βρει άλλη γυναίκα! Νάτην η Ζεμζούτσινα τη μια μέρα να πίνει σαμπάνια στη δεξίωση του Κρεμλίνου με το βαθύ της ντεκολτέ …και την επόμενη στη Λουμπιάνκα να τεντώνει, γυμνή, τον ποπό της στον γιατρό της φυλακής (σ. 138).
Ο αντίλογος σε αυτό το καυστικό ρωσογράφημα αφορά το γεγονός ότι ο συγγραφέας πνέει τα μένεα κατά του καθεστώτος, έχοντας στο έπακρο ωφεληθεί από τα προνόμια που του παρείχε. Δεκτόν, αλλά ακόμα κι έτσι τον προτιμώ: ως έναν average αντιήρωα που δε διατείνεται στον σπουδαίο, αλλά διαλαλεί τις αδυναμίες του, τις φαυλότητές του, ακόμα και μια έλλειψη ηθικών αρχών. Που το μόνο που ψάχνει είναι να δώσει μια απάντηση πώς γίνεται και σήμερα ο Στάλιν παραμένει ο θετικότερος ήρωας των Ρώσων και ορισμένοι φιλούν ακόμα τις προτομές του, όπως βλέπω δίπλα. Τουλάχιστο φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά την αενάως ρευστή θέση μας μέσα στην Ιστορία: Ποιος είμαι εγώ που θα κρίνει τα σημεία του 20ου αιώνα; Ένας πυροβολισμός ή μια φουρνιά ακόμα στο Άουσβιτς και μπορεί και να μην υπήρχα. Οι αυτοθυσίες δεν μετράνε εκ των υστέρων. (σ. 72)
Απoσπάσματα: Οι σοσιαλρεαλιστές είχαν καταλάβει τη ρωσική ψυχή, το ανεξάντλητο απόθεμα ενθουσιασμού της, με το οποίο θα μπορούσε κανείς να κάνει τον γύρο του κόσμου σαράντα φορές. (σ. 129)
Ο μπαμπάς μου δεν αρρώσταινε ποτέ. Το να αρρωστήσεις στην γραμματεία του Μόλοτοφ θεωρούνταν ένα είδος διατάραξης της κομματικής πειθαρχίας και ο μπαμπάς ήταν πειθαρχημένος κομμουνιστής. – Ο πειθαρχημένος άνθρωπος, έλεγε ο Μόλοτοφ στους συνεργάτες του, δεν κρυολογεί ποτέ, γιατί διαχειρίζεται το ρουχισμό του και την συμπεριφορά του με υπεύθυνο τρόπο. Δεν πρόκειται ποτέ να κάτσει στο ρεύμα ή να βγει έξω στο κρύο χωρίς παλτό. (σ. 116)

Η απεριόριστη εξουσία μεθάει τον κόσμο. Η συναναστροφή με τον εξουσιαστή σημαίνει να είσαι ένας απ’ τους εκλεκτούς, να ανήκεις στην αφρόκρεμα της ιστορίας. Όταν σκέφτομαι λογικά, καταλαβαίνω ότι όλα αυτά τα δειλά κατακάθια, τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου που χαμογελάνε στον πατέρα, όλοι αυτοί οι Βοροσίλοφ, οι Καγκανόβιτς, οι Μπέρια δεν είναι παρά μια αγέλη λύκων που αν βρίσκονταν σε ένα ξέφωτο, στο φεγγαρόφωτο, μέσα στα χιόνια θα μπορούσαν να ξεσκίσουν τον πατέρα μου σε χίλια κομμάτια. Ακούω τα ουρλιαχτά τους.. Τι θα τους έκανα; Θα τους σκότωνα. Δεν έχω να πω τίποτα μαζί τους. Παρ’ όλα αυτά όμως λιώνω, νιώθω μια γλύκα. Είναι κάτι σαν οργασμική αυταπάτη. (σ. 120-121)

Συντεταγμένες: Viktor Erofeyev, Good Stalin, 2004. Ελληνική μετάφραση: Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, σ. 476, εκδ. Ποταμός 2004./Πρώτη δημοσίευση εδώ.
08
Φεβ.
08

Αναστάσης Βιστωνίτης – Λογοτεχνική γεωγραφία. Τόποι, πόλεις, άνθρωποι

Να πιστεύετε τους ποιητές της νεότερης εποχής μόνο όταν οι ίδιοι πιστεύουν στα ψέματά τους, σαν αυτόν τον δύσθυμο αρλεκίνο, τον αστρολόγο ανύπαρκτων αστερισμών, που έζησε και πέθανε μέσα στα γραπτά του, φοβερίζοντας τους ήρωες που ο ίδιος δημιούργησε ότι θα τους πάρει μαζί του στον τάφο (σ. 183, Λισαβόνα. Από τον Πεσόα στον Καμόενς).

Εισιτήριο: Στην λογοτεχνική αυτή γεωγραφία συγκεντρώνονται κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα (2004 – 2005). Ο συγγραφέας ήδη από την εισαγωγή μας κάνει φανερό σε ποιο είδος ταξιδιώτη ανήκει: του αρέσει να αφήνεται στην σύμπτωση, στην περιπέτεια του τυχαίου, δεν χρησιμοποιεί χάρτες ή οδηγούς, δεν προγραμματίζει τίποτα. Με αυτή την κίνηση από τον πραγματικό στον επινοημένο κόσμο και αντίστροφα επικεντρώνει στην αδιόρατη αλλά πλέον γοητευτική πλευρά των πόλεων: εκείνη των συγγραφέων και των έργων τους. Αν ο περιπατητής, ο πλάνης, αυτός που περνάει άσκοπα και αθόρυβα μέσα από τον αδιόρατο ιστό της πόλης, είναι εκείνος που μπορεί να οικειοποιηθεί τη λεπτομέρεια και το αφανές, τότε ο Βιστωνίτης γίνεται ο ιδανικότερος ξεναγός μας σε αυτή την πρωτότυπη χάρτινη περιπλάνηση.

Χαρτογράφηση: Πόλεις των συγγραφέων – σπλάχνων τους: το Βερολίνο του Μπρεχτ και του Ντέμπλιν, το Άμστερνταμ των Μούλις και Νοότεμποομ, το Παρίσι του Καμί και του Σαρτρ, το Λονδίνο της Γουλφ και του Ντίκενς, η Βαρσοβία του Σίνγκερ και του Λεμ, η Ρίγα του Αϊζεστάιν και του Μπερλίν, η Βιένη του Μπέρχαρντ και του Χάντκε, η Λισαβόνα του Πεσόα και του Καμόενς, η Κωνσταντινούπολη του Γιασάρ Κεμάλ, η Ζυρίχη του Ντίρενματ και του Μαξ Φρις, η Τεργέστη του Σβέβο και του Μάγκρις, η Βουδαπέστη του Λούκατς, η Ρώμη της Μοράντε, του Μοράβια και του Παζολίνι, το Βελιγράδι του Πάβιτς, το Μεξικό του Οκτάβιο Πας, το Όσλο του Χάμσουν, η Μόσχα του Τσέχοφ, η Πράγα του Κάφκα, του Χράμπαλ και του Κούντερα.

