Αρχείο για Ιουνίου 2009

29
Ιον.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 8. Γιώργος Ρωμανός

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Δεν μπορώ να μιλήσω για λογοτεχνία χωρίς αναφορά στον Όμηρο και τον Ηρόδοτο. Ακόμα και στο τελευταίο τεύχος ,23, της Πανδώρας δημοσίευσα, σε μετάφραση του Γ. Μπλάνα, τους 100 πρώτους στίχους της Ιλιάδος. Κι αν ο Όμηρος είναι ο πατέρας του μυθιστορήματος, μέσω της ποιητικής, της ποίησης και της προσωδίας του πεζού λόγου, ο Ηρόδοτος και οι ιστορίες του, πιστεύω ότι είναι ο πατέρας του διηγήματος. Κι αυτό που θεωρώ αξεπέραστο, σ’ αυτές τις ιστορίες, είναι η δύναμη της αφήγησης όσο και η αφηγηματική συμπύκνωση στο ουσιαστικό, που έτσι γίνεται συγκλονιστικό.

Από κει και πέρα, τα τελευταία χρόνια, τόσο λόγω μεγάλης αγάπης αλλά και ουσιαστικό καθήκον διαρκούς μελέτης ξαναδιάβασα: Θερβάντες, Μέλβιλ, Τζόυς, Γουλφ, Προυστ, Μαν, Ντοστογιέφσκι, Κόνραντ, και, λόγω του ότι δεν ξεχνώ ποτέ το διήγημα από το οποίο προέρχομαι, ξανά, Τσέχωφ και Παπαδιαμάντη. Η ενασχόλησή μου, με όλους, ξεφεύγει από τα όρια της απλής αναγνωστικής απόλαυσης. Τους θεωρώ εργαλεία σκέψης, τέχνης και τεχνικής, σε μια διαδικασία διαρκούς ωρίμανσης και δικής μου μετάπλασης.

Από τους σύγχρονους ξεχωρίζω τον Μπαρίκο ενώ παρακολουθώ επί χρόνια τους συγγραφείς που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σχετίζονται με τα βραβεία Μπούκερ, (Γιαν ΜακΓιούαν κ.α.) έστω κι αν μερικές φορές έχω έντονες διαφωνίες με θέματα της τεχνικής τους.
Ειδικότερα, από τους Έλληνες, ολοκλήρωσα πρόσφατα ένα μέρος συστηματικής μου μελέτης στον Παπαδιαμάντη, με την μορφή εκτεταμένου δοκιμίου με άγνωστες μέχρι τώρα παραμέτρους και στοιχεία, το οποίο θα δημοσιεύσω σύντομα.

Φυσικά, στον άξονα αγάπης–αντιπάθειας προσπαθώ πολύ να βρω και σύγχρονους νεοέλληνες. Αλλά αυτό που μου μένει είναι μόνο κάποιοι παράγραφοι από μερικά βιβλία τους. Όχι ολόκληρα τα βιβλία. Ωστόσο, για λόγους ενημέρωσης διαβάζω επώδυνα, ο,τιδήποτε πρόσφατο νεοελληνικό υποθέτω πως έχει ενδιαφέρον, έστω και για να μαθαίνω τι φερετζέ φοράει κάθε φορά η εμπορικότητα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Θα ’θελα να προσεγγίσω τον πυρήνα της ερώτησή σας, την ουσία της δηλαδή, και να απαντήσω στο πώς διαβάζω και παράλληλα να πω δυο λόγια για την ανάγνωση. Δεν διαβάζω, όπως λένε, για την αναγνωστική απόλαυση και μόνο. Αλλά διαβάζω πολύ, πολλά και συνεχώς με έναν συστηματικό τρόπο. Έτσι, κατ’ οικονομία θα αναφερθώ μόνο σε κάποια δείγματα ανάγνωσής μου, γιατί για μένα το διάβασμα είναι μια λειτουργία εξόχως συνθετική. Δηλαδή, μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί να θυμηθώ ξανά το πώς ο Χεμινγουέι στήνει την πλοκή σε σχέση με τον χρόνο και τις αιτιακές σχέσεις και γι’ αυτό να ξαναδιαβάσω το, Ο γέρος και η θάλασσα, και, π.χ., να θέλω να το συγκρίνω με τα όσα, αντιστοίχως από πλευράς τεχνικής, συμβαίνουν στο Όσα παίρνει ο άνεμος. Και μιλώ επίτηδες για δύο πολύ μεγάλα best sellers, παγκοσμίως, γιατί παράγουν αναγνωστικά συμπεράσματα προς πολλές κατευθύνσεις.

Γενικά, βρίσκομαι στο απόλυτα αντίθετο άκρο με το σύνολο των σημερινών κριτικών και αναγνωστών που διαβάζουν σε ένα βιβλίο μόνο την κοινωνική διάσταση της υπόθεσής του και αγνοούν (από άγνοια ή και ανικανότητα) όλα τα άλλα, που αποτελούν αναγνωστικά και λογοτεχνικά κριτήρια, τα οποία αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι. Στην εποχή μας και στη μονοδιάστατη αγοραία λογοτεχνία των νεαντερταλικής ικανότητας αφηγητών, πού ακούστηκε να ισχύουν στην πεζογραφία κριτήρια λογοτεχνικότητας, ποιητικής, ποίησης, γλώσσας και ήχων μέσα, το τονίζω αυτό, στον πεζό λόγο ενός μυθιστορήματος. Το να θέτει κανείς τέτοια κριτήρια ανάγνωσης σήμερα είναι σα να μιλάει για πράγματα που ανήκουν σε άλλο γαλαξία.

Κατά τα άλλα, θα αναφέρω κάποια δείγματα, όπως είπα και μόνο, βιβλίων που με απασχολούν διαχρονικά: Μόμπυ Ντικ, του Μέλβιλ, Οδυσσέας, Δουβλινέζοι του Τζόυς, το Στο Φάρο, της Β. Γουλφ, το Έρωτας στη Βενετία, του Μαν, το Φως τον Αύγουστο, του Φόκνερ, το Η γραμμή της σκιάς, του Κόνραντ, η …μικρή Ερέντιρα, του Μαρκές, το Υδατογράφημα, του Μπρόντσκι, η Ταυτότητα, του Κούντερα, το Νησί της προηγούμενης ημέρας, του Έκο, και, το σχετικά πρόσφατο, του Μπαρίκο, Χωρίς Αίμα. Γι’ αυτό το τελευταίο, παρόλο που δεν έχει την ποίηση που υπάρχει στο Μετάξι, η κριτική θα χρειαστεί χρόνια ακόμα για να καταλάβει την μεγάλη σημασία των δύο μερών αυτού του έργου που, από πλευράς τεχνικής, κάνει ματ… με δύο κινήσεις. Δύο, όπως τα κεφάλαιά του. Γιατί κάποιες φόρμες καθίστανται αυτόματα κλασικές, άλλο αν παίρνει χρόνια για να το καταλάβουν αυτό κάποιοι.

