Αρχείο για Οκτώβριος 2008

29
Οκτ.
08

Μαρκ Άξελροντ – Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ

Ο Καμύ έφτιαξε κονιάκ με το όνομά του, ο Πόε, ο Κάφκα, ο Στρίντμπεργκ, η Μπλίξεν άνοιξαν καφέ, η Γουλφ εστιατόριο, ο Κίπλινγκ μαγαζί με είδη κάμπινγκ, ο Χ.Κ. Άντερσεν παραμυθένιο ντελικατέσεν στην Κοπεγχάγη. Ο Καζανόβα των (σ)εξαιρετικών κατορθωμάτων άφησε ρητή εντολή στη διαθήκη του να μετατραπεί το σπίτι του σε εστιατόριο για «στιχοπλόκους και για κείνους που τα χείλη τους έχουν ανάγκη τα απομεινάρια από χαυνωτικές μέρες που πέρασαν στο κρεβάτι». Η Κολέτ και η συμβία της άνοιξαν φαγάδικο στη Μινεσότα για «να βρούν λύτρωση στην πολυτέλεια των ευρείων αντιλήψεων», μακριά από τις κακές παριζιάνικες γλώσσες. Το εστιατόριο του Φελίνι στη Ρώμη μοιάζει με σκηνικό των ταινιών του, οι δε γυμνές σερβιτόρες επιθεωρούνται επισταμένα από τον Μ. Μαστρογιάννι.

Το πιστέψατε; Αποκλείετε το ενδεχόμενο όλα αυτά να μην συνέβησαν ποτέ αλλά να μπορούσαν κάλλιστα να έχουν συμβεί; Τι σημασία έχει εφόσον το ερώτημα παραμένει: Τι θα ωθούσε τους συγκεκριμένους συγγραφείς να φτιάξουν τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αν το αποφάσιζαν; Γιατί οι συγκεκριμένες επωνυμίες καταστημάτων, φαγητών, ποτών, αξεσουάρ με ονόματα συγγραφέων, καλλιτεχνών και άλλων φημισμένων όντως υπάρχουν ανά τον κόσμο και για του λόγου το αληθές περιλαμβάνεται η σχετική φωτογραφία και αναφέρεται η ακριβής τους τοποθεσία.

Με ποιο τρόπο όμως ετούτος ο συλλέκτης εμπορικών επωνυμιών φτιάχνει τις μικρές του τρισέλιδες ή τετρασέλιδες ιστορίες; Με οδηγό την φαντασία του, τα στοιχεία που γνωρίζουμε για τους τιμώμενους ή μήπως με βάση του πώς τους σκεφτόμαστε σήμερα; Ο καλλιτέχνης είναι το έργο του ή το αποτύπωμά του στη εκάστοτε συγκυρία; Όλοι αυτοί οι καταδικασμένοι σε τέχνη και γραφή πίστευαν πως θα σωθούν αποκτώντας συνηθέστερο επάγγελμα και καθημερινή πελατεία; Μήπως στην πραγματικότητα όλοι τους αποδείχτηκαν ακατάλληλοι έως αποτυχημένοι επιχειρηματίες (γιατί όντως υπήρξαν κάποιοι που το δοκίμασαν), πιθανώς σύμφωνα με κάποιον άγραφο κανόνα; Σε τελευταία ανάλυση, τόσο εκείνοι όσο κι εμείς που τους διαβάσαμε το ίδιο αδύναμοι και άβουλοι είμαστε απέναντι στο αδιανόητο της ζωής και των συστατικών της, έτσι δεν είναι;

Φυσικά ο Άξελροντ δεν κατασκευάζει απλώς εκ του μηδενός αυτές τις εξωφρενικές, ξεκαρδιστικές και πέρα για πέρα πειστικές ιστορίες. Ως καθηγητής Αγγλικής και Συγκριτικής Φιλολογίας σε Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και μαέστρος του Κέντρου Δημιουργικής Γραφής Τζον Φάουλς έχει τη δυνατότητα να τις πλάθει με στοιχεία αληθινά ή αληθοφανή αλλά και με υπόγειες αναφορές πολλές από τις οποίες ως απλοί αναγνώστες ίσως χάνουμε αλλά ενίοτε μυριζόμαστε. Σκαρώνει 44 ψευδο-δοκιμιακές, διηγηματικές και φαντασιακές βινιέτες με αυτοσαρκαστική αμερικάνικη γραφή να θυμίζει από Φίλιπ Ροθ μέχρι …. Γούντι Άλεν, με στοιχεία μαύρης σάτιρας, nonsense και σκληρής κοροϊδίας για την εμπορευματική μας στάση απέναντι σε κάθε πολιτιστικό προϊόν. Και ο Μπόρχες, εκτός από την διεύθυνση του γραφείου ταξιδίων που του παραχωρείται, χαμογελάει πίσω από την πόρτα γιατί βλέπει πως ένας ακόμα επίγονος τον βγάζει λευκοπρόσωπο.

Ας ξεκινήσει λοιπόν το παιχνίδι! Ποιοι βρήκαν την γαλήνηαπό τα γράμματα σε αμπελώνες, βιβλιοπωλεία, φούρνους ή εταιρείες ντέτεκτιβ; Ποιοι παραμένουν σήμερα καλοφάγωτοι, έχοντας δώσει όνομα σε μπισκότα, σοκολάτες και πάστες; Πώς φαντάζεστε το Στέκι του Ιησού στις Βρυξέλλες; Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια αποθήκη ονόματι Μπέκετ κάπου στο Νόργουιτς; Τι μαγαζί θα έφτιαχναν οι Μπουκόφσκι και Τουλούζ Λωτρέκ για να συναναστρέφονται συνεχώς με τις αγαπημένες τους γυναίκες; (Αν σκεφτήκατε κατάστημα εσωρούχων χάσατε).

