Αρχείο για Μαΐου 2008

28
Μάι.
08

MGMT – Oracular spectacular (Columbia, 2008)

 

Λένε πως δεν γίνεσαι συγγραφέας αν δεν διαβάζεις πολύ, δεν θα γράψεις άξια ποιήματα αν δεν περάσεις από εκατοντάδες στροφές άλλων, λένε πως δεν γίνεσαι μουσικός αν δεν ακούσεις πολλή μουσική. Όσο περισσότερα τα ερεθίσματα κι οι εμπειρίες, τόσο περισσότερο θα σε βοηθήσουν να πλησιάσεις αυτό που θέλεις να κάνεις. Πράγμα που στα μουσικά μεταφράζεται ως: να ακουστείς ο εαυτός σου, χωρίς να κρύψεις αλλά να αναδείξεις τις επιρροές που είναι αδύνατο να μην υπάρχουν.

Αδιαμφισβήτητοι έμπρακτοι υποστηρικτές της παραπάνω άποψης οι MGMT (προφέρεται «management», όχι «μα γαμώτο»), ένα ντουέτο δυο εικοσι+κατιάρηδων από το Μπρούκλιν. Ο παρθενικός υμένας των κυκλοφοριών τους σπάει σαν ένα πολύχρωμο και μουλτι-μελωδικό πυροτέχνημα, που φωτίζει βήμα βήμα την πορεία σύλληψης του δίσκου τους: τι άκουσαν, τι έπαιξαν. Τίποτα δεν κρύβεται εδώ!

Το επιλεγμένο χρονολόγιο ξεκινάει από τα pop-rock 70ς, ανθολογώντας αρχικά Bowie, T- Rex και άλλους γκλαμιάδες (Weekend Wars, Pieces Of What), ρίχνοντας διακριτικότερες πινελιές Electric Light Orchestra, Fleetwood Mac και …Blue Oyster Cult. Αυτό επεδίωξαν να παίξουν εδώ: κάτι παραπάνω από υπεργκλαμάτη (όχι γκλαμουράτη) ηλεκτρονικοποιημένη ποπ. Να χορεύεται και να μη χορεύεται, να ενθουσιάζει αλλά και να κοροϊδεύει, να παίζει με τους πάντες και τα πάντα αλλά να σε κάνει να τους παίρνεις πολύ στα σοβαρά. Γι’ αυτό και υποκλίνονται σε Queen και Sparks στο άψογο The Youth, γι’ αυτό και το δικό τους old school θα πάρει και λίγο από Daft Punk (Kids), ενώ για μπασταρδεμένο electro funk προτείνεται κοφτός Prince με μια περιποιημένη φαλτσέτο ερμηνεία α λα Bee Gees (Electric Feel).

Μέσα σε όλα αυτά θα μας πετάξουν στα μούτρα και μια απογειωτική ψυχεδελικότατη τσιχλόφουσκα (4th Dimensional Transition), για να μην τους πει κανείς πως άφησαν τα 60ς απ’ έξω. Και αλλού, ξανά οι Lips οι Flaming κι οι Rev οι Mercury, αφού -ω, τι έκπληξη- ο ταχυδακτυλουργός πάνω από την κονσόλα λέγεται Dave Fridmann. Κρίμα που το Time to Pretend θα το σιχαθούμε από το υπερβολικό ραδιοφωνικό παίξιμο, εφόσον οι ραδιοφονιάδες κατά κανόνα διατάζονται να παίζουν μόνο ένα συγκεκριμένο τραγούδι από κάθε δίσκο και σίγουρα θα είναι αυτό.

Η μόνη σχετική προϋπηρεσία που έχουν οι Andrew Van Wyngarden και Ben Goldwasser είναι μια σειρά από δεκαπεντάλεπτα σόου ηλεκτρονικού αυτοσχεδιασμού για τα οποία έγραφαν και διαφορετικό τραγούδι. Προφανώς αυτό υπήρξε η καλύτερή τους προπόνηση. Επιτέλους, οι Ween (το σχήμα των έξυπνων ιδεών και των αποτυχημένων εφαρμογών τους) τώρα δικαιώνονται, ο στίχος This is our decision to live fast and die young/ We’ ve got the vision, now let’s have some fun βρίσκει πειστική υπόκρουση και η Νέα Υόρκη δείχνει τα βλαστάρια της! Ικανοποιητικά oracular, κι εντελώς, μα εντελώς spectacular.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15453

Advertisements
24
Μάι.
08

Άντριου Γουίλσον – Patricia Highsmith. Zωή στο σκοτάδι.

