Αρχείο για Μαρτίου 2009

31
Μαρ.
09

Θεόδωρος Γρηγοριάδης – Χάρτες

Η ζωή μας είναι καταγραμμένη. Γι’ αυτό και διαβάζουμε σκόρπια, βιαστικά, γιατί ασυναίσθητα ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια μας, να την μαντέψουμε (σ. 233, Χάρτης αρ. 61: Σκορπισμένη βιβλιοθήκη).

Πάντα αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η προσωπική μου βιο-γεωγραφία: ποια μέρη θα συμπεριελάμβανε, ποιοι τόποι θα μαρκάρονταν, ποια περάσματα θα υποδείκνυε το βέλος της γραφίδας, ποιο θα ήταν το τελικό της σχήμα της χώρας των χώρων μου. Ένα τέτοιο οικείο σε όλους μας ερώτημα χρησιμοποιεί ευφυώς ως εύρημα o Γρηγοριάδης στους Χάρτες του. Εβδομήντα στιγμιοτυπο-βιογραφήματα μοιρασμένα σε τέσσερες περιφέρειες (χωριά και κωμοπόλεις / πόλεις και συνοικίες / ξενιτιές και εξορίες / ουτοπίες και δυστοπίες) συναρμολογούν ένα τεράστιο α/Χαρτο-γράφητο κομμάτι της περιφέρειας, των κωμοπόλεων και των πόλεων. Δεν υπάρχουν δημόσια γεγονότα εδώ, ή καθοριστικές ιστορικές συγκυρίες, παρά προσωπικά γεγονότα (τα περισσότερα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό) που άλλωστε φτιάχνουν τις βιογραφίες των γενιών που ανήκουμε, όσοι συναντιόμαστε εδώ μέσα, ένας πάνω μία κάτω.

Ένας συγγραφέας που έχει λογογραφήσει όσο λίγοι το σήμερα, την καθημερινότητα και το ανθρώπινο σώμα, τώρα ανυψώνεται και απομακρύνεται, και τα παρατηρεί – πάντοτε τρυφερά – από ψηλά ή από μεσαία απόσταση. Οι ιστορίες εναλλάσσονται από μια φιλική παρέα διηγητών, με γλώσσα απλούστατη και υπαινίσουσα και με ματιά ευθύβολη και τολμηρή. Αν ο καθένας μας έπρεπε να διηγηθεί μια καίρια στιγμή της ζωής του – όχι οπωσδήποτε καθοριστική αλλά μόνιμη κάτοικο της μνήμη – ποια θα επιλέγαμε; Τι θα ζυγίσει περισσότερο, μια πράξη ή κάποια σκέψη; Ή μήπως το αρνητικό τους, οι ερωτικές ιστορίες που δεν γεννήθηκαν αλλά τις πλησιάσαμε σύρριζα, η επιλογή του διλήμματος που δεν προκρίναμε, οι κινήσεις που έμειναν ανολοκλήρωτες;

Φαντάσου λοιπόν…πως είσαι ποιητής και δίνουν τ’ όνομά σου σ’ έναν ανηφορικό δρόμο μιας κωμόπολης ή ψάχνεις τρόπους ώστε η παρουσίαση του βιβλίου σου ν’ αφήσει εποχή, ηθοποιός που θέλει να συρράψει σ’ έναν μονόλογο όλα όσα έχει να πει, παρατηρητής νυχτερινών τρένων που ακούει Orbital διασχίζοντας τα τενάγη των Φιλίππων, Λολίτα με μέλλον που θέλει να εξομοιώσει στιγμές με χρόνια. Ας φανταστούμε πως είμαστε Εραστές Ανοιχτών Χώρων και βροχερής Θράκης, Τούρκοι ή Έλληνες σ’ ένα καφενείο εκτός ανταλλαγής πληθυσμών, αγνοούμενοι του σήμερα – μήπως είναι ευτυχία να μη σ’ αναζητάει κανείς; – πως μας έμεινε η μυρωδιά του σπέρματος ως μοναδική ανάμνηση μιας ερωτικής σχέσης ή βρεθήκαμε σε μια παρτουζίτσα που εξελίχτηκε απρόσμενα.

