Αρχείο για Αύγουστος 2009

30
Αυγ.
09

Μπέρνχαρντ Σλινκ – Το Σαββατοκύριακο

Μια ιδιόμορφη σύναξη συνειδήσεων

Και ποιος νοιάζεται τώρα τι έγινε πριν τριάντα χρόνια; Πρέπει να ζήσεις στο μέλλον, όχι στο παρελθόν. (σ. 92)

Πόσα ερωτήματα χωρούν σε ένα τριήμερο; Το κατά Σλινκ Σαββατοκύριακο προτίθεται να περιλάβει όσα περισσότερα γίνεται, σε σχέση με ένα αιχμηρό πολιτικό ζήτημα: την αποδοχή ενός (πρώην;) τρομοκράτη από τον οικογενειακό και πολιτικό του περίγυρο και την ίδια την κοινωνία. Πώς θα γίνει λοιπόν δεκτός από τον κύκλο του ο αμνηστευθείς Γιοργκ, ένοπλος αγωνιστής της Φράξιας Κόκκινος Στρατός; Ποιοι είναι οι «πρόθυμοι, άρα και κατάλληλοι» να παραβρεθούν, ή, μάλλον, να συνευρεθούν στο πρώτο ελεύθερό του τριήμερο ύστερα από είκοσι τρία έτη εγκλεισμού;

Όπως είναι ευνόητο, η τρι-ημερήσια διάταξη της ιδιόμορφης αυτής συνέλευσης φίλων, οικείων και πρώην «συναγωνιστών» είναι ιδιαίτερα βεβαρημένη. Όλοι θα κληθούν να υποστηρίξουν τις επιλογές τους και να απολογηθούν για την προηγούμενη και νυν ζωή τους, οφείλοντας, συχνά, να απαντούν στις διεισδυτικές έως και σκληρές ερωτήσεις της ομήγυρης. Ο καθένας άλλωστε αντιπροσωπεύει εκτός από τον εαυτό του και έναν ολόκληρο ιδεολογικό κόσμο ή, έστω, μια ιδιαίτερη αντίληψη ζωής.

Για τους περισσότερους ο Γιόργκ αποτελεί ένα πολύτιμο έπαθλο που επιθυμούν, συνειδητά ή μη, να αποκτήσουν για ιδία οφέλη. Η Κριστιάνε, που εκτός από αδελφή του υπήρξε και μητέρα γι’ αυτόν, κινείται μεταξύ υπόγειας ερωτικής έλξης και ακραίων εκδηλώσεων κτητικότητας. Η νεαρή κόρη ενός φίλου τον πολιορκεί ερωτικά (ως σπάνιο ερωτικό απόκτημα; ως πράξη ανθρωπισμού; λόγω του «μύθου» που αντιπροσωπεύει;), ενώ ο συνήγορός του Αντρέας, έχοντας μοχθήσει για την αποφυλάκισή του, ενδιαφέρεται πρώτιστα για την τήρηση των όρων της.

Αντίπαλο δέος σ’ όσους επιθυμούν να τον προστατεύσουν αποτελεί ο νεαρός Μάρκο, που θέλει να παρεμποδίσει αυτό που ονομάζει «κλειδαμπάρωμά» του. Κρίνοντας πως ο Γιόργκ δεν πέρασε τόσα στη φυλακή για το τίποτα και πως ο αγώνας συνεχίζεται, διεκδικεί την ανάδειξή του ως πνευματικού ηγέτη μιας νέας τρομοκρατίας. Πασχίζει να τον αποτρέψει από την ταπείνωση της συγνώμης και την συνακόλουθη καταρράκωση του κύρους του. Πιστεύει πως, μένοντας συνεπής στην ακλόνητη στάση του στη φυλακή, θα ικανοποιήσει πλήρως στις προσδοκίες των νέων αγωνιστών. Είναι εμφανείς οι προσδοκίες του ρόλου και το βάρος του προτύπου στα οποία καλείται να ανταποκριθεί ο Γιόργκ, εν μέσω μάλιστα μιας διπλής ευθύνης απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους αλλά και της επιθυμίας να απολαύσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Η γνώριμη ρεαλιστική γραφή του Σλινκ, διεισδύει αργά και μεθοδικά – μην ξεχνάμε πως είναι νομικός – στην ψυχοσύνθεση των προσώπων, το υπαρξιστικό, πολιτικό και ψυχαναλυτικό έδαφος των οποίων μοιάζει με κινούμενη άμμο. Στην αφήγηση εγκιβωτίζεται, υπό μορφή κεφαλαίων γραφόμενου μυθιστορήματος από μια φίλη, ο ενδεχόμενος βίος του Γιαν, που σκηνοθέτησε την κηδεία του ώστε, ως έτερος Ματίας Πασκάλ, να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα σαν «φάντασμα χωρίς ταυτότητα και ίχνη».

