Αρχείο για Απρίλιος 2008

30
Απρ.
08

Syd Matters – Ghost days (Because, 2008)

 

Εδώ αναπνέουν η εξαϋλωμένη κληρονομιά του Nick Drake (κι όχι μόνο στο «συγγενικό» τους Big Moon ή το It’s a nickname) και του Tim Buckley, οι σκοτεινές στιγμές του Paul Simon, οι αισθαντικές νυκτωδίες του Ed Harcourt και του Tom MacRae, ίσως και κάποιες μακρινές αντανακλάσεις ορισμένων προσωπικών ερμηνευτικών στιγμών του Thom Yorke και του Robert Wyatt.
O Syd Matters μπορεί και να πήρε το ψευδώνυμό του από το συγκρότημα ενός Syd κι ενός Waters, αλλά είναι ολοφάνερο πόσο λατρεύει τον πρώτο – και μπορεί και να γνωρίζει πού έμενε. Ο άτιμος με έκανε δυο φορές να λυγίσω, στα Everything else και After all these years. Να σταματάω να κάνω οτιδήποτε και να συγκινούμαι για όλα τα ανεξήγητα ή ευεξήγητα. Να προσπαθώ να αποσυνθέσω το πρώτο στα στοιχεία που το κάνουν τόσο μαγευτικό: ελλειπτικό κιθάρισμα, δοσμένη ερμηνεία, σπαρακτικά λόγια, λιτά όργανα που μπαίνουν ψηλαφιστά το ένα μετά το άλλο, δυο επίπεδα αξέχαστης μελωδίας. Επτά τραγούδια μετά, στο άλλο άκρο – μια ανεστραμμένη, πιο αποστασιοποιημένη ερμηνεία, θαρρείς πως ανακεφαλαιώνει σε 3 λεπτά και 18 δευτερόλεπτα συναισθήματα ολόκληρης ζωής.


Μιλάμε για τον … παριζιάνο Jonathan Morali, που, και πάντα συνοδευόμενος από τέσσερις μουσικούς, είναι τακτικότατος στην ανά διετία τροφοδότησή μας με ό,τι πιο εμπνευσμένο και τρυφερόκαρδο σε ακουστική φολκ και σε βελούδινη μπαλαντοκομία: A Whisper And A Sigh (2003), Someday We Will Foresee Obstacles» (2005) και τώρα τούτο εδώ. Για εκείνους που ζητούν παρασύνθημα, ας θυμηθούν το διαδεδομένο Black & White Eyes από το πρώτο ή το αγαπημένο μου Watcher από τη συνέχεια. Κάπου στα ενδιάμεσα συνέθεσε το σάουντρακ για την ταινία Heartbeat Detector.

Ακόμα κι αν, σε επίπεδο επιστημονικής φαντασίας, το ροκ βαρεθεί να υπάρχει, η electronica φτάσει στον απόλυτο μινιμαλισμό κι όλοι οι ποπ μελωδικοί συνδυασμοί εξαντληθούν, δε θα εκλείψει ποτέ το «είδος» των τραγουδοποιών/ τραγουδιστών που καταφέρνουν τα πάντα με τα απλούστερα μέσα – συνήθως το συνθετικό ταλέντο και την κιθάρα τους, και μας δίνουν τόσα πολλά χρησιμοποιώντας τόσα λίγα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15208

21
Απρ.
08

Μικρό κουτί μεγάλων εβδομάδων

Ό,τι κυνηγάς ανοίγει δρόμο σκοτεινό / σε τραβάει και σε κλείνει σε ψηλό γκρεμό.

Από κάποια παράδοξη συνήθεια συνδυάζω εδώ και χρόνια το Πάσχα (και ειδικότερα ένα ικανό χρονικό διάστημα πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή) με μια προσωπική πλοήγηση προς μια διαφορετική, εσωτερικότερη ζωή. Όχι από καμία αίσθηση θρησκευτικότητας, ούτε από τη γνωστή απεγνωσμένη προσπάθεια να βιώσουμε σώνει και καλά κατανύξεις, μετάνοιες και κοινές συμμετοχές στα «Θεία Πάθη». Απλώς αντιμετωπίζω εν στρατιά φαντάσματα και φαντασμαγορίες του παρελθόντος με τα οποία δεν έχω ξεμπερδέψει κι ούτε πρόκειται. Τα οδυνηρά πρώτα μου θυμίζουν όλα εκείνα που κυνήγησα και δεν κατάφερα, οι ελπιδοφόρες δεύτερες… λειτουργούν και πάλι σαν σειρήνες. Πιστός σε αυτές τις προσωπικές τελετουργίες, διατηρώ ένα κουτί μουσικής και βιβλίων που ακούω και διαβάζω μόνο τέτοιες ημέρες. Κυριολεκτώ. Οι δίσκοι δεν ξανακούγονται τον υπόλοιπο χρόνο, τα μυθιστορήματα μένουν στη μέση μέχρι την επόμενη χρονιά, μόνο τα διηγήματα ξαναδιαβάζονται (και ποτέ δεν είναι τα ίδια). Σας το ανοίγω:

ΔΙΣΚΟΙ
Βόρειοι βαλκανικοί γείτονές μας από μια χώρα που κάποτε λεγόταν Γιουγκοσλαβία, οι Αnastasia (Anastacuja) αποτελούν την ιδανικότερη μουσική για το κλίμα που επιθυμώ. Έχουν βγάλει τρεις συναρπαστικούς μεγάλους δίσκους και τέσσερις μικρότερους (Na Rekah Vavilonskih, Ikona/Mansarda, Face/Burn) κι έκτοτε έχασα τα ίχνη τους. Δεν έχω ξαναβρεί παρόμοιο χωνευτήρι βυζαντινών, βαλκανικών, τελετουργικών, dark και ροκ στοιχείων και στοιχειών. Σα να παρακολουθείς τα πάθη της φύσης, σα να βλέπεις βυζαντινές τοιχογραφίες σε κίνηση. Το Melourgia (1997) δίνει το βάρος στην παραδοσιακή πλευρά, τo Nocturnal (1998 ) στην ηλεκτρονική και το κορυφαίο όλων Before the rain (1994), σάουντρακ της ομώνυμης ταινίας του Milcho Manchevski, ενώνει τα παραπάνω σε μια κορυφαία επιτομή. Άσματα έμμονα τα Time never dies, Coming home Pt. 1 και Pt. 2, Pass Over, Death of Alexander – ηχητικές εκφράσεις του Αέναου Χρόνου, της Επιστροφής στο σπίτι, του Περάσματος και του Θανάτου αντίστοιχα.

Μερικά χρόνια νωρίτερα (1986) οι Paul Lemos and Joe Pappa, ένας μετασχηματισμός των Controlled Bleeding, είχαν κυκλοφορήσει το 12΄΄ Music for the stolen icon στη σειρά Myths της Sub Rosa Records, όπου για πρώτη φορά ορθόδοξες ψαλμωδίες μιξάρονταν με βιομηχανικούς πειραματισμούς. Ένα δεύτερο μέρος (Music for stolen icon ΙΙ) βγήκε το 1993. Απόκοσμο και συγχρόνως «μητροπολιτικό» άκουσμα αποτελεί το Jesus’ blood never failed me yet του Gavin Bryars (Point Records). O ανήσυχος αυτός μουσικός, που έπαιζε ηλεκτρονικά ένα μπουκέτο σαρακοστές νωρίτερα από τους σημερινούς «πρωτοπόρους» συνδυάζοντάς τα με συμφωνικά όργανα, δημιούργησε τούτο το έργο ύστερα μια πασχαλινή έμπνευση της στιγμής. Η φράση του τίτλου ακουγόταν μονότονα έξω από μια εκκλησία από έναν ζητιάνο τον οποίο και ηχογράφησε, βάζοντας σταδιακά πάνω της όργανα, ορχήστρες, λούπες και τη φωνή του Tom Waits.