Αλλά και πόλεις των συγγραφέων – επισκεπτών τους: η Μαδρίτη του Κέσλερ, του Μαλρό, του Χεμινγουέι και του Όργουελ, το Σικάγο του Μπέλοου και του Ντράιζερ, η Βαρκελώνη του Γκαρσία Μάρκες και του Βάργκας Λιόσα, το Κάιρο του Γκρέιβς, η Βενετία του Μπρόντσκι και του Ώντεν, το Κογιοακάν του Τρότσκι και του Βικτόρ Σερζ, το Μεξικό του Κάλας και του Μάλκολμ Λόουρι, η Νέα Ορλεάνη του Φώκνερ και του Καπότε. Και, τέλος, πόλεις των κινημάτων: η Βαρκελώνη του μοντερνισμού και των πειραμάτων, η Ζυρίχη του νταντά και του Καμπαρέ Βολτέρ. Κι ακόμη, Δουβλίνο και Πάδοβα, Μόναχο και Βίλνιους, Κέιπ Τάουν και Μπαλί, Σίδνεϊ και Κογιοακάν, Πεκίνο και Γάνδη. Πόλεις μήτρες και πόλεις καταφύγια. Και η Πετρούπολη δεν ανήκει μόνο στον Ντοστογιέφσκι και στον Μπλοκ αλλά και στους κυνηγημένους Μαντελστάμ, Αχμάτοβα, Μπρόντσκι.

Γοητεία: Με τα μάτια του Βιστωνίτη βλέπω τις πλατείες της Λουμπλιάνα όπου δεσπόζουν όχι αγάλματα πολιτικών και στρατηγών αλλά ποιητών και πεζογράφων. Τον ακολουθώ καθώς αναζητά στην Τεργέστη τα εννιά σπίτι όπου έζησε κι εμπνεύστηκε τον Οδυσσέα ο Τζόις, καθόμαστε στο καφέ όπου σχεδόν ζούσε ο Σνίτσλερ και ψάχνουμε ματαίως στην Βοϊβοντίνα τα ίχνη των τόπων και των ανθρώπων που περιγράφει ο Ντανίλο Κις. Βιώνουμε την απόλυτη ησυχία ένα βράδυ στο Ελσίνκι, που αντιστρέφοντας τον Μπρόντσκι, θα έλεγες πως μπορούσες να ακούσεις τον ήχο ενός κουταλιού που πέφτει στην Πετρούπολη. Κι ένα βράδυ στο Κίεβο του 1983 αναζητούμε το σπίτι του Μπουλγκάκοφ, ο ταξιτζής μας αφήνει σε άλλο σημείο (δεν κατάλαβε ή έκανε πως δεν κατάλαβε) και κάποια στιγμή πίσω από τα βαριά κτίσματα και τις αφώτιστες εκκλησίες βλέπουμε σκηνές από τη ζωή του συγγραφέα. Ειδικά εκείνο το τηλεφώνημα που του έκανε νύχτα, όπως το συνήθιζε, ο Στάλιν απορώντας, δήθεν, για ποιο λόγο δεν κυκλοφορούν τα βιβλία του. Και καταφεύγουμε στο αλλοτινό άντρο ρομαντικών και κατασκόπων που λεγόταν Οδησσός, εκεί από όπου ξεκίνησε ο Καντίνσκι και ο Τρότσκι, εκεί όπου έζησαν ο Μπούνιν, ο Μπάμπελ, ο Κατάγιεφ.

Εικόνες, εικόνες… Ο Τόμας Μαν ξοδεύει ατέλειωτες ώρες στα νοσοκομεία του Μονάχου μελετώντας ακτινογραφίες φθισικών, για να είναι απόλυτα ακριβής στις συγκλονιστικές περιγραφές των ασθενών του Μαγικού βουνού. Ο Μίκα Βάλταρι επιστρέφει στο Ελσίνκι γράφοντας ανάμεσα σε νοσηλείες κατάθλιψης αμέτρητα ιστορικά μυθιστορήματα ως άλλοθι για να μιλήσει για τον εαυτό του και την κρίση της Ευρώπης. Ο Τολστόι γράφει επί δέκα χρόνια σε ένα χαμηλό τραπεζάκι με μικροσκοπική καρέκλα στην Γιασνάγια Παλιάνα το Πόλεμος και Ειρήνη, προτού ζήσει σαν πληβείος τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πεθάνει από πνευμονία λόγω βαριάς νεροποντής σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Η πνευματικά καθυστερημένη κόρη του Τζέιμς Τζόις αναρωτιέται, λίγο μετά την ταφή του πατέρα της «Τι κάνει ο ανόητος κάτω από το χώμα; Πότε θα αποφασίσει να βγει από εκεί μέσα;». Νεαροί μαύροι και Πορτορικανοί τα μεσημέρια πουλούν κοκαΐνη έξω από τη Γουόλ Στρητ στους εξουθενωμένους γιάπηδες του χρηματιστηρίου, στο κατά Ντον Ντελίλο σηματολόγιο του μεγάλου κοιμητηρίου που το λέμε 20ό αιώνα, τη Νέα Υόρκη.

Γκράφιτι: Τα τραύματα μιας εποχής καταντούν κουτσομπολιά του επόμενου αιώνα. // Πάνω στους τόπους και πάνω στα βιβλία και τα κείμενα βρίσκεται χαραγμένο το οικόσημο της φαντασίας. // Η ιστορία της εποχής μας γράφεται με σφαίρες (Τσου Εν Λάι). // Δεν υπάρχει χειρότερη εξορία από το σπίτι σου (Ούμπα Θάντο Μιτσιμκούλο) // Ο χρόνος μεταβάλλει τον τρόμο σε στατιστική.// Η ιστορία της αποικιοκρατίας γράφεται στα μπαρ των μεγάλων ξενοδοχείων (γκαρσόνι του μπαρ των συγγραφέων στη Σιγκαπούρη).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Κομοτηνή, 1952. Ποιητής, πεζογράφος (Φάσματα φθοράς (αφηγήματα), Πεκίνο (Το ρόδο και ο λωτός), Η κοίτη του χρόνου (Τόποι, πόλεις, άνθρωποι), Το τρένο της λογοτεχνίας), δοκιμιογράφος (Η κρίση και η καταστολή, Οι σημαίες του αναχρονισμού, Ex libris), μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας, αρθρογράφος και γραφιτέχνης. Πολιτικός συντάκτης και αρχισυντάκτης της καθημερινής ελληνοαμερικανικής εφημερίδας Πρωινή στη Νέα Υόρκη (1983-1988).

Αποσπάσματα:
Η φοβερότερη λέξη για το τίποτα είναι ισπανική: nada. Σαν μαύρη τρύπα στο διάστημα. Την είπε ο Γκόγια, λες και αποκάλυπτε το όνομα του δαίμονά του, πέρασε στην κεντρική Ευρώπη, έγινε ο εφιάλτης πρώτα του Κάφκα κι έπειτα του Μπροχ, κι έριξε τον Πάουλ Τσέλαν στο σκοτάδι του Σηκουάνα το 1970, την ημέρα των γενεθλίων του Χίτλερ. Να η εποχή των δολοφόνων χωρίς τον Ρεμπό. Nada. (σ. 180)

Αν «το λίκνο αιωρείται πάνω από την άβυσσο, τότε, όπως γράφει ο Μπρόντσκι στο Χρονικό μιας μετονομασμένης πόλης, «όταν σκέφτεσαι την Πετρούπολη, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το φανταστικό από το πραγματικό». Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση μιλάει ο αυτοεξόριστος, όμως η χειρότερη μορφή εξορίας είναι εκείνη που εκατό χρόνια νωρίτερα με παγερή απελπισία όρισε ο Γκόγκολ: εξορία σημαίνει να είσαι ξενος στην ίδια σου τη χώρα…
Αν δεν έχεις δει την Πετρούπολη, δύσκολα αντιλαμβάνεσαι το ρόλο που παίζει η τοπογραφία στα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι. Μόλις όμως κάνεις την πρώτη βόλτα στη λεωφόρο Νιέφσκι, ο Κιρίλοφ, ο Σταβρόγκιν, ο Ρασκόλνικοφ, ο Μαρμελαντόφ, όλοι οι ήρωες εκείνου του επιληπτικού άρχοντα και οργισμένου πληβείου, που τη μια στιγμή γονάτιζε συντετριμμένος μπροστά στα εικονίσματα και την αμέσως επόμενη ακουμπούσε στη ρουλέτα τα χρήματα που κέρδισε γράφοντας με φρενήρεις ρυθμούς τα αριστουργήματά του, περνούν από δίπλα σου ή κρύβονται στην είσοδο ενός απόμερου κτιρίου, για να μοιράσουν σε ίσα μερίδια το περιεχόμενο μιας μπουκάλας βότκα που μόλις αγόρασαν ρεφενέ… (σ. 53-54).

