Αρχείο για Μαρτίου 2009

31
Μαρ.
09

Θεόδωρος Γρηγοριάδης – Χάρτες

Η ζωή μας είναι καταγραμμένη. Γι’ αυτό και διαβάζουμε σκόρπια, βιαστικά, γιατί ασυναίσθητα ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια μας, να την μαντέψουμε (σ. 233, Χάρτης αρ. 61: Σκορπισμένη βιβλιοθήκη).

Πάντα αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η προσωπική μου βιο-γεωγραφία: ποια μέρη θα συμπεριελάμβανε, ποιοι τόποι θα μαρκάρονταν, ποια περάσματα θα υποδείκνυε το βέλος της γραφίδας, ποιο θα ήταν το τελικό της σχήμα της χώρας των χώρων μου. Ένα τέτοιο οικείο σε όλους μας ερώτημα χρησιμοποιεί ευφυώς ως εύρημα o Γρηγοριάδης στους Χάρτες του. Εβδομήντα στιγμιοτυπο-βιογραφήματα μοιρασμένα σε τέσσερες περιφέρειες (χωριά και κωμοπόλεις / πόλεις και συνοικίες / ξενιτιές και εξορίες / ουτοπίες και δυστοπίες) συναρμολογούν ένα τεράστιο α/Χαρτο-γράφητο κομμάτι της περιφέρειας, των κωμοπόλεων και των πόλεων. Δεν υπάρχουν δημόσια γεγονότα εδώ, ή καθοριστικές ιστορικές συγκυρίες, παρά προσωπικά γεγονότα (τα περισσότερα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό) που άλλωστε φτιάχνουν τις βιογραφίες των γενιών που ανήκουμε, όσοι συναντιόμαστε εδώ μέσα, ένας πάνω μία κάτω.

Ένας συγγραφέας που έχει λογογραφήσει όσο λίγοι το σήμερα, την καθημερινότητα και το ανθρώπινο σώμα, τώρα ανυψώνεται και απομακρύνεται, και τα παρατηρεί – πάντοτε τρυφερά – από ψηλά ή από μεσαία απόσταση. Οι ιστορίες εναλλάσσονται από μια φιλική παρέα διηγητών, με γλώσσα απλούστατη και υπαινίσουσα και με ματιά ευθύβολη και τολμηρή. Αν ο καθένας μας έπρεπε να διηγηθεί μια καίρια στιγμή της ζωής του – όχι οπωσδήποτε καθοριστική αλλά μόνιμη κάτοικο της μνήμη – ποια θα επιλέγαμε; Τι θα ζυγίσει περισσότερο, μια πράξη ή κάποια σκέψη; Ή μήπως το αρνητικό τους, οι ερωτικές ιστορίες που δεν γεννήθηκαν αλλά τις πλησιάσαμε σύρριζα, η επιλογή του διλήμματος που δεν προκρίναμε, οι κινήσεις που έμειναν ανολοκλήρωτες;

Φαντάσου λοιπόν…πως είσαι ποιητής και δίνουν τ’ όνομά σου σ’ έναν ανηφορικό δρόμο μιας κωμόπολης ή ψάχνεις τρόπους ώστε η παρουσίαση του βιβλίου σου ν’ αφήσει εποχή, ηθοποιός που θέλει να συρράψει σ’ έναν μονόλογο όλα όσα έχει να πει, παρατηρητής νυχτερινών τρένων που ακούει Orbital διασχίζοντας τα τενάγη των Φιλίππων, Λολίτα με μέλλον που θέλει να εξομοιώσει στιγμές με χρόνια. Ας φανταστούμε πως είμαστε Εραστές Ανοιχτών Χώρων και βροχερής Θράκης, Τούρκοι ή Έλληνες σ’ ένα καφενείο εκτός ανταλλαγής πληθυσμών, αγνοούμενοι του σήμερα – μήπως είναι ευτυχία να μη σ’ αναζητάει κανείς; – πως μας έμεινε η μυρωδιά του σπέρματος ως μοναδική ανάμνηση μιας ερωτικής σχέσης ή βρεθήκαμε σε μια παρτουζίτσα που εξελίχτηκε απρόσμενα.

Κι ακόμα, πρόσωπα που τρώγονται με τα σαράκια τους, στρατιώτες, επαρχιώτισσες, άστεγοι, ξένοι, άρρωστοι, ιδιότητες που όλοι υπήρξαμε ή μας περιμένουν πιο κάτω, η δέσποινα που αφήνει λυτά τα ένστικτά της, δυο αποκλεισμένοι σ’ ένα τσοντοσινεμά, μια μοδίστρα που προσαρμόζει τα νυφικά στις ψυχές των νυφών, η ταχυδρομική υπάλληλος ταξιδεύτρια απ’ τον Παγκράτι στον Ατλαντικό (ακριβώς έτσι). Δεν είναι, άλλωστε, ο απόδημος κόσμος μας ένας τηλεφωνικός θάλαμος, ένα καρναβαλικό ντύσιμο που περνάει τόσο φευγαλέα πια, ένα σπίτι σχεδόν σύρριζα στη νέα Εγνατία ή μια χέστρα στην άκρη μιας ρεματιάς; Θα σωθούμε άραγε αναβαπτιζόμενοι στον κάμπο της Καβάλας ή τα ρέιβ της Σαμοθράκης ή αν θεραπεύσουμε δαιμονισμένες κορασίδες στο θέατρο των Φιλίππων;

Ας έπρεπε να προτείνω ένα αγαπημένο από κάθε ενότητα, θα ήταν τα Αναστενάρισσα (νεαρή ενδίδουσα σε δυο πολιορκητές, μέσω του ερωτισμού των πελμάτων και της άχνης του ζαχαροπλαστείου), Ο μασέρ (ο πρώην βιαστής πλέον εισβολέας ως μασέρ στην Σάλλυ με τις δυο τηλεοράσεις δίπλα δίπλα), Δεκατρείς γυναίκες (η αποψίλωση ενός μακεδονικού χωριού από τις όμορφες κοπέλες του – η πίσω όψη της μικροϊστορίας) και Ο ήλιος της ερήμου, με την πολλαπλασιασμένη ακοή ολόκληρου του παρελθόντος – «Τίποτα δεν πάει χαμένο στον κόσμο μας», ομολογεί και κλείνει τα μάτια. «Κάθε μόριο, κάθε πληροφορία, κάθε χτύπος περιμένουν να τα περισυλλέξεις και να τα σμίξεις με νόημα». (σ. 252).

Στη δεύτερη ανάγνωση οι ιστορίες μοιάζουν συρτάρια για ξεκλείδωμα, ασκήσεις επί χάρτου (ή να πω επί Χαρτών;), γρίφοι προς επίλυση. Κι ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, η πλειοψηφία των «ιστοριοστιγμών» δεν είναι ευδαιμονικές και γελαστές, η αίσθηση που αφήνουν είναι ενός γεμίσματος, μιας ανακούφισης πως όλοι μέσα στα ίδια λάθη, τα ίδια διλήμματα και τις ίδιες ματαιώσεις παραδέρνουμε – άλλωστε το τέλος μένει πάντα άνοιχτό, μισάνοιχτο, εναλλασσόμενο ή τέλος πάντων ατελές. Στο τέλος οι περισσότεροι χαρακτήρες συγκεντρώνονται υπό έναν Παράδεισο όπου μοιάζουν λιγότερο βεβαρημένοι: μήπως επειδή οι ιστορίες τους έχουν γραφτεί, συνεπώς θα ζουν μέσα από αυτές;

Φάκελος φιλοξενούμενου: Παλαιοχώρι Παγγαίου, 1956, Αγγλική Φιλολογία, διδασκαλία στις σχολικές αίθουσες του Έβρου, της Ξάνθης και του Διδυμότειχου, συγγραφή επτά μυθιστορημάτων και μιας συλλογής διηγημάτων, κριτική λογοτεχνίας, συντονισμός ομάδων δημιουργικής ανάγνωσης και σεμιναρίων στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών (με το πλουσιότερο, κατά τη γνώμη μου, βιβλιοφιλικό σάιτ – http://www.serrelib.gr/).

Eπισκεπτήρια: http://teogrigoriadis.blogspot.com/), grigori@otenet.gr.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πατάκης, 2007, σελ. 267                                                

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου: εδώ.

29
Μαρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 12

Τζων Φώουλς, Ο Μάγος, εκδ. Εστία, 2003, μτφ. Φαίδων Ταμβακάκης, σ. 153-154 (John Fowles, The Magus, 1966).

Ένιωθα ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που οι Γερμανοί και οι Γάλλοι μεταφυσικοί του αιώνα μας μάς διαβεβαίωσαν πως είναι η αλήθεια: πως ό,τι είναι «άλλο» είναι εχθρικό για το άτομο. Σ’ εμένα αυτό το «άλλο» φαινόταν θαυμάσιο. Ακόμα και το πτώμα, ακόμα και οι αρουραίοι που τσίριζαν. Η ικανότητα να νοιώθεις, άσχετα με το κρύο, την πείνα και την ναυτία, ήταν ένα θαύμα. Προσπάθησε να φανταστείς πως μια μέρα αποκτάς μια έκτη, ως τώρα ασύλληπτη αίσθηση, κάτι που δεν γίνεται αντιληπτό από την αφή, την όραση, τις συνηθισμένες πέντε. Αλλά μια πολύ βαθύτερη αίσθηση, την πηγή απ’ όπου αναβλύζουν οι άλλες. Η λέξη «ύπαρξη» όχι πια ποιητική και περιγραφική, αλλά ενεργητική…Σχεδόν επιτακτική.