Στο τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας προσφέρει στον εαυτό του μια ανάλογη εναλλακτική. Και όπως καταλαβαίνετε, η επιχείρηση «Παιχνίδια Αξελροντ» είναι η δική του απωλεσθείσα εδέμ. Να μια σύμπτωση συγγραφέα και κοινού θνητού: στα μονοψήφια χρόνια μου ονειρευόμουν κι εγώ να έχω ένα μεγάλο κατάστημα παιχνιδιών αλλά να είχε κι εκείνες τις τράπουλες με τα χαρακτηριστικά αυτοκινήτων, φορτηγών και τρένων. Υπέρ Ατού!

O Αμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος Μαρκ Άξελροντ έχει ήδη 4 μυθιστορήματα, 1 συλλογή διηγημάτων και 3 βιβλία κριτικής. Mark Axelrod – Borges’ Travel, Heminqway’s Garage – Secret Stories, 2004. / Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ – Απόκρυφες ιστορίες, μετφ. Παντελής Ανδρικόπουλος, Εκδόσεις Νάρκισσος, 2005, σελ. 222.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092
25
Οκτ.
08

Μάρκ Πέριμαν – Οι φιλόσοφοι παίζουν μπάλα

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έφτιαχνα ποδοσφαιρικές ενδεκάδες είτε σαν παιχνίδι είτε σαν τρόπο να θυμάμαι πρόσωπα με κάποια απαραίτητη σειρά. Δεν ήταν ακριβώς αυτοσχέδιες αλλά ο κάθε παίκτης έμπαινε στη θέση που του άρμοζε για κάποιο λόγο (χρονική ακολουθία, τακτική, προτίμηση κλπ.). Σκάρωνα από συνθέσεις βυζαντινών αυτοκρατόρων μέχρι σκηνοθετών, ηθοποιών, μουσικών. Ο Πέριμαν συγκεντρώνει την πιο πολύπλοκη ενδεκάδα που μπορώ να φανταστώ, μια μικτή σπουδαίων στοχαστών, και τους κατανέμει στις θέσεις με βάση το ίδιο τους το έργο – όλα τα επιχειρήματά του περιλαμβάνουν αυθεντικά λόγια και αφορισμούς του καθένα από αυτούς. Η κατανομή του ρόστερ του στο γήπεδο είναι πανέξυπνη και διασκεδαστική.

Υπάρχει ιδανικότερος τερματοφύλακας από τον Αλμπέρ Καμύ, γνώστη της Αντίστασης και του συνθήματος No Pasaran; Όταν η διατήρηση του μηδενός είναι στόχος της ύπαρξής σου, ζεις μια μοναχική ζωής πάνω στη γραμμή του τέρματος και πανηγυρίζεις πάντα μόνος, ενώ όταν δέχεσαι γκολ όλοι απομακρύνονται από κοντά σου, νοιώθεις πάντα ένας Ξένος. Υπάρχει, αντίστοιχα, καταλληλότερο δεξί μπακ από την Σιμόν ντε Μπωβουάρ, θέση που χρόνια έδινε βοήθειες στους άλλους χωρίς να περιμένει ανταπόδοση αλλά και που στον μοντέρνο του ρόλο παίρνει πρωτοβουλίες και φτάνει ως την επίθεση;

Με τον αριστερό πάλι μπακ Ζαν Μπρωντριγιάρ ποτέ δεν ξέρεις σε ποιον πηγαίνει η μπάλα ή πού θα καταλήξει. Γνώστης του φανταιζί ποδοσφαίρου και του αιφνιδιασμού, όλο περίτεχνες τρίπλες κι εκθαμβωτικά τεχνάσματα, πάντα ξεπατίκωνε τις κινήσεις άλλων, εφόσον αυθεντικό είναι μονάχα ό,τι μπορεί να αντιγραφεί. Η ομάδα του (από την οποία άφησε απ’ έξω τον Φουκώ και πήρε στη θέση του τον Ντερριντά) αμφισβητούσε οποιαδήποτε απόφαση των διαιτητών και όχι μόνο.

Ο σέντερ χαφ της Άστον Βίλα (λόγω καταγωγής από τα Middlelands) Ουίλιαμ Σαίξπηρ φρόντιζε πάντα για το ρυθμό του παιχνιδιού, έφερνε τρικυμία στο γήπεδο και υποστήριζε το τέλος καλό όλα καλά. Πήρε απρόσμενη μεταγραφή στη Βενέτσια και καθιέρωσε το αμυντικό σύστημα της τριπλής ζώνης στην ομάδα του Βασιλιά Ληρ. Εξελίχθηκε σε ικανό κυνηγό ταλέντων, εφόσον εντόπισε σε ερασιτεχνική ομάδα της Δανίας τον πολλά υποσχόμενο αλλά κυκλοθυμικό νεαρό Άμλετ, αλλά ούτε αυτός ούτε ο σκουρόχρωμος αμυντικός Οθέλλος ανταπεξήλθαν στις απαιτήσεις μιας μεγάλης ομάδας.

Τη θέση του σέντερ μπακ κερδίζει επάξια ο Νίτσε. Εραστής της υπεροχής, κυνικός, μαχητικός μέχρις εσχάτων, φλέρταρε με τις κίτρινες κάρτες σαν να μην υπάρχει αύριο. Στεκόμενος μόνος στην καρδιά της άμυνας, είχε πλήρη συναίσθηση της βαρύτατης ευθύνης. Δίπλα του στο κέντρο της άμυνας, το μεταγραφικό απόκτημα της Καίμπριτζ Γιουνάϊτεντ Λούντβιχ Βιτγκενστάιν που υποστήριζε πως δεν υπάρχει ένας τρόπος να σκοράρει κανείς αλλά πολλοί και τόνιζε την σημασία της άριστης γνώσης των κανόνων του παιχνιδιού και της κατοχής της μπάλας για την απαραίτητη αίσθηση τάξεως.

