Αρχείο για Ιουνίου 2008

25
Ιον.
08

Περιοδικό Διαβάζω, τ. 486 (Ιούνιος 2008)

 

Το τεύχος του πρώτου καλοκαιρινού μήνα επιχειρεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο αφιέρωμα στην σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία και τους γαλλόφωνους συγγραφείς. Εδώ δεν έχουμε απλώς τις μελέτες δυο δικών μας ειδικότατων ειδικών (Λάκης Προγκίδης, Ελένη Ζέρβα) αλλά και κείμενα μιας πλειάδας Γάλλων που στριμώχνουν το θέμα απ’ όλες τις πλευρές, μέχρι να τα ομολογήσει όλα, καθώς και σειρά κριτικών και παρουσιάσεων γαλλικών βιβλίων που κυκλοφορούν στη χώρα μας. Ακόμα και ο Gilles Leroy (συγγραφέας του ιδιαίτερα ενδιαφέροντος Ένα μπλουζ για τη Ζέλντα) μας προτείνει, μεταξύ άλλων, σε συνέντευξή του γνωστούς και άγνωστους γαλλόφωνους μάστορες της πένας. Μετά απ’ όλα αυτά, γέμισε πάλι με ονόματα το σημειωματάριό μου…

Η επόμενη ενδιαφέρουσα στάση γίνεται στις σελίδες για τα φετινά λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού με τις αναλυτικές βαθμολογίες κλπ., βραβεία που αφενός ήταν «μη αναμενόμενα», αφετέρου ανέβασαν κι άλλο τον πήχυ, επιλέγοντας βιβλία μικρότερων εκδοτικών οίκων, όπως π.χ το (εξαιρετικό) Ερώτων και αοράτων του Γ. Παναγιωτίδη των (εξαιρετικών) εκδόσεων Γαβριηλίδη στην κατηγορία του μυθιστορήματος (το οποίο, με την ευκαιρία, διυλίζεται στην στήλη Κόντρα Διάβασμα).

Άξια αποδελτίωσης, ακόμη, ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Γιώργου Ξενάριου σχετικά με την απογοητευτική δεύτερη εμφάνιση πολλών συγγραφέων που εντυπωσίασαν με το πρώτο τους βιβλίο (στη μουσική το πάμε στο λεγόμενο δύσκολο τρίτο άλμπουμ, χωρίς ποτέ να καταλάβω γιατί), κι ένας φόρος τιμής στον υπέροχο εκλιπόντα Μήτσο Αλεξανδρόπουλο που έγραψε, μετάφρασε και διέδωσε όσο λίγοι την ιδανική λογοτεχνία.

Στο σκίτσο, το αμφιλεγόμενο τέκνο της γαλλικής λογοτεχνίας, Michel Houellebecq (Μισέλ Ουελμπέκ)

24
Ιον.
08

Χαρούκι Μουρακάμι – Το Κουρδιστό Πουλί

Ένιωθα σαν να είχα γίνει μέρος ενός κακογραμμένου μυθιστορήματος, σαν κάποιος να με έψεγε για το ότι ήμουν εντελώς εξωπραγματικός. Και μπορεί να είχε και δίκιο. (σ. 256)

Φακελος φιλοξενούμενου: Κιότο, 1949. Παρουσιάζεται ως ο σημαντικότερος Ιάπωνας συγγραφέας μετά τους Τανιζάκι, Καβαμπάτα και Μισίμα, με επιρροές αλλά και αποστάσεις κι από τους τρεις. Ιδιαίτερη και αγαπητή πένα, καθιερωμένος στη χώρα του ως συγγραφέας ποπ κουλτούρας αρχικά, ως καλτ περίπτωση αργότερα, μετέφρασε και παρουσίασε στη χώρα του τους Fitzgerald, Carver, Irving and Theroux. Φανατικός λάτρης της τζαζ και συλλέκτης δίσκων βινυλίου, είχε για χρόνια με την γυναίκα του το τζαζ μπαρ Peter Cat. Έργα του μεταξύ άλλων: Hear the wind sing (1979), Pinball 1973 (1980), A Wild sheep chase (1982), South of the border, west of the sun (1992), Τhe elephant vanishes (1993), Kafka on the shore (2005). Τα Norwegian wood (1987) και Sputnik sweetheart (1999) (που ενέπνευσε την ομώνυμη στήλη μας) κυκλοφορούν εδώ από τις ίδιες εκδόσεις και έχουν κλείσει δωμάτιο στο πανδοχείο μας μες το καλοκαίρι.

Πλοκή: Ο φιλήσυχος και μονίμως αμήχανος Τόρου Οκάντα, ένας εντελώς καθημερινός τυπάκος που μοιράζεται μια επαναλαβανόμενη και απαράλλακτη ζωή με την σύζυγό του, Κουμίκο, μένει άνεργος και αναλαμβάνει το σπίτι. Ακούει μουσική, μαγειρεύει, διαβάζει βιβλία και σκέφτεται, μέχρι την στιγμή που θα εξαφανιστεί η γάτα του, αρχικά, και η γυναίκα του, λίγο αργότερα.

Προσπαθώντας να την «επαναφέρει», θα συναντηθεί με μια σειρά προσώπων που θα σφηνωθούν απρόσκλητα στην ψυχολογία του και θα τον οδηγήσουν σε περιοχές που ποτέ δεν φανταζόταν. Θα φτάσει μέχρι τον πάτο ενός πηγαδιού και ίσως στον ύστατο χώρο, το δωμάτιο που λέγεται εαυτός: εκεί θα πρέπει να αντικρίσει κατάματα την κάθε χαρακιά στον τοίχο, να ανοίξει όλα τα σφραγισμένα παράθυρα και τις ερμητικές πόρτες που οδηγούν … πού άραγε; Το πέρασμα προς τον χώρο αυτό θα είναι το πιο αναπάντεχο σημείο: ένα αδιέξοδο δρομάκι κοντά στο σπίτι του, μια πέτρινη γούρνα κι ένα εγκαταλλειμένο πηγάδι.

Εργαστήρι: Ο Μουρακάμι γράφει με εξαιρετικά απλό τρόπο, εισάγοντάς μας νωχελικά και φυσικά στο κλίμα των ιστοριών του. Αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και πιτσιλάει την ρεαλιστική του πρόζα με δροσερές σταγόνες χιούμορ. Δεξιοτεχνεί ποικίλα είδη (νουάρ, μεταφυσική, ρεαλισμό, υπερρεαλισμό) και χειρουργεί περίτεχνα άπειρες εγκιβωτισμένες ιστορίες στο σώμα της αφήγησής του.