Από τους Έλληνες, για μένα έχει διαχρονικό χαρακτήρα ο Παπαδιαμάντης, κι έτσι επανέρχομαι με όλο και πιο απαιτητικούς αναγνωστικούς κύκλους, αλλά και γραπτή μελέτη, στη Φόνισσα και σε διηγήματα όπως στο Έρωτας στα χιόνια, Έρωτας στο κύμα και πολλά άλλα. Τα κριτήριά μου συγκροτούνται πάντοτε πάνω στην ενδιάθετη, πηγαία και τελικά αξεπέραστη μαστοριά του Σκιαθίτη συγγραφέα. Για τους ίδιους λόγους ξεχωρίζω τον Αιχμάλωτο, του Στρατή Δούκα, τους Κεκαρμένους, του Ν. Κάσδαγλη, το Φύλλο το Πηγάδι και τ’ Αγγέλιασμα, του Βασιλικού, τις Αγελάδες, και το Βάραθρο, του Ε. Χ. Γονατά, κ.α.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πάμπολλα του Τσέχωφ, θεωρώ αντιπροσωπευτική τη συλλογή του, Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα, από τις εκδόσεις της Εστίας, και όπως ήδη προανέφερα τα του Παπαδιαμάντη και του Ε. Χ. Γονατά.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η μαύρη αλήθεια είναι πως τα πρόσωπα, οι «ήρωές» μου όπως λέτε, ζωντανεύουν…, αλλά πώς; Κάποια υπαρκτά πρόσωπα της ζωής, αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, στους «ήρωες», των βιβλίων μου και μ’ αυτή την έννοια με ακολουθούν… για να με πείσουν πως ήμουν είτε πολύ αυστηρός μαζί τους είτε άδικος. Παράλληλα βέβαια, οι τροποποιημένοι ως προς την πραγματικότητα χαρακτήρες που επινοώ με ακολουθούν, όσο καιρό γράφω μια μυθοπλασία, αλλά και χρόνια μετά, γιατί συνηθίζω να εξελίσσω ή να αλλάζω ακόμη και τελείως τους χαρακτήρες μου από βιβλίο σε βιβλίο. Είναι ένας απόλυτα υπαρκτός κόσμος μου που ζω μέσα του και ακολουθώ εγώ τους χαρακτήρες που επινοώ.

Δυστυχώς, πολλοί αναγνώστες έχουν την τάση να νομίζουν πως τα πάντα στη λογοτεχνία είναι αυτοβιογραφικά, κάτι σαν ρεπορτάζ ή μια απόλυτα ρεαλιστική ιστορία. Και μάλιστα στην Ελλάδα όπου, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ιδιαίτερη βαλκανική μικρόνοια του να γράφουν κάποιοι συνεχώς για το χωριό, τους χωριανούς τους, τους φίλους, τη γειτονιά τους. Το διαβόητο θέμα δηλαδή της ιθαγένειας και της εντοπιότητας. Νομίζουν πως έτσι «ξαναγράφουν» την Ιστορία του τόπου από τη δική τους καθαρά υποκειμενική σκοπιά, ενώ αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να βγάλουν εαυτόν δικαιωμένο, με κάθε τρόπο, και να υπηρετήσουν τις κοινωνικές και κομματικές δομές που ανήκουν. Τι σχέση έχουν αυτά τα εφημεριδικά ιδιοτελή με τη λογοτεχνικότητα και τη λογοτεχνία;

Διαφωνώ, λοιπόν, επειδή είμαι αυτός που έθεσα σε δοκίμιό μου για πρώτη φορά την έννοια του «Ετεροβιώματος» ως συστηματική αξία συγγραφής, θέσης και τεχνικής και όχι ως εντελώς περιορισμένης χρήσης θεωρητικό όρο. Οι αναγνώστες πρέπει να καταλάβουν πως ο συγγραφέας κινείται σε ένα χώρο λογοτεχνικής ανανοηματοδότησης (πρώτη μέγιστη αξία) της πραγματικότητας και για να είναι πειστικός (δεύτερη μέγιστη αξία) οφείλει να είναι άτεγκτος με τα της ζωής, που όσο πιο ακραία και ποιητικά τα εμπλουτίζει τόσο καλύτερα για το βιβλίο που γράφει. Ο χαρακτήρας της ζωής, το πραγματικό πρόσωπο, που τροφοδοτεί ως ένα σημείο και μόνο έναν χαρακτήρα μιας μυθοπλασίας, πρέπει να ξέρει πως κάποια στιγμή ο συγγραφέας δεν θα του χαριστεί. Κι αν χρειαστεί, μεταφορικά, θα τον σφάξει στο γόνατο, γιατί αυτό επιβάλλει η λειτουργικότητα του κειμένου. Κι αυτή η λειτουργικότητα είναι ένας από τους πρωτεύοντες ηθικούς κανόνες σε ένα βιβλίο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ανήκω σε αυτούς που διαλέγονται με τα πρόσωπα της μυθοπλασίας τους κυριολεκτικά παντού. Γράφω με όλα τα μέσα, πολύ με μολύβι και πέννα μελάνης, ενώ δουλεύω στα κομπιούτερς, με όλα τα προγράμματα γραφής και σελιδοποίησης λόγω Πανδώρας, και φυσικά γράφω μυθοπλασία απευθείας στην οθόνη. Έχω σημειωματάρια δίπλα στο μαξιλάρι μου και σε διάφορα σημεία του σπιτιού και του εργαστηρίου μου. Ακόμη, μπορεί να με δείτε να γράφω όρθιος σε πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου, στα χαρτάκια που κουβαλώ γι’ αυτό το σκοπό πάντοτε μαζί μου. Ξέρω πια να ξεχωρίζω πότε μια ιδέα είναι δυνατή και χρειάζεται άμεση καταγραφή. Νύχτα μέρα κουβαλάω στο μυαλό μου την εκάστοτε ιστορία που γράφω. Μια καλή σκηνή μπορεί να προκύψει οποτεδήποτε. Έτσι, έχω γράψει και γράφω παντού, οποιαδήποτε ώρα και δεν ξεχωρίζω τόπους διαμονής, αν είμαι σε διακοπές ή στο εργαστήριό μου, αν ταξιδεύω με αεροπλάνο, αυτοκίνητο ή τρένο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πρώτα, συλλαμβάνω έναν κεντρικό πυρήνα μιας ιδέας που αποτελεί και την λογοτεχνική μου Θέση / άποψη. Πάντοτε κάτι με ενδιαφέρει κυρίαρχα. Πιστεύω πως εάν ο συγγραφέας δεν μπορεί να εκφράσει σε μία σύντομη παράγραφο την Θέση του, για ένα μυθιστόρημα 300 ή και 700 σελίδων, τότε έχει αποτύχει. Δεν μπορείς να έχεις πολλαπλές και αλληλοαναιρούμενες θέσεις μέσα στο ίδιο κείμενο. Δεν μπορείς να έχεις φυγή ιδεών που δεν στοχεύουν πουθενά. Είναι αφελείς οι ατάλαντοι που νόμισαν πως μεταμοντερνισμός στη γραφή χρησιμεύει για συγκάλυψη ανυπαρξίας ταλέντου και τεχνικής. Η συρραφή εξωδιηγητικών στοιχείων και η συν – παράθεσή τους με αδύναμες αφηγηματικές γέφυρες δεν παράγουν αυτόματα λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Αφηγητής δεν γίνεσαι, γεννιέσαι, ενώ, και χωρίς τεχνική κατάρτιση και αυτεπίγνωση πάλι δεν μπορείς να πας μακριά…

Έτσι, ξεκινώ να γράφω πάντοτε με γνώμονα μια κεντρική ιδέα που την εμπλουτίζω συνθετικά. Συνήθως αποτυπώνω μια σπονδυλωτή διάταξη γεγονότων / κεφαλαίων αλλά ξέρω ανά πάσα στιγμή τι θέλω να κάνω με αυτά. Στην πορεία, οι διορθώσεις και οι ανακατατάξεις είναι συνεχείς και εξαντλητικές.

Γενικά, μ’ αρέσει να πειραματίζομαι σε μορφή και περιεχόμενο, με στόχο το πιο δυνατό κείμενο. Γράφω πεζογραφία κατ’ οικονομία, όπως θα έκανε ένας ποιητής. Και δεν εννοώ μόνο το διαβόητο πια «νόημα» μιας ιστορίας και την αφήγησή της, αλλά κυρίως τη γλώσσα και την τεχνική του κειμένου. Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, απογειώνει κυρίως ένα κείμενο είναι η δουλειά στο περιεχόμενο και σε γλώσσα, ποιητική και ποίηση που προβάλλει από τον πεζό λόγο. Αυτά είναι τα σημαντικά και όλα τα άλλα έπονται, ακόμη και το θέμα. Δεν υπάρχει καλό κείμενο χωρίς καλό συντακτικό, ροή, συνηχήσεις κ.λπ. Γιατί κάθε ιστορία, έννοια, λέξη, όλα, έχουν τα όριά τους. Δεν μπορείς να τραβάς τα πράγματα σα λάστιχο για να γεμίζεις σελίδες ή, δήθεν, να καταγγέλλεις με έναν αναίσθητο γλωσσικά λόγο. Η γλώσσα αποτελείται από μικρά σύνολα μορφών, σπονδύλους φθόγγων και ήχων που, σε ενδολεκτικό επίπεδο, παίζουν συγκεκριμένο όσο και καταλυτικό ρόλο.

