Αρχείο για Ιουλίου 2009

31
Ιολ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 10. Νίκος Παναγιωτόπουλος

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τι θα προσέθετα στη δόξα τους αν αράδιαζα ονόματα όπως Κάφκα, Μπόρχες, Σεμπρούν, Σάλιντζερ, Πεσόα, Φόκνερ κ.ο.κ. Και τι θα αποκάλυπτε, άραγε, για μένα αυτή η λίστα με τα αυτονόητα; Επιτρέψτε μου να ξεφύγω από την άχαρη απαρίθμηση, λέγοντάς σας πως εδώ και κάμποσα χρόνια διακατέχομαι από αμείωτο δέος για τον όγκο και την ποιότητα του έργου του Φίλιπ Ροθ και του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Ευτυχώς για όλους μας γράφουν ασταμάτητα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Το βιβλίο της ανησυχίας, Το κιβώτιο, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, Φως τον Αύγουστο, Το πράσινο σπίτι, Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ, Αμερικάνικο ειδύλλιο, Το σύνδρομο Πόρτνοϊ, Ο φύλακας στη σίκαλη, Ζωή – Οδηγίες χρήσεως, μαζί με δεκάδες άλλα…

Αγαπημένα σας διηγήματα
Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, της Φλάνερι Ο’Κόνορ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, με το υπέροχο Τι ειδε η γυναίκα του Λώτ;

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Δον Κιχώτης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Μονάχα η ψυχανάλυση θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί οι ήρωες των βιβλίων μου ολοκληρώνουν τον κύκλο της ζωής τους μέσα σ’ αυτά. Παραδόξως, εξακολουθώ να βλέπω στον ύπνο μου, πού και πού, τον James Wright από το Γονίδιο της Αμφιβολίας. Κι αυτό συμβαίνει κάθε φορά που πέφτω να κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου, έχοντας γράψει μια δυο καλές σελίδες. Περιττό να αναφέρω ότι τον βλέπω να μου χαμογελάει με κατανόηση…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Φυσικά. Ένα πανάλαφρο λάπτοπ είναι μια πολυτέλεια που επέτρεψα χωρίς δεύτερη σκέψη στον εαυτό μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Γράφω στον υπολογιστή. Στα αρχικά, ωστόσο, στάδια, καταφεύγω σε μικρά καλαίσθητα σημειωματάρια. Σπανίως ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις αυτές. Ό,τι αξίζει να διασωθεί γαντζώνεται με τρόπο ανεξήγητο στη μνήμη.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω, δεν ακούω μουσική. Είμαι φανατικός οπαδός της διατύπωσης του Κάφκα, για τον οποίο «ποτέ δεν ήταν αρκετή η νύχτα, ποτέ δεν ήταν αρκετή η σιωπή…» Το ίδιο κι όταν διαβάζω.
Επιτρέψτε μου να ξεφύγω και πάλι από την απαρίθμηση λέγοντάς σας πως στις ζόρικες στιγμές με συντροφεύουν τροβαδούροι σαν τον Μπομπ Ντίλαν, τον Τομ Γουέιτς, τον Βαν Μόρισον, τον Ντέιβιντ Μπόουι και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Τις υπόλοιπες ώρες ακούω καλή μουσική…

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Θα ήταν εξαιρετικά άστοργο εκ μέρους μου να κάνω τέτοιες διακρίσεις και μάλιστα δημοσίως. Κάθε βιβλίο μου έχει ξεχωριστή σημασία για μένα τον ίδιο. Ολοκλήρωσα τα διηγήματα της Ενοχής των υλικών ενώ εργαζόμουν σκληρά για τον επιούσιο, κι αυτό μου επέτρεψε να συντηρήσω την ψευδαίσθηση πως το γράψιμο ήταν για μένα ανάγκη και όχι καπρίτσιο. Με το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν – Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου, απέδειξα κάτι διόλου αυτονόητο στον εαυτό μου, ότι διέθετα δηλαδή την απαραίτητη αυτοπειθαρχία, ενώ ταυτοχρόνως ξεκαθάριζα τους προσωπικούς μου λογαριασμούς με τη θρυλική χώρα της παιδικής ηλικίας. Το γονίδιο της αμφιβολίας μου έδωσε τη βεβαιότητα πως όσα γράφω αφορούν και άλλους εκτός από τους γείτονες τους γνωστούς και τους φίλους. Την Αγιογραφία αναγκάστηκα να την ξαναγράψω σχεδόν εξαρχής, αναζητώντας τη σωστή γλώσσα για τον αφηγητή μου, διαδικασία που μου επέτρεψε να συνειδητοποιήσω τι θα πει να βουτάς στα βαθιά.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η Αγιογραφία είναι η εξομολόγηση ενός αγίου. Την τελευταία νύχτα της ζωής του, λίγο πριν τον λιντσάρουν εκείνοι που δυο μέρες πριν ζητούσαν την ευχή του, εξιστορεί όσα τον οδήγησαν ως εκεί στον άνθρωπο που το επόμενο πρωί θα κατηγορηθεί για τον φόνο του. Εξήντα τόσα χρόνια μετά από τη νύχτα αυτή, ο φερόμενος ως φονιάς του αγίου μας δίνει τη δική του μαρτυρία…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Μόλις άφησα απ’ τα χέρια μου το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη, Κόκκινο στην πράσινη γραμμή. Τόσο η σύλληψη όσο και η εκτέλεσή του, προκαλούν ρίγη γνήσιας αναγνωστικής συγκίνησης. Ένα σπάνιο βιβλίο!

Τι γράφετε τώρα;
Τα τελευταία πέντε χρόνια γράφω ένα μυθιστόρημα που τελειωμό δεν έχει… Και να σκεφτείτε πως δεν αρχίζω να γράφω αν δεν έχω το βιβλίο ολοκληρωμένο στο μυαλό μου…

Έχετε δημιουργήσει παιγνιώδη προσωπική ιστοσελίδα. Ποιες οι εμπειρίες σας από το ιστοσελιδοποιείν;
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη γενναιόδωρη συνδρομή ενός καλού φίλου. Όπως καταλαβαίνετε η εμπειρία μου ήταν μάλλον ξεκούραστη, οπότε συνιστώ σε όλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά μου…

Δημοσίευση και εδώ.

 

29
Ιολ.
09

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 84 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2009, κυκλοφ. Μάιος 2009)

Σελίδες για τον Μίλτο Σαχτούρη

Η ποίησή μου είναι μια συνεχής αυτοβιογραφία. Μοιάζει και πρέπει να διαβάζεται σαν ένα είδος υποσυνείδητου ημερολογίου της ζωής μου ως σήμερα. Τα ποιήματά μου δεν είναι σκληρά – απαισιόδοξα. Απεναντίας είναι σαν τα ξόρκια. Ξορκίζουν το κακό… Όπως πάντα η εκλεπτυσμένη διακριτικότητα των Εντευκτηριαστών αναφέρεται σε Σελίδες για τον Μίλτο Σαχτούρη, ενώ στην ουσία πρόκειται για ένα ακόμα πλήρες αφιέρωμα, με κείμενα των Βερονίκης Δαλακούρα, Θέμη Λιβεριάδη, Ανδρέα Παγουλάτου, Θανάση Τριαρίδη, Βασίλη Αμανατίδη, Λευτέρη Ξανθόπουλο και πολλών άλλων. Σταχυολογώ από τον Πάνο Θεοδωρίδη: Όταν ανακάλυψε την ανεμόσκαλα προς το ουράνιο λιβάδι δεν πήρε μαζί του σακίδιο να τις μαζεύει. Ανέβηκε στο λιβάδι και όταν κατέβηκε, είχε μαζί του ό,τι μπορεί να κρατήσεις μια παλάμη. Με εκατό ουράνιες λέξεις, διαλυμένες ανάμεσα σε άλλες χίλιες που υπήρχαν καταγής, διαμόρφωσε ένα αγαθό ποιητικό έργο, τόσο κλειστό και παρεξηγημένο…είπε λιγότερα απ’ ατά που μπορούσε, μπόρεσε περισσότερα από αυτά που άντεχε, άντεξε όσα υπέφεραν οι κάτοικοι μιας τεράστιας πόλης. Ευτυχώς, ήταν περίπου αδύνατο να μελοποιηθεί…

Άξιο αναφοράς ένα κείμενο για τον Γκεόργκ Τρακλ τον ποιητή για τον οποίο οι λέξεις σκοτεινός, εξπρεσσιονιστής, «καταραμένος» ακούγονται κοινότοπες. Ίσως τα χαρακτηριστικά «φίλος του Όσκαρ Κοκόσκα» και «αποθανών από βαριά θλίψη στα 27 του ύστερα από πλείστες απογνώσεις και καταθλίψεις» να περιγράφουν πολύ περισσότερα για την ποίησή του, όπως και το γεγονός πως ο Σαχτούρης μερικές σελίδες πριν τον αναφέρει ως μια εκ των επιρροών του. Σκέφτομαι μια από τις κολάσεις που έπρεπε να περάσει ο Τρακλ, όταν ως τραυματιοφορέας στον πρώτο πόλεμο έπρεπε μόνος του να περιθάλψει ενενήντα βαριά τραυματισμένους.

Διηγήματα των Ανδρέα Μήτσου, Κατερίνας Ζαρόκωστα, Τάκη Γραμμένου, Δημήτρη Σωτάκη, Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, ενώ ο Peter Branagh που σκηνοθέτησε την νέα εκδοχή του Sleuth γράφει για τις συναντήσεις του με τον Χάρολντ Πίντερ και την σκοτεινότερη και αστειότερη εκδοχή του για το έργο, γεμάτη επώδυνες παρατηρήσεις για την ευθραυστότητα του αρσενικού «εγώ» και τη διαβρωτική δύναμη της σεξουαλικής ζήλειας.

getImageΡίχνω μια ματιά στη βιο-εργο-«δισκο»γραφία του Σαχτούρη και θυμάμαι τις κυκλοφορίες του Μιχάλη Σιγανίδη (Το πρωί και το βράδυ, Το τραίνο – το φάντασμα φίλος), που ακούγαμε μέχρις εξάντλησης τότε στην αυλή της Οδού Αχιλλέως στην Άνω Πόλη: οργανικοί αυτοσχεδιασμοί, τζαζ και θόρυβοι, υποτάσσονταν στην συγκλονιστική Σαχτούρεια φωνή. Και διαβάζοντας τις ευθύβολες απαντήσεις του σε συνεντεύξεις που σπανιότατα έδινε είναι σαν να τον ακούω: Δεν υπάρχουν «ολίγοι εκλεκτοί» ούτε κανένας «κώδικας». Η ποίησή μου, όπως άλλωστε όλες οι ποιήσεις, χρειάζεται ανθρώπους με μια ευαισθησία για την ποίηση (άσχετη με τη μόρφωση που έχουν) [σ. 208]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
27
Ιολ.
09

Περιοδικό Πόρφυρας τεύχος 131 (Απρίλιος – Ιούνιος 2009)

 

Το πορφυρό αφιέρωμα που λάμπει στις κεντρικές σελίδες του περιοδικού αφορά μια εξαιρετική λογοτέχνη μιας αλλοτινής κόκκινης χώρας: η 80χρονη σήμερα Κρίστα Βολφ, κάποτε εκπρόσωπος της Ανατολικογερμανικής Λογοτεχνίας και πάντα σκληρή και διαπεραστική φωνή της σύγχρονης γερμανικής γραφής έχει την τιμητική της. Η συγγραφέας που έριξε τις έννοιες ευθύνη και ενοχή στο καθαρτήριο της γραφής, που βασανίστηκε όσο λίγοι για το πότε η μνήμη γίνεται μνήμα και πότε μνημείο, που ασκήθηκε στην αυτολογοκρισία και τον κρυπτικό λόγο για να ξεγλιστρά από τους χωροφύλακες του λόγου, εξακολουθεί να παράγει έργο πυκνό και συχνά απαιτητικό, αλλά πλήρως αποδοτικό αν μπεις στον κόσμο του. Ενδιαφέρουσες όλες οι προσεγγίσεις, όπως π.χ. η σύγκριση με παρεμφερή έργα των Νίκου Μπακόλα και Περικλή Σφυρίδη από την Σωτηρία Σταυρακοπούλου.

