Αρχείο για Νοέμβριος 2008

26
Νοέ.
08

Lhasa – The living road (Audiogram, 2003)

 

Ένα από τα βιβλία της ζωής μου είναι το Under the volcano (Κάτω από το ηφαίστειο) του Malcolm Lowry. Οι σελίδες του μοιάζουν να πίνονται μονορούφι μέσα στην μια και μοναδική ημέρα και νύχτα του μύθου του στο Μεξικό, την ημέρα της γιορτής των νεκρών. Εκεί που αυτοσχέδια φανάρια, κεριά ή οτιδήποτε μπορεί να αχνοφωτίζει τρυπούν το σκοτάδι και τα πρόσωπα των πάντων που μαζεύονται στα νεκροταφεία για να κάνουν παρέα στους άλλους πάντες. Σ’ ένα περιβάλλον με ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες και την «άγρυπνη θλίψη» του τόπου, ένας πρόξενος που αγαπάει το ποτό, η απεγνωσμένη του αγάπη για κάποια, η αποθέωση του μοντερνισμού στη γραφή, η κορύφωση της ανθρώπινης θλίψης στους χαρακτήρες. 
Ακούγοντας τη Lhasa (de Sela) σκέφτηκα πως την επόμενη φορά που θα το διαβάσω πρέπει να την έχω μαζί μου, καθώς θα παρασύρομαι από τις λάβες του Ηφαιστείου και του Ποτού. Δε μπορώ να φανταστώ ιδανικότερη συνοδεία από τις φορτισμένες της ερμηνείες. Η φωνή της βγαίνει από τα έγκατα του εαυτού της, οι συνοδοί μουσικοί μοιάζουν να υποτάσσονται διακριτικά. Παίζοντας φυσικά άψογα τα ποικίλα όργανά τους, ως κάθε άσημος μουσικός που κουβαλάει τη μουσική του τόπου του στο αίμα του.

Μιλάμε για μια «ιδιοσυγκρατική» Μεξικανοαμερικάνα, από μια οικογένεια που μετακινούνταν σχεδόν νομαδικά, ζούσαν σ’ ένα διαμορφωμένο σχολικό λεωφορείο και ασχολούνταν με καλές τέχνες και πολιτισμό σε περιοχές που αυτοί οι όροι δεν είχαν τη δυτική αρνητική χροιά. Όλα αυτά μέχρι τα 20 της (1992) οπότε και πήγε στο Μόντρεαλ, είχε συνάντηση με τον πολυμουσικό Yves Desrosiers κι αργότερα με τον μπασίστα Mario Ligari και έπαιζαν μαζί. Αυτή η ζωή «στα σύνορα» δυο πολιτισμών, κυριολεκτικά και μεταφορικά, φωνάζει εδώ… Εμείς τη μάθαμε βέβαια από το ‘La Llorona’, το 1998, που ήταν κι ο πρώτος και μοναδικός της δίσκος μέχρι τότε και που τίμησαν πολλοί ραδιοσταθμοί ακόμα και στη χώρα μας. Η Llorona είναι μορφή της μυθολογίας των Αζτέκων, που αποπλανεί τους άντρες με το σειρήνιο τραγούδι της, για να τους καταστρέψει λίγο αργότερα.

Ενώ στο ‘La Llorona’ τα κομμάτια ήταν όλα στα Ισπανικά κι οι ποιητικές της εικόνες, βουτηγμένες σε εξπρεσιονιστικά χρώματα, θύμιζαν την Ανδαλουσιανή παράδοση του Λόρκα, εδώ η τρίγλωσση (συν αγγλικά – γαλλικά) πασσιονάρια στα φωνήματά της παίζει  όσα είδη βάλει ο νους της: παραδοσιακά του τόπου της και διατοπικά τζαζ, European gypsy και klezmer, παλιότερες Γαλλικές ή Γαλλοκαναδέζικες μπαλάντες, τελετουργική μουσική. Κάνει τις αποστάσεις ανάμεσα στο θρήνο και το μελόδραμα διαδρομή αστικού λεωφορείου και περνάει όλες τις παραπάνω μουσικές μέσα από την αραχνοΰφαντη μα και γκροτέσκα ερμηνεία της. Ο όρος «ethnic» παραείνει στενός για την αφεντιά της.

Μέσα από αυτό το ώριμο απόσταγμα πονεμένης μουσικής μου έμεινε ο απόηχος από τις τρομπέτες που απομακρύνονται στο Abro La Ventana, οι παθιάρικες απειλές της στο Anywhere on this road («I’ll make you my slave for the rest of my life»), τα ερεθιστικά σύμφωνά της στο ‘La Maree Haute’, τα σχεδόν καπνισμένα ‘La Frontera’ και ‘Soon This Space Will Be Too Small’, οι γκροτέσκες της ερμηνείες στα υπόλοιπα ισπανόφωνα. Κάτω από το ηφαίστειο αλλά πολύ κοντά σε αυτό.

Eπισκεπτήριο: lhasadesela.com. Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/cds.asp?id=24685

Advertisements
22
Νοέ.
08

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15, φθινόπωρο 2008. Φάκελος Ολοκληρωτισμός

 

Σε απόλυτη αρμονία με τον καιρό που σκοτεινιάζει το φθινοπωρινό τεύχος των (δε)κάτων φτιάχνει ένα αφιέρωμα στο γκριζόμαυρο θέμα του Ολοκληρωτισμού, σε όλες του τις εκφάνσεις. Καθώς ο ολοκληρωτισμός δεν εξαντλείται στις παραφυάδες των –ισμών του ούτε στα ρατσιστικά του παρελκόμενα αλλά διαβρώνει τα πάντα, από την τέχνη και την σκέψη ως και την ίδια την καθημερινή ζωή το αφιέρωμα αποτυπώνει όσο το δυνατό περισσότερες πλευρές (θεοκρατία, ναζισμός, αντισημιτισμός, αστυνόμευση, τηλεοπτικός εκφασισμός κ.ά) και φωνές: διηγήματα των Hanna Krall, Κυριάκου Αθανασιάδη, Γιώργου Ρωμανού κ.ά, μαθήματα ανελευθερίας του Θανάση Τριαρίδη, μια επιστολή του Δ. Ποταμιάνου προς τα ανίψια του, περισσότερο σχετική με το θέμα από κάθε άλλο κείμενο, ακόμα και την άποψη ενός πληρωμένου Σέρβου εκτελεστή εκ μέρους της CIA, καθώς κι ένα απόσπασμα από το «Αλφαβητάρι πολέμου» του Μπέρτολτ Μπρεχτ (πρότζεκτ με τετράστιχα ποιήματα πάνω σε φωτογραφίες εφημερίδων και περιοδικών, που τον συνόδευε επί δεκαετία στις εξορίες του, πάντα ανεπιθύμητο όλες τις πολιτικές πλευρές λόγω του υπονομευτικού του πνεύματος!)