 

Φάκελος φιλοξενούμενης/βιογραφούμενης: H Χάισμιθ, αγαπημένη πολλών αγαπημένων μας (από τον Leonard Cohen και τον David Bowie μέχρι τον Marc Almond και τον Nick Cave) υπήρξε σπάνια συγγραφική και ψυχολογική περίπτωση. Αυτή η αλκοολική, εριστική, ανορεξική και με μόνιμη αίσθηση ανικανοποίητου συγγραφέας, αντιεμπορική για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δημιούργησε τον περίφημο αμοραλιστή δολοφόνο Τομ Ρίπλεϊ, που στοίχειωσε 5 μυθιστορήματά της, μουτζουρώνοντας δια παντός τον χάρτη της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Ρίπλεϋ, ψυχρός δολοφόνος από τη μία, με αγάπη για τα πιο φίνα πράγματα της ζωής από την άλλη (διαβάζει Σίλλερ και συγκινείται μέχρι δακρύων μπροστά στον τάφο του Κιτς) παρέσερνε τον αναγνώστη σε ταύτιση μαζί του, εξασθενώντας τις ηθικές του αντιδράσεις και κάνοντάς τον να ελπίζει πως θα γλιτώσει την τιμωρία. Και πράγματι ο νέος ήρωας – ενσαρκωτής του «κακού» πάντα διέφευγε!

Από μικρή γοητευόταν από τα «ανώμαλα» ψυχολογικά φαινόμενα και τις «αποκλίνουσες» συμπεριφορές, κυρίως όμως από το μοτίβο του διπλού ή διχασμένου εαυτού και την μεταβλητή φύση της ανθρώπινης ταυτότητας. Ο Ρίπλεϋ άλλωστε χαρακτηριζόταν από παθολογική αίσθηση μίσους για τον εαυτό του, από την επιθυμία να αποβάλει το δέρμα του, να ενδυθεί την προσωπικότητα ενός άλλου. Αποτελούσε άλλωστε επιθυμία και της ίδιας να «ξεγλιστράει» μακριά από την ταυτότητά της και, απορροφώντας τις ιδιότητες των γύρω της, να γίνεται κάποια άλλη.

Μου αρέσουν εκείνοι που πάνω τους η πάλη είναι εμφανής.
Η Χάισμιθ πίστευε πως ο άνθρωπος προτιμά να καταστρέψει τον εαυτό του παρά να ζήσει μια ζωή λογική, προκαθορισμένη, σχεδιασμένη και προβλέψιμη, πως πίσω από το αξιοσέβαστο προσωπείο του βρίσκεται ένα μπερδεμένο κουβάρι αντιφάσεων και διεστραμμένων επιθυμιών. Αυτή η διαφορά μεταξύ του εσώτερου εαυτού μας και της μάσκας που επιλέγουμε να δείξουμε στον έξω κόσμο της διήγειρε την έμπνευση.

Συμφωνούσε με την θεωρία του Αντρέ Ζιντ, πως τα αισθήματα που είναι προσποιητά μπορούν να γίνουν αποδεκτά και να προκαλέσουν τόση χαρά και ικανοποίηση όσο και τα πραγματικά αισθήματα και πως τα μυθιστορήματα παρουσιάζουν συχνά στον αναγνώστη άντρες και γυναίκες που συμπεριφέρονται λογικά, ενώ στην πραγματική ζωή είναι σύνηθες να συναντά κανείς ανθρώπους με παράλογη συμπεριφορά.

Στα κείμενά της δεν την ενδιέφεραν οι υγιείς, ευτυχισμένοι ή ισορροπημένοι άνθρωποι. Ο εγκληματίας αποτελούσε για εκείνη την ιδανική ενσάρκωση του υπαρξιακού ήρωα του 20ού αιώνα. Κάτω από την πένα της κάθε ακραία συμπεριφορά φαινόταν φυσική και ο φόνος αναπόφευκτος, σχεδόν συγχωρητέος. Στο τέλος ο αναγνώστης έφτανε στο σημείο να αποδέχεται αντιλήψεις ακόμα και ανισόρροπες ή αρρωστημένες.

Είμαι γεννημένη κάτω από δυσοίωνο άστρο (από ποίημά της, 1942)
Η σκληρή παιδική της ηλικία, με αλλεπάλληλες απορρίψεις, η συγκεχυμένη σεξουαλικότητά της (ένιωθε «λαθραία», «ένα αγόρι σε κοριτσίστικο σώμα»), σε συνδυασμό με την χαμηλή αυτοεκτίμηση και τις συνακόλουθες ανασφάλειες είχαν δημιουργήσει έναν δύστροπο χαρακτήρα με τρομερά συγκινησιακά ξεσπάσματα. Διχαζόταν στα δικά της δίπολα: διατύπωνε το μίσος της για την Αμερική αλλά ένοιωθε βαθιά Αμερικανίδα, η λατρεία της για τις γυναίκες είχε γκρίζες ζώνες μισογυνισμού, ήταν σκληρή εγωίστρια αλλά και εκπληκτική φίλη, οι φιλελεύθερες απόψεις της χαρακώνονταν από ρωγμές μισανθρωπίας.

Όταν δεν έγραφε, ένιωθε σα να μην υπάρχει – έβλεπε το γράψιμο ως μια καθαρτική διαδικασία εξισορρόπησης αγάπης και μίσους. Πίστευε, όπως κι ο Ζυλιέν Γκρην που την επηρέασε, πως η ευτυχία και η ικανοποίηση καταργούν τη διαδικασία της συγγραφής. Δημιούργησε έναν δικό της «φανταστικό» ρεαλισμό, όπου τα πιο ανεξήγητα φαίνονταν φυσιολογικά. Από τη μία βουτούσε κι «έπαιρνε» από τους Πόε, Κάφκα, Σαρτρ, Καμύ, Κίργκεγκωρ, Νίτσε και κυρίως τον Ντοστογέφσκι, από την άλλη παραδεχόταν πως διάβαζε φθηνά μυθιστορήματα δεύτερης κατηγορίας για να αναλύει τις τεχνικές γραφής τους.

