Αρχείο για Ιουλίου 2009

31
Ιολ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 10. Νίκος Παναγιωτόπουλος

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τι θα προσέθετα στη δόξα τους αν αράδιαζα ονόματα όπως Κάφκα, Μπόρχες, Σεμπρούν, Σάλιντζερ, Πεσόα, Φόκνερ κ.ο.κ. Και τι θα αποκάλυπτε, άραγε, για μένα αυτή η λίστα με τα αυτονόητα; Επιτρέψτε μου να ξεφύγω από την άχαρη απαρίθμηση, λέγοντάς σας πως εδώ και κάμποσα χρόνια διακατέχομαι από αμείωτο δέος για τον όγκο και την ποιότητα του έργου του Φίλιπ Ροθ και του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Ευτυχώς για όλους μας γράφουν ασταμάτητα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Το βιβλίο της ανησυχίας, Το κιβώτιο, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, Φως τον Αύγουστο, Το πράσινο σπίτι, Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ, Αμερικάνικο ειδύλλιο, Το σύνδρομο Πόρτνοϊ, Ο φύλακας στη σίκαλη, Ζωή – Οδηγίες χρήσεως, μαζί με δεκάδες άλλα…

Αγαπημένα σας διηγήματα
Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, της Φλάνερι Ο’Κόνορ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, με το υπέροχο Τι ειδε η γυναίκα του Λώτ;

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Δον Κιχώτης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Μονάχα η ψυχανάλυση θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί οι ήρωες των βιβλίων μου ολοκληρώνουν τον κύκλο της ζωής τους μέσα σ’ αυτά. Παραδόξως, εξακολουθώ να βλέπω στον ύπνο μου, πού και πού, τον James Wright από το Γονίδιο της Αμφιβολίας. Κι αυτό συμβαίνει κάθε φορά που πέφτω να κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου, έχοντας γράψει μια δυο καλές σελίδες. Περιττό να αναφέρω ότι τον βλέπω να μου χαμογελάει με κατανόηση…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Φυσικά. Ένα πανάλαφρο λάπτοπ είναι μια πολυτέλεια που επέτρεψα χωρίς δεύτερη σκέψη στον εαυτό μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Γράφω στον υπολογιστή. Στα αρχικά, ωστόσο, στάδια, καταφεύγω σε μικρά καλαίσθητα σημειωματάρια. Σπανίως ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις αυτές. Ό,τι αξίζει να διασωθεί γαντζώνεται με τρόπο ανεξήγητο στη μνήμη.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω, δεν ακούω μουσική. Είμαι φανατικός οπαδός της διατύπωσης του Κάφκα, για τον οποίο «ποτέ δεν ήταν αρκετή η νύχτα, ποτέ δεν ήταν αρκετή η σιωπή…» Το ίδιο κι όταν διαβάζω.
Επιτρέψτε μου να ξεφύγω και πάλι από την απαρίθμηση λέγοντάς σας πως στις ζόρικες στιγμές με συντροφεύουν τροβαδούροι σαν τον Μπομπ Ντίλαν, τον Τομ Γουέιτς, τον Βαν Μόρισον, τον Ντέιβιντ Μπόουι και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Τις υπόλοιπες ώρες ακούω καλή μουσική…