Αν έχετε την εντύπωση πως μια τέτοια θεματολογία θα συνοφρυώσει κάθε αναγνωστικό πρόσωπο, ξεχάστε την: υπάρχουν κείμενα που προκαλούν και ξεκαρδιστικά γέλια, όπως για παράδειγμα τα ποιήματα των Αραγκόν και Ελυάρ με τα οποία υμνούν την σταλινική Γκεπεού και τον Στάλιν αντίστοιχα ή η δικαστική απόφαση βάσει της οποίας αποσύρθηκε από τις σχολικές βιβλιοθήκες το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές» (δημοσιεύεται αυτούσια).

Άλλα τρία εκτενέστατα κείμενα φωτίζουν ακόμα περισσότερο τις σελίδες: Η ιστορία του CCF / Congress of Cultural Freedom, το «πολιτιστικό» εκβλάστημα της CIA, μια δεξαμενή συγγραφέων, περιοδικών, συνεδρίων και διαλέξεων με απώτερο σκοπό την θεωρητική και όχι μόνο εξάπλωση του αμερικανισμού, χωρίς να γίνεται αντιληπτός ως έννοια παρά μόνο ως αυτονόητο πολιτιστικό μόρφωμα, μας δείχνει το πεδίο όπου σίγουρα θα ανθεί ο ολοκληρωτισμός στο μέλλον.

Ένα οδοιπορικό του Louis Menard προς την ταυτότητα της γενιάς των Μπιτ ξεκαθαρίζει επιτέλους τι σημαίνει beat, ποιος καθιέρωσε το όνομα και πως και απομυθοποιεί θέσφατα για να τα θέσει σε πιο ηδονική τροχιά. Περισσότερο από την μυθολογία της απόδρασης και την «νοσταλγία της παρακμής», το κίνητρο για τον Κέρουακ ήταν η αληθινή λογοτεχνία και ο «δρόμος» του ήταν η σκληρή δουλειά προς αυτήν.

Τέλος, μας πρόσφέρονται ψήγματα του βίου του πρόωρα χαμένου Ρομπέρτο Μπολάνιο που με τόσους ευρηματικούς τρόπους λογογράφησε το άσυλο ψυχοπαθών της Ευρώπης (όπως χαρακτήρισε την Λατινική Αμερική). Κάπου στο ενδιάμεσο, ο Άρης Μαραγκόπουλος μαγνητοφωνούμενος συνοψίζει τα λόγια ενός χαρακτήρα του True Love του : Στον καθένα λείπει κάτι σ’ αυτή τη ζωή. Κι αυτό που του λείπει καταντάει το φριχτό του μαρτύριο, άμα το αναλύει ξανά, και ξανά, άμα του παραδίνει σημασία…

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στη φωτογραφία: O Κέρουακ Στο Δρόμο των πλήκτρων.

20
Νοέ.
08

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 490 (Νοέμβριος 2008)

 

Στις κεντρικές σελίδες υπάρχει το πρώτο μέρος ενός μεγάλου αφιερώματος στα ημερολόγια των συγγραφέων, με κείμενα για την ημερολογιακή γραφή γενικότερα και σχετικό ερωτηματολόγιο σε σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες. Στις πίσω σελίδες, η θλίψη πάει μαζί με την χαρά. Ο David Foster Wallace, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της αμερικανικής λογοτεχνίας, η φωνή των 30άρηδων και της γενιάς του ’90, για πολλούς ένας ισότιμος του Pynchon και του DeLillo ή το λογοτεχνικό grunge αντίστοιχο, αυτοκτόνησε στα 46 του. Μένει το υπερχιλιοσέλιδο Infinite Jest, το απόλυτο έπος για τις πάσης φύσεως εξαρτήσεις και νευρώσεις του σήμερα, περιλαμβανομένης και της (κλινικής) κατάθλιψης από την οποία έπασχε, τα δοκίμιά του σε Harper’s και Rolling Stone και οι εμπνεύσεις που μοίραζε αφειδώς σε φοιτητές και διανοούμενους, οι οποίοι έμειναν με το ερώτημα: Πώς θα μπορέσουμε να φτιάξουμε έναν κόσμο μέσα στον οποίο οι ευφυέστεροι ανάμεσά μας δεν θα αισθάνονται παρείσακτοι;

Στον αντίποδα, ο άρτι νομπελισθείς Ζαν Μαρί Γκιστάβ Λε Κλεζιό, εραστής της παγκοσμιότητας, αρνητής κάθε μορφής «ένταξης», ακούραστος εξερευνητής γεωγραφικών και ψυχικών τοπίων, θα μπορέσει από θέση ισχύος να φωνάζει για φυλές και γλώσσες που χάνονται και είδη που εξαφανίζονται.  Σκορπισμένοι ακόμη ανάμεσα στις σελίδες, μια τιμώμενη (Μάρω Δούκα) και δύο ερωτώμενοι για τα φρεσκότατα έργα τους: ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης για Το χρονικό του Δαρείου (την άνοδο και πτώση του κόμματος ΠΑΓΑΛΑΚ και των Γατανθρώπων του, που πιθανώς συγκριθεί με ένα αντίστοιχο πολιτικό κίνημα και κόμμα αλλά αυτό είναι μόνο μια αρχή) και ο Απόστολος Δοξιάδης για το Logicomix, graphic novel με θέμα την περιπέτεια της λογικής στις αρχές του 20ού αι. που θα παρουσιάσουμε σύντομα.