Η ερωτομανής Χάισμιθ αντιμετώπισε τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή της ως μούσες, δοκιμάζοντας πάνω τους τις αμφίθυμες αντιδράσεις της. Κατέγραφε σχεδόν καταναγκαστικά τις συναισθηματικές και σεξουαλικές εμπειρίες της για να ξαναζωντανέψει την πεμπτουσία κάθε εμπειρίας, ώστε να μπορέσει αργότερα να τη διοχετεύσει σε κάποιο γραπτό της. Για να εκφράσει τον αμφιερωτισμό της δανειζόταν από τον Προυστ την τεχνική μετατόπισης των φύλων. Ο έρωτας μπορεί να συνοψισθεί σε μια απλή εξίσωση: από τη μια πλευρά είναι οι μέρες της ευδαιμονίας στο ξεκίνημα κάθε σχέσης, από την άλλη η αναπόφευκτη κόλαση στο τέλος.

Θέλγητρα: Η βιογραφία μιας τέτοιας προσωπικότητας δεν μπορεί να μην αποτελεί απολαυστικό ανάγνωσμα και στην συγκεκριμένη έκδοση  υπάρχουν τρεις πρόσθετοι λόγοι: Πρώτον, ο βιογράφος σε εισάγει στο κλίμα της κάθε πόλης που έζησε (Τέξας, Νέα Υόρκη, Μεξικό, Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία, Βρετανία, Γαλλία, Ελβετία) με ολοζώντανες εικόνες και ενδιαφέροντα στοιχεία (στα τέλη των 20ς μόνο στο Μανχάταν κυκλοφορούσαν περισσότερα αυτοκίνητα απ’ ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη!). Δεύτερον, εξετάζει τις συγγραφικές της δημιουργίες (22 μυθιστορήματα και 7 συλλογές διηγημάτων) σε όλα τα πλαίσια της γέννησής τους (τόποι, συναισθήματα, εμπνεύσεις), επιχειρώντας πλήρεις κριτικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις. Τρίτον, μπορεί η Χ. να μην αποκάλυπτε τίποτε για τη ζωή και τη γραφή της, άφησε όμως έναν τεράστιο αρχειακό θησαυρό από ημερολόγια, σημειωματάρια, επιστολές κλπ. για μετά θάνατον έρευνα. Έτσι ο Γουίλσον έχει το προνόμιο να είναι ο πρώτος που χειρίζεται το αχανές υλικό, μαζί τις μαρτυρίες των φίλων και των εραστών της.

Συντεταγμένες: Andrew Wilson, Beautiful Shadow: A Life of Patricia Highsmith, 2004. Στα ελληνικά: Εκδόσεις Νεφέλη, 2004, μετάφραση: Ραλλού Θεοδωρίδου, επιμέλεια μετάφρασης: Μαρίνα Βενιέρη, 777 σελ. (με 2 δεκαεξασέλιδα φωτογραφιών, 74 σελίδες σημειώσεων και βιβλιογραφία της συγγραφέως στα ελληνικά). Ο βιογράφος ζει στο Λονδίνο, γράφει στις Guardian, Daily Telegraph και Daily Mail, βραβεύτηκε με το βραβείο Edgar Allan Poe για την καλύτερη βιογραφία και ήταν shortlisted για το Whitbread.

Επίγραμμα: Αν η «βιογραφία είναι το τελευταίο λάβαρο του ρεαλισμού», όπως έγραψε ο Μπρόντσκι, τότε η ζωή αυτής της σκοτεινής ιέρειας διαβάζεται σαν το συναρπαστικότερο ρεαλιστικό μυθιστόρημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15491

20
Μάι.
08

Flashbulb – Soundtrack for a vacant life (Alphabasic, 2008)

 

Έγγραφη αναφορά της Μυστικής Αστυνομίας του Ήχου.
Συνιστούμε την προσοχή όλων για τον εμφανιζόμενο ως Flashbulb. Πρόκειται για έναν εκ φύσεως ύποπτο μουσικό. Δισκογραφεί με ένα σωρό ψευδώνυμα κι αντώνυμα (Acidwolf, CHR15TPUNCH3R, DJ ASCII, Dr. Lefty, Dysrythmia, Flexe, Human Action Network, Lucid32, rnd16, Sixty Six Ex, Q-Bit! – το θαυμαστικό δικό μας). Από το 1999 βέβαια κυκλοφορεί (και με τις 2 έννοιες) ως The Flashbulb αλλά κάθε αξιοπρεπής παράνομος έχει κι ένα στάνταρ όνομα. Έπειτα, μοιράζει απλόχερα ο ίδιος τη μουσική του μέσω διαδικτύου χωρίς μεσάζοντες. Τέλος, εμφανίζεται με μούσι και γυαλιά, προφανώς ψεύτικα.