 Στον Τάσο Γουδέλη

28
Μαρ.
09

Phillip Boa & the Voodoo Club – Diamonds Fall (Constrictor, 2009)

 

Είκοσι και παραπάνω χρόνια πίσω, μεσημέρι στο Happening, ο ήλιος μπαίνει από τα μικρά παράθυρα ψηλά στον τοίχο, κι εγώ βρίσκομαι τραγικά αναποφάσιστος ανάμεσα στα βινύλια. Με παίρνει μόνο για ένα, που θα πρέπει να με συντροφεύει για το επόμενο εξάμηνο κι έχω ήδη βάλει στην άκρη 5-6 – μέχρι που βλέπω το ζωγραφισμένο εξώφυλλο των Philip Boa & the Voodoo Club. Τους έχω ακούσει από τους Νυχτερινούς του Τρίτου (με τους αξέχαστους τίτλους – σιδηρόδρομους), με έχουν κερδίσει, ορμάω. Αργότερα κατάλαβα πως είχα στα χέρια μου την Γερμανική έκδοση (Philister) κι όχι την αγγλική, που ακολούθησε ένα χρόνο μετά (Philistrines). Αρχικά με ξένισε αλλά μετά έμαθα στη γοητεία του αρχικού πρωτότυπου – εθίστηκα άλλωστε τόσο σ’ εκείνο όσο και στο Aristocracy που βγήκε ένα έτος αργότερα.

Ξεκίνησαν το 1985 στην Δυτική – φυσικά – Γερμανία το 1985 από τον Philip Boa, την τραγουδίστρια / κημπορντίστρια Pia Lund, τον κρουστοφόρο Voodoo και τον προγραμματιστή Der Rabe, κυκλοφορούσαν στην δική τους Constrictor αλλά σύντομα η Γερμανική Rough Trade τους γνώρισε στην Red Flame που τους διέσπειρε στα ποπ βασίλεια, και δεν σταμάτησαν όλα αυτά τα χρόνια να κυκλοφορούν δίσκους ποιοτικά άνισους μεταξύ τους αλλά πιστούς στο αρχικό τους στιλ. Εκείνη η πανέξυπνη ποπ με τα γκροτέσκα στοιχεία, την εκκεντρική εκφορά, τους τραγικωμικούς (όχι κωμικοτραγικούς!) στίχους και τα αξέχαστα ιλουστρασιόν ρεφρέν υπήρξε πάντοτε το στοιχείο τους.

B52s αστειότητες, Talking Heads ρυθμολαγνεία, Can εκτροχιασμοί, Fall ανορθοδοξία, XTC ποπ, Wire σοφιστικε-ία, Wolfsheim ηλεκτρονικότητα, πιθανώς όλα απορροφήθηκαν στον τίτλο της Pop Avant Garde που έκτοτε τον συνοδεύει. Έτσι κι εδώ, όπου τους βρίσκουμε όμως στον γνωστό δυισμό τους: από τη μία οι όμορφες ευκολομνημονευτότατες μελωδίες τους ξεχειλίζουν από παντού, αλλά συχνά τις σπαταλούν έως καίνε ως πρόχειρα ρεφρέν σε σχεδόν παιδικά τραγούδια, που σε κερδίζουν μα όχι ολοκληρωτικά– όπως π.χ. στο ομώνυμο, το DJ Baron Cabdriver, το The Race is over (πιο ποπ εκδοχή των Apoptygma), το Valerian.

Όταν όμως αποφασίσουν να κατρακυλήσουν σε μια πιο σκοτεινή πλευρά της ποπ, που με το ένα μάτι κοιτάζει το φως και με το άλλο τα βάραθρα, τότε εκεί τα πράγματα γίνονται πολύ πιο ενδιαφέροντα, αν λάβει κανείς υπόψη κι όλες αυτές τις στοιχειωτικές μεταφορές των ιστοριών του. Τότε ο κόσμος πραγματικά γίνεται απειλητικός κι όχι άπιστος – όπως στο The World has been unfaithful (δεν μοιάζει να βγαίνει από το Ocean Rain των Bunnymen;), η ρυθμολογία του Coppergirl θα θυμίσει τους ύστερους Wire, και η γοητεία του Jane Wyman θα κρατήσει κι άλλο τον Colin Newman αλλά προς τους συγγενείς του Minimal Compact. Κατόπιν η (αυτοβιογραφική;) Ballad of Pia and Toett θα σας δείξει από πού εμπνέονται οι Ladytron, που εκστασιάζουν τον κόσμο με εκείνα που έκανε ο Boa είκοσι χρόνια πριν, αλλά that’s how the story goes. Κι εγώ στο εξής θα πετάω πάνω απ’ την πόλη με το Lord have Mercy with the 1-eyed, το απόλυτο αιωρο-τράγουδο!

Δεχόμαστε τις ανεπάρκειές σας Φίλιππε Βόα, Ρωμαίε της Γερμανικής Ποπ, και Πία Λούνδα, Ιέρεια της Συγκλήτου του. Και πάντα σας κρατάμε ανοιχτό το Μαύρο Φως, όπως μας ζητάτε στο τελευταίο σας μαγευτικό τραγούδι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Μαρ.
09

Κάρλος Σαμπάγιο, Τη χρονιά που δραπέτευσε το λιοντάρι

Ο Carlos Sampayo (Μπουένος Αϊρες, 1943) μάς είναι γνωστός από την συνεργασία του με τον Αργεντινό σχεδιαστή Jose Munoz (βλ. τις κόμικ σειρές Alan Sinner, Le Bar a Joe και το άλμπουμ Billie Holiday). Εξόριστος στην Ευρώπη από τη δεκαετία του ’70 (Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία, όπου ζει σήμερα), ασχολείται ευρύτερα με το σενάριο και την κριτική λογοτεχνίας και μουσικής, παλαιότερα και με την ποίηση. Όπως είναι αναμενόμενο, η πλούσια σκευή του είναι εμφανέστατη σ’ ετούτο το πρώτο του, βαθύτατα πολιτικό μυθιστόρημα. Η πλοκή (πυρήνα της οποίας αποτελεί η αναζήτηση ενός ναζί εγκληματία από τρεις ιδεαλιστές ανατολικοευρωπαίους «πράκτορες») εμποτίζεται με στοιχεία νουάρ, αστυνομικού και κατασκοπικού μυθιστορήματος αλλά και μαύρης κωμωδίας, ενώ η περιγραφή της ταυτόχρονης και παράλληλης δράσης των ηρώων συχνά θυμίζει κινηματογραφικές τεχνικές.

Τα πρόσωπα του μύθου αποτελούν ένα σύνολο από εξαιρετικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες: από τον Λεόν Φερράρα επιδέξιο χορευτή ταγκό και πορτοφολά μέχρι τους δίδυμους Αλεξ και Αδόλφο, αυτόκλητους εξυγιαντές της κοινωνίας (αποστολή που περιορίζεται όμως στις μικρότερες κλίμακες του εγκλήματος) και από τις σενιόρες και σενιορίτες της πανσιόν όπου ζουν οι περισσότεροι μέχρι τα τρία διαφορετικά πορτρέτα των αστυνομικών: του έντιμου Κασάρες, του διεφθαρμένου Μαργαρίδα και του δουλικού Λαρρανιάγα – αποφεύγοντας έξυπνα το στερεότυπο του αρνητικού καθεστωτικού αστυνομικού. Οι περισσότεροι είναι γνώστες της γλώσσας των παραβατών, σαρκάζουν και αυτοσαρκάζονται ανελέητα, μαθαίνουν να ασκούνται στην αναμονή ακόμα κι όταν όλα εξελίσσονται ανεξάρτητα από τη θέλησή τους, ενώ στις δύσκολες στιγμές τους εύχονται να ήταν απλά ιδιοκτήτες καπνοπωλείου ή διευθυντές στιλβωτηρίου ή απλά αφήνονται στις εμμονές τους (ο Φερράρα συχνά ακούει τανγκό μέχρι να κάψει τις λυχνίες του Wincofon του).

Ανάμεσά τους κυκλοφορεί ένα …λιοντάρι, περιφερόμενος δραπέτης του τσίρκου, περισσότερο αμήχανος παρά απειλητικός. Πέρα από προφανείς συμβολισμούς (οι πραγματικά επικίνδυνοι υποδεικνύουν άλλους ως τέτοιους, το άγριο θηρίο προκαλεί λιγότερους κινδύνους από ορισμένους ανθρώπους) και παραλληλισμούς (ορισμένοι χαρακτήρες φαίνονται εξίσου μοναχικοί ή και κυνηγημένοι, όπως κι εκείνο), το λιοντάρι αποτελεί έναν ιδιότυπο μάρτυρα των θλιβερών τεκταινόμενων στους δρόμους και τα οικόπεδα της πόλης. Η φευγαλέα διασταύρωσή του με κάποια πρόσωπα φέρνει στην επιφάνεια τις φοβίες ή προκαλεί τα πικρόχολα σχόλιά τους, ενώ η επιστροφή του στο τσίρκο δεν μπορεί παρά να είναι και αυτή συμβολική: οι αγριότητες που διαπράττονται στα πεδία της «ελευθερίας» μοιάζουν χειρότερες από εκείνες του εγκλεισμού του.