Tέλος, ένα ιδιαίτερα λεπτό ζήτημα: Ο Μίλαν Κούντερα, ο συγγραφέας που ασχολήθηκε όσο λίγοι με το θέμα της προδοσίας και αντιτάχθηκε στα καθεστώτα της χώρας του, κατηγορήθηκε από συμπατριώτη του πως είχε καταδώσει μυστικό πράκτορα της Δύσης στα νιάτα του. Από τη μια η αναγκαιότητα συμφωνίας ζωής και έργου, από την άλλη το κατά πόσο δικαιούμαστε να κρίνουμε πράξεις της πρώτης νιότης και να κολλήσουμε στον άλλον την ρετσινιά, κρίνοντες έξω απ’ τον χορό. Σε ποια πλευρά θα πέσει το νόμισμα; 

Πρώτη δημοσίευση σε: mic.gr. Στη φωτογραφία: ο ιδανικός αυτόχειρ.

17
Νοέ.
08

Νίκος Νικολαΐδης – Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα

Το θέμα είναι να στήνεις σωστά το παραμύθι (σ. 275-6)

«Το μαύρο μου το χάλι φίλε μου» απαντά ο Κίνγκσλυ Έιμις σε ερώτηση του βιογράφου του σχετικά με την κατάστασή του, λίγο προτού πεθάνει. Συλλαβίζει ακόμα μια λέξη που ο γιος του Μάρτιν Έιμις προσπαθεί για χρόνια να αποκρυπτογραφήσει προτού αποφανθεί: «Για ένα συγγραφέα, τα βιβλία του – όλα του τα βιβλία – αποτελούν τελευταίες λέξεις» (Μισέλ Σνεντέρ, Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, σ. 264-265).

Από τα Κουρέλια που Τραγουδάνε Ακόμα μέχρι την Γλυκιά Συμμορία και την Πρωινή Περίπολο, κι από τα Γουρούνια στον Άνεμο μέχρι τον Οργισμένο Βαλκάνιο, ολόκληρο το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό έργο του Νίκου Νικολαΐδη (Αθήνα 1939 – 2007) μοιάζει να ψελλίζει τις οριστικές και αμετάκλητες αλήθειες του δημιουργού του. Ο κόσμος των χαρακτήρων του, ένα αξεδιάλυτο και οργιαστικό πανδαιμόνιο του έρωτα, της συντροφικότητας των φίλων και ενός ακατάπαυστου αγώνα ενάντια στην συμβατικότητα και την υποταγή, μιλάει τη γλώσσα του κινηματογράφου και της μουσικής, ιδίως του ροκ εντ ρολλ, και κοιτάζει κατάματα την ήττα και τον θάνατο. Ακόμα κι όταν κάποια στιγμή οι ήρωές του, στην ερώτηση «τι γιορτάζουμε;» απαντούν κι αυτοί, συμπτωματικά, «το μαύρο μας το χάλι», έχουν νωρίτερα ζήσει ακριβώς όπως προστάζει ο εαυτός τους.

Το εν λόγω post mortem μυθιστόρημά του δεν είναι απλώς η επιτομή της μυθολογίας του αλλά και μια αυτοβιογραφική καταβύθιση στην εφηβεία του και, συγχρόνως, στο παρελθόν μιας γενιάς που βρέθηκε ανάμεσα σε ένα συντηρητικό «εδώ» και σε ένα μοντέρνο «αλλού». Ολόκληρη η παρέα του είναι ξανά εδώ, γνώριμα πρόσωπα από τις σελίδες και τα καρέ του, που περιπλανιούνται στα συνοικιακά στέκια και τους πρωινούς διαγωνισμούς χορού και ορμούν στις διαδηλώσεις, στους καυγάδες των παρεών, στο ανελέητο κυνήγι του ποδόγυρου και στην αναζήτηση μιας αλήθειας.

Αυτός είναι ο κόσμος του κεντρικού αφηγητή, του Σπόρου, προτού ξεχυθεί από ένα σπίτι που μυρίζει υγρασία και πετρέλαιο σόμπας στα Τουρκοβούνια κάτω στις αρτηρίες της πόλης – Πατησίων, Βικτώρια, Νεάπολη, Στέκι της πλατείας Αιγύπτου, Τοπ-Χατ, Ζωναρ(ά)ς, Λήθη, Γκρην Παρκ, Ρεξ, κεντρικές στοές – ή περιπλανηθεί στην πάχνη των έρημων τότε βορείων προαστίων αναζητώντας τους έρωτές του. Ένας κόσμος που καθορίζεται από τον μύθο του σινεμά ήδη από τη στιγμή που ανοίγουν αργά οι βυσσινιές κουρτίνες και φαίνεται η άσπρη οθόνη, συνεννοείται με ατάκες και σεκάνς και ντύνει τις δικές του καθημερινές σκηνές με φρέσκα ροκ 45άρια (1). Ένας κόσμος που στις δύσκολες στιγμές βρίσκει στήριγμα στους ποιητές, στα τρία ιερά κάπα (Καβάφης, Καρυωτάκης, Καββαδίας), ενίοτε σε Ρίλκε και Μπωντλέρ, «γιατί η ποίηση ας βοηθάει να ζήσουμε και να πεθάνουμε όμορφα και κάμποσες φορές να ρίξουμε … μια φοβερή στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» (σ. 176). Για εκείνη τη στεκιά απαραίτητες όπως πάντα οι γυναίκες, καταλυτικά παρούσες, αιώνια εράσμιες, ερώμενες και φίλες, «το μόνο κίνητρο για να ξεκολλήσεις», όπως γίνεται πάντα, «η κάθε μια τους με το στυλ της και το παραμύθι της» (2).