Το ότι κάποιοι γράφουν ή εξακολουθούν να γράφουν «ευπώλητα» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά αυτό που σήμαινε και μια μπαγιάτικη εφημερίδα, δηλαδή, μία που εκδόθηκε πριν πολλές μέρες. Καθίσταται αδιάφορη λόγω παρέλευσης του εφήμερου.

Πασχίζω, λοιπόν, για την οργανικότητα και τη λογοτεχνικότητα (δυο αξεπέραστες έννοιες) στα κείμενά μου και, όπως λένε οι κριτικές που μου έχουν γίνει, αυτές με καθόριζαν από το ξεκίνημά μου. Οι ιδέες μου πάντοτε ξεκινούν από έναν καθαρά ποιητικό χώρο και, ανάλογα με τις ανάγκες του πεζού κειμένου μου, επεκτείνονται, αναπτύσσονται.
Συμπερασματικά, για να απαντήσω ακριβώς στη διατύπωση της ερώτησής σας, αλίμονο στον πεζογράφο που δεν «παγιδεύει» ή δεν εντοπίζει τις ιδέες του στον χώρο της ποίησης που θέλει να γίνει πεζογραφία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Επί 32 χρόνια, δηλαδή από το πρώτο μου βιβλίο, το 1977, μέχρι σήμερα ο βασικός χαρακτήρας στα βιβλία μου είναι ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Κατά καιρούς έχω δείξει προτίμηση στον ερωτευμένο άνθρωπο, ιδιαίτερα στις γυναίκες, αλλά και στους παραβατικούς χαρακτήρες, άντρες και γυναίκες. Μια άλλη κατηγορία χαρακτήρων μου, κυρίως σε διηγήματα, είναι αυτή των παιδιών.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Θα ήθελα να αναφερθώ στο πρώτο μου βιβλίο, ο Αλέξανδρος και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Πρόσπερος, 1977. Σ’ αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα αυτό που είπα πιο πάνω, δηλαδή, ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Η ίδια γραμμή υπάρχει και στο Μικρούτσικο δόντι, διηγήματα εκδόσεις Μπιλιέτο, 1997. Στο Το μαλλί της γριάς, διηγήματα, εκδ. Εκπαιδευτική Κοινότητα, 2000, το επίκεντρο είναι ο κόσμος των παιδιών ένας κόσμος τρυφερός, αλλά και σχεδόν πρωτόγονα σκληρός. Στο Κατακόκκινο …σχεδόν θηλυκό, διηγήματα, εκδόσεις Ίνδικτος, 2000, κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο με επικρατούσα τη μορφή του θηλυκού, της γυναίκας. Στα Δέκα ροκ κι ένα μπλουζ για τρεις, διηγήματα, Μεταίχμιο 2004, αναπτύσσονται ακραίες ιστορίες παραβατικών χαρακτήρων και σκληρές καταστάσεις γύρω από το έρωτα και το θάνατο.

Το τελευταίο μου βιβλίο, Καζαμπλάνκα καφέ, μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγκυρα, 2008, αποτελεί φαινομενικά μια ερωτική ιστορία που κινείται στο πεδίο της πάλης έρωτα και θανάτου, αλλά είναι φανερή η φιλοσοφική διάσταση του πράγματος που οδηγεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Αδικώ όμως μου τα βιβλία μου όταν μιλώ γι’ αυτά αναφέροντας μόνο τα θέματά τους, γιατί το κυρίαρχο ζήτημα σε όλα είναι η λογοτεχνικότητα, η γλώσσα, οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ακούω πολλά και, ως παλιός Ραδιοπειρατής, έχω τη δική μου ιστορία με το θέμα. Ροκ, λοιπόν κατ’ αρχήν, αλλά και Σόουλ μιούζικ, Τζαζ, από Θελόνιους Μονκ και μετά, Τζάνγκο Ράινχαρτ, καθώς και μια τεράστια συλλογή κλασικής μουσικής. Όλα, ανάλογα με τα φεγγάρια και το μεράκι του καιρού. Και φυσικά, πότε πότε και λαϊκά από Τσιτσάνη, Χιώτη, Καζαντζίδη μέχρι Σπύρο Ζαγοραίο, και Ευσταθίου. Το συναίσθημα αυτού που γράφω με καθορίζει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Απολαμβάνω την στοχευμένη και συστηματική ανάγνωση βιβλίων που με τροφοδοτούν με στοιχεία ή ερεθίσματα γι’ αυτό που γράφω κάθε φορά. Διαβάζω, λοιπόν, μεγάλο αριθμό σελίδων κάθε μέρα. Έτσι, τώρα ολοκληρώνω την ανάγνωση των δύο τελευταίων βιβλίων, από 28 μικρά και μεγάλα, που ξεκίνησα να διαβάζω εδώ και δύο χρόνια. Αφορούν στη Θεσσαλονίκη και τους Έλληνες Εβραίους συμπατριώτες μου, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από την πόλη και αφανίστηκαν στα κρεματόρια και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τι γράφετε τώρα;
Το ανέφερα νομίζω ήδη, έμμεσα. Ένα μυθιστόρημα που αφορά στην πατρίδα μου τη Θεσσαλονίκη και τους συμπατριώτες μου, κατά την κατοχή και μεταπολεμικά. Στην πιο δύσκολη, τουλάχιστον ηθικά, περίοδο του προηγούμενου αιώνα για την πόλη. Θέλω να ελπίζω πως το γράφω με έναν τρόπο που θα βγάλει ενδιαφέροντα πράγματα στην επιφάνεια τόσο από πλευράς λογοτεχνικής τεχνικής όσο και επώδυνα πραγματολογικά και ιστορικά στοιχεία. Πράγματα, που κατά τη γνώμη μου όσο τα αποκαλύπτουμε τόσο και αυξάνουν οι ελπίδες να γίνουμε καλύτεροι. Όλα αυτά όμως, δεν έχουν χαρακτήρα ιστορικής εργασίας, καταγγελτισμού ή στο να ξαναγραφεί η ιστορία. Αν και εξαντλώ κάθε στοιχείο από πλευρά ιστορικής και πραγματολογικής αξιοπιστίας. Τα πάντα, για μένα καταξιώνονται κυρίως όταν στηθούν αξιόπιστοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες και καταστάσεις, και η ποίηση του πεζογραφικού κειμένου ξεπεράσει τα γεγονότα ανανοηματοδοτώντας τα. Το ψεύδος της γραφής πρώτα είναι η κακή λογοτεχνία και αμέσως μετά το ιστορικό ψεύδος.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το μυθιστόρημα, Καζαμπλάνκα Καφέ, είναι το τελευταίο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε από της εκδόσεις Άγκυρα, τις τελευταίες ημέρες του 2008. Μέσα σε λίγους μήνες, που ήδη εξαντλείται η πρώτη έκδοσή του, έχει συγκεντρώσει περισσότερες από δέκα εκτεταμένες κριτικές που σχεδόν όλες υπάρχουν στο διαδίκτυο, ενώ γράφονται συνεχώς κι άλλες και ετοιμάζεται σχετικό αφιέρωμα σε γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό. Το βιβλίο αυτό, που έπαιξε τον ρόλο του στο να μου απονεμηθεί εφέτος, 2009, το Βραβείο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, παρουσιάστηκε σε τέσσερις εκδηλώσεις με διαφορετικούς ομιλητές σε Αθήνα, Χολαργό, Θεσσαλονίκη και σε λίγες μέρες, σε μία πέμπτη, στην Πάτρα. Στην Θεσσαλονίκη παρουσιάστηκε δύο φορές, και η μία έγινε στις 30.5.09, στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, σε εκδήλωση στην αίθουσα Γιάννη Ρίτσου.