Όμως ο Μουνιόζ δεν περιορίζεται σε μια λογοτεχνική μετάπλαση των εικαστικών του εμμονών, αλλά τις χρησιμοποιεί να γράψει για την αγαπημένη του πόλη και τις ανεπανόρθωτες πληγές που της προκάλεσε η ζοφερή πολιτική της μοίρα. Εδώ το Μπουένος Αϊρες απογυμνώνεται από την λογοτεχνική του αίγλη, για να βυθιστεί σε μια ρεαλιστική, παρακμιακή απεικόνιση. Το ποτάμι αναδίνει αναθυμιάσεις αποσύνθεσης και τα προάστια είναι θλιβερά, με απρόσωπα σπίτια και έρημους δρόμους. Στο Μπούενος Άιρες του 1957 ένα άλλο στρατιωτικό καθεστώς έχει αντικαταστήσει τη δικτατορία του Χουάν Περόν. Η χώρα αποτελεί τον μεταπολεμικό υποδοχέα των ευρωπαίων φασιστών.

Η σκιαγράφηση των φανερών αλλά και των λιγότερο προφανών όψεων του ολοκληρωτισμού, από το κλίμα διάχυτου φόβου και μελαγχολίας έως την καθοριστική τους συμβολή στην ανθρώπινη ζωή, αποτελεί το γοητευτικότερο στοιχείο του μυθιστορήματος. Οι ριπές αυτόματων όπλων από ελεύθερους σκοπευτές (που προφανώς επιθυμούν να εκκαθαρίσουν την πόλη από κάθε αντιφρονούντα) δεν είναι παρά ένα ακόμα ακουστικό στοιχείο του περιβάλλοντος. Η διαφθορά απλώνεται παντού, ομάδες εκτελεστών δρουν ανεξέλεγκτα, η πρέσα του βιβλιοδέτη (ως όργανο βασανισμού) αποτελεί μόνιμη απειλή για κάθε παραβάτη.

Κάθε ανάλογο καθεστώς έχει ανάγκη από εχθρούς: από τον «Φυγάδα Τύρρανο» (ο Περόν ποτέ δεν κατονομάζεται) που όλοι θεωρούν υπεύθυνο για την άθλια κατάσταση της χώρας μέχρι εκείνους που απολαμβάνουν παράνομα τον έρωτα. Ο Μαργαρίδα μπαίνει χωρίς ένταλμα στα επιπλωμένα δωμάτια – ερωτικές φωλιές των ζευγαριών για να διαπιστώσει τη νομιμότητα του ζευγαρώματος. Είναι άλλωστε γνωστή η εμμονή των φασιστικών καθεστώτων με τον έλεγχο της δημόσιας «ηθικής» και την απέχθεια προς οτιδήποτε σχετίζεται με την ερωτική ζωή και τη σεξουαλικότητα.

Η έκφραση της διαβρωτικής παρουσίας του ολοκληρωτισμού δεν περιορίζεται στις καθημερινές του εκδηλώσεις στην λατινοαμερικανική χούντα, ούτε στους ελάσσονες φορείς του. Οι διώκτες των ναζί έχουν ανάλογα κυνηγηθεί από τον σταλινισμό· δεν έχουν απλά πληγωθεί από τα ματαιωμένα τους οράματά του παρελθόντος, αλλά τα μικρόβια του φόβου και της καχυποψίας συχνά καθορίζουν το παρόν τους. Ένας από αυτούς, ο Βάλτερ, εξαιτίας μια σατανικής σύμπτωσης θα αποδιώξει τον νέο του έρωτα, βέβαιος πως πρόκειται για διατεταγμένο πρόσωπο των σοβιετικών υπηρεσιών. Τα παραπάνω αποτελούν το αντικείμενο του συναρπαστικού πέμπτου, παρενθετικού κεφαλαίου, όπου και οι πρωταγωνιστές προβληματίζονται πάνω στην εκδίκηση. «Ας μην τους σκοτώσουμε, αλλά ας τους εμποδίσουμε να ξεχάσουν».

Στο τέλος το λιοντάρι έχει μεν «παραδοθεί» αλλά διαδίδεται πως κυκλοφορεί ελεύθερη η λέαινα. Η απόδρασή της είναι σχεδόν απαραίτητη, εφόσον ένας ακόμα αποδιοπομπαίος τράγος θα χρεωθεί μερικούς φόνους και ο απλός κόσμος θα πρέπει να συζητά για κάτι – η κυκλοφορία εφτά περιοδικών σινερομάντζων δεν αρκεί. Όμως παραβάτες θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Γιατί «με τέτοιους εκπρόσωπους της τάξης, θα υπάρχουν πάντα κλέφτες και παράνομοι» (σ. 114).

Συντεταγμένες: Κάρλος Σαμπάγιο, Τη χρονιά που δραπέτευσε το λιοντάρι, εκδόσεις Πόλις, μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, σελ. 320.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 17 (άνοιξη 2009).
24
Μαρ.
09

Γαλέρα για τις ακυβέρνητες πολιτείες, τεύχος 42 (Μάρτιος 2009)

 

Να δείτε που στο τέλος θα το κάνουν οικόπεδα… Πιθανόν να μείνει κι η ονομασία «Σκοπευτήριο», ουδέτερα όμως, χωρίς καμία ειδική σημασία, αλά πλατεία Συντάγματος, θα φέρνει στα μυαλά των ανθρώπων τους αργόσχολους που κάναν βόλτα σε χάρτινους στόχους, σε πιατάκια πήλινα και σε περιστέρα. Σε ανθρώπους, ποτέ. Κατά τη γερμανικη κατοχή; Μα συνέβηκε ποτέ τέτοιο πράγμα; έγραφε ο Μάριος Χάκκας στο Σκοπευτήριο Καισαριανής το 1972 και είχε προφητικό δίκιο.

Ο κόσμος μας είναι ούτως ή άλλως γεμάτος θλιβερούς χακκικούς χαρακτήρες. Άλλοι επαληθεύουν την πρόβλεψή του, άλλοι μετατρέπουν μια αρχαία λίμνη στην Ελευσίνα σε δεξαμενή πετρελαιοειδών και απαγορεύουν την φωτογράφηση της απειλούμενης πανίδας, κάποιοι τρίτοι πηγαίνουν τα βράδια και ξεριζώνουν φρεσκοφυτεμένα δεντράκια ενός παραλιακού κτήματος στο Αλιβέρι (κρίνοντας προτιμότερο τον λιθανθρακικό θάνατο από οιονδήποτε άλλο), κάποιοι τέταρτοι σκάρωσαν ένα ταιριαστό εξάμβλωμα στην παραλία της Θεσσαλονίκης, κάποιοι τελευταίοι δημιουργούν χαμό για την αντίδραση στη μετατροπή των πάρκων (ενώ τι θα αλλάξει; 2 γράμματα μόνο: πάρκ-ο – πάρκ-ιν).

Μα κι έξω από το χωριό μας συμβαίνουν όμορφα πράγματα. Στην Ινδία δεν υποφέρουν μόνο οι παροικούντες τις χίλιες αποικίες λεπρών, αλλά και οι θεραπευμένοι, εφόσον ο νόμος ορίζει την ασθένεια ως ανίατη. Συνεπώς δεν δικαιούνται ούτε να οδηγούν, διώκονται ακόμα και από τα καφέ, τους επιτρέπεται όμως να κάνουν ελεημοσύνη – ευτυχώς! Δυτικότερα, σ’ ένα πλοίο μέσα στο βρετανικό λιμάνι του Lincolnhsire, Ιταλοί και Πορτογάλοι εργάτες βρίσκονται αποκλεισμένοι από Βρετανούς συναδέλφους που φωνάζουν: «Κλέβετε δουλειά από τους ντόπιους που την έχουν ανάγκη»! Ιδού μια πρώτη εκδήλωση μιας κρίσης που κατασκευάζει εχθρούς: η ενδοταξιακή πάλη. Το ίδιο κι εδώ: μέχρι σήμερα θεωρούσαμε τους μετανάστες ως πρόβλημα δημόσιας τάξης (ενώ η παραγωγή ευημερούσε χάρη στη φθηνή και ανασφάλιστη εργασία), ενώ τώρα μετατρέπονται ως ασφαλιστική απειλή κι ως ανταγωνιστές κλέφτες στην αγορά εργασίας.

Οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ και το ένα κείμενο είναι πιο ενδιαφέρον από το άλλο. Ο ακτιβιστής πολιτικός γελοιογράφος από τη Νότια Αφρική Τζόναθαν Σαπίρο (ή σκέτο Ζαπίρο), σ’ ένα διάλειμμα από τις πλείστες διώξεις που υφίσταται για τις δημοσιεύσεις του, μας δίνει μια πλήρη εικόνα του Νότιου Άκρου, ο κομαντάντε Ούγκο Τσάβες ντοκυμαντερογραφεί την δονκιχωτική του ιστορία, η Θεωρία της Αποανάπτυξης νικά κατά κράτος την αναπτυξιολαγνεία, ο Robin Rimbaud εντάσσει στην ηλεκτρονική του μουσική πλήθος τηλεφωνικών διαλόγων, ο Soloup γελοιογραφεί ένα περίφημο γνωστό ανέκδοτο.

Ακόμη: ανταπόκριση από τη Βηρυτό, από το καλλιτεχνικό νεκροτομείο των Bodies, μια εξασέλιδη εικαστική βουτιά στον υπέροχο Μ.Ε.Έσερ, η δωδεκάλογη Πικαντύλη του Νίκου Κουνενή, τα 100 πρώτα της Γαλέρας (στο 45 ο Γαβράς: Εγώ δεν πιστεύω πια στον Θεό, πιστεύω μόνο στους ανθρώπους, στο 62 το μνημειώδες Αγαμόθυτο Του οχτάωρου οι πεσόντες νανουρίζονται με τσόντες), δύο έργα σεξ, διήγημα του παρισινού περιθωρίου, η Γαζέτα (δισέλιδη διαγαλαξιακή εφημερίδα του 3009), κόμικς και άλλα. Αυτές οι παρά-έξι-100 καλογυαλισμένες σελίδες μεγάλου μεγέθους, πλείστων χρωμάτων, επιμορφωτικών πλανητικών ταξιδίων και βαθύτατων προβληματισμών κυκλοφορούν την πρώτη Τετάρτη κάθε μήνα και είναι, λένε, απλώς ένα «μηνιαίο πολιτικό και σατιρικό έντυπο».