Η γραφή του Νικολαΐδη, κοφτερή σαν λεπίδι και σκληρή σαν των παιδιών που μεγάλωσαν απότομα, μένει ακριβώς όπως παραδόθηκε στο χειρόγραφο, χωρίς κανονική επιμέλεια, λόγω του ξαφνικού θανάτου του. Μπροστά σε ένα τέτοιο καταρράκτη αμεσότητας και ζωντάνιας, έννοιες όπως στίξη ή ορθογραφία περνάνε σε δεύτερη μοίρα: στον εσωτερικό μας μονόλογο, στις ζωτικές μας προφορικές συνομιλίες και στις κουβέντες της ψυχής μας δεν έχουν θέση οι γραμματικοί κανόνες. (3)

Με χρονικά άλματα μεταξύ των δυο «καθοριστικών» δεκαετιών του ’50 και του ’60 και εναλλαγή κεφαλαίων ρεαλιστικότατης αφήγησης και προσωπικών, συχνά παραληρηματικών σκέψεων, ολόκληρη η Στεκιά μοιάζει με εγκεφαλογράφημα του Σπόρου που μοιράζει ακριβοδίκαια τα συναισθήματά του στους φίλους του, από την σκληρότητα μέχρι την άνευ όρων αγάπη, επιβραβεύοντάς τους τρυφερά και ερήμην τους, όταν φερθούν σπαθί, με ένα «σωστός νομίζω». «Όπως είπε κάποτε κι ο Τζέρρυ Λούις πρέπει ν’ αγαπάς λίγο τον εαυτό σου γιατί στο κάτω κάτω μ’ αυτόν θα ζήσεις όλα σου τα χρόνια» (σ. 216). Ο Σπόρος θα ενηλικιωθεί πολύ γρήγορα με όλα τα παραπάνω, χωρίς ναρκωτικά (μόνο βαλεριάνα για να κοιμάται του θανατά στις δύσκολες στιγμές και παγωμένες μπύρες που έκρυβε στο ρέμα της Πεντέλης) μα πάντα υπό βροχή, η οποία δεν λείπει ποτέ, ιδίως κάθε Κυριακή απόγευμα (4), και θα προχωρήσει ακόμα κι όταν οι σχέσεις του είναι καταδικασμένες, ακόμα κι όταν ο ξενιτεμένος κολλητός του τον περιμένει για να μην κρεμαστεί μονάχος.

Ίσως γι’ αυτά και γι’ άλλα ο Νικολαΐδης μίλησε στις καρδιές εκείνων που ονειρεύτηκαν μια πιο ροκ εντ ρολλ ζωή, ακόμα κι αν προέρχονταν από διαφορετικές δεκαετίες, είτε είχαν διαβάσει τις αθυρόστομες σεξουαλικές περιγραφές του Ρομπ Γκριγιέ, τα μπιτ παραλήρηματα του Κέρουακ, τις ψυχοσωματικές εξομολογήσεις του Μίλλερ ή το αμερικάνικο νουάρ, είτε όχι. Ίσως γι’ αυτό το ερώτημα που ταλάνισε τους χαρακτήρες «τι τρέχει ακριβώς, πάμε λάθος στο σωστό δρόμο ή σωστά στον λάθος;» (σ. 232) δεν έχει την απάντησή του. Ο ίδιος ο συγγραφέας και οι ήρωές του πήγαν στον δικό τους δρόμο. Σωστοί νομίζω.

Εκδόσεις Greekworks.com, 2008, σελ. 436, με επίμετρο του Μάνου Ελευθερίου.

Πρώτη δημοσίευση σε: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 16, χειμώνας 2008.

Υποσημειώσεις, από άλλο κείμενο για το ίδιο βιβλίο, από εδώ.

(0) …το μόνο που γουστάρεις είναι το μουνί τα τσιγάρα κι οι έρημοι δρόμοι τίποτ’ άλλο όμως το νοιώθω ο λούστρος κουβαλάω μια ερημιά για κάτι που ήτανε κάποτε δικό μου και μου τ’ αρπάξανε που τριγυρίζει το γαμημένο σαν ξωτικό και μου ζαλίζει τ’ αρχίδια κι όχι μόνο αυτό αλλά μου κλωτσάνε μακριά κα το δεκανίκι να πέφτω να κυλιέμαι στη λάσπη ο δικός σου … Το σίγουρο είναι ότι κάποιος από κει πάνω μού κάνει χοντρή πλάκα αλλά που θα πάει κάποτε θα τον βρω και θα τον ξεσκίσω επιτόπου. (σ. 296)

(1) … τιμώντας ως πρέπει τους παλαιότερους μάστορες από Ντιούκ Έλλιγκτον μέχρι Φατς Ντόμινο, ενώ οι εραστές ανταλλάζουν Τζούλι Λόντον σε κόκκινο βινύλιο. Όλα και τον ουρανό ακόμα.

(2)…τρέχουμε σα λιγούρια πίσω απ’ τα μουνιά και κάθε πούτσος που ρίχνουμε κερδίζει πόντους να στο πω καλλίτερα μας διώχνει λίγο πιο μακριά απ’ το ταμείο αλλά πάντα στην ουρά μαλάκα μου κ’ εντάξει μπορεί να μην κολλάμε με τα πρόβατα δεν έχει όμως άλλη είσοδο για μας τους άντε και καλά αλλοιώτικους. (σ. 188-189)

(3) Τον έχουμε μάθει πια, το χιούμορ του όπως πάντα είναι αγέλαστο και μαχαιρώνει. Ακόμα και η ηλικία που διάλεξε να την κάνει – 69 –δικό του αστείο πρέπει νάναι. Ο Νικολαΐδης έκανε το δικό του ακόμα και στην επιλογή των συγκεκριμένων εκδόσεων. Κάποιοι λένε πως αν το έδινε αλλού, θα είχε εκτοξευτεί. Μόνο που, όπως ήδη μαθαίνω, εξαντλείται η πρώτη έκδοση και φεύγει για την δεύτερη, κι ας σιώπησε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής και των «ενθέτων» κι ας έγραψαν μόνο κάποια ιστολόγια, στα οποία άλλωστε σκόπευε να διασκορπίσει μερικά κεφάλαια.

(4)… και δε φτάνει που είναι χειμώνας αλλά έρχονται και Χριστούγεννα, όπως τότε στη Γλυκιά Συμμορία, άρα θα ανεχτούμε την θλιβερή διακόσμηση των συνοικιακών καφετεριών (πράσινο γκοφρέ ελατάκι σα μαραμένη πούτσα) και αργότερα κάτι γιρλάντες ξεχασμένες της γιορτής να μαγκώνουν τις σιδεριές των υπονόμων.

Υ.Γ. δε θέλω να ’μαι πρώτος πουθενά – είμαι πρώτος από χέρι και σας έχω όλους γραμμένους στον πόιτσο μόι κουφάλες.