O αδικοχαμένος Δημήτρης Λάγιος έντυσε μερικούς από τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ με την αλλόκοτη επτανησιακή μουσική του, τραγουδισμένους από την Σαββίνα Γιαννάτου, τον Δώρο Δημοσθένους, το φωνητικό σύνολο «Διάσταση» Κύπρου και άλλους, γεμάτη μαντολίνα, υπέροχα οργανικά μέρη, ενώ το ίδιο το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» ακούγεται σαν μυρωμένη καντάδα (Ίνα Τι).

Πίσω στις πηγές, στη βυζαντινή μελουργία που άλλους ευφραίνει κι άλλους αποδιώχνει, οι κυκλοφορίες είναι πολλές. Προσωπικά το είδος πάντα με γοητεύει από μουσική άποψη κι επιλέγω πάντα από την σειρά των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με τίτλο Η Μεγάλη Εβδομάς, όπου ψάλλει Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων. Εδώ περιλαμβάνονται όλες οι γνωστές συνθέσεις των μεγάλων μελοποιών που αναφέρονται στα Άγια Πάθη, ένας για κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδος και ψέλλονται κατά το παλαιό αγιορείτικο τυπικό (με αντιφωνήσεις, απηχήματα κλπ.). Το ίδιο τυπικό αφορά και τον υπολογισμό των ημερών (οι οποίες αρχίζουν από τη δύση του ηλίου της προηγούμενης), συνεπώς αν ενδιαφερθείτε να ακούσετε τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής πρέπει να πάρετε τον δίσκο του Μεγάλου Σαββάτου, στον όρθρο του οποίου και ανήκουν.

Από το κουτί συνεχίζω να βγάζω: πρώτα την αγαστή συνεργασία τριών ετερόκλητων εκλεκτών, της ρεμπέτισσας Μαριώς, του φωνωδού των Χαΐνηδων Δημήτρη Αποστολάκη και του πρωτοψάλτη και καθηγητή βυζαντινής μουσικής Μανώλη Δαμαρλάκη, το Κύματι Θαλάσσης. Από το Πάθος στην Ανάσταση. Ανεβαίνω ξανά προς το Όρος με την αέρινη/εαρινή φωνή του Χρίστου Τσιαμούλη (Άθως ο εμός) και στην ευρύτερη επικράτεια των βυζαντινών και μεταβυζαντινών οργάνων του αεικίνητου Χριστόδουλου Χάλαρη (Μελωδοί του Πάθους, Πάθη απόκρυφα).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
«They say that God is in the detail lying and I’m sure that’s true…»

Σε δύο τραγούδια κάνω εξαίρεση: αδύνατον να περιορίσω αποκλειστικά σε σαρακοστιανή ακρόαση την κορυφαία συνθετική στιγμή του αισθαντικότερου φολκ ρόκερ των τελευταίων χρόνων, κυρίου Jackie Leven, το The Sexual Loneliness of Jesus Chirst. «Suddenly I realise I’m living a lie my father planned for me/with the sun beating on my back, I see I am a lonely man of Galilea…». Ξεφεύγοντας από το ίδιο του το στυλ, λαχανιάζει τα λόγια που σκορπίζω εδώ πιο πάνω και πιο κάτω, διανθισμένα με όργανα που χρησιμοποιεί για πρώτη και τελευταία φορά. «All kinds of power circle me, I raise my hand and the world goes boom/but I see no me in women’s eyes and I suffer like a child in an empty room«. Το άλλο είναι μια ανάλογη στιγμή του George Harrison που ποτέ δεν αρνήθηκε τις θεολογικές του αναζητήσεις ή αμφιβολίες (My lord, Devil’s Radio). Στο Awaiting for us all τελειώνει με το θέμα: δε χρειάζεσαι ναούς, δε χρειάζεσαι εκκλησίες για να λατρεύεις ένα θεό, ούτε και γραφές για να δεις πόσο χαμηλά έχεις πέσει. Τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται μέχρι το τέλος, με τη διαφορά ότι στο τελευταίο ρεφρέν προστίθεται μια φράση: ο Πάπας έχει το 51% της General Motors…

Συμπληρώνω με σκόρπια κομμάτια που διαλέγονται και συνδιαλέγονται με θεότητες και φύσεις, όπως κάποια θεατρικά του Νίκου Ξυδάκη, ειδικά από το Βουή του Πάθους (χοροθέατρο της Σοφίας Σπυράτου, από το οποίο και οι στίχοι στην αρχή), ο «Παντοκράτορας» του ιδίου, το φωνητικό δόσιμο του Rufus Wainwright στο Angus Dei, το γνώριμο πια κινηματογραφικό θέμα του Jesus from Nazareth του Maurice Jarre αλλά κι ένα άλλο ξεχασμένο σάουντρακ του Preisner, A play in the fields of lord, όπου στα χωράφια των Θεών ακούγονται και τελετουργικά κομμάτια ιθαγενών του Αμαζονίου.

ΒΙΒΛΙΑ
Για τους ίδιους λόγους ψάχνω στα βιβλία απέραντες ερήμους, απομονωμένες σπηλιές και στύλους ερημιτών, μοτίβα με πάλεις συνειδήσεων, γενναίες ή φοβισμένες ασκητείες, χαμένες ή «κερδισμένες» ζωές. Ένα από τα πιο όμορφα αφηγήματα του είδους είναι ένα μικρό βιβλίο που έβγαλε παλαιότερα ο Απόστολος Δοξιάδης, το Βίος παράλληλος. Κάθε φορά που διαβάζω την ιστορία της μοιχαλίδας Υακίνθης και του λυπημένου Μελάνιππου, που ανα-γίνεται ασκητής Αλύπιος την διαβάζω διαφορετικά. Ιδανικό ανάγνωσμα υπάρχει και για τις ιδιάζουσες σχέσεις αγίων, αγιοποιημένων, θαυματοποιών και τσαρλατάνων: η Αγιογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου με ιδανικό σκηνικό τον ούτως ή άλλως ιδιαίτερο τόπο της Αρκαδίας.

Αλλά η μέγιστή μου συμπάθεια στο είδος «χορταστικό, σαρκαστικό και γεμάτο πλοκή μυθιστόρημα» είναι ο Gore Vidal και η προσωπική του Τριάδα: ο Ιουλιανός (με τις απολαυστικές, γεμάτες ειρωνία συζητήσεις των αφηγητών τόσο για την χριστιανική όσο και για τις προγενέστερες θρησκείες), η Δημιουργία (με την αντίστοιχη καταβύθιση στις Περσικές θρησκείες και στον πρόγονο του Ιησού Ζωροάστρη) και το διαδικτυακό, μεταμοντέρνο Σε ζωντανή μετάδοση από τον Γολγοθά που, με αφορμή ένα έξυπνο εύρημα, καγχάζει για τη σημερινή εικόνα των θρησκειών και τις τηλεοπτικές και άλλες επανα-γραφές τους.

Εξίσου μεταμοντέρνος και πάντα πιο σύνθετος ο Jose Saramangο, στο πυκνό και ελεγειακό Κατά Ιησού Ευαγγέλιο ανακαλύπτει τη θεότητα στις λεπτομέρειες αλλά και εκείνες ξέχωρα από αυτήν και παρακολουθεί αργά και φιλοσοφημένα τα βήματα ενός ανθρώπου σε ετεροκαθορισμένη τροχιά. Όπως ήταν ευνόητο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντέδρασε κι ο συγγραφέας τής γύρισε την πλάτη, μετακομίζοντας στα απέναντι Κανάρια νησιά. Ένας άλλος «αιρετικός» Αμερικανός (Νorman Mailer) αναπτύσσει την ίδια ιδέα με σαφώς πιο βατή γλώσσα στο Κατά υιόν Ευαγγέλιο. Εδώ ο Ιησούς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο και ο συγγραφέας δημιουργεί μερικές εικόνες που μας στέλνουν στα παιδικά αναγνώσματα αλλά με τη δική του ελαφρά παραμορφωτική κρούστα.