Κι ακόμα, πρόσωπα που τρώγονται με τα σαράκια τους, στρατιώτες, επαρχιώτισσες, άστεγοι, ξένοι, άρρωστοι, ιδιότητες που όλοι υπήρξαμε ή μας περιμένουν πιο κάτω, η δέσποινα που αφήνει λυτά τα ένστικτά της, δυο αποκλεισμένοι σ’ ένα τσοντοσινεμά, μια μοδίστρα που προσαρμόζει τα νυφικά στις ψυχές των νυφών, η ταχυδρομική υπάλληλος ταξιδεύτρια απ’ τον Παγκράτι στον Ατλαντικό (ακριβώς έτσι). Δεν είναι, άλλωστε, ο απόδημος κόσμος μας ένας τηλεφωνικός θάλαμος, ένα καρναβαλικό ντύσιμο που περνάει τόσο φευγαλέα πια, ένα σπίτι σχεδόν σύρριζα στη νέα Εγνατία ή μια χέστρα στην άκρη μιας ρεματιάς; Θα σωθούμε άραγε αναβαπτιζόμενοι στον κάμπο της Καβάλας ή τα ρέιβ της Σαμοθράκης ή αν θεραπεύσουμε δαιμονισμένες κορασίδες στο θέατρο των Φιλίππων;

Ας έπρεπε να προτείνω ένα αγαπημένο από κάθε ενότητα, θα ήταν τα Αναστενάρισσα (νεαρή ενδίδουσα σε δυο πολιορκητές, μέσω του ερωτισμού των πελμάτων και της άχνης του ζαχαροπλαστείου), Ο μασέρ (ο πρώην βιαστής πλέον εισβολέας ως μασέρ στην Σάλλυ με τις δυο τηλεοράσεις δίπλα δίπλα), Δεκατρείς γυναίκες (η αποψίλωση ενός μακεδονικού χωριού από τις όμορφες κοπέλες του – η πίσω όψη της μικροϊστορίας) και Ο ήλιος της ερήμου, με την πολλαπλασιασμένη ακοή ολόκληρου του παρελθόντος – «Τίποτα δεν πάει χαμένο στον κόσμο μας», ομολογεί και κλείνει τα μάτια. «Κάθε μόριο, κάθε πληροφορία, κάθε χτύπος περιμένουν να τα περισυλλέξεις και να τα σμίξεις με νόημα». (σ. 252).

Στη δεύτερη ανάγνωση οι ιστορίες μοιάζουν συρτάρια για ξεκλείδωμα, ασκήσεις επί χάρτου (ή να πω επί Χαρτών;), γρίφοι προς επίλυση. Κι ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, η πλειοψηφία των «ιστοριοστιγμών» δεν είναι ευδαιμονικές και γελαστές, η αίσθηση που αφήνουν είναι ενός γεμίσματος, μιας ανακούφισης πως όλοι μέσα στα ίδια λάθη, τα ίδια διλήμματα και τις ίδιες ματαιώσεις παραδέρνουμε – άλλωστε το τέλος μένει πάντα άνοιχτό, μισάνοιχτο, εναλλασσόμενο ή τέλος πάντων ατελές. Στο τέλος οι περισσότεροι χαρακτήρες συγκεντρώνονται υπό έναν Παράδεισο όπου μοιάζουν λιγότερο βεβαρημένοι: μήπως επειδή οι ιστορίες τους έχουν γραφτεί, συνεπώς θα ζουν μέσα από αυτές;

Φάκελος φιλοξενούμενου: Παλαιοχώρι Παγγαίου, 1956, Αγγλική Φιλολογία, διδασκαλία στις σχολικές αίθουσες του Έβρου, της Ξάνθης και του Διδυμότειχου, συγγραφή επτά μυθιστορημάτων και μιας συλλογής διηγημάτων, κριτική λογοτεχνίας, συντονισμός ομάδων δημιουργικής ανάγνωσης και σεμιναρίων στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών (με το πλουσιότερο, κατά τη γνώμη μου, βιβλιοφιλικό σάιτ – http://www.serrelib.gr/).

Eπισκεπτήρια: http://teogrigoriadis.blogspot.com/), grigori@otenet.gr.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πατάκης, 2007, σελ. 267                                                

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου: εδώ.

29
Μαρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 12

Τζων Φώουλς, Ο Μάγος, εκδ. Εστία, 2003, μτφ. Φαίδων Ταμβακάκης, σ. 153-154 (John Fowles, The Magus, 1966).

Ένιωθα ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που οι Γερμανοί και οι Γάλλοι μεταφυσικοί του αιώνα μας μάς διαβεβαίωσαν πως είναι η αλήθεια: πως ό,τι είναι «άλλο» είναι εχθρικό για το άτομο. Σ’ εμένα αυτό το «άλλο» φαινόταν θαυμάσιο. Ακόμα και το πτώμα, ακόμα και οι αρουραίοι που τσίριζαν. Η ικανότητα να νοιώθεις, άσχετα με το κρύο, την πείνα και την ναυτία, ήταν ένα θαύμα. Προσπάθησε να φανταστείς πως μια μέρα αποκτάς μια έκτη, ως τώρα ασύλληπτη αίσθηση, κάτι που δεν γίνεται αντιληπτό από την αφή, την όραση, τις συνηθισμένες πέντε. Αλλά μια πολύ βαθύτερη αίσθηση, την πηγή απ’ όπου αναβλύζουν οι άλλες. Η λέξη «ύπαρξη» όχι πια ποιητική και περιγραφική, αλλά ενεργητική…Σχεδόν επιτακτική.