13
Νοέ.
08

Clann Zu – Rua (2003), Black Coats And Bandages (2004)

Clann Zu – Rua (G7 Welcoming Committee, 2003)

Μπορείτε να φανταστείτε τι μουσική μπορεί να παίζουν πέντε Αυστραλοί όλοι προερχόμενοι από διαφορετικά background και κλίματα (punk, rock, folk, electronica, classical) με τραγουδιστή και ποιητή έναν ευφάνταστο Ιρλανδό; Όχι, δεν μπορείτε. Ακόμα κι αν σας βοηθούσαμε λέγοντάς σας πως διαθέτουν πένα εμπνευσμένων πολιτικοποιημένων στίχων, ενώ ένας απίστευτος βιολιστής «γράφει» δραστικά πάνω τους και πάλι δε θα πήγαινε το μυαλό σας σ΄ένα τόσο συναρπαστικό ήχο.

Από πού ν΄αρχίσουμε; Αυτός ο τελευταίος (Russell Fawcus) είναι ένας σύγχρονος μάγος του βιολιού. Αλλάζει γοητευτικά το πρόσωπο των κομματιών, οδηγώντας τα τη μια σε διαβολικές εξάρσεις και την άλλη σε αυθεντικά ιρλανδότροπα τοπία. Όμως είναι το θρηνητικό του πρόσωπο πού ντύνει δραματικά τις ραψωδίες τους, θυμίζοντας έντονα τον ήχο των Godspeed You Black Emperor! – θα μπορούσαμε συνεπώς να μιλήσουμε για έτερους GYBE! με συντομότερα κομμάτια και στίχους/φωνή;

Μετά είναι ο Declan de Barra, ο αλλοπαρμένος Ιρλανδός που λέγαμε, που γράφει αυτούς τους ασύλληπτους στίχους που βρίθουν από εικονοπλαστική δύναμη. Ακούστε μόνο το «Five Thousand More», ένα συναρπαστικό ελεγειακό ποίημα για τους ομαδικούς τάφους αμάχων. Δύσκολο να πιστέψεις ότι προέρχεται από Αυστραλούς, όχι επειδή οι νησιώτες αυτοί δεν είναι ικανοί για τόσο απρόβλεπτες μουσικές -έχουν αποδείξει ότι γι΄αυτό κι αν είναι !- αλλά επειδή τόσο ζοφερές εικονές μόνο την Ευρώπη του περασμένου αιώνα έχουν στοιχειώσει. «No one knows our names, lying in this grave unmarked / found you lying by the roadside, half way melted into the ground/ come and lay me down beside you here in this ground, with five thousand more…».
Μιλάμε λοιπόν για ένα σχήμα που ξεκίνησε στα τέλη 1999 στη Μελβούρνη κι έφτασε μέχρι την … Ιρλανδία όπου και κατοικοεδρεύει. Στα 2001 πρωτοκυκλοφορούν το ομώνυμο ep, αμέσως μετά το Rua και φέτος το Black Coats And Bandages. Έχουν τη δική τους εταιρεία (Zarhada) και κυκλοφορούν ευρύτερα τους δίσκους τους στην ούτως ή άλλως ουσιαστικά και δραστικά πολιτικοποιημένη G7 Welcoming Committee, που στεγάζει μεταξύ άλλων τους International Noise Conspiracy και άλλους με ευφάνταστα έως υπαινικτικά ονόματα όπως Che: Chapter 127, Bakunin’s Bum, Warsawpack, ενώ έχουν κυκλοφορήσει «spoken words» από Noam Chomsky, Ward Churchill, Ann Hansen κ.ά.

Το Rua με άφησε άναυδο. Πέρα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, το σχήμα διαχειρίζεται άνετα μια μεγαλή ποικιλία στυλ εκφράζοντας πλήρως την έννοια ενός πολυ–πολιτισμικού εκλεκτισμού. Φυσικά δεν πάει καν ο νους σου πως κάποια μέλη ήταν στο αυστραλέζικο rap-metal act Non-International Lifeform. Το πολύ να τα φανταζόσουν σε αμιγείς ροκ μπάντες, σε ποστ ροκ συνδυασμούς, σε παραδοσιακές ενατενίσεις – και ναι, πέρασαν απ΄όλα αυτά.

Το «Five Thousand More» με το υποχθόνιο μπητ του σε βάζει στο ασύλληπτο κλίμα της αλλόκοτης τούτης μπάντας, το Hope This Day θα μπορούσε να΄ναι μια εμπνευσμένη στιγμή των U2, το «All That You’ve Ever Known» είναι το άριστον του δίσκου: με μια αποπλανητική μελωδία που σε τραβάει στη δίνη της, απ΄όπου το βιολί σε καταβαραθρώνει οριστικά. Το «Everyday» θα γοητεύσει τους φανς των Radiohead, το «All The People Now» κόβεις την κεφαλή σου πως βγαίνει απ΄τις δοξασμένες μέρες του βρετανικού new wave. Προσθέστε και μια ελεγεία για τους καιρούς που ζούμε με τις αλλαγές φωνητικών να ακολουθούν τα ανεβοκατεβάσματα της πλοκής («Lights Below»), όπως και τα διαβολεμένα α λα Chieftains βιολιά του «Crashing Τo Τhe Floor» κι έχετε ένα δίσκο-πλήρη ακουστική εμπειρία.

Black Coats And Bandages

Ύστερα απ΄το αποκορύφωμα του Rua, σίγουρα περιμένεις το Black Coats And Bandages να είναι συγκριτικά «κατώτερο». Αυτό που δεν περιμένεις όμως είναι να ακούσεις έναν εντελώς διαφορετικό δίσκο. Στο εξώφυλλο σκίτσα εμπνευσμένα από την περιβόητη Ημέρα των Νεκρών του Μεξικού, όπου όλος ο κόσμος ξενυχτά στα νεκροταφεία κάνοντας συντροφιά στους νεκρούς τους, ενώ μυριάδες κεριά κι αυτοσχέδια φανάρια δημιουργούν ανεπανάληπτη μυστικιστική ατμόσφαιρα.