Όταν η πραγματικότητα στέκεται αμήχανη μπροστά σε ένα γεγονός (αμνηστία των τελευταίων έγκλειστων της RAF, γενικότερη συζήτηση περί μετάνοιας), τότε η έρχεται η λογοτεχνία να φωτίσει όψεις του. Σε αντίθεση όμως με άλλα πρόσφατα μυθιστορήματα που μίλησαν ανοιχτά περί τρομοκρατίας, η εν λόγω σύναξη δεν αποτελείται από ανυποψίαστους ανθρώπους που μέσα σε μερικά λεπτά αλλάζει η ζωή τους (όπως στο Τρομοκρατικό Χτύπημα του Γιασμίνα Χάντρα ή το Σάββατο του Ίαν Μακ Γιούαν), ούτε από στοχαστές που ωθήθηκαν σχεδόν «νομοτελειακά» στην άλλη πλευρά (όπως Ο τρομοκράτης τον Τζον Απντάικ). Στο «μετα – τρομοκρατικό» μυθιστόρημα του Σλινκ, οι πρώην αντάρτες πόλεων έχουν σταδιοδρομήσει επιτυχώς κι έχουν ενταχθεί οργανικά στην κοινωνία που αρχικά ήθελαν να καταστρέψουν (όπως συνέβη με τους περισσότερους χαρακτήρες στην Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σεμπρούν). Ένα Σαββατοκύριακο θα τους φέρει αντιμέτωπους με το νόημα της συγνώμης, την υποχρέωση της ορθολογιστικής θωράκισης των πράξεών τους, την ανάληψη μεριδίων ευθύνης και την σκληρή κριτική. H ιστορία του εντάσσεται σε ένα ειδυλλιακότατο εξοχικό τοπίο, πλήρως αποκαθαρμένο από οποιοδήποτε «αστικό» περίβλημα, ακριβώς για να σταθεί γυμνή απέναντι στην οποιαδήποτε – έστω και παροπλισμένη– ομορφιά της ζωής.

Εκδ. Κριτική, 2008, μτφ.: Αλέξανδρος Κάιμπελ, σελ. 245 / Bernhard Schlink, Das Wochenende, 2008.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 563, 31.7.2009 (και εδώ).
26
Αυγ.
09

Jason Lytle – Yours Truly, The Commuter (Anti, 2009)

 

Η διάλυση των 15ετούς ζωής των Grandaddy έγινε με το υπέροχο πλην παραγνωρισμένο παραμύθι Just Like The Fambly Cat (2006). Όσο οι Grandaddy φρόντιζαν να ραντίζουν συχνά το alt western lo-fi χωράφι τους με ψυχεδελισμούς, ηλεκτρονικά, και πολλή μελωδική ποπ, άλλο τόσο η αναμενόμενη ευφορία καθυστερούσε: τόσες πολλές μπάντες στις ίδιες καλλιέργειες από την μία, τόση επανάληψη από την άλλη, βάλε και τις ποιοτικές ανισότητες μέσα στους ίδιους τους δίσκους. Ακολούθησε η αναχώρηση του «επιβαρημένου» Jason Lytle από το γενέθλιο Modesto, CA, για τα βουνά της Αριζόνας. Η γνώριμη χρήση του ορεινού περιβάλλοντος: ο πληγωμένος ετοιμάζει την επιστροφή του.

Αλήθεια περίμενε κανείς η πρώτη του σολοπροσπάθεια να ακούγεται διαφορετικά από τους Grandaddy; Η ιστορία εκείνων των πολύχρωμων ηχητικών αναμνήσεων συνεχίζεται ακριβώς εδώ. Ήδη στην θριαμβική του είσοδο δηλώνει πομπωδώς την επιστροφή του με βαθυλάρυγγα μπάσα και πλουμιστά έγχορδα. Το ακόλουθο Brand New Sun ψυχεδελίζει όσο αποπλανητικά αρκεί, η κιθάρα του Ghost of My Old Dog μας χαϊδολογεί όσο διεγερτικά χρειάζεται. Πόσο λάθος να βάλει τα ομορφότερα τραγούδια του στην αρχή, δημιουργώντας τόσες προσδοκίες!

Ακολουθούν τρεις βαθιές τεχνορόκ πτήσεις του σε μπαλάντες πηχτού συναισθηματισμού και kingcrimson-ικών διαστάσεων (I Am Lost (And the Moment Cannot Last), Birds Encouraged Him, Fürget It), με ένα διάλειμμα – απαραίτητο χαιρετισμό στο παρελθόν των Grandaddy – ή πιθανώς ένα τραγούδι ξεχασμένο στα συρτάρια του(ς) (It’s The Weekend) κι έπειτα όμορφες πλην επικόμορφες ζώνες, παραπατήματα που ορίζουν την διαφορά με την προγενέστερη πορεία του. Η παρέκκλιση αυτή είναι φανερή στο δεύτερο μισό του δίσκου και μόνο το μαγευτικό Rollin’ Home Alone μοιάζει να παραμένει στον ίσιο δρόμο. Όμως έχουμε ήδη μετρήσει 5-6 αγαλλιαστικότατα τραγούδια.