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Θα ήταν εξαιρετικά άστοργο εκ μέρους μου να κάνω τέτοιες διακρίσεις και μάλιστα δημοσίως. Κάθε βιβλίο μου έχει ξεχωριστή σημασία για μένα τον ίδιο. Ολοκλήρωσα τα διηγήματα της Ενοχής των υλικών ενώ εργαζόμουν σκληρά για τον επιούσιο, κι αυτό μου επέτρεψε να συντηρήσω την ψευδαίσθηση πως το γράψιμο ήταν για μένα ανάγκη και όχι καπρίτσιο. Με το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν – Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου, απέδειξα κάτι διόλου αυτονόητο στον εαυτό μου, ότι διέθετα δηλαδή την απαραίτητη αυτοπειθαρχία, ενώ ταυτοχρόνως ξεκαθάριζα τους προσωπικούς μου λογαριασμούς με τη θρυλική χώρα της παιδικής ηλικίας. Το γονίδιο της αμφιβολίας μου έδωσε τη βεβαιότητα πως όσα γράφω αφορούν και άλλους εκτός από τους γείτονες τους γνωστούς και τους φίλους. Την Αγιογραφία αναγκάστηκα να την ξαναγράψω σχεδόν εξαρχής, αναζητώντας τη σωστή γλώσσα για τον αφηγητή μου, διαδικασία που μου επέτρεψε να συνειδητοποιήσω τι θα πει να βουτάς στα βαθιά.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η Αγιογραφία είναι η εξομολόγηση ενός αγίου. Την τελευταία νύχτα της ζωής του, λίγο πριν τον λιντσάρουν εκείνοι που δυο μέρες πριν ζητούσαν την ευχή του, εξιστορεί όσα τον οδήγησαν ως εκεί στον άνθρωπο που το επόμενο πρωί θα κατηγορηθεί για τον φόνο του. Εξήντα τόσα χρόνια μετά από τη νύχτα αυτή, ο φερόμενος ως φονιάς του αγίου μας δίνει τη δική του μαρτυρία…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Μόλις άφησα απ’ τα χέρια μου το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη, Κόκκινο στην πράσινη γραμμή. Τόσο η σύλληψη όσο και η εκτέλεσή του, προκαλούν ρίγη γνήσιας αναγνωστικής συγκίνησης. Ένα σπάνιο βιβλίο!

Τι γράφετε τώρα;
Τα τελευταία πέντε χρόνια γράφω ένα μυθιστόρημα που τελειωμό δεν έχει… Και να σκεφτείτε πως δεν αρχίζω να γράφω αν δεν έχω το βιβλίο ολοκληρωμένο στο μυαλό μου…

Έχετε δημιουργήσει παιγνιώδη προσωπική ιστοσελίδα. Ποιες οι εμπειρίες σας από το ιστοσελιδοποιείν;
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη γενναιόδωρη συνδρομή ενός καλού φίλου. Όπως καταλαβαίνετε η εμπειρία μου ήταν μάλλον ξεκούραστη, οπότε συνιστώ σε όλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά μου…

Δημοσίευση και εδώ.

 

Advertisements
29
Ιολ.
09

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 84 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2009, κυκλοφ. Μάιος 2009)

Σελίδες για τον Μίλτο Σαχτούρη

Η ποίησή μου είναι μια συνεχής αυτοβιογραφία. Μοιάζει και πρέπει να διαβάζεται σαν ένα είδος υποσυνείδητου ημερολογίου της ζωής μου ως σήμερα. Τα ποιήματά μου δεν είναι σκληρά – απαισιόδοξα. Απεναντίας είναι σαν τα ξόρκια. Ξορκίζουν το κακό… Όπως πάντα η εκλεπτυσμένη διακριτικότητα των Εντευκτηριαστών αναφέρεται σε Σελίδες για τον Μίλτο Σαχτούρη, ενώ στην ουσία πρόκειται για ένα ακόμα πλήρες αφιέρωμα, με κείμενα των Βερονίκης Δαλακούρα, Θέμη Λιβεριάδη, Ανδρέα Παγουλάτου, Θανάση Τριαρίδη, Βασίλη Αμανατίδη, Λευτέρη Ξανθόπουλο και πολλών άλλων. Σταχυολογώ από τον Πάνο Θεοδωρίδη: Όταν ανακάλυψε την ανεμόσκαλα προς το ουράνιο λιβάδι δεν πήρε μαζί του σακίδιο να τις μαζεύει. Ανέβηκε στο λιβάδι και όταν κατέβηκε, είχε μαζί του ό,τι μπορεί να κρατήσεις μια παλάμη. Με εκατό ουράνιες λέξεις, διαλυμένες ανάμεσα σε άλλες χίλιες που υπήρχαν καταγής, διαμόρφωσε ένα αγαθό ποιητικό έργο, τόσο κλειστό και παρεξηγημένο…είπε λιγότερα απ’ ατά που μπορούσε, μπόρεσε περισσότερα από αυτά που άντεχε, άντεξε όσα υπέφεραν οι κάτοικοι μιας τεράστιας πόλης. Ευτυχώς, ήταν περίπου αδύνατο να μελοποιηθεί…