Ακόμη, ποίηση Γιώργη Μανουσάκη και Frantisek Halas, διηγήματα των Φ.Δ. Δρακονταειδή και Γιάννη Καβάσιλα, σύγκριση της Έρημης Χώρας του Cawein και του Eliot (εκείνη του δεύτερου είχε κατηγορηθεί για υπερβολικά πολλές ομοιότητες με το Waste Land του πρώτου) ενώ σ’ ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη εντοπίζει στα Ανεμοδαρμένα ύψη της Έμιλυ Μπροντέ μια σύγχρονη εκδοχή του αρχαίου δράματος και μια πρώιμη διάνοιξη οδού προς Ίψεν και Στρίντμπεργκ. Εκείνα τα Ύψη όπου κανείς δεν συγχωρούσε κανέναν και το μίσος ήταν η άλλη όψη της αγάπης, η ίδια η Μπροντέ τα πλήρωσε με την ζωή της, όπως έγραψε ο Μπατάιγ στη Λογοτεχνία και το Κακό (La literature du mal). Και σκέφτομαι τις διακλαδώσεις της πορείας ενός βιβλίου: από τα αρχικά 4 ή 5 αντίτυπα που πούλησε ένα βιβλίο «βέβηλης κακίας από μια δύσθυμη αγροίκο συγγραφέα», όπως θεωρήθηκε τότε, μέχρι ετούτη την αναγνωστική όψη του σ’ ένα εκλεκτό περιοδικό της βορειοδυτικότερης νήσου μιας χώρας. [σ. 144]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Ιολ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 29

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Στου τιμονιού το αυλάκι, εκδ. Δόμος, 1983.

Αναλογίζομαι τα χαρτιά τούτα, όλα τα χαρτιά, τη στάχωσή τους τη μεταφορική, ωσότου οι λογής σπάγγοι – σπάγγοι της σπουδής και σπάγγοι της ζωής – που θα δέσουν σε βιβλίο χωνέψουν μέσα στη ράχη του τελικού γραψίματος∙ άλλα χαρτιά, σπουδαιότερα χαρτιά ή πολύ σπουδαιότερα, την αλαφράδα τους (όλων των χαρτιών), την κληρονομική αλαφράδα και των πιο σοβαρών ακόμα πραγμάτων που καταπιανόμαστε – αναλογίζομαι – τη μόνιμη πληρεξουσιότητά τους, να το πω έτσι – αφού ο εντολέας λείπει ή βρίσκεται αλλού και ο λόγος όλων των χαρτιών είναι λόγος πλάγιος – μπροστά στην αμεσότητα της ζωής (και του θανάτου) μπροστά στην αμετάδοτη πραγματικότητα. Τι μπορεί στα αλήθεια να αξίζουν; Και τι αφήνει ένας απολογισμός; Όλα αυτά τα ζητήματα, μεγάλα και μικρά, που μας βασανίζουν ή μας απασχολούν και μας τριβελίζουν το μυαλό, μέρα και νύχτα, με το μικρό εκείνο ποσοστό της αλήθειας που μπορεί να περιέχει ο κόσμος – το απειροστά μικρό – που μπορούν να καταλήξουν την κρίσιμη στιγμή για τον άνθρωπο; Και τι αφήνομε κατόπι μας; όταν όλα τα αρμαθιάσεις μέσα σου και τα αποσώσεις – προφητεία, μυστήρια, γνώση, πίστη (ακόμα και την πίστη) – στο τέλος τι απομένει, στον κόσμο αυτόν, άλλο από μια αγάπη;

Στον Διαμαντή Αξιώτη

23
Ιολ.
09

Περιοδικό Κ. (Κριτική), τεύχος 17 (Δεκέμβριος 2008)

 

handke - 1Εγώ ο ίδιος δεν έχω την παραμικρή τύχη ενάντια στους δημοσιογράφους. Αλλά από την άλλη μεριά δεν έχουν και οι δημοσιογράφοι την παραμικρή τύχη εναντίον μου, δήλωνε ο Πέτερ Χάντκε για τις επιθέσεις των μέσων στο θεατρικό του έργο Το ταξίδι με το μονόξυλο (υπότιτλος: Υλικό για μια ταινία για τον πόλεμο) που φυσικά αφορούσε τον πόλεμο του Νάτο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία. Ο ρόλος της γλώσσας και της εικόνας των ΜΜΕ στο έργο του εξετάζεται εδώ σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο από την Ίριδα Βατσέλλα. Ο Χάντκε γνωρίζει καλά τους τρόπους χειραγώγησης των δυτικών από τα μέσα και συνεχίζει να φωνάζει γραπτώς: Το μεγαλύτερο εμπόριο του κόσμου είναι η πληροφορία. Για αυτό μπορεί κανείς με εικόνες και λέξεις να κοροϊδέψει περισσότερο και να κερδίσει περισσότερα.

Ένα από τα πιο πλούσια τεύχη του περιοδικού ξεκινάει με ένα άλλο χορταστικό δοκίμιο του Αλέξη Ζήρα, σχετικά με ταυτότητες και ετερότητες της ελληνικής πεζογραφίας από το 1975 κι έπειτα. Outsiders, λογοτεχνία του δρόμου, μεταφορικές και πραγματικές μεθόριοι, ξένοι και ξενισμοί, διαπολιτισμοί και ενθοτικές μειονότητες, εσωτερικές εξορίες, κλειστές κοινότητες και ανοιχτές ταυτότητες: σε αυτή την επισκόπηση πολλών υποκατηγοριών συμπεριλαμβάνονται, επιτέλους, πάρα πολλά έργα πολλών λογοτεχνών, και όχι μόνο των «καθιερωμένων».

Τι καπνό φουμάρουν τα κρατικά βραβεία στο όλο παιχνίδι της εγχώριας πεζογραφίας; Γιατί οι αναγνώστες εμμένουν στις απλές αφηγηματικές φόρμες; Πώς σχετίζεται ο Πρόσπερ Μεριμέ με την Ελλάδα, τι ρόλο διαδραμάτισε το Παρίσι στην ελληνική ταυτότητα του στο έργο του Θράσου Καστανάκη; Δοκίμια για το έργο των Χριστόφορου Μηλιώνη, για την Μεσαιωνική Επική Ποίηση, ογδόντα σελίδες κριτικής βιβλίων. Στην αρχή του περιοδικού και στο τέλος άλλων πραγμάτων, ο Τάσος Δενέγρης έχει καταθέσει το ανέκδοτο ποίημα Ελεγείο για την πτώση της Βασιλεύουσας. Σπονδή.

Χάντκε ξανά, μέσω ενός χαρακτήρα του: Ξύπνα! Κανένας Θεός δεν σε κοιτάζει από ψηλά, μονάχα ο διηπειρωτικός δορυφόρος. Και αυτός όλα τα φανερώνει. [σ. 200]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
20
Ιολ.
09

Μιχάλης Μοδινός – Ο Μεγάλος Αμπάι

 

Το πλεονέκτημα της φυγής: η απολεσθείσα οντότητα παραμένει άφθαρτη, ολοζώντανη, χωρίς την αναπόφευκτη σφαγή της καθημερινότητας. Αρχέτυπη. Η ουσία της αναδεικνύεται… Όταν το πέπλο έφυγε από τα μάτια μου, αποφάσισα να ανιχνεύσω το τοπίο σαν κάτι που δεν επρόκειτο να ξαναδώ, σαν μια σειρά αποσπασματικών σκηνών που θα μείνουν στη μνήμη άφθαρτες, ανέπαφες από το μακέλεμα της καθημερινής εμπειρίας. Οπλισμένος με μια φρέσκια ματιά, είδα την επαφή μου με τον κόσμο ως διαδικασία απόρριψης των άχρηστων μορφών, για να μείνουν εντέλει εγγεγραμμένες στο εσωτερικό του κρανίου μου ολιγάριθμες καθαρές εικόνες, με μιαν εσωτερική δύναμη και ομορφιά, που καθιστά τη ζωή άξια να βρεθεί. (σ. 122)

Η αναζήτηση των απώτατων πηγών της ροής του Νείλου, μια από τις ομορφότερες ιστορίες του κόσμου και ταυτόχρονα ένα αρχαιότατο συναρπαστικό γεωγραφικό μυστήριο ενώνει στο ίδιο πενταετές ταξίδι ένα υπαρκτό κι ένα επινοημένο πρόσωπο: τον Σκοτσέζο εξερευνητή Τζέιμς Μπρους (που εξέδωσε τελικά το πεντάτομο Travels to discover the Source of the Nile) και τον Έλληνα Ευστράτιο Ταταράκη. Η αδιανόητη περιπλάνηση προς την ανίχνευση του Μεγάλου Αμπάι (του Γαλάζιου Νείλου) εν έτει 1769 και η παρουσίασή της σε ημερολογιακή μορφή από τον Στρατή δεν είναι παρά ο πυρήνας αυτού του σαγηνευτικότατου «μετα-αποικιακού» μυθιστορήματος.

Οι δυο χαρακτήρες αντιπροσωπεύουν δυο ολόκληρες αντίθετες κοσμοθεωρίες. Είναι και οι δύο φυγάδες – ο καθένας με τον τρόπο του – και κάθε άλλη ομοιότητα σταματά εδώ. Ο Μπρους έχει αποφανθεί προτού καν βιώσει τις καταστάσεις. Η Αφρική είναι γι’ αυτόν ένα μέρος της κρυμμένης αλήθειας, πολλές από τις σελίδες του ημερολογίου του δείχνουν να έχουν γραφτεί πριν το ταξίδι. Αδυνατεί να αφεθεί στις ηδονές της καθημερινότητας, βιάζεται να φτάσει στο στόχο του. Ο Στρατής, αντίθετα, ψάχνει τα «γιατί» και «που» και τα «πώς» της Ιστορίας (η οποία μπορεί και να είναι «η αποτύπωση της παρακμής»), γιατί οι αυτοκρατορίες παρακμάζουν, τι απέγιναν οι θαυμαστοί πολιτισμοί του παρελθόντος, ποιες οι επικράτειες του πολιτισμού και της βαρβαρότητας, ποιος ορίζει τι είναι άγριο και τι πολιτισμένο.

Σε αυτή την ατέρμονη πορεία από τα αιθιοπικά υψίπεδα στα αποπνικτικά φαράγγια και από την αρχαϊκή, αποχαυνωτική ζέστη στον τρόμο της νύχτας σε μέρη άξενα, ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους, o Σ. εγκαταλείπει την δειλία του ταξιδευτή – τον φόβο του Άλλου. Μαθαίνει στην έλλειψη οικειότητας, τις αυστηρές φυσιογνωμίες, τα χασκόγελα των γυναικών, τα μουγκανητά των ζώων, την άσκηση στην υπομονή. Αφήνεται στη διαδικασία εμβύθισης στο χρόνο, ο εαυτός του γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης περιπέτειας, μέρος του χώρου και του χρόνου, παύει να είναι εξερευνητής και υποτάσσεται στο τοπίο. Ζω στο παρόν και δεν έχω μέλλον.