Γκράφιτι: Τα δέκα λεπτά μπορούν να διαρκούν περισσότερο απ’ όσο νομίζεις. // Ίσως όταν οι άνθρωποι παύουν να τα κοιτάνε, τα άψυχα αντικείμενα να γίνονται ακόμα πιο άψυχα. // Μερικά είδη πληροφορίας είναι σαν τον καπνό: βρίσκουν τον τρόπο να χωθούν στα μάτια και στα μυαλά των ανθρώπων είτε το θέλουν εκείνοι είτε όχι, χωρίς να νοιάζονται καθόλου για τις προσωπικές προτιμήσεις.

Θέλγητρα: Βασικό θελκτικό στοιχείο της μουρακαμικής πένας, είναι οι χαρακτήρες του, όλοι αυτοί οι κουρδισμένοι της διπλανής πόρτας και της αιώνιας ρουτίνας, που στέκονται σαστισμένοι μπροστά στις φυγόκεντρες δυνάμεις που τους τραβούν έξω έξω από αυτήν. Οι αδελφές Κάνο (νομίζω από τις πλέον ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες των τελευταίων χρόνων), η μοναχική γειτόνισσα Μαγιού, 16χρονη αλλά με πλήρη (συν)αίσθηση του κόσμου γύρω της ή ο αμοραλιστής αδελφός της Κουμίκο, Νομπόρου Γουατάγια (ανερχόμενος πολιτικός και κατασκευαστικό προϊόν των ΜΜΕ, που μιλάει και κινείται ακριβώς όπως οι άνθρωποι της τηλεόρασης), ένας παλιός στρατιώτης, ο υπάλληλος του καθαριστηρίου, κάποιες άγνωστες φωνές στο τηλέφωνο… Και η σύνδεση της φωνής του μηχανικού πουλιού με κάθε ελαφρά στροφή της μοίρας του ήρωα, ευφυής. Τι παράξενο: ένας άντρας που σπανίως ξεμακραίνει από το τετράγωνο της πολυκατοικίας του να ζει τέτοιες περιπέτειες!

Τα βιβλία του Μουρακάμι έχουν αποπλανητικές ιδιότητες: ξεκινούν απλά, συνεχίζουν με καλλιγραφημένο ρυθμό και σιγά σιγά απλώνονται σαν βούτυρο στη σελίδα τόσα πολλά θέματα (παγωμένη συμβίωση, προσωπικές σχέσεις, σύγχρονη πολιτική, συλλογική μνήμη, θέση της φιλοσοφίας σήμερα, σεξ, βία) χωρίς να φορτώνεται η πλοκή. Ακόμα και οι σουρεαλιστικές ή μεταφυσικές του σελίδες φαντάζουν στον αναγνώστη ως ό,τι φυσιολογικότερο.

Αποσπάσματα: Εδώ λοιπόν, σ’ αυτό το σκοτάδι με την παράξενη σπουδαιότητά του, οι αναμνήσεις μου άρχισαν ν’ αποκτούν μια δύναμη που δεν είχαν ποτέ πριν. Οι αποσπασματικές εικόνες που αναβίωναν μέσα μου ήταν κατά μυστήριο τρόπο πολύ ζωηρές και λεπτομερείς, σε σημείο που να νομίζω ότι θα μπορούσα να τις αγγίξω με τα χέρια. (σ. 315)

Δεν ήταν απ’ αυτά τα έντονα και αυθόρμητα συναισθήματα που χτυπάνε κατακέφαλα δυο ανθρώπους σαν ηλεκτρική εκκένωση όταν πρωτοσυναντιούνται, αλλά κάτι πιο ήρεμο και πιο γλυκό, σαν δυο μικρά φωτάκια που ταξιδεύουν συντονισμένα μέσα σ’ένα απέραντο σκοτάδι και στην πορεία αρχίζουν ανεπαίσθητα να πλησιάζουν το ένα το άλλο. (σ. 316)

Μουσική: Είναι γνωστή η λατρεία του Χ.Μ. στην jazz αλλά και οι μπόλικες μουσικές αναφορές στις σελίδες του. Εδώ κάποια στιγμή ο Τόρου δηλώνει πως η ηλικία, το ύψος κλπ ως στοιχεία ταυτότητας δεν σημαίνουν τίποτα, και ότι εκείνο που νοιώθει πως τον εξατομικεύει είναι ένα υπογεγραμμένο αντίτυπο του Sketches of Spain του Miles Davis (συν το ότι θυμάται όλα τα ονόματα των αδελφών Καραμαζώφ!). Αργότερα θα διατυπώσει τις χάρες της καθαρής τζαζ των Albert Alyer, Don Cherry, Cecil Taylor. Από την άλλη, οι jazz/electronica/funk Aeroplain έφτιαξαν τον δίσκο The wind-up Bird Chronicles όπου κάθε κομμάτι εμπνέεται από ένα μέρος του βιβλίου (http://aeroplain.interiority.com).

Επίλογος: Κάπως έτσι πλάθεται το μυθιστόρημα της σύγχρονης δυτικοποιημένης Ιαπωνίας, χωρίς το παραμικρό εξωτικό-φολκλορικό στοιχείο, αλλά με βαθύτατη γνώση των ριζών της, με πρόσωπα που βουτούν την ανατολική σκέψη και μυστικισμό στις σύγχρονες new age νεοφιλοσοφίες για να μπορέσουν να πλοηγηθούν στον νέο τους κόσμο. Στην μεταμοντέρνα οδύσσεια του Κουρδιστού Πουλιού όλοι αναζητούν μια προσωπική ταυτότητα, κι ένα λόγο ύπαρξης να συνεχίσουν να ζουν. Οι χαρακτήρες, η σύγχρονη Ιαπωνία και ίσως ο ίδιος ο Χαρούκι.

Συντεταγμένες: Haruki Murakami, The Wind-Up Bird Chronicle, 1995 (ιαπ.), 1997 (αγγλ.). Στα ελληνικά: μτφ.: Λεωνίδας Καρατζάς, εκδόσεις Ωκεανίδα, 2005, σ. 862.