Η κινητικότητα και η αποδοχή που συνάντησε αυτό το βιβλίο μου έχει για μένα ιδιαίτερη σημασία γιατί δεν έχω κάνει την παραμικρή παραχώρηση από πλευράς ποιότητας πεζού λόγου. Τέλος, θέλω να αναφέρω πως η υπόθεση του μυθιστορήματος δεν έχει χαρακτήρα κάποιας ιστορικής εντοπιότητας αλλά κινείται σε έναν διεθνή χώρο, από την Μεσόγειο στη Νέα Ζηλανδία, μέσω Ινδίας, Σουμάτρας κ.λπ. Αυτή, η σε πρώτο επίπεδο ερωτική ιστορία που κινείται ανάμεσα στη σύγκρουση του έρωτα και του θανάτου, είναι εμπλουτισμένη με χαρακτήρες και πρόσωπα πολλών εθνικοτήτων που με τη σειρά του δημιουργούν μια ποικιλία δραματικών καταστάσεων με απρόβλεπτο τέλος. Θεωρώ περιττό να αναφέρω ξανά πως η γλώσσα και η λογοτεχνικότητα είναι, για μένα, οι δύο ουσιαστικές πρωταγωνίστριες του βιβλίου μου.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

28
Ιον.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 25

Αγκουστίν Γκομέζ Άρκος, Το τυφλοπούλι, εκδ. Οδυσσέας, 1991, μτφ. Πόλυ Μηλιώρη, σ. 59 -60 (Agustin Gomez Arcos, L’ aveuglon, 1990)

Το τράνταγμα του λεωφορείου βάραινε τα βλέφαρα. Ο Μαρουέκος λαγοκοιμόταν. Έτσι, θολά, συλλογιζόταν τις αμέτρητες ερωτήσεις που έπρεπε να κάνει στο συγγενή του, τους διάφορους ανθρώπους που έπρεπε να συναντήσει, ώσπου να έρθει η μέρα που θα μπορεί να ξεκλειδώσει το νόημα των λέξεων και να συνθέσει όλες εκείνες τις εικόνες που οι τυφλές του κόρες του αρνούνταν. Είναι τόσο δύσκολο να φανταστείς τον κόσμο, όταν δε βλέπεις! Πώς να βρεις την έννοια αυτών των μυστηρίων – ανδρικό φύλο, ανοιχτές γυναικείες σάρκες, διακεκομμένο φως του φάρου, ορδές της κόλασης ­– στην αντανάκλαση, που στέλνει η αυγή μέσα από τον πυκνό σου καταρράκτη, στο νυχτερινό σκοτάδι που ’ναι βαθύτερο κι από την ίδια σου την τύφλα; Σκεφτόταν αδιάκοπα. Ή μήπως και ονειρευόταν; Πώς να ξέρει, πότε η σκέψη γίνεται όνειρο και πότε τ’ όνειρο γίνεται σκέψη;
Μια γυναίκα με τατουάζ στα χέρια του έβαλε ένα μπογαλάκι κάτω απ’ το κεφάλι του, να μην πιαστεί απ’ τα τραντάγματα. Μερικών ανθρώπων οι κινήσεις μιλούν γι’ αγάπη.

Στην Ελένη Γκίκα

26
Ιον.
09

Μπρούνο Αρπάια, Ο άγγελος της ιστορίας

Ο Μπρούνο Αρπάια (Οταβιάνο, Νάπολη, 1957) εκτός από συγγραφέας, είναι δημοσιογράφος, σύμβουλος εκδόσεων και μεταφραστής ισπανόφωνης λογοτεχνίας. To θέμα του Αγγέλου της ιστορίας είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο: πρόκειται για την ένταξη δυο διαφορετικών προσωπικών ιστοριών κάτω από το ίδιο μυθιστορηματικό σύμπαν. Η πρώτη αφορά τα τελευταία και πιο δύσκολα χρόνια της ζωής του Βάλτερ Μπένγιαμιν, αυτού του κορυφαίου Εβραίου Γερμανού διανοητή του εικοστού αιώνα, ενώ η δεύτερη μια εξίσου σκληρή περίοδο στη ζωή ενός απλού πολεμιστή του ισπανικού εμφύλιου την ίδια εποχή, του Λαουρεάνο Μαόγιο.

Ο Αρπάια χρησιμοποιεί το γνωστό εύρημα των δύο παράλληλων αφηγήσεων που εναλλάσσονται συνήθως ανά κεφάλαιο και έχουν διαφορετικό αφηγητή: η ζωή του Μπένγιαμιν εξιστορείται σε τρίτο πρόσωπο, με όλα τα στοιχεία μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας, ενώ εκείνη του Λαουρεάνο ενδύεται τη μορφή μιας πιο άμεσης και προφορικής διήγησης του ιδίου σε κάποιο πρόσωπο που τον επισκέπτεται στο Μεξικό, όπου πλέον ζει εξόριστος. Αμφότερες οι ιστορίες εντάσσονται στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο και στις συγκλονιστικές συγκυρίες μιας ταραγμένης εποχής και περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία μιας τοιχογραφίας εκείνης της περιόδου, (από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέχρι τον μικρόκοσμο των δυο αυτών προσώπων).

Εδώ έχουμε λοιπόν το πρώτο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος: την παράλληλη μυθοπλαστική διαπραγμάτευση της δραματικής πορείας αυτών των δύο τόσο διαφορετικών προσωπικοτήτων, το ένα από τα οποία αποτελεί μια εμβληματική μορφή των γραμμάτων και όχι μόνο, πορείας που στην ουσία ήταν μια κοινή διαδρομή με διαφορετική αφετηρία, μορφή εξορίας και κατάληξη σε τερματικό σταθμό που τους οδήγησε η ίδια η Ιστορία.

Από την μία ο Μπένγιαμιν: Στα επτά χρόνια της αυτοεξορίας του μεταξύ Παρισιού, Ίμπιζας, Σαν Ρέμο και Σβένμποργκ, έχοντας αφήσει την αγαπημένη του βιβλιοθήκη στη Γερμανία, καλείται σε πρώτη φάση να αντιμετωπίσει «τις εφόδους των συνηθειών και της νοσταλγίας, την αίσθηση του αποκλεισμού και την καταδίκη σε ατέλειωτη αναμονή», καλείται στην ουσία να αλλάξει την ίδια του την ταυτότητα και να δημιουργήσει μια άλλη που θα του σώσει την ζωή. Το μοναδικό μέρος όπου ο αισθάνεται ασφαλής, σαν να βρίσκεται στο σπίτι του, είναι η θέση του στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, δουλεύοντας πάνω στο βιβλίο του, η ολοκλήρωση του οποίου, όπως έγραψε στον Αντόρνο, ήταν ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον πόλεμο.

