Αρχείο για Δεκέμβριος 2008

29
Δεκ.
08

Annie Dillard, Οι Maytrees

Οι άνθρωποι στις πόλεις είναι…σαν κάμπιες σε μπουκάλια τεκίλας, μαλακά κομμάτια σε σκληρά κουτιά…Ως πού φτάνουμε εμείς οι άνθρωποι για να κρύψουμε τη γύμνια μας σκεπάζοντας τον ουρανό! (σ. 72)

Πρόκειται για το δεύτερο μυθιστόρημα της Άννι Ντίλαρντ (Πίτσμπουργκ, Πενσυλβάνια, 1945) που έχει εκδώσει κυρίως ποίηση και δοκίμια, ενώ έχει βραβευτεί παλαιότερα με Πούλιτζερ για το βιβλίο της Pilgrim at Tinker Creek (1975). Η Ντίλαρντ επιλέγει ως μυθιστορηματικό σκηνικό της ένα τόπο σπάνιας ιδιαιτερότητας που γνωρίζει πολύ καλά: μια εκτεταμένη χερσόνησο που καλύπτει το ακρωτήρι Κοντ ως το λιμάνι του Προβινστάουν, «μια αργέγονη, γυμνή γλώσσα άμμου ανάμεσα σε δύο απεραντοσύνες». Σε αυτή την «κυματιστή παραλία της ορυκτής σιωπής, στην άκρη του κόσμου», έχουν έρθει να ζήσουν ζωγράφοι, γλύπτες, ποιητές, δάσκαλοι, καλλιτέχνες και πάσης φύσεως σύγχρονοι αναχωρητές. Aνάμεσά τους και οι γηγενείς ερωτευμένοι και αργότερα παντρεμένοι Λου και Τόμπι.

Το ζεύγος απολαμβάνει μια καθημερινότητα γεμάτη απλότητα και ουσία. Ασχολούνται με την ποίηση και τη ζωγραφική αντίστοιχα, περπατούν στους ατέλειωτους αμμόλοφους, επιδίδονται στην αστροσκόπηση, διαβάζουν μανιωδώς βιβλία που τους τροφοδοτούν με θέματα για συζήτηση αλλά και με αποστάγματα σοφίας, και «θέλουν να ξοδέψουν τον εγκέφαλό τους μέχρι χρεωκοπίας». Όσο για τον έρωτά τους, αυτός βιώνεται μέσα από μια αποθέωση της ρουτίνας, της οικειότητας αλλά και της εγκεφαλικής επαφής. Πόσο παράλογο να μην μπορούν να αγκαλιαστούν οι εγκέφαλοι! μονολογούν κάποια στιγμή (σ. 76). Ο πυρήνας του ζευγαριού συμπληρώνεται από τον γιό τους Πιτι και την Ντίρι, ένα σύγχρονο κορίτσι των λουλουδιών που ζει στην προβλήτα ή ελεύθερα στους αμμόλοφους.

Όπως είναι ευνόητο, ακόμα και από μια τέτοια ζωή που έχει αποσυντεθεί στα απλά και ουσιώδη, δεν είναι δυνατό να λείπουν τα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ψυχής, Πώς εκφράζει κανείς την αγάπη του; Μέχρι ποιο σημείο ξεπερνά τον εαυτό του στο ταξίδι προς τον άλλον; Και όταν ο Τόμπι απομακρυνθεί από την οικογένειά του, φεύγοντας με την Ντίρι, θα προστεθεί ένα ακόμα ερώτημα: Πώς διαχειρίζεται κανείς αυτό που θεωρεί ως προδοσία ή εγκατάλειψη; Η Λου πάντα δεχόταν ενεργά ό, τι της έφερνε η ζωή, σαν καλοτάξιδο καΐκι με μπόλικο χώρο για μανούβρες, συνεπώς και τώρα, ύστερα από γενναία ενδοσκόπηση θα αναρωτηθεί: γιατί απ’ όλες τις μπαλιές της ζωής να προσέχεις μόνο την καμπυλωτή. Ή, όταν πια είναι αργά, την μπαλιά που σου έρχεται στο κεφάλι.; (σ. 93). Η αποδοχή θα οδηγήσει στην συγχώρεση κι εκείνη με τη σειρά της στην ολοκλήρωση ή καλύτερα διαιώνιση του κύκλου μιας αυθεντικής αγάπης.

Η γλώσσα της Ντίλλαρντ συχνά είναι απρόβλεπτη και δημιουργεί τις δικές της λέξεις, που επιπλέουν μόνες τους ή σε κοφτές προτάσεις ή σε υπέροχες λυρικές περιγραφές. Είναι η γλώσσα μιας ποιήτριας που γνωρίζει όμως ότι γράφει μυθιστόρημα, καi από αυτή την άποψη έχει συγκριθεί ακόμα και με την γραφή της Έμιλυ Ντίκινσον. Της αρκούν λίγες λέξεις για να δημιουργήσουν μια σαγηνευτικότατη εικονοπλασία του περιβάλλοντος αλλά και αμιγώς κινηματογραφικές εικόνες, όπως εκείνη της ρυμούλκησης ενός σπιτιού (μια μορφή βιοπορισμού του Τόμπι), που γινόταν με τη βοήθεια γειτόνων, χρησιμοποιώντας τρακτέρ, κορμούς δέντρων ή αυτοσχέδιες σιδηροδρομικές τραβέρσες, με την νοικοκυρά να παραμένει εντός του ρυμουλκούμενου σπιτιού μαγειρεύοντας σούπα για τους εργάτες και τον υπόλοιπο οικισμό να βλέπει την πορεία του από τον καπνό της καμινάδας. Οι πολλαπλές αναφορές σε Διογένη, Τειρεσία, Αριστοτέλη, Μπλέικ, Κάφκα, Στήβενσον, Τολστόι, Βίτγκενσταϊν, αλλά και εθνικές και τοπικές μυθολογίες ουδόλως φορτώνουν την αφήγηση, ενώ η μέσω της φύσης βαθύτερη κατανόηση του κόσμου και του νοήματός του σαφώς και θυμίζει το καθοριστικό έργο Walden ή Η ζωή στο δάσος του Χένρι Ντέιβιντ Θορό.

Αυτή η συμφωνία με την φύση των ανθρώπων και με τις επιλογές τους θαρρείς και πηγάζει από την εναρμόνισή των ηρώων με το ίδιο το περιβάλλον, καθώς εντάσσονται σε αυτό ως οργανικά στοιχεία μιας διαρκώς ανακυκλούμενης γης, σαν τα ρεύματα της παλίρροιας που τόσο συχνά περιγράφονται στο βιβλίο, και για τα οποία ο Τόμπι και η Λου βγάζουν και τις δυο μπαλκονόπορτες του υπογείου τους ώστε η θάλασσα να μπει μέσα χωρίς να σπάσει τα τζάμια.

Εδώ βρίσκεται η σαγήνη ετούτου του μυθιστορήματος: δεν θέτει απλώς το ερώτημα αν ο σημερινός άνθρωπος μπορεί να ζήσει με τέτοια απλότητα και ουσία ή αν μπορεί η πνευματική του σκευή να δώσει λύσεις σε βασικά προβλήματά. Αλλά και σμιλεύοντας χαρακτήρες που σφύζουν από πνευματικότητα και απλόχερη προσφορά συναισθημάτων χωρίς να αρνούνται την πανδαισία των σωματικών αισθήσεων, λογοτεχνεί μια ολοκληρωμένη πρόταση ζωής. Όπως αναφέρεται σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: οι σωματικές αισθήσεις και οι άφατες σφαίρες ούτε αποκλίνουν ούτε εναντιώνονται μεταξύ τους· συναντιούνται ως οι πλησιέστεροι γείτονες μέσα στο σκοτάδι της προσωπικότητας και του εναγκαλισμού. (σ. 61)

Αξίζει να σημειωθεί πως η εν λόγω περιοχή αποτέλεσε τόπο έμπνευσης για τον Τένεσι Ουίλιαμς το όνομα του οποίου έχει το ετήσιο θεατρικό φεστιβάλ της, ενώ σήμερα εξακολουθούν να ζουν εκεί «πρωτοπλασμικοί ξεφλουδισμένοι άνθρωποι μέσα στον άνεμο με φόντο έναν κρυστάλλινο ουρανό».