Επισκεπτήριο: http://www.galera.gr/. Στην φωτογραφία: Ο φιλοξενούμενος του σαλονιού της Γαλέρας M.E.Escher και το Belvedere του. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

22
Μαρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 11

Διαμαντής Αξιώτης, Ο οργισμένος Βαλκάνιος στα τενάγη των Φιλίππων, (από την συλλογή διηγημάτων Ξόβεργα με μέλι), εκδ. Νεφέλη, 1994, σ. 56-57.

Τα νερά, αριστερά, θα σηκώνουν σκόνες κι η άσπρη πάχνη θα είναι παχιά, καθισμένη στο σκυρόστρωμα. Ανάμεσα Μικρής Βόλβης και Μεγάλης, στη στροφή της γέφυρας, θα σφίξεις τα δάχτυλα σα μέγκενη και θα κολλήσεις τα μπούτια στα πλευρά της γκόμενας, α ρίξεις το σώμα μπροστά, να τη σκεπάσεις και να σε κρύψει στον κόρφο της, γιατί θα έχετε πάρει δυο στροφές τρελές και τρεις, θα πετάτε πάνω απ’ το χώμα και τα καλάμια, ντουγρού για τα μαδέρια και τις σιδερόβεργες, όπως θα χαράζετε, μαζί, μιαν ασημένια λάμψη. (…)

Ξέχασα να σου πω πως, γύρω σου, ανθεκτικά έντομα θα συζούν, με μυθολογικά κεφάλια και σάλιο κολλογόνο, λεβιάθαν και γήταυρος, έτοιμα να κληρονομήσουν τον πλανήτη. Εσύ, βέβαια, έφυγες ένα ταξίδι. Μη σε νοιάζει αν δε θα έχει χάρτες και πυξίδες στο περίπτερο. Εκεί θα βρεθείς χωρίς διευθύνσεις και τηλέφωνα στην κωλότσεπη και δε θα θυμάσαι κανένα όνομα δρόμου. Στο σταθμό δε θα σε περιμένει κανείς κι απ’ το λιμάνι θα έχουν φύγει οι φωτογράφοι. Κανείς δε θα ρωτήσει ηλικία και επάγγελμα. Κι αν ακούσεις πίσω σου λαλιά, μη γυρίσεις να δεις. Δε θα ’ναι για σένα η φωνή. Δραπέτευσα απ’ τη σκιά μου, να πεις· κι όποιος σε πιστέψει.

Στον Θεόδωρο Γρηγοριάδη

21
Μαρ.
09

Οδός Πανός, τεύχος 143 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2009)

 

Αφιέρωμα στον άγγλο ποιητή Τζων Κητς.

Τι είναι τα μπαράκια; Χώροι συνευρέσεως και γνωριμίας; Αυνανιστήρια; Προσωρινά καταλύματα παραστρατημένων πουλιών; Καταφύγια για βομβαρδισμένους μέθυσους και ερωτύλους; Προτεκτοράτα της Pax Americana; Βιτρίνες βαλσαμωμένου πάθους; Γκέτα μελλοθάνατων μορφινομανών; Η μήπως στέκια εφήβων νυμφομανών; Αναγκαστικός προγαμιαίος σταθμός των κουρασμένων νέων της εποχής μας; Η άλλη εκδοχή της ταβέρνας; Νυχτερινά καφενεία ή νυχτερινά κολαστήρια; Ευκαιριακά οφθαλμοπορνεία ή τοπία ανακωχής με τους δαίμονες της νυχτερινής μας αγωνίας; παραληρεί κατά των πανάθλιων σημερινών μπαρ ο Θωμάς Κοροβίνης και κάθε λέξη του τρισέλιδου ποιητικού του λιβέλου με βρίσκει σύμφωνο, καθώς και για μένα κάποτε αυτοί οι τόποι ήταν κάτι άλλο ή θα έπρεπε να είναι κάτι άλλο.

Ευτυχώς κάποια άλλα στοιχεία παραμένουν αιώνια, όπως η ποίηση του Τζον Κητς, του Αηδονιού του Αγγλικού Ρομαντισμού που πέθανε μόλις στα 26, συμπληρώνοντας μαζί με τους Ρεμπώ, Νοβάλις, Σέλλεϋ την στρατιά των χαμένων πριν τα τριάντα, αφού χτυπήθηκε ανελέητα από την κριτική. Σε ένα εξαντλητικό αφιέρωμα γεμάτο βιογραφικά κείμενα, επιστολές του ίδιου, εκδοτικές ανασκοπήσεις κ.λπ. αναπνέει ο [θρησκευτικά εκκεντρικότερος και παγανιστικότερος των συγγενών του Μπάυρον και Σέλλεϋ] ζωηρός εικονογράφος, που επηρέασε πλείστους όσους ρομαντικούς ποιητές αλλά και την πανέμορφη προ-ραφαηλιτική ζωγραφική. Ευκαιρία να ξανακούσουμε και τον δίσκο του Steven Brown (των Tuxedo Moon), όπου ο ίδιος διαβάζει την ποίηση του Κητς πάνω από επί τούτου γραμμένες πιανιστικές βινιέτες.

Ακόμη: ένα μικρότερο τρυφερό αφιέρωμα στην ηθοποιό, σκηνοθέτη και μεταφράστρια θεάτρου Πίτσα Μπουρνόζου, αυτοπαρουσίαση του δίσκου Προσανατολισμοί (Ανδριόπουλος/Ελύτης) από την Νένα Βενετσάνου, ένα κείμενο του Φώτη Θαλασσινού (που έγραψε πέρσι το εξαιρετικό Λούπα) διόλου τυχαίως συνοδευόμενο από στίχους του Λειβαδίτη και γκραβούρα του Ντορέ, δίσκοι, παραστάσεις, ταξιδιωτικά ημερολόγια (Βερολίνο) και τα συνήθη ύποπτα υπόλοιπα. Το τεύχος συνοδεύεται από CD με την μουσική του Τάκη Φαραζή για την Μήδεια από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας με την Λυδία Κονιόρδου.

Κλείνω και πάλι με τον απολαυστικό Κοροβίνη: Τα κορίτσια σαν πιο δειλά και άβγαλτα περιφέρονται με ένα ύφος τζαζ – σα να τους έχεις ρημάξει τη γιαγιά τους στο ξύλο. Πιο ευγενικά κορίτσια! Ανθρωπιστείτε. (…) Παρατηρώ πόσο αυξάνονται τα ποσοστά του κόμματος των θαυμαστών του Τζέιμς Ντην. Αυτό το κοντούτσικο μελαγχολικό αμερικανάκι, χάρη στο τρυφερό και σκληρό μαζί προσωπάκι του και εξ αιτίας της βιασύνης του χάρου, κατάφερε να φτιάξει ένα κλασικό μεταθανάτιο στυλ, που ξεπέρασε το ζωντανό του μύθο, αλλά ποτέ δεν ξεπεράστηκε καθόλου ούτε ως εξωτερικό στυλιζάρισμα, ούτε ως ψυχολογική φιγούρα μέχρι σήμερα. Ένα σωρό κοριτσάκια εξακολουθούν να ερωτεύονται αυτό το χαρισματικό τσακισμένο βλέμμα που υπόσχεται μύθο και πάθος (…) «Η καταστροφή ως αμερικάνικος τρόπος ελληνικής διασκέδασης ή κατανάλωσης», να ένα θέμα έκθεσης για τις εισαγωγικές στα ελληνικά πανεπιστήμια… 

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
20
Μαρ.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 494 (Μάρτιος 2009)

 

Γράφεται βιβλίο από περισσότερα του ενός πρόσωπα και μάλιστα χωρίς σαφείς καταμερισμούς κεφαλαίων τύπου «μυθιστόρημα των τεσσέρων»; Στην Ιταλία μια ομάδα «σαμποτέρ των ΜΜΕ» με την υπογραφή Luther Blisset (που ήταν…ποδοσφαιριστής της Μίλαν) διέσπειρε ψευδείς ειδήσεις, αρθρογραφούσε, παραπλανούσε τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, έγραψε μυθιστόρημα (Ο Εκκλησιαστής) εξαφανίστηκε, επανεμφανίστηκε ως Wu Ming Foundation, ξανάγραψε και προτείνει ένα νέο επικο-πολιτικό λογοτεχνικό σύμπαν.

Ο Μπάτμαν πέθανε, οι Σούπερ Ήρωες πνέουν τα λοίσθια, τα σχετικά comics μειώνονται και η θεματολογία θεωρείται ξεπερασμένη: ιδού η ευκαιρία για ένα τελειωτικό, πεντακείμενο αφιέρωμα. Το νου μας όμως, γιατί μια τελευταία σύναξη υπερηρωικών comics αναμένεται σύντομα στη συνοικία Comicdom της Αθήνας, και πιθανώς μας την έχουν στημένη.