Ακολουθεί τη ζωή χωλαίνοντας, αντιμετωπίζοντας καθημερινά προβλήματα υγείας και ανέχειας και αισθάνεται ένα βαρύ φορτίο κούρασης από τα τεχνάσματα που έχει επινοήσει για να μπορεί να επιβιώνει. Λες και οι «συγκυρίες» της ύπαρξής του όρμησαν συλλήβδην και τον ρήμαξαν, λες και οι αστερισμοί που την συγκρατούσαν, τοποθετήθηκαν με απόλυτη συμμετρία κατά μήκος μιας δυσοίωνης διάταξης.(σ. 29) Αδυνατεί να συνυπάρξει με τους ανθρώπους του κύκλου του (Χάνα Άρεντ, Άρθουρ Καίστλερ, Πιέρ Κλοσόφσκι, Ζωρζ Μπατάιγ και πολλοί άλλοι) σε σημείο να απορεί ο Αντόρνο πώς είναι δυνατό «να αποκηρύσσει τον αποχωρισμό και παρ’ όλα αυτά να μένει απόμακρος και αποκομμένος». Πιθανώς επειδή αυτό είναι ένα ακόμα από τα πλήγματα της εξορίας: γιατί αναγκάζει τον καθένα να ακολουθήσει τα μονοπάτια της προσωπικής του διασποράς, συντρίβει κάθε απόπειρα συλλογικής δράσης. (σ. 40)

Από την άλλη πλευρά ο Λαουρεάνο: Συμμετέχει στον ισπανικό εμφύλιο από την πλευρά των Δημοκρατών επειδή πιστεύει πως το να μη συμμετέχεις ενεργά στα γεγονότα, είναι η καταδίκη των δειλών και των μετρίων. Ερωτοτροπεί και αργότερα ερωτεύεται όχι μόνο για να ξεγελάσει τον θάνατο, όπως συνέβαινε σε παρόμοιες περιστάσεις, αλλά και ως στάση ζωής ενός ενθουσιώδους νέου που επιθυμεί να βιώσει όλες τις πλευρές της νεότητάς. Έτσι αυτοί οι δυο αντιστικτικά διαφορετικοί χαρακτήρες είναι θύματα της ίδιας ιστορικής συγκυρίας. Αμφότεροι θεωρούνται μολυσματικοί και ανεπιθύμητοι στη χώρα όπου βρίσκονται και προσπαθούν να σταθούν όρθιοι απέναντι στη αίσθηση του αργού θανάτου, όπως παρομοιάζουν την κατάστασή τους, μια κατάσταση πραγματικού και ψυχολογικού τράνζιτο, για να θυμηθούμε και το φερώνυμο μυθιστόρημα της Άννα Ζέγκερς. Κάθε άλλη ομοιότητα μεταξύ τους σταματά εδώ.
Ο Αρπάια κατορθώνει να οργανώσει άψογα το ετερόκλητο και ατίθασο αυτό υλικό. Το κατανέμει σε σχετικά σύντομα κεφάλαια μελετημένης κλιμάκωσης των εσωτερικών συναισθημάτων αλλά και της εξωτερικής δράσης. Εμποτίζει τις ρεαλιστικές του περιγραφές με στοιχεία βιογραφίας, ιστορικού χρονικού αλλά και λογοτεχνικότητας, συνδυάζοντας βεβαίως αληθινά και μυθοπλαστικά γεγονότα.

Ήδη από την αρχή της αφήγησης αντιλαμβανόμαστε πως αυτοί οι τόσο διαφορετικοί, αλλά αρχετυπικοί χαρακτήρες θα συναντηθούν. Πριν όμως από την μοιραία και προοικονομηθείσα διασταύρωση των κόσμων που αντιπροσωπεύουν, έχουν αμφότεροι αισθανθεί πως η ιστορία τους έσπρωχνε μπροστά, σαν την ατμομηχανή που οδηγεί το τρένο. Και οι δύο ένιωθαν «τον χρόνο να τους αφαιρεί μέρες από την τσέπη», σαν κλέφτης και αναρωτιούνταν: πώς και πότε αντιλαμβάνεται κανείς πως είναι η ώρα να φύγει; Ο Μπένγιαμιν επί πολλούς μήνες τηρεί στάση αναμονής, αφήνοντας τον «άγγελο της ιστορίας» να ορίσει τα βήματά του – ίσως γι’ αυτό είχε πάντα μαζί του έναν και μοναδικό πίνακα που κατάφερε να διασώσει, τον Angelus Novus του Κλέε, το μυστικό του έμβλημα.

Αν ο Μπένγιαμιν αντιπροσωπεύει το πνεύμα και τον λόγο, ο Λαουρεάνο προτάσσει την αποφασιστικότητα και την πράξη. Ποια είναι άραγε η απάντηση ανάμεσα στο δίλημμα (απόλυτη) σκέψη ή (απόλυτη) δράση; Κατά μια ιδιόμορφη σύμπτωση που συμβαίνει μόνο στον θαυμαστό κόσμο της λογοτεχνίας ο ίδιος ο Μπένγιαμιν στον Μονόδρομο, έγραφε: Αποτελεσματική λογοτεχνική έκφραση προκύπτει μόνο από την αυστηρή εναλλαγή πράξης και γραφής. Μένει να αναρωτηθούμε εμείς αν το ίδιο ισχύει και για τη ζωή.

Συντεταγμένες: εκδ. Ίνδικτος 2008, μτφ. Χρύσα Κακατσάκη, σελ. 377. (Bruno Arpaia, L’ angelo della storia, 2001).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 18, καλοκαίρι 2009. Στις φωτογραφίες: ο βιογραφούμενος, ο πίνακας του Κλέε και ο βιογράφος.

24
Ιον.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 7. Χρήστος Χρυσόπουλος

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Όσο περνάει ο καιρός όλο και περισσότερο δυσκολεύομαι να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση με αμεσότητα και δίχως παρενθέσεις. Παίρνω αφορμή από το γεγονός ότι ετούτες τις μέρες αποφάσισα να «καθαρίσω» τη βιβλιοθήκη μου (προσπαθώντας να πλησιάσω εκείνον τον ανέφικτο στόχο, να ζήσω με τα ελάχιστα απαραίτητα βιβλία). Διαπίστωσα, λοιπόν, ότι υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που αρνήθηκα να τους «εκκαθαρίσω» μολονότι δεν τους χρειάζομαι πια. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια λίστα «αγαπημένων»: εκείνοι που κάποτε σε βοήθησαν, και τώρα πλέον εσύ τους επιστρέφεις τη φιλοφρόνηση συνεχίζοντας να τους φιλοξενείς: Χαρμς, Πλατόνοφ, Μπόρχες, Γκίλμπερτ Σορρεντίνο, Γιώργος Ιωάννου, Ε. Ροΐδης, Δ. Δημητριάδης, Δ. Χατζής, Ν. Καχτίστης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Γ. Μπεράτης, Χ. Μέλβιλ, Μπάμπελ, Μπατάιγ, Χράμπαλ, Καπότε, Λόντον, Στήβενσον, Μπρόντσκι, Γ. Στήβενς, Κάμμινγκς, Λ. Κάρολ, Καλβίνο, Κενώ, Περέκ… και πολλοί ακόμα. Πρόσφατα και η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.
Εδώ υπάρχει πιο σαφής απάντηση
1. «Tractatus logicophilosophicus», Λούντβιχ Βιντγκενστάιν
2. «Μυθοπλασίες», Χόρχε Λουίς Μπόρχες
3. «Η ανατομία της μελαγχολίας», Ρόμπερτ Μπέρτον
4. «Kotlovan», Αντρέι Πλατόνοβ
5. «Πάπισσα Ιωάννα», Εμμανουήλ Ροΐδης
6. «How to do things with words», Τζ. Όστιν
7. «Από το στόμα της παλιάς Remington», Γιάννης Πάνου
8. «Incidences», Ντανιίλ Χάρμς
9. «Εξομολογήσεις ενός οπιοφάγου», Τόμας ντε Κουίνσι
10. «Studies in the way of words», Paul Grice

Αγαπημένο σας διήγημα.
«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς», Χ. Μέλβιλ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Στην πραγματικότητα, αντιτίθεμαι στην ίδια την προϋπόθεση της «επιβίωσης» του λογοτεχνικού χαρακτήρα. Κι αυτό, γιατί αντιλαμβάνομαι τη γραφή του μυθιστορήματος ως μια βίαιη και μεθοδευμένη πράξη απώθησης. Αυτό που πρεσβεύω, στα όρια του αυστηρώς προσωπικού, είναι ότι οι ήρωες του βιβλίου οικοδομούνται ακριβώς με την επιδίωξη και την ελπίδα ότι θα εξοριστούν οριστικά στις λέξεις του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας έχει αυτόν τον σκοπό: να ξεμπερδεύει μια και καλή μαζί τους, και όχι -όπως λέγεται- να τους «καταστήσει αθάνατους».