Συντεταγμένες: Annie Dillard, The Maytrees, 2008. / Εκδόσεις Ίνδικτος, 2008, μτφ.: Γιώργος Μπαρουξής, σελ. 273.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 83, Δεκέμβριος 2008. Μια μορφή του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση των νέων εκδόσεων της Ινδίκτου με την συμμετοχή των ιστολόγων Ναυτίλος, Δημήτρης Αθηνάκης και Πανδοχείο (4.11.2008, Ιανός).

24
Δεκ.
08

Βιβλιοφιλικά Ιστολόγια

Στη σάλα του Πανδοχείου, η κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια Τιτίκα Δημητρούλια ερωτά, ο Πανδοχέας απαντά, τα (δε)κατα καταγράφουν:

1. Τα ιστολόγια, ως κατεξοχήν χώροι αυτοέκφρασης και αυτοπαρουσίασης, ασχολούνται, αυτονόητα, και με τη λογοτεχνία. Για ποιους λόγους γοητευτήκατε προσωπικά από το νέο μέσο;

Φαντάστηκα το ιστολόγιό μου σαν ένα κατά κυριολεξία πανδοχείο φιλοξενίας των συγγραφέων που (με) ταξίδεψαν σε αμέτρητους μυθοπλαστικούς τόπους. Εφόσον δεν έχω πάψει να συνομιλώ μαζί τους, τώρα είναι σειρά μου να τους προσκαλέσω στο δικό μου προσωπικό σύμπαν. Αν η πατρίδα κάποιων από εμάς είναι η λογοτεχνία, τότε το ιστολόγιο εκτός από ημερολόγιο αναγνωστικών εμπειριών είναι και το σπίτι μας, ανοιχτό σε ομοιοπαθείς και ομοιογάλακτους.
Συνεπώς η αμιγώς προσωπική ώθηση (να βασανιστώ ακόμα περισσότερο στην έκφραση και στη γραφή, να γευτώ την εμπειρία της αισθητικής κατασκευής μιας σελίδας και κυρίως να μπω σε μια συνεχή διαδικασία μόρφωσης και πνευματικής βελτίωσης, εφόσον η σύνταξη και δημοσίευση βιβλιοκριτικών σημειωμάτων απαιτεί συνεχή επιστημονική – θεωρητική κατάρτιση και έρευνα) συνδυάστηκε με την «κοινωνική» επιθυμία να μοιραστώ αναγνωστικές ηδονές και σκέψεις.

Όπως συμβαίνει συχνά με την δημιουργία ενός εντύπου η πρώτη σκέψη που κάνει ο δημιουργός του είναι: «τι είδους έντυπο / κριτικό κείμενο θα ήθελε ο ίδιος να διαβάζει, τι θεωρεί πως λείπει από τα ήδη υπάρχοντα;». Πλοηγήθηκα με βάση τις απαντήσεις μου.

2. Θεωρείτε ότι τα ιστολόγια έχουν περάσει σε μια διαφορετική φάση; Μια φάση ενδεχομένως ενηλικίωσης; Συμβαδίζουν οι εξελίξεις στο διεθνές πεδίο με τις αντίστοιχες στο ελληνικό;

Η παραδοσιακή / έντυπη κριτική είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ και δεν υποκαθίσταται από οιοδήποτε ιστολόγιο. Τα ιστολόγια προσθέτουν στοιχεία που εκ φύσεως η πρώτη δεν διαθέτει: μπορούν και καλύπτουν μεγαλύτερο μέρος της τρικυμιώδους βιβλιοπαραγωγής με πολύ συχνότερο ρυθμό και εμπλουτίζονται με αισθητικό – εικαστικό περίβλημα (φωτογραφίες, σκίτσα κ.λπ. των συγγραφέων ή και άλλες εικόνες). Επί της ουσίας, μπορεί να συμπληρώνουν την κριτική με περισσότερη ύλη και απόψεις, νέες οπτικές γωνίες και ερμηνείες, με κείμενα περισσότερο εύληπτα και ελκυστικά, να αναδεικνύουν έργα που δεν καλύφθηκαν, να ρίχνουν φως σε παλαιότερες εκδόσεις.

Επιπρόσθετα, εφόσον οι συνεντεύξεις με συγγραφείς σπανίζουν στα παραδοσιακά έντυπα, το κενό συμπληρώνεται από τα ηλεκτρονικά. Έχω διαπιστώσει μεγάλη προθυμία των ίδιων των λογοτεχνών να συνομιλήσουν για το έργο τους. Εξάλλου, για τους ίδιους είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρον να διαβάζουν ολοκληρωμένο κείμενο από κάποιον αναγνώστη με τον οποίο, διαφορετικά, δεν θα είχε ποτέ «συναντηθεί» με αυτό τον τρόπο. Σε όλα τα παραπάνω, η περιβόητη αναγνωστική, εμπειρική ή οποιασδήποτε άλλης φύσεως πρόσληψη των λογοτεχνικών κειμένων βρίσκει το κατεξοχήν πεδίο της.

Λέγεται πως η ύπαρξη των ιστολογίων ήταν εκείνη που μείωσε την αντίστοιχη αναγνωστική ύλη των εφημερίδων. Πιθανώς έτσι συνέβη στο εξωτερικό αλλά για την Ελλάδα αμφιβάλλω αν μπορεί να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο. Είναι δυνατόν είκοσι το πολύ ιστολόγια να θεωρηθούν τόσο επαρκή ώστε να την υποκαταστήσουν; Ας μη γελιόμαστε: η περικοπή της λογοτεχνικής ύλης από τον Τύπο (που έτσι υποδεικνύει την ποιότητα των αναγνωστών που επιθυμεί να έχει) προηγήθηκε και πραγματοποιήθηκε για ευνόητους λόγους που ορίζει μια (όπως μας λένε) νέα οικονομική πραγματικότητα.

3. Αν διαπιστώνετε μια εξέλιξη στην πορεία των ιστολογίων, πώς την ορίζετε σε σχέση ειδικότερα με τα λογοτεχνικά ιστολόγια και τον περί βιβλίου λόγο;

Η ιλιγγιώδης ποσοτική αύξηση των ιστολογίων δεν σημαίνει αυτόματα και την αντίστοιχη ποιοτική τους βελτίωση. Σαφώς αυξάνονται οι εξαιρετικές και αξιανάγνωστες περιπτώσεις αλλά υπεισέρχονται και εδώ τα αρνητικά στοιχεία της μπλογκόσφαιρας όπως η κρυπτωνυμία χάριν εκτόνωσης ή κουτσομπολιού, η συντεχνιακή νοοτροπία και πρακτική, η προχειρότητα. Περισσότερο ενοχλητική κρίνεται, κατά τη γνώμη μου, η έλλειψη θεωρητικού υπόβαθρου που σε συνδυασμό με αυθαίρετα κριτήρια και μια απροκάλυπτη υποκειμενικότητα στερεί από ένα βιβλιόφιλο ιστολόγιο την αξιοπιστία του. Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, πως κατά την συντριπτική τους πλειοψηφία τα σχετικά ιστολόγια του εξωτερικού είναι επώνυμα.

