Αρχείο για Δεκέμβριος 2008

29
Δεκ.
08

Annie Dillard, Οι Maytrees

Οι άνθρωποι στις πόλεις είναι…σαν κάμπιες σε μπουκάλια τεκίλας, μαλακά κομμάτια σε σκληρά κουτιά…Ως πού φτάνουμε εμείς οι άνθρωποι για να κρύψουμε τη γύμνια μας σκεπάζοντας τον ουρανό! (σ. 72)

Πρόκειται για το δεύτερο μυθιστόρημα της Άννι Ντίλαρντ (Πίτσμπουργκ, Πενσυλβάνια, 1945) που έχει εκδώσει κυρίως ποίηση και δοκίμια, ενώ έχει βραβευτεί παλαιότερα με Πούλιτζερ για το βιβλίο της Pilgrim at Tinker Creek (1975). Η Ντίλαρντ επιλέγει ως μυθιστορηματικό σκηνικό της ένα τόπο σπάνιας ιδιαιτερότητας που γνωρίζει πολύ καλά: μια εκτεταμένη χερσόνησο που καλύπτει το ακρωτήρι Κοντ ως το λιμάνι του Προβινστάουν, «μια αργέγονη, γυμνή γλώσσα άμμου ανάμεσα σε δύο απεραντοσύνες». Σε αυτή την «κυματιστή παραλία της ορυκτής σιωπής, στην άκρη του κόσμου», έχουν έρθει να ζήσουν ζωγράφοι, γλύπτες, ποιητές, δάσκαλοι, καλλιτέχνες και πάσης φύσεως σύγχρονοι αναχωρητές. Aνάμεσά τους και οι γηγενείς ερωτευμένοι και αργότερα παντρεμένοι Λου και Τόμπι.

Το ζεύγος απολαμβάνει μια καθημερινότητα γεμάτη απλότητα και ουσία. Ασχολούνται με την ποίηση και τη ζωγραφική αντίστοιχα, περπατούν στους ατέλειωτους αμμόλοφους, επιδίδονται στην αστροσκόπηση, διαβάζουν μανιωδώς βιβλία που τους τροφοδοτούν με θέματα για συζήτηση αλλά και με αποστάγματα σοφίας, και «θέλουν να ξοδέψουν τον εγκέφαλό τους μέχρι χρεωκοπίας». Όσο για τον έρωτά τους, αυτός βιώνεται μέσα από μια αποθέωση της ρουτίνας, της οικειότητας αλλά και της εγκεφαλικής επαφής. Πόσο παράλογο να μην μπορούν να αγκαλιαστούν οι εγκέφαλοι! μονολογούν κάποια στιγμή (σ. 76). Ο πυρήνας του ζευγαριού συμπληρώνεται από τον γιό τους Πιτι και την Ντίρι, ένα σύγχρονο κορίτσι των λουλουδιών που ζει στην προβλήτα ή ελεύθερα στους αμμόλοφους.

Όπως είναι ευνόητο, ακόμα και από μια τέτοια ζωή που έχει αποσυντεθεί στα απλά και ουσιώδη, δεν είναι δυνατό να λείπουν τα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ψυχής, Πώς εκφράζει κανείς την αγάπη του; Μέχρι ποιο σημείο ξεπερνά τον εαυτό του στο ταξίδι προς τον άλλον; Και όταν ο Τόμπι απομακρυνθεί από την οικογένειά του, φεύγοντας με την Ντίρι, θα προστεθεί ένα ακόμα ερώτημα: Πώς διαχειρίζεται κανείς αυτό που θεωρεί ως προδοσία ή εγκατάλειψη; Η Λου πάντα δεχόταν ενεργά ό, τι της έφερνε η ζωή, σαν καλοτάξιδο καΐκι με μπόλικο χώρο για μανούβρες, συνεπώς και τώρα, ύστερα από γενναία ενδοσκόπηση θα αναρωτηθεί: γιατί απ’ όλες τις μπαλιές της ζωής να προσέχεις μόνο την καμπυλωτή. Ή, όταν πια είναι αργά, την μπαλιά που σου έρχεται στο κεφάλι.; (σ. 93). Η αποδοχή θα οδηγήσει στην συγχώρεση κι εκείνη με τη σειρά της στην ολοκλήρωση ή καλύτερα διαιώνιση του κύκλου μιας αυθεντικής αγάπης.

