Αρχείο για Φεβρουαρίου 2009

26
Φεβ.
09

Νίκος Πλατής – Ουαλικό λεξικό του σεξ

Για να πλουτίσετε το σεξιλόγιό σας!

Ο Νίκος Πλατής (Πειραιάς, 1951) είναι ο ιδανικός λεξικογράφος των πραγμάτων που θέλγουν κι εμπνέουν, πρώτα τον ίδιο, μα και πολλούς από εμάς. Τα θεματικά του λεξικά διαβάζονται ροφηματοειδώς από το άλφα έως το ωμέγα, κυριολεκτικά. Μετά τα Πεζικό οικολογικό λεξικό (Πυρ-Αίας, 1996), Blackout – Το μαύρο λεξικό (Άγρα, 1999), Αθωνικό λεξικό (Άγκυρα, 2001), Γενειάδος εγκώμιον (Opera, 2002), και Μπαχαρικό λεξικό (Κέδρος, 2003), κι ενώ έχει εκδόσει πάσης φύσεως λογοτεχνία από το 1973 κι έπειτα (ενδεικτικά: Το γαλάζιο παραμύθι της γαλαζιανής περαχώρας (Χαρακίρι, 1975), Χάρτινοι Θρύλοι (Ars Longa, 1986), Νυχτολόγιο (Underground, 2003), Οκτώ ανατριχιαστικές ιστορίες με επτά γάτες κι έναν Αθηναίο σκύλο (2007) και το περίφημο Κάμα τσούχτρα (Εξάντας, 1983/83/04)), έχει συντάξει ένα πλήρες Λεξικό του Σεξ που βαφτίστηκε Ουαλικό και όχι Libido Λεξικό όπως ήταν ο αρχικός τίτλος, επειδή… η απάντηση βρίσκεται στην αυτοανακριτική απολαυστική εισαγωγή.

Δεν μπορώ να φανταστώ πόση δουλειά χρειάστηκε ο λημματάρχης μας κατά την διάρκεια της τετραετούς σύνταξής του, πέρα από την πρακτική εξάσκηση βεβαίως…Μπορώ όμως να χαρώ που το καταιγιστικό τελικό αποτέλεσμα αλατίζεται με πλείστες δια – λημματικές συνδέσεις, προσωπικές του εμπειρίες, ατάκες από αγαπημένες ή θείες, και εν γένει μια πολύ ορθάνοιχτη εξομολογητική διάθεση. Αν, όπως γράφει, αυτή η οικοτεχνία του περιλαμβάνει την ομάδα των ονείρων του, τότε θα βρεθούμε όλοι στο τεραίν, Νικόλαε!

Προς το παρόν εδώ μέσα συνευρίσκονται ο Απολιναίρ, ο Νταλί και η Γκαλά, η πορνοποιήτρια Ελεφαντίνη και η εταίρα Ερμάνοσα (με πρακτικές οδηγίες να δώσουμε έναν θείο προσανατολισμό στη σωματική ηδονή), οι μυραλείφτες των θερμών και οι μουσουλμανίδες αγαπώσες, διαφθορείς, διονυσιαστές κι ερωτοδιωματάρες, γκέι μύγες, η Λούλου, η Λολίτα, η Λόλα κι η Λούλα (του Ραπτόπουλου), το τρίγωνο του Ίψεν και το κουαρτέτο του Δουμά, οι γκέισες της Άνω Πόλης κι η Ευδοκία, η Λίντα Λαβλεϊς, και το μοντέλο Μ 732 της φουσκωτής Bangkok Lady, θρυλικές πόρνες, μαντάμ και τραβεστί, ο Δρ Σεξ Άλφρεντ Κίνσεϋ, ο Γιώργης Μελίκης με τα αντρικά μουνάτα του, ο Όσιμα, ο Μανάρα κι o Φασμπίντερ, η Γραμματέας, οι θλιμμένες πουτάνες του Μαρκές, η ακτιβίστρια Λεόνα Γιόχανσον που οργάσθηκε δημοσίως παρέα με έναν του συγκροτήματος Fuck for Forest, οι επιβάτες του Shortbus, η Σάνδη κι ο Σαντ, η καμαριέρα του Μιρμπώ, η Ντρούνα και η Ιρέν του Αραγκόν και το Μουνί της, ο φανατικός του αγοραίου έρωτα και βορά στο θεό της σύφιλης κυρ Μωπασάν.

Μαθαίνουμε υπέροχες λέξεις όπως η αισθησιαρχία, αφροδισιασμός, ενήβωση, ερωτιδεύς, ευπαρεύν(ε)ια (ταυτόχρονος οργασμός), ηδονοθήκη, λαγνομανία, κάθυγρος, σπερματομαντεία, φωνοσπασμία του οργασμού και ωαγωγοί, κλίσεις όπως η αγαλματο-, βλεφαρο- , στοματο- ή λεξι – λαγνεία, επιστημονικούς όρους όπως η ερωτοπάθεια, η σατυρίαση και η τσοντογραφία, και λεκτικά επινοήματα όπως ο κοινομουνισμός (από την μετάφραση του Βολανάκη στις Εκκλησιάζουσες!).

Περιδιαβαίνουμε ξενοδοχεία, μπουρδέλα, πορνοσινεμά και καφέ σαντάν, τα Αράπικα της Αλεξάνδρειας, τα Καλυβάκια της Ερμούπολης και τους Φούρνους του Πεκίνου, τα περίφημα Βούρλα της Δραπετσώνας (γνωστά από το Καραγάτσειο 10) με τον ολοδικό τους αστυνομικό σταθμό, αρχαία βαλανεία και δεικτήρια (ναι, τόποι προς δείξιν πράγματος), την Βηρυτό του ’70 και το αεροπλανοφόρο Ρούσβελτ (όπου μπαινοβγαίνουν 30 πόρνες με εξάμηνη σύμβαση συν δυνατότητα ανανέωσης), τα Τάνγκο μπουρδέλα του Μαλτέζε, The House of the Rising Sun και το Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών. Άξια λήμματα του Λεξικού φράσεις όπως Ααα (αχ)!, Θεέ μου, ο άντρας μου!, Θέλετε το στόμα μου;, πληροφορίες για μύριες αρχαίες τελετές κι αιρέσεις, το βούτυρο του Μάρλον Μπράντο και το οργάσματρο του Γούντι Άλλεν, εγχειρίδια μαστιγώματος ή Πουτανικής Τέχνης, το περίφημο ωμέγα με υπογεγραμμένη του Χριστιανόπουλου.

Ξανανοίγονται για λίγο το Ερωτικόν του Γιατρομανωλάκη και το Φετίχ του Αρανίτση, το Γαβριέλλα η ζωή μου της Γαβριέλα Ουσάκοβα, η Γκαμιανί του ντε Μυσσέ, το Εγκώμιον ωρίμων γυναικών του Βιζίνσεϋ, οι 11.000 βέργες του Απολιναίρ, ο Εραστής της Ντιράς κι ο Έρωτας στα κόπρια του Παπαδιαμάντη, η Venus in furs, η Ταβέρνα του Ζολά και η Ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, η Παλατινή Ανθολογία και το Μπουντουάρ του Ντε Σαντ, το Μυστικό Ημερολόγιο του Πούσκιν, το Πηγάδι της μοναξιάς της Ράντκλιφ Χωλ, ο Εμπειρίκος κι ο Παζολίνι, ο Ζενέ κι η Κολέτ, ο Μίλλερ κι ο Σιμενόν, ο Κρατίνος κι ο Ρουφίνος, κι οι δεκάδες ανώνυμοι ερωτογραφείς.

Κι όλα ετούτα εικονογραφούνται πλουσιοπαρόχως και ποικιλοτρόπως με γελοιογραφίες, πίνακες, προσωπογραφίες, ασπρόμαυρες καλλιτεχνικότατες αλλά και … οικογενειακές φωτογραφίες, κινηματογραφικές σκηνές, λιθογραφίες και ξυλογραφίες, κόμικς (Αλτάν, Ταμπουρίνι, η Φωτεινή της νύχτας κ.ά.), πρωτοσέλιδα, διαφημίσεις, καρτ ποστάλ, γκραβούρες και χαρακτικά, εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων (σε ποιο πόζαρε ο Γκουζγκούνης;), μια σελίδα απ’ το μπλοκάκι ενός μαγαζάτορα sex shop, προσωπογραφίες.

Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως ένα τόσο ευρύ θέμα δεν μπορεί να καλύπτει μόνο τις αποκλειστικά ευχάριστες, ηδονικές ή ξεκαρδιστικές πλευρές του. Δεν είναι δυνατό να αποφευχθούν και τα δυσάρεστα λήμματα, εφόσον ακριβώς το λεξικό αποτελεί έναν πλήρη και αληθινό χάρτη του Σεξ του Παρελθόντος αλλά και του Παρόντος. Γι’ αυτό και ο τόμος αποτελεί ταυτόχρονα και μια εικονογραφημένη Ιστορία της Ερωτικής Ορολογίας, Μυθολογίας, Λογοτεχνίας, Γεωγραφίας και Τέχνης, μια προσωπική Ανθολογία και πάνω απ’ όλα μια θαυμαστή Εγκυκλοπαίδεια του Ωραιότερου (αλλά και Αστειότερου, για όσους έχουν την ατυχία να αγνοούν την ευτράπελη πλευρά του) Πράγματος του Κόσμου!

Συντεταγμένες: Νίκος Πλατής – Ουαλικό λεξικό του σεξ. Με τα παντός είδους μυστικά και όλα τ’ άλλα σχετικά για τον σαρκικό έρωτα ανθρώπων, αλλά και ζώων (ομαλών τε και ανωμάλων). Εκδόσεις Κέδρος, 2007, σελ. 788.

Λέγε τώρα:

Λεξικά Μαύρου Χρώματος, Γενειάδας, Μπαχαρικών, Σεξ. Τι μας περιμένει στη συνέχεια Λεξικογράφε των Ωραίων;

Ευχαριστώ για την προσφώνηση (μου θυμίζει το «Οι βασιλείς των ορέων» του Έντμοντ Αμπού, αυτό το «Λεξικογράφε των Ωραίων», όμορφα ακούγεται). Επανέρχομαι στο ερώτημά σου, αγαπητέ Λάμπρο. Για τα επόμενα τρία χρόνια σάς περιμένω… στη γωνία με τρία, ακόμα, βιβλία μου: Το «Γατικό Λεξικάκι», το «Presto o Tardi (το λεξικάκι που παίζει με το θάνατο)» και (το… παιδάκι του Presto), το «…Αντί στεφάνου». Το «Γατικό» είναι το τελευταίο ογκώδες λεξικό μου (τρίδυμο, ας πούμε, με το «Μπαχαρικό» και το «Ουαλικό»). Το «Presto o Tardi» είναι το πρώτο από τα «μικρής» έκτασης λεξικά μου. Το «…Αντί στεφάνου» είναι μια… μαύρη ανθολογία. Το «Γατικό Λεξικάκι» θα κυκλοφορήσει το ερχόμενο φθινόπωρο, από τις εκδόσεις «Κέδρος». Τα άλλα δύο γράφονται ακόμα…

Ποιο λεξικό θα ήθελες να συντάξεις αλλά το βλέπεις από αδύνατο έως ουτοπικό να γίνει;

Το «Λεξικό του τίποτα»..! Μπα, αστειεύομαι! Δεν έχω λεξικογραφικά… απωθημένα. Κάθε άλλο, μάλιστα, είμαι πλήρης λεξιλαγνικών και λεξικογραφικών ημερών. Μετά από 20 περίπου χρόνια συνεχούς, καθημερινής, συστηματικής ενασχόλησης με τα διάφορα λέξικά μου θα έλεγα, μάλλον, πως έπαθα οβερντόουζ και…πρέπει να μπω σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης, να βγω… καθαρός στη ζωή μου, να ζήσω και κάτι άλλο συγκλονιστικό· ένα ιστορικό μυθιστόρημα ας πούμε, να γράψω στίχους αμανετζίδικων (ή τζαζ) τραγουδιών, να ερωτευτώ καμιά κομψή κυρία με ωραίο μακρύ λαιμό και παθιάρικο βλέμμα ή και να μην κάνω τίποτα απολύτως (δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα, τώρα που το καλοσκέφτομαι)…

Έχεις συγκεκριμένο τρόπο συγκέντρωσης και οργάνωσης των λημμάτων; Ανοίγεις λίγο την κουρτίνα να δούμε το εργαστήρι σου;

Ναι, βέβαια! Αντλώ (ως… τρελός υπό το φως της πανσελήνου) πληροφορίες από παντού (βιβλιοθήκες, αρχεία διάφορα, ζωντανές μαρτυρίες, κινηματογραφικές ταινίες, καρτούν, μουσεία, ιντερνέτ, γκράφιτι, εφημερίδες, σκουπιδοτενεκέδες, παντός είδους περιοδικά, κουβέντες ανθρώπων στο μετρό κ.τλ.). Τις αποδελτιώνω και στη συνέχεια τις επεξεργάζομαι, τις κτίζω. Υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα για την παραγωγή του κάθε λεξικού μου. Κάθε μέρα ξέρω τι πρέπει να παράξω, δεν δουλεύω στην τύχη (αν πάλι, κάποιες μέρες… εκτραχηλιστώ, τις αμέσως επόμενες μου βγαίνει κατά τα κοινώς λεγόμενα…ο πάτος, μέχρι να ξανάρθω πάλι στα ίσια μου). Τα λήμματα μου είναι σκηνοθετημένα. Όταν λόγου χάρη έχω ένα σερί από κάπως «βαριά» λήμματα (θεματολογικά), βάζω ανάμεσά τους ένα πιο χαλαρό λήμμα, ένα «κείμενο ανάσας» ή γελαστικό, δεν θέλω να τον βαρύνω τον αναγνώστη πέραν του δέοντος (είναι για μένα τα βιβλία μου μια ψυχαγωγική παράσταση, και ως εκ τούτου πρέπει να αισθάνεται κανείς χαλαρά και άνετα διαβάζοντάς τα).

Τι θα απαντήσεις στους παραπονεμένους πως έμειναν τα βίτσια τους εκτός λημμάτων;

Να συνεχίσουν απτόητοι. Οι… ρεπόρτερ του «Ουαλικού λεξικού του Σεξ» θα τους ανακαλύψουν κι αυτούς, και θα τους… αποκαταστήσουν σε κάποια μελλοντική έκδοση.

Οι φάκελοί μας σε έχουν εκδιδόμενο από το 1973. Είναι σωστοί; Μπορούμε να έχουμε λίγα λόγια για την κάθε σου στάση ή έστω για κάποιες από αυτές;

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν το «Περίπτωση αχρωματοψίας». Κυκλοφόρησε πριν από 36 χρόνια, στα 1973 δηλαδή (άρα είναι σωστό το…φακέλωμα σας κι αρκούντως αποκαλυπτικό του μη νεαρού της ηλικίας μου). Με λίγα λόγια η περαιτέρω συγγραφική μου πορεία (επιλεκτικά, όχι αναλυτικά). 1976: Το «Γκουντ μπάι μίστερ Παπ» (μια μυθιστορία πανικού) ήταν το πρώτο μου βιβλίο που εξαντλήθηκε (800 αντίτυπα σε 2-3 μήνες μέσα, βοήθησε το γεγονός ότι ήταν πόκετ και έμπαινε εύκολα στις τσέπες των κλεπτομανών βιβλιόφιλων).

1983: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εξάντας» το «Κάμα Τσούχτρα», είναι το βιβλίο που με έκανε ευρέως γνωστό. Έγινε μπεστ σέλερ, για κάποιες… στιγμές μάλιστα πήρε και την πρωτιά από τις «Ώρες ευθύνης» του πρώην πρωθυπουργού «μας» που την ίδια εποχή …έσπαζαν τα ταμεία των βιβλιοπωλείων. Το «Κάμα Τσούχτρα» ήταν, κατ’ ουσίαν, το … παρθενικό μου λεξικό (άμα δεις τη δομή του, θα το καταλάβεις, κι εγώ εκ των υστέρων το αντελήφθην).