Νοιώθει νομάς που οφείλει να αλλάζει ενδιαίτημα – η μοίρα του. Οι νέοι τόποι τον έλκουν περισσότερο από την ηδονή του έρωτα, ο πόνος των χωρισμών είναι ανεκτός συγκρινόμενος με τα οιδήματα της ανίας. Ξέρει πως ο άνθρωπος πλάστηκε ακριβώς για να προσαρμόζεται στους πιο ετερόκλητους τόπους. Νοιώθει την αίσθηση εκατομμυρίων υπάρξεων που κινούνται και ανασαίνουν τριγύρω, κι ας μην τις βλέπει.

Γίνεται ο ίδιος μέρος της πολύχρωμης, ελευθεριάζουσας, ηδονιστικής αφρικανικής κοινωνίας, ενός κόσμου που θεωρεί πως η ανόργανη ύλη έχει ψυχή κι όπου η ερωτική ελευθερία που απολαμβάνουν ήδη από την εφηβεία αποφορτίζει τις εντάσεις και εξοικειώνει με το ανθρώπινο σώμα. Γνωρίζεται με τις αρχέτυπες αφρικανές που δεν γνωρίζουν καν την μεσογειακή περιφρόνηση προς τη γυναίκα. Αφήνεται ελεύθερος στα νυχτερινά τεϊοποτεία των ξέφρενων χορών και της σεξουαλικής ευδαιμονίας – άλλωστε οι λέξεις πόρνη και μπορντέλο δεν υπήρχαν καν στις τοπικές διαλέκτους.

Βλέπει τόπους που του θυμίζουν «ότι η Εδέμ είναι υπαρκτή, αρκεί να έχεις πρώτα διασχίσει την προσωπική σου κόλαση, δηλαδή να έχεις την τόλμη και την ικανότητα να την αναγνωρίσεις». Εξουθενώνεται από τις διαρκείς εναλλαγές τοπίων που μόνο ένας νους σε ακραία πνευματική εγρήγορση μπορεί να ταξινομήσει, ανιχνεύοντας ομοιότητες και διαφορές. Ζει τις ρευστές πραγματικότητες του νερού, της βλάστησης και της ενεργητικής ακινησίας. Ακόμα και στις πιο ήρεμες και στατικές φάσεις, κυριαρχεί ο θρίαμβος του παρόντος και η ηδονή της επαναληψιμότητας, η ευφορία της απραξίας ανάγεται σε υπέρτατη αρχή. Ζει το πετάρισμα της ψυχής μπροστά στο άγνωστο, στιγμές που δεν επιτρέπουν την απουσία του.

Νοιώθει ζωντανός ακόμα κι όταν αισθάνεται πως δε θα μπορούσε να ζήσει όλη του τη ζωή σε αυτές τις συνθήκες ευδαίμονος απραγίας, ακόμα κι όταν αισθάνεται απόλυτη μοναξιά που βαραίνει σαν πέτρα ή λιώνει σαν σε φούρνο μέσα σε εκείνη την άξενη κάψα. Αποδέχεται τις αρχές των αφρικανών που είναι πρωτόγονοι επειδή έτσι το θέλουν, κι όχι επειδή η Ιστορία τους το επέβαλε, συνειδητοποιεί πως ακόμα και ο πόλεμός τους αποτελεί ένα παιχνίδι για μεγάλους, μια εσαεί προέκταση της παιδικότητας. Θεωρεί τις φοβίες και τον πόνο οργανικά ενταγμένους στο σύνολο. Άλλωστε οι κηδείες τους είναι γιορτές γεμάτες ποτό και μουσική, μια αποθέωση της ζωής. Στην Αφρική ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος τρομάζει κανέναν. Ο Σ. μαθαίνει να συνομιλεί με τις ζωές που αφαίρεσε στο παρελθόν κι εκείνες που θα αφαιρέσει στο μέλλον (στα όνειρά του, στην τέχνη του). Ακόμα και το εφιαλτικό οσφραντικό τοπίο το αποδέχεται ως μέρος της ζωής: την αποφορά σφαγείου, τις πηχτές μυρωδιές φοινικέλαιου, ιδρώτα, χρόνιας υγρασίας, σήψης, καπνού, σάπιων ψαριών, μουχλιασμένων διχτύων, κοπριών και κοπράνων, τις οσμές ερωτικών εκκρίσεων, «τις βαριές μυρωδιές της ανθρωπότητας».

Η οικοφιλοσοφική αύρα με την οποία διαποτίζεται αυτή η ατέρμονη εναλλαγή περιπέτειας και γαλήνης είναι εμφανής: μπροστά στον δυτικό ορθολογισμό, το πνεύμα ευρωπαϊκής «υπεροχής» και την θεωρία του «εξωτικού και γραφικού οριενταλισμού», μέσω του Σ. υμνείται η αποδοχή οτιδήποτε ξένου, η προσαρμογή σε κάθε διαφορετικό λαό και πολιτισμό και η παραδοχή της ανωτερότητας της φύσης. Αμφισβητείται η ιδεολογία της ανάπτυξης και φυσικά κάθε έννοια αποικιοκρατίας, εκμετάλλευσης της φύσης και του αφρικανικού πολιτισμού, που σύντομα θα ερχόταν να αλέσει την μαύρη ήπειρο. Η φύση δεν πλήττει – γι’ αυτό δεν πλήττουν και οι άγριοι. Η ανία είναι η ύψιστη έκφραση του πολιτισμού, μια μορφή που ενδυόμαστε για να δικαιολογήσουμε τα επόμενα βήματα: την καθυπόταξη της αγριότητας και του Άλλου. (σ. 91)

Ο άγνωστος τότε Λευκός Νείλος βρίσκεται ακόμα πιο μακριά, όπως και κάθε άπιαστο όνειρο που όσο το πλησιάζεις τόσο διατηρεί την απόστασή του. Δεν έχει σημασία η έκβαση της περιπέτειας και η ανακάλυψη ή μη των πηγών. Το τέλος θα έρθει αλλιώς, έναν αιώνα μετά, τα κενά στο χάρτη θα γεμίσουν ονόματα. Μένουν οι όρκοι που έδωσαν όσοι έδωσαν, ότι θα ζήσουν οι μεν στη μνήμη των δε ως αναπόσπαστα μέρη της φυλετικής τους ιστορίας.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αθήνα, 1950. Γεωγράφος, μηχανικός, ερευνητής, από τους πρώτους ακτιβιστές του οικολογικού κινήματος στην Ελλάδα, ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Νέα Οικολογία (1984- 1997), πλούσια επαγγελματική εμπειρία σε Αφρική και Νότια Αμερική, σειρά βιβλίων και εκδόσεων περιβαλλοντικής ανάπτυξης, οικογεωγραφίας και καταπράσινης ευαισθησίας. Του Αμπάι προηγήθηκε η Χρυσή Ακτή (2005), φέτος κυκλοφόρησε η Επιστροφή. Με τον Μοδινό επιβεβαιώνεται η άποψη που υποστηρίζω καιρό: εκείνοι που έχουν τη γνώση και την πείρα, εκείνοι που ζουν ενδιαφέρουσες ζωές ας πιάσουν τις πένες – κι οι «επαγγελματίες» συγγραφείς ας τις αφήσουν.

… όπου κι αν κατευθυνθείς πάνω στη γη τα πράγματα είναι καλά φτιαγμένα, δηλαδή φτιαγμένα για ν’ αγαπηθούν. Αν κάτι απαρνήθηκα, ήταν η επανάληψη, η ανία. Την απέβαλα από την ψυχή μου σαν αρρώστια του πολιτισμού, εκτιμώντας την πλήρη απουσίας της από την κοσμολογία των αγρίων. (σ. 304)

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 467.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Προσωπική ενθύμηση: Ο Μεγάλος Αμπάι, ένα από τα γοητευτικότερα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, μου έδωσε μέγιστη αναγνωστική απόλαυση το περσινό καλοκαίρι, στο Νότιο Άκρο της Δυτικής Κρήτης, σ’ ένα πέτρινο σπίτι στο Φραγκοκάστελο, κάτω από το Κάστρο και μπροστά από μια θάλασσα που έβλεπε ίσια στην Αφρική και μέσα σε ανελέητες ριπές αέρα και άμμου. Ευχή σε όλους για παρεμφερή θερινή βίωσή του.

19
Ιολ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 28

Εδουάρδο Γκαλεάνο, Το βιβλίο των εναγκαλισμών, από το κείμενο «Ο μικρός θάνατος», μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου, εκδ. Κέδρος, 2001 (Eduardo Galeano, El libro de los abrazos, 1999), σ. 95.

Δεν μας χαρίζει γέλιο ο έρωτας, όταν φτάνει στα βάθη του ταξιδιού του, στα ύψη της πτήσης του: στα βάθη, στα ύψη, μας αποσπά βογκητά και στεναγμούς, φωνές πόνου, ακόμη κι αν είναι πόνος χαρούμενος, και, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο, γιατί η γέννηση είναι μια χαρά που πονάει. Μικρό θάνατο αποκαλούν στη Γαλλία την κορύφωση του αγκαλιάσματος, που μας ενώνει θραύοντάς μας και μας σμίγει χάνοντάς μας και μας αρχίζει τελειώνοντάς μας. Μικρό θάνατο τον αποκαλούν∙ μέγας όμως, παμμέγιστος πρέπει να είναι, αν μας γεννάει σκοτώνοντάς μας.

Στον Αλέξη Καρατζά

17
Ιολ.
09

Ηχητικά Μνημεία της Δεκαετίας του Εβδομήντα

Από το Καθαρτήριο των Αφιερωμάτων του Mic.gr κληθήκαμε σε πρώτη φάση να καταθέσουμε λίστα τριάκοντα Δίσκων – Ηχητικών Μνημείων της Δεκαετίας του Εβδομήντα, και σε δεύτερη να υπερασπιστούμε τις επιλογές μας εκείνες που συμπεριελήφθησαν στην τελική συλλογική πενηντάδα. Βλ. λίστες και κείμενα για τις θέσεις από 1-10 εδώ, από 11-30 εκεί και από 31-50 παραπέρα. Ακολουθούν οι Τριάκοντα και οι Τέσσερις.

1.John Cale – Paris 1919
2.Lou Reed – Berlin
3.ABBA – Arrival
4.David Bowie – Low
5.Crass – The Feeding of the 5000

6.Suicide – S/T
7.Wire – Pink flag
8.The Velvet Underground – Loaded
9.John Cale – Fear
10.David Bowie – Heroes

11.The Pop Group – Y
12.Hawkwind –Warrior on the edge of time
13.Lou Reed – Transformer
14.Brian Eno – Another Green World
15.Kevin Coyne – Matching Head And Feet
16.David Bowie – Aladdin Sane
17.Buzzcocks – Another music in a different kitchen
18.Big Star – Radio City
19.Leonard Cohen – Songs of Love and Hate
20.George Harrison – All Thing Must Pass
21.Curtis Mayfield – Superfly
22.Miles Davis – Bitches Brew
23.John Cale – Vintage Violence
24.Magazine – Secondhand daylight
25.Don Cherry – Organic Music Society
26.Deep Freeze Mice – My Geraniums Are Bulletproof
27.Blue Oyster Cult –Agents of Fortune
28.Arthur Brown – Galactic Zoo Dossier
29.Electric Light Orchestra – Out of the blue
30.Terry Riley – Persian Surgery Dervishes

John Cale – Paris 1919 (1973)

O John Cale υπήρξε ο απόλυτος μοντερνιστής του ροκ εντ ρολλ: Πρώτα διέλυσε την ορθόδοξη φόρμα του είτε θρυμματίζοντας τα συστατικά του είτε ως Βελούδινος Αντεργκράουντερ είτε παγώνοντάς το στον απόλυτο κλασικιστικό μινιμαλισμό του Academy in Peril είτε λούζοντάς το στην πιο θερμή αβαν-γκαρντ των La Monte Young, Tony Conrad, Terry Riley. Κι επειδή δεν νοείται μοντερνισμός χωρίς παράδοση και χωρίς μοντέρνα χρήση αυτής ακριβώς της παράδοσης, έφτιαξε έναν από τους μαγικότερους δίσκους της δεκαετίας, με το μελωδικότερο ροκ εντ ρολλ, τις σπαρακτικότερες μπαλάντες, τους σαρκαστικότερους δραματισμούς, τις συμφωνικότερες ορχη + στρώσεις.