Πιστός κι αυτός της συγκεντρωτικότητας που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερα αλλοτινά μέλη μπαντών σε ατομικές προσπάθειες, ο Lytle φτιάχνει τα ολοδικά του κομμμάτια, παίζει όλα όργανα τα μόνος του, τα μοντάρει στο δικό του πατρόν του, τα τραγουδά. Στιχουργικά συνεχίζει στις αδιανόητες παραμυθώδεις περιπέτειες μικρών μεγάλων και ζώων του παραμυθένιου κύκνειου άσματος της μπάντας που ονειρεύτηκε αλλά και του Excerpts from the Diary of Todd Zilla EP – ξανακούστε τα.

Άραγε θα ξαναφύγει για τα βουνά; Η απάντηση είναι σαφής και πνιγμένη στο καταληκτήριο πιάνο του επιλόγου του. Και στον τίτλο του: Here for Good.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

 

23
Αυγ.
09

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 12. Λένα Διβάνη

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς (και ποιητές)
Ο Τζ. Ντ. Σάλιτζερ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ίαν Μακ Γιούαν, ο Φίλιπ Ροθ, ο Φιτζέραλντ, ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο Μαγιακόφσκι, η Σύλβια Πλαθ και η Φλάνερυ Ο’ Κόνορ (αφήνω με πόνο ψυχής άλλους 40 τουλάχιστον απέξω. Αναφέρω μόνο αυτούς που θεωρώ πνευματικούς γονείς μου) 

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Ο Φύλακας στη Σίκαλη και Ο Ηλίθιος είναι μόνιμα στην κορφή της λίστας που θα μου επιτρέψετε να μην αρχίσω γιατί δύσκολα θα την τελειώσω μετά.  

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Της Φλάνερυ Ο’ Κόνορ μακράν των υπολοίπων. Από την άλλη μεριά μ’ αρέσουν και οι αμερικανοί μινιμαλιστές.
 
Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Διαβάζω πάντα τα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, του Χρήστου Χωμενίδη, του Αύγουστου Κορτώ, του Χρήστου Χρυσόπουλου, της Σοφίας Νικολαΐδου και άλλων πολλών. Πιστεύω ότι έχουμε γερή ομάδα σήμερα. Η γλώσσα μας απλώς είναι ανίσχυρη γι’ αυτό και έχουμε μείνει απέξω σε διεθνές επίπεδο.
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Χόλντεν Κόλφηλντ από τον Φύλακα στη Σίκαλη. Αυτόν θα ’θελα να πάρω τηλέφωνο κάνα βραδάκι που νιώθω ζορισμένη…
Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Μιλάω πολύ συχνά με τον Άρη από τον ΕΝΙΚΟ ΑΡΙΘΜΟ- μη ξεχνάτε ότι κάπως έτσι θα ’θελα να ’ταν ο αδερφός που δεν έχω.
Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Α ναι. Έχω γράψει σε σπίτια στο Λονδίνο, σε βιβλιοθήκες στη Βοστώνη, σε εξοχικά της Σκοπέλου και του Πηλίου και όπου αλλού βάλει ο νους σας. Προτιμώ όμως την ησυχία και την συγκέντρωση μοναστηριακού τύπου που μου εξασφαλίζει το σπιτάκι μου!
Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Παντού και από παντού έρχονται οι ιδέες μου- σαν πολύχρωμη βροχή. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως δεν θα μου φτάσουν τα χρόνια για να τις γράψω όλες -όσα χρόνια κι αν ζήσω…
Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Η μουσική παίζει μέσα στο κεφάλι μου. Οπότε απέξω επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή.
Αγαπημένο/αφιερωμένο/«καλύτερο» βιβλίο σας
Το πιο αγαπημένο μου είναι ο Ενικός αριθμός. Το πιο αφιερωμένο η Νάντια. Το καλύτερο ως σύνθεση τα ΨΕΜΑΤΑ.
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Α, προς το παρόν δεν ανοίγει… Κρύβεται ακόμα κι από μένα μερικές μέρες το άτιμο!
Τι γράφετε τώρα;
Τώρα γράφω ένα μυθιστόρημα που λέγεται Ένα Πεινασμένο Στόμα. Έχει τόσο ενδιαφέρον για μένα αυτό το στόμα που κοντεύει να με καταπιεί!
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Σελίν και πάλι Σελίν. Μου χρειάζεται η πικρότατη γεύση που αφήνει γι’ αυτό που γράφω.
Η επιστημονική σας ενασχόληση και πανεπιστημιακή διδασκαλία της Διπλωματικής Ιστορίας σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Τίποτα δεν πάει χαμένο ευτυχώς! Η μεθοδικότητα που απαιτεί η επιστήμη με προίκισε με αίσθηση της δομής. Η λογοτεχνία από την άλλη έκανε πιο ευανάγνωστα τα ιστορικά μου δοκίμια. Άσε που η μονομέρεια ποτέ δεν ήταν του γούστου μου. Από παιδί έχω αποφασίσει να αφήσω όλα τα ρόδα του εαυτού μου να ανθίσουν!

Δημοσίευση και εδώ.