Πρακτικό της συνεδρίασης των Ταμπελοφόρων Κριτικών.
Τα έχουμε βρει κι εμείς σκούρα με αυτόν. Ο υπεύθυνος της Intelligent Dance Music (IDM) τον έχει καταχωρίσει στις αρμοδιότητές του, αλλά συνάντησε τις αντιρρήσεις των ειδικών του breakcore κι οι δυο μαζί τους κατατακτητές του ambient και του film music. Και είμαστε ακόμα στην αρχή….Γιατί πραγματικά ο δαιμόνιος 30χρονος πολυμουσικός μας δεν έχει απλά παίξει σχεδόν όλα τα στυλ των παραπάνω ειδών αλλά το έχει κάνει με θαυμαστά αποτελέσματα.

Ληξιαρχείο του Σικάγο.
Μιλάτε για τον κατά κόσμον Benn Lee Jordan. Από τότε που όρισε ως βάση του την πόλη μας, συνθέτει με καταιγιστική έμπνευση πάσης φύσεως οργανικές συνθέσεις για σελλυλόιντ, παραστάσεις, εικόνες ή στο έτσι, ασχολήθηκε με παραγωγή και για να ξεφύγει από τα πολλά κουμπιά, το ρίξε στην τζαζ κιθαρίζοντας και ντραμάροντας. Με αυτό το όνομα έχει ήδη εκδοθεί 10 φορές: M³ (2000), These Open Fields (2001), Fly! (2002), Girls Suck But You Don’t (2003), Resent and the April Sunshine Shed (2003), Red Extensions of Me (2004), Kirlian Selections (2005), Reunion (2005), Flexing Habitual (2006), Welcome to Chicago (2007).

Τα αποτελέσματα του Εργαστηρίου του Πανδοχείου.
Το Soundtrack to a vacant life αποτελεί ίσως το πιο μελωδικό και εύληπτο έργο του Flashbulb, με την έννοια ότι δεν έχουμε εδώ εκείνες τις τεθλασμένες α λα Warp σκληρές ηλεκτρονικές γωνίες και του αυστηρού idm των προηγούμενων κυκλοφοριών του. Στην ουσία μας δίνει την αίσθηση ότι στοιχηματίζει με τον εαυτό του πως μπορεί να συνθέσει τριάντα διαφορετικά θέματα για φιλμ, ένα πολλαπλό σάουντρακ για μυριάδες ταινίες μικρού ή ατέλειωτου μήκους, εκτεινόμενος σε όλο το φάσμα της ηλεκτρονικής αλλά και κινηματογραφικής σύνθεσης. Με αυτή την προοπτική είναι αυτονόητο ότι χρησιμοποιεί ακουστικά όργανα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με αξιοσημείωτη παρουσία και πάλι των Claire Nicholson και Greg Hirte σε τσέλο και βιολί/βιόλα αντίστοιχα – ακούστε την έξοχη συμβολή τους στα Remember Tomorrow και Hello I’m Benn.
 

Φυσικά ακόμα κι έτσι η ποικιλία είναι απερίγραπτη: έξοχα post rock κιθαριστικά ξεσπάσματα (Kirlian Voyager, Forbidden Tracks), πιανιστικά μαργαριτάρια (La Tristesse Durera Toujours), οργιώδεις tribal ρυθμοί (Vicious Circle), americana κιθαρίσματα (Steel For Pappa), βαλκανίζοντα θέματα (Highway One) και κυρίως στραφταλίζοντα πληκτροφόρα instrumentals ασύλληπτης ομορφιάς και απλότητας μαζί (Warm Hands In Cold Fog, Ι Believed In God, Returning Flight Theme).

Ο Ben The Flashbulb ετοίμαζε αυτό το έργο επί δύο σχεδόν χρόνια και δεν πτοήθηκε από το άδοξο τέλος της τρίχρονης λαμπρής ζωής της Sublight Records που θα τον έβγαζε. Το κατοχύρωσε κι αυτό στην δική του Alphabasic και διέσπειρε τη μουσική του μέσω peer-to-peer και torrents, συνοδεύοντάς την με ένα κείμενο όπου προτρέπει τους «downloaders – pirates – pseudocriminals» να αγοράσουν από εκείνον ή να μοιράσουν απλόχερα.

http://myspace.com/bennjordan
http://www.bennjordan.com/blog/

Y.Γ. Τα εικονιζόμενα εξώφυλλα είναι από τους 2 προηγούμενους δίσκους του. Το αντίστοιχο του παρόντος μάλλον μοιάζει με την παραπάνω προσωπογραφία…

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15274

16
Μάι.
08

Μάριος Μιχαηλίδης – Ο Οστεοφύλαξ

 

Όμως η σιωπή των νεκρών χλευάζει τα πάθη και τις αγωνίες των ζωντανών.
(σ. 53)

Ήρωας: Ένας οστεοφύλακας ζει αποτραβηγμένος από τα πάντα, με εξαίρεση το μικρό ταπεινό του βασίλειο, το οστεοφυλάκιο. Σε αυτό τον τόπο μνήμης και λήθης μαζί γειτνιάζουν λήσταρχοι, εμφυλιοπολέμιοι, ερωτύλοι, χαρακτήρες του 21, του 49, του … 67 και άλλων διψήφιων συμβόλων. Εδώ μπορεί να εικάζει τον βίο και την πολιτεία των σεμνοτάτων οστών, τώρα που ο μυελός των οστών τους δεν αναταράσσεται από τα ρίγη της σαρκός και ενίοτε να προχωρεί σε παρηγορητικές συζεύξεις μετά τινων πενθουσών συζύγων ή ανεψιών.