Αμετανόητος ατομιστής και φιγουρατζής Όσκαρ Γουάιλντ, είναι ό, τι πρέπει για δεξί εξτρέμ. Οι φαλτσαριστές του σέντρες μπέρδευαν του αντιπάλους με την απρόβλεπτη τροχιά τους – κοινώς δεν ήταν ποτέ στρέιτ! Ο Γουάιλντ έβγαλε το ποδόσφαιρο από τον αγγλικό ρεαλισμό των Ντίκενς και Κίπλινγκ, εισάγοντας την κέλτικη σχολή ποδοσφαίρου. Σέντερ φορ μπαίνει ο Ουμπέρτο Έκο (Μπολόνια): σπουδαίος στην επικοινωνία, υπέρ του ανοιχτού παιχνιδιού, ψάχνει με φαντασία κι ευρηματικότητα τις πιο απρόσμενες γωνίες για αναπάντεχες κινήσεις.

Αν ο δεύτερος επιθετικός (δεκάρι) πρέπει να είναι ένας γρήγορος παίκτης δίπλα στο βαρύ φορ, τότε ο Αντόνιο Γκράμσι κρίνεται καταλληλότερος, εφόσον χρησιμοποίησε τη βαριά μαρξιστική θεωρία για να φτάσει σε ένα ελαφρότερο, πιο ευέλικτο μοντέλο. Έχοντας βαλθεί να αποδείξει πως η πλουτοκρατία των συλλόγων με τα μεγάλα συμβόλαια δεν θα περάσει, αδικήθηκε όσο κανείς άλλος από τα σφυρίγματα των μελανοχιτώνων εκπροσώπων της τάξης. Κι επειδή όχι σπάνια οι προπονητές εκπλήσσουν με 1-2 επιλογές τους, η ομάδα συμπληρώνεται με ηγέτη – επιτελικό τον αρχαίο Κινέζο στρατηγό και πολεμικό αναλυτή Σουν Τζου και 11άρι τον … Μπομπ Μάρλεϋ (με μια σπάνια φωτογραφία όπου εικονίζεται κλωτσώντας μπάλα σε λασπωμένο γήπεδο με χειμωνιάτικα ρούχα), με εξίσου πειστικά επιχειρήματα.

Αυτό το μικρό αλλά πυκνότατο τομάκι περιλαμβάνει ακόμα σημειώσεις του προπονητή – συγγραφέα, μικρά αλλά κατατοπιστικά βιογραφικά των «παικτών», τον αριθμό, τις «ομάδες» (σε επίπεδο συλλόγων αλλά και εθνικό) τους, φωτογραφίες, σκίτσα κι από μια χαρακτηριστική τους ρήση για το άθλημα. Mark Perryman – Philosophy Football, 1997 / Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006, μετφ. Αλέξανδρος Φιλιππίδης, εισαγωγή Αντώνης Πανούτσος, επίμετρο Κώστας Καλφόπουλος, σελ. 188.

Στις φωτογραφίες: Πορτιέρο Καμύ, Βιτγκενστάιν Σέντερ Μπακ, Σωκράτης Σούπερ Σταρ.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16050.

21
Οκτ.
08

Αμελί Νοτόμπ – Φόβος και τρόμος

Η ομορφιά σου δεν θα σου αποφέρει τίποτε άλλο από τον τρόμο πως θα την χάσεις. (σ. 81)

H Αμελί Νοτόμπ (Κόμπε Ιαπωνίας, 1967, από Βέλγους γονείς) έχει χαρακτηριστεί ως «βιολογικό ρολόι» της λογοτεχνίας: γράφει ανελλιπώς από το 1992 και κάθε φθινόπωρο ένα μυθιστόρημα. Στιγματισμένη ως το αστραφτερό ταλέντο της γαλλόφωνης λογοτεχνίας, συχνά με εκκεντρικές ή προκλητικές εμφανίσεις, θαρρείς πως αντί για μολύβι έχει μια τεράστια γλώσσα, που την βγάζει στους πάντες και τα πάντα. Όλα τα μικρής σχετικά έκτασης μυθιστορήματά της μοσχοπωλούνται, ως δείγματα μιας λογοτεχνίας που εκ πρώτης όψεως μοιάζει ιδιαίτερα εύληπτη, αλλά διατηρεί φοβερά ρεύματα στο υπέδαφός της. Ξεκινάς με το χαμόγελο και στο τέλος σ’ έχει πιάσει στομαχόπονος. Αγγίζει θέματα που άλλοι φοβούνται ακόμα και να πλησιάσουν μήπως και τσουρουφλιστούν και βάζει τους χαρακτήρες της να διαλογομαχούν μέχρι τελικής πτώσης. Ορισμένους δε τους αντιμετωπίζει με ειρωνεία, βγάζοντας με το τσιγκέλι τα χαοτικά, απειλητικά τους συναισθήματα.

Έτσι κι εδώ, σε μια υπόθεση απλή: μια Βελγίδα ονόματι Αμελί προσλαμβάνεται σε μια ιαπωνική εταιρία. Δεν αντιμετωπίζει όμως τους ανώτερούς της (δηλαδή όλους) με φόβο και τρόμο (όπως προστάζει το αρχαίο αυτοκρατορικό ιαπωνικό πρωτόκολλο) αλλά στα ίσια· χωρίς αυθάδεια μεν, αλλά και χωρίς δουλικότητα ή υποταγή στους αυστηρούς έως παράλογους κανόνες τους. Κατά συνέπεια κάθε ειλικρίνεια, αυθορμητισμός ή καλή διάθεση δεν θα θεωρηθούν απλώς ως αναιδής παραβίαση των ιερών κανόνων της ιαπωνικής επιχείρησης αλλά και ως προδοσία της και ως προσβολή του ίδιου του λαού της Ανατολής. Οι βαθμιαίες τιμωρίες της αυθάδους «Δυτικής» ξεκινούν από λεκτικές προσβολές και ανάθεση παράλογου φόρτου εργασίας – Μου σφυροκόπησαν το σώμα με τόσους αριθμούς, που δεν υπάρχει πια θέση για το παραμικρό δεκαδικό (σ. 70) – και καταλήγουν σε απάνθρωπη ταπείνωση και ανάθεση καθαριότητας στις τουαλέτες – το πλεονέκτημα όταν τρίβεις λερωμένες λεκάνες είναι ότι δεν φοβάσαι πια να πέσεις πιο χαμηλά. (σ. 111).