19
Αυγ.
09

The Mummers – Tale To Tell (Big Bass Drum, 1989)

 

Η δεσποινίς των Goldfrapp μας τα είπε κάπως σκληρά την τελευταία φορά. Οι άλλες retro-pop παραμυθούδες σιωπούν χαμένες στους κόσμους τους, οι Cirque du Soleil χαμένοι κάπου στον πλανήτη, η Bjork κι η Ute Lemper περιδιαβαίνουν σε άλλες πια οκτάβες, η Beth Gibbons ποιος ξέρει πάλι αν θα ξανάρθει προτού περάσει πενταετία. Τώρα ποια Σειρήνα θα έρθει να μας μαγέψει, ποια θα μας καθίσει κάτω από μια πολύχρωμη τέντα για να μας αποπλανήσει πάνω από τη σκηνή; Αυτή εδώ η νεαρή με την παραμυθώδη φωνή, τα μελοδραματικά κομψοτεχνήματα, και την θεατρική ατμόσφαιρα! Οι δικοί της Mummers δεν είναι σαν τους φερώνυμους πλανόδιους μασκοφόρους μίμους και μουσικάντηδες του Μεσαίωνα, που γυρνούσαν από πόρτα σε πόρτα αυτοσχεδιάζοντας στίχους και μουσική. Αυτής της ταιριάζει περισσότερο η σκηνή ενός καμπαρέ για μελαγχολικούς, ενός τσίρκο για τους καμένους.

Η Λοντογεννημένη Raissa Khan-Panni με τις Σινο-Ινδο-Μεξικανικες ρίζες και την Νοτιολονδρέζικη ανατροφή, κλασικών σπουδών και Ricki Lee Jones/Prince προτιμήσεων, αυτοδίδακτη του τραγουδιού και δασκαλεμένη του όμποε, δοκίμασε πρόωρη έξοδο στην σόλο δισκογραφία [Sleeping Bugs (1996), Meantime (1997) – το άκουσε ο Brett / Suede και την πήρε για σαππόρτ – Believer (1999)] που δεν ξέρουμε γιατί την έκαναν σερβιτόρα στα εστιατόρια του Brixton να προετοιμάζει την επιστροφή της ακούγοντας Rufus Wainwright και Flaming Lips. Βρήκε τον ιδανικό συνεργάτη στον ένοικο ενός δενδρόσπιτου έξω από το Brighton, τον Mark Horwood, και τώρα θριαμβευτικά συγκεντρώνει γύρω της είκοσι υπερήφανους μουσικούς για να πνευστοφορήσουν και εγχορδίσουν τις αστραφτερές της συνθέσεις.

Αν το στοίχημά τους, σύμφωνα με μια φανφαρόνικη εξομολόγηση, είναι η μετατροπή των εγκοσμίων σε παραμύθια, δεν έχουν πέσει έξω. Από την είσοδο των τσιρκολάνων στο March Of The Dawn και την χαρμολυπημένη παρέλαση του Wake Me Up στο πανέμορφο μέθυσο βαλσάκι Wonderland και την ποπ λιτανεία του This Is Heaven (Glow), όλος ο δίσκος μοιάζει με αυτοσχέδια πλην λουστραρισμένη παράσταση ρομάντζου μελοδράματος και ρετρό πανηγυριού. Προσοχή στο See Alice, όπως και σε άλλες περιπτώσεις που εμφανίστηκε αυτό το όνομα, ορισμένοι δεν επέστρεψαν.

Αν είχα το μαγικό ραβδάκι θα’ βαζα όλους αυτούς τους Dresden Dolls και Tiger Lillies να δώσουν μια μικρή άδεια στους οπερετικούς τραγουδιστές τους και να προσλάβουν ετούτο το κοράσιο με την αισθαντική φωνή. Εκτός αν φτιάξει μόνη της ένα σούπεργκρουπ σαν Μια Χιονάτη με Τρεις Σωματοφύλακες – μουζικάντηδες τριγύρω της τους Rufus Wrainwright, Andrew Bird και Patrick Wolf.

Το Μαγαζάκι Με Τα Μαγικά Παιχνίδια σε ακουσική έκδοση. Ο Danny Elfman να τρέξει να κρυφτεί, τέτοιες μουσικές θέλει ο Tim Burton!

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

16
Αυγ.
09

Περιοδικό Ποιητική, τεύχος 3 (άνοιξη – καλοκαίρι 2009)

Το ποίημα είναι περίλυπο γιατί θέλει να γίνει δικό σου και δεν μπορεί στιχούργησε κάποτε ο John Ashbury, ένας από τους επιδραστικότερους ποιητές της Αμερικής, κι επιτέλους απολαμβάνει αφιερωματικές προς την χάρη του σελίδες: ένα κείμενο εισαγωγικό στον κόσμο του, το περίφημο κείμενό του Η αόρατη αβανγκάρντ (1968), ποιήματά του σε μετάφραση του εκδότη του περιοδικού Χάρη Βλαβιανού και μια χορταστική συνέντευξη μεταφρασμένη και σχολιασμένη από τον Χρήστο Χρυσόπουλο.