Πώς βασιλεύει στο σιωπηλό ποίμνιό του; Μα τοποθετώντας κατά βούληση τα κιβώτια με τα οστά από τα ψηλά στα χαμηλά κι από τα ορατά στα παραμερισμένα, φτιάχνοντας μια νέα χωροταξία της Ιστορίας. Έτσι αποδίδει δικαιοσύνη στους «κιβωτιόσχημούς» του και τους «οίκους» τους, έτσι δημιουργεί σχέσεις και συσχετισμούς. Εδώ άλλωστε οι μνήμες δεν χάνονται και οι αδικημένοι ή σιωπηλοί μπορούν να «μιλήσουν».

Πλοκή: Εφόσον ο κάθε «κιβωτιόσχημος» εκπροσωπεί μια ιστορική περίοδο αλλά και έναν ολόκληρο κοινωνικο-πολιτικο-ιδεολογικό κόσμο, μπορείτε να φανταστείτε πόσο βράζει αυτό το ιδιόμορφο βασίλειο και πόσοι το εποφθαλμιούν. Αυτός ο ύστατος σταθμός του κόσμου γίνεται πεδίο ανταγωνισμών και μαχών από τοπικές (τύπου μικροπολιτικής συμφεροντολογίας) έως εθνικές, με κοινό στοιχείο όλων τον παραλογισμό και την γελοιότητα. Βλέπετε, σήμερα που ο καθένας θέλει να ξαναγράψει την Ιστορία από την σκοπιά της ιδεολογίας και του εθνικισμού που τον συμφέρει, η Οστεόπολη αποτελεί την ιδανική αφετηρία. Ο αδιατάρακτος κόσμος της θα διαταραχθεί, οστά θα θρυμματιστούν, κουτιά θα βεβηλωθούν, τοιχογραφίες θα καταπέσουν, ιερωμένοι θα αναμειχθούν, γείτονα κράτη θα θελήσουν ολίγη ξένη Ιστορία, η θλιβερή όψη των Βαλκανίων θα αναδυθεί. Όλοι διψούν για εξουσία, ακόμα και εδώ!

Θέλγητρα: Αυτό το εξαιρετικά πυκνό, ειρωνικό αφήγημα αποκτά με χαμαιλεόντειο τρόπο στοιχεία παρωδίας, μαύρης κωμωδίας, αλληγορίας, μεταφοράς μέσα στη μεταφορά μέσα στη μεταφορά, νουβέλας ανοιχτού τέλους. Χωρίς καμία μακάβρια διάθεση ισορροπεί σε πολλαπλούς συμβολισμούς και λεπτούς διπολισμούς (λογικό/υπερφυσικό, παρελθόν/παρόν, πίστης/υστεροβουλίας). Κανείς δε διδάσκεται από την μικρότητα των ανθρώπινων εγνοιών αλλά και των αισθημάτων εθνικής μειονεξίας μερικών – μερικών λαών μπροστά στο αναπότρεπτο της κατοίκησης όλων μας στην οστεόπολη. Ashes to ashes, dust to dust!

Γραφιστικά: Η διαστρωματωμένη ατμόσφαιρα του Οστεοφύλακα δεν θα είχε τέτοια πυκνότητα αν δεν ανέπνεε με μια γλώσσα ζουμερότατης καθαρεύουσας, με πονηρές διαχύσεις αρχαΐζουσας και λαϊκής. Αν η γλώσσα που έκανε τόσο απολαυστικούς τον Ροΐδη και τον Βιζυηνό έχει ατυχώς και αποκλειστικώς συνδεθεί με πολιτικό και κοινωνικό συντηρητισμό ή με εκκλησιαστικούς κόλπους δεν φταίμε εμείς! Σε πολλές περιπτώσεις (όπως στις παρωδίες και ακριβώς εδώ) αποτελεί τον ιδανικό λειμώνα άντλησης ανεξάντλητων λέξεων αλλά και γρίφων!

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γεννημένος στην Κύπρο, έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές (η τελευταία: Σαν άλλοθι οι λέξεις, 2003, στις ίδιες εκδόσεις) Εργάζεται στην ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Αθήνα.