Επίγραμμα: Ο Βιστωνίτης ελπίζει ο αναγνώστης να έχει την ευχέρεια να συμπληρώσει ή να προεκτείνει τον δικό του περίπλου κατά βούληση, ακόμα και να τον αλλάξει. Πραγματικά, ο καθένας μας μπορεί και αξίζει να φτιάξει μια δική του, παρόμοια βίβλο γεωγραφίας, αυτής της «κατεξοχήν περιοχής της μνήμης». Αυτό το πολύτιμο τομάκι, που χωράει σε μια τσέπη, γίνεται το ιδανικότερο διαβατήριο – εγχειρίδιο για να μάθουμε να βλέπουμε ταξιδεύοντας. Εδώ το μότο του Πολ Μοράν ταιριάζει όσο ποτέ: Όλες αυτές οι Λάικα, οι Τσάις – δεν έχουν πια μάτια οι άνθρωποι;

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007, σ. 256. Περιλαμβάνεται το ποίημά του Adagio (από την συλλογή Ο ήλιος στην τάφρο).

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Στις φωτογραφίες: Ντανίλο Κις, Τόμας Μαν, Γιόζεφ Μπρόντσκι (Λένινγκραντ, 1964) και ο συγγραφέας.
08
Φεβ.
08

Ρις Χιούζ – Νέα Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας

Αν κάποιες από τις φουσκωμένες ιστορίες που λέγονται γι’ αυτόν είναι αληθινές, τότε ήταν αρκετά πλούσιος για να αγοράσει κάθε ιστορικό της ατιμίας…

Προσωπικό ημερολόγιο: Η Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Historia universal de la infamia) (1935) αποτελεί ένα από τα απολαυστικότερα βιβλία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Το διάβασα πριν αρκετά χρόνια και με στοίχειωσαν καιρό οι απίστευτες ιστορίες που μαεστρικά ενορχήστρωνε ο καλλιγράφος συγγραφέας του. Επρόκειτο για επτά κείμενα αρχικώς δημοσιευμένα σε εφημερίδα της εποχής που λογοτεχνούσαν τη ζωή και τις αδιανόητες πράξεις επτά σπανίων ατίμων. Το βιβλίο εκείνο συμπληρωνόταν με ένα κλασικό διήγημα του συγγραφέα συν οκτώ μικρότερα κομμάτια που αποδίδονταν είτε ψεύτικα σε υπαρκτούς συγγραφείς, είτε ορθά σε ανύπαρκτους, σύμφωνα με την προσφιλή τακτική του ΧΛΜ να μας δουλεύει κανονικώς και με την πένα.

Πλοκή: 71 χρόνια μετά, ο Rhys Hughes διατυπώνει την επιθυμία του, να ψυχαγωγήσει, όπως λέει, το φάντασμα του Μπόρχες περισσότερο από ποτέ. Επιλέγει άλλους 7 διαβόητους «τελευταίους» της κοινωνίας και τους εικονογραφεί με άψογη λογοτεχνικότητα. Ταυτόχρονα, αντικαθρεφτίζοντας το βιβλίο εκείνο προσθέτει μια παρωδία του διηγήματος και άλλα οκτώ κομμάτια ακριβώς στο κλίμα και το πνεύμα του. Αν τον είχα μπροστά μου θα τον ρωτούσα πώς φαντάζεται να αντιδρούσε ο ίδιος ο Μπόρχες σε αυτόν τον φόρο τιμής. Με πρόλαβε μια πορτογαλική εφημερίδα και της απάντησε: υποψιάζομαι δεν θα τον ενέκρινε. Αλλά εφόσον, προσθέτει, ο ίδιος στο «διήγημά» του Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ προεικάζει κάθε νοητό κείμενο, θεωρεί πως έχει ήδη συνεργαστεί με κάθε συγγραφέα που αποπειράται να τον μιμηθεί.

Οι Έλληνες αναγνώστες της εν λόγω έκδοσης είμαστε προνομιούχοι για 2 πρόσθετους λόγους: α) Μεταφραστής ανέλαβε ο Αχιλλέας Κυριακίδης, κατεξοχήν μπορχεσιανός μεταφραστής και επιδέξιος χειριστής γλωσσών και γλωσσών. Ο Α.Κ. στον πρόλογό του παραδέχεται ευθέως πόσο τον ταλαιπώρησε η γραφή του συγγραφέα, πόσο χάρηκε που τουλάχιστον δεν είναι ανύπαρκτος συγγραφέας (εδώ που φτάσαμε…) και πως φρόντισε να τον βρει προσωπικά ώστε να βγει τούτο το αποτέλεσμα, προς δόξα του ιλίγγου που χαρίζει καμιά φορά η λογοτεχνία.

β) Ο συγγραφέας δηλώνει στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισαγωγή πως η αγάπη του για τον ίδιο τον Μπόρχες τον οδήγησε στις επιρροές του μεγάλου Αργεντινού, συνεπώς στα βάθη ελληνικών γραμματειών και ομηρικών ηπείρων. Μας διαβεβαιώνει: Δεν υπάρχει καμία άλλη γλώσσα στην οποία ήθελα περισσότερο να μεταφραστώ. Και έμπρακτα το αποδεικνύει, γράφοντας ένα κομμάτι εδώ αποκλειστικά για εμάς, το Σχήματα αεί Κρήτες.

Ήρωες: Σκλάβοι του κινδύνου και της μανίας, ακραιφνείς θρησκευόμενοι που σφάζουν ανθρώπους, πιστεύοντας πως εφόσον εκείνοι αδυνατούσαν να προστατευτούν, αυτό σήμαινε πως ήταν αδύναμοι κι είχαν κακό κάρμα (άρα με το θάνατό τους βελτίωναν τη θέση τους στην κοσμική κλίμακα!). Ιερείς του Βόρνεο που είναι τόσο πλούσιοι, ώστε ο παράδεισος στον οποίο πίστευαν, ήταν ένας τόπος σκληρής φτώχειας και επίμοχθης εργασίας. Σιαμαίοι που κάποτε γίνονται θύματα μιας αμοιβαίας ληστείας (!). Μέγιστοι άτιμοι που ποτέ δεν αφήνουν τις αντιφάσεις και τις αδυνατότητες να τους προβληματίσουν και άλλοι που πρέπει διαρκώς να φυλάσσουν τα νώτα τους: Μετά το ηλιοβασίλεμα, κάτι φανάρια στερεωμένα σε μακριά κοντάρια που τα κρατούσαν άνθρωποι ανεβασμένοι σε ξυλοπόδαρα, τρεμόπαιζαν πάνω στα στάσιμα νερά. Τον έψαχναν κυνηγοί επικηρυγμένων. Μέσα σ’ ένα μήνα, είχε μαζέψει τόσα φαναράκια, που θα μπορούσε ν’ ανοίξει μαγαζί.