Άξιο αναφοράς ένα κείμενο για τον Γκεόργκ Τρακλ τον ποιητή για τον οποίο οι λέξεις σκοτεινός, εξπρεσσιονιστής, «καταραμένος» ακούγονται κοινότοπες. Ίσως τα χαρακτηριστικά «φίλος του Όσκαρ Κοκόσκα» και «αποθανών από βαριά θλίψη στα 27 του ύστερα από πλείστες απογνώσεις και καταθλίψεις» να περιγράφουν πολύ περισσότερα για την ποίησή του, όπως και το γεγονός πως ο Σαχτούρης μερικές σελίδες πριν τον αναφέρει ως μια εκ των επιρροών του. Σκέφτομαι μια από τις κολάσεις που έπρεπε να περάσει ο Τρακλ, όταν ως τραυματιοφορέας στον πρώτο πόλεμο έπρεπε μόνος του να περιθάλψει ενενήντα βαριά τραυματισμένους.

Διηγήματα των Ανδρέα Μήτσου, Κατερίνας Ζαρόκωστα, Τάκη Γραμμένου, Δημήτρη Σωτάκη, Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, ενώ ο Peter Branagh που σκηνοθέτησε την νέα εκδοχή του Sleuth γράφει για τις συναντήσεις του με τον Χάρολντ Πίντερ και την σκοτεινότερη και αστειότερη εκδοχή του για το έργο, γεμάτη επώδυνες παρατηρήσεις για την ευθραυστότητα του αρσενικού «εγώ» και τη διαβρωτική δύναμη της σεξουαλικής ζήλειας.

getImageΡίχνω μια ματιά στη βιο-εργο-«δισκο»γραφία του Σαχτούρη και θυμάμαι τις κυκλοφορίες του Μιχάλη Σιγανίδη (Το πρωί και το βράδυ, Το τραίνο – το φάντασμα φίλος), που ακούγαμε μέχρις εξάντλησης τότε στην αυλή της Οδού Αχιλλέως στην Άνω Πόλη: οργανικοί αυτοσχεδιασμοί, τζαζ και θόρυβοι, υποτάσσονταν στην συγκλονιστική Σαχτούρεια φωνή. Και διαβάζοντας τις ευθύβολες απαντήσεις του σε συνεντεύξεις που σπανιότατα έδινε είναι σαν να τον ακούω: Δεν υπάρχουν «ολίγοι εκλεκτοί» ούτε κανένας «κώδικας». Η ποίησή μου, όπως άλλωστε όλες οι ποιήσεις, χρειάζεται ανθρώπους με μια ευαισθησία για την ποίηση (άσχετη με τη μόρφωση που έχουν) [σ. 208]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
27
Ιολ.
09

Περιοδικό Πόρφυρας τεύχος 131 (Απρίλιος – Ιούνιος 2009)

 

Το πορφυρό αφιέρωμα που λάμπει στις κεντρικές σελίδες του περιοδικού αφορά μια εξαιρετική λογοτέχνη μιας αλλοτινής κόκκινης χώρας: η 80χρονη σήμερα Κρίστα Βολφ, κάποτε εκπρόσωπος της Ανατολικογερμανικής Λογοτεχνίας και πάντα σκληρή και διαπεραστική φωνή της σύγχρονης γερμανικής γραφής έχει την τιμητική της. Η συγγραφέας που έριξε τις έννοιες ευθύνη και ενοχή στο καθαρτήριο της γραφής, που βασανίστηκε όσο λίγοι για το πότε η μνήμη γίνεται μνήμα και πότε μνημείο, που ασκήθηκε στην αυτολογοκρισία και τον κρυπτικό λόγο για να ξεγλιστρά από τους χωροφύλακες του λόγου, εξακολουθεί να παράγει έργο πυκνό και συχνά απαιτητικό, αλλά πλήρως αποδοτικό αν μπεις στον κόσμο του. Ενδιαφέρουσες όλες οι προσεγγίσεις, όπως π.χ. η σύγκριση με παρεμφερή έργα των Νίκου Μπακόλα και Περικλή Σφυρίδη από την Σωτηρία Σταυρακοπούλου.