Κορυφαίο ανάγνωσμα στον τομέα της επιστημονικής (πλην ιδιαίτερα προσιτής και ευανάγνωστης) μελέτης είναι το εύχρηστο τομάκι του Δημήτρη Ι. Κυρτάτα, Απόκρυφες Ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών. Από τη μία ανακαλύπτεις τις ανθρώπινες πτυχές όλων των προσώπων της χριστιανικής μυθολογίας που γνωρίσαμε και παραγνωρίσαμε μικροί, από την άλλη έρχεσαι αντιμέτωπος με τις αμέτρητες αντιφάσεις, παρερμηνείες και αδυναμίες των ελάχιστων πηγών της εποχής. Ένα πλήρες επιστημονικό εγχειρίδιο, χωρίς κουραστικές υποσημειώσεις αλλά με τις απαραίτητες βιβλιογραφικές ενδείξεις.

Από την ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν με συγκινούν οι γνωστές περιηγήσεις στους Αγίους Τόπους. Ειδικά η εικόνα των συνωστιζώμενων τουριστών, στρατιωτών, ρασοφόρων, κουτσών στραβών στον άγιο Παντελεήμονα έξω από τον Πανάγιο Τάφο μου προκαλεί απέχθεια. Αντίθετα το Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου του William Darlymple έχει πολύ περισσότερο ψωμί και ύδωρ απ’ ότι φαίνεται. Ο W.D. ακολουθεί από την Μέση Ανατολή ως την Άνω Αίγυπτο τα ίχνη ενός ιδιόρρυθμου μοναχού που έβαλε σκοπό να γράψει ένα «Λειμωνάριο» γεμάτο με τη σοφία των μοναχών της ερήμου. Μανιακός ιχνηλάτης, ο συγγραφέας μας έχει ήδη δώσει το εξίσου προτεινόμενο Στα βήματα του Μάρκο Πόλο. Από τον Πανάγιο Τάφο στο Παλάτι του Κουμπλάι Χαν (Ιn Xanadu. A quest) με πυρήνα την πορεία του Μάρκο Πόλο που μεταφέρει το Άγιο Μύρο στις άκρες της Ανατολής. Και τα δύο αυτά γραπτά σε κάνουν να ζηλεύεις τον ταξιδευτή καταγραφέα τους, κυρίως όμως βάζουν σε άπειρες σκέψεις σχετικά με τις θρησκείες που βλάστησαν και κορυφώθηκαν σε εκείνα τα μέρη, αλλά και στις καταστροφές που επέφεραν και ακόμα προξενούν. Διάβασα και τα δύο σε δόσεις, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων εορτών.

Σε μια φροντισμένη άκρη του κουτιού φυλάω διηγήματα και μικρά κομμάτια. Ο (κυρ) «συναξάριστής της μνήμης και νοσταλγός του μέλλοντος» Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αποτελεί αναγνωστική εμπειρία από μόνος του και είναι ο ιδανικότερος για να σε βουτήξει σε πνευματική απόλαυση και βάσανα μαζί. Συνήθως ξεκινάω από το Προς Εκκλησιασμόν (πρόσφατα σε νέα καλαίσθητη έκδοση από την Ίνδικτο), διανθίζω από σκόρπια διηγήματά του (όπως το «Απ’ αφορμή το Πάσχα» από τη συλλογή Συνοδεία) και κάνω πάντα ένα πέρασμα από κάποιο από τα αφιερώματα που τον αφορούν (όπως το χορταστικό 18ο τεύχος της Ινδίκτου (αυτή τη φορά του περιοδικού) και παλαιότερα Το Παραμιλητό), καθώς ακόμα και οι ιστορίες που διηγούνται γι αυτόν ποιούν από μόνες τους λογοτεχνία.

Κατόπιν ξαναδιαβάζω το «Η ψίχα της μεταλαβιάς» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (από την ομώνυμη συλλογή) για έναν «καμένο» άντρα που ανακαλύπτει μια κορώνα από κερήθρα μέσα σε μια κυψέλη του πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και το «Πάσχα τ’ Απρίλη» του Σωτήρη Δημητρίου (από τη συλλογή Η φλέβα του λαιμού), με την υπέροχη στιγμή όπου ο αφηγητής, κατά τις πασχαλινές επισκέψεις πέρα από το παραπέτασμα, ακούει τον παραμικρό ήχο του χωριού χάρη στη θέση του σπιτιού του. Περνάω στον ταξιδιώτη Αναστάση Βιστωνίτη για «Τα ράκη του θανάτου» (από τα Φάσματα Φθοράς) και ξαναδιαβάζω την σκηνή της περιφοράς του Επιταφίου σε αμερικάνικη μεγαλούπολη, όπου Πορτορικανοί κι έτεροι αλλοεθνείς πλησιάζουν διστακτικά την πομπή ρωτώντας τους πιστούς για ποιο … λόγο διαδηλώνουν και ποια είναι τα αιτήματά τους και στον νεαρότερο όλων Χρήστο Αστερίου. «Η νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής» (από την συλλογή Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες) περιλαμβάνει την σκοτεινότερη σκηνή της συλλογής μου: έναν κατεστραμμένο επιτάφιο στη μέση ενός έρημου δρόμου…

Τελευταία στάση στον πλέον αγαπητό όλων Γιώργο Ιωάννου, και στην δική του επιταφιακή περιφορά στα πέριξ της Ομόνοιας («Επιτάφιος Θρήνος», από την ομώνυμη συλλογή) και στην Θεοφανώ Καλογιάννη που δημοσιεύει σπάνια τις μαγικές της παραμυθίες, αλλά δεν γκρινιάζουμε, εφόσον η δεύτερη (και πολυαναμενόμενη τότε) σπορά της  ήταν γεμάτη Ιστορίες από τις Γραφές. Διαβάστε από εδώ τα «Ο Αϊ Γιώργης κι ο δράκος» και «Ο τρούλος», και θα τα βλέπετε εις το εξής τα θέματά τους με άλλα μάτια.

Το κουτί παραμένει ανοιχτό μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, κατά την οποία, αν και εορτάζων, αποφεύγω οτιδήποτε σχετίζεται με φαγοπότια, συγγενολόγια, χοροδράματα και «γλέντια». Συνήθως νοιώθω (ξαφνικά; ) κενός, περιπλανιέμαι εκεί που δεν είναι κανείς, βρίσκω ευκαιρία να βρω επιτέλους άδεια την αυλή ενός αρχαίου, βυζαντινού ή οθωμανικού ναού (παραδόξως σε τέτοιες στιγμές οι θρησκείες εξομοιώνονται σιωπηλά) στην άκρη του πουθενά και αρχίζω να τακτοποιώ το κουτί για του χρόνου. Για λίγες στιγμές θα το αφήσω ανοιχτό, για να μου το εμπλουτίσετε με τις δικές σας προσωπικές συλλογές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

17
Απρ.
08

Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Άπαντα πεζά

Όλοι μας νομίζουμε πως η ζωή των άλλων είναι πάντα καλύτερη από αυτήν που η μοίρα έχει επιφυλάξει σ’ εμάς… Φαντάζομαι πως, εν τοις ουρανοίς, οι Μακάριοι πρέπει να σκέφτονται ότι τα πλεονεκτήματα του παραδείσου υπερτονίστηκαν από τους θεολόγους που δεν είχαν πατήσει ποτέ εκεί το πόδι τους. Ίσως ούτε και στην κόλαση οι άσωτοι είναι πάντα ευτυχείς. («Η Μονομαχία», σ. 392)