1999: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άγρα» το «Black Out/Το Μαύρο Λεξικό» μου. Ήταν για μένα μεγάλη χαρά η συνεργασία μου με τον καλύτερο εκδοτικό μας οίκο, δεν συνέχισα όμως με την «Άγρα», γιατί έχει πολύ αργούς χρόνους παραγωγής, πρέπει να περιμένεις χρόνια για να βγει το βιβλίο σου, κι εγώ είμαι και παραγωγικός συγγραφέας και …επαγγελματίας («ζω» από τα συγγραφικά δικαιώματα, τρόπον τινά).

2004: Κυκλοφορεί από τον «Κέδρο» το «Μπαχαρικό Λεξικό»: «Ένα παρ’ ολίγον σοφό βιβλίο κουζινικού, γιατροσοφιστικού, λογοτεχνικού, λαογραφικού, (ελαφρώς) βιοχημικού και (στο έπακρο) ιστορικού περιεχομένου», σύμφωνα με τον υπότιτλό του. Στα βιβλιοπωλεία διχάστηκαν,τριχάστηκαν μάλλον, δεν ήξεραν που να το βάλουν ακριβώς· άλλοι το έβαζαν στα λεξικά, άλλοι στην ελληνική λογοτεχνία, και άλλοι στα κουζινοβιβλία, έγινε όμως επιτυχία, ακόμα και σήμερα συνεχίζουν να γράφουν κριτικές παρουσιάσεις γι’ αυτό, εξακολουθεί να έχει μία σταθερή ροή πωλήσεων, φοιτητές κάποιας σχολής το…έχουν υπό μάλης για κάποιο μάθημά τους…

Εδώ αγαπούμε τις λίστες, όσο εσύ τα λήμματα. Η ερώτηση του Λίσταρχου λοιπόν: μερικοί τίτλοι αγαπημένων σου μυθιστορημάτων, διηγημάτων, ποιημάτων.

Γιάννη Βλαχογιάννη «Της τέχνης τα φαρμάκια» (διήγημα), Στρατή Δούκα «Η ιστορία ενός αιχμάλωτου» (ένα σπουδαίο αφήγημα, σωστό λεκτικό ντοκιμαντέρ), Εμμανουήλ Ροΐδης «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» (η… Βίβλος, ας πούμε, της δημοσιοϋπαλληλίας), Μάριου Χάκκα «Περίπτωση θανάτου» και «Οι άφαντοι» (δύο εξαιρετικά διηγήματα), Νίκος Τσιφόρος (κυρίως οι ατμοσφαιρικές πικροφιλοσοφέ εισαγωγές του), Ηλίας Βενέζης «Γαλήνη», «Αιολική γη» (μα και τ’ άλλα του). Αυτά μου έρχονται πρόχειρα.
«Διαχρονικές» αγάπες μου: Παπαδιαμάντης, Πιραντέλο, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ντέιβιτ Λόουτζ, Ίρβιν Γιάλομ, Κωστάκης Καβάφης, Λιουις Στίβενσον, Αρκάς, Φίλιπ Ντικ, Τζέιμς Ελρόι, Καραγάτσης, Αλμπέρ Καμί…
Πρόσφατες μου ανακαλύψεις: Τζόις Κάρολ Όουτς («Η κόρη του νεκροθάφτη»), Μαξ Φρις («Στίλερ»), Percival Everet («Αμερικάνικη έρημος», «Πληγωμένοι»), Λουκρήτιος («Για την φύση των πραγμάτων»), Απ. Δοξιάδης-Χρ. Παπαδημητρίου(«Logicomix)».

Και, για να μην μας απολύσει ο εκδότης του mic.gr, αγαπημένες μουσικές;

Εν γένει τα σάουντρακ (όλα της Καραϊνδρου, «Paris-Texas» «The Hours», «Pulp Fiction», λόγου χάρη) . Είναι τα συμφωνικά κομμάτια, η… κλασική μουσική της εποχής μας (ο Μπετόβεν, ο Μπραμς και ο Μόζαρτ αν έγραφαν μουσική στις μέρες μας δεν θα έγραφαν παρά για τον κινηματογράφο). Μ’ αρέσουν όμως και οι: Μανού Ντιμπάνκο, Κινγκ Σάνι Αντέ, Τσιτσάνης, Πουλικάκος, Μάνος Χατζιδάκης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, διάφοροι έθνικ μουσικοί κ.ά. Πρόσφατα «ανακάλυψα» ένα ενδιαφέροντα δικό μας τζαζίστα (τον Κοντραφούρη), καθώς και κάτι πιτσιρικάδες στο Παγκράτι (τους «Night On Earth»), το κομμάτι τους «Ντεκαντάνς» είναι καταπληκτικό· αν είχα την δυνατότητα να βάλω και ήχους και μουσικές στο «Ουαλικό Λεξικό του Σεξ» σίγουρα θα ήταν από τις πλέον αγαπημένες μου επιλογές…

 Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

22
Φεβ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 7

 

Μήτσος Κασόλας, Ο Πρίγκιπας. Ο βίος και η πολιτεία του Πρίγκιπα Σκαφίδα. Ο θάνατός του – Η ταφή του – Η ανάστασή του – Τα θαύματά του και ένα σημείωμα, εκδ. Κέδρος, 1981, σ. 62.

Στον γυναικωνίτη ο λογαχός επέδειξε, μετά από λίγη ώρα, κεραυνοβόλο τόλμη! Η Πέπη τρέμουσα (που άρχισε σιγά σιγά, να της καταφιλάει το λαιμό και να της φουχτώνει το στήθος) ψιθύρισε μια ή δυο φορές: «Μη σας παρακαλώ…μη» και αφέθηκε κατάχαμα, (σαν μεθυσμένη από αγνόν οίνον μεταλήψεως), να …βιασθεί εν τω ναώ αναφωνούσα θεϊκές εκφράσεις: «Θεέ μου…Χριστέ μου…Παναγία μου…Λοχαγέ μου…Τι πράγμα είναι αυτό!» κλπ. κλπ. Όμως ας μην συνεχίσουμε να περιγράφουμε, μ’ αυτόν τον τρόπο, μίαν ένωσιν ευλογημένην παρά τω Θεώ και τους Αγίους του Αγίου Νικολάου (κατά περίστασιν οφθαλμοπόρνους εκείνο το «μοιραίον» απόγευμα)….

 

Στον Πάνο Θεοδωρίδη.

18
Φεβ.
09

The Concretes – S/T (Licking Fingers, 2006)

Λησμονήστε τις ημίφωτες μουσικές των διαφόρων ηλεκτρονικών σκηνών της Σκανδιναβίας. Ξεχάστε τις μυστηριώδεις γωνίες των σουηδικών avant pop σχημάτων κι οποιοδήποτε μουσικό στυλ χρωματισμένο με αποχρώσεις σκουρότερες του γκρίζου. Τουλάχιστο μία σκηνή στη Σουηδία βγάζει άλλα πράγματα, διαμετρικά αντίθετα. Οι δεσποινίδες Victoria Bergsman, Maria Eriksson, and Lisa Milberg – τριάδα που δε μπορεί παρά να φέρνει στο νου τα 60’s girl groups (Supremes, Ronettes, Shangri-Las) – θα μπορούσαν να περπατούν οποιοδήποτε κεντροευρωπαϊκό, αγγλοσαξονικό ή μεσογειακό σοκάκι. Η παγκοσμιοποίηση της ποπ δηλαδή. Οι Cardigans από κει πάνω δεν ήταν; Η Scando-Pop προς το παρόν δε μας έχει βγει Scandalo-Pop, ακόμα κι η εμπορικότερη πλευρά της αξίζει ακούσματος. Υπάρχει άλλωστε κι ένας oλόκληρος κόσμος από ανεξάρτητα pop labels (Labrador κλπ.) που χρήζουν ολόκληρου αφιερώματος, από κάποιον άλλον βέβαια.