Ακόμη, ποίηση Γιώργη Μανουσάκη και Frantisek Halas, διηγήματα των Φ.Δ. Δρακονταειδή και Γιάννη Καβάσιλα, σύγκριση της Έρημης Χώρας του Cawein και του Eliot (εκείνη του δεύτερου είχε κατηγορηθεί για υπερβολικά πολλές ομοιότητες με το Waste Land του πρώτου) ενώ σ’ ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη εντοπίζει στα Ανεμοδαρμένα ύψη της Έμιλυ Μπροντέ μια σύγχρονη εκδοχή του αρχαίου δράματος και μια πρώιμη διάνοιξη οδού προς Ίψεν και Στρίντμπεργκ. Εκείνα τα Ύψη όπου κανείς δεν συγχωρούσε κανέναν και το μίσος ήταν η άλλη όψη της αγάπης, η ίδια η Μπροντέ τα πλήρωσε με την ζωή της, όπως έγραψε ο Μπατάιγ στη Λογοτεχνία και το Κακό (La literature du mal). Και σκέφτομαι τις διακλαδώσεις της πορείας ενός βιβλίου: από τα αρχικά 4 ή 5 αντίτυπα που πούλησε ένα βιβλίο «βέβηλης κακίας από μια δύσθυμη αγροίκο συγγραφέα», όπως θεωρήθηκε τότε, μέχρι ετούτη την αναγνωστική όψη του σ’ ένα εκλεκτό περιοδικό της βορειοδυτικότερης νήσου μιας χώρας. [σ. 144]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Ιολ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 29

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Στου τιμονιού το αυλάκι, εκδ. Δόμος, 1983.

Αναλογίζομαι τα χαρτιά τούτα, όλα τα χαρτιά, τη στάχωσή τους τη μεταφορική, ωσότου οι λογής σπάγγοι – σπάγγοι της σπουδής και σπάγγοι της ζωής – που θα δέσουν σε βιβλίο χωνέψουν μέσα στη ράχη του τελικού γραψίματος∙ άλλα χαρτιά, σπουδαιότερα χαρτιά ή πολύ σπουδαιότερα, την αλαφράδα τους (όλων των χαρτιών), την κληρονομική αλαφράδα και των πιο σοβαρών ακόμα πραγμάτων που καταπιανόμαστε – αναλογίζομαι – τη μόνιμη πληρεξουσιότητά τους, να το πω έτσι – αφού ο εντολέας λείπει ή βρίσκεται αλλού και ο λόγος όλων των χαρτιών είναι λόγος πλάγιος – μπροστά στην αμεσότητα της ζωής (και του θανάτου) μπροστά στην αμετάδοτη πραγματικότητα. Τι μπορεί στα αλήθεια να αξίζουν; Και τι αφήνει ένας απολογισμός; Όλα αυτά τα ζητήματα, μεγάλα και μικρά, που μας βασανίζουν ή μας απασχολούν και μας τριβελίζουν το μυαλό, μέρα και νύχτα, με το μικρό εκείνο ποσοστό της αλήθειας που μπορεί να περιέχει ο κόσμος – το απειροστά μικρό – που μπορούν να καταλήξουν την κρίσιμη στιγμή για τον άνθρωπο; Και τι αφήνομε κατόπι μας; όταν όλα τα αρμαθιάσεις μέσα σου και τα αποσώσεις – προφητεία, μυστήρια, γνώση, πίστη (ακόμα και την πίστη) – στο τέλος τι απομένει, στον κόσμο αυτόν, άλλο από μια αγάπη;

Στον Διαμαντή Αξιώτη

23
Ιολ.
09

Περιοδικό Κ. (Κριτική), τεύχος 17 (Δεκέμβριος 2008)