Αξιότιμε Χόρχε Λουίς Μπόρχες,
Είστε ο μόνος συγγραφέας στις συναρπαστικές σελίδες του οποίου συνεχώς επανέρχομαι, από τότε που κατάλαβα πως το δικό μου ναρκωτικό είναι χάρτινο, μυρίζει μελάνι και πωλείται νόμιμα. Λένε πως είστε ο μεγαλύτερος συγγραφέας της Αργεντινής και ένας από τους κορυφαίους του 20ού αιώνα. Θα σας διάβαζα το ίδιο ακόμα κι αν δεν έλεγαν τίποτα. Στις εγκυκλοπαίδειες (ένα είδος που τόσο αγαπήσατε) γράφουν δίπλα στο όνομά σας «πεζογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής (1899-1986)».
Η νέα έκδοση
Εδώ στην Ελλάδα (της οποίας τους μύθους γνωρίζετε εμβριθώς) οι εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα εξέδωσαν τρεις τόμους που με έκαναν ευτυχή. Ο πρώτος συγκεντρώνει τα Άπαντα Πεζά σας (ακολούθησαν τα Ποιήματα και τα Δοκίμια) και αποτελείται από δύο μέρη: Τα Αφηγήματα (Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (1935), Ιστορία της αιωνιότητας (1936), Μυθοπλασίες (1944), Το Άλεφ (1949), Η αναφορά του Μπρόουντι (1970), Το βιβλίο από άμμο (1975), Η μνήμη του Σαίξπηρ (1977-1983) και τα Μικρά πεζά – Όνειρα, παραβολές και de profundis (από τις συλλογές Ο ποιητής (1960), Εγκώμιο της σκιάς (1969), Το χρυσάφι των τίγρεων (1972), Το σιδερένιο νόμισμα (1976), Ιστορία της νύχτας (1977), Ο αριθμός (1981), Οι συνωμότες (1985)). Στην ουσία τα πάντα βρίσκονται εδώ, με εξαίρεση τις συνεργασίες σας με τον Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, είτε με τα ονόματά σας είτε ως Μπούστος Ντομέκ.
Είμαι ενθουσιασμένος, επιτέλους όλα σας τα πεζά μαζί! Είστε ο μόνος συγγραφέας που έχω ονειρευτεί ιστορίες του, που σκέφτομαι διαφορετικές εκδοχές τους, που με ταξιδεύει σε μυθολογίες και πραγματικότητες όλων σχεδόν των εποχών. Τι παράξενο, ένας συγγραφέας που δεν έγραψε ποτέ του μυθιστόρημα. Με πείσατε πως τα πάντα μπορούν να ειπωθούν με λιγότερα λόγια. Τι κοπιώδης και εκφυλιστική που ‘ναι αυτή η μανία να συνθέτουν τεράστια βιβλία και ν’ αναπτύσσουν σε πεντακόσιες σελίδες μια ιδέα που η τέλεια προφορική έκθεσή της δε θα ‘παιρνε παραπάνω από λίγα λεπτά! («Ο κήπος με τα διακλαδωτά μονοπάτια», Πρόλογος, σ. 103)
Η αιώνια γοητεία
Πουθενά αλλού δε βρήκα αυτόν τον περίτεχνο συνδυασμό μυθοπλασίας, ποίησης, δοκιμίου και φιλοσοφίας μέσα στο ίδιο διήγημα, πουθενά δεν απόλαυσα κείμενα τόσο πυκνά και περιεκτικά (δεν υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε μια σελίδα απλή, ούτε καν μια λέξη απλή, αφού όλες παραπέμπουν στο σύμπαν, πιο χαρακτηριστική ιδιότητα του οποίου είναι η περιπλοκότητα). Υπήρξατε όμως και μετρ της αλληγορίας, του συμβολισμού, της ειρωνείας, του αυτοσαρκασμού αλλά και της αναπόλησης (πόσο γοητευτικό είναι αυτό το θυμάμαι… με το οποίο ξεκινάτε πολλές φράσεις).
Αυτός ο τόμος δε θα τελειώσει ποτέ. Κάθε ανάγνωσή του ανοίγει άλλες πόρτες, κάθε ιστορία ξετυλίγεται σε αναρίθμητες επιμέρους εκδοχές, κάθε διήγηση πολλαπλασιάζεται σε ολόκληρους κόσμους. Αυτός ο ανεξάντλητος θησαυρός σκέψεων, εξομολογήσεων, γνώσεων και τεχνικών γραφής έχει επιδράσει καθοριστικά σε λογοτεχνίες και λογοτέχνες, σε σημείο που δε φαντάζεστε. Αν και μερικές φορές υποπτεύομαι πως όχι απλά φαντάζεστε αλλά και γνωρίζετε αυτήν την άτυπη Λέσχη, όντας ο σκιώδης Πρόεδρός της.
Στη γραφή σας το κάθε βίωμα μετατρέπεται σε πανέμορφη λογοτεχνική εικόνα, η μεταφυσική και το φανταστικό γίνονται η πιο φυσιολογική καθημερινότητα κι εσείς βρίσκεστε τη μία στιγμή σε ένα καπηλειό στις υποβαθμισμένες συνοικίες του Μπουένος Άιρες και την άλλη στις σκονισμένες κόγχες μιας βιβλιοθήκης. Οι ήρωές σας είναι από ποταπές υπάρξεις μιας νοτιοαμερικάνικης πάμπας έως μελετητές του Σοπενάουερ ή των ισλανδικών σάγκας. Τη μία τραβούν μαχαίρια σε αυλές (κάτι που τόσο πολύ θέλατε να έχετε ζήσει), την άλλη χάνουν χρόνια πάνω σε υποσημειώσεις για αδιανόητα έργα άγνωστων λογοτεχνών. Πάντα με γοήτευε κι όλη εκείνη η εναλλαγή, ταυτοποίηση ή επικάλυψη ρόλων και αρχετύπων. Ο «κακός» γίνεται «καλός», ο κυνηγός κυνηγημένος, ο δολοφόνος θύμα, ο προδομένος προδότης και το αντίστροφο.
Η μέγιστη ειρωνεία
Συχνά σκέφτομαι εκείνη την αναπότρεπτη πορεία του κύκλου που λέγεται ζωή, ιδίως στην κορυφαία Ειρωνεία του: να διορίζεστε διευθυντής Εθνικής Βιβλιοθήκης του Μπουένος Άϊρες και ταυτόχρονα να τυφλώνεστε με καλπάζουσα ταχύτητα. Να σας ανοίγουν οι πύλες του παραδείσου σας κι εσείς να μην μπορείτε να τον δείτε, να βλέπετε ένα σύθαμπο αντί των πολυπόθητων ραφιών με τα βιβλία. Αλλά τίποτα δε σας πτόησε. Οι άλλοι σάς διάβαζαν τα πάντα κι εσείς τα συγκρατούσατε στο μυαλό σας, αν δε τα ζούσατε ξανά στη φαντασία σας.
Πώς είναι να σου δίνεται αυτό που νομίζεις ως υπέρτατη ευτυχία και σχεδόν αμέσως να το χάνεις; Κάπου διάβασα πως σχεδόν ενθουσιαστήκατε με αυτήν την υπέρτατη ειρωνεία. Ο Θεός μού έδωσε ταυτόχρονα τα βιβλία και το σκοτάδι. Ήταν η τυφλότητά σας που προκάλεσε αυτήν την αχανή χωρητικότητα της μνήμης σας; Για κάθε συμβάν να ανακαλείτε την αντίστοιχημυθολογική, λογοτεχνική ή φιλοσοφική φράση; Ύστερα από αυτό, οι ανοιχτές σας συγκρούσεις με το καθεστώς του Περόν και οι δυο σας αποχωρήσεις από τη θέση εκείνη (η μία επειδή σας διόρισε επιθεωρητή κοτόπουλων…) θα σας φαίνονται τόσο ασήμαντες.
Δε κρύψατε πάντως ποτέ δειλίες και φόβους για τόσα πράγματα (πόσο μάλλον για τους καθρέφτες), ειρωνευτήκατε κατάμουτρα τη μανία της αναγνώρισης (ειδικά των γραφιάδων-συγγραφέων), περιγράψατε την αδικαιολόγητη απειλή που νοιώθουμε για τον οποιονδήποτε άλλον, σαρκάσατε ανελέητα όσους το άξιζαν και κυρίως τον εαυτό σας.
Γκράφιτι:
Η μόνη νοητή εκδίκηση είναι η λήθη.// Δεν πάσχω από μοναξιά – είναι ήδη αρκετά δύσκολο ν’ αντέξει κανείς τον εαυτό του και τις μανίες του.// Υπάρχει άραγε στη Γη κάτι ιερό ή κάτι που δεν είναι;// Η μνήμη και η λήθη είναι εξίσου επινοητικές.// Η ιερή αταξία της ζωής μας είναι πέρα για πέρα κληρονομική και παραδοσιακή. Χωρίς να καταλαβαίνει από λάθη, η μοίρα μπορεί να είναι ανελέητη, ακόμα και για την παραμικρή απροσεξία.