Απόσπασμα: Είναι και αυτός ένας τρόπος να περιφέρεται κανείς στα ξώβεργα της μνήμης. Δεν το είπε έτσι ακριβώς, αλλά αυτό μάλλον θα εννοούσε…όταν προσπαθούσε…να του ερμηνεύσει το ατίθασο της μνήμης και των συνειρμών, με τους οποίους αυτή συχνά διεγείρεται. Τα ξώβεργα. Ένα «έτσι» και το πουλάκι πιάστηκε. Και βασανίζεται να ξεκολλήσει. Και αφήνει τα νυχοπόδαρά του, ενθύμιο της περιπέτειάς του, πάνω στο ξώβεργο. Και έτσι ματωμένο περιφέρεται στον αιθέρα και φοβάται, τρέμει μην ξαναπιαστεί. Το ένοχο παρελθόν επιζητεί ανεξόφλητα χρέη. Γι’ αυτό και έρχεται και επανέρχεται – κι αυτός που πιάνεται στα ξώβεργα της μνήμης πληρώνει, πληρώνει … (σ. 41-42)

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007, σελ. 115.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15457

12
Μάι.
08

Sambassadeur – Migration (Labrador, 2007)

 

Ένας από τους ομορφότερους ποπ δίσκους του 2007 κατέβηκε από τη Σουηδία – καμία έκπληξη ως εδώ. Το αναπάντεχο στοιχείο είναι η εκτόξευση των Sambassadeur από ένα απλό twee σε ένα λουσάτο και απολαυστικό ποπ group.

Το σχήμα βλάστησε στη μικρή πόλη Skοevde το φθινόπωρο του 2003 όπου σπούδαζαν οι Joachim, Daniel και Anna. Ένας έβαλε το διαμέρισμά του για να αρχίσουν να ποπάρουν – στην αρχή σχεδόν ντρέπονταν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης… Η παρέα απέκτησε τριπλές κιθάρες και διπλές φωνές, μετακόμισε στο Goeteborg, κυκλοφόρησε δυο δίσκους μόνη της κι ένα επτάρι single στην Dolores και, όπως συμβαίνει στα σουηδικά ποπ παραμύθια, βρήκε το καλυβάκι της Labrador ανοιχτό.

Ίσως εκεί κάπου έγινε η αλλαγή του ήχου τους. Η ποικίλη δεξαμενή της Labrador και η λαμπερή αλλά όχι λουστραρισμένη παραγωγή έβαλαν το χεράκι τους. Αλλά κυρίως είναι οι συνθέσεις που σπιθίζουν ευεξία και ψυχαγωγικές προθέσεις. Όταν, για παράδειγμα, ηχογραφούσαν το υπέροχο The Park, είναι σαφές πως το είχαν βάλει σκοπό να στείλουν τις σκοτούρες τους στο διάολο. Όταν έγραφαν τα Subtle Changes (σινγκλ) και Final Say -το δεύτερο ένα πρώτο επιτυχές βάπτισμα στη synth pop- οι διαθέσεις πρέπει να ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Τέρμα τα απλοϊκά κελαρύσματα. Τα μεταξένια φωνητικά της Anna Persson φέρνουν έναν απόηχο από την Susan Anway των Magnetic Fields και όλοι δείχνουν να ισορροπούν σε μια ποπ που δεν επαναλαμβάνει περικοπές από τα βασικά ευαγγέλια των 60ς, της Creation και της Sarah αλλά το ψάχνει λίγο παραπάνω. Δε χρειάζεται να μαρτυρήσω περισσότερα, αλλά τουλάχιστον οι Go Betweens θα χαμογελούσαν με τούτους εδώ τους ταλαντούχους χαροποιούς. Τα πλήκτρα ζωγραφίζουν στο Something To Keep, οι φωνές σιωπούν στο Calvi. Τι ωραία!

Κατά τα άλλα, δεν υπάρχουν πολλά να ειπωθούν γύρω από έναν ποπ δίσκο. Με κριτήρια πριμοδότησής του το αν σφυρίζεις τα τραγούδια του στο δρόμο, αν περιλαμβάνει παραπάνω από 4 διαμάντια, αν σου ανεβάζουν τη διάθεση σε κάθε τους ακρόαση ή τον ξεχωρίζεις αμέσως στον τεράστιο σωρό, εδώ συμβαίνουν τα μισά συν ένα – άρα πάλι ψηλά είμαστε.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

09
Μάι.
08

Ντέιβιντ Σεντάρις – Γυμνός

«To κολέγιο είναι το καλύτερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί μου έλεγε ο πατέρας μου», και είχε δίκιο, γιατί εκεί ανακάλυψα τα ναρκωτικά, το ποτό και το κάπνισμα. (σ. 37)

Συμβαδίζει σήμερα το γέλιο με την ανάγνωση; Μπορεί το χιούμορ ή η παρωδία να αποτελούν στοιχεία πολλών μυθιστορημάτων ή διηγημάτων, μπορεί συχνά να χαμογελάμε διαβάζοντας, αλλά, προσωπικά, δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που γέλασα δυνατά μπροστά σε ανοιχτές σελίδες. Πώς κατάφερε ο Ντέιβιντ Σεντάρις να γεμίσει ρυτίδες το μουτρωμένο μούτρο μου;