Η γλώσσα της Ντίλλαρντ συχνά είναι απρόβλεπτη και δημιουργεί τις δικές της λέξεις, που επιπλέουν μόνες τους ή σε κοφτές προτάσεις ή σε υπέροχες λυρικές περιγραφές. Είναι η γλώσσα μιας ποιήτριας που γνωρίζει όμως ότι γράφει μυθιστόρημα, καi από αυτή την άποψη έχει συγκριθεί ακόμα και με την γραφή της Έμιλυ Ντίκινσον. Της αρκούν λίγες λέξεις για να δημιουργήσουν μια σαγηνευτικότατη εικονοπλασία του περιβάλλοντος αλλά και αμιγώς κινηματογραφικές εικόνες, όπως εκείνη της ρυμούλκησης ενός σπιτιού (μια μορφή βιοπορισμού του Τόμπι), που γινόταν με τη βοήθεια γειτόνων, χρησιμοποιώντας τρακτέρ, κορμούς δέντρων ή αυτοσχέδιες σιδηροδρομικές τραβέρσες, με την νοικοκυρά να παραμένει εντός του ρυμουλκούμενου σπιτιού μαγειρεύοντας σούπα για τους εργάτες και τον υπόλοιπο οικισμό να βλέπει την πορεία του από τον καπνό της καμινάδας. Οι πολλαπλές αναφορές σε Διογένη, Τειρεσία, Αριστοτέλη, Μπλέικ, Κάφκα, Στήβενσον, Τολστόι, Βίτγκενσταϊν, αλλά και εθνικές και τοπικές μυθολογίες ουδόλως φορτώνουν την αφήγηση, ενώ η μέσω της φύσης βαθύτερη κατανόηση του κόσμου και του νοήματός του σαφώς και θυμίζει το καθοριστικό έργο Walden ή Η ζωή στο δάσος του Χένρι Ντέιβιντ Θορό.

Αυτή η συμφωνία με την φύση των ανθρώπων και με τις επιλογές τους θαρρείς και πηγάζει από την εναρμόνισή των ηρώων με το ίδιο το περιβάλλον, καθώς εντάσσονται σε αυτό ως οργανικά στοιχεία μιας διαρκώς ανακυκλούμενης γης, σαν τα ρεύματα της παλίρροιας που τόσο συχνά περιγράφονται στο βιβλίο, και για τα οποία ο Τόμπι και η Λου βγάζουν και τις δυο μπαλκονόπορτες του υπογείου τους ώστε η θάλασσα να μπει μέσα χωρίς να σπάσει τα τζάμια.

Εδώ βρίσκεται η σαγήνη ετούτου του μυθιστορήματος: δεν θέτει απλώς το ερώτημα αν ο σημερινός άνθρωπος μπορεί να ζήσει με τέτοια απλότητα και ουσία ή αν μπορεί η πνευματική του σκευή να δώσει λύσεις σε βασικά προβλήματά. Αλλά και σμιλεύοντας χαρακτήρες που σφύζουν από πνευματικότητα και απλόχερη προσφορά συναισθημάτων χωρίς να αρνούνται την πανδαισία των σωματικών αισθήσεων, λογοτεχνεί μια ολοκληρωμένη πρόταση ζωής. Όπως αναφέρεται σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: οι σωματικές αισθήσεις και οι άφατες σφαίρες ούτε αποκλίνουν ούτε εναντιώνονται μεταξύ τους· συναντιούνται ως οι πλησιέστεροι γείτονες μέσα στο σκοτάδι της προσωπικότητας και του εναγκαλισμού. (σ. 61)

Αξίζει να σημειωθεί πως η εν λόγω περιοχή αποτέλεσε τόπο έμπνευσης για τον Τένεσι Ουίλιαμς το όνομα του οποίου έχει το ετήσιο θεατρικό φεστιβάλ της, ενώ σήμερα εξακολουθούν να ζουν εκεί «πρωτοπλασμικοί ξεφλουδισμένοι άνθρωποι μέσα στον άνεμο με φόντο έναν κρυστάλλινο ουρανό».

Συντεταγμένες: Annie Dillard, The Maytrees, 2008. / Εκδόσεις Ίνδικτος, 2008, μτφ.: Γιώργος Μπαρουξής, σελ. 273.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 83, Δεκέμβριος 2008. Μια μορφή του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση των νέων εκδόσεων της Ινδίκτου με την συμμετοχή των ιστολόγων Ναυτίλος, Δημήτρης Αθηνάκης και Πανδοχείο (4.11.2008, Ιανός).