Εκεί που ένα μπλογκ ημερολογιακής μορφής και γενικώς προσωπικών εξομολογήσεων εξυπηρετεί ποικίλες κοινωνικές, ψυχολογικές, δημιουργικές, ναρκισσιστικές ή άλλες ανάγκες, η διατήρηση ενός λογοτεχνικού ιστολογίου προφανώς έχει άλλες παραμέτρους και απαιτήσεις και η δημιουργία του δεν είναι τόσο ελκυστική ή αποδοτική. Ακόμα και η ανατροφοδότηση από τους αναγνώστες του είναι περιορισμένη σε σχέση με τα υπόλοιπα, εφόσον και αυτή απαιτεί γνώσεις και εξοικείωση με το αντικείμενο.

4. Θεωρείτε ότι τα προβλήματα που καταγράφονται σε επίπεδο ηθικής και δεοντολογίας στα ιστολόγια, των λογοτεχνικών συμπεριλαμβανομένων, οφείλουν και/ή μπορούν να ρυθμιστούν; Και με ποιο τρόπο;

Κρίνω τις προτάσεις αυτορύθμισης των ιστολογίων ευγενείς αλλά ανέφικτες έως ουτοπικές. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη μορφή ρύθμισης από την νομοθετική. Εκείνος που αποδεδειγμένα προσβάλλει, διαβάλλει, ενδύεται το όνομα ή την προσωπικότητα του άλλου, θα πρέπει να υφίσταται τις συνέπειες. Είναι αδιανόητο οποιοσδήποτε έχει προσωπικές διαφορές ή κάποτε απορρίφθηκε ένα έργο του από κάποιον εκδότη ή είναι απλώς μισογύνης (κάνοντας μια πρόχειρη κατηγοριοποίηση γνωστών μου περιπτώσεων) να βρίσκει ελεύθερο πεδίο εκτόνωσης σε ηλεκτρονικές σελίδες και να μένει ατιμώρητος. Αν είναι ικανός, ας καλλιεργήσει τις αντιρρήσεις του επώνυμα, με λόγο και επιχειρήματα. Αν η ηλεκτρονική κοινωνία είναι ένα παράλληλο πλην υπαρκτό πεδίο με την αντίστοιχη «πραγματική» τότε και το αδίκημα, γιατί περί αδικήματος πρόκειται, είναι το ίδιο. Ως πρώην νομικός έχω διαπιστώσει τα κενά στις ρυθμίσεις του ηλεκτρονικού εγκλήματος με την ευρεία έννοια. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή στην νομοθετική διαχείριση του θέματος: από τα πρόσωπα που θα συντάξουν τις διατάξεις (όχι άλλοι άσχετοι με το θέμα παρακαλώ) μέχρι το ίδιο το περιεχόμενό τους (όχι άλλες ασάφειες, παραθυράκια και επιδερμικές ρυθμίσεις).

5. Μιλήστε μας για τα θετικά που αποκομίσατε από τη συμμετοχή σας στη νέα αυτή μορφή επικοινωνίας και μοιράσματος, στη συγκρότηση της «συλλογικής νοημοσύνης» όσον αφορά τον περί λογοτεχνίας λόγο.

Πάντα ήθελα να δω αν υπάρχουν και πού διατριβούν όλοι εκείνοι που στις στατιστικές ισχυρίζονται ότι διαβάζουν τακτικά. Εφόσον δεν τους βλέπω στα μέσα μεταφοράς, στα καφέ ή στα πάρκα, όπως θα μου άρεσε, θα έπρεπε να τους ξετρυπώσω από τα σπίτια τους. όπου, όπως υποπτευόμουν, κρύβονταν. Πράγματι, εκεί βρίσκονταν. Μόνο που η ζωντανή επικοινωνία μαζί τους είναι δύσκολη, ακριβώς επειδή τόσο ο βιβλιόφιλος ιστολόγος όσο και ο μανιώδης αναγνώστης επιλέγει στις ελάχιστες ελεύθερες ώρες του να διαβάζει και να γράφει, συχνά εις βάρος της κοινωνικότητάς του. Αποτέλεσμα, η επικοινωνία να περιορίζεται σε ευγενή γραπτά ηλεκτρονικά μηνύματα. Μην ξεχνάμε πως η επιθυμία της δια ζώσης επικοινωνίας δεν είναι αυτονόητη σε αυτές τις περιπτώσεις, ούτε αυτοσκοπός.

Όσον αφορά την «συλλογική» πλευρά, ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο desideratum θα ήταν η δημιουργία μιας ευρύτερης αναγνωστικής κοινότητας, όπου λογοτέχνες, κριτικοί, ιστολόγοι και αναγνώστες συνομιλούν για την λογοτεχνία διασταυρώνοντας απόψεις και επιχειρήματα. Οι κριτικοί, κατά τη γνώμη μου, είναι αναμφίβολα απαραίτητοι σε αυτό το διάλογο. Διαπιστώνω πως, ενώ όλοι έχουμε καθοδηγηθεί σε μέγιστο βαθμό από την κριτική (αναπτύσσοντας βεβαίως ο καθένας με τη σειρά του τον δικό του «έμπιστο» κριτικό κύκλο) σπανίως εκφράζουμε την εκτίμησή μας στο πρόσωπό της. Υπάρχουν κριτικοί που δεν γνωρίζουν πόσο μας έχουν βοηθήσει με τις επιλογές τους – σε αντίθεση φυσικά με τους λογοτέχνες, πολλούς από τους οποίους οι ίδιοι μας σύστησαν.

Θα ήμουν ευτυχής αν τα λογοτεχνικά ιστολόγια αποτελέσουν δεξαμενές ή, καλύτερα, προσωπικά «περιβόλια» κειμένων, προτάσεων, πληροφοριών, ερμηνείας, προβληματισμού και διαλόγου, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της λογοτεχνικής διαδικασίας.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 16, χειμώνας 2008. Αφιέρωμα στον ψηφιακό λόγο. Στις φωτογραφίες: Εξώφυλλα ορισμένων που τα ξεκίνησαν όλα.

18
Δεκ.
08

I Am Kloot – Play Moolah Rouge (Skinny Dog, 2008)

 

Οι προ δεκαετίας σχηματισθέντες I Am Kloot εξακολουθούν να έχουν εκείνα τα στοιχεία που μας τους έκαναν εξ αρχής αγαπητούς: μια φωνή που κρυσταλλίζει, αφηγούμενη μικρές σκοτεινές ιστορίες ρομάντζου ή πόνου, την ομίχλη του Μάντσεστερ (θα μπορούσε να είναι και της Κοπεγχάγης ή του Άμστερνταμ) να νοτίζει τις νότες τους κι ένα στα τέσσερα τραγούδια τους να είναι κομψοτέχνημα μελωδίας. Καμιά έκπληξη λοιπόν στον τέταρτο στουντιακό δίσκο των IAK μετά τα Natural History (2001), I Am Kloot (2003), Gods and Monsters (2005), πέμπτο αν υπολογίσουμε και τα Peel Sessions του 2006.