Διηγήματα που δύσκολα ξεχνάς:
«Ο Νότος», κορυφαίο όλων κατά τη γνώμη του Αχιλλέα Κυριακίδη, με τον ήρωα που αρχίζει να υποψιάζεται μήπως δεν ταξίδευε μόνο κατά το νότο, αλλά και κατά το παρελθόν. Το ότι ταξίδευε μ’ αυτό το βιβλίο που είχε συνδεθεί τόσο πολύ με τη δυστυχία του, σήμαινε πως η δυστυχία αυτή είχε πια περάσει, σήμαινε πως προκαλούσε, μυστικά και ευφρόσυνα, τις απογοητευμένες δυνάμεις του Κακού. (σ. 221)
«Ούλρικε», με εκείνη την εκθαμβωτική και αποφασιστική μαθήτρια του Ίψεν (όπως χαρακτηρίζατε τις γυναίκες που αρνούνταν την ερωτική δέσμευση).
«Tloen, Uqbar, Orbis Tertius», με τη μυστική και αγαθοεργό εταιρεία που έχει σκοπό να επινοήσει μια χώρα, με εκείνο το μέλος που δεν πιστεύει στο Θεό, αλλά θέλει ν’ αποδείξει στον ανύπαρκτο Θεό πως και οι θνητοί είναι ικανοί να συλλάβουν έναν κόσμο!
«Το μυστικό θαύμα», με κάποιον που σκέφτηκε πως, συνήθως, η πραγματικότητα δεν συμπίπτει με τις προβλέψεις μ’ έναν διεστραμμένο συλλογισμό, συμπέρανε πως, αν προβλέψεις μια περιστασιακή λεπτομέρεια, την αποτρέπεις από το να συμβεί. Συνεπής σ’ αυτή την αδύναμη μαγεία, επινοούσε, για να μη συμβούν, τα πιο αποτρόπαια περιστατικά… (σ. 201)
«Το Άλεφ», κέντρο όλων των ιστοριών σας, με δύο από τις σαγηνευτικότερες σελίδες που γράφτηκαν ποτέ.
Τα προλογικά ή επιλογικά σας σημειώματα. Ξαναθυμήθηκα πως προτιμούσατε να γράφετε… επίλογο αντί για πρόλογο στα βιβλία σας, εφόσον «ο πρόλογος σε διηγήματα που δεν έχουν ακόμα διαβαστεί, είναι κάτι σχεδόν αδιανόητο, αφού απαιτεί ν’ αναλύσεις θέματα που δεν πρέπει ακόμα να τ’ αποκαλύψεις…» («Το βιβλίο από άμμο», Επίλογος, σ. 500).Εκείνα που με συγκίνησαν περισσότερο είναι αυτά που επιλέγω να μεταφέρω αποσπάσματά τους.
Αποσπάσματα: Σαν το κριάρι που χιμάει να κερατίσει, διασχίζω τρέχοντας τις πέτρινες στοές, ώσπου να σωριαστώστο χώμα, ζαλισμένος. Κρύβομαι πίσω από μια στέρνα ή στη στροφή ενός διαδρόμου και καμώνομαι ότι με κυνηγούν. Έχει κάτι εξώστες, απ’ όπου αφήνομαι να πέφτω ώσπου να γεμίσω αίματα. (…) Απ’ όλα τα παιχνίδια μου, όμως, αυτό που μ’ αρέσει πιο πολύ, είναι να παίζω τον άλλο Αστέριο. Κάνω πως με επισκέπτεται και πως του δείχνω το σπίτι. (…) Καμιά φορά, κάνω λάθος, και τότε γελάμε κι οι δυο με την καρδιά μας. (…)Κάθε εννιά χρόνια, έρχονται στο σπίτι εννιά άνθρωποι για να τους λυτρώσω απ’ το Κακό. Ακούω τα βήματά τους ή τις φωνές τους στα βάθη των πέτρινων στοών και τρέχω όλος χαρά να τους προϋπαντήσω. Η τελετή διαρκεί λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλον σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα (…) Δεν ξέρω ποιοι είναι, αλλά ξέρω πως ένας από δαύτους, την ώρα που ξεψυχούσε, προφήτεψε πως κάποτε θα’ρχόταν κι ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δε με βαραίνει η μοναξιά, γιατί ξέρω ότι ο λυτρωτής μου ζει, και μια μέρα θα προβάλει μέσ’ από τη σκόνη… Είθε να με πάει σε κάποιο χώρο με λιγότερες στοές και πόρτες. Πώς θα’ναι ο λυτρωτής μου; αναρωτιέμαι. Θα’ναι ταύρος ή άνθρωπος; Θα’ναι μήπως ταύρος με ανθρώπινο κεφάλι; Ή θα’ναι σαν κι εμένα; (Το σπίτι του Αστερίου, σ. 274-275)
Οι λέξεις είναι σύμβολα που προϋποθέτουν κοινές μνήμες. Αυτή που πασχίζω τώρα εδώ να εξιστορήσω, είναι μόνο δική μου – όσοι τη μοιράστηκαν μαζί μου, έχουν πεθάνει. Οι μυστικιστές επικαλούνται ένα ρόδο, ένα φιλί, ένα πουλί που είναι όλα τα πουλιά, έναν ήλιο που είναι ταυτόχρονα όλα τ’ άστρα και ο ήλιος, μια κανάτα κρασί, έναν κήπο ή τη σεξουαλική πράξη. Καμιά απ’ αυτές τις μεταφορές δεν μπορεί να με βοηθήσει να ανακαλέσω εκείνη τη μακρά νύχτα αγαλλίασης, που, ευτυχείς και εξαντλημένους, μας άφησε στα πρόθυρα της αυγής. (…) Κάτι έχει σωθεί απ’ όλα όσα διακρίναμε εκείνη τη νύχτα (ο κοκκινωπός τοίχος του Ρεκολέτα, ο κίτρινος τοίχος της φυλακής, δύο άνδρες που χόρευαν μαζί σε μια γωνία, μια καγκελόφραχτη αυλή με ασπρόμαυρα πλακάκια, οι μπάρες του τρένου, το σπίτι μου, ένα παζάρι, η υγρή και απύθμενη νύχτα), αλλά καμιά απ’ αυτές τις φευγαλέες εντυπώσεις, που μπορεί και να ήταν άλλες, δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία, είναι η αίσθηση ότι το σχέδιό μας, που το είχαμε περιγελάσει τόσες φορές, υπήρχε πραγματικά και μυστικά, κι ήταν το σύμπαν κι εμείς οι ίδιοι. Χωρίς πολλές ελπίδες, σ’ όλη μου τη ζωή προσπάθησα να ξαναβρώ τη γεύση εκείνης της νύχτας – καμιά φορά πίστεψα ότι τα’χα καταφέρει μέσα από τη μουσική, τον έρωτα, την αβέβαιη μνήμη, αλλά εκείνη δε ξαναγύρισε ποτέ, παρά μόνο ένα ξημέρωμα, στο όνειρο. (Η Βουλή, σ. 450-451)
Συντεταγμένες: Μετάφραση – επιμέλεια – σχόλια : Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 758. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005. Δε χρειάζεται να κάνω κανένα σχόλιο για τον Αχιλλέα Κυριακίδη, τον γνωρίζετε. Η φωτογραφία στο αυτί του βιβλίου, όπου στηρίζεστε ήρεμος στο μπράτσο του, τα λέει όλα. Ο δε πρόλογός του είναι ό,τι περίμενα από έναν τέτοιο γνώστη του Μπορχεσιανού σύμπαντος. Η έκδοση είναι άψογη. Περιλαμβάνει ένα παράρτημα εκατό και παραπάνω σελίδων, με σημειώσεις του μεταφραστή, με λεξικό ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων, γλωσσάριο, μικρό βιβλιογραφικό και πλήρες εργογραφικό σημείωμα.
Ελπίζω, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, πως και μένα με περιμένει, κρυμμένη στο μέλλον, μια νύχτα πάμφωτη, θεμελιακή, όπως κι εκείνον τον ήρωά σου, που γνώρισε τον εαυτό του σε μια μάχη και σ’ έναν άνθρωπο. Γιατί οποιοσδήποτε βίος, όσο μακρύς και σύνθετος κι αν είναι, αποτελείται στην πραγματικότητα από μία και μόνη στιγμή: τη στιγμή που ο άνθρωπος μαθαίνει μια για πάντα ποιος είναι. («Βιογραφία του Ταδέο Ισιδόρο Κρους», σ. 264 – 265).Με σεβασμό, o Πανδοχέας.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.
11
Απρ.
08