Επισκεπτήριο: http://www.murakami.ch/.,
http://www.randomhouse.com/features/murakami/site.php?id=

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15584

19
Ιον.
08

Βικτόρ Σερζ – Υπόθεση Τουλάγεφ

Οι ίδιες οι ιδέες συσπώνταν σε έναν μακάβριο χορό, τα κείμενα σήμαιναν ξάφνου το αντίθετο από αυτό που διακήρυσσαν, μια παραφροσύνη παράσερνε τους ανθρώπους, τα βιβλία, την Ιστορία που τη θεωρούσαν εκπληρωμένη και δεν ήταν άλλο από μια γελοία εκτροπή… (σ. 312)

Η ζωή του Βικτόρ Σερζ (Βικτόρ Λβόβιτς Κίμπαλτσιτς, Βρυξέλλες 1890) υπήρξε μια συνεχής εναλλαγή παθιασμένων πολιτικών αγώνων και διωγμών. Κοσμοπολίτικο κι επαναστατικό πνεύμα, βρέθηκε στην κοχλάζουσα Ρωσία (1919), αφού φυλακίστηκε στο Παρίσι (1912-1917) λόγω συμμετοχής σε αναρχοαυτόνομη τρομοκρατική οργάνωση κι έζησε τις εξεγέρσεις της Βαρκελώνης. Υπηρέτησε ενθουσιωδώς το Κόμμα, διαγράφτηκε λόγω της σύνταξής του με τον Τρότσκι, κατήγγειλε την σταλινική τρομοκρατία, εκτοπίστηκε στη Σιβηρία (1933) και αποφυλακίστηκε χάρη στις παρεμβάσεις των Μαλρό, Ζιντ, Ρολάν κ.ά. (1936). Πέθανε κυνηγημένος και πάμφτωχος στο Μεξικό (1947), έχοντας ολοκληρώσει την Υπόθεση Τουλάγεφ (1942), το χειρόγραφο της οποίας διέσωζε σε όλες τις περιπλανήσεις του.

Επίκεντρο της κυκλικής πλοκής αποτελεί η δολοφονία ανώτατου κομματικού στελέχους – μια στιγμιαία πράξη δικαιοσύνης, υποσυνείδητη κι ενσυνείδητη μαζί. Οι ένοχοι δεν θα βρεθούν, συνεπώς πρέπει να επινοηθούν ως συνωμότες. Η εξόντωσή τους θα ακολουθήσει, μέσω μιας χαώδους γραφειοκρατίας, τις μεθόδους του σταλινικού ολοκληρωτισμού: συκοφάντηση, κοινωνική απομόνωση, ανάκριση, κατασκευασμένη ομολογία, ατίμωση, θάνατος, και, πέρα από αυτόν, το στίγμα της προδοσίας.

Εδώ δεν έχουμε απλά μια ρεαλιστική εικόνα της σκοτεινής δεκαετίας του ’30, των δικών της Μόσχας και της εξόντωσης εκατομμυρίων επαναστατών. Δέκα αυτόνομα κεφάλαια, με διαφορετικό κεντρικό πρόσωπο, σχηματίζουν ένα πολυποίκιλο ψηφιδωτό της ρωσικής ζωής την εποχή της «ανοικοδόμησης του κόσμου», όπου κάθε διαφωνία σήμαινε προδοσία, με ψηφίδες του τις ζωές πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων: από τον πιστό επαναστάτη στον ασήμαντο γραφειοκράτη, από τον υψηλόβαθμο αξιωματούχο στον ταπεινό χωρικό, από τον παθητικά υπάκουο υπάλληλο στον ασυμβίβαστο, συνεπή ιδεολόγο, από τον ενθουσιώδη άνθρωπο της δράσης μέχρι τον θεωρητικό και διανοούμενο που βλέπει τις γνώσεις του να αποβαίνουν άχρηστες.

Οι κεντρικοί – απόκεντροι αυτοί χαρακτήρες αποτελούν, κατά τον Σερζ, μια «αόρατη διεθνή» προσώπων που ζουν σε μια μεταβατική εποχή, όπου, συνεπώς, δεν υπάρχει ευτυχία, σε μια χώρα που έχει λιποτακτήσει από τον ίδιο της τον εαυτό, όλοι θανατοποινίτες με αναστολή, ζώντας παρέα με τον φόβο όπως με μια κήλη (ανθολογώντας τις εκφράσεις τεσσάρων διαφορετικών ηρώων), μια εποχή που οι παλιοί επαναστάτες απέφευγαν ο ένας τον άλλον, για να μην κοιταχτούν στα μάτια, να μην πουν αισχρά ψέματα καταπρόσωπο, να μην σκαλώσουν στα ονόματα συντρόφων που έχουν εξαφανιστεί, να μην εκτεθούν σφίγγοντας κανένα χέρι, να μην το έχουν βάρος στη συνείδησή τους που δεν το έσφιξαν.

Τους παρατηρούμε στα απομακρυσμένα χωριά με τις αραιές ίσμπες, στα ασφυκτικά κοινοβιακά διαμερίσματα ή στις απομονωμένες βίλες μες τα δάση, στα γκρίζα γραφεία με το ίδιο πορτρέτο του Αρχηγού, όπου εκατοντάδες ένστολοι ζυμώνουν μέρα νύχτα ατέλειωτους φακέλους κι αναφορές, και ζυμώνονται απ’ αυτούς…. Τους παρακολουθούμε στις κομματικές γιορτές, στα χωριά που ρημάχτηκαν από την επιβεβλημένη κολλεκτιβοποίηση, στις προσπάθειές τους να εναρμονιστούν με ντιρεκτίβες, πλάνα και στατιστικές. Κι όταν στενεύσει ο κλοιός, να αναπολούν «τη σαρκική τους ζωή που έχει τελειώσει» και να βυθίζονται στον φόβο ή να ελπίζουν σε δικαιοσύνη.
Ο άλλοτε ισχυρός Έρχοφ θα αδυνατεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και θα παραμιλάει στον ύπνο του διότι οι ανακρίσεις συνεχίζονταν στα όνειρά του, ο φυλακισμένος Ρουμπλιόφ θα αντλεί θάρρος από φανταστικούς διαλόγους με τη γυναίκα του και θα εύχεται: «Ας μου στείλουν κανέναν καλύτερο (ανακριτή) ή ας με εκτελέσουν χωρίς εξηγήσεις». Ο Ρύζικ, περιφερόμενος από φυλακή σε φυλακή, τόσο κουρασμένος που δεν τα κατάφερνε πια να σκεφτεί, με το μυαλό του να αναβοσβήνει σαν τα κίτρινα φανάρια που οι σιδηροδρομικοί περιφέρουν πάνω-κάτω στις ράγες άγνωστων σταθμών, θα περιμένει με ανακούφιση τον θάνατό του, όχι προτού πάρει μια έσχατη νίκη αξιοπρέπειας.