Η Victoria τραγουδά παιδιάστικα και μη παιδιάστικα. Στη δεύτερη περίπτωση θυμίζει Nico με ευρωπαϊκή προφορά. Το ‘New Friend’ είναι η δική τους τρυφερή αντανάκλαση στους Velvet και την τραγουδιάρα τους. Στην πρώτη απλά σε παγιδεύει ύπουλα σαν άλλη Ναμποκωφική Λολίτα. ‘You Can’t Hurry Love’ λέει (δεν είναι η διασκευή του γνωστού) και συμφωνείς – άντε να κάνεις κι αλλιώς.

Σχημάτισαν την μπάντα χωρίς καν να ξέρουν να παίξουν, έφεραν 3 τυχερούς να σουλουπώσουν τον ήχο τους (δίκαιη μοιρασιά) κι έφτιαξαν 2 δίσκους που αργότερα ενοποιήθηκαν στο ‘Boyoubetterunow’ (2000). Εδώ η παρέα έχει μεγαλώσει, μετράω δέκα, και μάλλον ακούγεται απίθανο ότι αυτές οι πιτσιρίκες ξεκίνησαν χωρίς να ξέρουν πού τους πάνε τα πέντε.

Ο δίσκος αρχίζει με μια παραπλάνηση, καθώς το ‘Say Something New’ ακούγεται σαν Opal, της περιόδου αμέσως μετά την θεά Kendra, τότε που μόλις είχε έρθει η ημίθεα Hope. Μια πιο εύθυμη αντανάκλαση των Mazzy Star είναι διάχυτη και αλλού. Το ‘Chico’ θα αποπλανήσει κάθε λάτρη της αμερικάνα με γυναικεία φωνητικά, και σίγουρα τους φίλους των Αi Phoenix. Για τους διχασμένους ανάμεσα στις γητειές αμφοτέρων υπάρχει το ‘New Friend.

Αν τα τραγούδια σερβίρονταν ως γλυκίσματα με ανάλογο περιτύλιγμα και μπορούσαν να δίνονται έτσι απλά σα δώρα, θα σας έλεγα να ψάξετε στις βιτρίνες των ζαχαροπλαστείων να βρείτε αυτά που λέγονται ‘Seems fine’ και ‘Warm Night’. Προσωπικά θα έπαιρνα γερές δόσεις από ετούτα τα δυο, ώστε να υπάρχει απόθεμα από την uptempo σπιρτάδα του πρώτου και την μαντολινένια βαλσάδα του δεύτερου μ’ αυτά τα γυναικεία του oohs and ahhs.

Υπάρχουν κι άλλα απλούστερα κομμάτια για ταξίδια (‘Foreign Country’), παραθαλάσσια αράγματα (‘Seems Fine’) πρωινά hangover που δεν υφίστασαι μόνος (‘Lovin Kind’) κι ένας ήχος που παραπαίει γλυκά ανάμεσα στο Σπεκτορικό στιλ, τους St. Etienne, τις παραγωγές του Dave Fridmann και φυσικά τα girl groups. Σε άλλους δυο μας θυμίζουν την Princess Diane Ross κι απλώς βάζουν τα πράγματα στη θέση τους για την ανυπολόγιστη επιρροή της πατρόνας της Motown και των στρατιών της σ’ αυτού του είδους τη σημερινή pop. Be my babies!Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες, Maria Eriksson, Victoria Bergsman.
16
Φεβ.
09

Καρδιοθραύστριες, αντέχουμε ακόμα! (Το σάουντρακ της ερωτικής απογοήτευσης)

Στα ομαδικά αφιερώματα του mic.gr, αφιερώματα όπου συγκροτούνται Ιδανικές Λίστες για Οριακές Καταστάσεις, κάποιος σκέφτηκε να τιμωρήσουμε κάτι ψεύτες εορτάζοντες «αγίους του έρωτα» με το σάουντρακ της χυλόπιτας. Το Πανδοχείο είναι πάντα ανοικτό στους απανταχού ερωτολαβωμένους, όποια ώρα της νυκτός κι αν καταφτάσουν.

Όμως…χυλόπιτα; δεν γνωρίζω τι είναι αυτό. Δεν μου έχουν ποτέ αποκρούσει την προσφορά των ψυχοσυναισθηματικοσαρκικών μου υπηρεσιών. Καμία γυναίκα δεν αρνήθηκε την γλυκύτητα που κρύβω στα βάθη μου, καμία δεν ενοχλήθηκε από την ασχήμια μου, την ηλικία μου, την κοιλίτσα μου ή τις ιδιοτροπίες μου. Απεναντίας, όλες μου έλεγαν πως αυτά ακριβώς έψαχναν στη ζωή τους. Έχω όμως ένα παρεμφερές πρόβλημα: φεύγουν από κοντά μου πάρα πολύ γρήγορα. Με έχουν χωρίσει και μετά από μισό λεπτό «σχέσης». Συγχωρήστε μου λοιπόν την αλλαγή του θέματος, έτσι κι αλλιώς με τόσους άλλους εδώ δίπλα δεν θα γίνει αντιληπτό … [σύστημα που μου έκαναν πρόσφατα σε γυμνασιακή τάξη]. Εφόσον η χυλόπιτα δεν είναι παρά ένας χωρισμός μιας θα-μπορούσε-να-γίνει-σχέση, ιδού ένα σχέδιο έτοιμων τραγουδιών χωρισμού και συντριβής, που μπαίνει σε εφαρμογή σε τέτοιες περιπτώσεις – τα έχω μάλιστα μπροστά μπροστά στο ράφι, όταν ανεβαίνω πάνω του.

Σε κάθε περίπτωση, φροντίζω να μετατρέπομαι σε ήρωα ενός διηγήματος που δεν γράφτηκε ή ενός τραγουδιού που περιμένει τον ενσαρκωτή του. Ονειρεύομαι π.χ. πως από εμένα εμπνεύστηκαν οι Steve Nieve και Elvis Costello το απόλυτο άσμα θεαματικού χωρισμού, το σπαραξικάρδιο Passionate fight, που ανέλαβε να διεκπεραιώσει όχι χωρίς συνέπειες η κυρία Ute Lemper. Πως η τελευταία μου παθιασμένη πάλη με την ηρωίδα έγινε κάτω από μια λάμπα σαράντα βατ που τρυπούσε το σκοτάδι, πως στην τελευταία μας συνάντηση κομμάτια έπεφταν από παντού κι εμείς πάνω στα απομεινάρια γελούσαμε και σπαράζαμε, της έλεγα Tell me my dear, are you more or less mine? κι εκείνη απαντούσε σαν την Σόφι του Στάιρον now this isn’t love it’s what you do in spite of it.

Άμεσες παρενέργειες Ι: Μελαγχολία
The Chills – Doledrums: Stay in bed much to late / Scanning situations vacant / The face in the mirror gets withered and old / My skin is grey, I can’t go on, I’m always cold

Σε σχέση με τις ασήκωτες λέξεις της κατάθλιψης και της απελπισίας, πιο τρυφερή και κουδουνιστή ακούγεται η ντόλντραμς. Ο Martin Phillips που μας την γνώρισε είχε όλους τους λόγους να ντολντραμίζεται, χάνοντας τον έναν μετά τον άλλον φίλους κι αγαπημένους – ε δεν θα έζησε κι αυτός τις ερωτικές του πίκρες; Τόσο ανεβαστικός ρυθμός, τόσο καταβυθιστική διάθεση.

Counting down lonely hours / Drinking lots and taking showers/ I no longer dream about the rest of my years / I check the little box, does anyone care.