 Στον Τάσο Γουδέλη

28
Μαρ.
09

Phillip Boa & the Voodoo Club – Diamonds Fall (Constrictor, 2009)

 

Είκοσι και παραπάνω χρόνια πίσω, μεσημέρι στο Happening, ο ήλιος μπαίνει από τα μικρά παράθυρα ψηλά στον τοίχο, κι εγώ βρίσκομαι τραγικά αναποφάσιστος ανάμεσα στα βινύλια. Με παίρνει μόνο για ένα, που θα πρέπει να με συντροφεύει για το επόμενο εξάμηνο κι έχω ήδη βάλει στην άκρη 5-6 – μέχρι που βλέπω το ζωγραφισμένο εξώφυλλο των Philip Boa & the Voodoo Club. Τους έχω ακούσει από τους Νυχτερινούς του Τρίτου (με τους αξέχαστους τίτλους – σιδηρόδρομους), με έχουν κερδίσει, ορμάω. Αργότερα κατάλαβα πως είχα στα χέρια μου την Γερμανική έκδοση (Philister) κι όχι την αγγλική, που ακολούθησε ένα χρόνο μετά (Philistrines). Αρχικά με ξένισε αλλά μετά έμαθα στη γοητεία του αρχικού πρωτότυπου – εθίστηκα άλλωστε τόσο σ’ εκείνο όσο και στο Aristocracy που βγήκε ένα έτος αργότερα.

Ξεκίνησαν το 1985 στην Δυτική – φυσικά – Γερμανία το 1985 από τον Philip Boa, την τραγουδίστρια / κημπορντίστρια Pia Lund, τον κρουστοφόρο Voodoo και τον προγραμματιστή Der Rabe, κυκλοφορούσαν στην δική τους Constrictor αλλά σύντομα η Γερμανική Rough Trade τους γνώρισε στην Red Flame που τους διέσπειρε στα ποπ βασίλεια, και δεν σταμάτησαν όλα αυτά τα χρόνια να κυκλοφορούν δίσκους ποιοτικά άνισους μεταξύ τους αλλά πιστούς στο αρχικό τους στιλ. Εκείνη η πανέξυπνη ποπ με τα γκροτέσκα στοιχεία, την εκκεντρική εκφορά, τους τραγικωμικούς (όχι κωμικοτραγικούς!) στίχους και τα αξέχαστα ιλουστρασιόν ρεφρέν υπήρξε πάντοτε το στοιχείο τους.

B52s αστειότητες, Talking Heads ρυθμολαγνεία, Can εκτροχιασμοί, Fall ανορθοδοξία, XTC ποπ, Wire σοφιστικε-ία, Wolfsheim ηλεκτρονικότητα, πιθανώς όλα απορροφήθηκαν στον τίτλο της Pop Avant Garde που έκτοτε τον συνοδεύει. Έτσι κι εδώ, όπου τους βρίσκουμε όμως στον γνωστό δυισμό τους: από τη μία οι όμορφες ευκολομνημονευτότατες μελωδίες τους ξεχειλίζουν από παντού, αλλά συχνά τις σπαταλούν έως καίνε ως πρόχειρα ρεφρέν σε σχεδόν παιδικά τραγούδια, που σε κερδίζουν μα όχι ολοκληρωτικά– όπως π.χ. στο ομώνυμο, το DJ Baron Cabdriver, το The Race is over (πιο ποπ εκδοχή των Apoptygma), το Valerian.

Όταν όμως αποφασίσουν να κατρακυλήσουν σε μια πιο σκοτεινή πλευρά της ποπ, που με το ένα μάτι κοιτάζει το φως και με το άλλο τα βάραθρα, τότε εκεί τα πράγματα γίνονται πολύ πιο ενδιαφέροντα, αν λάβει κανείς υπόψη κι όλες αυτές τις στοιχειωτικές μεταφορές των ιστοριών του. Τότε ο κόσμος πραγματικά γίνεται απειλητικός κι όχι άπιστος – όπως στο The World has been unfaithful (δεν μοιάζει να βγαίνει από το Ocean Rain των Bunnymen;), η ρυθμολογία του Coppergirl θα θυμίσει τους ύστερους Wire, και η γοητεία του Jane Wyman θα κρατήσει κι άλλο τον Colin Newman αλλά προς τους συγγενείς του Minimal Compact. Κατόπιν η (αυτοβιογραφική;) Ballad of Pia and Toett θα σας δείξει από πού εμπνέονται οι Ladytron, που εκστασιάζουν τον κόσμο με εκείνα που έκανε ο Boa είκοσι χρόνια πριν, αλλά that’s how the story goes. Κι εγώ στο εξής θα πετάω πάνω απ’ την πόλη με το Lord have Mercy with the 1-eyed, το απόλυτο αιωρο-τράγουδο!