Η Νοτόμπ εκτοξεύει αλλεπάλληλα φαρμακερά βελάκια στα συστήματα των ιαπωνικών επιχειρήσεων και του ίδιου του ιαπωνικού πολιτισμού. Οι εργαζόμενοι βλέπουν τον προϊστάμενό τους ως λοχαγό σε πόλεμο και είναι έτοιμοι να πολεμήσει γι’ αυτόν ως το τέλος, ως σαμουράι. Χαρίζουν την ύπαρξή τους σ’ ένα τίποτα. (σ. 137). Το άκρον άωτον της εξύβρισης είναι να σε αποκαλέσουν ατομιστή, ενώ είναι συνηθισμένο το φαινόμενο υπάλληλοι να μένουν στο γραφείο όλη νύχτα για να τελειώσουν τη δουλειά τους. Σε μια τέτοια νύχτα της, τρίτη συνεχόμενη, η Αμελί αισθάνεται πως απελευθερώνεται περπατώντας πάνω στα γραφεία, καθήμενη γυμνή πάνω στα πληκτρολόγια και αγκαλιάζοντας τις οθόνες με χέρια και με πόδια, προτού λουστεί με τα σκουπίδια της προϊσταμένης της. Η μοναδική της διαφυγή από το εφιαλτικό εργασιακό περιβάλλον είναι να πλησιάζει την τεράστια τζαμαρία και να φαντάζεται μια «βουτιά στη θέα»: προτού γίνει λιώμα στο έδαφος, θα έχει τη δυνατότητα να κοιτάξει τόσα πράγματα. – Ακόμα και σήμερα θα πρέπει να υπάρχουν ράκη τους σώματός μου σε ολόκληρη την πόλη. (σ. 135)

Μια τόσο αφοριστική γραφή μας κάνει να πιστεύουμε πως η Νοτόμπ μιλάει εκ των έσω, πως πρόκειται για αυτοβιογραφική ιστορία – ως κόρη διπλωματών έζησε σε διάφορα μέρη της Ανατολής και γνωρίζει καλά την Ιαπωνία εφόσον έζησε κι εργάστηκε εκεί και ως διερμηνέας. Αναφέρει φευγαλέα την διαφορετική, ειδυλλιακή εικόνα που είχε για τον ιαπωνικό πολιτισμό και καταλήγει πως αν το ιαπωνικό «θαύμα» θεμελιώνεται σε τέτοια συστήματα συμπεριφορών, τότε είναι για τα σκουπίδια. Αν πρέπει να θαυμάζουμε την Γιαπωνέζα, είναι γιατί δεν αυτοκτονεί, εφόσον δεν δικαιούται να ελπίζει σε τίποτα όμορφο. Θαυμάζει την σκληρή προϊστάμενή της επειδή η ομορφιά της άντεξε τόσους «υλικούς και ψυχικούς κορσέδες … εκδηλώσεις σαδισμού και ταπεινώσεις, «άρα μια τέτοια ομορφιά λάμπει ως θαύμα ηρωισμού».

Με ύφος λιτό και φαρμακερό και διαλόγους που χαρακώνουν το μυαλό, η Νοτόμπ δεν περιορίζεται στην πολιτισμική σύγκρουση Δύσης και (Άπω) Ανατολής αλλά και στο γνώριμο αγαπημένο της θέμα: τις πάσης φύσεως σχέσεις εξουσίας, όπου ο καθένας μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε σαδιστή, μαζοχιστή, τύρρανο ή μηδενικό ή όλα μαζί. Σήμερα ζει στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες. Βιβλία της έχουν διασκευαστεί για σινεμά, όπερα και θέατρο. Κάθε ύπαρξη γνωρίζει την ημέρα του πρωταρχικού τραύματός της, η οποία χωρίζει τη ζωή της σ’ ένα πριν και σ’ ένα μετά, και της οποίας η έστω και φευγαλέα ανάμνηση αρκεί για να την καθηλώσει μέσα σ’ έναν άλογο, ζωώδη και αθεράπευτο τρόμο. (σ. 125-126).

Αποσπάσματα: Οι πιο ακατανόητες στάσεις στη ζωή μας οφείλονται συχνά σε κάτι που μας θάμπωσε όταν ήμασταν μικροί και διατηρεί για καιρό την ισχύ του: όταν ήμουν παιδί, η ομορφιά του γιαπωνέζικου κόσμου μου μού είχε κάνει τέτοια εντύπωση ώστε λειτουργούσα ακόμη με βάση εκείνο το συναισθηματικό απόθεμα. Είχα τώρα μπροστά στα μάτια μου όλη τη φρίκη και την περιφρόνηση ενός συστήματος που αρνιόταν ό,τι είχα αγαπήσει, κι όμως έμενα πιστή σ’ αυτές τις αξίες, στις οποίες δεν πίστευα πια. (σ. 112-113)