Ένα τέτοιο κλίμα αναπαράγεται και στη μουσική του Black Coats And Bandages. To βιολί παραμένει, αλλά οι ταχυτήτες ελαττώνονται και απλώνουν τα κομμάτια. Τα φωνητικά είναι ατμοσφαιρικότερα (δυο κομμάτια τραγουδιούνται στα gaelic), μου θύμισαν τις χαμηλότερες οκτάβες του Peter Hamill, αλλά και τις ακροβασίες του Dave Thomas (Pere Ubu). Στις διάφορες συγκρίσεις που δοκίμασαν άλλοι να προτείνουν (τον σκοτεινό ήχο των Dirty Three, τα φαλτσέτα του Jeff Buckley, τις σκοτεινές ατμόσφαιρες των Dave Matthews Band) ίσως μόνο με τους Out Hud θα συμφωνούσα – μια άλλη όψη των GYBE!, από την οποία οριστικά απομακρύνονται. Στο «One Bedroom Apartment» όμως ακούγονται σαν πρώιμοι Pink Floyd και γενικά σε σημεία το σχήμα φλερτάρει με progressive rock. Είναι και πάλι απίστευτο με πόση άνεση πλοηγούν ανάμεσα στις καλύτερες των επιρροών τους. Το δυνατότερο κομμάτι από εδώ («From Bethlehem To Jenin») αποδεικνύει πως μπορείς τελικά να γράφεις τους ζοφερότερους στίχους και να τους ντύνεις με συναρπαστική μουσική.

Send in your bulldozers to knock your buildings down drop your smartest bombs from the highest clouds  from Bethlehem to Jenin this sound is no obscene    from New York to Dublin they’re swinging in the wind The smell of 3 day death down each deserted street     As the dogs pick their way between the bodies in defeat They’re swinging in the wind

(G7 Welcoming Committee, 2004) Πρώτη δημοσίευση: http://www.butterfly-zine.com/HTML%20Explorer/Clann_Zu_IE.htm

08
Νοέ.
08

Tom Waits – Real gone (Anti, 2004)

Oh the heart is heaven / But the mind is hell (Sins of My Father)

SOME OLD STORY

Όταν η βρετανική εισβολή σάρωνε την Αμερική, αυτός έκανε τον α λα Sinatra crooner σ’ ένα συφοριασμένο γκολφ κλαμπ στο San Diego. Όταν όλοι πηγαίνανε στο San Francisco φορώντας (σίγουρα) λουλούδια στα κεφάλια τους, αυτός ανακάλυπτε το be-bop και έφευγε σε αντίθετη κατεύθυνση με τους τελευταίους μπήτνικς. Όταν η δυτική ακτή στέναζε απ’ τις freaky πολυενορχηστρώσεις, εκείνος περιοριζόταν στο πιάνο και σ’ ό,τι μπορούσε να χτυπήσει με το χέρι του. Κι όταν το ροκ εντ ρολλ για άλλη μια φορά εξωτερικεύτηκε κι έγινε η εύκολη μουσική για το ράδιο, εκείνος το δυσκόλεψε όσο γινόταν βουτώντας στο αρρωστημένο μπλουζ του Captain Beefheart και στο παρακμιακό καμπαρέ στυλ.

THE REAL GONE STORY

Μουσικά ο δίσκος πλησιάζει το ‘Swordfishtrombones’, διατηρεί όμως και κάτι από τις θεατρικότατες κυκλοφορίες του πριν 2 χρόνια (αμφότερα τα ‘Blood Money’ και ‘Alice’ ήταν από τους δίσκους της χρονιάς) κι ο άτιμος εξακολουθεί να τραγουδάει το κάθε κομμάτι με διαφορετικό τρόπο. Μόνο που πολλά έχουν αλλάξει εδώ. Αρχικά το σχέδιό του ήταν να περιοριστεί σε 3λεπτα κομμάτια πρωτόγονης αίσθησης: Bread and water. Three legged tables. Nothing superfluous. But it’s not where the music took me … recording is like capturing birds or photographing ghosts, an uncertain enterprise. Κι έτσι παρά τις προθέσεις του έχουμε μερικά από τα μακρύτερα κομμάτια που έχει φουρνίσει ποτέ. Το περισσότερο υλικό γράφτηκε πρώτα α καπέλλα και κατόπιν κλήθηκαν οι λέξεις ν’ αποφασίσουν για το σχήμα των τραγουδιών. Άλλωστε ήδη από το πρώτο κομμάτι ακούμε τη δική του φωνητική χιπ χοπ εκδοχή που δεν είναι παρά μια προσωπική «vocal percussion». Αυτό ακριβώς το «human beat-boxing» όπως προτιμά να το λέει ο ίδιος αντικαθιστά μερικές φορές τα κρουστά. Τα φωνητικά του γενικά δίνουν την εντύπωση πως είναι λουπαρισμένα αλλά πέφτουμε έξω: ο ίδιος επιμένει πως δεν ήθελε να κάνει λούπες και προτίμησε αυτοσχέδιες φωνητικές ακροβασίες. Πιάνο και πλήκτρα τα ψάχνεις με το μικροσκόπιο, ίσως εξαιτίας του overdose της Alice που ήταν γεμάτη.

THE MORE YOU DRINK, THE DOUBLE YOU SEE ή ….THE MORE YOU DRINK THE WC

Οι bedroom recordings δεν του λένε πια τίποτα. Αυτή τη φορά καθόταν κι ηχογραφούσε για ώρες ήχους και φωνές στην τουαλέτα του σπιτιού του και αργότερα παρέα με τη σύζυγό του τις κολλούσαν στα κομμάτια. Σε πρώτη φάση είχε σκοπό να πάρει μερικά και να καταλήξει σ’ ένα δίσκο λιγότερο «προσεγμένο» όπως τα δυο θεατρικά του. Τελικά αποφάσισε να παίξει ζωντανά πάνω στα tapes κι όλο αυτό το διασκεδαστικό γι’ αυτόν cut and paste το χαρακτήρισε σαν «παλιά αμάξια με καινούργια καλύματα στα καθίσματα».