24
Δεκ.
08

Βιβλιοφιλικά Ιστολόγια

Στη σάλα του Πανδοχείου, η κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια Τιτίκα Δημητρούλια ερωτά, ο Πανδοχέας απαντά, τα (δε)κατα καταγράφουν:

1. Τα ιστολόγια, ως κατεξοχήν χώροι αυτοέκφρασης και αυτοπαρουσίασης, ασχολούνται, αυτονόητα, και με τη λογοτεχνία. Για ποιους λόγους γοητευτήκατε προσωπικά από το νέο μέσο;

Φαντάστηκα το ιστολόγιό μου σαν ένα κατά κυριολεξία πανδοχείο φιλοξενίας των συγγραφέων που (με) ταξίδεψαν σε αμέτρητους μυθοπλαστικούς τόπους. Εφόσον δεν έχω πάψει να συνομιλώ μαζί τους, τώρα είναι σειρά μου να τους προσκαλέσω στο δικό μου προσωπικό σύμπαν. Αν η πατρίδα κάποιων από εμάς είναι η λογοτεχνία, τότε το ιστολόγιο εκτός από ημερολόγιο αναγνωστικών εμπειριών είναι και το σπίτι μας, ανοιχτό σε ομοιοπαθείς και ομοιογάλακτους.
Συνεπώς η αμιγώς προσωπική ώθηση (να βασανιστώ ακόμα περισσότερο στην έκφραση και στη γραφή, να γευτώ την εμπειρία της αισθητικής κατασκευής μιας σελίδας και κυρίως να μπω σε μια συνεχή διαδικασία μόρφωσης και πνευματικής βελτίωσης, εφόσον η σύνταξη και δημοσίευση βιβλιοκριτικών σημειωμάτων απαιτεί συνεχή επιστημονική – θεωρητική κατάρτιση και έρευνα) συνδυάστηκε με την «κοινωνική» επιθυμία να μοιραστώ αναγνωστικές ηδονές και σκέψεις.

Όπως συμβαίνει συχνά με την δημιουργία ενός εντύπου η πρώτη σκέψη που κάνει ο δημιουργός του είναι: «τι είδους έντυπο / κριτικό κείμενο θα ήθελε ο ίδιος να διαβάζει, τι θεωρεί πως λείπει από τα ήδη υπάρχοντα;». Πλοηγήθηκα με βάση τις απαντήσεις μου.

2. Θεωρείτε ότι τα ιστολόγια έχουν περάσει σε μια διαφορετική φάση; Μια φάση ενδεχομένως ενηλικίωσης; Συμβαδίζουν οι εξελίξεις στο διεθνές πεδίο με τις αντίστοιχες στο ελληνικό;

Η παραδοσιακή / έντυπη κριτική είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ και δεν υποκαθίσταται από οιοδήποτε ιστολόγιο. Τα ιστολόγια προσθέτουν στοιχεία που εκ φύσεως η πρώτη δεν διαθέτει: μπορούν και καλύπτουν μεγαλύτερο μέρος της τρικυμιώδους βιβλιοπαραγωγής με πολύ συχνότερο ρυθμό και εμπλουτίζονται με αισθητικό – εικαστικό περίβλημα (φωτογραφίες, σκίτσα κ.λπ. των συγγραφέων ή και άλλες εικόνες). Επί της ουσίας, μπορεί να συμπληρώνουν την κριτική με περισσότερη ύλη και απόψεις, νέες οπτικές γωνίες και ερμηνείες, με κείμενα περισσότερο εύληπτα και ελκυστικά, να αναδεικνύουν έργα που δεν καλύφθηκαν, να ρίχνουν φως σε παλαιότερες εκδόσεις.

Επιπρόσθετα, εφόσον οι συνεντεύξεις με συγγραφείς σπανίζουν στα παραδοσιακά έντυπα, το κενό συμπληρώνεται από τα ηλεκτρονικά. Έχω διαπιστώσει μεγάλη προθυμία των ίδιων των λογοτεχνών να συνομιλήσουν για το έργο τους. Εξάλλου, για τους ίδιους είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρον να διαβάζουν ολοκληρωμένο κείμενο από κάποιον αναγνώστη με τον οποίο, διαφορετικά, δεν θα είχε ποτέ «συναντηθεί» με αυτό τον τρόπο. Σε όλα τα παραπάνω, η περιβόητη αναγνωστική, εμπειρική ή οποιασδήποτε άλλης φύσεως πρόσληψη των λογοτεχνικών κειμένων βρίσκει το κατεξοχήν πεδίο της.