Δεχόμαστε τις ανεπάρκειές σας Φίλιππε Βόα, Ρωμαίε της Γερμανικής Ποπ, και Πία Λούνδα, Ιέρεια της Συγκλήτου του. Και πάντα σας κρατάμε ανοιχτό το Μαύρο Φως, όπως μας ζητάτε στο τελευταίο σας μαγευτικό τραγούδι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Μαρ.
09

Κάρλος Σαμπάγιο, Τη χρονιά που δραπέτευσε το λιοντάρι

Ο Carlos Sampayo (Μπουένος Αϊρες, 1943) μάς είναι γνωστός από την συνεργασία του με τον Αργεντινό σχεδιαστή Jose Munoz (βλ. τις κόμικ σειρές Alan Sinner, Le Bar a Joe και το άλμπουμ Billie Holiday). Εξόριστος στην Ευρώπη από τη δεκαετία του ’70 (Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία, όπου ζει σήμερα), ασχολείται ευρύτερα με το σενάριο και την κριτική λογοτεχνίας και μουσικής, παλαιότερα και με την ποίηση. Όπως είναι αναμενόμενο, η πλούσια σκευή του είναι εμφανέστατη σ’ ετούτο το πρώτο του, βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα. Η πλοκή (πυρήνα της οποίας αποτελεί η αναζήτηση ενός ναζί εγκληματία από τρεις ιδεαλιστές ανατολικοευρωπαίους «πράκτορες») εμποτίζεται με στοιχεία νουάρ, αστυνομικού και κατασκοπικού μυθιστορήματος αλλά και μαύρης κωμωδίας, ενώ η περιγραφή της ταυτόχρονης και παράλληλης δράσης των ηρώων συχνά θυμίζει κινηματογραφικές τεχνικές.

Τα πρόσωπα του μύθου αποτελούν ένα σύνολο από εξαιρετικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες: από τον Λεόν Φερράρα επιδέξιο χορευτή ταγκό και πορτοφολά μέχρι τους δίδυμους Αλεξ και Αδόλφο, αυτόκλητους εξυγιαντές της κοινωνίας (αποστολή που περιορίζεται όμως στις μικρότερες κλίμακες του εγκλήματος) και από τις σενιόρες και σενιορίτες της πανσιόν όπου ζουν οι περισσότεροι μέχρι τα τρία διαφορετικά πορτρέτα των αστυνομικών: του έντιμου Κασάρες, του διεφθαρμένου Μαργαρίδα και του δουλικού Λαρρανιάγα – αποφεύγοντας έξυπνα το στερεότυπο του αρνητικού καθεστωτικού αστυνομικού. Οι περισσότεροι είναι γνώστες της γλώσσας των παραβατών, σαρκάζουν και αυτοσαρκάζονται ανελέητα, μαθαίνουν να ασκούνται στην αναμονή ακόμα κι όταν όλα εξελίσσονται ανεξάρτητα από τη θέλησή τους, ενώ στις δύσκολες στιγμές τους εύχονται να ήταν απλά ιδιοκτήτες καπνοπωλείου ή διευθυντές στιλβωτηρίου ή απλά αφήνονται στις εμμονές τους (ο Φερράρα συχνά ακούει τανγκό μέχρι να κάψει τις λυχνίες του Wincofon του).

Ανάμεσά τους κυκλοφορεί ένα …λιοντάρι, περιφερόμενος δραπέτης του τσίρκου, περισσότερο αμήχανος παρά απειλητικός. Πέρα από προφανείς συμβολισμούς (οι πραγματικά επικίνδυνοι υποδεικνύουν άλλους ως τέτοιους, το άγριο θηρίο προκαλεί λιγότερους κινδύνους από ορισμένους ανθρώπους) και παραλληλισμούς (ορισμένοι χαρακτήρες φαίνονται εξίσου μοναχικοί ή και κυνηγημένοι, όπως κι εκείνο), το λιοντάρι αποτελεί έναν ιδιότυπο μάρτυρα των θλιβερών τεκταινόμενων στους δρόμους και τα οικόπεδα της πόλης. Η φευγαλέα διασταύρωσή του με κάποια πρόσωπα φέρνει στην επιφάνεια τις φοβίες ή προκαλεί τα πικρόχολα σχόλιά τους, ενώ η επιστροφή του στο τσίρκο δεν μπορεί παρά να είναι και αυτή συμβολική: οι αγριότητες που διαπράττονται στα πεδία της «ελευθερίας» μοιάζουν χειρότερες από εκείνες του εγκλεισμού του.