Δίπλα τους κινούνται ελάσσονες ήρωες με ανάλογη προδιαγεγραμμένη πορεία: τα κορίτσι του εργοστασίου, παθιασμένο με τις μηχανές και τους αριθμούς, ο Φιλίποφ που ζει χωρίς γυναίκα, γιατί δεν θέλει να είναι δύο που θα ξυπνάνε μες στη νύχτα και θα αναρωτιούνται αν είναι η τελευταία τους, η κοπέλα του εργοταξίου του μετρό που ωθείται στην αυτοκτονία, θύμα του τριπτύχου «εφημερίδα τοίχου, διαγραφή, χλευασμός», ο επιτηρητής του Ρύζικ σε ένα απομακρυσμένο κολχόζ, που γίνεται φίλος μαζί του, προτού αναχωρήσουν με έλκηθρο για το τέλος του στην Μόσχα (αναχώρηση που περιγράφεται σε μερικές συγκλονιστικές σελίδες). Ήρωες χθες, σκουπίδια σήμερα, αυτή είναι η διαλεκτική της Ιστορίας (σ. 155).

Η περιγραφή της δράσης τους αλλά και των σκέψεών τους, με εσωτερικούς μονολόγους και τραγικούς διαλόγους, σε συνδυασμό με κολάζ από αναφορές, βιογραφικά διωκόμενων, φωνές από ραδιόφωνο ή μεγάφωνα, συνθέτουν ένα συναρπαστικό «ψυχολογικό και κοινωνικό» μυθιστόρημα. Η πολυφωνική αφήγηση συνδυάζεται σε ένα δεύτερο (συμβολικό; ) επίπεδο με λυρικότατες περιγραφές των κατάλευκων νυχτών, που μοιάζουν «με γιορτή του πάγου», με τους κρυστάλλους του χιονιού να αντανακλούν το φως των αστεριών. Θαρρείς πως αυτές οι «σπινθηροβόλες νύχτες με το ζείδωρο κρύο» και τη θαμπή λευκότητα άλλοτε αλαφρώνουν τις ψυχές κι άλλοτε τις «σαβανώνουν», σκεπάζοντας την απόγνωσή τους.
Η ματιά του Σερζ σε αυτή την τραγική περίσταση είναι πολυπρισματική και ψύχραιμη, με ταυτόχρονη επίγνωση μιας ιστορικής ήττας και αναζήτηση φωτός, αντίστοιχου με εκείνο της αστρικής ανθοφορίας του ρωσικού ουρανού. Αναρωτιέται κανείς, πόση, άραγε, πνευματική ρώμη χρειάζεται για να οργανώσει κανείς αυτό το αχανές υλικό και να το μεταπλάσει σε έξοχη μυθοπλασία, έχοντας μηδαμινές ελπίδες έκδοσης.
Γιατί όμως καταδικάστηκε στη λήθη ένας συγγραφέας που έζησε εκ των έσω μια από τις οριακότερες ιστορικές στιγμές του προηγούμενου αιώνα κι έγραψε για την τραγική κατάληξη αναρίθμητων επαναστατών (κατάληξη που ο ίδιος απέφυγε χάρη σε διάφορες συγκυρίες), τη στιγμή εξάλλου που υπήρξε ένας από τους πρώτους συγγραφείς έγραψαν για τα Γκουλάγκ (στο μυθιστόρημα Μεσάνυχτα στον αιώνα, 1939) και ονόμασαν την Σοβιετική Ένωση «ολοκληρωτικό κράτος» (σε προσωπική επιστολή); Η Σούζαν Σόνταγκ, που εκφράστηκε ενθουσιωδώς για το έργο του Σερζ και φρόντισε για την αποκατάστασή του, δίνει τις δικές της πειστικές εξηγήσεις στην εισαγωγή της έκδοσης του 2004: η Υπόθεση Τουλάγεφ υπήρξε άχρηστη ως ψυχροπολεμικό όπλο κατά του κομμουνισμού. Πράγματι, ο Σερζ με έναν πλούσιο και πυκνό λόγο εκθέτει όλες τις απόψεις και φωτίζει όλες τις πλευρές της τραγικής περιόδου από την προσωπική σκοπιά του καθενός από τους χαρακτήρες του, μακριά από κηρύγματα και ιδεολογήματα. Η κριτική της χρησιμοποίησης του μαρξισμού δεν αναιρεί την πίστη στις αξίες του.
Ο Ρύζικ μέσα απ’ το κελί του σκέφτεται: Σήμερα χρειάζονταν βιβλία φλογερά, να ξεχειλίζουν από μια αδιάσειστη ιστορική άλγεβρα, από ανελέητα κατηγορητήρια, βιβλία που θα έκριναν αυτή την εποχή: η κάθε γραμμή τους θα πρέπει να είναι αμείλικτης ευφυΐας, τυπωμένη με καθαρά φλόγα. Αυτά τα βιβλία θα γεννηθούν αργότερα. (σ. 320). Ο Σερζ πιθανώς θα διαφωνούσε, αλλά επιτρέψτε μου να φωνάξω πως η Υπόθεση Τουλάγεφ είναι ακριβώς ένα τέτοιο ευφυές και φλογερό βιβλίο. Χάρη στο επίμετρο του Ρόμπερτ Γκρίμαν (στην ουσία ένα πλήρες κριτικό σημείωμα), τις σημειώσεις και την μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια, γνωρίζει και εδώ την έκδοση που του αρμόζει.

Συντεταγμένες: Victor Serge, L’ affaire Tulaév. Στα ελληνικά: εκδόσεις Scripta, 2007.

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομευμένη μορφή): Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 14 (καλοκαίρι 2008).

17
Ιον.
08

Εκ της ρεσεψιόν.

 

Λόγω κάποιας (ελπίζω προσωρινής) δυσλειτουργίας του wordpress, πολλοί από τους σύνδεσμους στην δεξιά πλευρική στήλη δεν λειτουργούν. Συνεπώς σε περίπτωση που θέλετε να επισκεφτείτε κάποιο κείμενο, αναγκαστικά πρέπει να το ψάξετε σε όλο το Πανδοχείο, μεταβαίνοντας στις «παλαιότερες καταχωρήσεις», στο τέλος κάθε σελίδες.

15
Ιον.
08

Αρτ Σπίγκελμαν – MAUS: Η ιστορία κάποιου που επέζησε.