Διαβασμένος της λογοτεχνίας και της σύγχρονης σκέψης όσο ελάχιστοι, ξεκινούσε με φόρο τιμής στη μόνη κοινή πατρίδα που έχουμε όλοι (την παιδική μας ηλικία), τραγούδησε τον Dylan Thomas όπως κανείς ποτέ δεν τραγούδησε [Child’s Christmas in Wales], υποδέχτηκε τον Μάκβεθ σε ένα μέρος τραγικότερο από τα πεδία των μαχών (:στο σπίτι του) [Macbeth] και τελείωσε φλεγματικά ως τυπικός Ουαλός παρέα με τον Graham Greene [Graham Greene]. Η Σύνοδος των Βερσαλλιών υπήρξε μόνο η αφορμή. Ξέρουμε πως μετά θα παίξει το πρωιμότερο πανκ και θα βγει ξανά στους βρώμικους δρόμους.

David Bowie – Low (1977)

Η Μπαουική «Τριλογία του Βερολίνου» υπήρξε η απόλυτη ηχοποίηση της Μοναχικού Ευρωπαίου της Μοντέρνας Πόλης. Τι σήμαινε άραγε ο τίτλος Low; Τις χαμηλές διαθέσεις του Bowie (εκδοχή του παραγωγού Tony Visconti που ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τις ηχογραφήσεις), την προσγείωση μετά την ναρκωτική περιπλάνηση από Station to Station, την βουτιά στην τέχνη προς εξεύρεση απαντήσεων; Ή ένα νέο σπαρακτικό Low profile που ενδύεται ο βασανισμένος καλλιτέχνης κι επιχειρεί να κινηματογραφηθεί στο εξώφυλλο;

Ο δίσκος έμοιαζε πρωτόγνωρος, με την μια πλευρά γεμάτη αγκάθινα ποπ συρματοπλέγματα και την άλλη γεμάτη οργανικά συμπλέγματα. Ο πρώτος άξιος απόγονος της κληρονομιάς των Kraftwerk και των Neu! έπρεπε να διαμοιραστεί, και ορθώς, σε αυτό το στοιχειωτικότερο δυνατό ροκ εντ ρολ και στα ρομποτικά πληκτρολογίσματα.

Έχω την αίσθηση πως η σπορά του Low θα φανεί περισσότερο στα επίγονα τέκνα του Post-punk, του New Wave και του Industrial – πέρα από το γεγονός ότι έσπρωξε πολλούς μουσικούς προς τα εκεί ή πασπάλισε με την διαβολική του σκόνη την αύρα των ειδών αυτών. Οι Wire, οι Joy Division, οι Bauhaus, οι Public Image Ltd θα δείξουν πόσο Low έπεσαν και άκουσαν. Η αρχή των Tuxedo Moon βρίσκεται στο Warzawa, του Billy Mckenzie και των Associates στο The Secret Life of Arabia. Τα αερόβια κήμπορντς των New Order και το θεόλευκο dance rock στο Sound and Vision. Θα ακολουθήσει το διαφορετικά θυελλώδες Heroes, πάντα μαζί με τον Eno, είκοσι χρόνια προτού πέσει το Τείχος.

Lou Reed – Transformer (1972)

Transformer: ο απόλυτος απογυμνωτής του ροκ εντ ρολ που πετούσε σα στάχτη τους περιττούς θορύβους, τo χαμένο τέταρτο των Velvet Underground, η απλούστερη εκδοχή του γκλαμ, η επιτομή του νεοϋορκέζικου ροκ εντ ρολλ, ένας δίσκος που θα μπορούσε να ανήκει στον παραγωγό Bowie αν δεν έβγαινε μόνο από τις ίδιες τις φλέβες του Lou. Το Transformer δεν είναι μόνο το Vicious (η τελειωτική παραγγελία του Warhol), το Perfect Day (ο απόλυτος ύμνος πάνω στον έρωτα που μας κάνει να είμαστε άλλος και είναι ναρκωτικότερος των ναρκωτικών) ή το Walk on the wild side (η απόλυτη κινηματογράφηση των αντίθετων-από-κάθε-κανονικό ανθρώπων). Είναι το σύνολο των έντεκα τραγουδιών – βημάτων προς το μοναδικό μέρος που μπορεί να υπάρξει το ροκ εντ ρολλ: στο δρόμο.

Brian Eno – Another Green World (1975)

Εδώ έγινε η στροφή: εδώ άρχισαν να ελαττώνονται οι λέξεις και να επικρατεί η μουσική, εδώ πολλαπλασιάστηκαν τα όργανα, εδώ το ροκ εντ ρολ έπρεπε πλέον να ξεχειλωθεί, να υπονομευτεί, να παραμορφωθεί χωρίς να χάσει την παραμικρή ουσία. Αφήνοντας πίσω κάθε παραδοσιακή κατασκευή άλμπουμ, μπήκε χωρίς αποσκευές στο στούντιο, άφησε τα αναρίθμητα όργανα να τον οδηγήσουν, και ξανάκανε το ίδιο μετά βγάζοντας ήχους πάνω στα τραγούδια, αφήνοντάς τα δια ζώσης να τον οδηγήσουν στις λέξεις και την ερμηνεία. Στον Another Green World βρίσκονται: μια αφετηρία της ηλεκτρονικής μουσικής που μας ενθουσιάζει σήμερα, το προοίμιο της Ποπ Μηχανικής, το απόσταγμα του άρτ ροκ, όχι με την γνωστή ταμπέλα, αλλά με την κυριολεκτική σημασία κάθε τραγούδι να κατασκευάζεται και να μοιάζει ως έργο τέχνης.

15
Ιολ.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 498 (Ιούλιος – Αύγουστος 2009)

Ο Nick Cave έχει έτοιμο το δεύτερό του μυθιστόρημα (Ο Θάνατος του Μπάνι Μάνρο) – θα το εκδώσει ο Τόπος το φθινόπωρο. Την ίδια εποχή και το Γατικό Λεξικό του Νίκου Πλατή. Ο πιο αφοσιωμένος μηχανικός της ελληνικής λογοτεχνίας, ο Αλέξανδρος Αργυρίου, διαυγής ως τα 88 του, πρόλαβε να την τιμήσει με 8 τόμους Ιστορίας Της προτού πάει να ξεκουραστεί. H Βιβλιοθήκη της Βερόνας έχει ειδικά χωριστά τμήματα για τους τροφίμους των φυλακών. Μότο της: «Εδώ μπορεί να βρει κανείς τα πάντα, εκτός από την πλήξη!».

Αυτός ο 34χρονος Ντάνιελ Κέλμαν πώς έχει καταφέρει ενάμιση εκατομμύριο αναγνώστες με την Μέτρηση του κόσμου; Ως επιδραστικούς διαμορφωτές καθορίζει τους Τόμας Μαν, Καρλ Κράους (δοκίμια), συν τους κλασικούς Χέλντερλιν και Γκαίτε – γι’ αυτό και τον διακωμώδησε ανελέητα στην Μέτρηση; Το ζεύγος Όστερ πέρσι έβγαλε φρέσκα βιβλία, μόνο που ο Άνθρωπος στο σκοτάδι του Πολ δεν έχει την σπίθα της έκπληξης, ενώ η Θλίψη ενός Αμερικανού της Νορβηγίδας Σίρι Χουβστεντ τον ξεπέρασε αισθητά. Άραγε ισχύει ή απλά ακούγεται γοητευτικότερο έτσι; Ελπίζω οι όποιοι ανταγωνισμοί τους στο σπιτικό του Μπρούκλιν να λύνονται οριζοντίως.

Το Αστυνομικό Μυθιστόρημα φακελώνεται εκ νέου από τους συνήθεις ύποπτους: Ανδρέα Αποστολίδη, Φίλιππο Φιλίππου κ.ά. Άλλες 200 νέες εκδόσεις βρίσκονται εκεί έξω, χαμός γίνεται: Χανίφ Κιουρέισι, Χένρι Μίλλερ, Πίτερ Κάρεϊ, ένα χαμένο Μπάρροουζ με Κέρουακ, Ζατέλη, Παπαμόσχος, Χαρτοματσίδης, Κώτσιας, Ακρίβος, Ραπτόπουλος, Χωμενίδης, Βασιλικός έχουν όλοι νέα βιβλία κι ούτε στα πρώτα τραπέζια των βιβλιοπωλείων δεν προλαβαίνουν να καθίσουν. Κι εμείς πού θα διαβάσουμε για όλα αυτά; Εδώ, στο τρίτο τεύχος πριν τα 500.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
13
Ιολ.
09

Περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 1823 (Ιούνιος 2009)

 

Αφιέρωμα στον Νίκο Μπακόλα (1927-1999)

Ευφραίνομαι ιδιαιτέρως, καθώς ένας από τους πιο αγαπημένους μου λογοτέχνες (παρά την καθολική προτίμηση στην Μεγάλη πλατεία, θεωρώ την Ατέλειωτη γραφή του αίματος ένα από τα συγκλονιστικότερα νεοελληνικά μυθιστορήματα) με κοιτάζει με το αξέχαστο διαπεραστικό του βλέμμα απ’ τον ασπρόμαυρο βορρά που λογοτέχνησε περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλο. Η σύντομη επίσκεψή του γίνεται με αφορμή μια δεκαετία από τον θάνατό του.

Γλυκιά η αναστάτωση: εδώ δεν έχουμε μόνο κείμενα για τον Νίκο Μπακόλα (του εκλεκτού πεζογράφου Τάσου Καλούτσα για την αφηγηματική του γλώσσα, του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για το ιστορικό μυθιστόρημα που δεν έκανε, παρά μόνταρε στην καθαρά προσωπική του γραφή, του Γ.Δ. Παγανού για εκείνες τις εξαιρετικές μεταθανάτιες μικρές του φόρμες, βαθιές ματιές σε κείμενά του, προσωπικές μνήμες κ.ά) αλλά και από τον ίδιο: το Κατοχή και «μεγάλο» θέατρο (από ένα βιβλίο που γράφτηκε εν θερμώ και δεν εκδόθηκε ποτέ, με τίτλο Θεατρικές εμπειρίες και μνήμες, κεφάλαια του οποίου διαβάσαμε στις πρώτες δύο Παραφυάδες που έβγαζε τότε ο Ιανός) και μια παιγνιώδη σειρά βιογραφικών απαντήσεων σε ένα (φανταστικό;) ερωτηματολόγιο.