 

handke - 1Εγώ ο ίδιος δεν έχω την παραμικρή τύχη ενάντια στους δημοσιογράφους. Αλλά από την άλλη μεριά δεν έχουν και οι δημοσιογράφοι την παραμικρή τύχη εναντίον μου, δήλωνε ο Πέτερ Χάντκε για τις επιθέσεις των μέσων στο θεατρικό του έργο Το ταξίδι με το μονόξυλο (υπότιτλος: Υλικό για μια ταινία για τον πόλεμο) που φυσικά αφορούσε τον πόλεμο του Νάτο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία. Ο ρόλος της γλώσσας και της εικόνας των ΜΜΕ στο έργο του εξετάζεται εδώ σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο από την Ίριδα Βατσέλλα. Ο Χάντκε γνωρίζει καλά τους τρόπους χειραγώγησης των δυτικών από τα μέσα και συνεχίζει να φωνάζει γραπτώς: Το μεγαλύτερο εμπόριο του κόσμου είναι η πληροφορία. Για αυτό μπορεί κανείς με εικόνες και λέξεις να κοροϊδέψει περισσότερο και να κερδίσει περισσότερα.

Ένα από τα πιο πλούσια τεύχη του περιοδικού ξεκινάει με ένα άλλο χορταστικό δοκίμιο του Αλέξη Ζήρα, σχετικά με ταυτότητες και ετερότητες της ελληνικής πεζογραφίας από το 1975 κι έπειτα. Outsiders, λογοτεχνία του δρόμου, μεταφορικές και πραγματικές μεθόριοι, ξένοι και ξενισμοί, διαπολιτισμοί και ενθοτικές μειονότητες, εσωτερικές εξορίες, κλειστές κοινότητες και ανοιχτές ταυτότητες: σε αυτή την επισκόπηση πολλών υποκατηγοριών συμπεριλαμβάνονται, επιτέλους, πάρα πολλά έργα πολλών λογοτεχνών, και όχι μόνο των «καθιερωμένων».

Τι καπνό φουμάρουν τα κρατικά βραβεία στο όλο παιχνίδι της εγχώριας πεζογραφίας; Γιατί οι αναγνώστες εμμένουν στις απλές αφηγηματικές φόρμες; Πώς σχετίζεται ο Πρόσπερ Μεριμέ με την Ελλάδα, τι ρόλο διαδραμάτισε το Παρίσι στην ελληνική ταυτότητα του στο έργο του Θράσου Καστανάκη; Δοκίμια για το έργο των Χριστόφορου Μηλιώνη, για την Μεσαιωνική Επική Ποίηση, ογδόντα σελίδες κριτικής βιβλίων. Στην αρχή του περιοδικού και στο τέλος άλλων πραγμάτων, ο Τάσος Δενέγρης έχει καταθέσει το ανέκδοτο ποίημα Ελεγείο για την πτώση της Βασιλεύουσας. Σπονδή.

Χάντκε ξανά, μέσω ενός χαρακτήρα του: Ξύπνα! Κανένας Θεός δεν σε κοιτάζει από ψηλά, μονάχα ο διηπειρωτικός δορυφόρος. Και αυτός όλα τα φανερώνει. [σ. 200]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
20
Ιολ.
09

Μιχάλης Μοδινός – Ο Μεγάλος Αμπάι

 

Το πλεονέκτημα της φυγής: η απολεσθείσα οντότητα παραμένει άφθαρτη, ολοζώντανη, χωρίς την αναπόφευκτη σφαγή της καθημερινότητας. Αρχέτυπη. Η ουσία της αναδεικνύεται… Όταν το πέπλο έφυγε από τα μάτια μου, αποφάσισα να ανιχνεύσω το τοπίο σαν κάτι που δεν επρόκειτο να ξαναδώ, σαν μια σειρά αποσπασματικών σκηνών που θα μείνουν στη μνήμη άφθαρτες, ανέπαφες από το μακέλεμα της καθημερινής εμπειρίας. Οπλισμένος με μια φρέσκια ματιά, είδα την επαφή μου με τον κόσμο ως διαδικασία απόρριψης των άχρηστων μορφών, για να μείνουν εντέλει εγγεγραμμένες στο εσωτερικό του κρανίου μου ολιγάριθμες καθαρές εικόνες, με μιαν εσωτερική δύναμη και ομορφιά, που καθιστά τη ζωή άξια να βρεθεί. (σ. 122)