Ι. Ο πατέρας μου αιμορραγεί ιστορία
ΙΙ. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματά μου

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αρτ Σπίγκελμαν, Στοκχόλμη, 1948, Κορυφαία προσωπικότητα των εναλλακτικών κόµικς, συνδημιουργός του Arcade (1975), ιδρυτής του πρωτοποριακά πειραματικού Raw (1980) και αργότερα του Little Lit. Επί χρόνια συνεργάτης του New Yorker και σχεδιαστής ορισμένων προκλητικών εξώφυλλων του New Yorker (βλ. παθιασμένο φιλί Εβραίου ραβίνου και αφροαμερικανής μαύρης), παραιτήθηκε λόγω ελέγχου πάνω στο έργο του. Ζώντας ελάχιστα τετράγωνα μακριά από το Ground Zero της 11/9, δήλωσε πως, μετά την επίθεση, συνειδητοποίησε ότι «ξόδευε άσκοπα το χρόνο του κάνοντας οτιδήποτε άλλο εκτός από κόμικς». Σήμερα εξακολουθεί να ζει στη Νέα Υόρκη με την οικογένειά του.

Ήρωες: Βλάντεκ Σπίγκελμαν: πατέρας του συγγραφέα – σχεδιαστή. Άνθρωπος «κοινός» και πραγματιστής προσγειωμένος, με επίγνωση του προσφυγικού χαρακτήρα του εβραϊσμού του και με ενοχές για την αγωνία της επιβίωσης που υπερισχύει των πάντων. Βιώνει τον πόλεμο και τα αδιανόητα καθέκαστα και βγαίνει ζωντανός από το Άουσβιτς. Ο ίδιος Βλάντεκ;

Αρτ Σπίγκελμαν : δεν είναι απλώς ο απόγονος ενός επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος αλλά και ένας νευρωτικός αδιε-ξοδεμένος νεοϋορκέζος που πασχίζει να βρει τη δική του έξοδο κινδύνου /τον δικό του δρόμο μεταξύ ζωής και τέχνης. Κυνηγημένος και ο ίδιος από άλλα φαντάσματα του παρελθόντος του, όπως η αυτοκτονία της μητέρας του (που περιγράφεται σε ένα διαφορετικής τεχνοτροπίας εμβόλιμο τετρασέλιδο κόμικς με τίτλο Κρατούμενος στον πλανήτη Κόλαση), επιχειρεί το δύσκολο: την οριστική βαθιά «συνομιλία με τον πατέρα». Ο πρώτος θύμα της Ιστορίας, ο δεύτερος θύμα των συνεπειών της.

Πλοκή: Η συνομιλία τους είναι δύσκολη γιατί αφενός διακόπτεται από την πραγματική καθημερινότητα (συνεπώς εδώ έχουμε ιδιαίτερα έξυπνη διπλή αφήγηση του τότε και του τώρα), αφετέρου πρέπει και οι δύο να ξεπεράσουν πολλαπλά ψυχολογικά εμπόδια ώστε να φτάσουν στον πυρήνα της διήγησής τους. Ο γιος άλλωστε δεν μπορεί να μείνει απλός ακροατής – πρέπει ο ίδιος να εμπνεύσει τον πατέρα του να βάλει την ζωή του σε λέξεις.

Θέλγητρα: Κάπως (και) έτσι πρέπει να γράφεται η Ιστορία: βιογραφώντας τους καθημερινούς ανθρώπους και την αναπότρεπτη μεταστροφή των βίων τους υπό το βάρος της. Αυτή την «μικροϊστορία» των προσώπων που βιώνουν την απώλεια των πάντων δεν φοβήθηκε να γραφοζωγραφίσει ο Σπίγκελμαν, αγγίζοντας μάλιστα το ύστατο «θέμα – αγκάθι» – γι αυτό και το Maus έχει θεωρηθεί ως ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία των κόμικς.

Είπαμε Ιστορία; Στην περίπτωση του Maus, το σύνηθες ερώτημα της ταξινόμησης είναι δυσκολότερο από ποτέ: πρόκειται για ιστορία, βιογραφία, αυτοβιογραφία, πρόζα ή κόμικς; Η επιτροπή που του έδωσε το Πούλιτζερ το 1992 πάντως είχε μπερδευτεί τόσο πολύ το ενέταξε σε ειδική κατηγορία! Ο Γιάννης Κουκουλάς σε μια ακόμα πλήρη εισαγωγή του απαντά καταφατικά σε όλα, προσθέτοντας και τα: αληθινό ντοκουμέντο, πολεμική ανταπόκριση, φιλοσοφικός στοχασμός, κοινωνικό δράμα, δημοσιογραφική έρευνα. Όποτε χρειαστεί επιχειρήματα και γι αυτά, εδώ είμαι.

Εργαστήρι: Ποτέ άλλοτε η τεχνική του ζωομορφισμού δεν ήταν τόσο κατάλληλη για την συγκεκριμένη περίσταση. Η ευφυής εικονογραφική αντιστοίχιση λαών και ζωικών μορφών (Εβραίοι – ποντίκια, Γερµανοί – γάτες, Πολωνοί – γουρούνια, Αµερικανοί – σκυλιά, Γάλλοι – βάτραχοι), εκτός από το προφανές παιχνίδισμα με στερεότυπα, δίνει ιδιαίτερα αλλόκοτο και κωμικοτραγικό χαρακτήρα στην ιστορία και δείχνει το μόνιμο κόμπλεξ της διαφορετικότητας. Ακόμη, φανταστείτε: μια τέτοια διπλή ιστορία δεν αρκείται σε συναρπαστικά κάδρα αλλάδιανθίζεται με χάρτες, αναφορές σε καίρια γεγονότα, φωτογραφίες, σχεδιαγράμματα και κατόψεις των χώρων της αγωνίας.

Συντεταγμένες: Art Spiegelman, MAUS: Α Survivor’s Tale: My Father Bleeds History. Στα ελληνικά: MAUS: H ιστορία κάποιου που επέζησε. Ι. Ο πατέρας μου αιμορραγεί ιστορία, μτφρ. Σάββας Μιχαήλ, 171 σελ., ΙΙ. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματά μου, μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, σελ. 138. Lettering σε αμφότερα Παυλίδα Καλλίδου, εκδόσεις Zoobus 2007 και 2008 αντίστοιχα.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

15
Ιον.
08

Πίτερ Κούπερ – Φραντς Κάφκα – Η Μεταμόρφωση

Η μεταφορά της λογοτεχνίας σε κόμικς (και πόσο μάλλον ενός καθοριστικού και πρωτοποριακού έργου) είναι επικίνδυνη και παγιδοφόρα. Αν δεν ολισθήσεις στην κατηγορία των Κλασικών Εικονογραφημένων, θα πρέπει να αντιμετωπίζεις συνεχώς τις συγκρίσεις. Κι όμως, ο Κούπερ, λάτρης του Κάφκα και του πρωτοποριακού του μυθιστορήματος, σχεδίασε το ασχεδίαστο και κατόρθωσε εκείνο που έμοιαζε αδύνατο.