Όμως ο Μουνιόζ δεν περιορίζεται σε μια λογοτεχνική μετάπλαση των εικαστικών του εμμονών, αλλά τις χρησιμοποιεί να γράψει για την αγαπημένη του πόλη και τις ανεπανόρθωτες πληγές που της προκάλεσε η ζοφερή πολιτική της μοίρα. Εδώ το Μπουένος Αϊρες απογυμνώνεται από την λογοτεχνική του αίγλη, για να βυθιστεί σε μια ρεαλιστική, παρακμιακή απεικόνιση. Το ποτάμι αναδίνει αναθυμιάσεις αποσύνθεσης και τα προάστια είναι θλιβερά, με απρόσωπα σπίτια και έρημους δρόμους. Στο Μπούενος Άιρες του 1957 ένα άλλο στρατιωτικό καθεστώς έχει αντικαταστήσει τη δικτατορία του Χουάν Περόν. Η χώρα αποτελεί τον μεταπολεμικό υποδοχέα των ευρωπαίων φασιστών.

Η σκιαγράφηση των φανερών αλλά και των λιγότερο προφανών όψεων του ολοκληρωτισμού, από το κλίμα διάχυτου φόβου και μελαγχολίας έως την καθοριστική τους συμβολή στην ανθρώπινη ζωή, αποτελεί το γοητευτικότερο στοιχείο του μυθιστορήματος. Οι ριπές αυτόματων όπλων από ελεύθερους σκοπευτές (που προφανώς επιθυμούν να εκκαθαρίσουν την πόλη από κάθε αντιφρονούντα) δεν είναι παρά ένα ακόμα ακουστικό στοιχείο του περιβάλλοντος. Η διαφθορά απλώνεται παντού, ομάδες εκτελεστών δρουν ανεξέλεγκτα, η πρέσα του βιβλιοδέτη (ως όργανο βασανισμού) αποτελεί μόνιμη απειλή για κάθε παραβάτη.

Κάθε ανάλογο καθεστώς έχει ανάγκη από εχθρούς: από τον «Φυγάδα Τύρρανο» (ο Περόν ποτέ δεν κατονομάζεται) που όλοι θεωρούν υπεύθυνο για την άθλια κατάσταση της χώρας μέχρι εκείνους που απολαμβάνουν παράνομα τον έρωτα. Ο Μαργαρίδα μπαίνει χωρίς ένταλμα στα επιπλωμένα δωμάτια – ερωτικές φωλιές των ζευγαριών για να διαπιστώσει τη νομιμότητα του ζευγαρώματος. Είναι άλλωστε γνωστή η εμμονή των φασιστικών καθεστώτων με τον έλεγχο της δημόσιας «ηθικής» και την απέχθεια προς οτιδήποτε σχετίζεται με την ερωτική ζωή και τη σεξουαλικότητα.

Η έκφραση της διαβρωτικής παρουσίας του ολοκληρωτισμού δεν περιορίζεται στις καθημερινές του εκδηλώσεις στην λατινοαμερικανική χούντα, ούτε στους ελάσσονες φορείς του. Οι διώκτες των ναζί έχουν ανάλογα κυνηγηθεί από τον σταλινισμό· δεν έχουν απλά πληγωθεί από τα ματαιωμένα τους οράματά του παρελθόντος, αλλά τα μικρόβια του φόβου και της καχυποψίας συχνά καθορίζουν το παρόν τους. Ένας από αυτούς, ο Βάλτερ, εξαιτίας μια σατανικής σύμπτωσης θα αποδιώξει τον νέο του έρωτα, βέβαιος πως πρόκειται για διατεταγμένο πρόσωπο των σοβιετικών υπηρεσιών. Τα παραπάνω αποτελούν το αντικείμενο του συναρπαστικού πέμπτου, παρενθετικού κεφαλαίου, όπου και οι πρωταγωνιστές προβληματίζονται πάνω στην εκδίκηση. «Ας μην τους σκοτώσουμε, αλλά ας τους εμποδίσουμε να ξεχάσουν».