plasy14_bΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ναι. Η πιο ελκυστική ανάμνηση: οι δύο μήνες ολοκλήρωσης του «Μανικουρίστα», στο Σιστεριανό μοναστήρι Klaster Plasy στο Plasy της Τσεχίας [φωτ.]. Πρόκειται για ένα μπαρόκ αριστούργημα του αρχιτέκτονα Giovanni Battista Santini. Χαμένο στο δάσος. Επειδή το έδαφος είναι ελώδες, έχει χτιστεί πάνω σε τεράστιους πασσάλους μπηγμένους στη λάσπη. Η κεντρική ελικοειδής κλίμακα του κτίσματος ανοίγεται στη βάση της σε μια εσωτερική λίμνη στάσιμου σκουροπράσινου νερού. Όταν έχει ησυχία ακούς ένα διαρκές μουρμουρητό του βάλτου μέσα στους διαδρόμους και τις αίθουσες. Η υγρασία είναι απίστευτη.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Δεν μπορώ να αποκριθώ σε αυτή τη διατύπωση. Η ίδια η διερώτηση, χρειάστηκε ένα ολόκληρο βιβλίο («Το γλωσσικό κουτί») για να γίνει αντιληπτή. Έχεις διαβάσει τον Auden; «Είναι εύκολο να κάνεις ερωτήσεις που είναι αδύνατον να απαντηθούν». Γνωρίζω με ακρίβεια μόνο τις συνθήκες – όχι την εκάστοτε εκπλήρωση της μέθοδου: Η ησυχία, να μην υπάρχει γύρω σου τίποτα ενοχλητικό. Να μη σκέφτεσαι τίποτα. Να μην αισθάνεσαι το σώμα σου. Αυτά είναι τα απαραίτητα. Όταν αρχίζουμε να μαθαίνουμε μια δεξιότητα (και η συγγραφή είναι ακριβώς μια δεξιότητα), η εκτέλεση είναι επιφορτισμένη με ένα αντιφατικό φορτίο που έχει ταυτόχρονα μεγάλο μερίδιο αμφιβολίας και ελέγχου. Για να χρησιμοποιήσουμε μια ενοχλητική αναλογία: ο αρχάριος συγγραφέας είναι σαν τον άπειρο μάγειρα που προσπαθεί να ακολουθήσει μια περίπλοκη συνταγή. Διαβάζει κάθε γραμμή ως εντολή. Μόνο που στην περίπτωση της λογοτεχνίας δεν υπάρχει καν ρητή συνταγή για την εκμάθηση της συγγραφής και ο αρχάριος συγγραφέας πρέπει σιγά σιγά να την εφεύρει. Δηλαδή πρέπει να ανακαλύψει με δοκιμές τι ακριβώς πρέπει να κάνει. Πρόκειται για μια μαθητεία στη γραφή. Από εδώ και πέρα, και για όσους επιμείνουν αρκετά και αντέχουν να γυρίσουν την πλάτη στη γοητεία της επιβράβευσης, ο συγγραφέας επιστρέφει σε αυτό που κάνει όταν γράφει, για να κοιτάξει πλέον τον εαυτό του ως «κάτι που βλέπεται» και όχι ως «αυτό που βλέπει». Έτσι χάνεται η «αθωότητα». Η λογοτεχνία δεν έχει πια την υπόσταση υποκειμένου αλλά αναγνωρίζεται ως τεχνούργημα.

 Σχετικά με το προηγούμενο βιβλίο σας.
«Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», Καστανιώτης, 2008. Κεντρικό πρόσωπο στο βιβλίο είναι η Αμερικανίδα ποιήτρια Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον. Ο χρόνος είναι συμβατικά μια μέρα του Απριλίου του 1929, και τόπος το Χάμερσμιθ του Λονδίνου, όπου η Τζάκσον επιχείρησε να βάλει τέλος στη ζωή της από κοινού με τον εραστή της, τον Άγγλο ποιητή Ρόμπερτ Γκρέηβς. Εντούτοις, το ουσιαστικό θέμα του μυθιστορήματος είναι η ίδια η ποίηση, η ταυτότητα του συγγραφέα, η επιδίωξη και η φιλοδοξία που γεννούνται από τη γραφή. Συνδυάζοντας ποικίλους τρόπους γραφής (μυθοπλασία, ποίηση, δοκίμιο, βιογραφία, ημερολόγιο, φωτογραφίες, σημειώσεις, κ.ά.), το βιβλίο παρουσιάζει μια μεταμοντέρνα, θραυσματική ερμηνεία για την ιδιότητα του δημιουργού και τη διαπλοκή της τέχνης με τη ζωή.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς» του Χ. Μέλβιλ, για το credo που επαναλαμβάνει διαρκώς και σε κάθε περίσταση: «I’d rather not».

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Επιλέγω τα τρία τελευταία επειδή ορίζουν μια διαδοχή. Δεν μιλώ για τριλογία, αλλά μάλλον για μια γενεαλογία που ολοκληρώνει έναν προβληματισμό.

Η ΛΟΝΔΡΕΖΙΚΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ ΤΖΑΚΣΟΝ, Καστανιώτης 2008
Την ημέρα του θανάτου της ποιήτριας Λώρας Τζάκσον, το 1991, οι Times του Λονδίνου δημοσίευσαν την ακόλουθη νεκρολογία: «Η Λώρα Ράιντινγκ Τζάκσον ήταν μια τραγική φιγούρα και από τις πιο προικισμένες γυναίκες αυτού του αιώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λογοτεχνική κριτική και η Iστορία θα πρέπει να αναμετρηθούν με το μοναδικό της επίτευγμα». Η ζωή της Λώρας Τζάκσον ήταν μια σειρά από ρήξεις που κομμάτιασαν βάναυσα τη βιογραφία της με απανωτές μαχαιριές. Έφυγε από τη Νέα Υόρκη για να ζήσει στην Ευρώπη· δημιούργησε έναν μακροχρόνιο, παράνομο, ερωτικό δεσμό με τον ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς· η σχέση τους τερματίστηκε απότομα, με μια διπλή απόπειρα αυτοκτονίας, κάποια λονδρέζικη μέρα του 1929. Tο 1940 ήρθε η επόμενη μαχαιριά, όταν η ποιήτρια απαρνήθηκε την τέχνη της, συντάσσοντας την πιο διάσημη αποκήρυξη στην Iστορία της ποίησης. Ύστερα αποσύρθηκε στη σιωπή, βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα ράντσο στη Φλόριντα, και αφιέρωσε τα επόμενα τριάντα χρόνια της ζωής της σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση. Η Λώρα ζούσε κάθε στιγμή με μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της. Λες και φοβόταν να αντικρίσει το οριστικό πρόσωπο της ύπαρξής της. Κάθε στιγμή η Λώρα Τζάκσον γινόταν μια «άλλη» Λώρα. Αυτή είναι μία από τις ιστορίες της. Ή ίσως η ιστορία της πιο βαθιάς μαχαιριάς.

 ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΚΟΥΤΙ, Καστανιώτης 2006
Το Γλωσσικό κουτί προσκαλεί σε μια συνάντηση για να συζητήσουμε τα προβλήματα της γραφής. Είναι, με άλλα λόγια, ένας «κοινός τόπος», ένα σχήμα σύμφωνα με το οποίο τοποθετούνται τα επί μέρους ερωτήματα υ αφορούν στο λογοτεχνικό έργο, στον συγγραφέα και στην εργασία του.
Μέσα στο Γλωσσικό κουτί υπάρχει ένα πολυσθενές δοκίμιο που ισορροπεί ανάμεσα στην κριτική και στη συγγραφική θεωρία, χωρίς να συντάσσεται πλήρως με καμία πλευρά. Δεν προσεγγίζει τα λογοτεχνικά κείμενα «από έξω», ούτε όμως μυθολογεί τη γραφή αποκαλύπτοντας μια εσωτερική μυστικιστική διεργασία. Το Γλωσσικό κουτί είναι μόνο ένα λεπτό εργαλείο για να επισκοπήσουμε τη δημιουργία. Ένας πρόθυμος συνομιλητής για όσους ψάχνουν κάποιον δρόμο στην αχαρτογράφητη επικράτεια της γραφής.