Το σχέδιο είναι αυτονόητα ασπρόμαυρο και η ατμόσφαιρα αναμενόμενα μελαγχολική και υποβλητική. Γερό ατού του σχεδιαστή είναι οι χώροι και τα πρόσωπα. Οι πρώτοι είναι ασφυκτικοί και κλειστοφοβικοί, σχεδόν εισπνέεις τη σκόνη των πολυκαιρισμένων κατάκλειστων δωματίων με τις σκούρες ταπετσαρίες και τα βαριά έπιπλα. Όμως την ίδια στιγμή παίρνουν τα χαρακτηριστικά ενός συνηθισμένου αστικού σπιτιού. Οι δεύτερες αναδίνουν όλη την κλίμακα των τραγικών συναισθημάτων, από την λύπηση στον αποτροπιασμό και από την αγωνία στην παραίτηση. Ο Κούπερ συναρμόζει στοιχεία γερμανικού εξπρεσιονισμού και αμερικάνικων κόμικς (δεν είναι τυχαίο που σε ορισμένες ανεπαίσθητες περιπτώσεις φωλιάζει υπόγειο χιούμορ) και απεικονίζει ολοζώντανα την ολική αλλοτρίωση του ήρωα και τη δική μας, κι ας μην μεταμορφωθήκαμε (ακόμα) σε κατσαρίδες.

Ο εκδότης, όπως θα διαβάσετε λίγο πιο κάτω, με σπάνια ειλικρίνεια υποστηρίζει πως πρέπει κανείς να διαβάσει πρώτα το μυθιστόρημα και μετά να καταδυθεί στο κόμικς. Καθώς θυμάμαι το αρχικό μου έντρομο σάστισμα όταν το πρωτοδιάβασα γύρω στα είκοσί μου, σκέφτομαι πως και το αντίστροφο ίσως θα αποτελούσε αλησμόνητο μπάσιμο στον Καφκικό κόσμο για κάποιο νέο αναγνώστη. Ειδικά σε εκείνες τις σελίδες που το ίδιο το lettering μας αναγκάζει να το διαβάσουμε ακολουθώντας τις κινήσεις μιας κατσαρίδας που κάποτε έλεγαν Γκρέγκορ Σάμσα….

Συντεταγμένες: Franz Kafka’s, The metamorphosis, adapted by Peter Kuper, 2004. Στα ελληνικά: μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, επιμ. κειμ.: Παντελής Μπουκάλας, lettering: Γιάννης Ζούμπας, εκδόσεις Zoobus 2007.

(Στην φωτογραφία: Πίτερ Κούπερ)

Συνομιλία με τον εκδότη Γιάννη Ζούμπα
Λίγα λόγια για τις εκδόσεις Zoobus.
Ξεκινήσαμε πριν από ενάμιση περίπου χρόνο κυρίως για να καλύψουμε ένα κενό το οποίο πιστεύω ότι υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια στην ελληνική αγορά. Όπως είναι φυσικό δεν περιμένουμε να καλύψουμε όλο το κενό αλλά είμαστε αποφασισμένοι να συμβάλλουμε τα μέγιστα στο να εκδοθούν κάποιοι σημαντικοί τίτλοι comics και στη χώρα μας. Και είναι ιδιαίτερα ευχάριστο το ότι και άλλοι εκδοτικοί οίκοι κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Ακόμα πιο ευχάριστο δε είναι το ότι υπάρχει ένα καλό κλίμα μεταξύ μας και δεν το βλέπουμε ανταγωνιστικά.

 

Με ποιο σκεπτικό ξεκίνησες με τα δυο συγκεκριμένα κορυφαία κόμικς;
Κατ’ αρχήν είναι δυο ιστορίες οι οποίες μου άρεσαν πάντοτε για εντελώς διαφορετικούς βέβαια λόγους. Όταν σκεφτόμουν τους τίτλους που θα μπορούσαμε να εκδώσουμε είχα την αίσθηση ότι το Maus είχε ήδη κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Ευτυχώς όμως ρώτησα έναν άνθρωπο που εκτιμώ ιδιαίτερα και μου το πρότεινε. Οπότε μάλλον η σύμπτωση και οι συγκυρίες αρχικά βοήθησαν στο να το βγάλουμε εμείς και όχι κάποιος άλλος εκδοτικός οίκος. Επιπλέον, το Maus ήταν μια εκδοτική πρόκληση καθώς για λόγους που τους κατάλαβα αργότερα κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να ασχοληθεί με την έκδοσή του. Τώρα, με την ολοκλήρωση και του δεύτερου τόμου μπορώ να πω ότι αισθάνομαι δικαιωμένος για την επιλογή αλλά και μεγάλη ανακούφιση. Θεωρώ ότι ήταν πολύ μεγάλη ευθύνη και χαίρομαι που τελικά όλα πήγαν καλά. Βέβαια θα πρέπει να δώσω ιδιαίτερη μνεία σε έναν αφανή ήρωα, την Παυλίνα Καλλίδου, που έκανε καταπληκτική δουλειά στο lettering. Όσο για τη Μεταμόρφωση δεν σου κρύβω ότι το πρωτότυπο ήταν πάντοτε ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία οπότε το θεώρησα «ιερό καθήκον» να το εκδώσουμε μιας και υπήρχε μια τόσο αξιοπρεπής comic εκδοχή του. Βέβαια εδώ τίθεται ένα μικρό ζήτημα. Θα προτιμούσα να το πάρει κάποιος που έχει ήδη διαβάσει το βιβλίο. Όσο καλή μεταφορά κι αν έχει κάνει ο Kuper δεν θα ήταν σωστό κάποιος να προτιμήσει την ευκολία των εικόνων από το πρωτότυπο κείμενο.
 

Πώς φαντάζεσαι τους αναγνώστες των δυο αυτών έργων;
Τους φαντάζομαι μάλλον ως μειοψηφία χωρίς αυτό να είναι κακό απαραίτητα.