Όχι. Εσύ επινόησες αυτό το σπίτι και αυτά τα άτομα. Αν έχεις την εντύπωση ότι υπάρχουν πιο παλιά απ’ ότι ο νέος διορισμός σου, τότε πρόκειται για ψευδαίσθηση. Άνοιξε τα μάτια: πόσο ζυγίζει η σάρκα αυτών των πολύτιμων ανθρώπων απέναντι στην αιωνιότητα των κεραμικών στους χώρους υγιεινής; Θυμίσου τις φωτογραφίες των βομβαρδισμένων πόλεων: οι άνθρωποι νεκροί, τα σπίτια ισοπεδωμένα, μα οι τουαλέτες ορθώνονται ακόμα περήφανα στον ουρανό, γαντζωμένες στις εν στύσει σωληνώσεις. Όταν η Αποκάλυψη θα έχει ολοκληρώσει το έργο της, οι πολιτείες θα είναι δάση από χέστρες και τίποτ’ άλλο. Το γλυκό δωμάτιο όπου κοιμάσαι, τα πρόσωπα που αγαπάς, είναι αντισταθμιστικά δημιουργήματα του μυαλού σου. Είναι χαρακτηριστικό ανθρώπων που ασκούν ένα δυσάρεστο επάγγελμα να σκαρώνουν για προσωπική τους χρήση αυτό που ο Νίτσε ονομάζει ενδόκοσμο, έναν επίγειο ή επουράνιο παράδεισο, στον οποίον πασχίζουν να πιστέψουν για να παρηγορηθούν για την απαίσια κατάστασή τους. Όσο πιο ταπεινή είναι η δουλειά τους τόσο πιο όμορφη είναι η ψυχική τους Εδέμ. Πίστεψέ με: δεν υπάρχει τίποτα έξω από τα αποχωρητήρια του τεσσαρακοστού τρίτου ορόφου. (σ. 134-135)

Συντεταγμένες: Amélie Nothomb, Stupeur et tremblements, 1999 / Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2002, μετφ. Κώστας Κουρεμένος, σελ. 157.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=16050

16
Οκτ.
08

M83 – Live at Gagarin 205

 

Μ83, συναυλία σε Gagarin 205, Αθήνα, 4-10-2008. Support: ΙΟΝ.

Πρέπει να ισορροπείς τα δύο μέρη του εγκεφάλου σου. Όπως είπε η Μαρία Κάλλας: όταν δίνω μια παράσταση ο μισός μου εγκέφαλος είναι σε απόλυτο έλεγχο και ο άλλος μισός εντελώς στο χάος. Τα παραπάνω λόγια της εξαιρετικής Αμερικανίδας περφόρμερ Μαρίνα Αμπράμοβιτς μου ήρθαν πολλές φορές στο μυαλό κατά το αστραπιαίο (σαν κομήτης) συναυλιακό πέρασμα των M83 στον αυτοκινητόδρομο της Λιοσίων – δυστυχώς μόλις 75 λεπτά. Υπήρχαν στιγμές που ο Gonzalez έδειχνε πλήρως εκστασιασμένος μέσα στη μουσική του αστρόσκονη, υπήρχαν στιγμές που έδειχνε προγραμματισμένος μέχρι και το τελευταίο μικρο-σεκόντ. Θα μου άρεσε να υποθέσω πως ήταν εγκεφαλικά διχασμένος

Παρακολουθώντας στην σκηνή αυτόν τον twenty – something δρυιδάκο με τους 5 δίσκους (3 απερίγραπτους ηλεκτρονικούς, έναν αμιγώς άμπιεντ και τον τελευταίο – υβρίδιο των προηγούμενων με περισσότερες δόσεις pop και shoegaze) απορώ: όλη αυτή η καταιγιστική επιτομή ενός ηλεκτρικονικοποιημένου ροκ εντ ρολλ που μας παρουσίασε αποτελεί αποτέλεσμα μελέτης, ακουσμάτων ή απλώς έχει περάσει στο DNA του σημερινού μουσικού και βγαίνει από μόνη της ως καταρράκτης; Το σετ του θα μπορούσε να λέγεται: από το kraut rock στον ήχο της 4AD, κι από το 80s post wave στο shoegaze – παρακαλώ θερμά, μην ξανα-αναφέρετε τους My Bloody Valentine ως αρχιεράρχες του είδους, γιατί ούτε πρώτοι ήταν ούτε φυσικά καλύτεροι: για την ακρίβεια αποτελούσαν ένα μικρό και ετεροχρονισμένο λιθαράκι. Πρέπει να γυρίσουμε αρκετά πίσω, να προσπεράσουμε τους πρώιμους Jesus & Mary Chain και να καταλήξουμε στην 4AD και τις κιθάρες με τους αμέτρητους παραμορφωτές του Robin Guthrie. Ακόμα και στις αιθέριες στιγμές οι ομοιότητες με τους Cocteau twins ήταν εμφανέστατες (όπως στο Skin of the night κι όχι μόνο).

Λαμβάνοντας ως δεδομένη την χρονική συγκυρία (προώθηση του τελευταίου δίσκου, εξαιρετικού στο είδος του αλλά «λίγου» όσον αφορά τον πήχυ των προηγούμενων και με αμφιλεγόμενη διάρκεια στο χρόνο, ειδικά στις bubblegum pop στιγμές του) η συναυλία δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη, παρά μόνο διαρκέστερη. Περιέλαβε τα κομμάτια που δείχνει να έχει προτιμήσει το κοινό του εδώ και έξω (Don’t save us from the flames, Run Into Flowers, Teen Angst) κι έδωσε περισσότερο χρόνο στα αντίστοιχα του Saturday=Youth, αγνοώντας τα δύο πρώτα LP, ευτυχώς όχι και το τρίτο. Εξ ου και η υποκειμενική μου κρίση για τις δυο κορυφαίες στιγμές του live να προέρχονται από το Before the dawn heals us: τα Moonchild και Α guitar and a heart. Και στο καταχωνιασμένο τετράδιό μου με τίτλο «τραγούδια που δεν μου έκαναν αίσθηση προτού τα ακούσω στα live και αλλάξω γνώμη» προστέθηκε η αναπάντεχη, φρενιτιώδης δεκάλεπτη εκτέλεση του Couleurs στο τελευταίο encore.