Αντίστοιχα εμβριθείς και με εισαγωγικά κείμενα και οι σελίδες για άλλους ποιητές, όπως για τον Tony Harrison (με το αφηγηματικό ποίημα V, γραμμένο κατά την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων (1984-1985)), τον Paul Goodman κ.ά. Σε ποιήματα ακόμη: Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Γιώργος Μπλάνας, Άγης Μπράτσος, Γρηγορία Πούλιου, Charles Baudelaire, Mark Strand, Hugo von Hofmannsthal, Biancamaria Frabotta, και πολλοί ακόμα. Ο Francois Le Lionnais φορμάρει την Δυνητική Λογοτεχνία σε δύο Μανιφέστα κι ένα Συνοδευτικό Σημείωμα, ο Σάκης Σερέφας μεταφράζει και ανθολογεί δώδεκα ποιήματα με μύγες που βομβίζουν το τραγούδι του Χάρου (Ε. Dickinson, R. Kipling, A. Machado, E. Montale, A. Sexton, R. Brautigan, κ.ά.), o Βασίλης Λαμπρόπουλος προτείνει έναν εναλλακτικό κανόνα της νεότερης ελληνικής ποίησης, και πολλά άλλα.

Στα Et Cetera συνεξέταση των πρόσφατων εγχώριων εκδόσεων για Αχμάτοβα – Μαγιακόφσκι – Μάντελσταμ – Τσβετάγεβα και σελίδες για τον Τάσο Δενέγρη [1934-2009]. Από την ομάδα του Πάλι (Πουλικάκος, Κουτρουμπούσης, Μήτσορα, Μακρής κλπ.) ως τις μνήμες των συναναστροφών, από την ανία του στο Σχετικά με τον Βασίλη (του Σ. Τσιώλη) (Μα να μην έχω ούτε μία ερωτική σκηνή;) ως το ταξίδι στο Βερολίνο λίγους μήνες πριν «πέσει», ο λάτρης των αιφνίδιων μετακινήσεων και του ασταφτερού χιούμορ, ο ποιητής που εξομολογήθηκε πως επιθυμούσε να τελειώνει με την ποίηση και να γράψει πρόζα που χρόνια ονειρευόταν, εμφανίζεται πάλι μες τα όλα και βγαίνει ατσαλάκωτος. Και τα καμένα δάση / Θα΄ρθουν και θα σας κόψουν / Την αναπνοή. Αμήν και πότε. [σελ. 318]

14
Αυγ.
09

Sébastien Schuller – Evenfall (Green United, 2009)

 

Πέρασαν κιόλας πέντε χρόνια από την πρώτη και τελευταία φορά που συναπαντηθήκαμε με την μαγευτική ηλεκτρονικότητα του τριαντάχρονου+ Γάλλου. Το Happiness του 2005 (είχε προηγηθεί το Weeping Willow EP, 2002) ήταν ένα κομψοτέχνημα ψηφιακών μελωδών, ένα ακόμα διαφορετικό χρώμα στο ψηφιδωτό της απροσδιόριστης και αχανούς Γαλλικής Σκηνής των Πλήκτρων. Τι έκανε μουσικώς όλα αυτά τα χρόνια ο Σεβαστιανός από τις Les Yvelines των Παρισινών προαστίων; Απλώς συγκροτούσε και πλούτιζε την σαουντρακογραφία του: Un jour d’ été, Toi et moi, Notre univers impitoyable.

Στο νέο του Λυκόφως (ο τίτλος γαλλιστί) ο Schuller βυθίζεται ακόμα περισσότερο στην ακουστικότητα των ηλεκτρονικών του πολυοργάνων και αφήνεται ανεμπόδιστα σε μια αιθέρια μελαγχολία. Στα περισσότερα τραγούδια μαίνεται ένα ατέλειωτο κρυφτό των ηλεκτρονικών ήχων και φωνητικών: τα εύθραυστα δεύτερα μοιάζουν να φοβούνται μην διαταράξουν τις τονικότητες των πρώτων. Κλασικό παράδειγμα το Open Organ που θα μπορούσε να είναι η ευαίσθητη στιγμή στους δίσκους των M83 (αλλά και των Elbow ή των Radiohead ή των Snow Patrol ή των Blue Nile θα πετάξει κάποιος αναιδής κι έχουν όλοι τα επιχειρήματά τους).

Άλλοτε η φωνή συμπλέει με το πιάνο του Ρομαντισμού (Morning Mist), αφήνεται στην επαναληπτικότητα (Balançoire), Airίζεται ή βουτάει στο είδος που ατυχώς βαφτίστηκε Φολκτρονική. Σε μια τέτοια περίπτωση (Last Time) μας χαρίζει και δυο αλλεπάλληλους αιφνιδιασμούς, πρώτα με φτερουγίζοντα κατοπτρικά μπήτ κι έπειτα με 4ad κιθάρες και Μαντσεστεριανά μπάσα. Και να σκεφτεί κανείς ο σημερινός πολυμουσικός ξεκίνησε ως ορθόδοξος περκασιονίστας.