Περισσότερο από το θάνατο των Υπερηρώων μ’ έπιασε η αποδημία του Νίκου Κάσδαγλη, του μυθιστοριο-διηγηματογράφου που απέδωσε με φοβερή ένταση τη βία στα κείμενά του, που ενάλλασσε παραληρηματικούς μονολόγους με τραχείς διαλόγους, που έγραψε τους ανεπανάληπτους Κεκαρμένους. Στο εξής η Μαρία θα περιηγείται μόνη της την Μητρόπολη των Νεκρών, αναζητώντας το Θολάμι, τη Νευρή, τους Ελεήμονες και τον Μηχανικό…

Βάλσαμο όμως η συνομιλία με τον Κώστα Μαυρουδή, στοχαστικού πεζογράφου, ποιητή της γενιάς του ’70 (για την οποία βάζει μερικά πράγματα στην θέση τους) και τριακονταετούς εκδότη – χειροτέχνη του περιοδικού Το Δέντρο. Από τις απαντήσεις του δεν θες να σου ξεφύγει ούτε μια λέξη, όπως άλλωστε πάντα γράφει ο Κ.Μ., πόσο μάλλον στην φρέσκια συλλογή χρονογραφημάτων και μικρών δοκιμίων που θα φιλοξενήσουμε μεθαύριο αντιμεθαύριο.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
19
Μαρ.
09

Ο Φαρφουλάς, τεύχος 9 (Σεπτέμβριος 2008)

 

Ένας 60σέλιδος Φαρφουλάς αφιερώνεται κατά το ήμισυ στον μεγάλο διηγηματογράφο Δημοσθένη Βουτυρά (1872 – 1958) – που άλλωστε ονοματοδότησε το έντυπο – ως σπονδή λέξεων για το ιωβηλαίο της αποδημίας του. Μεταξύ των τραταρισμάτων: συνέντευξη του ίδιου του συγγραφέα από το 1925, απομαγνητοφωνημένη συνομιλία με τον ακούραστο επιμελητή των Απάντων του Βάσια Τσοκόπουλο από το ραδιο-αφιέρωμα του Καναλιού 1 του Πειραιά (περιοχή που άλλωστε βίωσε και κατέγραψε στις πιο εξαθλιωμένες στιγμές της), σεναριακή διασκευή διηγήματός του – εξαιρετική ιδέα και σύλληψη – από τον Οδυσσέα Σταυράκη, σταχυολόγηση στίχων από τα κείμενά του, πλήρης καταλόγος πορείας κ.ά. Η εικονογράφηση είναι όπως πάντα η ιδανικότερη, με αισθητική άλλης εποχής, εξώφυλλα παλαιών εκδόσεων, τις σημειώσεις του πάνω σε τσιγαρόκουτα, υπογραφές σε στρατσόχαρτα και λαδόκολλες, ακόμα και το δελτίο για ένα γεύμα φίλων στην ταβέρνα.

Το υπόλοιπο τεύχος συμπληρώνεται με κείμενο για τον Σκαρίμπα (στον οποίο πλέον μπορούμε άφοβα να συνειδητοποιήσουμε την Βουτυρική επίδραση), διηγήματα, ποίηση, παρουσιάσεις βιβλίων από αφανείς εκδοτικούς οίκους και συνοδεύεται από ξεχωριστό βιβλιαράκι με δύο διηγήματα του Βουτυρά γραμμένα σε απόσταση 50 χρόνων (1902-1950 – ειδικά το τελευταίο, Το ερειπωμένο εργοστάσιο αποτελεί σπαρακτική έκφραση της άρνησης συμβιβασμού μπροστά σε δύσκολες στιγμές μετά την αυτοκτονία του πατέρα του και την πώληση του οικογενειακού χυτηρίου.

Ο Βουτυράς παίρνει πλέον τη θέση του που του αξίζει στην λογοτεχνική μας ιστορία. Δεν είναι ο απλοϊκός ηθικογράφος όπως πίστευαν μέχρι την δεκαετία του 90, αλλά αναμφίβολα ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που έγραψε με έναν ανατρεπτικό μοντερνισμό, όπως οι ευρωπαίοι σύγχρονοί του, χωρίς όμως να ξέρει τα έργα τους, χωρίς καν να πολυδιαβάζει γενικώς, παρά μόνο περιδιαβαίνοντας τους δρόμους και τις ταβέρνες, μοιραζόμενος τα ίδια τραπέζια με τους χαμηλόμισθους των βιομηχανιών και τους παραπεταμένους μιας Ζωής Φτωχεμένης – γι’ αυτό και ο Άρης Μαραγκόπουλος κάποτε τον χαρακτήρισε ως τον πρώτο αριστερό μοντερνιστή – ιδιότητες που όπως καταλαβαίνετε έκαναν την μια «πλευρά» να τον απορρίψει εξαιτίας της άλλης… 

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

 

17
Μαρ.
09

Αμελί Νοτόμπ – Το ημερολόγιο του Χελιδονιού

Όταν βλέπει κανείς σε τι αποδίδεται στις μέρες μας το ωραίο όνομα «συνάντηση» αποκαρδιώνεται. Η συνάντηση με κάποιον θα ’πρεπε να αποτελεί γεγονός… να προκαλεί τόση αναστάτωση όση νιώθει ένας ερημίτης βλέποντας έναν αναχωρητή στον ορίζοντα της ερήμου έπειτα από σαράντα μέρες απομόνωσης (σ. 46).

Επεκτείνοντας τις σκέψεις του, ένας ανώνυμος κούριερ εξοντώνει εκείνους που συναντά, εφόσον αυτό δημιουργεί ένα δεσμό. Όλα ξεκίνησαν από την επιθυμία να κλείσει τον εσωτερικό διακόπτη των αισθήσεών του εξαιτίας μιας ερωτικής απογοήτευσης, πεπεισμένος πως ποτέ δεν είσαι τόσο ευτυχισμένος όσο όταν έχεις βρει τον τρόπο να χάνεσαι. Κάτω από αυτή την αισθητηριακή αμνησία προσλαμβάνεται ως εκτελεστής μιας συμμορίας. Οι δολοφονίες του, κάτι νέο, χωρίς όνομα, συνοδευόμενες από έναν εξαίσιο φόβο – καταλύτη της απόλαυσης, δεν αποτελούν μόνο σπάνια πνευματική φόρτιση αλλά και οδηγούν στον πολυπόθητο απωλεσθέντα οργασμό. Αυτοαποκαλείται πειραματικός εκτελεστής, κατ’ αναλογία με τον πειραματικότερο δίσκο των Radiohead που ακούει μανιωδώς και φέρει τον διόλου συμπτωματικό τίτλο Amnesiac. Δεν οργάζεται απλώς με την ιδέα της αιμοσφαιρίνης· νοιώθει πως μοιάζει με τις πιο άδικες θεότητες, ή, με τον πιο ενήμερο θεό. Κάθε πελάτης τού χρησιμεύει ως καύσιμο – μέχρι την δολοφονία ενός νεαρού κοριτσιού, την στιγμή που προσπαθεί να κρατήσει το ημερολόγιό της από αδιάκριτα μάτια. Γοητεύεται επειδή η επιφυλακή ήταν ο τρόπος της ύπαρξής της και αποφασίζει να το διαφυλάξει. Το τετράδιο μετουσιώνεται σε ιερό κείμενο και μόνο λόγω της επιθυμίας μυστικότητας αλλά και καθαρτήριο δοχείο.

Η Νοτόμπ για άλλη μια φορά χρησιμοποιεί σπινθηροβόλους διαλόγους και σκληρές αιχμές στις φαινομενικά εύληπτες αλλά τελικά δηλητηριώδεις νουβέλες της. Αν ο ήρωάς της σαρκάζει οτιδήποτε βρεθεί στο δρόμο του, εκείνη ειρωνεύεται τον ίδιο: την απεγνωσμένη ανάγκη για ποικιλία, το κυνήγι του κινδύνου και της ακρότητας, την παγίδευση σε αντιφατικές εμμονές, την θεώρηση της αγαπημένης του ως Νερβαλικής Οκταβίας ή Μπαλζακικής Σεραφίτας – παρωδώντας εμφανώς τον Ρομαντισμό αλλά και το Νουάρ.

Aν το όνομά μας δεν είναι παρά «μια επινοημένη ταυτότητα», τότε ένα καινούργιο όνομα είναι το κλειδί για μια νέα ύπαρξη – μια παρθενιά αρκετά ευρύχωρη για εκείνον που έρχεται να την κατοικήσει. Το «Δήμιος» μετατρέπεται σε «Ακάκιος» και αναλόγως ονοματοδοτείται το θύμα ως «χελιδόνι» (απηχώντας σαν ένα άλλο «κουρδιστό πουλί» τις μεταφυσικές προεκτάσεις της ιστορίας;). Και μήπως η διεκδίκηση του ημερολογίου από τους πάντες αποτελεί μια μορφή εκλεπτυσμένου βιασμού; Σε μια εποχή που οι πάντες μπλογκάρουν, ίσως να μην υπάρχει «τίποτα πιο ποθητό από ένα μυστικό», ίσως η διαφυλαγμένη ιδιωτικότητα αποτελεί την πολυτιμότερη περιουσία. Κι αν οι δυο ήρωες δεν συναντήθηκαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα, ήταν επειδή ο καθένας τους χρησιμοποίησε το ιδιαίτερό του όπλο όχι για να πλησιάσει τον άλλον, αλλά για να τον σκοτώσει.

Συντεταγμένες: Αμελί Νοτόμπ – Το ημερολόγιο του Χελιδονιού, μτφ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2008, 99 σελ. (Amelie Nothomb, Journal d’ hirondelle, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 543 (6.3.2009).

15
Μαρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 10

Ούγκο Ρικαρέλι, Ένας άντρας που ίσως ονομαζόταν Σουλτς, εκδ. Καστανιώτη, 2000, μτφ. Μαρία – Ρόζα Τραϊκόγλου, σ. 162 (Ugo Riccarelli, Un uomo che forse si chiamava Schulz, 1998).