Με τετραμελές σχήμα (κημπορντίστρια/ τραγουδίστρια, ντραμς και δεύτερο κιθαρίστα που οι κακεντρεχείς παρομοίασαν με τον Kevin Bacon), ο Gonzalez για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο τοποθέτησε το κήμπορντ – πλοηγό του κάθετα στη σκηνή και προς τα δεξιά, αφήνοντας σχεδόν τα δύο τρίτα του κοινού να βλέπουν την πλάτη του, έχοντας face to face την δεύτερη πιλότο και ανάμεσά τους ένα καλωδιωμένο κουτί σαν νέον ενυδρείο. Ίσως ήθελε χώρο να ξεβιδώνεται με την κιθάρα του στο κέντρο της σκηνής (που όμως έκανε σε λιγότερο από τον μισό χρόνο του live), διαφορετικά η τοποθέτηση του «τετραγώνου» στο κέντρο θα δημιουργούσε πιο ταιριαστή ατμόσφαιρα. Θα προτιμήσω την αυθαίρετη εκδοχή πως την τοποθέτησε στα δύο μέτρα για να τον συγκρατήσει όταν ετοιμάζεται να εκτοξευτεί στους αιθέρες.

Όσον αφορά το support, ο Γιάννης Παπαϊωάννου / ΙΟΝ υπήρξε μάλλον η ιδανικότερη των επιλογών. Αν οι M83 διέτρεξαν μια ολόκληρη 25ετία των επιλογών τους, ο supporter το έκανε από την πλευρά των δικών του λιστών σε δύο (;) long play tracks, που ξεκινούσαν ως κάτι άλλο, μεταβάλλονταν αενάως και υπογείως στο πρόγονο ή απόγονό τους, όπως ακριβώς και οι video-art εικόνες (φουτουρισμού άλλης εποχής) που είχαν την δική τους κυκλικότητα.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Στην τελευταία, αποτυπώνεται με σαφήνεια η νεράϊδα που επιχειρεί να παγιδεύσει τον ΙΟΝ.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/Live.asp?id=15995

15
Οκτ.
08

Robert Forster – The evangelist (Yep Roc, 2008)

 

Ο Grant Mc Lennan, ο ένας από τους δύο συνθέτες, τραγουδιστές και κιθαρίστες των των Go Betweens, κοντούλης και μόνιμα χαμογελαστός και σε αντιθετικό δίδυμο με τον μόνιμα συνοφρυωμένο πανύψηλο Robert Forster, πέθανε το 2006 στα 47 του από καρδιακή προσβολή στον ύπνο του, πριν από ένα πάρτι στην τουρνέ των επανασυνδεθέντων GB. Δυο χρόνια μετά ο Forster, επί 25ετία φίλος, συνεργάτης, παρτενέρ στα δύσκολα εδάφη της σκηνής και συν-γελαστής στα θανατηφόρα αστεία της μπάντας, μαζεύει τα κομμάτια του και τα κομμάτια του (κυριολεκτικά και μεταφορικά αντίστοιχα) και κυκλοφορεί το Evangelist. Τα τρία από τα δέκα τραγούδια εδώ τα έγραψε μαζί με τον Grant – είχαν μόλις αρχίσει να καταστρώνουν έναν νέο δίσκο.

12 χρόνια είχε να βγάλει προσωπικό δίσκο ο Forster και καταλαβαίνετε πως είναι πολύ διαφορετικός από τους προηγούμενούς του: δεν είναι απλά ένας δίσκος για τον Grant αλλά κι ένας δίσκος όπου ενυπάρχει ο Grant, είτε έχοντας συν-γράψει 3 τραγούδια, είτε ζώντας στους στίχους, ως στιχουργός ή στιχουργούμενος. Είναι το κτέρισμα του Forster για τον φίλο του, μια τελευταία φευγαλέα χειρονομία.

Το κλίμα απέχει πολύ από το να είναι καταθλιπτικό ή βαρύ, είναι όμως φορτισμένο. Γι’ αυτό και στο εναρκτήριο λάκτισμα κανείς εδώ δεν κάνει επιθετικό μπάσιμο, αντίθετα στήνονται σκηνικά γλυκόπικρης μπαλάντας με το If it rains, ένα κλασικό κομμάτι κλεισίματος ενός Go Betweens δίσκου. Έτσι πίστευα τουλάχιστον μέχρι να ακούσω το τελευταίο κομμάτι, From Ghost Town: βασισμένο σε πιάνο και έγχορδα, γραμμένο για τις κοινές συναστρίες με τον Grant, αυτό είναι το ιδανικό ξεπροβόδισμα του φίλου του: : «It’s strong: yes, yes, yes, what we made for a thousand years/It will not fade/No, no. no…»

Στην ψίχα του δίσκου υπάρχουν δύο εκπληκτικά πιασάρικα γρήγορα τραγούδια, βγαλμένα από τα Liberty Belle & The Black Diamond Express, το Tallulah ή το Friends of Rachel Worth: τα It Ain’t Easy και Let Your Light In Babe. Ειδικά στο τελευταίο ο Forster ακούγεται σαν Grant, φτιάχνοντας ένα κομψοτέχνημα με ελλειπτικούς στίχους σαν την αρχή και το τέλος ενός διηγήματος για μια γνωριμία ενός μοναχικού ανθρώπου με μια single mother σε μια εκκλησία. Ευτυχώς δεν υπάρχει εκείνη η έμμονη country και γενικώς αμερικάνικη μπαλλαντομανία που κυριαρχούσε στα προηγούμενα προσωπικά του, παρά ένας απόηχος από …προσωπικό δίσκο του Grant, το Don’t Touch Anything με χαρακτηριστικά κήμπορντς.