Το ερώτημα δεν είναι «αν υπάρχει Θεός» ή όχι, αλλά γιατί εγώ θα ήθελα να πιστεύω σε έναν Θεό. Με αφορμή ένα κείμενο του Θάνου Λίποβατς που είχε ο ίδιος δώσει στο περιοδικό πριν καιρό (Περί Θεού λόγος σήμερα) ο Σταύρος Ζουμπουλάκης ανατέμνει αυτόν ακριβώς τον βαθύ χριστιανικό στοχασμό του ισορροπιστή της μεθορίου της ψυχανάλυσης, της πολιτικής φιλοσοφίας και, όψιμα, της βιβλικής και χριστιανικής σκέψης, μια και το τελευταίο αυτό στοιχείο αφήνει αδιάφορους τους εντόπιους θεολόγους «που περί άλλα τυρβάζονται, οι δε θύραθεν Έλληνες στοχαστές μαύρα μεσάνυχτα» έχουν περί αυτών.

Ένα εκτεταμένο κείμενο για την φιλοσοφία του πόνου της τραγικής σοβιετικής τετράδας Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Μπορίς Παστερνάκ, Όσιπ Μαντελστάμ, Άννα Αχμάτοβα και τις τρεις επικράτειες όπου τον βίωσαν: στην επανάσταση, τον εκτοπισμό και την εσωτερική εξορία συμπληρώνει την ύλη, μαζί με διηγήματα των Γιώργου Μπράμου, Δημήτρη Ελευθεράκη, Βασιλικής Κοντογιάννη και τα γνωστά ποιητικα και μηνολογιακά κεκτημένα. Πότε με το καλό η μετάφραση του Φωκνερικού Sartoris κυρ Νίκο;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
12
Ιολ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 27

Μπρους Τσάτουιν, Ανατομία του Αεικίνητου, από το κείμενο «Αυτός ο κόσμος ανήκει στους νομαδικούς νομάδες», εκδ. Χατζηνικολή, 1999, μτφ. Τάκης Κίρκης, σ. 117-119 (Bruce Chatwin, Anatomy of Restlessness, 1996).

Σε μια από τις πιο μαύρες στιγμές της ζωής του, ο Πασκάλ είπε πως όλη η δυστυχία του ανθρώπου ξεκινάει από ένα μοναδικό αίτιο, την αδυναμία του να παραμείνει ήσυχος μέσα σε ένα δωμάτιο. (…) Αλλαγή συρμού, τροφής, αγάπης και τοπίου. Αυτά τα χρειαζόμαστε όσο και τον αέρα που αναπνέουμε. (…) «Εκείνος που δεν ταξιδεύει δεν ξέρει την αξία των ανθρώπων», είπε ο Ιμπν Μπατούτα, ο ακάματος Άραβας ταξιδευτής που περπάτησε από την Ταγγέρη ως την Κίνα και γύρισε για το γούστο της περιήγησης. Αλλά το ταξίδι δεν ευρύνει απλώς το νου. Τον φτιάχνει. (…) Οι νόμοι της εξέλιξης όριζαν να γίνουμε ταξιδιώτες. Η παρατεταμένη εγκατάσταση είναι υπόθεση κάπου δέκα χιλιάδων ετών, μια σταγόνα στον ωκεανό του διαστήματος της εξέλιξης. Είμαστε εκ γενετής ταξιδιώτες. (…) Οι λίγοι «πρωτόγονοι» λαοί που απομένουν πια στις ξεχασμένες γωνιές της γης καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα από μας αυτό το απλό γεγονός της ανθρώπινης φύσης. Βρίσκονται σε αέναη κίνηση. Τα χρυσοκαφετιά μωρά των άγριων κυνηγών του Καλαχάρι δεν κλαίνε ποτέ και συγκαταλέγονται στα πιο χαρούμενα νήπια του κόσμου.

Στον Μιχάλη Μοδινό

10
Ιολ.
09

Περιοδικό Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 39 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2008)

 

Αφιέρωμα Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου

Οι λαμπερές στιγμές στη ζωή δεν είναι πάντα οι πιο ευτυχισμένες. Τον Ιούνιο του 2008 εβδομήντα κατάδικοι των φυλακών Κορυδαλλού υποδέχονταν την Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου, που οι ίδιοι είχαν καλέσει για να συζητήσουν μαζί της. Είχαν διαβάσει το μυθιστόρημά της Με τη λάμπα θυέλλης και είχαν ταυτιστεί με τον ήρωα που περνούσε διαδοχικά όλα τα στάδια της αθλιότητας και της «λήθης». Η συγγραφέας που μοιράστηκε ώρες μαζί τους και τους παρότρυνε να γράφουν τις σκέψεις τους αναφέρεται σε αυτή τη σπάνια κίνηση σε μια εσώψυχη συνομιλία με την επιμελήτρια του προς τιμήν της αφιερώματος Ζωή Σαμαρά. Το «τετράμηνο περιοδικό Λογοτεχνίας, Θεωρίας της Λογοτεχνίας και Κριτικής» των αειθαλών εκδόσεων του Γκοβόστη λοιπόν γιορτάζει το πνευματικό ιωβηλαίο της πρωτεϊκής αυτής ταξιδιώτισσας πασών των λογοτεχνικών ειδών (πεζογραφία, θέατρο, ποίηση, δοκίμια, εφηβικά, μεταφράσεις).

Την φύση πρέπει κανείς να την αντιμετωπίζει επιστημονικά, για την ιστορία πρέπει να κάνει ποίηση έγραψε ο Όσβαλντ Σπένγκλερ και η Μ.Λ.Π. έχει να καυχιέται για ορισμένα από τα πιο ενδιαφέροντα ιστορικά μυθιστορήματα: Ιερός ποταμός (στα μέρη όπου οι αρχαίοι θεοί κυνηγημένοι και αγκαλιασμένοι με τους αγίους), ο 600σέλιδος ποταμός Πήραν την Πόλη, πήραν την, ο Άγγελος της Στάχτης (που η ίδια έχει τονίσει πως όλη της η λογοτεχνική διαδρομή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά δρόμοι βοήθειας για να φτάσει σε αυτό το «ορφικό τραγούδι»). Τη συλλογική έννοια της ιστορίας πρέπει να την κάνεις προσωπική. Τότε μόνο γίνεται μαρτυρία και προσωπικός καθαρμός.

Αναγνώστρια και μεταφράστρια του Μπέκετ, υποστασιακή (όπως χαρακτηρίστηκε από τον Λακαριέρ) ποιήτρια, μυημένη στη μεταφυσική των πραγμάτων, η Μ.Λ.Π. χρησιμοποιεί τη λέξη μύηση πολύ προσεκτικά, την βιώνει μόνο σε απόλυτη προσωπική εμπειρία. Ακολουθούμε την ηρωίδα της στην Γκρίζα Πολιτεία καθώς αντιμετωπίζει την αρρώστια και την απειλή του άμεσου θανάτου στο υπερδιεγερμένο Παρίσι του ’68, ο Τάκης Βαρβιτσιώτης ξαναδιαβάζει την ποίησή της και οι υπόλοιποι αφιερωτές εξετάζουν το έργο της από 27 οπτικές γωνίες, για την μνήμη που παλεύει να επιστρέψει στις πηγές της, για τον κύκλο στο μεταφυσικό της σύμπαν, για το ποιητικό και εικαστικό στοιχείο στην πεζογραφία της. Καθένας δημιουργεί μια πραγματικότητα στα μέτρα της δικιάς του αλήθειας, για να μπορέσει να σωθεί – όπως έλεγε δια μέσου του ήρωα στο Μικρό κλουβί. Συμπληρώνεται από πλήρες εργο-χρονολόγιο κάθε γραπτής ή προφορικής κατάθεσής της. Εκδ. Γκοβόστη, 256 σελ. Περιεχόμενα όλων των τευχών του περιοδικού εδώ: http://www.govostis.gr/.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

08
Ιολ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 9. Κώστας Μαυρουδής

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και πρόσφατοι συγγραφείς.

Θα ήθελα να κάνω μνεία στην μεγάλη παράδοση του γαλλικού μυθιστορήματος (19ος αιώνας) και ακόμα στον ευρωπαϊκό μεσοπόλεμο (κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία). Δεν με συγκίνησε ποτέ η λεγόμενη νεωτερικότητα, και άλλα πιο πρόσφατα φαινόμενα (π.χ.αντιμυθιστόρημα), πείραμα που δεν πιστεύω ότι έδωσε καμιά αυθεντική τέρψη, ούτε φώτισε κρυμμένες περιοχές. Ήδη, τώρα που μιλάμε, έχει κριθεί. Εν πάση περιπτώσει, διαβάζω πλέον λιγότερο (πάντα λογοτεχνία αναφοράς, μήπως και προλάβω τουλάχιστον να γνωρίσω περισσότερα έργα απ’ αυτό που αποτέλεσε τον κλασικισμό). Θα έλεγα ότι δεν έχω αξιόλογη εποπτεία και ενημέρωση για τη σύγχρονη παραγωγή, αν εξαιρέσω διάφορες λαμπρές περιπτώσεις, π.χ. τον Κλάουντιο Μάγκρις ή τον Έκο ή άλλα πρόσωπα που συναντώ τυχαία ή καθ’ υπόδειξη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και πρόσφατα βιβλία.