Ο ίδιος πάντως στο ερώτημα των δικών του σύγχρονων προσωπικών εμμονών συχνά αναφέρεται στον Marc Hollis (Talk Talk) που κατά καιρούς αναφέρεται στη σημασία των σιωπών μέσα στην μουσική, στον Sufjan Stevens και τους Animal Collective. Μια σύνδεσή του με τους δύο πρώτους είναι εμφανής, για τους τρίτους το ψάχνουμε ακόμα. Το εξώφυλλο είναι της συζύγου Agnes Montgomery που αρέσκεται σε τέτοιες κολαζόμορφες πολύχρωμες συνθέσεις (βλ. και το Pool Party του εξωφύλλου του Person Pitch των Panda Bear).

Ο Sebastian Schuller από το στουντιόσπιτό του βλέπει τις Παρισινές στέγες, μια εικόνα που αγαπά ιδιαίτερα. Μήπως σε αντίθεση με τις ροκ εντ ρολλ δοξασίες, δεν χρειάζεται να σαι ενδεής και δυστυχής για να παράγεις την ομορφότερη τραγουδιστική electronica;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

12
Αυγ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 11. Ελένη Γκίκα

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, αυτά τα “Γράμματα στον πατέρα” σε ηλικία… δώδεκα χρονών που δεν θα ξεχάσω ποτέ (ενδεχομένως επειδή ήθελα να τα στείλω ή να γράψω κι εγώ στη μαμά μου), Ντοστογιέφσκι, στον οποίο γυρνώ και ξαναγυρνώ (ο πρίγκιπας Μίσκιν που με σημάδεψε, ο μισάνθρωπος αυτός που ώρες – ώρες κάτι μου θυμίζει από το “Υπόγειο”, οι “Λευκές νύχτες” του αλλά και όλα όλα, ο Μπόρχες, Ευαγγέλιο και ξόρκι για κάθε κακό, η Πλάθ, ο Χιουζ με αυτά τα συγκλονιστικά “Γράμματα γενεθλίων”, η Ντίκινσον, ο Καρυωτάκης, ο Μαγιακόφσκι και το “σύννεφό” του, η Γιουρσενάρ, η Μπλίξεν, η Βιρτζίνια Γουλφ δίχως αμφιβολία, τα Πατερικά Κείμενα, είναι στο κομοδίνο μου, στην καρδιά μου, πάντα μα πάντα σε πρώτη ζήτηση, εδώ, εκεί.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.

Τα Διηγήματα και τα Ποιήματα του Μπόρχες, η “Άβυσσος” της Γιουρσενάρ, “Ο Ηλίθιος” του Ντοστογιέφσκι, “Η Άννα Καρένινα” του Τολστόι,“Ο γυάλινος Κώδων” της Σύλβια Πλαθ, “Το σύννεφο με τα παντελόνια” του Μαγιακόφσκι, “Το σπάσιμο” του Φιτζέραλντ, “Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων” του Λιούις Κάρρολ σ’ όλες τις εκδοχές, ο Άντερσεν ακόμα και τώρα με τα σκοτεινά παραμύθια του…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα απίστευτα του Πωλ Μπόουλς, ειδικά όσα βρίσκονται στον “Σκορπιό” (εκδόσεις “Απόπειρα”), όλα τα διηγήματα του Μπόρχες (το… “άλεφ” εννοείται!), τα διηγήματα της Κάρεν Μπλίξεν “Ανέκδοτα του πεπρωμένου”, “Οι επτά γοτθικές ιστορίες” και “Οι ιστορίες του χειμώνα”, τα διηγήματα της Κάθριν Μάνσφηλντ “Το γκάρντεν πάρτι”…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Μαρία Μήτσορα από τα πρώτα της κιόλας! “Αννα, να ένα άλλο”, το έχω διπλό, “Σκόρπια δύναμη”, “Η περίληψη του κόσμου” και “Ο ήλιος δύω”, πήγαινα στο Αντί, δεκαεννιάχρονη, έμενε απέναντι. Η γάτα της ήταν ερωτευμένη με τον γάτο μας τον… Ερρίκο! Ναι, αυτό που κάνει η Μαρία, μ’ αρέσει πολύ! Και ο Καλλιφατίδης. Μ’ αρέσει ο ερωτισμός για τη γλώσσα, ο τρόπος που όλα είναι παρτίδα σκακιού, αυτός ο αισθησιασμός που υποδόριος στο κείμενο, σε κάνει να τον λατρεύεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Μίσκιν, για να του μοιάσω, η Άννα Καρένινα που μου έχει κάνει ζημιά! Όποτε ερωτευόμουν, γύρευα… τρένο! Ο Χίθκλιφ, αλλά πού να τον βρεις! Ο “υπέροχος Γκάτσμπι”, μήπως τον είδε κανείς???