Εδώ η τριάδα (ο Bramwell, ο μπασίστας Pete Jobson και ο ντράμερ Andy Hargreaves, που μετατρέπεται σε πεντάδα στα live, με προσθήκη των αδελφών Colin και Norman McLeod σε keyboards και slide) τον αφιερώνει στον αδικοχαμένο συντοπίτη και φίλο singer και songwriter Bryan Glancy που πέθανε το 2006 (δείτε σχετικά: http://www.bryanglancy.blogspot.com/). Οι ίδιοι δηλώνουν πως πολλοί από τους στίχους προέρχονται από συζητήσεις μαζί του. Μια άλλη έμπνευση που τονίζει συχνά ο ο Bramwell αποτέλεσαν οι σόλο ακουστικές τους εμφανίσεις σε μικρούς χώρους, τόσο στη σύνθεση όσο και στο κλίμα που επιθυμούν να αποτυπώσουν.

Πώς να εξηγήσω το γεγονός πως ενώ είναι ολοφάνερη η ομοιότητα της φωνής του σχήματος με τη φωνή των Nits κανείς δε το αναφέρει; Είναι ακόμα τόσο άγνωστοι οι περίτεχνοι Ολλανδοί κυβιστές της ποπ, απ’ τους οποίους μοιάζουν να βγαίνουν τα μαγικά Down at the front και Only role in town; Έχει γούστο αυτοί οι συννεφιασμένοι Ντυλανίσκοι, που αφήνουν για λίγο – αν και όχι εντελώς – την γειτονική επίδραση των Doves και Elbow, αγγίζουν τους Decemberists και κάνουν χειραψία στους Go Betweens (ιδίως στο Ferris wheels) να μην γνωρίζουν το είδωλό τους στον καθρέφτη των ανεπανάληπτων εκείνων Ολλανδών…

Παρά το γεγονός πως ο ακροατών και φανς τους διευρύνθηκε, περιλαμβάνοντας και περιώνυμους όπως ο Danny Boyle (που παραδέχεται πως τους έμαθε απ’ την κόρη του), ο Pete “Libertines/Babyshambles” Doherty (που δηλώνει πως είναι η πιο αγαπημένη του μπάντα) και ο Christopher Eccleston (που ζήτησε πρωταγωνιστικό ρόλο στο βίντεο του Proof), το σχήμα άφησε την εταιρεία του και άρχισε να πουλά σε περιορισμένη έκδοση τον νέο αυτό δίσκο τους στις συναυλίες τους, σχεδόν ένα χρόνο πριν την επίσημή του κυκλοφορία. Ο τίτλος αφορά τις (περιορισμένες, λόγω χρημάτων) μέρες που μοιράστηκαν Moolah Rouge Studios του Stockport, το The Runaways είναι γι’ αυτούς που τρέχουν μακριά, κι όλα αυτά είναι η πιο γλυκιά εκδοχή βροχερής ποπ μελαγχολικών τοπίων.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.  Προσοχή, οι αφίσες απατούν.
13
Δεκ.
08

Ενρίκε Βίλα-Μάτας – Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ

Η ανακάλυψη του ροκ εν ρολ μου έσωσε τη ζωή, ή τουλάχιστον μου έδωσε το κίνητρο για να την ψάξω. Το ροκ εν ρολ δεν ήταν κάτι που η γενιά μου είχε κληρονομήσει από κάποιον κι έτσι δεν υπήρχε κάποιος να μας μάθει να το αγαπάμε (σ. 143).
Tι ώθησε τον περίφημο Καταλανό συγγραφέα Ενρίκε Βίλα-Μάτας σε αυτή την αιφνιδιαστική αυτή αποκάλυψη; Το Βεντερικό Τρία αμερικάνικα LPs, με τη μουσική του Βαν Μόρισον (έκτοτε αγαπημένος του τραγουδιστής) και τις φωνές του Βέντερς και του Χάντκε να σχολιάζουν τα τραγούδια μέσα στο αυτοκίνητο. Επειδή ο πραγματικός ήρωας αυτής της ταινίας ήταν το ροκ εν ρολ, που μετατρεπόταν στο μοναδικό όχημα επικοινωνίας σ’ ένα σύμπαν ερημωμένο και απρόσιτο. Αυτή ακριβώς την αίσθηση της ερημιάς ένοιωθε κι ο ίδιος καταμεσής του κοσμοπολίτικου Παρισιού.

O Βίλα-Μάτας, ανώριμος αυτοεξόριστος της Φρανκικής Ισπανίας και δεδηλωμένος λάτρης του Χέμινγουεϊ, πηγαίνει να ζήσει στο Παρίσι παίρνοντας παραμάσχαλα το A Movable Feast (Κινητή Γιορτή ή, όπως μεταφράστηκε παλαιότερα, Αέναη Γιορτή), εκείνο το δραματικά αντιφατικό κύκνειο έργο του, γραμμένο λίγο πριν την αυτοχειρία του αλλά αφιερωμένο στην πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του στο μεσοπολεμικό Παρίσι. Τι έχει μείνει από εκείνη την Γιορτή στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’60 και των αρχών της επομένης; Μπορούσε εκείνο το βιβλίο που υμνούσε την ταύτιση ζωής και λογοτεχνίας (δεν γράφεις αν δεν ζεις) να αποτελέσει οδηγό για κάποιον που ψάχνει ένα δρόμο ζωής ανάμεσα στις λέξεις;

Δεκαετίες αργότερα θα ξαναβρεθεί (ή μήπως επιστρέψει;) στο Παρίσι, αναγνωρισμένος συγγραφέας πια, για μια τρίτη εμβύθιση στην πόλη της πλάνης, στην ουσία για μια «ειρωνική αναθεώρηση δύο χρόνων νιότης», τότε που το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να γράψει το πρώτο του βιβλίο (Η πολυμαθής δολοφόνος, 1977 – όπου ήθελε να του προσδώσει το ανεπανάληπτο εύρημα: τον ταυτόχρονο θάνατο ιστορίας και αναγνώστη), τότε που χωρίς, όπως δηλώνει, να το ξέρει, ήδη πρωταγωνιστούσε στο μυθιστόρημα της λογοτεχνικής του μαθητείας.

Ο μαθητευόμενος λεξιπλόκος ξεκινά με ένα χαρτάκι που του έδωσε βιαστικά η Ντυράς στην εξώπορτά της με τα 13 μυστικά της γραφής και μια σύνοψη του ευαγγελίου της περιπλάνησης (Χορείες χώρων) του Περέκ. Αναζητεί πρότυπα στον Χέμινγουέι και στον Μίλλερ, τότε που ήταν φτωχοί κι ευτυχισμένοι στο Παρίσι, και οδηγίες γραφής στα Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή του Ρίλκε, στο Πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα του Ουναμούνο και στη Χλομή φωτιά του Ναμπόκωφ. Συντάσσει ένα μνημολόγιο καφενείων όπου του συνέβησαν παράξενα πράγματα και αναζητά τα μέρη όπου αλλοτινά βρίσκονταν το ατελιέ του αυτοεξόριστου Ντισάν ή αυτοκτόνησε η Ζαν Εμπιτέρν (καμία πλάκα, ούτε καν ένα θλιβερό γκράφιτι στον τοίχο).

Προσπαθεί να κλέψει λέξεις από τις συνομιλίες της Τζούλια Κρίστεβα, του Φιλίπ Σολέρ, να συλλάβει αλήθειες στα βλέμματα του Ρολάν Μπαρ, του Ρομπ-Γκριγιέ και του Κόπι, «να φανεί αντάξιος εκείνης της συγγραφικής παράδοσης του καφενείου και της εξορίας». Βλέπει επανειλημμένες φορές το India Song της Ντυράς και τον Κομφορμιστή του Μπερτολούτσι (που τον ενθουσιάζει καθώς μετατρέπει την διήγηση σε παιχνίδι). Ζητά συμβουλές από τον Χουάν Μαρσέ και τον Ζαν Μαρέ, που του διαμηνύει: φτιάξε ένα σωσία του εαυτού σου, να σε βοηθήσει να σταθείς στα πόδια σου και πιθανόν να μπορέσει ακόμα και να σε αντικαταστήσει, να καταλάβει τη σκηνή, ώστε να μπορέσεις να δουλέψεις ήσυχος, μακριά απ’ το θόρυβο(σ. 155).