Στο τέλος το λιοντάρι έχει μεν «παραδοθεί» αλλά διαδίδεται πως κυκλοφορεί ελεύθερη η λέαινα. Η απόδρασή της είναι σχεδόν απαραίτητη, εφόσον ένας ακόμα αποδιοπομπαίος τράγος θα χρεωθεί μερικούς φόνους και ο απλός κόσμος θα πρέπει να συζητά για κάτι – η κυκλοφορία εφτά περιοδικών σινερομάντζων δεν αρκεί. Όμως παραβάτες θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Γιατί «με τέτοιους εκπρόσωπους της τάξης, θα υπάρχουν πάντα κλέφτες και παράνομοι» (σ. 114).

Συντεταγμένες: Κάρλος Σαμπάγιο, Τη χρονιά που δραπέτευσε το λιοντάρι, εκδόσεις Πόλις, μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, σελ. 320.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 17 (άνοιξη 2009).
24
Μαρ.
09

Γαλέρα για τις ακυβέρνητες πολιτείες, τεύχος 42 (Μάρτιος 2009)

 

Να δείτε που στο τέλος θα το κάνουν οικόπεδα… Πιθανόν να μείνει κι η ονομασία «Σκοπευτήριο», ουδέτερα όμως, χωρίς καμία ειδική σημασία, αλά πλατεία Συντάγματος, θα φέρνει στα μυαλά των ανθρώπων τους αργόσχολους που κάναν βόλτα σε χάρτινους στόχους, σε πιατάκια πήλινα και σε περιστέρα. Σε ανθρώπους, ποτέ. Κατά τη γερμανικη κατοχή; Μα συνέβηκε ποτέ τέτοιο πράγμα; έγραφε ο Μάριος Χάκκας στο Σκοπευτήριο Καισαριανής το 1972 και είχε προφητικό δίκιο.

Ο κόσμος μας είναι ούτως ή άλλως γεμάτος θλιβερούς χακκικούς χαρακτήρες. Άλλοι επαληθεύουν την πρόβλεψή του, άλλοι μετατρέπουν μια αρχαία λίμνη στην Ελευσίνα σε δεξαμενή πετρελαιοειδών και απαγορεύουν την φωτογράφηση της απειλούμενης πανίδας, κάποιοι τρίτοι πηγαίνουν τα βράδια και ξεριζώνουν φρεσκοφυτεμένα δεντράκια ενός παραλιακού κτήματος στο Αλιβέρι (κρίνοντας προτιμότερο τον λιθανθρακικό θάνατο από οιονδήποτε άλλο), κάποιοι τέταρτοι σκάρωσαν ένα ταιριαστό εξάμβλωμα στην παραλία της Θεσσαλονίκης, κάποιοι τελευταίοι δημιουργούν χαμό για την αντίδραση στη μετατροπή των πάρκων (ενώ τι θα αλλάξει; 2 γράμματα μόνο: πάρκ-ο – πάρκ-ιν).

Μα κι έξω από το χωριό μας συμβαίνουν όμορφα πράγματα. Στην Ινδία δεν υποφέρουν μόνο οι παροικούντες τις χίλιες αποικίες λεπρών, αλλά και οι θεραπευμένοι, εφόσον ο νόμος ορίζει την ασθένεια ως ανίατη. Συνεπώς δεν δικαιούνται ούτε να οδηγούν, διώκονται ακόμα και από τα καφέ, τους επιτρέπεται όμως να κάνουν ελεημοσύνη – ευτυχώς! Δυτικότερα, σ’ ένα πλοίο μέσα στο βρετανικό λιμάνι του Lincolnhsire, Ιταλοί και Πορτογάλοι εργάτες βρίσκονται αποκλεισμένοι από Βρετανούς συναδέλφους που φωνάζουν: «Κλέβετε δουλειά από τους ντόπιους που την έχουν ανάγκη»! Ιδού μια πρώτη εκδήλωση μιας κρίσης που κατασκευάζει εχθρούς: η ενδοταξιακή πάλη. Το ίδιο κι εδώ: μέχρι σήμερα θεωρούσαμε τους μετανάστες ως πρόβλημα δημόσιας τάξης (ενώ η παραγωγή ευημερούσε χάρη στη φθηνή και ανασφάλιστη εργασία), ενώ τώρα μετατρέπονται ως ασφαλιστική απειλή κι ως ανταγωνιστές κλέφτες στην αγορά εργασίας.

Οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ και το ένα κείμενο είναι πιο ενδιαφέρον από το άλλο. Ο ακτιβιστής πολιτικός γελοιογράφος από τη Νότια Αφρική Τζόναθαν Σαπίρο (ή σκέτο Ζαπίρο), σ’ ένα διάλειμμα από τις πλείστες διώξεις που υφίσταται για τις δημοσιεύσεις του, μας δίνει μια πλήρη εικόνα του Νότιου Άκρου, ο κομαντάντε Ούγκο Τσάβες ντοκυμαντερογραφεί την δονκιχωτική του ιστορία, η Θεωρία της Αποανάπτυξης νικά κατά κράτος την αναπτυξιολαγνεία, ο Robin Rimbaud εντάσσει στην ηλεκτρονική του μουσική πλήθος τηλεφωνικών διαλόγων, ο Soloup γελοιογραφεί ένα περίφημο γνωστό ανέκδοτο.