Γραφιστικά: Ο συγγραφέας σε βάζει στην κάθε ιστορία αργά και βασανιστικά. Με διακεκριμένες μεταξύ τους παραγράφους, με εισαγωγή στο «έγκλημα» του καθενός, με αναφορές στους καλύτερους του είδους. Το τιμώμενο πρόσωπο μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στο μέσο του κομματιού. Άλλο γοητευτικό στοιχείο στη γραφή του είναι πως εκεί που μέσα σε 2 παραγράφους σε βάζει σε μια θαυμαστή ατμόσφαιρα, αμέσως μετά την ανασκευάζει αμέσως. Θα ξεκινήσει παραπλανητικά υπερτονίζοντας κλισέ και τετριμμένα ή με συναρπαστικές περιγραφές που απλά δεν θα ισχύουν, εφόσον θα τις διαλύσει λίγο μετά λέγοντας: Η αλήθεια είναι πιο ήπια και πιο πειστική. (!)

Γοητεία: Αν μία εκ των τεχνών του λόγου είναι να σε κάνει να συμπάσχεις με τον οποιονδήποτε ήρωά του, τότε εδώ συμπαρασυρόμαστε στο πλευρό των καθαρμάτων. Κυρίως ένοιωσα να συμπάσχω με τον διαβόητο ληστή των ταξιδιωτών, που του δόθηκε Βασιλική Χάρις υπό τον όρο να γράψει μια διατριβή με συμβουλές προς τους ταξιδιώτες πώς ν’ αποφεύγουν να ληστεύονται στο δρόμο… Το βιβλίο έκανε καλές πωλήσεις… Είμαι μαζί τους ακόμα κι όταν παραφρονούν, όπως ο Τέρπιν, που συνελήφθη με την κατηγορία ότι είχε κλέψει μια πέρδικα κι είχε προσπαθήσει να βράσει πάνω της μια κατσαρόλα… Κοιμήθηκε καθ’ όλη σχεδόν την εκτέλεση, κι όταν ξύπνησε ίσα που πρόλαβε να πηδήξει απ’ το ικρίωμα για να σπάσει το σβέρκο του και ν’ αποφύγει τον αργό στραγγαλισμό. …Τον άκουγαν να ροχαλίζει δυνατά καθώς ο όχλος τον τραβούσε από τα πόδια για να επισπεύσει το τέλος του. Είχε ξανακοιμηθεί. Συγχρόνως ταξιδεύουμε σε τόπους που ορισμένες φορές έχεις την εντύπωση πως οι ίδιοι βλασταίνουν τέτοιες παράνομες φυσιογνωμίες. Από τους σάπιους δρόμους της Μογγολίας μέχρι τα χαμηλά σπίτια του Μαρακαΐμπο κι από τους φοβερούς ορίζοντες της τυραννισμένης Παραγουάης σε βασίλεια του Θιβέτ που δωροδοκούν εξερευνητές και χαρτογράφους για να παραμείνουν μυστικά και άλλες βρόμικες πόλεις όπου το βασικότερο εξάρτημα καθημερινής ένδυσης είναι ένας σιδερένιος λοστός. Ο θαυμαστός κόσμος των μούτρων δεν έχει τελειωμό. Ο Hughes πραγματοποιεί το δύσκολο: συνδιαλέγεται ως ισάξιος συνομιλητής με το φάντασμα της επιρροής του. Τρία από τα Borgesiana του Hughes, Η πόλη των σκαρδαμυγμών (στην οποία ακόμα και η πιο τέλεια ελεγχόμενη κατάσταση μπορεί να διαλυθεί με έναν τυχαίο σκαρδαμυγμό της Ιστορίας), το αριστουργηματικό Βαθμοί Συνάφειας και το ασύλληπτο Ο Μινώταυρος στην Παμπλόνα θα στοιχημάτιζα πως είναι του μεγάλου Αργεντινού!

Απόσπασμα: Πριν προλάβουν οι ληστές να του ζητήσουν χρήματα, αυτός προσφέρθηκε ν’ αγοράσει τα όπλα με τα οποία τον σημάδευαν στο κεφάλι. Εκείνοι, εκτιμώντας την ευστροφία του, δέχτηκαν… Καθώς περιδιάβαζε τους δρόμους ψάχνοντας για ξενοδοχείο, έπεσε πάνω του ένας μεθυσμένος που είχε βγει τρεκλίζοντας από ένα μπαρ, κι έκανε κάτι ακατανόητα σχόλια αποδοκιμασίας για το μούσι του. Ο Μπάζιλ τον αγνόησε και συνέχισε να περπατάει αλλά, εκείνο το ίδιο βράδυ, τρεις άνδρες μπήκαν απ’ το παράθυρο του ξενοδοχείου του και τον απείλησαν με πιστόλια. Τους είχε προσλάβει ο μεθυσμένος για να σκοτώσουν τον ξένο με την ενοχλητική τριχοφυΐα. Ο ψύχραιμος Μπάζιλ τους επισήμανε πως εφτά δολάρια δια του τρία δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, και προσφέρθηκε να τους πληρώσει εκατό φορές παραπάνω αν αλληλοσκοτώνονταν. Το δωμάτιο αντήχησε με πυροβολισμούς. Το επόμενο πρωί ο Μπάζιλ συνάντησε τυχαία τον μεθυσμένο και τον κέρασε ένα ποτό ως ένδειξη απειλής, καλής θέλησης ή θράσους. Μέχρι να επιστρέψει στο ξενοδοχείο, η καμαριέρα είχε καθαρίσει το πηχτό αίμα, είχε εξαφανίσει τα πτώματα και είχε καλύψει τις τρύπες απ’ τις σφαίρες στους τοίχους με πίνακες ζωγραφικής της κακιάς ώρας. (σ. 72-73)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Cardiff Ουαλίας (1966). Άλλα έργα του: Worming the Harpy, Eyeliliad, The Smell of Telescopes, Stories from a Lost Anthology, Nowhere Near Milkwood, At the Molehills of Madness. Διακρίνω ανελέητη παρώδηση τίτλων και έργων.

Συντεταγμένες: New Universal History of Infamy, 2006. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2007. Μτφ.: Αχιλλέας Κυριακίδης. Με εντελώς απαραίτητες σημειώσεις του μεταφραστή. Τελευταίο σχόλιο για συγγραφέα και μεταφραστή: Εξοχότατο, εξοχότατοι.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.
07
Φεβ.
08

Γιάσπερ Φορντ – Η υπόθεση Τζέιν Έιρ

Ο ψυχρός αέρας άρχιζε να ζεσταίνει όσο το μονοπάτι εξαφανιζόταν – το άλογο, ο αναβάτης, η νεαρή γυναίκα και ο σκύλος επέστρεφαν στις σελίδες του βιβλίου απ’ όπου είχαν ξεπηδήσει. (σ. 90)
Ευσεβείς πόθοι: Θα σας άρεσε να μπορούσατε να εισχωρήσετε στις σελίδες κάποιου αγαπημένου σας λογοτεχνικού έργου; Να συνομιλήσετε με τους ήρωες ή ακόμα και να αρπάξετε κάποιον από αυτούς για λίγο στο δικό σας κόσμο; Να αλλάξετε την πλοκή ή και να συμμετάσχετε σε αυτήν; Θα το ξανασκεφτόσασταν αν υπήρχε ο άμεσος κίνδυνος να παγιδευτείτε για πάντα στις σελίδες του; Δεν είναι εξαιρετικά πρωτότυπη ιδέα για μυθιστόρημα; Και σε ποιο λογοτεχνικό είδος θα το κατατάσσαμε;