Συμμετέχει στην αντεργκράουντ ταινία Ταμ-ταμ του Αδόλφο Αριέτα («κινηματογράφος πανκ αλά γαλλικά, υπερβολικού ρεαλισμού πολλά χρόνια πριν τον Αλμοδόβαρ, με τους περισσότερους τραβεστί ανά τετραγωνικό μέτρο σε ολόκληρη την ιστορία του κινηματογράφου») και στις μυστικές διαλέξεις του Μπόρχες σ’ ένα κρυμμένο βιβλιοπωλείο (βλ. τα υποβλητικότατα κεφάλαια 74 και 75). Προσπαθεί να ξεπεράσει τις αναστολές του και να γίνει κοινωνικός, γνωρίζει ανθρώπους πάσης φύσεως (σπαρταριστό το επεισόδιο της ερωτικής επίθεσης από μια ογδοντάχρονη μποέμισσα) και πλαγιάζει με αδιάφορες υπάρξεις ώστε να λειαίνει την σεξουαλική του ανασφάλεια. Ισορροπεί στην άκρη της ανέχειας, φτάνει στο σημείο να πηγαίνει με το μετρό στα δημόσια λουτρά του Οστερλίτς με την πετσέτα στο χέρι, πάντα με τον φόβο μην τον δει κάποιος γνωστός. Μα τίποτε από όλα αυτά δεν θα του δώσει την πολυπόθητη συγγραφική ώθηση. Στο τέλος θα συμφωνήσει με την φράση της Ντυράς (στη σοφίτα της οποίας διαβιεί ως ενοικιαστής): Εμείς οι συγγραφείς ζούμε μια ζωή πολύ φτωχή: μιλάω γι’ αυτούς που γράφουν στ’ αλήθεια. Δεν γνωρίζω κανέναν που να έχει λιγότερη προσωπική ζωή κι από μένα (σ. 199).

Εδώ έχουμε ένα ολοζώντανο συγγραφικό εργαστήρι εβδομήντα χρόνων (1920 – 1990) και 113 επεισοδίων που δεν διανθίζεται απλώς με αμέτρητα περιστατικά, οριακές και αδιάφορες συναντήσεις και φράσεις που αξίζει να κρατάει κανείς στο μυαλό του αλλά και σκαλίζει τα κρισιμότερα ερωτήματα της γραφής: πώς γράφουμε, γιατί, τι μας χρειάζεται, τι μας παγιδεύει – μην ξεχνάμε άλλωστε πως τα της γραφής απασχόλησαν κατεξοχήν τον Βίλα – Μάτας τουλάχιστον σε δύο συναρπαστικά βιβλία (Μπάρτλεμπυ και Σία, Η νόσος του Μοντάνο). Εκείνο που διαποτίζει όμως ετούτο το μωσαϊκό αυτοβιογραφικής, δοκιμιακής και μυθιστορηματικής γραφής είναι η διάχυτη ειρωνεία και η απομυθοποίηση των πάντων, τέχνες που εξ αρχής δηλώνει πως ανέκαθεν τον ενδιέφεραν. Τίποτα δεν γλιτώνει από την πρέσα τους, ούτε τα λογοτεχνικά κέντρα (όπου «μονίμως ακούγονται βλακείες»), ούτε πρόσωπα (όπως η «απαίσια συγγραφέας» Γερτρούδη Στάιν), ούτε κυρίως οι κομψευόμενες πόζες των τεμπέληδων καλλιτεχνών και ποιητών, που το μόνο που έκαναν ήταν να δείχνουν απελπισμένοι.

Νόμιζα ότι ήταν πολύ κομψό να ζεις μέσα στην απελπισία…Τώρα πιστεύω ότι όχι μόνο δεν είναι κομψός, αλλά μάλλον για ζουρλομανδύα όποιος περνάει απ’ τον κόσμο χωρίς να βιώσει τη χαρά της ζωής. Λέει ο Φερνάντο Σαβατέρ ότι η αποκαλούμενη συνήθεια του να φιλοσοφείς τα πράγματα δε σημαίνει να παραιτείσαι, ούτε να τα φέρεις βαρέως, αλλά να τα δέχεσαι χαρούμενα. Φυσικά. Στο κάτω κάτω, για την απελπισία έχουμε στη διάθεσή μας την αιωνιότητα. (σ. 82)

Εδώ έγινε ο Μάιος του 68 αλλά κανείς δεν μιλάει γι’ αυτόν – τα οράματα ξαναμπήκαν στο πίσω μέρος του μυαλού. Τα αριστερά του Σηκουάνα δεν συμπίπτουν με τα αριστερά της Εδέμ και το Παρίσι (πόλη όνειρο για πολλούς, πόλη – εφιάλτης για άλλους, όπως ο Ουρουγουανός συγγραφέας Οράσιο Κιρόγκα) δεν είναι ακριβώς μια κινητή γιορτή. Η κοινωνία των κοσμοπολιτών δεν σε βοηθάει πάντα να γεμίσεις τις ερημιές σου. Αυτό που έψαχνε ο Βίλα – Μάτας στην «σταχτιά», όπως την λέει, ζωή του στο Παρίσι το βρήκε ή τον βρήκε αργότερα, στα χρόνια της ωριμότητας. Καλύτερα μια αληθινή ιστορία, παρά μια εξωραϊσμένη εκδοχή της.

Συντεταγμένες: Enrique Vila–Matas, Paris no se acaba nunca, 2006. / Εκδόσεις Καστανιώτης, 2008, μτφ. Ναννά Παπανικολάου, σελ. 258, με σημειώσεις της μεταφράστριας.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

11
Δεκ.
08

Silver Jews – Lookout mountain, lookout sea (Drag City, 2008)

What’s with all the handsome grandsons in these rock band magazines

What have they done with the fat ones, the bald and the goateed ?

Έχει απόλυτο κι απολαυστικό δίκιο ο David Bernman. Να θυμηθούμε πάντως να του στείλουμε μερικά λινκς, γιατί ουκ ολίγες φορές ασχοληθήκαμε με ασχημούληδες εδώ. Αναρωτιέμαι αν θα τον βρούμε όμως, καθώς, όπως πρόσφατα δήλωσε, εγκαταλείπει την μουσική. Αν δεν μπλοφάρει, όπως συχνά το συνηθίζει στιχουργών ή συνεντευξιαζόμενος, τότε αυτό είναι το κύκνειο άσμα ενός συγκροτήματος που αγάπησα ιδιαίτερα. Τέρμα λοιπόν εδώ της εικοσαετούς πορείας τελευταία έβγαζε θησαυρούς κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια;

 Εντάξει λοιπόν, έκτος και τελευταίος δίσκος του σεξτέτου από το Nashville, που είναι φίλοι και κάτι παραπάνω των Pavement (ο Malkmus τους κάνει συχνά φωνητικά), Smog, Will Oldham και που εμφανίζονται με το νιοστό σχήμα τους (που περιλαμβάνει ακόμα την γυναίκα του Cassie και μία τετράδα μουσικών που μοιάζουν να παίζουν μαζί από τις αλάνες). Για πολλούς βέβαια τα κορυφώματά τους ήταν το προηγούμενο (του …2005) Tanglewood Numbers (που γράφτηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη πνευματική περίοδο για τον ίδιο – There is a place past the blues I never want to see again όπως κατατοπιστικά μας τραγούδησε) και το American Water (1998). Όμως…