Στανισλάβ Ιγκνάσι Βίτκιεβιτς – Αδηφαγία

Ω, πόσο περίπλοκος ήταν ο ψυχισμός μερικών ανθρώπων! Κανείς, ούτε καν ο υπαίτιος, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει όλες τις διαστρωματώσεις των ανοίκειων προσωπικοτήτων του, όλα αυτά τα κρυφά διαμερίσματα, όλα αυτά τα μυστικά συρτάρια που τα κλειδιά τους είχαν χαθεί…

Η κατά Βίτκιεβιτς Ευρώπη των αρχών του 21ου αιώνα τελεί υπό ολοκληρωτικά καθεστώτα και η Πολωνία βρίσκεται στα πρόθυρα τους τέλους της Ιστορίας της (ρώσικη επανάσταση στο εσωτερικό, κινέζικη προέλαση από τα ανατολικά). Μπροστά στην επικείμενη καταστροφή οι κυβερνώντες αδιαφορούν για τα κοινά και αφήνονται στις προσωπικές τους ιδεοληψίες, αριστοκράτες διασκεδάζουν με κάθε παρακμιακό τρόπο, αποτυχημένοι καλλιτέχνες ζητούν μια τελευταία ευκαιρία, κι όλοι αυτοί, μαζί με πάσης φύσεως εκκεντρικούς και «πρώην» οτιδήποτε, φιλοσοφούν, άγονται και φέρονται από τα πάθη τους, κυνηγούν για τελευταία φορά τις εμμονές τους, εκφυλίζονται και παραφρονούν. Καθώς τα παγκόσμια αποθέματα σε κοκαΐνη και αποτρανσφορμίνη στερεύουν, προϊόν με τη μεγαλύτερη ζήτηση αποδεικνύεται το «χάπι της ευτυχίας», που απομαγνητίζει κάθε βασανισμένο και μη από το άγχος της ύπαρξής του. Η ανθρωπότητα κυριολεκτικά κυλούσε στην άλλη πλευρά της ιστορίας.

Ο ανήσυχος σεξουαλικά και φιλοσοφικά νεαρός ήρωας Ζένεζιπ (Ζιπ) Κάνεπ, ετοιμάζεται να μπει σε όλο αυτό τον άγριο θίασο για το δικό του μερίδιο λαγνείας και μάθησης. Μυητές του φιλοδοξούν να είναι πολλοί, με πρώτη και καλύτερη την πανηδονίστρια πριγκίπισσα Τικοντερόγκα και τον ιδιόμορφο εκκεντρικό κύκλο της. Ο Κάνεπ θα επιχειρήσει να βιώσει τη δική του τη σαρκική και πνευματική αδηφαγία αλλά και να αντισταθεί στο συνεχώς διογκούμενο πλέγμα κατευθυνόμενης βούλησης όπου τον παγιδεύει η παλαιά τάξη που υποχωρεί άτακτα και πανικόβλητα. Ας συμβούν τα πάντα. Θα τα βιώσω όλα, θα τα τιθασεύσω, θα τα μασήσω και θα τα χωνέψω: την πιο ανιαρή πλήξη, τη χειρότερη συμφορά.

Η Αδηφαγία μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1985, 55 έτη μετά την πρώτη του έκδοση, στην δε χώρα άλλα 22 χρόνια μετά. Αρχικά μένει έκπληκτος κανείς διαπιστώνοντας πως έχει προηγηθεί των τριών κατεξοχήν προφητικών αντι-ουτοπικών μυθιστορημάτων (Brave New World / Χάξλεϋ – 1984 / Όργουελ – Us / Ζαμυάτιν). Ο Βίτκιεβιτς υπήρξε κορυφαία φυσιογνωμία της πολωνικής διανόησης την περίοδο του Μεσοπολέμου μαζί με τους Βίτολντ Γκόμπροβιτς και Μπρούνο Σουλτς, επιπλέον δε η Αδηφαγία θεωρείται πλέον ένα κορυφαίο δείγμα κεντροευρωπαϊκού μοντερνισμού και προφητικής πολιτικής αλληγορίας και μοιράζεται το ίδιο ράφι με τους Υπνοβάτες του Μπροχ, τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ και τον Φερντυντούρκε του Γκόμπροβιτς.

Αυτή η φαντασιακή δυστοπία έχει προβλέψει ένα αύριο που έχει ήδη φτάσει: κοινωνική σήψη αποδεκτή από όλους, μοντέρνα τέχνη χωρίς χρησιμότητα, μυστικοί οργανισμοί που ελέγχουν τη σκέψη, κυβερνήσεις που αφήνουν τους λαούς στο έλεος του τίποτα, θρησκευτικοί ηγέτες που κόβουν και ράβουν συνειδήσεις, οι πάντες ελπίζουν σε μεταφυσικές σωτηρίες, η σεξουαλική μανία γίνεται ανεξέλεγκτη, η συλλογική τρέλα βρίσκεται προ των πυλών. Το μέλλον έμοιαζε θολό σαν απόνερα λάντζας.

Συχνά δημιουργείται η αίσθηση πως τα πολλαπλά θεματικά κάτοπτρα θα καταρρεύσουν το ένα υπό το βάρος του άλλου και πως η ενίοτε σύνθετη και παραληρηματική γραφή του Βίτκιεβιτς μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην απόλαυση αυτού του ογκώδους εγχειρήματος, στην πράξη όμως βυθίζεσαι οικειοθελώς σε αυτό το σύμπαν ερωτομανίας και αποχαύνωσης.

Μπροστά στο τέλος, ήρωες που διακατέχονται από το σατανικό ρίγος ενός άφατου, παντοτινά μυστηριώδους και ανέφικτου πόθου, νιτσεϊκοί υπεράνθρωποι, απολλώνια σώματα και υποψήφια «ψυχοπτώματα», όλοι γίνονται ίσοι. Φανταστείτε ως μουσικά και, κυρίως, στιχουργικά αντίστοιχα όλης αυτής της γκροτέσκας ατμόσφαιρας Marc and the Mambas και Psychic TV στο ερωτικό σκέλος, Mecano και Death in June στο φιλοσοφικό.

Χρησιμοποιώντας ενδιαφέροντες πειραματισμούς (χωριστά κείμενα πληροφοριών και σημειώσεων μέσα στα κεφάλαια) αλλά και τα στοιχεία ενός μυθιστορήματος «μαθητείας» ο Βίτκιεβιτς συνθέτει ένα αριστουργηματικό (σύμφωνα με την Σούζαν Σόνταγκ), απαισιόδοξο, εσχατολογικό, φαντασμαγορικό, καταστροφικό, υπερβολικό και κυρίως προφητικό κείμενο – ποτάμι για τους μελλοντικούς ολοκληρωτισμούς αλλά και τον βασανιστικό συνδυασμό της σαρκικής και της πνευματικής αδηφαγίας.

Έχω δηλητηριαστεί από ανομολόγητα πράγματα που τα ξέρω μόνο από τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Καθώς αποσυντίθενται χημικά μέσα στο μυαλό μου, τα μυστήρια της ζωής παράγουν πτωμαΐνες νωθρότητας, σύγχυσης, αδράνειας. Πρέπει να ξεπεράσω τα επιφαινόμενα. Τι με νοιάζει – εμένα προσωπικά – αν τα έργα μου διαβαστούν από ένα μπουλούκι ημι-αυτοματοποιημένων πιθήκων που προσποιούνται τους ημίθεους αλλά είναι ανάξιοι της πραγματικής τέχνης και ίσως από λίγα μέλη της υπό εξαφάνιση φυλής των ευφυών ανθρώπων (όχι ότι γνωρίζω πολλούς).