Λέγεται πως η ύπαρξη των ιστολογίων ήταν εκείνη που μείωσε την αντίστοιχη αναγνωστική ύλη των εφημερίδων. Πιθανώς έτσι συνέβη στο εξωτερικό αλλά για την Ελλάδα αμφιβάλλω αν μπορεί να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο. Είναι δυνατόν είκοσι το πολύ ιστολόγια να θεωρηθούν τόσο επαρκή ώστε να την υποκαταστήσουν; Ας μη γελιόμαστε: η περικοπή της λογοτεχνικής ύλης από τον Τύπο (που έτσι υποδεικνύει την ποιότητα των αναγνωστών που επιθυμεί να έχει) προηγήθηκε και πραγματοποιήθηκε για ευνόητους λόγους που ορίζει μια (όπως μας λένε) νέα οικονομική πραγματικότητα.

3. Αν διαπιστώνετε μια εξέλιξη στην πορεία των ιστολογίων, πώς την ορίζετε σε σχέση ειδικότερα με τα λογοτεχνικά ιστολόγια και τον περί βιβλίου λόγο;

Η ιλιγγιώδης ποσοτική αύξηση των ιστολογίων δεν σημαίνει αυτόματα και την αντίστοιχη ποιοτική τους βελτίωση. Σαφώς αυξάνονται οι εξαιρετικές και αξιανάγνωστες περιπτώσεις αλλά υπεισέρχονται και εδώ τα αρνητικά στοιχεία της μπλογκόσφαιρας όπως η κρυπτωνυμία χάριν εκτόνωσης ή κουτσομπολιού, η συντεχνιακή νοοτροπία και πρακτική, η προχειρότητα. Περισσότερο ενοχλητική κρίνεται, κατά τη γνώμη μου, η έλλειψη θεωρητικού υπόβαθρου που σε συνδυασμό με αυθαίρετα κριτήρια και μια απροκάλυπτη υποκειμενικότητα στερεί από ένα βιβλιόφιλο ιστολόγιο την αξιοπιστία του. Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, πως κατά την συντριπτική τους πλειοψηφία τα σχετικά ιστολόγια του εξωτερικού είναι επώνυμα.

Εκεί που ένα μπλογκ ημερολογιακής μορφής και γενικώς προσωπικών εξομολογήσεων εξυπηρετεί ποικίλες κοινωνικές, ψυχολογικές, δημιουργικές, ναρκισσιστικές ή άλλες ανάγκες, η διατήρηση ενός λογοτεχνικού ιστολογίου προφανώς έχει άλλες παραμέτρους και απαιτήσεις και η δημιουργία του δεν είναι τόσο ελκυστική ή αποδοτική. Ακόμα και η ανατροφοδότηση από τους αναγνώστες του είναι περιορισμένη σε σχέση με τα υπόλοιπα, εφόσον και αυτή απαιτεί γνώσεις και εξοικείωση με το αντικείμενο.

4. Θεωρείτε ότι τα προβλήματα που καταγράφονται σε επίπεδο ηθικής και δεοντολογίας στα ιστολόγια, των λογοτεχνικών συμπεριλαμβανομένων, οφείλουν και/ή μπορούν να ρυθμιστούν; Και με ποιο τρόπο;