Πλοκή: Η υπόθεση Τζέιν Έιρ είναι το πρώτο στη σειρά μυθιστορημάτων με ηρωίδα την αξιότιμη ντετέκτιβ Επόμενη Πέμπτη. Εκείνη ζει σε μια εποχή όπου οι κλωνοποιήσεις κατοικίδιων είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς, η Ουαλία ανήκει στη Σοβιετική Δημοκρατία κι ένας Ρωσοβρετανικός πόλεμος διαρκεί παραπάνω από έναν αιώνα. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι, από την άλλη, έχουν εκλείψει χάρη στην ύπαρξη της Παγκόσμιας Κοινής Θεότητας, ενός μίγματος από όλες τις θρησκείες. Και μετά αρχίζουν τα ωραία: σε αυτόν τον κόσμο βασιλεύει η λογοτεχνία και τα κάθε είδους κείμενα αποτελούν το θέμα καθημερινών συζητήσεων και αντεγκλήσεων. Φανταστείτε δηλαδή μια πραγματικότητα όπου κάθε κλασικό έργο αποτελεί κομμάτι της μαζικής κουλτούρας κι όπου οι άνθρωποι φιλονικούν π.χ. σχετικά με την πατρότητα των έργων του Σαίξπηρ, χωρισμένοι σε Σαιξπηρικούς, Νέους Μαρλόβιους και Μπεϊκόνιους!

Την ίδια στιγμή αλλεπάλληλα θεατρικά έργα παρακολουθούνται από ενθουσιώδες κοινό που συμμετέχει διαδραστικά και εορτάζονται επέτειοι για τη νομιμοποίηση του σουρεαλισμού, ενώ οι Ραφαηλίτες ετοιμάζουν την επόμενή τους κίνηση. Παράλληλα, συνηθίζεται το φαινόμενο να υιοθετούνται ονόματα συγγραφέων και ηρώων και να έχουμε περιστατικά σε παμπ όπου ο θύτης, το θύμα, ο μάρτυρας, ο ιδιοκτήτης, ο αστυφύλακας και ο δικαστής ονομάζονταν όλοι Άλφρεντ Τένυσον… (σ. 133). Όπως είναι φυσικό, ακόμα και αυτός ο εναλλακτικός κόσμος θα έχει τους παράνομους και τους «κακούς» του. Σωστά τους μαντέψατε: είναι οι λογοκλόποι, οι πλαστογράφοι λογοτεχνικών κειμένων, οι κλέφτες των πρωτοτύπων, οι εξπρεσιονιστές (απαγορευμένοι εκ νόμου).

Χρονο/τοπογραφικό: 1985. Αν στην πορεία σας διαφύγει, θυμηθείτε το σημαδιακό έτος του Orwell + 1. Λονδίνο, Σουίντον, επαρχιακά αεροδρόμια με αυτόματα μηχανήματα που με το κατάλληλο κέρμα απαγγέλουν Σαίξπηρ, το εγκαταλειμμένο καφέ «Κοράκι» της οδού Μοργκ.

Ηρωίδα/ήρωες: Εδώ λοιπόν εισέρχεται η ηρωίδα μας: η Επόμενη Πέμπτη του ειδικού τμήματος λογοτεχνικών ντετέκτιβ SO-27, μια ικανή εξιχνιάστρια λογοτεχνικών εγκλημάτωνκαι ένα καταμορφωμένο μοναχικό κορίτσι που συνδυάζει ρομαντισμό και θάρρος. Διακριτικός βοηθός της ο Θείος Mycroft, ένας μεταμοντέρνος Κύρος Γρανάζης με εξωφρενικές εφευρέσεις, η κυριότερη από τις οποίες είναι η Πύλη Πρόζας: μια πόρτα μέσω της οποίας μπορείς να μπαινοβγαίνεις σε όποιο βιβλίο θες ή τραβάς όποιον θέλεις έξω από αυτό!

Ενσαρκωτής της παρανομίας είναι ο πρώην καθηγητής λογοτεχνίας Αχέρων Άδης (πιθανώς ένα σχόλιο για το μορφωτικό επίπεδο των μελλοντικών τρομοκρατών;). Ο Α.Α. έχει ήδη σκοτώσει, ο άθλιος, τον κύριο Quaverley, δευτερεύοντα χαρακτήρα του Martin Chuzzlewit του Charles Dickens και ετοιμάζεται να απαγάγει την Τζέιν Εϊρ εισχωρώντας στο πρωτότυπο της Σάρλοτ Μπροντέ και εξαφανίζοντάς την από κάθε αντίτυπο. Όπως καταλαβαίνετε, δεν κινδυνεύει απλώς η διαχρονική δεσποινίς αλλά και η ίδια η κλασική λογοτεχνία.

Γύρω τους κινούνται ελάσσονες χαρακτήρες: άτυχοι εφευρέτες που φτιάχνοντας μηχάνημα που χρησιμοποιεί ασπράδια αυγών γίνονται κατά λάθος μαρέγκα. Χρονοφύλακες που ξεφορτώνονται εξήντα χρόνια σε λιγότερο από ένα λεπτό. Αναγνώστες του περιοδικού Νέα Κλωνοποίηση. Συνταγματάρχες που υποστηρίζουν τη σύγκρουση γιατί μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να τα βγάλουν πέρα με την καταστροφή (τη δική τους;). Βιομηχανίες όπλων με ονόματα Γολιάθ. Και κάποιοι που ψάχνουν το κοριτσάκι της σελίδας 148 κάποιου βιβλίου.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Ο κύριος Γιάσπερ Φόρντ (Λονδίνο, 1961) εκτός από έμπειρος τεχνικός στην κινηματογραφική βιομηχανία υπήρξε και υπόδειγμα πείσματος και υπομονής: μόλις ο 77ος εκδότης δέχτηκε να τυπώσει το εξωφρενικό του χειρόγραφο – οι υπόλοιποι το απέρριπταν ασυζητητί. Τώρα θα χαζεύουν από μακριά τις συνέχειες του project αλλά και τις παρενέργειες του πρώτου λογο/τεχνήματος του Φόρντ: στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει πιστούς συζητητές με προτάσεις για τις νέες περιπέτειες της Πέμπτης, αναγνώστες που χρησιμοποιούν ορολογίες του βιβλίου, καταλόγους επεξηγήσεων ανά κεφάλαιο, ειδικές ιστοσελίδες με συμβουλές για το δεύτερο στρώμα ανάγνωσης. Η Επόμενη Πέμπτη έχει γίνει πλέον λατρευτή περσόν με προσωπική ιστοσελίδα (http://www.thursdaynext.com/) και φαν.