Θα αναγκαστώ να επαναλάβω τον εαυτό μου. Θέλω να πω ότι πάντα δείχνω τις ίδιες περιοχές, αλλά πώς αλλιώς θα μιλούσε κάποιος με συγκεκριμένες εμμονές και προτιμήσεις. Το Μαγικό Βουνό, λοιπόν, του Τόμας Μαν, Ο Γατόπαρδος του Λαμπεντούζα, Ο χθεσινός κόσμος του Τσβάιχ. Στο τελευταίο παρακολουθούμε τον γοητευτικό πνευματικό μύθο της Αυστροουγγαρίας, μιας μικρογραφίας, κατά τη γνώμη μου, του πειράματος της Ενωμένης Ευρώπης, που επιχειρείται αργά αλλά σταθερά σήμερα. Ο χθεσινός κόσμος, χωρίς να μένει προσκολλημένος στο ντοκουμέντο και τη λεπτομέρεια, μόνο με ό,τι συντήρησε η μνήμη του συγγραφέα που ζούσε εξόριστος στη Βραζιλία, δεν είναι απλώς κορυφαία μαρτυρία ιστορικών γεγονότων, αλλά σειρά μεγάλων ιμπρεσιονιστικών εικόνων. Ως τελευταία πράξη ζωής (ο Τσβάιχ αυτοκτόνησε το 1942, πριν να κυκλοφορήσει το βιβλίο), αυτή η αφήγηση ανασυνθέτει ένα περιβάλλον υψηλών αξιών και βαθιάς καλλιέργειας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στην Στενογραφία, τελευταίο βιβλίο μου, έγραφα ότι «η μεγάλη λογοτεχνία κάνοντάς μας να γνωρίσουμε τα πάθη μακρινών και επινοημένων προσώπων, συντελεί, ώστε με την πλησμονή των αισθημάτων, των κρίσεων και των σκέψεων γι’ αυτά (την υπεραπασχόληση με τον κόσμο τους) να περιφρονούμε, δυστυχώς, την καθημερινή ζωή και τους πραγματικούς ανθρώπους γύρω μας. Με ακολουθούν, λοιπόν, για να απαντήσω στο ερώτημά σας, αρκετοί χαρακτήρες, με τη μοίρα και την εικόνα των οποίων συνομίλησα ή γοητεύθηκα. Άλλωστε, η λογοτεχνία υπάρχει γιατί η ζωή, υπολείπεται, σε τελειότητα, ενός έργου. Το τελευταίο έχει όλα τα στοιχεία που μας λείπουν. Δεν γερνάει, δεν παρέρχεται, δεν φοβάται. Θυμάμαι ότι ο Φλομπέρ, δήλωνε ζηλότυπα πως δεν ανεχόταν το γεγονός ότι θα ζει η Μποβαρί όταν ο ίδιος θα είναι σκόνη. Αργότερα, ο μοντερνισμός προσπάθησε να φέρει αυτό το δέος στο επίπεδο ενός κειμένου, έκθετου στην ερμηνεία. Η κριτική απαίτησε την ίδια σημασία με το κείμενο. Στην πιο γελοία εκδοχή, ο αναγνώστης «έγινε» συγγραφέας. Αγαπώ λοιπόν, για να επιστρέψουμε στην ερώτηση (γι’ αυτό τον θυμάμαι επαρκώς), τον νεαρό ναυπηγό Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού, που ζει την αγωνία ενός δραματικού τόπου, το μεγαλειώδες σκηνικό όπου βρίσκεται το σανατόριο «Μπέργκχοφ» στο ορεινό Davos της Ελβετίας. Όμως και όλοι οι περί αυτόν είναι σπουδαία λογοτεχνικά πρόσωπα, σύμβολα ροπών, ιδεών, πεποιθήσεων. Στο περιβάλλον τους συντίθεται μια περιοχή βαθύτατης πνευματικότητας, συνθήκη αξεδιάλυτη από την αγωνία της φθοράς και του θανάτου. «Ιστορία παλιά, σκεπασμένη ήδη από πολύτιμη ιστορική σκουριά», όπως λέει ο Μαν εισάγοντας ως ένα συντελεσμένο παρελθόν το βιβλίο. Μένω, λοιπόν, με την εντύπωση ότι σ’ αυτή την ωκεάνεια σύνθεση τα πάντα έχουν ειπωθεί (η μεταφυσική, η επιστήμη, η Ιστορία, η τέχνη, ο έρωτας). Οι σελίδες του έχουν εμψυχώσει χαρακτήρες με στάσεις και διαθέσεις, που κάνουν αυτό το τεράστιο χρονικό πραγματικά αποκαλυπτική αφήγηση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε πάρκα, στο λεωφορείο, στο πλοίο. Η ολοκλήρωση όμως των κειμένων μου γινόταν πάντα σε απόλυτη συγκέντρωση και με αφόρητα αργούς ρυθμούς. Ασχολούμαι για χρόνια με κάθε κείμενο. Αυτό δεν το αναφέρω ως αρετή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας βασανιστικής νεύρωσης. Πιστεύω ότι πάντα έχει τη δυνατότητα να γίνει καλύτερο, συνεπέστερο με την αναζήτηση της πρώτης ιδέας. Για μένα είναι αμφίβολο αν τελειώνει ποτέ ένα έργο, κι αυτό διότι ξέρουμε ότι η πρώτη ύλη του δεν παραδίδει αμαχητί τις αντιστάσεις της αφενός, και ότι το απόλυτο ενός αισθήματος είναι τελειότητα που δεν αναπαράγεται, απλώς προσεγγίζεται, με άλλα μέσα. Στην Στενογραφία έγραφα ακριβώς αυτό, με τη μορφή του αφορισμού: «Όλα τα νοήματα είναι επιφυλακτικά με τη γλώσσα, δεν διαθέτουν όμως κανένα καλύτερο μέσον για να υπάρξουν. Ή, διαφορετικά, οι λέξεις δεν αρμόζουν ποτέ σε αυτό που θέλουν να πουν». Λυπάμαι αν θα φανούν υπερβολικά γερασμένες ή ιδεαλιστικές αυτές οι απόψεις, αλλά δεν μπορώ να δω το κείμενο ως ένα απολύτως αυτόνομο σώμα, έκθετο στις διαθέσεις της ανάγνωσης. Καταλάβαίνω, εν μέρει, εκείνον που δίνει τα αναγνωστικά του νοήματα στο κείμενο, για μένα όμως πάντα παραμένει κυρίως αυτός που πάνω του δοκιμάζεται μια πρωταρχική βούληση, μια πραγματοποιημένη ονειροπόληση του συγγραφέα. Χρήσιμο παράδειγμα, από την Στενογραφία και πάλι, ένας σύντομος φιλοπαίγμων αφορισμός: «Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Θα ακούσει και θα μεταδώσει άλλα πράγματα».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στην ποίησή μου κίνητρο είναι η αναδρομή. Η νεύρωση του παρατατικού, όπως λέω. Στα υπόλοιπα κείμενά μου, αυτά που μοιάζουν με εκτεταμένο αφορισμό και περιέχουν ιδέες και γνώμες, ελάχιστα με επισκέπτεται η αποκάλυψη. Οι ιδέες μου προκύπτουν, κυρίως, στη διάρκεια και εξ αφορμής αναγνώσεων λογοτεχνίας. Η ανάγνωση είναι μια σίγουρη μεσιτεία που μου παρέχει εναύσματα και ερεθίσματα, με τα οποία δουλεύω. Το κείμενο είναι, σ’ αυτή την περίπτωση, σαν ένα υπέροχο ταξίδι που κάναμε, και που οφείλεται στο ότι συναντηθήκαμε τυχαία με τα θέλγητρα ενός τουριστικού προσπέκτ. Να προσθέσω ότι μ’ ενδιαφέρει η «κλοπή», το «δάνειο». Το διακείμενο, όπως το λέει η Θεωρία. Μου αρέσει η χρήση ξένων μερών ή ιδεών στη σύνθεση μιας νέας κατασκευής. Είναι συνθήκη που μοιάζει με αυτή των νεότερων εποχών, οι οποίες έχτιζαν πάντα με υλικά δανεισμένα από κατασκευές αρχαίες και προγενέστερες. «Μήπως οι θαυμάσιες κολόνες της Σάντα Μαρία ντέλι Άντζελι δεν προέρχονται από τις Θέρμες του Διοκλητιανού και ο χαλκός από το Πάνθεον δεν χρησιμοποιήθηκε για τον Άγιο Πέτρο;», αναρωτιόταν σε ένα γράμμα του ο Λίστ, μιλώντας για τα καπρίτσια της Ιστορίας. Μπορώ ακόμα να προσθέσω ότι κάθε παροπλισμένο αντικείμενο, κάθε αγνοημένη ή λανθάνουσα ύλη θα επιθυμούσε να γίνει μέρος ενός καινούργιου συνόλου, να διατεθούν δηλαδή τα ξεχασμένα στοιχεία χάριν μιας νέας συνθέσεως που θα μιλήσει με τα δάνεια υλικά, θα ξαναβγεί στη ζωή ως αυτοτελής πρόταση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού και ο πρίγκιπας Σαλίνα, του Γατόπαρδου. Ο πρώτος για το προσωπικό του πεπρωμένο, έτσι όπως εμφανίζεται ξαφνικά, όταν από το Αμβούργο ταξιδεύει και επισκέπτεται έναν νοσηλευόμενο εξάδελφό του στο περίφημο Davos, και ο δεύτερος για την πτώση του (αντιλαμβάνεται και βιώνει στωικά μοίρα της τάξης του, της αριστοκρατίας), την εποχή που νέα στρώματα εμφανίζονται στο προσκήνιο της Ιστορίας και αλλάζουν (τέλος του 19ου αιώνα) την εικόνα, τα αιτήματα και τις αξίες της ζωής. Βρισκόμαστε στη Σικελία του 1860. Η Ιταλία ενοποιείται. Το μεγάλο νησί του νότου έχει προσαρτηθεί και η κυβέρνηση του Τορίνο επιθυμεί να διορίσει ορισμένους επιφανείς Σικελούς ως γερουσιαστές στη βουλή του νεοπαγούς κράτους. Κάποιος αντιπρόσωπος φτάνει στο Παλέρμο για να πείσει τον γηραιό πρίγκιπα Σαλίνα να αποδεχθεί τον διορισμό. Ο περίσκεπτος και κουρασμένος αριστοκράτης απαντά με μιαν αξιοζήλευτη, στη διαύγειά της, ιστορική απαισιοδοξία σ’ εκείνους που οραματίζονται ένα νέο κράτος. «Μου μιλούσατε για μια Σικελία που της προσφέρονται τα θαυμάσια του σύγχρονου κόσμου. Εγώ βλέπω μια γριά που την τσουλάνε με αναπηρικό καροτσάκι μέσα στην παγκόσμια έκθεση του Λονδίνου, που δεν καταλαβαίνει τίποτε, που την αφήνουν αδιάφορη τα Χαλυβουργεία και λαχταράει μόνο τον ύπνο της, το μουσκεμένο από σάλια προσκεφάλι της και το δοχείο της νύχτας κάτω απ’ το κρεβάτι……». Έχω προσέξει πως ελάχιστοι στην Ελλάδα γνωρίζουν την ιδιότυπη περίπτωση του Λαμπεντούζα και του μοναδικού του έργου. Ο Γατόπαρδος είναι μυθιστόρημα αναφοράς κι αυτό, γιατί μιλάει για τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές, μια ευγένεια που ο εκφραστής της θρηνεί αξιοπρεπώς, και τις τρομακτικές διαφοροποιήσεις του αιώνα των μαζών.
Να μην αγνοήσω τον Γουσταύο Άσενμπαχ, από τον Θάνατο στη Βενετία, σύμβολο θηρευτή της ομορφιάς και του απόλυτου, που στην αρχή της νουβέλας ζητάει απλώς «τέσσερις βδομάδες ανάπαυσης σε κάποιο κοσμοπολιτικό κέντρο του γελαστού νότου». Ωστόσο, απαντώντας σ’ αυτή την ερώτηση, δεν στέκομαι στο πόσο αγαπημένος είναι για μένα κάποιος λογοτεχνικός χαρακτήρας. Αυτό είναι η φυσική έλξη της γοητείας και του ρεμβασμού που ασκεί η σημαντική πεζογραφία. Νιώθω ότι η σημασία αυτού του πλασματικού κόσμου (το αναφέρω σε κάθε ευκαιρία) είναι ο απρόσβλητος, οριστικός και ακέραιος χαρακτήρας του, που στον αντίποδα της δικής μας μοίρας συνιστά απελπισμένο αντίδοτο της προσωρινότητας. Μόνον έτσι, μ’ αυτή τη σημασία, μπορούμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα του ιερού (στοιχείο δεν ξέρω πόσο εξωαισθητικό), που συνοδεύει τις τέχνες.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η επίσκεψη σε γέροντα με άνοια (Κέδρος, 2001) είναι πεζόμορφη ποίηση. Ένα νέος κάνει δεκαεπτά επισκέψεις σε έναν ηλικιωμένο με άνοια. Μιλάει μαζί του, συνομιλώντας στην ουσία και με τη δική του μοίρα, με τον καθρέφτη του. Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Νεφέλη, 2000) είναι ένα ιδιότυπο οδοιπορικό, γραμμένο με κάθε είδος λόγο. Μπορείς να το πεις αφήγημα, χρονικό, ποιητική σπουδή. Ταξίδια στην Ευρώπη και παιδικές μνήμες ανακατεύονται αναδεικνύουν τον πνευματικό χαρακτήρα ενός βλέμματος. Έκανα ένα πείραμα πρόσφατα μ’ αυτό το βιβλίο. Πήρα ορισμένα κείμενά του και τα τοποθέτησα στην προσεχή, ανέκδοτη ακόμη, ποιητική μου συλλογή (Τέσσερις Εποχές). Αυτά τα κείμενα λοιπόν στάθηκαν πολύ πειστικά ως ποιήματα. Αυτό σημαίνει κάτι που γνώριζα. Ότι πίσω απ’ τα κείμενά μου και τις αναφορές τους, πίσω από έναν κόσμο συγκεκριμένων εμμονών που είναι τα βιβλία μου (ο χρόνος και το χαμένο, κάτι που μοιάζει πολύ με μεμψιμοιρία) υπάρχει η ποίηση. Κάθε προσέγγιση κατατείνει σ’ αυτήν, ακόμα κι αν μιλάει με ιδέες, με λογικούς ορισμούς. Η Στενογραφία (Κέδρος, 2006) είναι προσπάθεια να ειπωθούν αφοριστικά οι αλήθειες του συγγραφέα για τον ίδιο και τα πράγματα. Η ιστορία, η αισθητική, η γραφή, βιώματα και οράματα είναι οι περιοχές στις οποίες κινείται το βλέμμα. Ο συγγραφέας εξομολογείται και αυτοπαρωδείται («με την αυτοπαρώδηση», λέει ο Σιοράν, «μειώνουμε πολύ τις ήττες μας, μπορούμε εν τέλει να τις απολαμβάνουμε».) Όλα αυτά, με το στοίχημα τα βιώματα να γίνουν ύφος και στιλ, που είναι η πειθώ της αλήθειας μας και της αλήθειας της γραφής. Η ζωή με εχθρούς (Μελάνι, 2009) κυκλοφορεί τώρα. Είναι συγκέντρωση κειμένων τα οποία εμφανίστηκαν ως εντυπώσεις, κριτικές ή δοκίμια, θέλοντας όμως να έχουν το χαρακτήρα της δημιουργικής γραφής, κι ακόμα να παρατηρήσουν και να σχολιάσουν αποκαλύπτοντας και φωτίζοντας τα αντικείμενά τους . Είναι ένα βιβλίο με μαρτυρίες βιωματικής ζωής μέσα από διάφορα είδη λόγου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς, κυρίως δικά μου ποιήματα και διηγήματα, που δεν τολμώ να πιστέψω πως τελειώνουν, πως είναι έτοιμα, και κλωθογυρίζω γύρω απ’ αυτά εδώ και πολύ καιρό, ανασφαλής και αβέβαιος. Εδώ κι εκεί βλέπω, κάποτε και τα ποιητικά βιβλία που μου στέλνουν. Τα περισσότερα (με το βάρος, δυστυχώς, ενός λόγου που δεν μεταλλάσσεται και με την αδυναμία παραγωγής κάποιου πειστικού μικρόκοσμου) αρνούνται να απογειωθούν, και άλλα βουίζουν σε χαμηλή πτήση. Τέλος, σπανιότερα, εμφανίζεται διακριτό και αναγνωρίσιμο το αξιοσημείωτο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, είναι καθαρό εμπόδιο. Με εκφράζει κι εδώ ο 19ος αιώνας. Μετά τη διάλυση της μορφής, όπως την ξέρουμε, ακούω μετά βίας τους εξαρθρωμένους ήχους. Όπως ένας γάλλος τεχνοκριτικός έλεγε για τη ζωγραφική (στις αρχές του αιώνα) στον γιό του «Πρόσεξε, μέχρι τον Σεζάν, μην προχωρείς πιο πέρα», έτσι μου λέει και ο εαυτός μου: «Μέχρι τον πρώιμο Ντεμπισί, μετά συμβαίνουν άλλα πράγματα που δεν με αφορούν και δεν τα αγγίζω».