Οι δικές σου εντυπώσεις από αυτά, ως αναγνώστη; Κάτι που σου άρεσε, κάτι που δε σου άρεσε;
Αυτό που δεν μου άρεσε καθόλου είναι το ότι οι δυο τόμοι του Maus κυκλοφόρησαν με διαφορά έξι μηνών μεταξύ τους. Δυστυχώς όμως οι συνθήκες ήταν τέτοιες που δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Τώρα ως αναγνώστης δεν μπορώ να είμαι πολύ αντικειμενικός αλλά δεν σου κρύβω ότι και τα δύο έργα με συγκινούν ιδιαίτερα. Κοινό μέτρο σύγκρισης είναι μάλλον ο ανθρώπινος παραλογισμός και η έννοια του καθήκοντος που ακόμη και σήμερα είναι μια περίεργή και μάλλον παρεξηγημένη έννοια. Αλλά οποιοσδήποτε μπορεί να δει διαφορετικά πράγματα σε όλες τις μορφές της τέχνης. Κάποιος μπορεί να συλλάβει π.χ. το κόκκινο τετράγωνο του Malevich ως ύστατη στιγμή τέχνης την ίδια στιγμή που ο διπλανός του βλέπει απλά ένα κόκκινο τετράγωνο και απορεί. Δεν είμαι πάντως σε θέση να κρίνω κανέναν από τους δυο. Η τέχνη είναι καθαρά προσωπικό ζήτημα του καθένα.

Τι να αναμένουμε στη συνέχεια;
Ένα από τα μεγαλύτερα παράπονα που έχω ως αναγνώστης comics στην Ελλάδα είναι το ότι οι περισσότερες εκδοτικές προσπάθειες που ξεκινούσαν φιλόδοξα και πολλά υποσχόμενες κατέληγαν στην ανυπαρξία λίγους μόλις μήνες μετά το ξεκίνημά τους. Θέλω να πιστεύω ότι οι εκδόσεις μας θα καταφέρουν να επιβιώσουν αν και η εποχή μας είναι λίγο δύσκολη σε πολλά επίπεδα. Το μόνο που χρειάζεται είναι υπομονή, σωστός προγραμματισμός, και φυσικά αναγνώστες.

Η συνέχεια προς το παρόν περιλαμβάνει: Andy Riley – Αυτόχειρες Κουνέλια, Steven Appleby – Αλλόκοτες οικογένειες, Charles Burns – Black Hole, David B. – Epileptic, Nakazawa – Barefoot Gen, Τόμος Α, Chris Ware – Jimmy Corrigan, the smartest kid on earth.

Αγαπημένοι κομικίστες, λογοτέχνες, μουσικοί ή αντίστοιχα έργα τους.
Θεωρώ πολύ σημαντικό το ότι μπορώ να γνωρίσω στο ελληνικό κοινό κάποια από τα αγαπημένα μου comics. Το Jimmy Corrigan το Μaus και το V for Vendetta είναι από τους πολύ αγαπημένους μου τίτλους. Θα μπορούσα να απαριθμήσω κι άλλους όμως θα ήταν καλύτερα να μην προδώσω τα εκδοτικά μου πλάνα σε αυτά τα 5 λεπτά δημοσιότητας…Μπορώ απλά να αναφέρω ενδεικτικά το Palestine (εκδόσεις ΚΨΜ) και το Persepolis (ΗΛΙΒΑΤΟΝ) που έχουν ήδη κυκλοφορήσει στα ελληνικά.
Η σκακιστική νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ είναι με διαφορά το αγαπημένο μου βιβλίο ενώ από λογοτέχνες θα ξεχωρίσω το έργο του Kurt Vonnegut.
Το Amnesiac των Radiohead και σε οτιδήποτε έχει βάλει τη φωνή της η Beth Gibbons. Κυρίως alternative. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως έχει και η ελληνική alternative σκηνή που επιτέλους έχει να παρουσιάσει σπουδαία συγκροτήματα.
Τι διαβάζεις αυτό τον καιρό;
Αυτόν τον καιρό διαβάζω για τις εξετάσεις του Ανοιχτού Πανεπιστημίου και δουλεύω μανιωδώς το lettering του Black Hole. Ρώτα με πάλι τον Αύγουστο.

Θα σε ρωτήσω. Όσο για το πώς διάλεξες το όνομα του εκδοτικού οίκου, πού θα πάει, θα το βρω…

Επισκεπτήριο: http://zoobus.net, info@zoobus.net.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15570

13
Ιον.
08

Ρομπέρτο Μπολάνιο – Μακρινό αστέρι

Να πας να σκοτωθείς, είπε, σε μια τέτοια κοινωνικη στιγμή είναι περιττό. Το καλύτερο είναι να μεταμορφωθείς σε ποιητή. (σ. 107)

Η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία γονιμοποιείται πάνω στις ρίζες μιας πλούσιας παράδοσης. Αλλά όσο κι αν ο Χιλιανός Ρομπέρτο Μπολάνιο, τροφοδοτείται από το εύφορο έδαφός της, άλλο τόσο διαφοροποιείται, αποτελώντας μια ιδιάζουσα περίπτωση. Η σύντομη ζωή και το έργο του καθορίστηκαν δραματικά από τις πολιτικές συγκυρίες της χώρας του. Πώς μπορεί, άλλωστε, κανείς να λογοτεχνήσει σε μια χώρα ανεπηρέαστος από το πρόσφατο τραγικό πολιτικό παρελθόν της, σε μια ήπειρο τα αλλεπάλληλα φασιστικά καθεστώτα της οποίας την εκτροχίασαν από την ίδια την Ιστορία; Στο Μακρινό Αστέρι όμως δεν κυριαρχεί η σκληρή ή κωμικοτραγική μορφή του τυρράνου, όπως συνέβαινε στα τυπικά μυθιστορήματα του «δικτάτορα» (Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας – Ο κύριος Πρόεδρος, Αλέχο Καρπεντιέ – El Recurso Del Metodo, Αουγκούστο Ρόα Μπάστος – Hijo de Hombre, Yo el Supremo, Ο κατήγορος, Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η γιορτή του τράγου), ούτε η προβολή του μέσω μαγικού ρεαλισμού, από τον οποίο ο Μπολάνιο απείχε παρασάγγας.

Το κεντρικό «εφιαλτικό» πρόσωπο εδώ αφενός αποτελεί απλό γρανάζι του καθεστώτος, αφετέρου ενεργεί στο περιθώριο της αφήγησης. Χρησιμοποιώντας την διπλή και τόσο αντιφατική ταυτότητα του ποιητή και του στρατιωτικού πιλότου, αποτελεί μια απόμακρη και αμφιλεγόμενη μορφή που προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα στο περιβάλλον του. Στον ζοφερό του κόσμο οι ποιήτριες θανατώνονται, οι πολιτικοί αντίπαλοι εξαφανίζονται, ο βασανισμός και ο θάνατος αναγορεύονται σε ύψιστα καλλιτεχνικά ιδεώδη. Φορέας μιας απάνθρωπης ιδεολογίας, αναζητά την αισθητική του έκφραση μέσω ποιητικής αλλά και … εναέριας γραφής, γράφοντας με τον καπνό του αεροσκάφους στίχους στον ουρανό (όπου χωρία της Βίβλου εναλάσσονται με φράσεις θεοποίησης του θανάτου – φυσικά όχι του δικού του). Με τις επιδεικτικές αυτές ουρανογραφίες ηρωοποιείται αλλά και μυθοποιείται λόγω της εξαφάνισής του, αφού έχει νωρίτερα προσελκύσει γυναίκες ως μέλος λογοτεχνικών εργαστηρίων.