Ακόμη: ανταπόκριση από τη Βηρυτό, από το καλλιτεχνικό νεκροτομείο των Bodies, μια εξασέλιδη εικαστική βουτιά στον υπέροχο Μ.Ε.Έσερ, η δωδεκάλογη Πικαντύλη του Νίκου Κουνενή, τα 100 πρώτα της Γαλέρας (στο 45 ο Γαβράς: Εγώ δεν πιστεύω πια στον Θεό, πιστεύω μόνο στους ανθρώπους, στο 62 το μνημειώδες Αγαμόθυτο Του οχτάωρου οι πεσόντες νανουρίζονται με τσόντες), δύο έργα σεξ, διήγημα του παρισινού περιθωρίου, η Γαζέτα (δισέλιδη διαγαλαξιακή εφημερίδα του 3009), κόμικς και άλλα. Αυτές οι παρά-έξι-100 καλογυαλισμένες σελίδες μεγάλου μεγέθους, πλείστων χρωμάτων, επιμορφωτικών πλανητικών ταξιδίων και βαθύτατων προβληματισμών κυκλοφορούν την πρώτη Τετάρτη κάθε μήνα και είναι, λένε, απλώς ένα «μηνιαίο πολιτικό και σατιρικό έντυπο».

Επισκεπτήριο: http://www.galera.gr/. Στην φωτογραφία: Ο φιλοξενούμενος του σαλονιού της Γαλέρας M.E.Escher και το Belvedere του. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

22
Μαρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 11

Διαμαντής Αξιώτης, Ο οργισμένος Βαλκάνιος στα τενάγη των Φιλίππων, (από την συλλογή διηγημάτων Ξόβεργα με μέλι), εκδ. Νεφέλη, 1994, σ. 56-57.

Τα νερά, αριστερά, θα σηκώνουν σκόνες κι η άσπρη πάχνη θα είναι παχιά, καθισμένη στο σκυρόστρωμα. Ανάμεσα Μικρής Βόλβης και Μεγάλης, στη στροφή της γέφυρας, θα σφίξεις τα δάχτυλα σα μέγκενη και θα κολλήσεις τα μπούτια στα πλευρά της γκόμενας, α ρίξεις το σώμα μπροστά, να τη σκεπάσεις και να σε κρύψει στον κόρφο της, γιατί θα έχετε πάρει δυο στροφές τρελές και τρεις, θα πετάτε πάνω απ’ το χώμα και τα καλάμια, ντουγρού για τα μαδέρια και τις σιδερόβεργες, όπως θα χαράζετε, μαζί, μιαν ασημένια λάμψη. (…)

Ξέχασα να σου πω πως, γύρω σου, ανθεκτικά έντομα θα συζούν, με μυθολογικά κεφάλια και σάλιο κολλογόνο, λεβιάθαν και γήταυρος, έτοιμα να κληρονομήσουν τον πλανήτη. Εσύ, βέβαια, έφυγες ένα ταξίδι. Μη σε νοιάζει αν δε θα έχει χάρτες και πυξίδες στο περίπτερο. Εκεί θα βρεθείς χωρίς διευθύνσεις και τηλέφωνα στην κωλότσεπη και δε θα θυμάσαι κανένα όνομα δρόμου. Στο σταθμό δε θα σε περιμένει κανείς κι απ’ το λιμάνι θα έχουν φύγει οι φωτογράφοι. Κανείς δε θα ρωτήσει ηλικία και επάγγελμα. Κι αν ακούσεις πίσω σου λαλιά, μη γυρίσεις να δεις. Δε θα ’ναι για σένα η φωνή. Δραπέτευσα απ’ τη σκιά μου, να πεις· κι όποιος σε πιστέψει.

Στον Θεόδωρο Γρηγοριάδη

21
Μαρ.
09

Οδός Πανός, τεύχος 143 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2009)

 

Αφιέρωμα στον άγγλο ποιητή Τζων Κητς.