Ιστορία 2η: Χωρισμός – έπος
Κανένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου δεν μπορούσε να τον προστατέψει από το φως που τρυπούσε τα βλέφαρά του, από τις κραυγές των γλάρων που τρέφονταν από τα ψάρια και μαστίγωναν τον κόλπο μέχρι να κοκκινίσει, πετώντας σε κύκλους. Εκείνος κολύμπησε ως την άκρη του βράχου, γεμάτος χαρακιές στο δέρμα, αλατόνερο στα μάτια και τα χέρια του, αλλά δεν ένιωθε τίποτα· κανείς δεν υπήρχε να τον αγκαλιάσει, να τον φωνάξει με το όνομά του, να τον ντύσει, να του πει «ησύχασε αγόρι μου, δεν χρειάζεται να τελειώσει έτσι». Θυμόταν μετά την ανακοίνωση του χωρισμού τους, την νύχτα που πέρασε σ’ ένα παραθαλάσσιο μοτέλ, με μια άγνωστη ξαπλωμένη δίπλα του και την βροχή να χτυπά δυνατά πάνω από, καθώς εκείνη τον ρωτούσε «τι συμβαίνει αγάπη; πίνεις για να θρηνήσεις ή για να ξεχάσεις;». Κι εκείνος φώναξε στα θαλασσοπούλια «μπορείτε να με πάρετε τώρα, δεν φοβάμαι να πεθάνω», αλλά εκείνα έκαναν πως δεν τον άκουσαν, μόνο τον κοιτούσαν με τα φωτεινά μεγάλα τους μάτια, γιατί θα μπορούσαν να βγάλουν τα μάτια από κάθε ετοιμοθάνατο πλάσμα αλλά δεν θα άγγιζαν ποτέ την μοναχική φιγούρα που κειτόταν στην παραλία… [The Triffids – Seabirds]

Άμεσες παρενέργειες ΙΙ: Μελόδραμα
Δυο από τους κλαφτικότερους τραγουδιστάδες των 90ς και των70ς σμπαράλιασαν ισάριθμα κλισέ της ερωτικής σχέσης: την ψευδαίσθηση πως δεν θα τελειώσει ποτέ και την συλλογή διαφόρων βλακωδών αντικειμενιδίων: Ηappy Endings και From souvenirs to souvenirs από Pulp και Demis Roussos αντίστοιχα – το δεύτερο με τον στίχο – μαχαίρι (κουζίνας) There’ll never be another you.

Άμεσες παρενέργειες ΙΙΙ: Ποίηση
Ann Clarke – If I could: Αν τα τραγούδια μπορούσαν να αποφασίσουν από μόνα τους τι θα διάλεγαν; Να συνδεθούν άπαξ δια παντός με κάτι οριακό (όπως π.χ. με ορισμένες δύσκολες, πολύ δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες στιγμές) και να το θυμίζουν δια της σιωπής τους ή να παίζουν στα γήπεδα της καθημερινής ρουτίνας; Ακούω το If I could δυο με τρεις φορές το χρόνο – όσο δηλαδή αντέχω την ψιλοβελονιά που κάνει το βιολί του στο μνημονικό του οργανισμού μου.

Ιστορία 3η: Χωρισμός αυτοανάφλεξης

Δεκαπέντε όροφοι ψηλά, οι μαύρες κουρτίνες τραβηγμένες, κι ο ήλιος ένα κωλόπαιδο που φτύνει και μετά φεύγει. Η τηλεόραση μουρμουρίζει, ένας σωρός γράμματα σκορπισμένα στο χαλί, απομεινάρια και λογαριασμοί που μυρίζουν γάτα. Τρεις πεινασμένες γάτες που κυνηγούν η μια την σκιά της άλλης, κάποτε χυμούν πάνω του καταμεσίς της νύχτας, τον γδέρνουν, τον δαγκώνουν, μα αυτός έχασε κάθε θέληση να πολεμήσει, κάθε θέληση να κινηθεί. Πέρασε ένας μήνας, θα περάσει κι άλλος, μέχρι το σπάσιμο της πόρτας, θα τον πάρουν μακριά, θα τον γδύσουν να τον καθαρίσουν και θα τον κλειδώσουν σ’ ένα κουτί κάπου δεκαπέντε πατώματα ψηλά… [Legendary Pink Dots – The more it changes]

Κασέτα: Υπεράνω (υπό τους ήχους άψογης jazz soul): Lou Rawls – You’ll Never Find Another Love Like Mine / Αξιοπρεπής στάση: Apoptygma Berzerk – Suffer in silence. / Βοήθεια από την πλησίον: Mesh – Can You Mend Hearts? / Το σάουντρακ του καρδιοσπασίματος: Electric light orchestra – Αnother heart breaks, Spiritualized – Broken Heart / Απότομη μεταβολή βαρομετρικού: Husker Du – Pink Turns To Blue / Αποχώρηση από τον τόπο του εγκλήματος: Black Heart Procession – Sympathy crime / Υποκριτική αδιαφορία: Εν Πλω – Φεύγεις; Δεν σ’ αρέσανε… και φεύγεις; / λες και το βράδυ δεν θα μπορώ να κοιμηθώ…
Σεκανς: Engelbert Humperdinck – Man without love: Θυμάμαι μια σκηνή που είδα σ’ ένα φεβρουαριάτικο αφιέρωμα στο σύγχρονο αγγλικό σινεμά το 2000 – δεν έχω πρόχειρα τα κιτάπια της εποχής για να βρω τα στοιχεία (επιφυλάσσομαι). Ένας εντελώς καθημερινός, ατσούμπαλος κι απαρατήρητος άντρας κάθεται μοναχούλης στην συνοικιακή καφετέρια της άθλιας κωμόπολής του. Στα ηχεία ακούγεται το μελοτραγουδιστό δίστιχο Everyday I wake up/then I start to break up/lonely is a man without love. Ο φίλος μας κοιτάζει λυπημένος το τραπέζι, φεύγει προτού τελειώσει την μπύρα του. Στο τέλος του έργου μείναμε καρφωμένοι όρθιοι ελπίζοντας να βρούμε τον αυτουργό στα credits. Μα φυσικά, πώς και δεν το σκεφτήκαμε νωρίτερα; Ο μέγας κρουνοποιός – Σινάτρες, και Σία τρώνε τη σκόνη του – Ενγκ…ουφ…γλωσσοδέτης.  Θυμάσαι Γ.Π.;

Τίτλοι τέλους
John Cale – Ι keep a close watch: Το ότι αρκούν μια δεκαπεντάδα τραγούδια του συγκεκριμένου ανθρώπου να εκφράσουν όλη μου τη μέχρι τώρα ζωή σημαίνει ότι δεν ήταν και τόσο πλούσια; Σε εσάς εδώ μέσα μιλάω, για κάθε αφιέρωμά που θα μας ορίζετε, έχω έναν σημαδευτικό Cale. Ετούτο το σπαρακτικό κομμάτι βρίσκεται ταυτόχρονα σε τρία σημεία: σε διαφορετική εκτέλεση εντός δυο αντιδιαμετρικά αντίθετων δίσκων (όπως άλλωστε δήλωναν οι τίτλοι τους: Ελένη της Τροίας ο ένας, Μουσική για μια Νέα Κοινωνία ο άλλος) και βαθιά μέσα μου.

I still hear your voice at night / When I turn out the light / And try to settle down / But there’s nothing I can do / as I can’t live without you

Κατά τα άλλα, εξακολουθώ να επιμένω πως η επιτομή της μοντέρνας ερμηνείας της ερωτικής θλίψης βρίσκεται στο Reports from the heart, εκείνου του μικροσκοπικού αλλόκοτου νέου με τα σχιστά μάτια, που έγραψε τους στίχους κάποιου In a manner of speaking – Winston Tong.

Στις φωτογραφίες: Bertrand Eberhard, Ute L., Segel, Anne C., Spiritualized, John C., Winston T. (δεν είναι όμως λύση αυτή, Winston).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

15
Φεβ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 6

Μάρκο Ντενέβι, Η Ροζάουρα απόψε στις δέκα, εκδ. Πατάκη, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Σπυριδοπούλου, σ. 185 (Marco Denevi, Rosaura a las diez, 1994)

Μπορείτε να το φανταστείτε, το φωτισμένο τραμ μοιάζει με ενυδρείο και οι επιβάτες, με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι του παραθύρου, μοιάζουν με ψάρια που κοιτάζουν με το ίδιο μακάριο βλέμμα και κάνουν το ίδιο βλεφάρισμα μ’ αυτό που κάνουν τα ψάρια στη γυάλα. Κι όταν το τραμ σταματάει σε κάποια γωνία, μπορεί κανείς να παρατηρήσει τον επιβάτη που είναι μέσα και τον περαστικό που περνάει απ’ έξω να κοιτάζονται δειλά, σαν να ντρέπεται ο ένας για τον άλλο.