Λέγεται πως δεν έχει σημασία το τι λες αλλά πώς το λες, όμως έχω την εντύπωση πως, ειδικά στις περιπτώσεις γέλιου, πρέπει και οι ίδιες οι ιστορίες να έχουν κωμικά στοιχεία. Από ποια δεξαμενή ιστοριών, λοιπόν, αντλεί ο Σεντάρις τέτοιες αξιογέλαστες καταστάσεις; Πως μπόρεσε αυτός ο σύγχρονος ξεκαρδιστής να γράψει τρεις σχετικές συλλογές διηγημάτων χωρίς να χρειαστεί ούτε να ταξιδέψει ούτε να γνωρίσει άπειρους ανθρώπους ή να κατεβάσει τις ιστορίες απ’ το μυαλό του; Φαίνεται πως δεν χρειάστηκε πολύ να ψάξει: έμεινε στο πατρικό του σπίτι και κοίταξε γύρω του. Τι περισσότερο χρειάζεσαι από δυο γονείς, πέντε αδέλφια και δώρο τη γιαγιά; Πόσο μάλλον ζουν όταν όλοι μαζί σε μια τυπική συνοικία της Βόρειας Καρολίνας και είναι ικανότατοι εκπρόσωποι μεσοαστικής αμερικανικής οικογένειας με πρόσθετες ελληνικές αντιλήψεις λόγω καταγωγής (από την πλευρά του πατέρα) και ιδιαίτερη έφεση σε οτιδήποτε θρησκόληπτο και συντηρητικό;

Τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί να ζω χρόνια και ζαμάνια μακριά από την «οικογενειακή εστία», όμως πάντα έχω ένα συρτάρι ξεκαρδιστικών αφηγήσεων – πόσο μάλλον άλλοι φίλοι που δεν έφυγαν ή επέστρεψαν σε αυτήν. Αν για πολλούς το σπίτι είναι ο ορισμός της κόλασης, για άλλους είναι απλώς ο απόλυτος σουρεαλισμός.

Φυσικά δεν πρόκειται για παρθενογεννημένη ιδέα του Σεντάρις: πριν από αυτόν πολλοί μεν συνέγραψαν ευτράπελα οικογενειακά χρονικά, λίγοι όμως πέτυχαν ένα άρτιο λογοτεχνικό αποτέλεσμα, πόσο μάλλον να τα μοσχοπουλήσουν! Ενώ εδώ, φανταστείτε: μια συνηθισμένη οικογενειακή ζωή να γίνεται το πιο ευανάγνωστο αλλά και ξεκαρδιστικό λογοτέχνημα!

Σε αυτές τις δεκαεπτά πρωτοπρόσωπες ιστορίες το χιούμορ μοιράζεται σε κατάλληλες δόσεις καυστικότητας, σκληρότητας και γλυκύτητας. Ακόμα και οι λεπτές καταστάσεις και τα πιο ευαίσθητα θέματα, που οι politically correct αντιλήψεις κρατούν εκτός λογοτεχνίας, εδώ βρίσκουν την ιδανική τους αντιμετώπιση: ανελέητη διακωμώδηση και ειλικρινή τρυφερότητα – με βάρος στην πρώτη! Μάλλον αυτή είναι η μαγική ισορροπία με την οποία οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τους συγγενείς μας, όσο κι αν μας εξοργίζουν. Δύσκολος συνδυασμός, αλλά επιτεύξιμος. Συνεπώς, παράλληλα με τα πάσης φύσεως «ελαφρά» και ευτράπελα συμβάντα, εδώ γελοποιούνται μα δεν γελοιοποιούνται οι εφηβικές φοβίες και νευρώσεις (που σε άλλες περιπτώσεις αποτελούν το σύνηθες μοτίβο μιας βαρετής διήγησης), η συνειδητοποίηση της ομοφυλοφιλίας (περνώντας όμως γενεές δεκαοκτώ και τα δικά της πρότυπα), η εθελοντική εργασία σε ένα ψυχιατρείο ή η εμφάνιση μιας σοβαρής ασθένειας, ακόμα και οι αιμομικτικές τάσεις!

Πώς είναι όμως να θέτεις στο κέντρο της προσοχής κάποια υπαρκτά και αναγνωρίσιμα (έστω στον μικρόκοσμό τους) πρόσωπα; Δεν αντέδρασε αυτή η αδιανόητη οικογένεια με την συγγραφική της έκθεση σε εκατομμύρια αναγνώστες; Μια από τις συνηθισμένες ερωτήσεις στις συνεντεύξεις του είναι αν του μιλάει ακόμα η οικογένειά του! Παραδόξως δεν αυτοκτόνησαν, αργότερα μάλιστα το συνήθισαν. Άλλωστε ο Σεντάρις στρέφει τις περισσότερες φορές το μολυβένιο στόχαστρό του στον ίδιο του τον εαυτό, προτιμώντας να γίνει αυτός υποκείμενο έκθεσης και μείωσης παρά οποιοσδήποτε άλλος.