Γοητεία: Στο πρώτο μέρος τις εντυπώσεις κερδίζουν οι εμφανίσεις των χαρακτήρων και οι υπόλοιπες εφευρέσεις του θείου: μια μέθοδος που στέλνει πίτσα μέσω φαξ, ένα μολύβι με ενσωματωμένο ορθογραφικό έλεγχο, ο αυτόματος χρωματιστής αυτοκινήτων, το καρμπολεξικό (όπου ένα καρμπόν αρκεί για πολλαπλές μεταφράσεις ενός κειμένου) και η αμφιβληστροειδής οθόνη με την οποία μπορείς να μεταμορφώσεις το περιβάλλον σου σε διάφορες χαλαρωτικές εικόνες. Μόλις χτυπήσει το τηλέφωνο ή εμφανιστεί το αφεντικό σου, ανοίγεις τα μάτια και επιστρέφεις στον πραγματικό κόσμο. Είναι στο δεύτερο μέρος όμως που απογειώνεται η πλοκή. Εκεί ο Φορντ υποστηρίζει το δύσκολο εύρημά του αποθεώνοντας τη διακειμενικότητα και πλουτίζοντας συνεχώς το κείμενο με αλλεπάλληλες αναφορές σε χαρακτήρες, έργα και τοποθεσίες κλασικών έργων. Από αυτήν την άποψη ένοιωσα αρχικά πώς θα ήταν το ιδανικό να έχω διαβάσει ορισμένα από αυτά και σίγουρα την Τζέιν Έιρ. Όμως η ανάγνωση με καθησύχασε έγκαιρα: δε χρειάζεται να έχεις την παραμικρή ιδέα γι’ αυτά, εφόσον οι απαραίτητες πληροφορίες πλέουν μέσα στην αφήγηση και στις σημειώσεις της μεταφράστριας. Έτσι (όπως σωστά έγραψε η Λίνα Πανταλέων στην κριτική της στο τελευταίο Εντευκτήριο) ο συγγραφέας κατορθώνει να εισαγάγει την κλασική λογοτεχνία στη σύγχρονη πεζογραφία με τρόπο διασκεδαστικό αλλά και να παρουσιάσει την ανάγνωση ως περιπέτεια και υπόθεση των πολλών!

Γραφιστικά: Ο Φορντ παίζει στα δάχτυλά του ή μάλλον στα πληκτρολόγιά του κάθε γνωστή τεχνική του αστυνομικού μυθιστορήματος, της επιστημονικής φαντασίας και του κινηματογράφου και τις εκ-μετα-μοντερνίζει όλες μαζί. Έχοντας στο ράφι των επιρροών του κάθε είδους λογοτεχνία, εκλεκτές ραδιοφωνικές εκπομπές, τηλεοπτικές σειρές του ’70 και κινηματογραφικές σκηνές φτιάχνει μια ιστορία γεμάτη ευρήματα, «μαύρο» παραλογισμό και έξυπνο ως κραυγαλέο χιούμορ. Ο Lewis Carroll γράφει ιστορίες που σκέφτηκε ο Ιούλιος Βερν, ο Douglas Adams κάνει φάρσα στους άγγλους κλασικούς κι οι Monty Pythons δοκιμάζουν μια pop science fiction. Ένα φιλολογικό (προς θεού, όχι φιλοσοφικό!) θρίλερ.

Συντεταγμένες: Jasper Fforde, The Eyre Affair, 2001. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2007, μτφ. Αγγελική Παπαδοπούλου. Με σημειώσεις και επίμετρο της μεταφράστριας. Υπερ-ψυχαγωγικό λογο-τέχνη- κό κλωνο-ποίημα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