Τι είναι τα μπαράκια; Χώροι συνευρέσεως και γνωριμίας; Αυνανιστήρια; Προσωρινά καταλύματα παραστρατημένων πουλιών; Καταφύγια για βομβαρδισμένους μέθυσους και ερωτύλους; Προτεκτοράτα της Pax Americana; Βιτρίνες βαλσαμωμένου πάθους; Γκέτα μελλοθάνατων μορφινομανών; Η μήπως στέκια εφήβων νυμφομανών; Αναγκαστικός προγαμιαίος σταθμός των κουρασμένων νέων της εποχής μας; Η άλλη εκδοχή της ταβέρνας; Νυχτερινά καφενεία ή νυχτερινά κολαστήρια; Ευκαιριακά οφθαλμοπορνεία ή τοπία ανακωχής με τους δαίμονες της νυχτερινής μας αγωνίας; παραληρεί κατά των πανάθλιων σημερινών μπαρ ο Θωμάς Κοροβίνης και κάθε λέξη του τρισέλιδου ποιητικού του λιβέλου με βρίσκει σύμφωνο, καθώς και για μένα κάποτε αυτοί οι τόποι ήταν κάτι άλλο ή θα έπρεπε να είναι κάτι άλλο.

Ευτυχώς κάποια άλλα στοιχεία παραμένουν αιώνια, όπως η ποίηση του Τζον Κητς, του Αηδονιού του Αγγλικού Ρομαντισμού που πέθανε μόλις στα 26, συμπληρώνοντας μαζί με τους Ρεμπώ, Νοβάλις, Σέλλεϋ την στρατιά των χαμένων πριν τα τριάντα, αφού χτυπήθηκε ανελέητα από την κριτική. Σε ένα εξαντλητικό αφιέρωμα γεμάτο βιογραφικά κείμενα, επιστολές του ίδιου, εκδοτικές ανασκοπήσεις κ.λπ. αναπνέει ο [θρησκευτικά εκκεντρικότερος και παγανιστικότερος των συγγενών του Μπάυρον και Σέλλεϋ] ζωηρός εικονογράφος, που επηρέασε πλείστους όσους ρομαντικούς ποιητές αλλά και την πανέμορφη προ-ραφαηλιτική ζωγραφική. Ευκαιρία να ξανακούσουμε και τον δίσκο του Steven Brown (των Tuxedo Moon), όπου ο ίδιος διαβάζει την ποίηση του Κητς πάνω από επί τούτου γραμμένες πιανιστικές βινιέτες.

Ακόμη: ένα μικρότερο τρυφερό αφιέρωμα στην ηθοποιό, σκηνοθέτη και μεταφράστρια θεάτρου Πίτσα Μπουρνόζου, αυτοπαρουσίαση του δίσκου Προσανατολισμοί (Ανδριόπουλος/Ελύτης) από την Νένα Βενετσάνου, ένα κείμενο του Φώτη Θαλασσινού (που έγραψε πέρσι το εξαιρετικό Λούπα) διόλου τυχαίως συνοδευόμενο από στίχους του Λειβαδίτη και γκραβούρα του Ντορέ, δίσκοι, παραστάσεις, ταξιδιωτικά ημερολόγια (Βερολίνο) και τα συνήθη ύποπτα υπόλοιπα. Το τεύχος συνοδεύεται από CD με την μουσική του Τάκη Φαραζή για την Μήδεια από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας με την Λυδία Κονιόρδου.

Κλείνω και πάλι με τον απολαυστικό Κοροβίνη: Τα κορίτσια σαν πιο δειλά και άβγαλτα περιφέρονται με ένα ύφος τζαζ – σα να τους έχεις ρημάξει τη γιαγιά τους στο ξύλο. Πιο ευγενικά κορίτσια! Ανθρωπιστείτε. (…) Παρατηρώ πόσο αυξάνονται τα ποσοστά του κόμματος των θαυμαστών του Τζέιμς Ντην. Αυτό το κοντούτσικο μελαγχολικό αμερικανάκι, χάρη στο τρυφερό και σκληρό μαζί προσωπάκι του και εξ αιτίας της βιασύνης του χάρου, κατάφερε να φτιάξει ένα κλασικό μεταθανάτιο στυλ, που ξεπέρασε το ζωντανό του μύθο, αλλά ποτέ δεν ξεπεράστηκε καθόλου ούτε ως εξωτερικό στυλιζάρισμα, ούτε ως ψυχολογική φιγούρα μέχρι σήμερα. Ένα σωρό κοριτσάκια εξακολουθούν να ερωτεύονται αυτό το χαρισματικό τσακισμένο βλέμμα που υπόσχεται μύθο και πάθος (…) «Η καταστροφή ως αμερικάνικος τρόπος ελληνικής διασκέδασης ή κατανάλωσης», να ένα θέμα έκθεσης για τις εισαγωγικές στα ελληνικά πανεπιστήμια… 

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.



Μαρτίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.009.984 hits

Αρχείο