THE CREW STORY

Όπως μια συφοριασμένη πλανόδια ταβέρνα έχει κι ένα πλήρωμα, έτσι κι εδώ προσλαμβάνεται πάλι ο περιπετειώδης κιθαρίστας Mark Ribot που όπως και στο ‘Rain Dogs’ ξελασπώνει όταν ο Tom χωθεί στο βούρκο. Ο υιός Casey Waits χρεώνεται κι αυτός βάρη της οικογενειακής επιχείρησης αναλαμβάνοντας percussion και turntables. Δε θα ήθελα να ήμουν μπασίστας σε μπάντα του Τom Waits και να προσπαθώ να συγκρατώ τα ολισθήματα των άλλων, αλλά ο Les Claypool (Primus) εδώ δε μασάει και κρατάει τα μπόσικα. Συν από ένας ακόμα μπασίστας, κιθαρίστας και ντραμίστας.

Α LOVE STORY

Α, και η Kathreen Brennan στη συ-σύνθεση και την συμπαραγωγή. Κάποτε τον διάλεξε για το soundtrack του Κοππολικού ‘One From The Heart’ και μετά τον πήρε σπίτι της. Τους φαντάζομαι να ακούνε μαζί την τεράστια συλλογή της, να κολλάνε ολονυχτίς στον Beefheart, να μένουν από τότε μαζί. Για τα τελευταία 22 χρόνια είναι η μούσα του κι η διαφθορά του. Και η σωτηρία του επίσης, καθώς, όπως λένε μερικοί κακοί, τον έσωσε από το να γίνει ένας Christopher Cross. Εντάξει, όλοι μας περιμένουμε μια γυναίκα να μας σώσει. Οι δυο τους κάνουν καλά αυτό που ξέρουν: να σκαρώνουν τραγούδια που τα απογυμνώνουν μετά από οποιοδήποτε στόλισμα αφήνοντας τα με το ρυθμικό τους σκελετό και τη στοιχειώδη αρμονία.

HIS STORIES

Κάποτε είχε πει πως τα κομμάτια του είναι «σινεμά για τα αυτιά» και όντως οι στίχοι του είναι γεμάτοι στρατιές από περσόνες που θα στέκονταν ως ήρωες α΄, β΄, γ΄, ω΄ μπροστά σε κάμερα. Βέβαια για άλλα μια φορά μας βάζει ν’ ανοίγουμε λεξικά να ψάχνουμε τις λέξεις του. «She took all my money and my best friend/You know the story, here it comes again«, ξεκινάει η μπλουζιά του ‘Make it Rain’ κι εμείς καρφωνόμαστε. Θρήνοι και κακοφωνίες πιο πέρα, μερικές από τις δυνατότερές του μπαλάντες λίγο πιο κάτω, λίγο cubist funk (δικός του κι ο χαρακτηρισμός), 11 λεπτά στραμπουληγμένης dub reggae στο ‘Sins of My Father’. Το ‘Top Of The Hill’ θα το ακούει ο Captain σε κάποιο τροχόσπιτο σε καμιά μάντρα και θα χαμογελάει. Στο ‘Metropolitan Glide’ κακομεταχειρίζεται πιάνα και κρουστά κι ακούγεται σαν κολασμένος James Brown. Στο λατίνο ‘Hoist That Rag’ ο Ribot δε μπορεί να διαγράψει μονοκοντυλιά τις διαχύσεις τους με τους Prosthetic Cubans.

ΗISTORIES

Οι κινηματογραφικές διηγήσεις υποχωρούν λίγο, δίνοντας χώρο σε περισσότερο αφηρημένη έως και πειραματική χρήση της γλώσσας αλλά και σε πολιτικοκοινωνικές θεάσεις – θυμηθείτε το ‘God’s Away on Business’ του ‘Blood Money’. Στο ‘Day After Tomorrow’ ο στρατιώτης γράφει σε γράμμα πως αυτό που του λείπει είναι να φτυαρίζει το χιόνι και να μαζεύει τα φύλλα, πριν βυθιστεί στο τέλος στις υπαρξιακές του αμφιβολίες ….Trying to say is don’t they pray/to the same God that we do?/And tell me how does God/Choose, who’s prayers does he/Refuse? . . . Όταν αποτελειώνει με το I’m not fighting for justice, I am not fighting for freedom, I am fighting for my life and another day in the world είναι αδύνατο να μη το συνδέσεις με την σημερινή συνεχή εμπόλεμη κατάσταση. Μικροί βίοι ιδιαίτερων ή ασήμαντων ανθρώπων περνούν σαν σε παρέλαση: εδώ η Horse Face Ethel και τα Marvelous Pigs της in satin, εδώ και η μονόφθαλμη Myra (the queen of the galley who trained the Ostrich and the camels), παρακεί η Yodelling Elaine, ο Funeral Wells, ο Mighty Tiny. Το Green Grass τραγουδιέται από έναν νεκρό αλλά είναι από τα ερωτικότερά του: Lay your head where my heart used to be / Hold the earth above me / Lay down in the green grass / Remember when you loved me. Και μόνο αυτός μπορεί να ριμάρει την Ford με το sword και να παραδέχεται μέσα στον πανικό του «Everyone wants to know how it is going to end«.

AND HIS WORDS

«It’s an electric pill box, a homogeneous concoction of mood elevators, mind liberators and downers, an alchemical universe of rattling chains, oscillating rhythms and nine-pound hammers. So check it out….»

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στις φωτογραφίες: Waits a muse, waits a bus, waits booz, waits youth, waits goodbye…