Η αναζήτηση των απώτατων πηγών της ροής του Νείλου, μια από τις ομορφότερες ιστορίες του κόσμου και ταυτόχρονα ένα αρχαιότατο συναρπαστικό γεωγραφικό μυστήριο ενώνει στο ίδιο πενταετές ταξίδι ένα υπαρκτό κι ένα επινοημένο πρόσωπο: τον Σκοτσέζο εξερευνητή Τζέιμς Μπρους (που εξέδωσε τελικά το πεντάτομο Travels to discover the Source of the Nile) και τον Έλληνα Ευστράτιο Ταταράκη. Η αδιανόητη περιπλάνηση προς την ανίχνευση του Μεγάλου Αμπάι (του Γαλάζιου Νείλου) εν έτει 1769 και η παρουσίασή της σε ημερολογιακή μορφή από τον Στρατή δεν είναι παρά ο πυρήνας αυτού του σαγηνευτικότατου «μετα-αποικιακού» μυθιστορήματος.

Οι δυο χαρακτήρες αντιπροσωπεύουν δυο ολόκληρες αντίθετες κοσμοθεωρίες. Είναι και οι δύο φυγάδες – ο καθένας με τον τρόπο του – και κάθε άλλη ομοιότητα σταματά εδώ. Ο Μπρους έχει αποφανθεί προτού καν βιώσει τις καταστάσεις. Η Αφρική είναι γι’ αυτόν ένα μέρος της κρυμμένης αλήθειας, πολλές από τις σελίδες του ημερολογίου του δείχνουν να έχουν γραφτεί πριν το ταξίδι. Αδυνατεί να αφεθεί στις ηδονές της καθημερινότητας, βιάζεται να φτάσει στο στόχο του. Ο Στρατής, αντίθετα, ψάχνει τα «γιατί» και «που» και τα «πώς» της Ιστορίας (η οποία μπορεί και να είναι «η αποτύπωση της παρακμής»), γιατί οι αυτοκρατορίες παρακμάζουν, τι απέγιναν οι θαυμαστοί πολιτισμοί του παρελθόντος, ποιες οι επικράτειες του πολιτισμού και της βαρβαρότητας, ποιος ορίζει τι είναι άγριο και τι πολιτισμένο.

Σε αυτή την ατέρμονη πορεία από τα αιθιοπικά υψίπεδα στα αποπνικτικά φαράγγια και από την αρχαϊκή, αποχαυνωτική ζέστη στον τρόμο της νύχτας σε μέρη άξενα, ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους, o Σ. εγκαταλείπει την δειλία του ταξιδευτή – τον φόβο του Άλλου. Μαθαίνει στην έλλειψη οικειότητας, τις αυστηρές φυσιογνωμίες, τα χασκόγελα των γυναικών, τα μουγκανητά των ζώων, την άσκηση στην υπομονή. Αφήνεται στη διαδικασία εμβύθισης στο χρόνο, ο εαυτός του γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης περιπέτειας, μέρος του χώρου και του χρόνου, παύει να είναι εξερευνητής και υποτάσσεται στο τοπίο. Ζω στο παρόν και δεν έχω μέλλον.

Νοιώθει νομάς που οφείλει να αλλάζει ενδιαίτημα – η μοίρα του. Οι νέοι τόποι τον έλκουν περισσότερο από την ηδονή του έρωτα, ο πόνος των χωρισμών είναι ανεκτός συγκρινόμενος με τα οιδήματα της ανίας. Ξέρει πως ο άνθρωπος πλάστηκε ακριβώς για να προσαρμόζεται στους πιο ετερόκλητους τόπους. Νοιώθει την αίσθηση εκατομμυρίων υπάρξεων που κινούνται και ανασαίνουν τριγύρω, κι ας μην τις βλέπει.

Γίνεται ο ίδιος μέρος της πολύχρωμης, ελευθεριάζουσας, ηδονιστικής αφρικανικής κοινωνίας, ενός κόσμου που θεωρεί πως η ανόργανη ύλη έχει ψυχή κι όπου η ερωτική ελευθερία που απολαμβάνουν ήδη από την εφηβεία αποφορτίζει τις εντάσεις και εξοικειώνει με το ανθρώπινο σώμα. Γνωρίζεται με τις αρχέτυπες αφρικανές που δεν γνωρίζουν καν την μεσογειακή περιφρόνηση προς τη γυναίκα. Αφήνεται ελεύθερος στα νυχτερινά τεϊοποτεία των ξέφρενων χορών και της σεξουαλικής ευδαιμονίας – άλλωστε οι λέξεις πόρνη και μπορντέλο δεν υπήρχαν καν στις τοπικές διαλέκτους.