Αυτό το φευγαλέο πρόσωπο αναζητούν δυο πρόσωπα, προσπαθώντας να συγκεντρώσουν το διεσπαρμένο με ανατριχιαστική μεθοδικότητα και ποικίλα ετερώνυμα λογοτεχνικό του έργο. Ο ανώνυμος αφηγητής και ο εκλεκτός φίλος του έχουν βιώσει την αβάσταχτη θλίψη της πραγματικότητας επί Πινοσέτ, έχουν δει τους φίλους τους να εξαφανίζονται και νέους ενοικιαστές να μένουν στα διαμερίσματά τους. Στην πορεία των αναζητήσεών τους (γνώριμο μοτίβο του συγγραφέα) συναντιούνται κυριολεκτικά ή μεταφορικά με πρόσωπα, οι μικρές βιογραφίες των οποίων, εγκιβωτιζόμενες στη διήγηση, φωτίζουν αμυδρά την έρευνά τους, λειτουργώντας και ως ιδιότυπες λογοτεχνικές παραβολές για τα πολλαπλά πρόσωπα της χώρας.

Η αφήγηση υπονομεύεται συνεχώς από τον συγγραφέα, που ξεδιπλώνει την ιστορία του με υπαινιγμούς, βασιζόμενος σε φήμες και εικασίες. Σε αυτή την ιστορία όλα είναι δύσκολα να εξηγηθούν. Η υπόγεια, εύστοχη ειρωνία είναι διάχυτη παντού, το ίδιο και η λογοτεχνία, με πρόσωπα υπαρκτά, αναφορές στις αναγνώσεις των ηρώων και πλήθος βιβλιογραφικών στοιχείων, δημιουργώντας ένα παράλληλο λογοτεχνικό σύμπαν εκδοτικών οίκων, περιοδικών, φανζίν, εκδόσεων. Οι εκλεκτές συγγένειες με τους Κορτάσαρ, Ονέτι, Λίμα και, κυρίως, Μπόρχες είναι εμφανείς.

Αυτό το «τυπικά» αστυνομικό και βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα, γεμάτο μελαγχολική ατμόσφαιρα, «αποστασιοποιημένη» στάση αλλά και παθιασμένη αναζήτηση της αλήθειας, αγγίζει ένα θέμα που σπάνια γνωρίζει την λογοτεχνική του διαπραγμάτευση. Αν η σχέση του ολοκληρωτισμού με την τέχνη έχει, ως ένα βαθμό, καταδειχτεί, εκείνη με την λογοτεχνία παραμένει ανεξερεύνητη. Οι φίλοι που τον αναζητούν ίσως διαπνέονται από την ασίγαστη επιθυμία να φτάσουν στον πυρήνα των δεινών, να ανακαλύψουν τους αρχικούς υπαίτιους και τον μηχανισμό της υποστήριξής τους, να εντοπίσουν την πηγή και το δρόμο του Κακού.

Αποτελεί, άραγε αυτός ο «ήρωας» την εικόνα της χώρας και ηπείρου του; Κατά πόσο δικαιούται να φέρει την ιδιότητα του ποιητή; Οι λογοτεχνικές αναζητήσεις καθαγιάζουν τα βρώμικα χέρια; Μπορεί ένας βασανιστής να αντιμετωπίζει το έργο του ως τέχνη; Οφείλει η λογοτεχνία να έχει κάποιο ηθικό ή πνευματικό ιδεώδες; Μήπως τα στρατιωτάκια των πραξικοπημάτων υπήρξαν απλώς παραμελημένοι ρομαντικοί ή ανίκανοι ποιητές; Μήπως απλώς αναζητούν την πνευματική και αισθητική ολοκλήρωση της ιδεολογίας τους ή την δική τους προσωπική αναγνώριση; Ενδέχεται ο σύγχρονος εκδοτικός κόσμος να έχει στοιχεία ολοκληρωτισμού;

Ο Μπολάνιο (1953 – 2003) υπήρξε καθολικά αποδεκτός από αναγνώστες, κριτικούς αλλά και τους ομότεχνούς του, που τον αναγόρευσαν ως τον σημαντικότερο συγγραφέα της γενιάς του. Αυτοεξορίστηκε για δεύτερη φορά από την Χιλή, καθώς η άφιξή του για συμμετοχή στο όραμα του Αλιέντε συνέπεσε με το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Μετά το Μεξικό, το Ελ Σαλβαδόρ και την Γαλλία, βρήκε την συγγραφική του Ιθάκη στο παραθαλάσσιο Μπλάνες, κοντά στην Βαρκελώνη. Έγραψε ποιήματα, μυθιστορήματα, το μνημειώδες (πάνω από χίλιες σελίδες) 2666 αλλά και την Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική (επέκταση του τελευταίου κεφαλαίου της οποίας αποτελεί το παρόν). Η ελληνική μετάφραση της Αγγελικής Αλεξοπούλου περιλαμβάνει σημειώσεις και εργοβιογραφία.

Ακούγοντας τους αγαπημένους του Μπολάνιο Inti – Illimani, το Χιλιανό συγκρότημα που μετά το πραξικόπημα του απαγορεύτηκε δια παντός η είσοδος στη χώρα, συγκινούμαι. Σκέφτομαι πόσα ακόμα θα απολαμβάναμε από την πένα του αν δεν έφευγε τόσο νωρίς και πως, όσο κι αν οι κατά τα άλλα «ευαίσθητοι» δολοφόνοι των δικτατοριών κρύβονται με άλλο όνομα σε κάθε γωνιά του κόσμου, το φως της γραφής θα τυφλώνει το σκοτάδι τους.

Συντεταγμένες: Roberto Bolaño – Estrella Distante, [Distant Star] 1996. Στα ελληνικά: εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση και οχτασέλιδη εισαγωγή: Αγγελική Αλεξοπούλου, 203 σελ., με σημειώσεις και εργοβιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 14, (καλοκαίρι 2008).




Ιουνίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 1.018.645 hits

Αρχείο