04
Νοέ.
08

Εμμανιέλ Πιερά – Βιομηχανία του σεξ και του τηγανητού ψαριού

Δύο δεκαοχτάχρονες δίδυμες αδελφές, η Γκαέλ και η Γκουεναέλ, ναυτικοί σε ψαροχώρι της Βρετάνης αναπτύσσουν ένα εντονότατο ερωτικό αισθητήριο πλημμυρισμένο περιέργεια και φιλομάθεια. Όμως το περιβάλλον όπου ζουν είναι το πλέον ακατάλληλο για την ικανοποίηση της ακόρεστης δίψας τους για μόρφωση. Η μύησή τους στον κόσμο του σεξ γίνεται από άθλια πρόσωπα με ακόμα πιο άθλιους τρόπους (βιασμός ανάμεσα σε ψαροκασέλες ή αυνανισμός με ένα μουγκρί) και οι ταχυδρομικές παραγγελίες των σεξουαλικών γκάτζετς τίποτα τις αφήνουν ανικανοποίητες (οι πολλαπλές μπίλιες της γκέισας ερμάτιζαν το δίχτυ για τον μπακαλιάρο, το λιπαντικό κατέληξε να λιπαίνει την τροχαλία της τράτας). Έχοντας εντρυφήσει στις απείρως παραλλασσόμενες μεθόδους αναπαραγωγής των θαλάσσιων ειδών περιμένουν κάτι τουλάχιστον εξίσου συναρπαστικό.Αποκαρδιωμένες (ή καλύτερα αποσωματισμένες) από την αντιστοιχία σπέρματος και εγκεφάλου των διαθέσιμων ανδρών της παραθαλάσσιας βρετονικής πανίδας οι νεαρές αυνανίστριες εγκαταλείπουν το άνυδρο ερωτικά υδάτινο περιβάλλον τους και αναχωρούν για την πόλη του φωτός, και ερωτικού όπως ελπίζουν. Αν τα ψάρια ασκούνται όλα τα είδη σεξουαλικότητας όπως έχουν δει και μελετήσει, τότε το Παρίσι θα είναι ο δικός τους ωκεανός οργίων, ο τόπος όπου η πλούσια θεωρητική τους κατάρτιση θα συμπληρωθεί όπως πρέπει από την πρακτική της ολοκλήρωση. Εκεί τις περιμένει ο εξάδελφος Γιαν, ιδιοκτήτης sex shop (ενδιαφέρουσα η σύνδεση των πωλούμενων items με την νοσταλγία του γενέθλιου τόπου) και μέντορας πρόθυμος να αραδιάσει μπροστά τους ολόκληρο τον χάρτη του έκλυτου Παρισιού και των απανταχού λαγνότοπών του.Εκεί θα δοκιμάσουν ή θα πλησιάσουν σε απόσταση οργασμού «ανωμαλίες» και «παρεκκλίσεις» όπως την επιδειξιομανία κατ’ οίκον (στο μπαλκόνι ή σε ντελιβεράδες πίτσας, υδραυλικούς και πυροσβέστες) αλλά και σε μοναστήρια, το μπανιστήρι και την ουρο-κοπρο-λαγνεία. Σειρά έχουν η ζωοφιλία, η νεκροφιλία, ο σαπφισμός, η αιμομιξία, η αμφιφυλία, ο σαπφισμός και φυσικά ο φετιχισμός, ο σαδομαζοχισμός, οι πληρωμένοι έρωτες και τα ομαδικά όργια. Θα εξαντλήσουν την λίστα πασών των δυνατοτήτων σεξουαλικής συνεύρεσης; Αν όμως το κανονικό και το φυσιολογικό είναι βαρετά και προβλέψιμα, όπως φοβούνται, ποιος εγγυάται πως δεν θα ακολουθήσουν και τα άλλα;

Πρόκειται για το τρίτο μυθιστόρημα του σαραντάχρονου … δικηγόρου Εμμανιέλ Πιερά, ειδικού των πνευματικών δικαιωμάτων, μελετητή της ιστορίας των ηθών και της λογοκρισίας (αξιοσημείωτα έργα του: Le sexe et la loi (Το σεξ και ο νόμος), Le Livre des livres erotiques (Η βίβλος των ερωτικών βιβλίων), Le Livre noir de la censure (Η μαύρη βίβλος της λογοκρισίας)) αλλά και αφοσιωμένου ερωτογράφου και επιμελητή δυσεύρετων έργων παρόμοιας φύσης.

Ο ερωτογράφος μας με κομψευόμενο τρόπο και έξυπνα λογοπαίγνια τολμά μια εκ όψεως πρωτότυπη συσχέτιση: η ερήμωση των βυθών εξαιτίας της τρομακτικής βιομηχανοποίησης της αλιείας, με πλοία – εργοστάσια έξω από τα χωρικά ύδατα και πάνω από τα κοπάδια των ψαριών να αποθηκεύουν χιλιάδες τόνους ψάρια, καθαρισμένα, πακεταρισμένα κι έτοιμα για κατανάλωση, δεν έχει και μεγάλες διαφορές από την αντίστοιχη εξάπλωση της πορνοβιομηχανίας. Και εδώ η λίμπιντο συσκευάζεται, η ερωτική επιθυμία καταναλώνεται μηχανικά και μαζικά, οι αισθήσεις περνούν σε τέταρτη μοίρα. Στους ναούς της ερωτικής βιομηχανίας (από τα νυχτερινά κέντρα ως το διαδίκτυο) τα πάντα προσφέρονται από επαγγελματίες, αρκεί να πληρώσεις. Στο τέλος τρως άγευστο ψάρι και κάνεις άψυχο σεξ.

Από την άλλη, αν τέλος πάντων το σεξ έχει ήδη λογοτεχνηθεί, τότε κάποιος πρέπει να σχεδιάσει και την σύγχρονη γεωχαρτογραφία βίτσιων, εμπορευμάτων και γηπέδων του έρωτα αλλά και να ξεγυμνώσει (τι ειρωνεία) την κατάντια της. Υπάρχει και μια ακόμα πικρότερη αλήθεια: οι φαντασιώσεις συχνά αποδεικνύονται κατώτερες των προσδοκιών, η λαγνεία δεν είναι πάντα όπως την περιγράφουν οι ερωτομανείς συγγραφείς, ο πόθος είναι ισχυρότερος από την πραγματοποίησή του. Βέβαια στο τέλος οι αδελφές θα την βρουν τη λύση, αλλά νωρίτερα θα έχουν πει: υπήρχε μια απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που διεγείρει στο χαρτί και αυτό που απογοητεύει στην πραγματικότητα. (σ. 49).

Emmanuel Pierrat – L’ industrie du sexe et du poisson pane, 2004 / Εκδόσεις Άγρα, 2008, μετφ. Νατάσσα Χασιώτη, σελ. 169.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092. Στις φωτογραφίες: Οι Milo Manara και Guido Crepax έχουν ήδη κομικογραφήσει φιλομαθείς δεσποινίδες.



Νοέμβριος 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Δεκ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 991.594 hits

Αρχείο

Advertisements