Εκεί μείναμε ώρες, σ’ εκείνη τη γνώριμη πλατεία που κάποτε υπήρξε για όλους μας ο καθρέφτης πάνω στον οποίο ξετυλίγαμε τις ζωές μας σε ήρεμους περιπάτους, βυθισμένοι στην ευωδιά των τοίχων που είχαν αντισταθεί σε κάθε εισβολή. Οι σκέψεις μας πλέκονταν μεταξύ τους, ζυμώνονταν και φούσκωναν από τη μαγιά της αφανέρωτης απελπισίας μας, κι υψώνονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας σε μια πυκνή κι ολόλευκη ομίχλη, σαν ψωμί. Βυθισμένοι σ’ αυτή τη γαλακτώδη ατμόσφαιρα, ακούσαμε σαν μέσα σε όνειρο τη βροντερή φωνή του Βίνκλερ να φτάνει από ψηλά, να κυκλώνει τα σκυμμένα κεφάλια μας και να μας δίνει εντολή ν’ αφήσουμε τα σπίτια μας και ν’ αποσυρθούμε σε μια γωνιά της πόλης.
Δεν ακούστηκαν φωνές μήτε σχόλια, κανείς μας δεν τόλμησε να διαλύσει εκείνη την υπνωτική εμφάνιση των λέξεων από το πουθενά, την ώρα που με τάξη αδειάζαμε την πλατεία, κατευθυνόμενοι προς το μέρος που μας είχαν υποδείξει. Μονάχα αυτή η ομίχλη μας συντρόφευε, μονάχα η συμπυκνωμένη μιας ζωή μας έλουζε από ψηλά με μια βροχή από μικρές, υγρές σταγόνες που έμοιαζαν με τα βουβά μας δάκρυα.

 Στον Δημήτρη Κονιδάρη

12
Μαρ.
09

Σπύρος Λαζαρίδης, Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία. Μελέτη

Δεν μου χρειάζεται κι άλλη απομόνωση, φτάνει αυτή που έχω στο σπίτι. Δεν μπορώ να κουβαλώ την ατμόσφαιρα του σπιτιού μου πάνω σε τέσσερις ρόδες, ούτε να βλέπω διαρκώς τους άλλους μέσα απ’ τα τζάμια…έγραφε λοιπόν ο Γιώργος Ιωάννου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 στο Μοτοσυκλέτας εγκώμιον, στο πρώτο κείμενο που επικέντρωνε τον λόγο στη μοτοσυκλέτα με τέτοια θέρμη, γράφοντας για το όνειρό του να αλωνίζει με ένα μοτοσακό παραμερίζοντας κάθε τι που εμποδίζει και πνίγει τους ανθρώπους που έχουν δυνάμεις για ξόδεμα. Λίγο αργότερα η Νατάσα Χατζιδάκη στο Café Torino εμπνεόμενη απ’ το φινάλε του Quadrophenia και τις συγκρούσεις των Mods με τα σκούτερ και των Rockers με τις κλασικές μοτοσυκλέτες στιχουργούσε Εκεί όπου τα σκούτερ των εφήβων με τα άνορακ καταποντίζονται…

Ο Σ. Λαζαρίδης (Ηλιόλουστο, Κιλκίς, 1958) έχει ασχοληθεί με ποίηση, διηγήματα, θέατρο, μελέτες, λευκώματα, ιστολόγιο (http://tsalimi.blogspot.com/). Με ετούτη την μελέτη αναδεικνύει, συζητά και αναλύει όλα τα μέχρι τότε λογοτεχνικά κείμενα για την μοτοσυκλέτα και γίνεται ο ιδανικότερος ξεναγός μας για τα δίτροχα λογοτεχνικά ταξιδέματα. Συντροφιά μας ο άγγελος εκδικητής ή αναχωρητής Οργισμένος βαλκάνιος του Νίκου Νικολαΐδη μας, η θρυλική Βέσπα του Τριαντάφυλλου Πίττα και το παρθενικό λογοτεχνικό της ατύχημα, τα αδικημένα πόδια των γυναικών σύμφωνα με τα Χαζά Μπούτια του Βασίλη Βασιλικού, οι Τελετές Μοτοσυκλέτας του Γιώργου Χρονά ­­- μια τραγική προσπάθεια να ομορφήνεις τα άσχημα – και τα μοτοκρός στο Κερατσίνι, ο Κωστής Μοσκώφ, ο Αλέξης Πανσέληνος, ο Χάρης Μεγαλυνός, ο Γιώργος Κάτος– λείπεις απ’ την μπάρα μας φίλε κι ακόμα δεν το συνηθίσαμε – κι άλλοι πολλοί. Ετούτη η συμπληρωμενη β΄ εκδοση (η πρώτη ήταν από την Διαγώνιο, 1986) ξανάγινε ανάρπαστη και ψάχνοντάς την διαπίστωσα πως λίγα αντίτυπα έχουν απομείνει στα γραφεία του εκδοτικού οίκου… Λίγο αργότερα ακολούθησε μια μικρότερη μελέτη στο περιοδικό Λέξη για «Το αυτοκίνητο στη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης» (αρ. 158/Ιούλιος – Αύγουστος 2000).

Τα σελιδοδρόμια των δυο βιβλίων ανοίγουν και γεμίζουν οδηγούς, συνοδηγούς, πρωταγωνιστές, θεατές μάστορες του λόγου. Προηγούνται οι ποιητές και λίγο μετά μαρσάρουν μελάνι οι πεζογράφοι. Περιπλανιόμαστε Από το πάρκο στην Μυροβόλο του Αργύρη Μπακιρτζή, σταματούμε Ταντάλου και Σαπφούς γωνία του προλογίζοντος Ντίνου Χριστιανόπουλου, χαιρετούμε τις θρυλικές πια Ιωάννα και Μαριέτα του Γιώργου Χρονά και  διαβάζουμε σε μια κάρτα του Ν.Γ. Πεντζίκη μοτόρ – σικλέτ ήγουν μηχανή θλίψεως. Μ’ όλα αυτά, μου ήρθε πάλι η όρεξη για δίκυκλες περιπλανήσεις, συνεπώς κλείνω και φεύγω με τη μηχανή μου – μηχανή που ορισμένοι κακεντρεχείς βάφτισαν πενηνταράκι παπάκι.

Eκδ. Ζήτρος 1998, σελ. 175.
Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες: Νίκος Καρούζος, Γιώργος Ιωάννου.
 Βλ. και πανδοχειακή ανάρτηση για την σχετική ανθολογία του Σ. Λαζαρίδη, «Ενδοσκεληδόν», εδώ.
10
Μαρ.
09

Σπύρος Λαζαρίδης, Ενδοσκεληδόν. Ανθολογία έργων της ελληνικής λογοτεχνίας με ήρωες μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές

 

Τώρα και χρόνια καίει σωρούς τα γλυκόλογα με καθαρή βενζίνη
τυλίγοντας απαλά τον έρωτα στον ξέφρενο θόρυβο
που κάνουν έξω στα μακρουλά κοκαλιάρικα γεγονότα
κάτι αιφνίδιες μοτοσυκλέτες και βλέποντας
τα υπέρτερα πουλιά σαν αντίδοτα
παντού μέσ’ στ’ ολοζώντανο και θυμωμένο δάσος
ωσάν αχόρταγες καρφίτσες της Ειρμαμένης…

Νίκος Καρούζος, Η πρώιμη κόλαση της Εύας Μπράουν, 1982

Σύμβολο ελευθερίας, περιπλάνησης, κοινωνικής πρόκλησης ή διαμαρτυρίας, φετίχ ή προστάδιο ερωτικής αφύπνισης, περιβεβλημένη με τον μύθο μιας νεότητας που αψηφά τον κίνδυνο ή και τον θάνατο, η μοτοσυκλέτα διάνυσε και διανύει μια παράλληλη πορεία στα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα, προσφέροντας αφορμή για πλήρη ανθολόγηση. Αν το «Μοτοσυκλέτας εγκώμιον» (Γ. Ιωάννου) αποτελούσε το πρώτο υμνητικό κείμενο, ανοίγοντας τον κύκλο της στην λογοτεχνία της δεκαετίας του ’70, στην επόμενη δεκαετία θα αντικαθιστούσε ολοκληρωτικά το αυτοκίνητο ως το απόλυτο όχημα συναισθηματικής ή πραγματικής φυγής κι όχι μόνο.

Μέσα από δύο τμήματα (ποίηση – πεζογραφία), με δέκα κι εννιά ιδιότυπες θεματικές ενότητες αντίστοιχα, περνούν μοτοσυκλετιστές – «ιστιοπλόοι της εθνικής οδού» (Κ. Γκιμοσούλης), «προάγγελοι της άνοιξης» (Γ. Ρίτσος) κι «εξάγγελοι των νιάτων και των κινδύνων τους» (Ρ.Αποστολίδης). Η μοτοσυκλέτα γίνεται τόπος ερωτικού αγκαλιάσματος (Ν. Κάσδαγλης), μηχανή (οριστικής;) απόδρασης και λήθης (Α. Τσακνιά), μέσο ταξινόμησης προσωπικοτήτων (Γ. Κάτος) ή παράτασης της νεότητας (Η. Κουτσούκος), συντηρήτρια ψευδαισθήσεων (Ν. Νικολαΐδης) ή «άλογο με φτερούγες που δεν μπορείς να φορτώσεις τα όνειρά σου» (Γ. Βαφόπουλος), κομμάτι άλλης εποχής κι αλλοτινής δόξας (Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος), φόβητρο και ταφόπλακα του κακού (Τ. Καζαντζής), έμψυχο πάντως πλάσμα, ακόμα κι όταν αντιδιαστέλλεται με τον παλμό του ζωντανού οργανισμού (Ζ. Καρέλλη), εκθέτει ανεπανόρθωτα το σώμα (Μ. Φακίνος) και μετατρέπεται σε «εργαλείο επιστροφής στη ζεστή μήτρα του Τίποτα, του Ποτέ και του Πουθενά» (Κ. Μοσκώφ).