Κρίνω τις προτάσεις αυτορύθμισης των ιστολογίων ευγενείς αλλά ανέφικτες έως ουτοπικές. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη μορφή ρύθμισης από την νομοθετική. Εκείνος που αποδεδειγμένα προσβάλλει, διαβάλλει, ενδύεται το όνομα ή την προσωπικότητα του άλλου, θα πρέπει να υφίσταται τις συνέπειες. Είναι αδιανόητο οποιοσδήποτε έχει προσωπικές διαφορές ή κάποτε απορρίφθηκε ένα έργο του από κάποιον εκδότη ή είναι απλώς μισογύνης (κάνοντας μια πρόχειρη κατηγοριοποίηση γνωστών μου περιπτώσεων) να βρίσκει ελεύθερο πεδίο εκτόνωσης σε ηλεκτρονικές σελίδες και να μένει ατιμώρητος. Αν είναι ικανός, ας καλλιεργήσει τις αντιρρήσεις του επώνυμα, με λόγο και επιχειρήματα. Αν η ηλεκτρονική κοινωνία είναι ένα παράλληλο πλην υπαρκτό πεδίο με την αντίστοιχη «πραγματική» τότε και το αδίκημα, γιατί περί αδικήματος πρόκειται, είναι το ίδιο. Ως πρώην νομικός έχω διαπιστώσει τα κενά στις ρυθμίσεις του ηλεκτρονικού εγκλήματος με την ευρεία έννοια. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή στην νομοθετική διαχείριση του θέματος: από τα πρόσωπα που θα συντάξουν τις διατάξεις (όχι άλλοι άσχετοι με το θέμα παρακαλώ) μέχρι το ίδιο το περιεχόμενό τους (όχι άλλες ασάφειες, παραθυράκια και επιδερμικές ρυθμίσεις).

5. Μιλήστε μας για τα θετικά που αποκομίσατε από τη συμμετοχή σας στη νέα αυτή μορφή επικοινωνίας και μοιράσματος, στη συγκρότηση της «συλλογικής νοημοσύνης» όσον αφορά τον περί λογοτεχνίας λόγο.

Πάντα ήθελα να δω αν υπάρχουν και πού διατριβούν όλοι εκείνοι που στις στατιστικές ισχυρίζονται ότι διαβάζουν τακτικά. Εφόσον δεν τους βλέπω στα μέσα μεταφοράς, στα καφέ ή στα πάρκα, όπως θα μου άρεσε, θα έπρεπε να τους ξετρυπώσω από τα σπίτια τους. όπου, όπως υποπτευόμουν, κρύβονταν. Πράγματι, εκεί βρίσκονταν. Μόνο που η ζωντανή επικοινωνία μαζί τους είναι δύσκολη, ακριβώς επειδή τόσο ο βιβλιόφιλος ιστολόγος όσο και ο μανιώδης αναγνώστης επιλέγει στις ελάχιστες ελεύθερες ώρες του να διαβάζει και να γράφει, συχνά εις βάρος της κοινωνικότητάς του. Αποτέλεσμα, η επικοινωνία να περιορίζεται σε ευγενή γραπτά ηλεκτρονικά μηνύματα. Μην ξεχνάμε πως η επιθυμία της δια ζώσης επικοινωνίας δεν είναι αυτονόητη σε αυτές τις περιπτώσεις, ούτε αυτοσκοπός.

Όσον αφορά την «συλλογική» πλευρά, ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο desideratum θα ήταν η δημιουργία μιας ευρύτερης αναγνωστικής κοινότητας, όπου λογοτέχνες, κριτικοί, ιστολόγοι και αναγνώστες συνομιλούν για την λογοτεχνία διασταυρώνοντας απόψεις και επιχειρήματα. Οι κριτικοί, κατά τη γνώμη μου, είναι αναμφίβολα απαραίτητοι σε αυτό το διάλογο. Διαπιστώνω πως, ενώ όλοι έχουμε καθοδηγηθεί σε μέγιστο βαθμό από την κριτική (αναπτύσσοντας βεβαίως ο καθένας με τη σειρά του τον δικό του «έμπιστο» κριτικό κύκλο) σπανίως εκφράζουμε την εκτίμησή μας στο πρόσωπό της. Υπάρχουν κριτικοί που δεν γνωρίζουν πόσο μας έχουν βοηθήσει με τις επιλογές τους – σε αντίθεση φυσικά με τους λογοτέχνες, πολλούς από τους οποίους οι ίδιοι μας σύστησαν.

Θα ήμουν ευτυχής αν τα λογοτεχνικά ιστολόγια αποτελέσουν δεξαμενές ή, καλύτερα, προσωπικά «περιβόλια» κειμένων, προτάσεων, πληροφοριών, ερμηνείας, προβληματισμού και διαλόγου, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της λογοτεχνικής διαδικασίας.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 16, χειμώνας 2008. Αφιέρωμα στον ψηφιακό λόγο. Στις φωτογραφίες: Εξώφυλλα ορισμένων που τα ξεκίνησαν όλα.




Δεκέμβριος 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 1.132.921 hits

Αρχείο