Φάκελος φιλοξενούμενου: 1885-1939. Γέννημα Βαρσοβίας, συγγραφέας, δραματουργός, ποιητής, φιλόσοφος, θεωρητικός τέχνης, κριτικός, ζωγράφος (μπορεί κανείς να δει πολλά από τα εξαιρετικά έργα του στο διαδίκτυο), εικονογράφος, φωτογράφος, μέλος της πρωτοποριακής καλλιτεχνικής ομάδας των «Φορμιστών». Όσο ζούσε τα θεατρικά του έργα, επηρεασμένα από τις ανακαλύψεις των Νέων Μαθηματικών αλλά και την ζωγραφική του Πικάσο, παρέμεναν επί το πλείστον ανέκδοτα ή άπαικτα. Αυτοκτόνησε το 1939 όταν έβλεπε να εισβάλουν στη χώρα του από τη μία μεριά οι Γερμανοί κι από την άλλη οι Σοβιετικοί.

Συντεταγμένες: Stanislaw Witkiewicz, Nienasycenie, [Insatiability], 1927/1930. Στα ελληνικά: Εκδόσεις Κέδρος, 2007, σελ. 624, μετάφραση από τα αγγλικά: Αλέξης Καλοφωλιάς.

Απευθύναμε τέσσερις προσωπικές ερωτήσεις στον μεταφραστή Αλέξη Καλοφωλιά, γνωστό μας από άλλα ενεργειακά καλλιτεχνικά πεδία:

Πόσο σε δυσκόλεψε η μετάφραση αυτού του πολύπλοκου και ογκώδους λογοτεχνήματος;

Η μεταφορά της «Αδηφαγίας» στα ελληνικά έγινε από το κείμενο του καναδού Louis Iribarne, που έκανε την μετάφραση του πολωνικού πρωτοτύπου στα αγγλικά. Αυτός έκανε όλη τη δύσκολη δουλειά της αποκρυπτογράφησης των νεολογισμών του Witkiewicz, που αποτελούνται από συνθετικά διαφορετικών γλωσσών. Η δύναμη του κειμένου του ήταν τέτοια που με έπεισε να αναλάβω τη μετάφραση παρά τους κινδύνους που κρύβει ένα τέτοιο («διαγλωσσικό») εγχείρημα.

Οι περισσότερες δυσκολίες χρειάστηκε να ξεπεραστούν στην αρχή, καθώς διαμορφωνόταν το ύφος της μεταφοράς και αντιλαμβανόμουν το πλαίσιο των αναφορών του Witkiewicz. Στη συνέχεια το πράγμα έγινε πιο εύκολο, γιατί έστω κι αν η αφήγηση γίνεται μερικές φορές χαοτική, δεν της λείπει η ακρίβεια. Επιπλέον, η επικαιρότητα της δυστοπίας του Witkiewicz (το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1930) μου φάνηκε τρομερά ενδιαφέρον στοιχείο. Έχουμε και λέμε: Νοητικός έλεγχος και εθνικιστικός παροξυσμός ως βασικά συνεκτικά στοιχεία μιας «εξαρθρωμένης» κοινωνίας, χειραγώγηση μέσω του φόβου του πολέμου και των (παρα)θρησκευτικών δογμάτων, διάχυτη παραίτηση πριν από την καταστροφή, στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής, υστερική λατρεία της εικόνας του σώματος και του αθλητισμού.

Κοντά στο τέλος, το μεγάλο μου πρόβλημα ήταν να εξασφαλίσω χρόνο για να το δουλέψω όπως ήθελα, γιατί με είχε απορροφήσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Η επιμέλεια που έκανε η Άρτεμις Αργύρη βοήθησε πάρα πολύ το κείμενο, όπως και η βοήθεια που μου πρόσφεραν μία πολωνή φίλη (τις λίγες ευτυχώς φορές που έπρεπε να ανατρέξω στα πολωνικά) και ένας φίλος μαθηματικός.

Υπήρξε κάποιος ήρωας ή κάποια εικόνα που σου «έμεινε»;

Ο Witkiewicz ήταν και ζωγράφος και στην Αδηφαγία υπάρχει μια εικαστική διάσταση. Οι ήρωες δεν είναι ρεαλιστικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες αλλά ψυχεδελικές καρικατούρες, διαστρεβλωμένες απεικονίσεις αρχετύπων και στερεοτύπων που υπακούνε στους κανόνες που ορίζει η δήθεν διδακτική νομοτέλεια του μυθιστορήματος. Είναι δύσκολο να ταυτιστείς μαζί τους, αλλά το ίδιο δύσκολο και να τους ξεχάσεις. Η πριγκίπισσα είναι η γυναίκα-αράχνη της εφηβείας όλων των αρσενικών, η σκοτεινή δύναμη της Λίλιθ, και με υπαινικτικό τρόπο, πραγματική μητέρα του Ζιπ. Βρήκα την περιγραφή της «τελετής ενηλικίωσης» του (όταν η πριγκίπισσα τον εξαναγκάζει να παρακολουθήσει τις περιπτύξεις της με τον Τόλζιο) εξωφρενική. Επίσης, οι μορφές του Κοτσμολόσοβιτς – Στάλιν και των γελοίων ευπατρίδων της πολιτικής στηρίζουν με απολαυστικό τρόπο την κριτική του Βιτκίεβιτς.

Με τι μουσική συνόδεψες τη μετάφρασή του;

Κυρίως οργανική, γιατί μου είναι δύσκολο να μεταφράσω όταν ακούω τραγούδια με στίχους. Εκείνη την εποχή (φθινόπωρο – χειμώνας 2005) θυμάμαι ότι άκουγα στο repeat το δίσκο του Bill Frisell με τους Elvin Jones και Dave Holland και τo soundtrack του Neil Young για το «Dead Man».

Κάποια συμβουλή για τον επίδοξο αναγνώστη;

Έχω τη γνώμη ότι μέσα στις πρώτες δέκα σελίδες θα έχει αποφασίσει αν θα παρατήσει το βιβλίο ή αν θα συνεχίσει την ανάγνωση. Στη δεύτερη περίπτωση, θα έχει βρει τους δικούς του, ιδιαίτερους λόγους για να το κάνει, όπως συμβαίνει πάντα με τέτοια βιβλία. Πάντως, καλό θα είναι να γνωρίζει ότι η πλοκή παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην «Αδηφαγία», η πραγματική περιπέτεια εξελίσσεται στις εγκεφαλικές συνάψεις του Witkiewicz.

Y.Γ. Τα εικαστικά είναι του ίδιου του συγγραφέα. Πρώτη δημοσίευση εδώ.

02
Απρ.
08

Πωλ Μοράν – Ο βιαστικός

Έμαθα πως η ορμή μου είναι μέσα μου, και μόνον μέσα μου, και πως είναι μια θαυμάσια δυνητική δύναμη, που βρίσκεται πάντοτε στη διάθεσή μου.

Ήρωας: Ο Πιερ Νοξ είναι ένας πάρα πολύ βιαστικός άνθρωπος, που ζει με το μάτι καρφωμένο στον καρπό όπου βρίσκεται το ρολόι του. Η ακαριαία δράση είναι το δόγμα του κι η βιασύνη η δεύτερη φύση του. Όταν όλοι βρίσκονται στο σήμερα, αυτός βρίσκεται πάντα στο αύριο. Έχει την αρχή «δύο πράγματα ταυτόχρονα αν είναι δυνατόν» κι εύχεται να τυπώνονταν οι εφημερίδες σε χαρτί υγείας. Του είναι αδύνατο να σταθεί σε μια θέση κι είναι διάσημος μεταξύ των φίλων του για την ταχύτητα με την οποία ξυρίζεται: 2 λεπτά και 28 δευτερόλεπτα!
Θέλω να αισθάνομαι ότι ορμώ μπροστά με τη θέληση μου, θέλω τρένα του τρόμου, κομμένη ανάσα, κενό στο στομάχι, θέλω να πίνω τη ζωή μονορούφι.