Αν προσθέσουμε και την παρουσία της ρυθμ σέξιον των Go-Betweens (Adele Pickvance στο μπάσο, Glen Thompson στα ντραμς) αλλά και του string arranger του Liberty Belle κυρίου Audrey Riley, τότε καταλαβαίνετε: το Evangelist, μουσικά, είναι περισσότερο ένας Go-Betweens δίσκος παρά ένας τυπικός προσωπικός του Forster. Όμως είναι ο ίδιος ο Forster, στην πιο ευάλωτη και προσωπική στιγμή του. Ακούστε τον στην αφάνταστα τρυφερή λύπη του Demon Days, συγκλονιστικής μπαλάντας που έγραψε ο McLennan τότε που αναρωτιόταν πώς διαχειρίζεται κανείς τις δαιμονικές μέρες, που η μέση ηλικία ξυπνάει και ψελλίζει «something’s not right, something’s gone wrong». Αλήθεια, πως φερόμαστε στις demon days μας Grant;

O Robert Forster ανέκαθεν χαμογελούσε σπάνια. Τον θυμάμαι βέβαια στην συναυλία των Go Betweens στο παλιό Ρόδο έναν Νοέμβριο του 1988, να διασταυρώνει χαμογελαστά βλέμματα έξαψης με τον Grant στο οργιαστικό τέλος μιας αξέχαστης εκτέλεσης του The house that Jack Kerouac built (μια στιγμή που είκοσι χρόνια μετά δεν μου έχει φύγει από το μυαλό). Φαντάζομαι τώρα πόσο σπάνια θα του βγαίνει το χαμόγελο. Όμως είμαι βέβαιος πως μετά το Evangelist θα νοιώθει ξαλαφρωμένος, γιατί όλα είναι πανάλαφρα εδώ, δεν υπάρχει καμία κατάθλιψη, κανένα βάρος. Λες και μόλις ξέβγαλε τον φίλο του λίγο έξω από την πόρτα, στον δρόμο.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/cds.asp?id=16014

Δίπλα, ο Grant. Πιο πάνω, ο φίλος του.

12
Οκτ.
08

Πιέρ Λουίς – Τα τραγούδια της Βιλιτώς

Παραμένουμε στην επικράτεια των ερωτογραφημάτων (όπου βρεθήκαμε με πλοηγό τον Φαρφουλά – βλ. προηγούμενη ανάρτηση) και υποκλινόμαστε για άλλη μια φορά στον κατεξοχήν μετρ της σκανδαλώδους πλην λογοτεχνικότατης ερωτικής γραφής, Πιέρ Λουίς (1870-1925). Για πολλούς από εμάς η πρώτη επαφή με τον Λουίς έγινε μέσω δυο μνημειωδών ταινιών: Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου (Μπουνιουέλ, 1977) και Ο διάβολος είναι γυναίκα (Στένμπεργκ, 1934), καθώς αμφότερα βασίστηκαν στο βιβλίο του Η γυναίκα και το νευρόσπαστο. Μετά τον αναζητήσαμε σε διάσπαρτες ύποπτες ελληνικές εκδόσεις (Θυγατέρες από σπίτι, Εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς κορασίδων για οικοτροφεία, Ανοιξιάτικη νύχτα κ.ά.).

Σήμερα έχουμε τη δυνατότητα όχι απλώς να τον απολαύσουμε σε έργο ξεχασμένο και παραμελημένο αλλά και να σκανδαλιστούμε με την μέγιστη λογοτεχνική απάτη που διέπραξε ο ίδιος: δημιουργώντας τον πλαστό χαρακτήρα της Βιλιτώς αποδίδοντάς της σειρά αισθησιακότατων ποιημάτων, ισχυριζόμενος τον απλό μεταφραστή τους. Έτσι οι αναγνώστες της εποχής θεωρούσαν πως διαβάζουν τα συναρπαστικά χαμένα ερωτικά επιγράμματα μιας αρχαίας Ελληνίδας ποιήτριας από την Παµφυλία, ιερής εταίρας, φίλης και ερωμένης της Σαπφούς.

Λογοτέχνης του ύστερου συμβολισμού, ο Λουίς στάθηκε έξω από τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του, αλλά αποτέλεσε πρότυπο ακόμα και για τους André Gide και Paul Valéry. Έζησε τις τελευταίες δύο δεκαετίες της ζωής του αποτραβηγμένος από τον κόσμο, μισότυφλος, αλλά πάντα δοσμένος στην συγγραφή τέτοιων κειμένων, όπως αποκαλύφθηκε από την πώληση των χειρογράφων του από τη χήρα του. Ω, μεταθανάτια αναγνώριση, σε βρίσκουμε και πάλι εδώ: τα τολμηρά και άσεμνα πορνογραφήματά του όχι απλώς εκδόθηκαν αλλά και αποτέλεσαν μέγιστη επιρροή στις θεωρίες και τις ιδέες περί σεξουαλικότητας κατά τον 20ό αιώνα!

Ο Λουίς σκάρωσε την φάρσα του ύστερα από επισταμένη έρευνα και μέσα από όλα αυτά τα επίπλαστα αυτοβιογραφικά σπαράγματα, το καθένα με στιγμιότυπα και περιστατικά από την ερωτική ζωή της Βιλιτώς, αναπαριστάνει θαυμάσια μια εποχή πλήρους ελευθεριότητας και παγανιστικού αισθησιασμού. Έναν άλλο κόσμο όπου ο έρωτας αποτελούσε αυτονόητη απόλαυση, χωρίς όμως να παύει να συνορεύει με τον θάνατο. Ορισμένα από τα «ποιήματά» μελοποιήθηκαν από τον Claude Debussy (1896-7). Μείνε πλαγιασμένο, ω σώμα μου, σύμφωνα με τη φιλήδονη αποστολή σου! Απόλαψε την καθημερινή ηδονή και τις χωρίς αύριο επιθυμίες. Μην αφήνεις ούτε μια χαρά άγνωστη, για να μεταμεληθείς πως δεν την εδοκίμασες την ημέρα του θανάτου. (σ. 126).