Βλέπει τόπους που του θυμίζουν «ότι η Εδέμ είναι υπαρκτή, αρκεί να έχεις πρώτα διασχίσει την προσωπική σου κόλαση, δηλαδή να έχεις την τόλμη και την ικανότητα να την αναγνωρίσεις». Εξουθενώνεται από τις διαρκείς εναλλαγές τοπίων που μόνο ένας νους σε ακραία πνευματική εγρήγορση μπορεί να ταξινομήσει, ανιχνεύοντας ομοιότητες και διαφορές. Ζει τις ρευστές πραγματικότητες του νερού, της βλάστησης και της ενεργητικής ακινησίας. Ακόμα και στις πιο ήρεμες και στατικές φάσεις, κυριαρχεί ο θρίαμβος του παρόντος και η ηδονή της επαναληψιμότητας, η ευφορία της απραξίας ανάγεται σε υπέρτατη αρχή. Ζει το πετάρισμα της ψυχής μπροστά στο άγνωστο, στιγμές που δεν επιτρέπουν την απουσία του.

Νοιώθει ζωντανός ακόμα κι όταν αισθάνεται πως δε θα μπορούσε να ζήσει όλη του τη ζωή σε αυτές τις συνθήκες ευδαίμονος απραγίας, ακόμα κι όταν αισθάνεται απόλυτη μοναξιά που βαραίνει σαν πέτρα ή λιώνει σαν σε φούρνο μέσα σε εκείνη την άξενη κάψα. Αποδέχεται τις αρχές των αφρικανών που είναι πρωτόγονοι επειδή έτσι το θέλουν, κι όχι επειδή η Ιστορία τους το επέβαλε, συνειδητοποιεί πως ακόμα και ο πόλεμός τους αποτελεί ένα παιχνίδι για μεγάλους, μια εσαεί προέκταση της παιδικότητας. Θεωρεί τις φοβίες και τον πόνο οργανικά ενταγμένους στο σύνολο. Άλλωστε οι κηδείες τους είναι γιορτές γεμάτες ποτό και μουσική, μια αποθέωση της ζωής. Στην Αφρική ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος τρομάζει κανέναν. Ο Σ. μαθαίνει να συνομιλεί με τις ζωές που αφαίρεσε στο παρελθόν κι εκείνες που θα αφαιρέσει στο μέλλον (στα όνειρά του, στην τέχνη του). Ακόμα και το εφιαλτικό οσφραντικό τοπίο το αποδέχεται ως μέρος της ζωής: την αποφορά σφαγείου, τις πηχτές μυρωδιές φοινικέλαιου, ιδρώτα, χρόνιας υγρασίας, σήψης, καπνού, σάπιων ψαριών, μουχλιασμένων διχτύων, κοπριών και κοπράνων, τις οσμές ερωτικών εκκρίσεων, «τις βαριές μυρωδιές της ανθρωπότητας».

Η οικοφιλοσοφική αύρα με την οποία διαποτίζεται αυτή η ατέρμονη εναλλαγή περιπέτειας και γαλήνης είναι εμφανής: μπροστά στον δυτικό ορθολογισμό, το πνεύμα ευρωπαϊκής «υπεροχής» και την θεωρία του «εξωτικού και γραφικού οριενταλισμού», μέσω του Σ. υμνείται η αποδοχή οτιδήποτε ξένου, η προσαρμογή σε κάθε διαφορετικό λαό και πολιτισμό και η παραδοχή της ανωτερότητας της φύσης. Αμφισβητείται η ιδεολογία της ανάπτυξης και φυσικά κάθε έννοια αποικιοκρατίας, εκμετάλλευσης της φύσης και του αφρικανικού πολιτισμού, που σύντομα θα ερχόταν να αλέσει την μαύρη ήπειρο. Η φύση δεν πλήττει – γι’ αυτό δεν πλήττουν και οι άγριοι. Η ανία είναι η ύψιστη έκφραση του πολιτισμού, μια μορφή που ενδυόμαστε για να δικαιολογήσουμε τα επόμενα βήματα: την καθυπόταξη της αγριότητας και του Άλλου. (σ. 91)