… το tour de force τους είναι αυτό εδώ: ένα φωνητικό «οικογενειακό διπλό» που εντέχνως παρομοιάστηκε σαν κουαρτέτο τεσσάρων φωνών (Johnny Cash και Stephen Merrit αγκαλίτσα με Tammy Wynette και Emmylou Harris) με τα δύο γνώριμα ατού του: η εκλεπτυσμένη και συνάμα βρώμικη κάντρι ροκ άποψη και οι στίχοι (αγριεμένο χιούμορ, εξωφρενικές μεταφορές). Αυτή τη φορά όμως μπαίνει άπλετο φως: τα τραγούδια είναι πιο ανεβασμένα (πρέπει να είναι το πιο εύληπτο δισκίο τους) και η παραγωγή πεντακάθαρη και λουστράτη (από τον Mark Nevers των Lambchop), κι ας θέλαμε λίγα χιλιοστά ακαταστασίας, το ποσοστό έμπνευσης είναι εκεί πάνω.

Όλα φαίνονται στο εναρκτήριο τρακ, με τις έξοχες ψυχεδελικές κιθάρες και όλα αυτά τα What is not but could be if και What was not but could have been που μας διαολίζουν τη ζωή, στο τρυφερό σκοτάδι του My Pillow Is The Threshold – ένας dark ύμνος στον ύπνο και τα όνειρά του, στην πορτοκαλένια psycho-pop του Open Field, στην τελετή λήξης αυτής της γιορτής, με την ιδανική φράση για ερωτική εξομολόγηση: We Could Be Looking For The Same Thing. Το San Francisco B.C σαφώς τιμά τον Lou Reed (κι όχι μόνο τον δικό του αντίστοιχο πολίτικο ύμνο New York), φανταστείτε τι συμβαίνει όταν ένα βουλιμικό κορίτσι τα ταιριάξει μ’ έναν λαντζέρη (Aloysius, Bluegrass Drummer), φανταστείτε γλάρους να αντικαθιστούν τη φωνή στο ρεφραίν στο Party Barge (κυριολεκτώ)!

Ακούω το Suffering Jukebox για άλλη μια φορά, καρφωμένος στην γκρίζα ποιητική του (Suffering jukebox, such a sad machine/You’re all filled up with what other people mean) και σκέφτομαι πως τo εξώφυλλο με το άγριο τοπίο και τα ομόχρωμα αταίριαστα αρκουδάκια (έργο του Αυστραλού ζωγράφου Stephen Bush) ίσως πάει γάντι με τη ενσωματωμένη μουσική: κάτι πολύ οικείο και κάτι πολύ φευγάτο μαζί.

Υ.Γ. Ελπίζω τουλάχιστον ο David Bernman να αρχίσει να γράφει το βιβλίο που έταξε. Για να ξαναδιαβάσουμε φράσεις όπως το: Come to Tennessee/ Cause you’re the only ten I see.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

07
Δεκ.
08

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 491 (Δεκέμβριος 2008)

 

Έχει και η λογοτεχνία τον Μαύρο Κύκνο της: το έξυπνο και συγκινητικό βιβλίο του Ντέιβιντ Μίτσελ για μια όψη της βρετανικής εφηβείας των 80ς. Βραδύγλωσσος σαν και τον ήρωά του ο Μίτσελ, υφίσταται Δεκεμβριάτικα ανάκριση τρίτου βαθμού και εξηγεί μεταξύ άλλων για ποιο λόγο ήρωες σημαντικούς για 50 σελίδες τους εξαφανίζει παντελώς αργότερα: Σκέψου το δικό σου 2008: δεν υπήρξαν κάποιοι σημαντικοί χαρακτήρες τον Ιανουάριο που είχαν ξεχαστεί το Νοέμβρη, και το αντίθετο; Στην πραγματική ζωή δεν ξεγλιστρούν οι άνθρωπο από τη συνείδησή μας γρήγορα και ξαφνικά;

Οι ημέρες περνάνε με ταχύτητα ιντερσίτυ: το περιοδικό συμπληρώνει τρία χρόνια νέας πορείας και η χρονιά ολοκληρώνεται. Τουλάχιστον να μια διπλή ευκαιρία για τον καθιερωμένο οδηγό τριψήφιων νέων τίτλων βιβλίων που κυκλοφόρησαν το φθινόπωρο και το 1/3 του χειμώνα. Τελικά ούτε με το βιβλίο μπορείς να χαλαρώσεις: πάνω που ολοκληρώνεις την ανάγνωση του τελευταίου βιβλίου ενός συγγραφέα, που εντάξει, ίσως δεν το γράπωσες και αμέσως, έχει κυκλοφορήσει το επόμενό του. Τρεις φορές μου συνέβη φέτος…

Ολοκληρώνεται, ακόμα, το αφιέρωμα στα «Ημερολόγια Ελλήνων συγγραφέων» και το αυτόνομο πλέον της ημερολογιογραφίας. Τίτος Πατρίκιος, Κατερίνα Σχινά και Αλέξης Ζήρας ζεσταίνουν το θέμα με θεωρητικά και συγκινησιακά παπλώματα και Μιχάλης Μοδινός, Χρήστος Μπουλώτης, Γιώργος Ξενάριος, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Αλέξης Σταμάτης, Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Ευγένιος Τριβιζάς, Φίλιππος Φιλίππου, Θανάσης Χειμωνάς ανοίγουν τα συρτάρια τους (σας προετοιμάζω: διαβαθμίζονται από άδεια μέχρι ξεχειλισμένα). Για τους πιο κοινωνικούς, στο σαλόνι ο Νίκος Θέμελης απαντάει γιατί συνεχίζει με το τόσο τετριμμένο θέμα των χαμένων πατρίδων και οι Ευγενία Φακίνου και Αγγέλα Καστρινάκη προετοιμάζουν το έδαφος για την υποδοχή των φρεσκότατων μυθιστορημάτων τους.

Η στήλη «Πρόσωπα» του τεύχους είναι αφιερωμένη στη Νένη Ευθυμιάδη, που μας έφυγε πριν λίγες μέρες, εκείνη την γοητευτικότατη και ζωντανή λογοτεχνική παρουσία. Το τελευταίο της βιβλίο το χάρηκα περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο είχε γράψει. Αν προσθέσει κανείς τις αναχωρήσεις των Τάσου Χατζητάση, Michael Crighton και πολύ πρόσφατα της Μαργαρίτας Καραπάνου, τότε μάλλον έπεσε μια κατάρα στις ηλικίες 62 έως 66. Θα τους διαβάζουμε και θα ρίχνουμε και λίγο κρασί στο χώμα. Στο μεταξύ, ας δηλώνουμε όλοι από 61 και κάτω ή 67 και πάνω.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Εδώ δίπλα, ο David Mitchell.

05
Δεκ.
08

Peter Bjorn & John – Seaside Rock (V2, 2008)

 

Αυτή κι αν είναι απρόσμενη εξέλιξη: λίγο προτού κλείσουν δεκαετία ζωής, οι Peter Bjorn & John βγάζουν αμιγώς οργανικό δίσκο – και δεν μιλάμε για pop instrumentals. Στην γλώσσα των φανζίνς και των blogs, το Seaside Rock ανήκει στην κατηγορία των δίσκων ff (: fuck you fanboy). Κοινώς: δεν μας ενδιαφέρει να ικανοποιήσουμε τους φανς μας, θα βγάλουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Πιστοί λοιπόν στο ανά διετία ραντεβού τους (2002: S/T, 2004: Falling Out, 2006: Writer’s block), άπιστοι στο κοινό τους.