Αναρωτιέται τι νόημα έχει να ταξιδεύει κανείς, όταν περνά τις περισσότερες ώρες σε αίθουσες αναμονής. Πηδάει έξω απ’ το ταξί χωρίς να περιμένει το φρενάρισμα του οδηγού κι εξοργίζεται όταν αργεί να έρθει ο σερβιτόρος. Διαθέτει έναν ολόκληρο μηχανισμό κατά των ανεπιθύμητων επισκέψεων: κρύβει τα καθίσματα, ανοίγει τα παράθυρα να μπει κρύο, βάζει καπέλο και γάντια σαν έτοιμος να φύγει! Μεγαλώνει τα φυτά με χημικούς επιταχυντές ανάπτυξης και μονολογεί: Όταν κοιμάμαι, μου κλέβουν τις ακριβές μου ώρες. Ο ύπνος είναι αδικαιολόγητος.

Και με τις γυναίκες; Μπερδεύει το πρώτο ραντεβού με το τελευταίο, τις καταπίνει «σαν να ‘πινε απ’ το μπουκάλι χωρίς ν’ ακουμπά τα χείλη του», τις καταβροχθίζει χωρίς να τις αφομοιώνει και εξαφανίζεται προτού καν εκείνες προλάβουν να πουν ουφ. Δεν υπάρχει λόγος ένα τρένο του έρωτα να μην είναι εξπρές. Όταν παντρευτεί, βιάζεται να τραβήξει το μωρό από τη μήτρα της συζύγου του.

Αυτό που μας κατατρώει, δεν είναι τόσο η επιβεβλημένη, παρατεταμένη αναμονή, όσο αυτές οι αδιόρατες παύσεις κι αυτές οι αυτοματικές χειρονομίες, που αφήνουν την ημέρα διάτρητη σαν να’ ταν ξαφριστήρι: να μασάς τις τροφές, να ξύνεις το μολύβι, να ψάχνεις ψηλαφιστά τα κουμπιά του ασανσέρ, να βάζεις νερό στο σώμα του καλοριφέρ, να περιμένεις το σκύλο να κάνει τα κακά του, να παρηγορείς μια γυναίκα… (σ. 61-62)

Γοητεία: Ο Μοράν, μετρ της νουβέλας ως λογοτεχνικού είδους, εδώ δεν επιλέγει απλώς ένα πρωτότυπο θέμα αλλά και το βγάζει εις πέρας με απολαυστική γραφή. Από την αρχή μας κάνει να κατασυμπαθήσουμε αυτόν τον «φιλόσοφο του μισού δευτερολέπτου» που μας παίρνει παραμάζωμα στην δονκιχωτική του προσπάθεια να δαμάσει το χρόνο, ελαχιστοποιώντας κάθε χρονοβόρα διαδικασία, σχεδόν εξαφανίζοντας τον εαυτό του για χάρη της συνεχούς κίνησης.

Προσοχή όμως! Δεν περιορίζεται στην απόδοση αυτής της πυρετικής καρικατούρας, αλλά ως πρώιμος μοντερνιστής και κομψότατος στυλίστας της γραφής σμιλεύει ένα – προφανώς – χιλιοδουλεμένο λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, με πλούτο λέξεων, εκφράσεων και ποιητικών εικόνων. Από την άλλη, οικοδομεί ενδιαφέρουσα πλοκή, με τον Νοξ να εργάζεται ως …συλλέκτης αρχαίων αντικειμένων, να αγοράζει ένα ερειπωμένο μοναστήρι με σκοπό την ανακαίνισή του, να εισχωρεί στους κόλπους μιας γυναικοκρατούμενης εστίας, να παντρεύεται μια γυναίκα που του προσφέρει όλες τις απολαύσεις αλλά αδυνατεί μέσα στην μανιώδη του παραφορά να τις ζήσει. Πού θα καταλήξει όλη αυτή η φρενήρης πορεία;

Ύποπτες επιρροές: Ο Μοράν εδώ εμφανίζεται ως πνευματικό τέκνο του Ανρί Μπερξόν και του έργου του Χρόνος και Ελεύθερη Βούληση. Σύμφωνα με τον δαιμόνιο εκείνο νεαρό φιλόσοφο, η εσωτερική ζωή της ανθρώπινης συνείδησης έχει το δικό της ιδιόρρυθμο ρολόι, που καμία σχέση δεν έχει με τον καθιερωμένο μετρητή του καθημερινού ιστορικού χρόνου. Φυσικά ο Μοράν δεν ασπάζεται εδώ πλήρως το μπερξονικό σύστημα (που επηρέασε μεταξύ άλλων την τριάδα Προυστ – Τζόις και Γουλφ) – μάλλον το προσαρμόζει σε μια καθημερινή έκδοση τσέπης και το κάνει συναρπαστικό ανάγνωσμα.

Αυτή η παραφορά για την οποία είμαι υπερήφανος είναι άραγε η ταχύτητα; Ή μήπως μια μεταμφιεσμένη αργοπορία, ένα μέσο… να αναβάλλω το μεγάλο άλμα που κάθε άνθρωπος οφείλει να κάνει στο άγνωστο; (σ. 98 )

Φάκελος φιλοξενούμενου: 1888-1976. Γέννημα Παρισίων, διπλωμάτης, κοσμοπολίτης, λάτρης των αυτοκινητιστικών αγώνων και της τζαζ, ταξιδευτής και πάνω απ’ όλα ένας παραγωγικός λογοτέχνης αλλά και μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη μορφή της γαλλικής κουλτούρας (μαζί με τους Σελίν και Ντριέ Λα Ροσέλ).

Γκράφιτι: Η δυστυχία μου είναι πως είμαι ακριβής. Περνώ τη ζωή μου αναμένοντας. // Διαπιστώνω μια ασυμφωνία ανάμεσα στο ρυθμό μου και στο ρυθμό του περιβάλλοντός μου. // Αυτό που μας καθυστερεί τόσο είναι πως κάνουμε μόνο ένα πράγμα τη φορά. // Την ημέρα που η βραδύτητα θα είναι πιο δυνατή από μένα, θα πεθάνω από ασφυξία.

Συντεταγμένες: Paul Morand, L’ homme presse, 1941. Στα ελληνικά: εκδόσεις Ίνδικτος 2005, μετάφραση Ολυμπία Γλυκιώτη, σελ. 260, μαζί με το τετρασέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας.

Επίγραμμα: Όλοι εμείς που σήμερα κάνουμε τρία πράγματα ταυτόχρονα και σκεφτόμαστε άλλα τόσα, που δεν γνωρίζουμε άλλο ρυθμό από τον ιλιγγιώδη και άλλη κίνηση από την επιταχυμένη, που μας διακρίνει μια ανυπομονησία για το αύριο χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τίποτα από το σήμερα, που είμαστε μόνο αυτό που κάνουμε, δεν χρειάζεται να ψάξουμε αντίστοιχους λογοτεχνικούς ήρωες. Υπάρχει ήδη ο ακριβέστατος λογοτεχνικός μας καθρέφτης σε βιβλίο που γράφτηκε όχι χθες αλλά 65 χρόνια πριν! Δεν γνωρίζω αν πρέπει να χαρούμε ή να σοκαριστούμε, αλλά ο Πιερ Νοξ είναι πρόγονός μας, είναι εμείς.

Ποιός ξέρει; Ίσως εκεί ψηλά υπάρχει ανταμοιβή γι’ αυτούς που τόσο ταλανίστηκαν περιμένοντας τους άλλους, ένας παράδεισος όπου τα λεωφορεία φεύγουν και οι γυναίκες φτάνουν στην ώρα τους, όπου τα λόγια χωρούν σε δέκα λέξεις, όπου τα αποτελέσματα και οι αιτίες πηγαίνουν χέρι χέρι… (σ. 44).

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15225




Απρίλιος 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.034.965 hits

Αρχείο