Στον Χρήστο Χρυσόπουλο

11
Φεβ.
09

Ten Kens – S/T (Fat Cat, 2008)

 

Ούτε δέκα, ούτε καν ένας Κεν, ούτε τυπική περίπτωση τετραμελούς σχήματος. Ο χαρακτηρισμός που ταιριάζει στο φρέσκο ντεμπούτο των Ten Kens είναι: απρόβλεπτο.

Φανταστείτε πως τα περισσότερα τραγούδια από εδώ θα μπορούσαν να προέρχονται από διαφορετικό συγκρότημα. Όπως ακριβώς το ακούτε. Τα μιλητά φωνητικά, οι σερφ κιθάρες και το συνολικό οργανικό ξέσπασμα του The Alternate Biker δεν έχουν καμία σχέση με το Refined, που ακούγεται σαν συνεργασία Radiohead και Muse. Το κοφτό post funk των Blurt (Y’all Come Back Now) ουδόλως εφάπτεται με την Americana Pop των Morning Jacket (δια φωνής, όπως πάντα, τύπου Neil Young) ή με το νεοϋρκέζικο no wave των Sonic Youth (The Prodigal Sum). Οι εναλλαγές θρηνισμάτων και ξεσπασμάτων του The Whore Of Revelation μου θύμισαν τις κορυφαίες στιγμές των Clan Zu και αυτού του τύπου σύγχρονου «ιρλανδικού» ροκ εντ ρολλ, η ελεύθερη ανάπτυξη του I Really Hope You Get To Retire την σχολή των Broken Social Scene.

Ακόμα και τα δυο κορυφώματα εδώ (Downcome Home, BearFight!) έρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις και μόλις αποφεύγουν την μετωπική σύγκρουση. Το πρώτο συνδυάζει την western ροκαρόλα των Giant Sand / Υο με την αλησμόνητη σπιντάδα των Husker Du για να αριστουργήσει ως επιταχυμένη μεταμοντέρνα κάντρι. το δεύτερο προτιμάει να βουτήξει την αλλοπαρμένη Arcade φωτιά σε χάρντκορ νερά.

Ο πυρήνας που σιγόβραζε στο Τορόντο ήταν οι Dan Workman (φωνή) and Dean Tzenos (κιθάρα). Το παράξενο είναι πως έγραφαν απομονωμένοι τα τραγούδια τους, πρώτα κλεισμένοι στα δωμάτιά τους και μετά σε μια δεύτερη απομόνωση ο ένας από τον άλλον για να τα δουλέψουν χωριστά, συνολικά επί ένα χρόνο και βάλε. Η γνωστή παλιά ιστορία: τα τραγούδια βλασταίνουν, απλώνονται, τελειοποιούνται, απογειώνονται και κινδυνεύουν με αυτοανάφλεξη αν μείνουν λίγο ακόμα σε κλειστοφοβικό περιβάλλον. Ευτυχώς τότε εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός για άλλη μια φορά η Ανώνυμος Εταιρεία Χοντρή Γάτα και κατά την προσφιλή της συνήθεια τους καπάρωσε χωρίς να έχει δει ούτε ένα live τους – μήπως είχαν παίξει και κανένα;

Η ομάδα δέθηκε με την απαραίτητη ρυθμική ραχοκοκαλιά (Lee Stringle – μπάσο , Ryan Roantree – ντραμς) και τον παραγωγό Colin Stewart, υπεύθυνο για τον ευάερο και εκλεπτυσμένα πλούσιο ήχο των Black Mountain, Destroyer και Pretty Girls Make Graves. Χώρος παιδιάς τα Breakglass Studios, Montreal (συνιδιοκτησία του Jace Lasek των Besnard Lakes).

Το αποτέλεσμα έχει κάτι από την πρωτόλεια ηχογράφηση σε υπόγειο με υγρούς τοίχους, πρωτογενείς εντάσεις και μια τρομερή υποβόσκουσα δύναμη. Από την άλλη πάλι διαθέτει και μια ευφυή υπολογιστικότητα που κρατά ένα αόρατο νήμα μεταξύ των τόσο διαφορετικών συνθέσεων και δεν τις αφήνει να διασκορπιστούν σε διαφορετικά σύμπαντα. Αυτό το βαθύ ροκ εντ ρολλ με τις απρόβλεπτες έως και παραπλανητικές εισαγωγές βρίσκεται στην άλλη άκρη από lo-fi δημιουργίες που συχνά μας ταλαιπωρούν. Αρμονία παραμορφώσεων ή αλλιώς, μια πλήρης οργάνωση του χάους, παρά τα οξύμωρα των φράσεων.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στη φωτογραφία: η 4άδα από μέσα κι απ’ έξω.

08
Φεβ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 5

Αουγκούστο Ρόα Μπάστος, Ο κατήγορος, εκδ. Εκκρεμές, 1999, μτφ. Στράτος Ιωαννίδης, σ. 188-189. (Augusto Roa Bastos, El fiscal, 1993)

Τι μπορεί να είναι αυτή η μυστηριώδης και δυσδιάκριτη πράξη; Το να σε κυριέψει ξάφνου μια ιδέα, μια παρόρμηση, από εκείνες που σε κάνουν να νοιώθεις πως θέλεις να ριχτείς αδυσώπητα καταπάνω στο θάνατο, για κάτι που σε ξεπερνά πέρα από κάθε όριο, που δεν μπορείς να το κατανοήσεις, αλλά που σε φωτίζει και ταυτόχρονα σε χτυπά σαν κεραυνός. Κάτι μου λέει πως αυτή η ιδέα ή η παρόρμηση δεν πρόκειται να ξεπηδήσει μεμιάς, όπως στους ήρωες των ρομάντζων, που σώζουν τον αντιήρωα της προηγούμενης. Μια τέτοια ιδέα θα πρέπει να γεννιέται μαζί μας, να περιμένει και να εκρήγνυται μέσα μας, μόλις φτάνει η κατάλληλη στιγμή. Και πάντα να αποτυγχάνει. Όπως στις επαναστάσεις της Αμερικής μας, όπου οι ήρωες θριαμβευτές της προηγούμενης καταλήγουν δολοφονημένοι ή ηττημένοι την επόμενη. Σκέφτομαι τον Τσε, σαν ένα Χριστό που κείτεται ξαπλωμένος στους νιπτήρες του μικρού σχολείου του Γιακανγκουάσου. Σκέφτομαι τον Μπολίβαρ, στην τελευταία του περιπλάνησης προς τη Σάντα Μάρτα, τον Χοσέ Μαρτί νεκρό στη μάχη κατά των Ισπανών, ακόμα και αυτόν το στρατάρχη Λόπες, τον υπέρτατο ήρωα του έθνους μας, δολοφονημένο στο Σέρο-Κορά από τους Βραζιλιάνους.

Στον Κώστα Κρεμμύδα

06
Φεβ.
09

Τζέι Παρίνι – Ο τελευταίος σταθμός

Αν ο Γκορ Βιντάλ το έχει χαρακτηρίσει ως ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που γράφτηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια (αυτός, ο καλύτερος του είδους κατά τη γνώμη μου), τότε έχουμε έναν πρώτο λόγο να μην κατεβούμε πριν τον Τερματικό. Ο Τελευταίος Σταθμός αφορά το τελευταίο εν ζωή έτος του Λέοντος Τολστόι και εστιάζει σε μία από τις οριακές καταστάσεις που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος – συνεπώς κι ο πραγματικός του ήρωας: την επιθυμία να αποδράσει από την πιεστική πραγματικότητα, από τον ασφυκτικό οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό κλοιό, από την ίδια του την επιτυχία. Ο τίτλος σαφώς αποκτά συμβολική αλλά και κυριολεκτική σημασία, εφόσον ο μέγιστος Ρώσος εικονολογοτέχνης επέλεξε ως τελευταία σκηνή της απόδρασής του έναν απόμερο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου και πέθανε από πνευμονία.