06
Φεβ.
08

Πιέρ Ασουλίν – Ξενοδοχείο Lutetia

Προσωπικό ημερολόγιο: Ανέκαθεν αναζητούσα ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Που ο χώρος να μην αποτελεί απλώς το απαραίτητο φόντο της πλοκής (όπως π.χ. η αργεντίνικη και η πορτογαλική πανσιόν στα γοητευτικά κατά τα άλλα μυθιστορήματα Η Ροζάουρα μετά τα μεσάνυχτα του Μάρκο Ντενέβι και Ο κήπος δίχως όρια της Λίντια Ζορζ αντίστοιχα), ούτε και το σκηνογραφικό συμπλήρωμα των ιδιόμορφων ιστοριών (όπως στα Hotel New Hampshire του Τζον Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Ίρις της Yogawa Okawa και Ξενοδοχείο πολυτελείας του Κλοντ Σιμόν). Στην ουσία φανταζόμουν ένα κείμενο όπου ο ίδιος ο ξενοδοχειακός χώρος να μεταπλάθεται σε καθοριστικό μυθοπλαστικό παράγοντα: σε έναν άλλο μυθιστορηματικό «ήρωα» (ή μήπως «ηρώο»;).
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Καζαμπλάνκας (1953), γόνος Μαροκινοεβραίου πατρός, τεσσαρακονταετής κάτοικος Παρισιού, δημοσιογράφος των δρόμων και κριτικός λογοτεχνίας [τώρα Monde, Le Nouvel Observateur], ενίοτε βιογράφος και χρονογράφος. Τροφοδότης προσωπικού λογοτεχνικού blog (Le republique des livres). Το 2006 κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Θραύσματα Βιογραφιών. Μυθιστοριογράφος, ιστορικός και ερευνητής, ο Ασουλίν είχε έμμονο σχέδιο στο μυαλό του τη μυθοπλαστική αναπαράσταση της ζωής του Lutetia δεν ξέρει κι αυτός πόσο καιρό. Η συλλογή των στοιχείων κράτησε 3 χρόνια και ολοκληρώθηκε με την ενσωμάτωσή του στο προσωπικό του ξενοδοχείου για κάποιες μέρες.
Τοπογραφικό: Αριστερή όχθη Σηκουάνα, το μόνο πολυτελές ξενοδοχείο της, το πρώτο αρ-ντεκό κτίσμα των Παρισίων, ανάμεσα σε ένα πολυκατάστημα και μια φυλακή. Ενδότερα του ξενοδοχείου, διάδρομοι, χoλ, ρεσεψιόν, δωμάτια, τραπεζαρία, τουαλέτες, πόρτες.
Ήρωας: Ο ίδιος ο αφηγητής, υπεύθυνος ασφάλειας του ξενοδοχείου, ένας αγνώστου ηλικίας μοναχικός Αλσατός. Δίγλωσσος και διχασμένος στο πολιτιστικό του γερμανογαλλικό δίπολο, ψυχρά τρυφερός ή το αντίστροφο, τηρεί προσωπικούς φακέλους για τους «πελάτες» και εμβαθύνει σε χαρακτήρες και ενέργειες άλλων. Από το μόνιμο ορθοστατικό του φυλάκιο, ψυχαναλύει και φιλοσοφεί, αναρωτιέται και βασανίζεται από τα ίδια διλήμματα με τους παρατηρούμενούς του. Τα θραύσματα των ιστοριών που ακούει τυχαία ή μη, ολοκληρώνονται σε ιστορίες μέσα στο μυαλό του. Τα παρατημένα βιβλία των πελατών συγκροτούν την προσωπική του βιβλιοθήκη. Όποτε μιλάει για ξενοδοχείο είναι σαν να αναφέρεται σε κανονική πόλη. Το ξενοδοχείο δεν καθορίζει απλώς την ταυτότητά του: γίνεται η ίδια του η πατρίδα, με όλα τα επακόλουθα.
Πλοκή: Πλεγμένη σε τρία κεφάλαια: Ο κόσμος πριν, Στο μεταξύ, Η ζωή μετά. Τρεις φάσεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές εποχές, διαφορετικές λειτουργίες του κτιρίου, διαφορετικά στάδια ωριμότητας του ήρωα. Η μικρογραφημένη κοινωνία που περιφέρεται στα σαλόνια, τις σκάλες και τα δωμάτια ζει καθημερινότητες και πολεμικές συρράξεις, υποδέχεται χώρες και συνήθειες, δημιουργεί ή συμμετέχει σε μάχες. Οι πόλεμοι είναι κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, οι διαμάχες στρατιωτικές, ή πολιτισμικές, οι κατακτήσεις καλλιτεχνικές ή ερωτικές. Και ποιοι είναι οι «μαχόμενοι»; Υπαρκτοί και μη, συγγραφείς, επιστήμονες, περαστικοί, κοσμοπολίτες, εκκεντρικοί, τυχαίοι, καλλιεργημένοι, τυχοδιώκτες, κατακτητές. Το προσωπικό του ξενοδοχείου. Πρόσωπα φανταστικά και πρόσωπα πραγματικά: Ματίς, Τζέιμς Τζόις, Τόμας Μαν, Μπλεζ Σαντράρ, Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, Ροζέ Μαρτέν ντι Γκαρ, Χάινριχ Μαν, Βίλι Μπραντ, Αλμπέρ Κοέν. Άνθρωποι που εμφανίζονται με τα αληθινά τους ονόματα και μιλούν με τα δικά τους λόγια όπως καταγράφηκαν σε πάσης φύσεως πηγές (βλ. τρισέλιδη βιβλιογραφία στο τέλος).
Γοητεία: Το πρώτο γοητευτικό εύρημα εδώ είναι η πραγματική ιστορία ενός χώρου, όπως είναι ένα ξενοδοχείο. Ένα σκηνικό ανέκαθεν σαγηνευτικό, τόσο για όσους αγαπούν τα ταξίδια (των οποίων αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο) όσο και ως έννοια ενός (μετα)κινούμενου δωματίου μας σε ένα άλλο μέρος. Το ξενοδοχείο Lutetia μπορεί να αποτελεί τόπο αναψυχής, στάδιο γνωριμιών, χώρο διαβίωσης και συμβίωσης, γήπεδο κοσμοπολιτισμού. Μόνο που αυτά ισχύουν στην πρώτη του φάση, εφόσον στη συνέχεια αποκτά πρόσθετα στοιχεία ταυτότητας: στρατηγείο κατακτητών, θέατρο φόβου, εφιαλτικός κόσμος. Στο τρίτο μέρος, ο ίδιος χώρος γίνεται μνημείο θλίψης, τόπος μιασμένος, κτίριο-«μαρτύριο» (με την παλαιά έννοια του όρου): χώρος υποδοχής εκείνων που έρχονται από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Ιστορία μπορεί να συμβαίνει και σε έναν περίκλειστο κόσμο. Το δεύτερο εξίσου ισχυρό μυθοπλαστικό επίπεδο αφορά την ίδια την πλεύση της συνείδησης του αφηγητή μέσα σε όλον αυτόν τον ωκεανό, που κάποια στιγμή σταματά να είναι απλώς συνειδησιακός καταγραφέας και κολυμπάει κι αυτός στα κύματα δικών του οικογενειακών και ερωτικών πενθών. Μόνο που η καταγωγή μας μπορεί να καθορίσει όχι απλά την εικόνα μας στους άλλους, αλλά και την ίδια την ζωή μας, ερήμην μας. Και ακόμη, φτάνει κάποτε η στιγμή που έννοιες όπως προσαρμοστικότητα, συμβιβασμός, συνενοχή, προδοσία, επιβίωση, ακεραιότητα, αξιοπρέπεια φτάνουν κοντά, πολύ κοντά. «Μέχρι πού μπορεί να προχωρήσει κανείς χωρίς να προδώσει τη συνείδησή του»;
Γραφιστικά: Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εναλλαγή περιγραφικών και φιλοσοφικών προτάσεων, ελκυστικότατη γραφή, συνεχής ανάπτυξη πλοκής, απολαυστικές λεπτομέρειες. Ο ευγενής μετρ της βιβλιοκριτικής Μπερνάρ Πιβό (που ως γνωστόν δεν μασάει τα λόγια του και σφάζει με το βαμβάκιον) υποκλίνεται στο δημιούργημα και δηλώνει αδυναμία να το κατατάξει. Η γνωστή οροθεσία μεταξύ καθαρής λογοτεχνίας και ιστορικής αφήγησης εδώ όχι απλά δεν μπερδεύεται αλλά σχεδόν εξαφανίζεται. Πότε ένα βιβλίο αποτελεί συναρπαστικό ντοκουμέντο και πότε γοητευτική μυθοπλασία; Τι αναλογία μεταξύ πραγματικών και φανταστικών προσώπων πρέπει να υπάρχει ώστε να καταταχτεί στο ένα, στο άλλο ή σε τρίτο είδος;
Απόσπασμα: Πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι παλιά ήταν καλύτερα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η νοσταλγία επηρεάζει, στρώνει ένα όμορφο χαλί από ξερά φύλλα δημιουργώντας την επίμονη ψευδαίσθηση μιας χρυσής περασμένης εποχής και την πεισματική ανάμνηση ενός χαμένου παραδείσου· δεν αγνοώ ότι όλος ο κόσμος ανέκαθεν έλεγε πως παλιά ήταν καλύτερα… Ακόμα και οι πελάτες παλιά ήταν ευγενικοί, καθόλου επιθετικοί όπως τώρα…Το προσωπικό επίσης είχε περισσότερα προσόντα….Παλιά οι άνθρωποι έτρωγαν περισσότερο και κάθονταν στο τραπέζι περισσότερη ώρα…Και όταν είχαν το καλό γούστο να πεθάνουν κοντά μας, στην κηδεία τους πήγαινε σχεδόν αποκλειστικά το προσωπικό, απόδειξη ότι ήμασταν η μοναδική τους οικογένεια, και το ξενοδοχείο, το μοναδικό τους σπίτι. (σ. 119-120).
Γίνεται συχνά λόγος για το πνεύμα ενός χώρου. Αγνοώ πού κρύβεται, παρόλο που πέρασα καμιά δεκαριά χρόνια προσπαθώντας να αφουγκραστώ την ανάσα του. Επειδή όμως είμαι σάρκα εκ της σαρκός του Ξενοδοχείου, ίσως γνωρίζω την ψυχή του. Μολονότι χρειάζεται κάποια τρέλα για να είναι κανείς τόσο εξαρτημένος από το χώρο όπου ζει. Μια μέρα θα αποσυρθώ κάπου στη Γαλλία. Φαίνεται πως όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο πιο επαρχιώτης γίνεται. Τι σημασία έχει όμως αφού απομακρυνόμαστε από την κοσμική ζωή με την ψευδαίσθηση πως πηγαίνουμε κάπου για να ζήσουμε όμορφα, ενώ στην πραγματικότητα ψάχνουμε έναν τόπο για να πεθάνουμε όμορφα. Μακάριοι όσοι βρίσκουν τον τόπο για να τελειώσουν και να αρχίσουν! Όσοι δεν πεθαίνουν πολύ μακριά από εκεί όπου γεννήθηκαν. Δεν θα αφήσω τίποτα σε κανέναν, εκτός από ένα χνάρι στη μνήμη της Ν., και μερικά χνάρια πιο εφήμερα, αντιληπτά μόνο από τα μάτια που θα καταφέρουν να τα δουν. (σ. 415)
Συντεταγμένες: Pierre Assouline – Lutetia, 2005. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2006. Μτφ.: Σπύρος Παντελάκης.
Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=13746
03
Φεβ.
08

Metro Decay – Υπέρβαση (Creep, 1984)

MD

Κι αν πάψεις να νοιώθεις τις πληγές της νιότης που σέρνουν τον ήχο της ντροπής, Κι αν λήθη και δάκρυ το αίμα λερώσουν, κι αν φόβος λυγίζει τη γενναία ψυχή, Δίχως νόημα δεν θα ηχούν οι λέξεις, τις στιγμές που σβήναμε τα ίχνη… Ηδονή…