Συντεταγμένες: Pierre Louÿs, Les chansons de Bilitis, 1894 / Τα τραγούδια της Βιλιτώς, εκδ. Φαρφουλάς, 2008, σελ. 192, μετφ. Γκρέκο, εισαγωγή – επιμέλεια – σημειώσεις: Νίκος Ταμπάκης.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=15989.
08
Οκτ.
08

Ο Φαρφουλάς, τεύχος 8 (Νέα Περίοδος), Μάιος 2008

   

Η επανακυκλοφορία του περιοδικού Φαρφουλάς, βλαστού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, σε τετραμηνιαία βάση και εφημερίδεια μορφή μετά από τριετή δημιουργική αγρανάπαυση υπήρξε ανέλπιστη έκπληξη. Σύμφωνα με τον Διαμαντή Καράβολα, έναν από τους ιδρυτές της Ομάδας (η οποία συνεργάζεται στενά με τις υπόλοιπες σουρεαλιστικές ομάδες ανά τον κόσμο) και εκδότη του Φαρφουλά (αλλά και του στενού συγγενή Κλήδονα), η φιλοσοφία των φερώνυμων εκδόσεων συνοψίζεται στην φράση του Θωμά Γκόρπα: «Η αλλαγή στην τέχνη και στη ζωή προέρχεται από τους λοξούς». Αυτοί οι λοξοί θα καταρτίσουν έναν εκδοτικό κατάλογο «της αθέατης πλευράς της ζωής και του ονείρου» αλλά και της «αντίθεσης σε κάθε κυρίαρχη νόρμα».

Εδώ, όπως συμβαίνει και σε ένα ιδανικό φανζίν, τα πάντα μπορούν να συμβούν καθώς γυρνάς την επόμενη σελίδα, ποτέ δεν ξέρεις τι θέμα πραγματεύεται το επόμενο κείμενο, το θανατηφόρο χιούμορ διαδέχεται η συμπυκνωμένη γνώση, ενώ η πληθωρική ύλη λειτουργεί σαν θησαυροφυλάκιο παλαιών μαργαριταριών, εφόσον αναδημοσιεύονται αδιανόητα και σπαρταριστά κείμενα άλλων εποχών. Έχουμε συνεπώς εδώ ένα πλήρες λογοτεχνικό φανζίν; Φοβάμαι πως ο όρος είναι περιορισμένος, γιατί καλύπτει μεν την ψυχή ενός ενθουσιώδους περιεχομένου, όμως δεν θα έλεγα πως περιορίζεται σε συγκεκριμένο κοινό.

Τι κάνουν οι δημιουργοί ή συνεργάτες ενός τέτοιου έστω με ψυχή φανζίν εντύπου; Πρώτα ξεθάβουν δεκαπέντε ηχογραφημένες κασέτες που αποκαλύπτουν μια συνομιλία του 100χρονου λαϊκού στιχοπλόκου και τραγουδοποιού Σταύρου Καραμανιώλα με τον Αργύρη Μπακιρτζή: ο δεύτερος ζητάει όλα τα σκονάκια του 85ετούς στιχοπλοκικού βίου του μπαρμπα-Σταύρου. Άλλη φορά πηγαίνουν στο Πέραμα για ασπρόμαυρη φωτογράφηση και μαυρόασπρη διήγηση ή στο εξαρχειώτικο σπίτι ενός από τους τελευταίους εναπομείναντες ροκ εντ ρολλ συγγραφείς, του ακριβοθώρητου Πάνου Κουτρουμπούση, όπου συνομιλούν εν πλήρη χαλαρότητα, φεύγοντας με 9 ανέκδοτα σχέδιά του. Έπειτα επικεντρώνονται στις εγκεφαλικές διεγέρσεις των ερωτογόνων μας αισθημάτων: αφενός επιλέγοντας ερωτιάρικα ποιηματίδια από τα Τραγούδια της Βιλιτώς του Πιερ Λουίς κι αφετέρου συντάσσοντας ογκωδέστατο φάκελο περί Αυνανισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου μέσα από εκδόσεις, δραματικές επιστολές, διηγήσεις κ.λπ. αποκαλύπτονται οι τρικυμιώδεις αγωνίες όσων επιδίδοντο σε αυτή την πρόστυχη ενασχόληση.

Τέλος, διανθίζουν με σελίδες ποίησης, δοκιμίων, ιστοριών, παραμυθιών, πεζών, κριτικής, θρύλων τότε και μύθων σήμερα. σκαρώνουν μια τετρασέλιδη εφημερίδα (Η Ηχώ της Αεραλάνδης), με αδιανόητες μικρές αγγελίες μιας φαντασιακής χώρας. Ονειρεύομαι να ζήσω σε εκείνη τη χώρα: εκεί, σίγουρα ο Φαρφουλάς θα ήταν ημερήσιος τύπος και Τύπος. Αν δεν την βρείτε έξω, αναζητείστε την μέσα στις ομώνυμες εκδόσεις, Ζωοδόχου Πηγής 70, 106 81, Αθήνα, 210-6458814, farfoulas@gmail.com, http://www.farfoulas.gr/. Σύντομα βγαίνει το φθινοπωρινό τεύχος.

Στην φωτογραφία: Εκείνοι που τα ξεκίνησαν όλα: Baron, Queneau, Breton, Boiffard, de Chirico, Vitrac, Eluard, Soupault, Desnos, Aragon. // Naville, Simone Collinet-Breton, Morise, Marie-Louise Soupault (1924). Πηγή: http://www.ieeff.org/surrealism.htm

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=15989




Οκτώβριος 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.   Νοέ. »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.014.696 hits

Αρχείο