1910: Η Άννα Καρένινα και ο Πόλεμος και Ειρήνη έχουν εκδοθεί και διαδοθεί παντού, ο Τολστόι αποκτά φήμη και συγγραφική δόξα, αλλά οι πάντες και τα πάντα μοιάζουν να τον πνίγουν. Όλοι τον διεκδικούν, αποζητώντας το δικό τους μερίδιο αγάπης και ωφέλειας, αλλά και παράλληλα όλοι σκοτεινιάζουν από την βαριά σκιά της παρουσίας του, προτού συγκρουστούν μεταξύ τους για τον άντρα – τρόπαιο. Ο Τολστόι δεν βίωνε μόνο τον διχασμό του εαυτού του με τον περίγυρο. Βασανιζόταν κι από μια δεύτερη εσωτερική ρωγμή που μάταια προσπαθούσε να συγκολλήσει: η μια πλευρά του έγερνε προς τον ασκητισμό, την ηθικοπνευματική τελείωση κι έναν χριστιανικό ιδεαλισμό και η άλλη στην απόλαυση μιας ήσυχης καθημερινότητας σε ένα αριστοκρατικό περιβάλλον. Πώς μπορείς να διακηρύσσεις την ισότητα των ανθρώπων ζώντας στις αγκάλες πλήρους τρυφηλότητας; (συγκλονιστική η περιπλάνησή του στην εξαθλιωμένη Μόσχα – βλ. κεφ. 28). Ο ιδεαλισμός μπορεί να τρώει την ψυχή με τις αντιφάσεις του και η αγάπη να είναι το μαρτυρικότερο συναίσθημα με τις αδηφάγες υποχρεώσεις.

Ο Παρίνι προβαίνει σε ενδιαφέρουσες επιλογές. Πρώτα επιλέγει την πιο αιχμηρή κι επικίνδυνη ιστορική μυθιστοριογραφία: βυθίζεται στα αληθινά ιστορικά γεγονότα κατόπιν ερευνητικής κατάδυσης (στην προκείμενη περίπτωση σε ημερολόγια ή γράμματα όλων των εμπλεκόμενων προσώπων και τις λοιπές πηγές), αλλά τους δίνει ο ίδιος φωνή, αναπλάθοντας παράλληλα τα γεγονότα όπως πιθανώς συνέβησαν ή θα μπορούσαν να έχουν συμβεί. Κατόπιν, επιλέγει πολυφωνία αφηγητών: ο καθένας παίρνει με τη σειρά του την πένα και διηγείται από την πλευρά του όσα έζησε. Εναλλασσόμενοι αφηγητές στην ανασύνθεση του μύθου οι: σύζυγος Σοφία Αντρέγεβνα, η κόρη του Σάσα, ο αφοσιωμένος γραμματέας Μπουλγκάκοφ, ο γιατρός Μακοβίτσκι, ο μαθητής – θαυμαστής Τσερτκόφ και κάποιοι αλληλογράφοι. Παράλληλα, πλάθει την γλώσσα τους με τον «τολστοϊκό τρόπο», δημιουργώντας το κατάλληλο κλίμα αλλά και κλείνοντας παιχνιδιάρικα το μάτι σε κάθε αναγνώστη που θα δήλωνε κορεσμένος από την συνήθη αποστασιοποιημένη δημοσιογραφική ερευνητική αντιμετώπιση του μύθου. Στα 41 σύντομα κεφάλαια παρεμβάλλονται ποίηματα του συγγραφέα που μοιάζουν συναισθηματικά «παρακολουθήματα» των σελίδων.

Συνεπώς το μυθιστόρημα δεν είναι απλώς η Ιστορία του Τέλους ενός καθοριστικού συγγραφέα που επιχείρησε την δραματική απόδραση από την ζωή του για να εισχωρήσει ακόμα περισσότερο στην ουσία της ζωής και να συναντήσει τα ερωτήματα που τον σιγότρωγαν ανελέητα. Είναι κι ένα κομμάτι της Ιστορίας μιας χώρας που την έλεγαν Προεπαναστατική Ρωσία. Επτά χρόνια αργότερα τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο εκεί και στον κόσμο ολόκληρο.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Πενσυλβανία, 1948. Ποιητής, πεζογράφος, βιογράφος (Στάινμπεκ, Φροστ, Φόκνερ), κριτικός, μελετητής, συνιδρυτής του New England Review, επιμελητής του Oxford Encyclopedia of American Literature.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Τόπος, 2007, μτφ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, σελ. 383, με επίλογο του συγγραφέα (Jay Parini, The Last Station: a novel of Tolstoy’s last years, 1990). Για την περιπετειώδη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου διαβάστε εδώ.

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομευμένη μορφή): εδώ. Στην μεσαία φωτογραφία, ο Τολστόι στο κτήμα του στη Γιασνάγια Πολιάνα (1910).

04
Φεβ.
09

Scott Matthew – S/T (Glitterhouse, 2008)

And god it’s strange/ to be the only one to talk to.

Γιατί προηγείται το τραγουδιστής από το συνθέτης; έχει αναρωτηθεί ο Μπάμπης Αργυρίου σε κάποιο φυλλάδιο λογοτεχνικών αξιώσεων σχετικά με την χρήση του όρου singer/songwriter. Είναι στις περιπτώσεις αυτές η τραγουδιστική ιδιότητα σημαντικότερη από την συνθετική; Προηγείται λόγω λιγότερων γραμμάτων ή εξαιτίας του γνωστού παραγκωνισμού των αφανών συνθετών υπέρ των έκθετων εκτελεστών;

Ας το ερευνήσουν οι εκφρασιολόγοι του εντευκτηρίου μας, δεν με απασχολεί τώρα: όταν ακούγεται ο Scott Matthew στο δωμάτιό μου, οι σκέψεις σταματάνε. Κι όσο υπάρχουν συνθετοτραγουδιστές όπως αυτός, δεν θα πάψω να ψάχνω το είδος για να νοιώθω ακριβώς τέτοιες συγκινήσεις. Τον θυμάμαι ως τυχαία ανακάλυψη στο μπαλαντοφόρο δισκάκι Elva Snow με το γλυκό Pavement Kisses, τον ξαναβρήκα ως συνθέτη του σάουντρακ του Short Bus, τραγούδησε κι ένα μέρος του με τον αιθέριο τρόπο του. Αλλά οτιδήποτε έκανε μέχρι σήμερα χλωμιάζει μπροστά σε τούτο τον δίσκο με τον τίτλο – δελτίο ταυτότητας.

Αν υπάρχει χημικό στοιχείο με το όνομα Θεσπέσιο, εδώ μας ακτινοβολεί κανονικά, μέσω μιας θρυψαλιασμένης (όχι κλαψιάρικης ή συντετριμμένης) φωνής, εντελώς δοσμένης σε δέκα τρυφερά κομψοτεχνήματα. Με θαλπωρούχα πιανίσματα σαν του Amputee, με παρηγορητικά φωνίσματα σαν του Ballad Dear (ξαναθυμήθηκα τον Ed Harcourt). Χαλάλι να με εγκαταλείψει κάποιος, αν είναι να γραφτεί ένα κομμάτι σαν το Abandonded, να μου πούνε βαριεστημένα ψέματα αν είναι να εμπνεύσουν αριστούργημα όπως το Laziest Lie. Χάρισμά του και οι δέκα ηθελημένα ή μη κοπιαρισμένες δέκα νοτίτσες από το The winner takes it all των Abba στο υπέροχο Prescription. Εδώ υπάρχει τόση λυπημένη ομορφιά χωρίς να μελαγχολείς καθόλου – πώς γίνεται; (με μια εξαίρεση: το In the end είναι όντως δυσβάσταχτα σπαρακτικό).

Αυστραλογενής την καταγωγή, Νεοϋορκέζος στις περιπλανήσεις, περαστικός από διάφορες μπάντες που ποιος νοιάζεται πώς λέγονταν και τι ονειρεύτηκαν, επιδέξιος χειριστής κιθάρας και ukulele (μια μορφή τετράχορδου κιθαροειδούς χαβανέζικης προέλευσης), μοιράστηκε ένα σχήμα με τον Spencer Cobrin, πρώην ντράμερ και συ-συνθέτη του Morrissey και με τον εαυτό του να περιορίζεται σε φωνή και στίχους σε δύο E.P. ως Elva Snow. Έγραψε μουσική για Γιαπωνέζικα animation (Lithium Flower και The Beauty is Within Us της σειράς Ghost in the Shell) συνεργαζόμενος και με την Yoko Kanno.