«Μαύρος Κύκνος»

Ανατράφηκα κι εγώ με τις βρετανικές ανεξάρτητες των αρχών τις δεκαετίας του 1980. Το new wave της εποχής, απομακρυνόμενο σιγά σιγά από την punk αγριάδα και την ροκάδικη επιθετικότητα άρχισε να γίνεται εσωτερικό, να πλημμυρίζει κήμπορντς, να βουτάει στα εσωστρεφή. Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που διάλεξα αυτό τον δίσκο. Είναι επειδή τον ακούω μέχρι και σήμερα, σε εποχές τόσο διαφορετικές και τόσο υπερκορεσμένος από ακούσματα. Το παράξενο είναι ότι δε μπορώ πλέον ν’ ακούσω τα περισσότερα από τα συγκροτήματα που αποτέλεσαν τον φάρο για την ιδιαίτερη προσωπικότητα της μουσικής των MD. Στην ουσία μόνο στους Chameleons επανέρχομαι από καιρό σε καιρό. Tους αναρίθμητους υπόλοιπους, από την σειρά των ανεξάρτητων post punk δισκογραφιών έως τα δεκάδες φυντάνια της Factory δυσκολεύομαι πια να εντάξω στο σήμερά μου. Η ζωή προχωράει, μα η Υπέρβαση (της) είναι τοποθετημένη δίπλα στα κλασσικά βιβλία : δεν τα χρησιμοποιείς κάθε μέρα μα τα έχεις σε σημείο πρόχειρο, ώστε να γαντζωθείς σε κάθε στιγμή ανάγκης.

MD1_Αν δεν είχα πετάξει τα παλιά τεύχη του Ήχου θα έψαχνα μια πολύστηλη κριτική του Αργύρη του Ζήλου για τον δίσκο αυτό. Φαινόταν κι ο ίδιος σαστισμένος, θυμάμαι πολύ καλά τις τελευταίες του λέξεις. Ένοιωσα, έγραφε πάνω κάτω, πως η πορεία τους διασταυρώνεται σε κάποια στιγμή με τη δική μου. Έτσι όπως το εννόησα, δε θα μπορούσε να κλείσει καλύτερα. Έχω μνήμη Μετροντηκεηπόντικα, Αργύριε.
Ο Κώστας Μάστορης σε μπάσο και συνθεσάιζερ και τα αδέλφια Αντώνης Μανιάτης σε κιθάρα και φωνή και Γιώργος Μανιάτης σε τύμπανα σχημάτισαν τους MD αρχές της δεκαετίας του 80. Γύρω στο 83 αν δεν κάνω λάθος κυκλοφόρησαν σε επτάιντσο δύο συναρπαστικά, σχεδόν δίδυμα κομμάτια, πλημμυρισμένα με κήμπορντς, κιθάρες και την ιδιαίτερη, σχεδόν ξενική φωνή του Α.Μ. (Σκιές / Κειμήλια). Ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ οτιδήποτε ακουγόταν από τις τότε ελληνικές μπάντες. Το Υπέρβαση βγήκε το 1984 και προς μέγιστη τιμή τους τα άφησε απ’ έξω.
metro_
Πραγματικά η Υπέρβαση έμοιαζε να μιλάει πολύ απλά στις δικές μας μουντές μα και ευφάνταστες ζωές τότε. Με ποίηση που ήταν τόσο προσωπική που καταντούσε δική σου, με εικόνες τόσο οικείες. Οι τρεις μετεφηβικές μορφές του οπισθόφυλλου που στέκονται με σκουφιά και παλτά στην έρημη πλατεία – έτσι ήμουν κι εγώ, έτσι ήμασταν, τα φώτα που γυαλίζουν στα βρεγμένα πλακάκια, οι μακρινές αντανακλάσεις, το φευγαλέο της νύχτας, επιτέλους, οι δικοί μας ανεξάρτητοι. Όταν αυτή η ποίηση δεν ήταν προσωπική, έσερνε πίσω της σουρεαλισμούς, ρομαντισμούς, πεσσιμισμούς, μύριους αντικατοπτρισμούς. Και όχι, ο έρωτας δε, σε σώζει από τους δαίμονες της ψυχής. Τρέμω στη σκέψη να νοιώθω πύρινα χέρια, να μου προσφέρουν μια λύση μέσα στη σιωπή («Ανάμεσα σε δύο κρεσσέντα»).
Metro Decay Station
Τρυπώ μ’ αγκάθια τα λευκά σου χέρια, το ξέρω, μα ο πόνος μη μας χωρίσει, το κορμί σου αγγίζω, το μυαλό θολώνει τις ενοχές της ξερνάει η ψυχή … Ο δίσκος ξεκινάει με μια κλασική τριάδα. Τον αξεπέραστο πλέον στην όλη σκηνή Μαύρο Κύκνο, στο αβανταδόρικο στυλ των Σκιών και των Κειμηλίων, τον σκοτεινό (ίδιον του dark μεταπάνκ) ερωτισμό του Ανάμεσα σε δύο Κρεσσέντα και το ακόμα σκοτεινότερο Ταξίδι με ένα καθαρσιακό ρεφραίν. Αλλά ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Υπέρβασης αποτελούν και τα τρία ινστρουμένταλ (νούμερο πρωτοφανές, τη στιγμή που συνήθως το πολύ να περιλαμβανόταν ως κλείσιμο ένα σε κάθε δίσκο, του είδους αλλά και γενικά). Το κιθαριστικό Εισαγωγή στην Κίνηση, το πρωτοποριακό Παιχνίδια στην Επιφάνεια (ας το ακούσουν οι μανιώδεις του Aphex Twin και των συναφών) και το επτάλεπτο Λίμπιντο που θα στεκόταν σήμερα σε οποιονδήποτε υποδειγματικό electronica δίσκο. Η δεκάδα συμπληρώνεται με τα κλειστοφοβικά Το Πάγωμα του Πάθους, Aπειλή και Έβενος και το γλυκόπιοτο / πικρόπιοτο Υπέρβαση.
MD4
Πήρα τον δίσκο πριν κάτι χρόνια, στην επανέκδοση της FM χωρίς να χρειαστεί να κοιτάξω τους τίτλους, εφόσον τους ήξερα πολύ καλά από την χιλιοπαιγμένη κασέτα και τον δανεισμένο δίσκο που είχα ευλαβικά χαϊδέψει. Καθώς τελείωνε η δεκάδα σκεφτόμουν πόσο θα ήθελα να έχω και τα Σκιές / Κειμήλια δίπλα σ’ αυτά τα κομμάτια. Και νόμιζα πως ήμουν ήρωας φανταστικού διηγήματος, καθώς εκείνη τη στιγμή ήδη ακουγόταν η εισαγωγή των Σκιών. Μου πήρε σχεδόν λεπτό μέχρι να καταλάβω πως η επανέκδοση συμπεριέλαβε τα δυο κομμάτια… Ήταν η μαγικότερη δισκογραφική στιγμή της ζωής μου.
Ο χρόνος πάντα ελπίδες φέρνει, οι ελπίδες σβήνουν με τον καιρό, μα κάτι στη ματιά μας βουβά ορίζει, έναν μαύρο κύκνο θαρρώ…
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=27495. Κάθε φορά αλλάζω και λίγες λέξεις, να είναι σαν ημερολόγιο που γράφεται συνεχώς.



Φεβρουαρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
2526272829  

Blog Stats

  • 1.034.958 hits

Αρχείο