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Διαρκώς! Μαζί τους ζω κι όταν ακόμα χωρίσουμε! Αλλά εκείνοι που δεν είχαν, τελικά, ξεκολλημό, ήταν και οι πλέον…. κρυπτόμενοι: ο Άγγελος από το “Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς” που με παρέσυρε, τελικά, στον “Υγρό χρόνο” του και η Σαβίνα, επίσης, από το ίδιο, που σαν κούκλα ήρθε και ράγισε στο “Πλήθος είμαι”. Καθόλου τυχαίο αυτό! Ο πρώτος, μέσ’ στον σαγηνευτικό του αλκοολισμό, άφησε μόνον λίγα χειρόγραφα, σελίδες ημερολογιακές. Εκείνη, ό,τι είχε να πει, το έλεγε μέσα από κείμενα άλλων, πού να την βρεις!

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού, αλλά παντού, όμως! Και ειδικά σε δωμάτια ξενοδοχείων! Τα λατρεύω αυτά! Αν είχα χρήματα, δεν θα είχα σπίτι. Σε ξενοδοχείο θα έμενα, πάντα. Για πάντα. Αλλά όσο περνά ο καιρός, κυριολεκτικά παντού! Περπατάμε μαζί, ούτε καν παράλληλα. Εγώ και η ιστορία. Η μάλλον η ιστορία και ξοπίσω, ασθμαίνοντας, εγώ. Και οι ήρωες, όλοι, χεράκι- χεράκι με μένα. Τους έχω ανάγκη και το ξέρουν αυτοί. Γι’ αυτό και όσο περνά ο καιρός, με καταδέχονται παντού.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο… ερωτικός! Να με χτυπήσει η ιστορία, κατακούτελα! Κι ο τίτλος! Κι ο ήρωας! Ε και μετά να την ξεθάβω έκθαμβη σιγά – σιγά! Να μου λύνει απορίες, να με γεμίζει απορίες, να μου εξηγεί τη ζωή. Αλλά και το αθέατο. Του κόσμου και το δικό μου.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τρελαίνομαι για τη… σιωπή! Με μαγεύει η τζαζ, η όπερα και η σιωπή. Όταν γράφω, ακολουθώ την μουσική της ιστορίας. Δεν μου αρέσει καθόλου να μπερδεύω τις μουσικές. Ούτε και να υπαγορεύω εγώ στους ήρωες το ρυθμό, μ’ αρέσει ν’ ακολουθώ τα βήματά τους. Χορεύω στο δικό τους… χορό. Φτάνει να πετύχει όλη αυτή η… τελετουργία και να συντονιστώ. Η πρώτη σελίδα είναι το δύσκολο. Μετά ακολουθώ την ουρίτσα. Την κρατώ πια κι αυτό μου είναι αρκετό.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα πρώτα που κυκλοφόρησαν ήταν ποίηση. Ένα παιχνίδι με πρόσχημα ή όχημα τα γράμματα, παιχνίδι ζωής και θανάτου, τελικά. Μ για το μέλι, τη μαμά και το μαχαίρι (παιδική ηλικία, “Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα), Ε για τον Έρωτα και την δική του αλλόκοτη Ερημιά (εφηβεία, “Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι”), Σ για την σάρκα που μας σταυρώνει, τελικά (ηλικία της ωριμότητας, “Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα”), Θ για το… φινάλε που είναι θάνατος αλλά και θαύμα και Θεός (γήρας να το πω? “Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα”) και Άλφα διότι όλα εν τέλει ξαναρχίζουν (Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω”). Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή “Το γράμμα που λείπει”. Τώρα στα πεζά…Επιθυμία, Ενοχή, οι βασικές εμμονές. Και η επανάληψη ως μοτίβο πεπερασμένου σύμπαντος και ζωής, κατά το θεώρημα του Πουανκαρέ. Τα ίδια λάθη, λες από μνήμη κυττάρου.

Στο “Αναζητώντας τη Μαρία” μια κόρη βάδιζε ακριβώς στ’ αχνάρια της μητέρας, κάνοντας τα όλα ακριβώς αλλιώς! Στο “Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;” ένας άνδρας “σκυφτός” από αρχαίο τρόμο, έχασε τη Μεγάλη Συνάντηση και τη Μεγάλη Στιγμή. Στο “Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου” η Μαρίνα της Βορινής κουζίνας “συνομιλούσε” με μιαν άλλη Μαρίνα που είχε ζήσει 150 χρόνια σε μια άλλη κουζίνα, αψηφώντας εκείνο που όλο το σώμα της επιζητεί. Στο “Χαίρε παραμύθι μου” δυο εραστές βαδίζοντας στα βήματα του Μαγιακόφσκι και της Λίλια Μπρικ, χάνουν το πρόσωπό τους. Στο “Αίνιγμα του άλλου” τρεις σε μια ερωτική δίνη, βλέπουν το ίδιο αλλιώς, αναγνωρίζοντας πως ο μεγάλος άγνωστος δεν είναι ο άλλος, αλλά ο επικίνδυνος, άγνωστος Εαυτός. Στο “Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς” οι δυο ήρωες “φεύγουν” μακριά από το παρελθόν τους και σκουντουφλούν πάνω του στην άκρη της γης.