Κάντε παρέα αυτόν τον άγνωστο, όπως φαίνεται – δεν μέτρησα πάνω από 2-3 ριβιού συνολικά στον πιξελο-γαλαξία – songwriter singer (καλύτερο φαίνεται έτσι;) που έφτιαξε έναν από τους πιο εμπνευσμένους μπαλαντόδισκους της χρονιάς, χωρίς να φωνάζει καμία συγκεκριμένη επιρροή, παρά ολόκληρη την τραγουδο/ποιητική παράδοση. Μην τον μπερδέψετε όμως με τον Scott Matthews που υπερτερεί σε ένα τελικό s, είναι από το Wolverhampton και είναι του εργοστασίου Dylan / Buckley. Ούτε με τον Anthony of the Johnsons με τον οποίο αδικαιολόγητα και χαντακωτικά κάποιοι τον παρομοίασαν – καμία σχέση με την κλαψιάρα Παλόμα της συμφοράς, που θα έβγαζε ιδιαίτερα πετυχημένη μίμηση από τον Ζαχαράτο της Αγγλίας.

Όσο βγαίνουν τέτοιοι δίσκοι με απλά υλικά και ευφάνταστες συνθέσεις, τα κάρβουνα μένουν αναμμένα για όσους περιμένουν μια ροκ εντ ρολλ αναγέννηση. Εγώ μια χαρά είμαι κι έτσι.

Πρώτη δημοσίευση: ξέρετε πού: εδώ.

02
Φεβ.
09

Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 39 (Φθινόπωρο 2008)

 

Ο θάνατος ναι, είναι υλικό λογοτεχνίας, αλλά όχι με απόγνωση. Ποτέ με απόγνωση

Να πού ζουν οι αδίκως εκλιπόντες, εκτός από το ίδιο τους το έργο: και σε τέτοια έντυπα. Εδώ ξαναμιλά ο Τηλέμαχος Αλαβέρας (η παραπάνω φράση είναι δική του), εδώ ξαναμιλάμε για τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο – δύο τόσο ιδιαίτεροι λογοτέχνες και δημιουργοί με εντελώς δική τους μοναχική πορεία.

Ένας κατάφυτος Μανδραγόρας υπό την φροντίδα του αρχι – Μανδραγορίτη Κώστα Κρεμμύδα μάς έρχεται όπως πάντα υπό τεράστιο σχήμα, 159 γυαλιστερές μυρωδάτες σελίδες κι ένα αχανές αφιέρωμα στον Δημήτρη Π. Παπαδίτσα, εκρηκτικό εικονοποιητή, φιλοσοφικό στοχαστή, μουσικό των στίχων, αυτόν τον «μύστη» της νεοελληνικής ποίησης, με χρονολόγια, ανθολογήσεις, φωτογραφίες, συνομιλίες, εμβαθύνσεις, πλαγιοκοπήσεις, αλληλογραφίες (και με τον Ε.Χ. Γονατά), οτιδήποτε χρειαζόμαστε για να (ξανα)μπούμε στον κόσμο του. Μια δεύτερη καρδιά χτυπάει στα δημοσιευόμενα για πρώτη φορά πρωτόλεια ποιήματα του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, περιεχόμενα σε δύο χειρόγραφα τεφτέρια, ευρισκόμενα στα χέρια του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Επίτιμοι Μανδραγορίτες χρίζονται, ακόμη, ο Ιάσων Δεπούντης, ποιητής, μεταξύ τόσων άλλων, της Αστροφυσικής και της Ουρανομετρίας, ανηλεώς σκωπτικός ακόμα και τη στιγμή του θανάτου του, ο Ναπολέων Λαπαθώτης σε εξασέλιδη ταξινόμηση και ο Νάνος Βαλαωρίτης σε ολοδιάφανη συνομιλία.

Η εξαντλητική πνευματική γυμναστική συνεχίζεται με ένα τετρασέλιδο για το επίκαιρο όσο ποτέ κατά την συγκεκριμένη συγκυρία Καντίντ του Βολταίρου, μια παρουσίαση του Πέερ Χόιχολτ (ενός από τους σημαντικότερους Δανούς μοντερνιστές ποιητές), ένα οδοιπορικό στο Νεπάλ μετά τη νίκη των μαοϊκών ανταρτών κι όπως πάντα πάρα πολλή ποίηση και εικαστικά, που δικαιώνουν τον «υπότιτλο» τετραμηνιαίου περιοδικού «για την Τέχνη και τη Ζωή».

Μετά από κάθε ξεφύλλισμα επιστρέφω στα καρδιακά αφιερωτήρια του τιμώμενου και ξαναδιαβάζω από τον Πρόλογο [Ουσίες, 1959-1962] τους στίχους που αποκαλύπτουν εκείνες τις σπάνιες στιγμές όταν…

Εκείνο που συμβαίνει εντός μας αιφνιδίως/Όταν μας επισκέπτεται ένα συμβάν ή μια σκέψη/Μας απαλλάσσει από της καθημερινής ζωής το αίσθημα

Τα μάτια του πλησίον μας πλημμυρίζουν δρόσο πρωινή/Λησμονημένες ανοίξεις φτάνουν με όλα τα πανηγύρια τους/Ικεσίες απελπισμένες αποβάλλουν την απελπισία τους/Και μοιράζουν χωρίς να λιγοστεύουν τις δυνάμεις τους/Το φως τους

Πρώτη δημοσίευση σε συντομευμένη μορφή: εδώ.

01
Φεβ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 4

Χουάν Ρούλφο, Η πεδιάδα στις φλόγες, διηγήματα, εκδόσεις Κέδρος, 1981, μτφ. Φ.Δ. Δρακονταειδής, σ. 64 (από το διήγημα Τάλπα) (Juan Rulfo, El llano en llamas, 1953)

Κι εγώ ποτέ δεν είχα νοιώσει πόσο μπορεί η ζωή να είναι αργή κι ανέλπιδη, όταν κανείς βαδίζει ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ανθρώπους. Είμαστε σαν ένας σωρός σκουλήκια μπερδεμένα κάτω από τον ήλιο, σκουλήκια που σάλευαν μέσα στα σκούρα σύννεφα σκόνης, περιορισμένα στο ίδιο μονοπάτι. Και το μονοπάτι μας πήγαινε, λες και μας είχε μαντρώσει. Τα μάτια μας παρακολουθούσαν το σύννεφο της σκόνης. Κουτουλούσαν πάνω στη σκόνη, σαν να ήταν πράγμα σκληρό, που δε γινόταν να περαστεί. Κι ο ουρανός γκριζωπός και βαρύς να πέφτει πάνω μας, να μας πλακώνει και να μας λιώνει. Μερικές φορές μόνο, όταν περνάγαμε κανένα ποτάμι, το σύννεφο της σκόνης ξάνοιγε κι έπαιρνε τ’ αψήλου. Βουτάγαμε το πυρωμένο και μαυρισμένο κεφάλι μας στο πράσινο νερό και για μια στιγμή από το πετσί μας σηκωνόταν γαλαζωπή άχνα, όπως συμβαίνει με τον αχνό που βγαίνει από το στόμα, όταν κάνει κρύο. Όμως, αμέσως μετά χανόμαστε πάλι, ανακατεμένοι στη σκόνη, ζητώντας προστασία από τον ήλιο με το να κρυβόμαστε ο ένας πίσω από το κορμί του άλλου, για να γλιτώσουμε από αυτή τη ζέστη που μοιραζόταν ανάμεσά μας.
Κάποτε θα φτάσει κι η νύχτα. Έτσι λέγαμε μέσα μας. (…) Θα ξεκουραστούμε έτσι κι αλλιώς, μια κι έξω, όταν θα πεθάνουμε.

Στον Κώστα Μαυρουδή




Φεβρουαρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
232425262728  

Blog Stats

  • 1.037.644 hits

Αρχείο