Εποχούμενοι όμως στα κείμενα των ανθολογούμενων (μεταξύ των οποίων οι Σ. Αντωνίου του οριακού «Leather Boy», Ν.-Α. Ασλάνογλου, Γ. Βαρβέρης, Γ. Βέης, Α. Δεληγιώργη, Τ. Καλούτσας, Μ. Κουμανταρέας, Χ. Λιοντάκης, Μ. Ξεξάκης, Γ. Πατίλης, Τ. Πίττας, Β. Ραπτόπουλος, Γ. Σκαμπαρδώνης, Σ. Σερέφας, Β. Στεριάδης, Α. Φωστιέρης, Ν. Χριστιανόπουλος – που προλογίζει το έργο κ.ά.), καταλήγουμε στους ποιητές που έδωσαν πολλάκις εμβληματικούς στίχους για δικυκλιστές που «φτερουγίζουν στην άσφαλτο τους πανικούς τους» (Ν. Καρούζος) και για τις μηχανές της καθημερινής μυθολογίας αλλά και μιας απόλυτης οικουμενικότητας – από την Ξάνθη και την Μάνη, στο Περού και το Καμερούν – (Γ. Χρονάς), και εν τέλει, επιστρέφοντας στον Ρίτσο, καθρέφτες μιας άγνωστης εσωτερικής ταχύτητας μέσα μας.

Εκδ. Ζήτρος, 2008, σελ. 550.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 543, 6.3.2009.

 Βλ. και πανδοχειακή ανάρτηση για σχετική μελέτη του Σ. Λαζαρίδη εδώ.  Στην φωτογραφία ο Νίκος Καρούζος.

08
Μαρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 9

Βλαντιμίρ Αρσένιεβιτς, Στο αμπάρι, εκδόσεις Κέδρος, 1999, μτφ. Γκάγκα Ρόσιτς, σ. 89-90 (Vladimir Arsenijevic, U potpalublju, 1997)

Όπως πάντα, μόλις βγήκα από την οδό Μόλεροβά στη λεωφόρο της Επανάστασης, ανάμεσα σε δύο κύματα θορύβου, έφτασαν ως τα αυτιά μου και κάμποσες βρισιές από διαφορετικές μεριές. Ήταν το αιώνιο μουρμουρητό των δυσαρεστημένων – κάτι που γενικά σιχαινόμουν – ένα στείρο κλαψούρισμα από το οποίο ποτέ δε θα γεννηθεί τίποτα. Αυτή τη φορά όμως το σούρουπο έκρυβε μια καινούργια τονικότητα – ένα λεπτό και συγκεκριμένο θέμα. Το πρωτόγονο μονωδιακό τραγούδι, βάρβαρο μέσα στην αδυναμία του, ήταν εμπλουτισμένο με μια εύθραυστη, συγκινητική φράση – αποτέλεσμα των πολλών φωνών που συμμετείχαν. Αυτή η μουσική φράση δεν απευθυνόταν στην ακοή μου, αλλά μου ερέθιζε τα ένστικτα. Ξαφνικά, σαν να είχα μεθύσει, άρχισα να λυπάμαι όλους τους ανθρώπους της οικουμένης, στους οποίους δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο από το να βρίζουν – ενώ εγώ ο ίδιος κάποτε τους κορόιδευα κατάμουτρά και με περιφρόνηση. Μας λυπόμουν όλους. Φωτισμένος από ένα απρόσμενο και πανταχού παρών όραμα, που είχε σχίσει την καθημερινή εικόνα της λεωφόρου μπροστά στα μάτια μου, είδα όλους εμάς να τρέχουμε, καθώς το έδαφος ράγιζε κι άνοιγε κάτω από τα πόδια μας, ενώ το συνόδευαν οι φοβερές κραυγές μας, και παράλληλα από τα βάθη του να ανεβαίνει η αβάσταχτη μπόχα των αιώνων, που μέσα στην αδράνειά μας παραλείψαμε να εκμεταλλευτούμε με τρόπο αξιοπρεπή…
06
Μαρ.
09

Ντέιβιντ Πις – Καταραμένη ομάδα

Ο Μπράιαν Κλαφ υπήρξε μια συναρπαστική όσο και «δύσκολη» προσωπικότητα. Όσοι «ανατραφήκαμε» με το αγγλικό ποδόσφαιρο τον γνωρίσαμε ως προπονητή της Ντέρμπυ και της Νόττινχαμ Φόρεστ, ομάδες που οδήγησε από την δεύτερη κατηγορία στην κορυφή του πρωταθλήματος Αγγλίας και Ευρώπης αντίστοιχα. Σε αυτή την πορεία από την κορυφή στον παράδεισο και τανάπαλιν, η παρουσία του ήταν καταλυτική. Εμψυχωτής δικτάτωρ, αθυρόστομος πότης και οργισμένος εγωιστής, εκτόξευε «πληρωμένες» απαντήσεις αλλά και φώναζε αλήθειες που μέχρι τότε ελάχιστοι είχαν εκστομίσει. Από τότε έμοιαζε ιδανική λογοτεχνική φιγούρα.

Ο Πις δεν συντάσσει απλώς την μυθιστορηματική βιογραφία ενός ποδοσφαιριστή που σταμάτησε νεότατος το άθλημα εξαιτίας τραυματισμού, προτού γίνει ένας αριστοτέχνης προπονητής. Εδώ έχουμε την ιστορία ενός αμφιλεγόμενου εκκεντρικού, αντιφατικού ανάμεσα στην σκληρότητα των μαθημάτων του και στην τρυφερότητα για τους παίκτες του, επιτιθέμενου με φαρμακερές λεκτικές επιθέσεις και αμυνόμενου απέναντι στους εχθρικούς αριστοκράτες του ποδοσφαίρου· ενός δηλωμένου άθεου και σοσιαλιστή (που υποστήριζε την Anti – Nazi League, προσέφερε χρηματικά ποσά σε εργατικά συνδικάτα και φρόντιζε για τους μισθούς των παικτών) μέσα στις σκληρές αρένες των γηπέδων και των συνεντεύξεων τύπου. Ο παραληρηματικός του λόγος θρυμματίζεται τριπλά σε δυο πρωτοπρόσωπες και μια δευτεροπρόσωπη γραφή (γεγονότα και σκέψεις του παρόντος και μνήμες του παρελθόντος αντίστοιχα), υπερβαίνοντας το κάπως «στατικό» υμνολόγιο της Άρσεναλ που επιχειρούσε ο Νικ Χόρνμπι στον Πυρετό της Μπάλας.

Παράλληλα με την προσωπογραφία του ως ανεπιθύμητου μέλους της ποδοσφαιρικής κοινότητας, ανοίγονται οι κλειστές πόρτες των αποδυτηρίων του ποδοσφαίρου εκθέτοντας τις στρεβλώσεις του. Ο Κλαφ πολεμούσε εναντίον των διεφθαρμένων παραγόντων για τίμιο και καθαρό άθλημα, εναντίον του φόβου των τραυματισμών και του αλκοολισμού, αλλά και για ρήξη με το παρελθόν. Ίσως γι’ αυτό ο συγγραφέας εστιάζει περισσότερο στις 44 ημέρες του στο τιμόνι της Λιντς (1974), όταν επιχειρούσε να σβήσει την «παρουσία» του προκατόχου του Ντον Ρέβι και των ύποπτων τακτικών πρωταθλητισμού. Ήταν ο μόνος αγώνας που έχασε: το παρελθόν αποδεικνύεται ο δυσκολότερος αντίπαλος.

Σε μια εποχή που οι προπονητές ήταν αδιάφορες περσόνες για τα μίντια, εκείνος ο «θαυματοποιός» τεχνικός έστρεψε πάνω του τα φώτα και, όσο κι αν διατράνωνε πως κάθε νίκη είναι μια μικρή καθυστέρηση της ήττας, τα έκανε όλα με τον δικό του τρόπο του. Στην κηδεία του το 2004 χιλιάδες οπαδοί, μισητοί μεταξύ τους αντίπαλοι, τού τραγούδησαν παρέα.

Ο Ντέιβιντ Πις (Δυτ. Γιόρκσαϊρ, 1967) έχει συμπεριληφθεί στην λίστα του Granta (2003) κι έχει εκδώσει τα The Red Riding Quartet, Tokyo Trilogy (αστυνομική τετραλογία και τριλογία αντίστοιχα) και GB84.

Τα τελευταία λόγια του Μπράιαν Κλαφ προτού αποχωρήσει ήταν: «Είναι μια απαίσια μέρα…για την Λιντς».

Συντεταγμένες: Εκδ. Τόπος, 2008, μτφ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, 493 σελ. (David Peace, The Damned Utd, 2006)

Επισκεπτήριο: http://www.brianclough.com/. Απολαυστικές ατάκες του εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 543, 6.3.2009

03
Μαρ.
09

Διασκεδάσεις στην καλύτερη διασκευασία (Αφιέρωμα: διασκευές)

Δεν θα διαλέξω διασκευές που «έμειναν κλασικές» αλλά εκείνες που συνεχίζω ν’ ακούω με πάθος και σήμερα. Θα επικρατήσει, δηλαδή, και πάλι ο θρίαμβος του υποκειμενισμού, κατά τον αενάως επίκαιρο Guy Debord.