Στο “Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω” οι δυο κόντρα ρόλοι της ίδιας γυναίκας. Στον “Υγρό Χρόνο” ένα ερωτικό γαιτανάκι γύρω από έναν νεκρό. Τον πιο ζωντανό, όλων! Στο “Πλήθος Είμαι” η ηρωίδα αυτής της άτυπης τετραλογίας (που ξεκινά από το “Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς”) επιστρέφει. Στο πατρικό σπίτι που “ευνοεί” τον αλλόκοτο έρωτα και το Κακό. Η θεωρία της επαναληπτικότητας, στην απόλυτη πράξη. Στα παραμύθια, ένα που κυκλοφορεί (“Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα”) και τα άλλα που ακολουθούν (“Η Νεφέλη στο νησί του Παντός”) το θαύμα της τέχνης. Μια μικρή ηρωίδα που μπαινοβγαίνει στις ζωγραφιές, στις ιστορίες, στις καρτ- ποστάλ, στις μουσικές.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο βιβλίο είναι το “Πλήθος Είμαι” που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο. Και είναι εκείνο που ήδη σας είπα: το λάθος και το πάθος που μας ακολουθεί. Ένα σπίτι που, ως ζωντανός οργανισμός, αναπαράγει σχεδόν “την ίδια στιγμή”. Και μια γυναίκα η οποία για να ξεφύγει, μέσα απ’ τα κείμενα, γίνεται άλλη. Γίνεται “άλεφ”, όλοι, οι άλλοι. Για να επιζήσει και να κατανοήσει, για να αγγίξει το ύψιστο, τελικά. Και για να λύσει την κατάρα ή τον γρίφο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το καινούργιο της Τόνι Μόρισσον, “Έλεος”. Συγκλονιστικός τίτλος. Και τελειώνω (το διαβάζω σιγά- σιγά, δεν θέλω να μου τελειώσει) τους “Maytrees” της Annie Dillard (Εκδ. “Ίνδικτος”), για την τεράστια Λου! Δεν έχω ξανασυναντήσει άνθρωπο που να μπορεί να αγαπά αιώνια με αυτόν τον τρόπο! Ε ναι, ήθελα να είμαι η… Λου. Κι ας με…. προδώσουν όσοι αγαπώ!

Τι γράφετε τώρα;

Ένα μυθιστόρημα, αλλά με εμποδίζει ένα… άλλο! Μπήκε με το “έτσι θέλω” στη δική μου ζωή και θα πρέπει οπωσδήποτε να το ακολουθήσω. Αλλά αν το πω, φοβάμαι ό,τι θα μου χαλάσει, είναι λιγάκι σαν το… μυστικό. Σκάβεις ένα λακκάκι στο χώμα, στο βουνό, ή χαράζεις το δέντρο, ε κι εκεί το λες. Για να εξακολουθεί να υπάρχει και να σε βρει. Αλλιώς…

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Διαβάζω σαν μανιακή, από μικρό παιδί. Διαβάζω όπως πίνω νερό, αναπνέω. Το πρώτο που κάνω όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί. Και το τελευταίο, προτού τα κλείσω το βράδυ. Διαβάζω για μένα. Ε είχα και την σπάνια τύχη όλο αυτό να το έχω και… δουλειά, δηλαδή πως να το πω… θα πλήρωνα για εκείνο που με πληρώνουν να κάνω! Και εννοείται ότι όλη αυτή η αναγνωστική δίψα, συνήθως σε οδηγεί στη γραφή. Η ιστορία σου που την βλέπεις να σχηματίζεται ή την ξεθάβεις στο άσπρο χαρτί, έχει για σένα, τις πιο μεγάλες εκπλήξεις. Φιλοδοξείς, βεβαίως, εις μάτην μάλλον, να σου κρατά κι όλες τις απαντήσεις! Αλλά μπα, δεν… ίσως γι’ αυτό και να γράφουμε και να ξαναγράφουμε. Αλλά και δεν μπορείς να ζήσεις διαφορετικά. Όχι, για μένα, ανάγνωση και γραφή, είναι ένα. Το ίδιο. Η ζωή μου. Η Εδέμ. Ελπίζω ο καλός Θεός να με στείλει, πεθαίνοντας, σε… αναγνωστήριο.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν;

Ξανάγινα… παιδί! Καθόλου τυχαίο το σύνηθες σχόλιο για τα “alef” και “moha” “δυο πιτσιρίκια που παίζουν!”. Έκανα φίλους, είδα να μ’ αγαπούν ως άγνωστη άλλη, έφτασε ως εμένα ένα θεόσταλτο παιδί! Η Νεφέλη, η βαφτιστήρα μου. Από φίλο καλό (που γνώρισα στο… ίντερνετ!) γνώρισα τον μπαμπά της. ‘Ηρθε με την μαμά της κρατώντας στους ώμους ένα θεϊκό μωρό. Με ξανθά κοτσίδια ολόρθα και μου πέρασε τα χεράκια της στο λαιμό. Ναι, αυτό το υπέροχο παιδάκι μου το έστειλε ο καλός άγγελος του διαδικτύου. Και πιστέψτε με, όχι μόνο, αυτό! Σας ευχαριστώ.

Εμείς.

Δημοσίευση και εδώ.




Αύγουστος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.019.209 hits

Αρχείο