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, Καστανιώτης 2005
Tο Φανταστικό μουσείο είναι ο κήπος της μνήμης. Ο κήπος της οικείωσης και της γραφής. Μέσα εκεί εκτυλίσσονται οι ζωές των συγγραφέων. Στο Φανταστικό μουσείο εισέρχονται όσοι επιλέγουν στη ζωή τους το τέχνασμα της λογοτεχνίας και πλέον δεν επιζητούν την αλήθεια, ούτε καν την αληθοφάνεια, αλλά την εκπλήρωση μιας πρόφασης που θα τους επιτρέψει να συνεχίσουν να δημιουργούν. Στο Φανταστικό μουσείο υπάρχει ένα και μοναδικό έκθεμα: κάποιος συγγραφέας. Ένα ομιχλώδες πρόσωπο που όμως εξακολουθεί να ζει χιλιάδες εκδοχές της ίδιας ζωής. Εμπειρίκος, Μπόρχες, Χαρμς, Ροΐδης, Έσσε, Περέκ, Μπεράτης, Σουλτς, Πεσόα, Τσβετάγιεβα. Το Φανταστικό μουσείο είναι μια παραδειγματική συλλογή, παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα. Ένα πλάγιο κοίταγμα στη στάση του ανθρώπου εκείνου που πασχίζει να διασώσει τον λόγο. Αν και γνωρίζει πως μια αμείλικτη δεισιδαιμονία επιμένει ότι στο τέλος όλα χάνονται.

saint-john-coltrane-the-sound-baptist-mark-dukesΕπιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Γράφω και διαβάζω δίχως μουσική. Αυτό τον καιρό ακούω: Bill Evans (Conversations With Myself), Alfred Schnittke (Psalms of Repentance), Jon Leifs (String Quartets). Ακούω διαρκώς: John Coltrane (Blue train).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; Richard Jackson, Acts of Mind: Conversations with Contemporary Poets, University of Alabama Press, 1983.
Τι γράφετε τώρα;
Μόνο σημειώσεις για κάτι μελλοντικό.
Έχετε γράψει κείμενα για την λογοτεχνία και την γραφή γενικότερα. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της ποιο θα επιλέγατε;
Κατά κάποιο τρόπο το έκανα ήδη με την Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον στην «Λονδρέζικη μέρα», αλλά με έναν τρόπο ίσως πιο περίπλοκο από μια άμεση βιογραφία/μελέτη.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Ναι, στην έξοδο του βιβλίου:

6.1.
Ο μεγαλύτερος φόβος της Λώρας (Ράιντινγκ) Τζάκσον ήταν η διάψευση της φιλοδοξίας να διατυπώσει κάτι «αληθινό» με την τέχνη της. Την τρομοκρατούσε το ενδεχόμενο ότι αυτή η επιθυμία, που με τόση ένταση και πείσμα όρισε τη ζωή της ως το τέλος, τελικά θα αποδεικνυόταν μια χίμαιρα. Ακόμα και προτού απαρνηθεί την ποίηση, διαισθανόταν ότι αποτύγχανε σε κάτι βαθύτερο από τη λογοτεχνία: δεν θα κατάφερνε ποτέ να ελέγξει την πλοκή της ίδιας της βιογραφίας της.

Το μεσημέρι της 2ας Σεπτεμβρίου 1991 η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στο νοσοκομείο Humana της πόλης Σεμπαστιέν, στη Φλόριντα. Η τέφρα της μεταφέρθηκε στο Γουαμπάσο και η εξόδιος ακολουθία εψάλη στο ράντσο όπου έζησε από το 1941. Ο τάφος της σκάφτηκε στην έρημο, δίπλα στις γραμμές του τρένου. Εκείνη τη Δευτέρα το βιβλίο συλλυπητηρίων έκλεισε με τριάντα υπογραφές φίλων και γειτόνων.
λώραΠάνω από τον τάφο και κάτω από έναν αβάσταχτο ήλιο, μέσα σε λίγες στιγμές που αψήφησαν τον χρόνο και την αιωνιότητα, διαβάστηκε η τελευταία στροφή ενός πρωτόλειου ποιήματος της Λώρας (Ράιντινγκ) Τζάκσον.
Αυτήν τη φορά σημείωνε τον θάνατο της ποιήτριας.

«Μετρήστε με με τον εαυτό μου
Και όχι με τον χρόνο, με την αγάπη
Ή την ομορφιά. Δώστε μου ετούτη την τελευταία χάρη:
Να μπορώ να είμαι στη χαμηλή επιτύμβια πλάκα μου
Μόνη εγώ, ενέχυρο του εαυτού μου.
Ν’ αποδείξω ότι δεν υπήρξα απολύτως τίποτα».[1]

[…]

 6.2.
Εδώ αποφασίζω να σταματήσω. Γράφω τη λέξη «Τέλος» κι αυτό σημαίνει ότι επιλέγω να απομακρυνθώ. Όχι ότι έχω τελειώσει…
[«Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», σελίδα 201-2 και 205]

Ταξιδεύετε ανά τον κόσμο, γνωρίζοντας συγγραφείς και μοιραζόμενος σε κοινές συνθήκες συμβίωσης και γραφής. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία;

Να ταξιδεύεις, να γνωρίζεις καινούρια πρόσωπα και πράγματα, να διατηρείς έναν αντισυμβατικό τρόπο ζωής, να εκτίθεσαι στην ανοίκεια άποψη – να τι προσφέρουν τα ταξίδια σε έναν συγγραφέα.

[1] Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον, Dimensions, πρώτη εκδοχή, 1918.

Δημοσίευση και εδώ. Οι φωτογραφίες 2 και 4 επιλέχθηκαν από τον συγγραφέα και σε άμεση συνάρτηση με τα παραπλεύρως λεγόμενα. Η 3η εκλάπη από την ιστοσελίδα του.

23
Ιον.
09

John Frusciante – The Empyrean (Record Collection, 2009)

 

Το Song to the Siren του Tim Buckley αποτελεί ένα εκ των ανυπέρβλητων τραγουδιών που γράφτηκαν ποτέ. Δεν το πειράζεις το τραγούδι αυτό, δεν το αγγίζεις, δεν τολμάς να το διασκευάσεις, μόνο εισχωρείς. Εντούτοις μια εξαίρεση συνέβη το 1983, με την ερμηνεία της Liz Fraser των Cocteau Twins, σ’ εκείνον τον θεόσταλτο πρώτο διασκευαστικό δίσκο των This Mortal Coil, It’ll end in tears. Ο John Frusciante τόλμησε φέτος την δεύτερη αποδεκτή εξαίρεση. Πιθανώς την δικαιούται, έχοντας περάσει δια πυρών και αβύσσων. Φυσικά έχουν περάσει πυρκαγιές και θεομηνίες από την εποχή που εύφλεκτος 18άρης εισήλθε στο σύμπαν των Red Hot Chilli Peppers, ξεβράστηκε από την δίνη τους το 1992 και επέστρεψε άλλος και διαφορετικός στην δεύτερή τους ζωή, έχοντας βρει μεγαλύτερη λύτρωση στη ζωγραφική παρά στην ηρωίνη.

Όμως οι προσωπικές του κυκλοφορίες είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία – και πολύ πιο ενδιαφέρουσα από εκείνη των Peppers (και δεν μιλάω για τους έξι συνεχόμενους δίσκους του 2004). Αν ο Frusciante είναι πεπεισμένος για τις θεραπευτικές λειτουργίες της ζωγραφικής, στον δέκατο δίσκο του παρουσιάζει την νέα του προσωπική ηχοκοσμογονία: απρόβλεπτα ηχητικά τοπία, ψυχεδελισμούς, υπερβολές, κιθαρίσματα, λούπες, εύκολες 60ς ποπ, τεχνορόκ διαπλατύνσεις, ύπουλες ξαφνικές στροφές.