Να ξεμπερδέψω πρώτα με τα αυτονόητα ντυλανικά: το «Mr Tambourine man» τραγουδισμένο απ’ τους Byrds και το «Like a rolling stone» απ’ τους Rolling Stones (απ’ το «Stripped» του ’95). Απ’ τα Μπρεχτικά/ Bαϊλικά δε νομίζω να υπάρξει «ιδανικότερο» του «Alabama Song (Whiskey Bar)» απ’ τη φωνή του Jim Morrison – όταν το είπε ο Bowie ήταν πλέον αργά και γέρος. Ένα κομμάτι όμως που ύμνησε ο Λεπτός Αδύνατος Δούκας, το «Heroes», τραγουδιέται «αλλιώς» απ’ τη Nico στο «Drama of exile» του ’81. Μια άλλη ιέρεια ξεχωρίζει απ’ όλα τα χιλιοδιασκευασμένα Στοουνικά: η Marianne Faithfull όπως περιγράφει το «As tears go by» στο «Strange weather» της (1987). Είχε και κάποια σχέση μαζί τους, αν δε κάνω λάθος…

Δυο συναρπαστικές διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών και δη ρώσικων κοκκινοστρατιωτικών έθελξαν την καρδιά μου: το «The carnival is over» των Νick Cave and the Bad Seeds απ’ τον υποδειγματικό διασκευόδισκο «Kicking against the pricks» και το «Red Army Blues» των Waterboys (στο «Pagan Place» του ’84). Ο Cave στον ίδιο δίσκο εκτοξεύει κι άλλες καταστροφικές για την ηρεμία μας ρουκέτες: το «Running scared» του Roy Orbinson και, φυσικά, την οριστική απoδόμηση του «All tomorrows’ Parties» των Velvets. Ίσως όμως η πλέον απόλυτη γυμνή κλοπή του Μαυροκόρακα ήταν στο κυκλοφορημένο μόνο σε σινγκλ «In the Ghetto», το οριστικό Elvis τραγούδι.

Στα ίδια μαυροκλίματα: ηδυπαθής γίνεται η διασκευή του «Τhe Song of slurs» του σατανικού ζεύγους Anita Lane – Mick Harvey και τον παραγνωρισμένο «Intoxicated man» (1995) δίσκο του τελευταίου, γεμάτο με Serge Gainsbourg επαναγνώσεις. Μιλώντας για δίσκους – διασκευές ολόκληρων δίσκων, στο αμήχανο… μπητλικό «Let it be» (1988) των τευτονικών υμνωδών Laibach υπάρχει ένα ασύλληπτο «Two of us». Παραμένοντας στις σκοτεινές πλαγιές της ανθρώπινης ψυχής, αδυνατώ να ξεχάσω την εφιαλτικότερη-δε-γίνεται μετατροπή του «I walked with a zombie» του Roky Erickson στο παρθενικό LP των Vietnam Veterans. Όσο για τα παραγνωρισμένα γλαμ 70ς, παίρνουν μια μικρή δικαίωση με το «Cum on feel the noise» των Slade απ’ τους χαρντ ρόκερς Quiet Riot.

Προχωρώντας χρονικά, ίσως θα ήταν αδικία να μη βάλουμε και μια διασκευή που κατά πολλούς επικάλυπτε το πρωτότυπο, καθώς ο δεύτερος ζούσε όσα απλώς τραγουδούσε ο πρώτος: o Ferry ήταν περισσότερο «Jealous Guy» απ’ τον Lennon και συν τοις άλλοις σηματοδοτούσε τις αρχές των 80ς. Μπορεί μια διασκευή να αποτελέσει τον δραματικό ύμνο μιας μεταγενέστερης γενιάς; Το «That suicide is painless» (Altman/Mandel, theme from «Mash») απ’ τους Manic Street Preachers (ως σινγκλ και μετά σε συλλογές) το έκανε.

Mπορεί ένα ολόκληρο σάουντρακ να βασιστεί σ’ ένα easy listening κομμάτι σε διάφορες όψεις διαθέσεων υπέροχων ως μελλοντολογικώς εφιαλτικών; O Michael Kamen στην ταινία – σταθμό των 80ς, το Brazil του Terry Gilliam, το έκανε. Πάντως αν καθήσουμε και υπολογίσουμε πόσες διασκευές κλασσικών ή λιγότερο κλασσικών κομματιών (ιδίως 60ς) έχουμε απολαύσει, τελειωμό δε θα ’χουμε. Το ίδιο θα γινόταν κι αν πιάναμε τις ψυχεδελικές μπάντες των 60ς. Παράδειγμα η διασκευή του «In the past» των We the people (;) στο «Inner Mystique» των Chocolate Watchband – ίσως σ’ ένα άλλο αφιέρωμα αυτά. Αφήστε δε τα προσωπικά classics του καθενός μας – π.χ. το δικό μου κουμπί που λέγεται «Ring of fire» (Johnny Cash) από ποιόν να το πρωτοδιαλέξω; Από Αnimals ή Country Joe and the Fish; Ακόμα κι από πλανόδιο αν τ’ ακούω, «φεύγω».

Κι απ’ τους τελευταίους των Μοϊκανών; Αφού έχουμε το άλλοθι της υποκειμενικότητας ας μνημονεύσουμε τις «συγκινητικές» διασκευές έκαναν οι πολυαγαπημένοι μας Triffids. Ποιος αντιστέκεται στο «Can’t help falling in love» (Creatore/Peretti/Weiss) έστω κι αν το βρίσκει στα rarities τους; Ή στην απρόσμενη του «Rent» των … Pet Shop Boys, ξεπερνώντας το πρωτότυπο;

Άφησα για το τέλος τα δυο κορυφαία κατ’ εμέ διασκευάσματα. Το ένα το βρήκα στο «Catfish Eyes and Tales» (1988) των ασύλληπτων Γάλλων ψυχεδελιστών Vietnam Veterans. Ήταν μια ατέλειωτη στα λεπτά μαγική ψυχεδελοποίηση του φολκ «The Days of Pearly Spencer» του David McWilliams, πλημμυρισμένη φαζ, όργανα, εφφέ, παραισθησιογόνα. Το άλλο, γνωστό τοις πάσι, μετέτρεπε σκωπτικά και υμνητικά ένα δακρύβρεχτο χιτ σε ροκ εντ ρολλ λάβαρο. Και ξέρω πολλούς που το έκαναν μανιφέστο στη σύντομη αλλά συναρπαστική ζωή τους, όπως κι ο ίδιος ο αυτουργός Sid Vicious και το «My way» του. Άλλωστε ταιριάζει και για επίλογο εδώ, καθώς όλοι οι παραπάνω κλέφτες did it their way.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ, ως μέρος ευρύτερου αφιερώματος του mic. gr στις διασκευές. Στις φωτ.: N. Cave, M. Harvey, V. Veterans.

01
Μαρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 8

Τόμας Πίντσον, Η συλλογή των 49 στο σφυρί, εκδ. Ύψιλον, μτφ. Δήμητρης – Χαρά Δημηρούλη, σ. 106-107 (Thomas Pynchon, The Crying of Lot 49, 1966)

Σε κάποια αόριστη δυνατή μελωδία της νύχτας της πέρασε από το μυαλό ότι θα ήταν ασφαλής, ότι κάτι, ίσως μόνο το μεθύσι της που προοδευτικά έφευγε, θα την προστάτευε. Η πόλη ήταν δική της, έτσι περιποιημένη και πουδραρισμένη με τις συνηθισμένες λέξεις και εικόνες (κοσμοπολιτισμός, κουλτούρα, τρόλεϋ) όπως δεν ήταν ποτέ πριν: απόψε μπορούσε ελεύθερα να διεισδύσει στις μακρινές διακλαδώσεις του αίματός της, που είτε ήταν τριχοειδή αγγεία τόσο μικρά που σου επέτρεπαν μόνο να κρυφοκοιτάς, είτε αγγεία πολτοποιημένα σε αδιάντροπες φτωχογειτονιές, πάνω στο δέρμα της, στη θέα όλων, εκτός από τους τουρίστες. Κανέναν από τα πράγματα της νύχτας δεν μπορούσε να την αγγίξει: τίποτα δεν την άγγιζε (…)

Ήταν προορισμένη να θυμάται. Είδε αυτή την πιθανότητα όπως θα έβλεπε από ένα ψηλό μπαλκόνι έναν μικρό δρόμο, σαν μια ιλιγγιώδη κούρσα μ’ ένα τραινάκι του λούνα παρκ, ώρα ταΐσματος ανάμεσα στα θηρία του ζωολογικού κήπου – κάθε επιθυμία θανάτου μπορεί να ολοκληρωθεί με κάποια ελάχιστη χειρονομία. Άγγιξε την άκρη του ηδυπαθούς πεδίου του, ξέροντας ότι θα ήταν πιο όμορφα κι απ’ όνειρο να ενδώσει απλώς σ’ αυτό· ότι ούτε η έλξη της βαρύτητας, ούτε οι νόμοι της βαλλιστικής, ούτε η κτηνώδης πείνα, υποσχόταν περισσότερη ηδονή. Το δοκίμασε τρέμοντας: είμαι προορισμένη να θυμάμαι. Κάθε ίχνος που φανερώνεται, υποτίθεται ότι έχει τη δική του διαύγεια, τις δικές του καλές πιθανότητες για διάρκεια. Αλλά τότε αναρωτήθηκε μήπως τα σαν πετράδια ίχνη ήταν μόνο κάποιο είδος αποζημίωσης. Για ν’ αναπληρώσουν την απώλεια του άμεσου επιληπτικού Λόγου, της κραυγής που ίσως καταργήσει τη νύχτα.

Στην Σώτη Τριανταφύλλου




Μαρτίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.047.799 hits

Αρχείο