Ο άγνωστος τότε Λευκός Νείλος βρίσκεται ακόμα πιο μακριά, όπως και κάθε άπιαστο όνειρο που όσο το πλησιάζεις τόσο διατηρεί την απόστασή του. Δεν έχει σημασία η έκβαση της περιπέτειας και η ανακάλυψη ή μη των πηγών. Το τέλος θα έρθει αλλιώς, έναν αιώνα μετά, τα κενά στο χάρτη θα γεμίσουν ονόματα. Μένουν οι όρκοι που έδωσαν όσοι έδωσαν, ότι θα ζήσουν οι μεν στη μνήμη των δε ως αναπόσπαστα μέρη της φυλετικής τους ιστορίας.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αθήνα, 1950. Γεωγράφος, μηχανικός, ερευνητής, από τους πρώτους ακτιβιστές του οικολογικού κινήματος στην Ελλάδα, ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Νέα Οικολογία (1984- 1997), πλούσια επαγγελματική εμπειρία σε Αφρική και Νότια Αμερική, σειρά βιβλίων και εκδόσεων περιβαλλοντικής ανάπτυξης, οικογεωγραφίας και καταπράσινης ευαισθησίας. Του Αμπάι προηγήθηκε η Χρυσή Ακτή (2005), φέτος κυκλοφόρησε η Επιστροφή. Με τον Μοδινό επιβεβαιώνεται η άποψη που υποστηρίζω καιρό: εκείνοι που έχουν τη γνώση και την πείρα, εκείνοι που ζουν ενδιαφέρουσες ζωές ας πιάσουν τις πένες – κι οι «επαγγελματίες» συγγραφείς ας τις αφήσουν.

… όπου κι αν κατευθυνθείς πάνω στη γη τα πράγματα είναι καλά φτιαγμένα, δηλαδή φτιαγμένα για ν’ αγαπηθούν. Αν κάτι απαρνήθηκα, ήταν η επανάληψη, η ανία. Την απέβαλα από την ψυχή μου σαν αρρώστια του πολιτισμού, εκτιμώντας την πλήρη απουσίας της από την κοσμολογία των αγρίων. (σ. 304)

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 467.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Προσωπική ενθύμηση: Ο Μεγάλος Αμπάι, ένα από τα γοητευτικότερα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, μου έδωσε μέγιστη αναγνωστική απόλαυση το περσινό καλοκαίρι, στο Νότιο Άκρο της Δυτικής Κρήτης, σ’ ένα πέτρινο σπίτι στο Φραγκοκάστελο, κάτω από το Κάστρο και μπροστά από μια θάλασσα που έβλεπε ίσια στην Αφρική και μέσα σε ανελέητες ριπές αέρα και άμμου. Ευχή σε όλους για παρεμφερή θερινή βίωσή του.

19
Ιολ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 28

Εδουάρδο Γκαλεάνο, Το βιβλίο των εναγκαλισμών, από το κείμενο «Ο μικρός θάνατος», μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου, εκδ. Κέδρος, 2001 (Eduardo Galeano, El libro de los abrazos, 1999), σ. 95.

Δεν μας χαρίζει γέλιο ο έρωτας, όταν φτάνει στα βάθη του ταξιδιού του, στα ύψη της πτήσης του: στα βάθη, στα ύψη, μας αποσπά βογκητά και στεναγμούς, φωνές πόνου, ακόμη κι αν είναι πόνος χαρούμενος, και, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο, γιατί η γέννηση είναι μια χαρά που πονάει. Μικρό θάνατο αποκαλούν στη Γαλλία την κορύφωση του αγκαλιάσματος, που μας ενώνει θραύοντάς μας και μας σμίγει χάνοντάς μας και μας αρχίζει τελειώνοντάς μας. Μικρό θάνατο τον αποκαλούν∙ μέγας όμως, παμμέγιστος πρέπει να είναι, αν μας γεννάει σκοτώνοντάς μας.

Στον Αλέξη Καρατζά




Ιουλίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Αυγ. »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 998.350 hits

Αρχείο

Advertisements