Τι γράφετε τώρα;

Για την ακρίβεια δεν γράφω. Διορθώνω, τελειοποιώ, αναδιοργανώνω (δεν ξέρω με πόση επιτυχία, για ορισμένα κείμενα είμαι ικανοποιημένος, αλλού δεν μου βγαίνει και το παλεύω).Τα διηγήματα είναι ιστορίες από τη δεκαετία του ’50 και η ποίηση (έχει τίτλο Τέσσερις Εποχές) είναι αφηγηματικά ποιήματα που έχουν συγκεκριμένο θέμα, δεν ομφαλοσκοπούν και δεν ασχολούνται ναρκισσιστικά με τον εαυτό τους ως γλωσσική αυτοαναφορά. Γενικά μιλώντας τώρα, πιστεύω πως δεν υπάρχει μεγάλο κείμενο αν δεν υπάρχει μεγάλο θέμα. Ο υπέροχος κατηχητικός λόγος, π.χ., του Χρυσοστόμου («Πού σου το νίκος Άδη…») έχει απέναντί του την κορυφαία ανθρώπινη αγωνία, τον θάνατο, και τη βαθιά νοσταλγία της αθανασίας. Όταν κανείς ενηλικιώνεται φιλοδοξεί, ή σ’ αυτό θα πρέπει να κατατείνει, να συνομιλήσει με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής. Στα νιάτα μας, με τον ναρκισσισμό και την αφέλεια μιας άψαχτης δύναμης, νομίζαμε ότι αρκούσε να υμνήσουμε ένα κορίτσι ή να αμπελοφιλοσοφήσουμε για τον ουρανό. Μπροστά σ’ ένα έργο, σκέπτομαι, πρέπει να συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα ισχυρό, να νιώθει κανείς την έκπληξη και τον αιφνιδιασμό ενός ανυποψίαστου, ενός πρωτόγονου, που βλέπει για πρώτη φορά τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα χρόνια πέρασαν. Όλα είναι πολύ απαιτητικά πια, γι’ αυτό πολύ δύσκολα.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.

Όχι σπουδαία πράγματα, διάλογος με την επικαιρική πρόκληση, συχνά δοκισοσοφία, λόγος, φυσικά, χωρίς την προοπτική που αναγνωρίζουμε στο απαιτητικό δημιουργικό κείμενο. Διακρίνεται αμέσως από την έκφραση που έχει πίσω της μια προφανή στοχαστική αγωγή. Συναντιόμαστε συχνά με τον κοινό τόπο, που με μικρό φορτίο και χωρίς αξιώσεις, έχει τη βεβαιότητα ότι θα κριθεί με συγκατάβαση. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά είναι λίγες για να διαμορφώσουν εικόνα. Κυριαρχεί η μέτρια πανσπερμία, οι αγαθές προθέσεις, συχνά ο στόμφος, η ιδεολογική μονομέρεια, και προκειμένου για τις σελίδες κριτικής, η απόλυτη γενναιοδωρία και εξίσωση των πάντων. Γενικολογώ, αλλά αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η χειρότερη παθογένεια των ηθών μας. Τα αδιαφοροποίητα κριτήρια, η έλλειψη κλίμακας μεγεθών. Μια συγκαταβατική δημοκρατία όπου τα νεοελληνικά αντιμετωπίζονται με το φόβο μήπως παρεξηγήσουν ή παρεξηγηθούν.

Δημοσίευση και εδώ.

06
Ιολ.
09

Μπουραζοπούλου Ιωάννα – Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;

Φανταστείτε μια μεταλλαγμένη Νέα Ευρώπη, κατόπιν υπερχείλισης της Νεκράς Θάλασσας, με λιμάνια την Μαδρίτη, το Παρίσι και την Βιέννη, με ατμόσφαιρα δηλητηριώδη κι αναθυμιάζουσα. Φανταστείτε τους νέους της Κυρίαρχους, την «Κοινοπραξία των 75», ως πολλαπλασιασμένη δικτατορία και ως επιχείρηση οικονομικού ολοκληρωτισμού συγχρόνως, καθώς εκμεταλλεύεται ανά τον κόσμο το θαυματουργό παραισθησιογόνο αλάτι του υποθαλάσσιου ρήγματος. Οι υπήκοοι της νέας Αποικίας δεν είναι παρά φοβισμένοι και πειθήνιοι υπάλληλοι, όπως και η διοικούσα πολυεθνική εξάδα ιδιαίτερων χαρακτήρων, που χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της όταν ο ανώτατος κυβερνήτης πεθαίνει κι ένας παράξενος αντικαταστάτης παίρνει τη θέση του. Μέχρι εδώ η φαντασία σας – γιατί τα επόμενα, κυριολεκτικά δεν γίνεται να τα φανταστείτε, μόνο να τα διαβάσετε.

Η Ελευθερία είναι πάντα δυσβάσταχτη, πόσοι θα προτιμούσαν τον ετεροκαθορισμό…Οι έξι γράφουν μακροσκελείς επιστολές στους Εβδομήκοντα Πέντε περιγράφοντας την πορεία προς το Χάος, εκείνοι αδυνατούν να τις «αναγνώσουν» ως πρέπει (σχόλιο για την αναπόφευκτη αναγκαιότητα της ερμηνείας των κειμένων;) κι εδώ καλείται ο κεντρικός χαρακτήρας κύριος Φιλέας Μπουκ, ειδικός των επιστολόλεξων (σταυρόλεξων εξ επιστολών). Κάπως έτσι θα είναι ο θετικότερος ήρωας της νέας εποχής: πνευματώδης και καλόψυχος αλλά κυνικός και απαισιόδοξος.

Ιούλιος Βερν, Φίλιπ Ντικ, Η Πόλη των Χαμένων Παιδιών, Η Πλημμύρα του Τζ.Κ. Μπάλλαντ, Μπάρροους και Κάφκα υπό υγρασία αλλά με πλοκή, η Γκρίζα του Πλασκοβίτη, η Dark City, Φανταστικό, Ψυχολογία των Υποτελών και της Ομαδικής Παραίσθησης, πολιτικοί θρησκευτικοί και οικονομικοί συμβολισμοί και αλληγορίες σε καταιγισμό, το τρίτο μυθιστόρημα της Ι.Μ. (Αθήνα 1968, σπουδές ξενοδοχειακού μάνατζμεντ και Διοίκησης Μονάδων Υγείας), η αφανής συνέχεια της προγενέστερης γραφής της (Το Μυστικό Νερό, Το Μπουντουάρ του Ναδίρ) και μια περίτεχνη γραφή, όλα συνυπάρχουν σε αυτό το συνεχώς ανατρεπόμενο αφήγημα, γεμάτο κινηματογραφικές εικόνες που όμως δεν γίνεται να κινηματογραφηθούν και εικαστικές περιγραφές που θα ήταν αδύνατο να αποδοθούν ζωγραφικά. Η λογοτεχνικότερη περιγραφή μιας Μεταπολιτικής Κοινωνίας όπου η Επιχείρηση θα είναι η Νέα Θρησκεία (με τα γνωστά παλαιά μέσα), οι γνώριμοι σύγχρονοι κοινωνικοί «θεσμοί» θα γίνονται υφιστάμενοί της, οι πρώην παραβάτες νυν αρχηγοί, οι εργασιακές κάστες αλληλοαναιρούμενες αρχισυντεχνίες και οι γεωπολιτικές μεταβολές θα αφανίζουν τους πολιτισμούς.

Απόσπασμα: Το αλάτι δραπέτευε από την έρημο. Μπορεί να ήμουν κλεισμένη στο Κυβερνείο, αλλά το ένοιωσα να φεύγει απ’ το σώμα μου, γιατί τα σώματά μας σ’ αυτήν τη γήινη φλούδα γίνανε ηχεία, δεν υπάρχει χλωρίδα και πανίδα για να εμποδίσει την επικοινωνία με το υπέδαφος, δεν υπάρχει πολιτισμός για να διαθλώνται τα μηνύματα και να ατονούνε, η επαφή είναι ξερή και άμεση. Η βροχή των κόκκων άλλαζε πορεία και ανερχόταν τον καταρράχτη αντί να πέφτει. Δεν έβγαινε απ’ το λιμάνι, αλλά απ’ την έρημο. Η πύλη της ερήμου δεν θεωρείται έξοδος, αλλά είσοδος για τη χώρα των λησμονημένων, των λεπρών και των ληστών. Όποιος έζησε στην Αποικία έμαθε να σέβεται την έρημο, την ευθύτητά της, τους απόλυτους νόμους της, το ένα και μοναδικό της πρόσωπο. Η έρημος δεν κοροϊδεύει ποτέ και δεν δέχεται να την κοροϊδέψουν. (σ. 325- 326).