Ηχογραφημένο στο στούντιο που οι Abba έγραψαν τα περισσότερα τραγούδια τους, έχοντας στο νου τους τις σχολικές μουσικές ορχήστρες της χώρας τους (την θητεία στις οποίες σκέφτηκαν πως δεν είναι δυνατό να απαρνηθούν), περιλαμβάνει ποικίλες ινστρουμένταλ απόψεις: οργανικά που θα γίνονταν άψογα b-sides ή μοιάζουν με τις δοκιμές των Yo La Tengo, ιδέες που μοιάζουν ημιτελείς, απλές ασκήσεις ύφους και κιθαριστικά σκίτσα, ένα σινεματικότατο Next Stop Bjursele, το εύγλωττο (εκ τίτλου) School of Kraut. Η διάθεση ποικιλίας φαίνεται ήδη από τα δύο πρώτα κομμάτια: η κληρονομία της Morr ακολουθείται από την τεχνοτροπία … διαφημιστικών jingles.

Μια τέτοια επιλογή δεν έγινε αψήφιστα: η τριάδα δήλωσε πως αυτή η φωνητική σιωπή θέλει να αποτυπώσει την σιωπηλή παιδική ηλικία που ζει κανείς στη βόρεια Σκανδιναβία γενικώς. Αυτή η περιβαλλοντική άποψη είναι άλλωστε που στερεί από την πλήρη αφωνία: οι διάσπαρτες φωνές που ακούγονται εδώ κι εκεί δεν είναι παρά ηχητικά σπαράγματα από τις πόλεις των τριών μελών. Γι’ αυτό και θα ακούσετε εδώ έναν τυχαίο σαξοφωνίστα από το Norsjö, έναν παππού από τη Vika και την μονολογούσα κομμώτρια Siw από την Piteå. Από την άποψη της παραδοσιακής τραγουδοποιίας ο Peter Moren φέτος έβγαλε το προσωπικό The last tycoon, σε μπαλλαντοειδείς (και ιδιαίτερα βαρετούς) τόνους.

Ο δίσκος κλείνει με τα καλύτερα: μια κορυφαία περιηγητική ηλεκτρόνικα στο Barcelona που σας περιμένει στο τέλος του κειμένου κι ένα έξοχο φωτεινό ποπ τρισιμισάλεπτο, για να μην πάει χαμένο το εξώφυλλο που θυμίζει Felt.

Πρώτη δημοσίευση: εκεί.
01
Δεκ.
08

Ντον ΝτεΛίλλο – Υπόγειος κόσμος

Πώς φανταζόμαστε το απόλυτο μυθιστόρημα των τελών του 20ού αιώνα; Σύνθετο, χαώδες, ελεγειακό, πολιτικό, ξεγυμνωτικό, όσο γίνεται περισσότερο πολυφωνικό; Να βγαίνει από την καρδιά μιας σύγχρονης μητρόπολης, να βουτάει στην σύγχρονη ιστορία αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές όψεις της, να αποτελεί την απόλυτη λογοτεχνική αντανάκλαση της κάθε τρέχουσας πραγματικότητας και των συγκυριών της; Κλείνοντας πάνω από δέκα χρόνια «ζωής», ο Υπόγειος Κόσμος μοιάζει πράγματι σαν ένα οριακό έργο της σύγχρονης λογοτεχνίας, πιθανώς το magnus opus ενός συγγραφέα που θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους του μεταμοντερνισμού, στην ουσία όμως περισσότερο μεταμοντέρνα είναι η θεματολογία και η σκέψη του παρά η ίδια του γραφή.

Γιος Ιταλών μεταναστών, γέννημα – θρέμμα του Μπρονξ (1936), πρώην… διαφημιστής, ο ΝτεΛίλλο κατασκευάζει τον Υπόγειο Κόσμο του ως τη φυσική κατάληξη όλων των προηγούμενων έργων του. Ήδη από τα πρώτα του μυθιστορήματα στις αρχές των 70ς έφτιαχνε χαρακτήρες που μοιάζουν όσο κανείς σε μερικές από τις αντιπροσωπευτικότερες «περσόνες» του σημερινού ανθρώπου: Στο Americana ο τηλεοπτικός παραγωγός που ταξίδευε ψάχνοντας να αιχμαλωτίσει την πιο υποβλητική εικόνα (1971), στο Great Jones Street ο ροκ σταρ που τα βρόντηξε στη μέση της περιοδείας του (1973), στο Players οι χρηματιστές που γίνονται τρομοκράτες (1977), στον Λευκό Θόρυβο ο μολυσμένος από εναέρια τοξικά (1985), στο Mao ΙΙ (1991) ο συγγραφέας που αναζητά πρότυπα και δεν τα βρίσκει παρά σε ελάχιστους ομότεχνους – βλέπε Σάλιντζερ ή Πίντσον (δίπλα στους οποίους άλλωστε τοποθετείται σήμερα ο ίδιος ο ΝτεΛίλλο).

Στον Υπόγειο Κόσμο φανταστείτε μια ανάστροφη πορεία από τα 90’ς στα 50’ς και ξανά πίσω, δηλαδή «εμπρός», στις κοινωνίες της θεοποίησης χρήματος και θεάματος, δυό θεοτήτων που ζούνε και μια παράλληλη ζωή μέσω της ίδιας του της εικόνας. Ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε αλλά η σημερινή πραγματικότητα έχει τη σφραγίδα του. Η ΕΣΣΔ κατέρρευσε αλλά οι πυρηνικές εκρήξεις συνεχίζονται στο Καζακστάν και τη Σιβηρία. Μπορεί η αίσθηση της απειλής να έχει αλλάξει αλλά ο πυρήνας της παραμένει ίδιος. Ο ΝτεΛίλλο στις ελάχιστες συνεντεύξεις του έχει τονίσει την «μετά 9/11» διαφοροποίησή της: ίσως δεν κινδυνεύουμε από μαζικό πόλεμο αλλά ο καθένας μπορεί να σκοτωθεί αύριο στην πόλη του από τρομοκράτες.

Αυτός ο «υπόγειος» κόσμος περιλαμβάνει οτιδήποτε απορρίπτουμε ως άχρηστο ή θάβουμε ως ανεπιθύμητο: κομμάτια μνήμης ή Ιστορίας, απόβλητα βιομηχανίας ή θανατηφόρας τεχνολογίας. Μόνο που η ταφή και οι επιχωματώσεις δεν συνεπάγονται πάντα θάνατο ή στατικότητα. Αυτό που βρίσκεται από κάτω, αργά ή γρήγορα θα αναδυθεί. Κατά τα άλλα, η ιδέα μας για τον κόσμο δεν είναι παρά η τηλεοπτική του αντανάκλαση, ο μαζικός αθλητισμός θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ιδανικό αντίδοτο στην χρεοκοπία της θρησκείας, η ανάγκη της (χαμένης) υπερφυσικής πίστης θα καλυφθεί με κάποιο τρόπο (βλ. διαδίκτυο), οι επιχειρήσεις αποτελούν τον ισχυρότερο πολιτικό παράγοντα. Ο χρόνος αποτελεί ανταλλάξιμο είδος, η βία μπορεί και να μην έχει αιτίες, κάθε φραγμός μοιάζει άχρηστος, η μαζική ψυχολογία είναι οδηγός. Άφησε στην άκρη το παρόν, ζήσε για το μέλλον. Υπάρχουν περιθώρια επιλογής; Σαφώς: διάλεξε τη θρησκεία, το σύστημα κι ένα κανάλι που σου ταιριάζει. Αλλά ένα ακόμα στοιχείο θα καθορίζει την ταυτότητά σου: τα σκουπίδια που αφήνεις πίσω σου. «Ίσως ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα το τι δημιουργεί, αλλά και το τι σκουπίδια αφήνει πίσω του, τι καταναλώνει» (1).