Όπως συμβαίνει με τέτοιες απόλυτες περιπτώσεις, η υποδοχή της κριτικής είναι ντουμπλ φας: οι μεν χαιρετούν εγκάρδια το πνεύμα του Μαρκ Τουέιν, οι δε φωνάζουν «φτάνει με τα οικογενειακά ανέκδοτα, τρία βιβλία είναι υπεραρκετά, ας δούμε την αξία του σε κανένα μυθιστόρημα». Μερικές ιστορίες του, πάλι, είναι τόσο εξωφρενικές ώστε η δυσπιστία αντικαθιστά το αβίαστο χαχανητό. Όμως το 51χρονο αυτό παιδί έχει μεγάλο ταλέντο στο είδος του, τελεία και παύλα. Αφήστε που πάνω απ’ όλα είναι ένα βαθύτατα αισιόδοξο βιβλίο από πολλές απόψεις: ναι, μπορείς να βγεις σώος και νορμάλ ακόμα και κάτω από τέτοιες συνθήκες, χωρίς ένα βουνό κόμπλεξ ή κανέναν ανεπανόρθωτο ευνουχισμό.

O ελληνικής μακροκαταγωγής Αμερικανός συγγραφέας σήμερα ζει στο Παρίσι και συνεχίζει τις αναγνώσεις ιστοριών του σε Ευρώπη και Αμερική (σε θέατρα, κλαμπ κλπ. – μια διαδεδομένη πρακτική έξω). Κάπως έτσι γνωρίστηκε με έναν ραδιοφωνικό παραγωγό του National Public Radio και, συνακόλουθα, με μερικά εκατομμύρια ακροατών, μεταξύ των οποίων κι ένας εκδότης και ούτω καθεξής… Επιβιώνει με τις πωλήσεις των βιβλίων, την ραδιοφωνική εκπομπή και τις αναγνώσεις. Οι κινηματογραφιστές τον περιτριγυρίζουν για τα δικαιώματα των έργων του – προς το παρόν απέρριψε πρόταση του Γουέιν Γουάνγκ και σκέφτεται άλλη του Τζέισον «Juno» Ράιτμαν. Αγαπημένες του πένες οι Richard Yates (Revolutionary Road, Eleven Kinds of Loneliness), Tobias Wolff (The Night in Question) και η Susan Sheehan (του New Yorker). Έχοντας επιβιώσει και από μια επταετία ναρκωτικών (από τα 20 ως τα 27), επιμένει πως η ζωή όλων των ανθρώπων μπορεί να γίνει μυθιστόρημα αν τη δει κανείς από τη κατάλληλη οπτική γωνία.

Συνεταγμένες: David Sedaris, Naked, 2006. Ελληνική μετάφραση: Μυρσίνη Γκανά, εκδόσεις Μελάνι, 2007, σελ. 406. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορούν και τα Μια σχεδόν φυσιολογική οικογένεια και Εγκώ μιλήσει καλά κάποια μέρα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15414

05
Μάι.
08

Club 8 – The boy who couldn’t stop dreaming (Labrador, 2008)

 


Ο Johan Angergard είναι ο ιδιοκτήτης της Labrador, φροντάρει τους Legends και συμμετέχει χωρίς αρχηγικές βλέψεις στους Acid House Kings. Η Karolin Komstedt έχει το χάρισμα της φωνής. Οι δυο τους ως Club 8 ζουν στην Στοκχόλμη και έφτασαν αισίως στον 6ο δίσκο τους, 12 χρόνια μετά το ντεμπούτο στην Sarah (Nouvelle). Αγαπούν τόσο πολύ τους Television Personalities ώστε είναι η δεύτερη φορά που τιτλοφορείται δίσκος από τραγούδι τους (προηγήθηκε το Strangely Beautiful το 2003). Αποκλειστικά στα χαρτιά όμως, γιατί τραγουδίζουν χωρίς εντάσεις και γκρίνιες, όπως ο κυρ Νταν. Μοναδικό κοινό σημείο τους μια υπόγεια ειρωνεία στους στίχους, για όποιον δε βαριέται να τους προσέξει. Παίζουν κυρίως ακουστική ποπ, με αργές ταχύτητες και συνεχή λοξοκοιτάσματα στα αντίστοιχα 60ς.

Μπράβο μικρέ, αυτό θα πει σωστό γράψιμο. Υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο. Λείπει όμως η προσωπική σου γνώμη. Λοιπόν;

Δε μου άρεσε κύριε, πολύ μελαγχολία έπεσε. Αν καθόμουν να ακούσω τέτοια αργόσυρτα ποπάκια καμιά Κυριακή απόγευμα, την ώρα των περισσότερων αυτοκτονιών, θα δικαίωνα τις στατιστικές. Μήπως το πιο πειστικό death σήμερα είναι η μελαγχολική ποπ; Γιατί δεν γράφουν περισσότερα «γρήγορα» τραγούδια, όπως το Heaven ή το εξοχότατο Whatever You Want; Ή έστω κομμάτια γραμμένα για εμάς, όπως το Football Kids, όπου καθρεφτίζονται οι Camera Obscura, ή για εσάς, όπως το When I Come Around που δείχνει προς την οδό Smiths. Όλα τα υπόλοιπα είναι μπαλάντες βουτηγμένες στη θλίψη, για πολύ εύθραυστες καρδιές, για πολύ πεσμένα φύλλα. Προτιμώ άλλα σχήματα από την Άνω Σκανδιναβία. Αλλά δεν τα γράφω γιατί θα μου λέτε πάλι μετά πως είμαι εκτός θέματος.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15328




Μαΐου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.   Ιον. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 994.657 hits

Αρχείο

Advertisements