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 482.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Παράλληλοι Φωτισμοί: εδώ κι εκεί.

05
Ιολ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 26

Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, Η Σειρήνα και άλλα διηγήματα, Μετάφραση-εισαγωγή-σχόλια: Μαρία Σπυριδοπούλου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1993, σελ. 123.

Γι’ αυτή την περίοδο της απομόνωσης δεν μπορούσε να βρεθεί πιο κατάλληλο μέρος από κείνο το καφενείο της οδού Πάδου όπου εκεί τώρα, μόνος σαν το σκυλί, περνούσα όλες τις ελεύθερες ώρες μου και πήγαινα όλα τα βράδια, μετά τη δουλειά μου στην εφημερίδα. Ήταν ένα είδος Άδη, γεμάτου από τις αναιμικές σκιές συνταξιούχων αντισυνταγματαρχών, δικαστικών και καθηγητών. Αυτές οι άυλες μορφές έπαιζαν ντάμα ή ντόμινο, βυθισμένες σ’ ένα φως που τη μέρα το σκοτείνιαζαν οι στοές και τα σύννεφα, και το βράδυ τα τεράστια πράσινα αμπαζούρ των πολυελαίων· και δεν ύψωναν ποτέ τη φωνή τους φοβούμενες πως ένας πολύ δυνατός ήχος θα μπορούσε να διαλύσει την αδύναμη υφή της μορφής τους. Ένα τέλειο Έρεβος.

Στον Γιώργο Σκαμπαρδώνη

03
Ιολ.
09

Joe Sacco – Palestine

 

Ο καταυλισμός άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας άθλιας μονιμότητας.

Ο Sacco υπήρξε από τους πρώτους που συνδύασαν ρεπορτάζ με κόμικς καταγραφής του Επίκαιρου Τώρα (graphic/comic journalism), κομικογραφίζοντας την Μέση Ανατολή (πρώτος τόμος του Palestine: μέσα 90ς), τα Βαλκάνια (Christmas with Karadzic, Safe Area Gorazde: The War In Eastern Bosnia 1992-1995 κ.ά.) και την Τσετσενία στις πιο δύσκολες ώρες τους. Αυτή η μαυρόασπρη πένα της εμπόλεμης ζώνης δεν περιορίζεται στις στιγμιοτυπογραφίες μιας βασανιστικής πολιτικής καθημερινότητας αλλά ψάχνει το θέμα απ’ όλες τις πλευρές, διαβάζει την Ιστορία, μας την μεταδίδει με τον πιο απλό τρόπο, σε μικρά εύληπτα συννεφάκια – τι ιδανικότερο; Με κεντρικό περιηγητή τον ίδιο τον εαυτό του, αμήχανο και άγαρμπο περιπατητή των παλαιστινιακών παρόδων, παρέα με τον Γιαπωνέζο φωτογράφο του, παρουσιάζει τους ανθρώπους και τη ζωή τους όταν τα μέσα έχουν αποχωρήσει για τα ασφαλή ξενοδοχεία έξω από τις θανατηφόρες συνοικίες. Συζητάει με όλους τους εμπλεκόμενους, τους σαρκάζει τρυφερά, τους δίνει βήμα και τους κρίνει συγχρόνως – όλους! Είναι ειλικρινής μαζί μας ακόμα κι όταν σκυλοβαριέται τις δακρύβρεχτες ιστορίες των παλαιστινίων.

Δεν χωράνε χρώματα εδώ: μόνο με όλους τους διαθέσιμους τόνους του γκριζο-μαυρό-ασπρου μπορεί να καλλιτεχνηθεί η θλιβερή κενή καθημερινότητα των κατοίκων της Γάζας που βιώνουν μια σκιώδη ζωή, με μύριες απαγορεύσεις και περιορισμούς. Με το χαρακτηριστικό του ιδιότυπο καρτουνίστικο στιλ (όπου και ο ίδιος του ο εαυτός γίνεται αστεία καρικατούρα), με υπέροχες λεπτομερειακές λεπτομετρήσεις, προσθήκες χαρτών, αποκομμάτων, ομιλιών και ιστορικών δεδομένων, με ευφυή χρήση των προβλημάτων του ντεκουπάζ και της στατικότητας και πολλά πανέξυπνα ευρυγώνια καρέ, δεν κουραζόμαστε ποτέ να ακολουθούμε αυτόν τον «άλλο Μάρλοου του Κόνραντ» στις πολύπαθες περιοχές όπου πάντα συμβαίνει κάτι (και φυσικά όχι καλό).

Γεννημένος στη Μάλτα το 1960, όταν δεν περπατάει στα μέρη που ματώνει η Ιστορία, δοκιμάζει ευρωπαϊκές περιοδείες με φιλικά του ροκ γκρουπ, σχεδιάζει εξώφυλλα και αφίσες για Βερολινέζικες δισκογραφικές ή απλώς κάνει διαλείμματα κανονικής ζωής στο ζει στο Seattle. Η εισαγωγή του σπουδαίου (Αμερικανού με παλαιστινιακή καταγωγή) Έντουαρντ Σάιντ (τα κείμενα του οποίου άλλωστε, όπως και του Τσόμσκι, περί διαστρέβλωσης της αλήθειας ξύπνησαν τον νεαρό τότε Σάκκο), ο πάντα απαραίτητος πρόλογος του Γιάννη Κουκουλά και οι άψογα τυπωμένες γυαλιστερές σελίδες συμπληρώνουν την πιο άρτια graphic novel comics έκδοση των τελευταίων χρόνων.

Εκδόσεις ΚΨΜ, 2006 (όπως και η ξένη έκδ.), πρώτη έκδοση 2001, μτφ. Γιολάντα Τσιαμπόκαλου (Sadahzinia), εισαγωγή Edward Said, πρόλογος Γιάννης Κουκουλάς, σελ. 285.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

01
Ιολ.
09

Πέτρος Μάρκαρης – Κατ’ εξακολούθηση

Υπάρχουν χαρακτήρες που πετάγονται μπροστά σου, χωρίς να έχεις υποπτευθεί ποτέ την ύπαρξή τους. Μοιάζουν μ’ εκείνους τους συγγενείς που ξεφυτρώνουν μια ωραία μέρα από το πουθενά και σου λένε: «εγώ είμαι ο ξάδερφος του πατέρα σου, που είχα φύγει είκοσι χρονώ στον Καναδά»

Κάπως έτσι εμφανίστηκε μπροστά στον Μάρκαρη (Κωνσταντινούπολη, 1937) και ο κεντρικός του χαρακτήρας, ο αστυνόμος Χαρίτος, συν γυναικί και τέκνω, μια τυπική ελληνική οικογένεια οποιασδήποτε μικροαστικής συνοικίας. Κι έκτοτε «ζουν» μαζί, έχει καταφέρει το αδιανόητο (να τον κάνει συμπαθή), κι επειδή και ο πιο άχρωμος και άοσμος ήρωας χρειάζεται κάπου και μια «ρωγμή», στον Χαρίτο έδωσε δυο: Την εμμονή του με το Fiat 131 Mirafiori (που χόρτασε να βλέπει κατά την θητεία του στην Λιβύη όταν εργαζόταν στις εξαγωγές στα τσιμέντα «Τιτάν» στα μέσα των 70ς!) και τα λεξικά!

Ας μην επιχειρήσει κανείς να εντοπίσει μια πατρίδα στον Μάρκαρη: αρμενική η καταγωγή, γερμανικά τα διαβάσματα λογοτεχνίας, θεάτρου και σκέψης, ελληνική η γλώσσα, άρα … Ποια πατρίδα, λοιπόν; Ένας εξελληνισμένος Αρμένης, και γερμανόθρεφτος πολίτης. Η Πόλη είναι το κοντινότερο σημείο στην έννοια πατρίδα που μπορώ να φτάσω. Ίσως αυτή η διαρκής φόρτιση να ευθύνεται, λέει, που δεν τόλμησε να γράψει τίποτα γι’ αυτήν, ίσως γι αυτό η μειονοτική Κωνσταντινούπολη της μνήμης, ξαναλέει, κληρονομήθηκε ως κλειστή μετεμφυλιακή επαρχιακή καταγωγή στον Χαρίτο.

Η εξομολόγηση του αγαπητού Μάρκαρη στο τραπέζι της κουζίνας του εργαστηρίου του δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει πλείστες κι ερεθιστικές σκέψεις για το αστυνομικό μυθιστόρημα που σήμερα είναι περισσότερο κοινωνικό μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή, για την επιμονή του να ενδιαφέρεται λιγότερο για τον δολοφόνο και περισσότερο για τους μηχανισμούς υπέρβασης των ορίων μας, για την άλωσή του από αριστερούς συγγραφείς που το βρίσκουν ιδανικό πεδίο για πολιτική κριτική. Διαβάζοντας και συγκρίνοντας τους Ίαν Ράνκιν, Μανουέλ Βάσκεζ Μονταλμπάν, Χένινγκ Μάνκελ, Αντρέα Καμιλλέρι, Θοδωρή Καλλιφατίδη κ.ά. εντρυφεί στην σχέση των λογοτεχνικών μεσογειακών ντετέκτιβ με την κουζίνα (εντοπίζοντας φυσικά συγγενικές γαστριμαργικές καταβολές) αλλά και διαπιστώνει την παρουσία βασανισμών στους βόρειους συγγραφείς και την πλήρη έλλειψή τους στους ευρωπαίους νότιους. Μήπως αυτό οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι στις χώρες αυτές υπήρξε τόσο έντονη η παρουσία τους ώστε να μην θέλουν άλλο να τα αγγίξουν;

Ο Μάρκαρης παραδέχεται πως στη ζωή του πάντα έκανε ό,τι δεν ήθελε να κάνει και παραδόξως τα κατάφερνε καλά σε αυτό. Ακόμα και την δουλειά στην Τιτάν είδε θετικά, εφόσον του δόθηκε η ευκαιρία να βρεθεί σε Λιβύη, Συρία, Αίγυπτο, Τυνησία, Αλγερία, Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ. Μέχρι τα 58 του δεν τόλμησε να γράψει μυθιστόρημα επειδή προτιμούσε την απόλαυση της ανάγνωσης των άλλων [Σταντάλ, Φλωμπέρ, Ροθ, Όστερ], παρά την αφόρητη πλήξη της δικής του γρ/αφ/ήγησης. Άλλωστε είχε βρεθεί στην επικράτεια άλλων γραφών: θεατρικής και σεναριακής (υπήρξε βασικός σεναριογράφος των ταινιών του Αγγελόπουλου και της Ανατομίας ενός εγκλήματος). Μέχρι που ακολούθησαν οι καταιγιστικές μεταφραστικές (κορύφωση της οποίας η 5ετής ενασχόληση με την μετάφραση του Φάουστ) και συγγραφικές βουτιές.

Εκδ. Πατάκη, 2005, [Η κουζίνα του συγγραφέα, 5], 197 σελ. συν 12σέλιδο φωτογραφιών.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




Ιουλίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.046.996 hits

Αρχείο