Η γνωστή Ντελίλλια Γραφή εστιάζει στο δίπολο «καθημερινοί χαρακτήρες και ιστορικά γεγονότα»: πώς τα πρώτα εκτροχιάζουν τις προσωπικές ζωές το ίδιο ανεπαίσθητα όσο και ανεπανόρθωτα, πώς η ιδιωτική ζωή του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα καθορίστηκε από τις συγκυρίες τους. Αφηγητές εναλλάσσονται, λεπτομέρειες υπερτονίζονται, διάλογοι ζωγραφίζονται. Υπαρκτά πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν ολόκληρους κόσμους (από τον Σινάτρα ως τον Mr FBI Χούβερ) στέκονται ξανά δίπλα σε ιδιαίτερους ανθρώπους για τους οποίους συνήθως δεν μαθαίνουμε ποτέ: εραστές που βρίσκονται μετά από 40 χρόνια, καλλιτέχνες του πολέμου, αναλυτές πυρηνικών αποβλήτων που αναρωτιέται τι απογίνονται όλα αυτά που θάβονται «από άνδρες με διαστημικές στολές». Ορισμένοι θυμίζουν τους ήρωες του Λευκού Θορύβου: το μόνο που τους σώζει είναι να πιστέψουν σε μια δεύτερη μεταθανάτια ζωή. Η πρώτη δεν έχει καμία ελπίδα βελτίωσης. Σε έναν φαντασιακό αντίποδα, ο συγγραφέας δηλώνει πως δεν επιθυμεί να δημιουργήσει κανέναν διαφορετικό κόσμο με τα βιβλία του: ο ήδη υπάρχων κόσμος έχει πολλά να γράψει και να γραφτούν.

Θυμάμαι τις πρώτες λέξεις του μαγικού Gold Mine Gutted των αγαπημένων Bright Eyes, ενός σύγχρονου ροκ συγκροτήματος που κρατάει χαμηλές μουσικές εντάσεις αλλά υψηλές ποιήσεις: It was Don DeLillo, whiskey neat, and a blinking midnight clock / speakers on a tv stand, just a turntable to watch…Από την άλλη, όλο αυτό το σύμπαν των «αδικαιολόγητων συμπεριφορών» μου θύμισε τον ομώνυμο ηλεκτρονικό δίσκο του Laurent Garnier (Unreasonable Behavior) και το τελευταίο του κομμάτι: Α tribute to the 20th century. Άλλωστε ορθά ως ένα από τα «βιβλία αποχαιρετισμού, το δικό του αντίο στον εικοστό αιώνα» από τον Αναστάση Βιστωνίτη, που έκθαμβοι καθώς στεκόμαστε μαζί του μπροστά σ’ αυτό το κολοσσιαίο λογοτεχνικό οικοδόμημα τον ακούμε να συνεχίζει: «Τα μνημειακά κτίσματα του παρελθόντος ήταν κατ’ εξοχήν οι καθεδρικοί ναοί. Οι μεγάλοι καθεδρικοί της εποχής μας είναι οι ουρανοξύστες. Και η ποίηση του μεταπολέμου αναδύεται από τη μουσική της καθημερινότητας, η οποία ακούγεται σαν πολλαπλασιασμένος ψίθυρος μέσα στο ηχείο του νικητή: ένα κενοτάφιο που το αποκαλούμε Ιστορία» (2).

Ακριβώς πάνω στον καίριο αυτό φωτισμό τολμώ να πω πως ο ΝτεΛίλο εξέφρασε με λέξεις εκείνο που οι πρώτοι ambient και ηλεκτρονικοί μουσικοί συνέγραψαν με τις νότες τους: ήταν οι πρώτοι που απεικόνιζαν τα θεόρατα κτίρια των μητροπόλεων και, κυρίως, που αντιμετώπισαν τους ήχους της πόλης (φωνές σκόρπιες ή μαζικές από εξέδρα, θραύσματα διαλόγων, κραυγές, κόρνες και σειρήνες οχημάτων, βιομηχανικός βόμβος, βήματα που τρέχουν ή σέρνονται) σαν την απόλυτη μουσική της. Άλλωστε μη ξεχνάμε πως ο Λευκός Θόρυβος είναι ο ηλεκτρονικός θόρυβος, το σύνολο των συχνοτήτων του οποίου εκπέμπονται στην ίδια ένταση. Ακριβώς σ’ αυτή την αλλεπάλληλη επανεγγραφή σ’ έναν κόσμο άπειρων διαδοχικών κλωνοποιήσεων είδε ο Ευγένιος Αρανίτσης την ίδια μεταφορά «του χαμένου νοήματος μιας πραγματικότητας όπου όλα μοιάζουν εξίσου σημαντικά ώστε τίποτα να μην είναι σημαντικό και όπου ο θάνατος ζυγίζει όσο η διαφήμιση ενός χάμπουργκερ». Γι’ αυτό κι εξακολουθούμε να ακούμε, όπως έγραψε, το μουρμουρητό της συνείδησης, λες και το βιβλίο λειτουργεί «σαν ένα λογοτεχνικό μόντεμ για τη σύνδεση με τερματικούς του Κάτω Κόσμου» (3).

Αναρωτιέμαι αν ο αντίστοιχος αποχαιρετισμός του πρώτου μισού 20ού αιώνα ήταν η τριλογία USA του John Dos Pasos. Σίγουρα είναι ο πιο ταιριαστός υπότιτλος για τον Υπόγειο Κόσμο του ΝτεΛίλλο, αυτό το αυτονόητα νεοϋορκέζικο, αμιγώς αμερικάνικο αλλά οριστικά και αμετάκλητα διατοπικό και σαφώς διαχρονικό βιβλίο.

(1) Κωστής Καλογρούλης, Προσεγγίσεις στη σύγχρονη αμερικάνικη πεζογραφία. 1945-σήμερα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2008, σ. 96-100.

(2) Αναστάσης Βιστωνίτης, «Η μαύρη κωμωδία του ψυχρού πολέμου», Ex Libris. Κείμενα για τη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2006, σ. 202-204.

(3) Ευγένιος Αρανίτσης, «Ο ήχος της λευκότητας», εφημ. Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2003.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή (και χωρίς τις παραπομπές): υπόγειος και ανώγειος (:περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 504).

 Συντεταγμένες: DonDelillo, Underword, 1997 / Εκδόσεις Εστία, 1998, μτφ. Έφη Φρυδά, σ. 947.

01
Δεκ.
08

Λογοτεχνικά Περιοδικά

Παρουσίαση τευχών των περιοδικών (δε)κατα, Διαβάζω, Δίοδος, Εμβόλιμον, Ένεκεν, Εντευκτήριο, Θέματα Λογοτεχνίας, Κ (Κριτική), Κλήδονας, Μανδραγόρας, Νέα Εστία, Νέα Ευθύνη, Νέα Συντέλεια, Νέο Πλανόδιον, Οδός Πανός, Πόρφυρας, Πανδώρα, Πλανόδιον, Ποιητική, Poetix, Το Δέντρο, The Athens Review of Books, Φαρφουλάς, Φρέαρ κ.ά.




Δεκέμβριος 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 1.035.473 hits

Αρχείο