Πραγματικές εκλάμψεις εδώ, εκτός από την Σειρήνα, το θρηνητικό μαύρο διαμάντι After the ending, το Central, όπου η αμυδρή χροιά του Peter Hammill εκβάλλει σε ένα οργιώδες ξέσπασμα αντεστραμμένων Peppers, και το μαγικό, αρχικώς σπαράσσον Dark/Light, που διαγράφει την τροχιά του από τους αρτ προγκρεσιβισμούς του Kevin Ayers σε μια α λα Parliament γκοσπελική σόουλ. Κατά τα άλλα βέβαια οι επισκέψεις στις απαγορευμένες επικράτειες του Syd Barrett και του Sky Saxon συνεχίζονται.

Συνηθισμένος στη δισκογράφηση concept ιδεών, ο Frusciante συνδέει στο Empyrean το θέμα της καθόδου στην οποιαδήποτε άβυσσο πριν την αντίστοιχη άνοδο και τον όρο του τίτλου (που χρησιμοποίησαν οι Δάντης, Μίλτον και Κητς για την απόδοση του υψηλότερου δυνατού σημείου στον ουρανό) με τον κεντρικό του alter – hero, ένα πρόσωπο που αποτελείται από δυο χαρακτήρες. Σημειώσεις για τον δίσκο, όπου συμμετέχουν οι Flea, Johnny Marr, Sonus Quartet, Josh Freese, New Dimension Singers και ηχογραφήθηκε από τα τέλη του 2006 ως τις αρχές του 2008, διαβάστε στο http://www.johnfrusciante.com/.

Στα πολύ βαθιά νερά, για άλλη μια φορά.

22
Ιον.
09

Μιχάλης Παπαμακάριος – Φυσάει κόντρα. Μουσική Αντίσταση στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης και του πολέμου

 

Ήταν τέλη του 2002 όταν κυκλοφόρησε το διπλό The fire this time, μια πρώτη οργανωμένη δισκογράφηση για το Ιράκ του 2003, συνδυάζοντας σημαντικά ηλεκτρονικά ονόματα με τα ηχητικά ντοκουμέντα της τραγικής συγκυρίας (από διηγήσεις της ιστορίας της χώρας μέχρι ηχογραφήσεις από τα πεδία των μαχών και εξομολογήσεις θυμάτων). Από μια άποψη, ήταν η πρώτη μιας σειράς εξαιρετικών συλλογών που δημιουργούσαν το υπόβαθρο μιας νέας πολιτικής μουσικής σκηνής. Ορισμένες από αυτές τις αχανείς αλλά και ναρκοθετημένες (με πολλές παγίδες) περιοχές του σύγχρονου ροκ εντ ρολλ εξερευνά εδώ ο συγγραφέας (γεν. 1968, συνεργ. σε Δίφωνο και ΠΡΙΝ), επικεντρώνοντας κυρίως στην νέα χιλιετία.

Ειδικά κεφάλαια αφιερώνονται στη γενικότερη χρονική πορεία του πολιτικού τραγουδιού από το Γούντστοκ του 1968 στο Σιάτλ του 1999 και την Γένοβα 2001 (με έμφαση στην δεκαετία του ’90 κι έπειτα), στους Mano Negra και Manu Chao και στην πληθώρα των κινήσεων ενάντια στον «ηλίθιο Αμερικανό» Μπους. Ξαναθυμόμαστε την επανασύνδεση της Liberation Music Orchestra υπό τους Charlie Haden και Carla Bley για το free jazz πολιτικό μανιφέστο του Not in Our Name ή τους Punk Voters με τους παλιόφιλους Jello Biafra και Bad Religion αλλά και τη γνωστή συνέχεια: Future Soundtrack of America, Vote for a Change, Rock Against Bush, Fahrenheit 9/11, το μαζικό ρεύμα νέων ντοκιμαντεριστών που εκβλάστησε, Hip Hop Summit Action Network κ.λπ. Σκιαγραφούνται ακόμα, οι μορφές του σύγχρονου αντιπολεμικού τραγουδιού, με μερικές από τις σημαντικότερες συναυλιακές συναθροίσεις, φεστιβάλ, καμπάνιες, κινήσεις (Not In Our Name, Stop the War Coalition κ.ο.κ.), οι πιο απροκάλυπτες προσπάθειες λογοκρισίας, και ο αντίκτυπος των παραπάνω στον ελληνικό χώρο, από τους Δεθελοντές στο low bap.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται σε συγκεκριμένα ονόματα, με αναφορές στους κυριότερους σχετικούς σταθμούς της πορείας τους: Rage Against the Machine, Chumbawamba, Billy Bragg, Fermin Muguruza (που, μην ξεχνάμε, πως γράφει και τραγουδά στην euskera, τη γλώσσα των Βάσκων), Banda Bassotti, Asian Dub Foundation, FunDaMental, Ska-P, The (International) Noise Conspiracy, Michael Franti (Beatnigs, The Disposable Heroes of Hyphopricy, Spearhead), Rachid Taha (ως κορυφαίος εκπρόσωπος του punk rai), The Dope Poet Society, Dead Prez, System of a Down, Ojos de Brujo, Up, Bustle and Out, Zebda, Los de Abajo, Radio 4, Manic Street Preachers, Godspeed You Black Emperor!, Deus Ex Machina, Active Member. Τέλος, προτείνονται 87 δίσκοι που χαρακτηρίζονται κοινωνικοπολιτικά «μανιφέστα» και οι οποίοι προέρχονται από τα παραπάνω ονόματα και όχι μόνο (Thievery Corporation, Zona Marginal, Motives, ΝΤΜ, Senser, Θανάσης Γκαϊφύλλιας κ.ά.) και, στο τέλος, σχετικές διαδικτυακές διευθύνσεις.

Ίσως κάποια ονόματα (όπως η Crass Records, η Alternative Tentacles, οι Specials) που προκάλεσαν κύμα αφύπνισης στην δύσκολη δεκαετία του ’80 θα άξιζε να αναφερθούν έστω και εν τάχει, αλλά σε μια νέα έκδοση οπωσδήποτε θα πρότεινα μια θέση στον Robert Wyatt που από τότε μέχρι σήμερα εξακολουθεί να συνθέτει σκληρές πολιτικές νότες. Το θέμα σαφώς είναι αχανές και πολυπλόκαμο, όμως εδώ παρουσιάζεται μια πλήρης μαζική εικόνα του σήμερα, με πλήθος ιστοριών, στοιχείων και φωτογραφιών (ζαβολιάρηδες, επτά με τους Active Member;). Και έχουμε συν τοις άλλοις και το ισχυρό σοκ της κυκλοφορίας ενός μουσικού βιβλίου που αφορά το σήμερα κι όχι τα 60ς, τα 70ς ή τα 80ς. Έπρεπε να το καθυστερήσουν, να βγει είκοσι χρόνια μετά, γιατί εδώ εκδοτικώς μόλις αρχίσαμε να ασχολούμαστε με τους Sex Pistols και τους Cure.

Οι Todos Tus Muertos επιλέγουν το πιο σκοτεινό όνομα για να θυμόμαστε Όλους Τους Νεκρούς της Αργεντινής του Βιντέλα, η μπάντα του Manu Chao στέκεται προσοχή σεβασμού καθώς ακούγεται ο λόγος του Marcos πίσω από ένα οργανικό Mentira, ο ίδιος αρνείται να ακουστεί το Me gustas tu στο ελληνικό Big Brother, οι Radio Bemba ζουν και οργανώνουν συναυλίες στις αυτόχθονες κοινότητες των ιθαγενών στην Τσιάπας, σε όλο και περισσότερα μέρη έχει αρχίσει να φυσάει Φυσάει Κόντρα και κάπως έτσι ανοίγουν κι αυτές οι σελίδες.

Εκδόσεις ΚΨΜ, [Σειρά: Ακραία Πολιτιστικά Φαινόμενα], 2006, σελ. 287. Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες: Ojos de Brujo, Billy Bragg.

 

21
Ιον.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 24

 

Κάρσον ΜακΚάλερς, Ανταύγειες σε χρυσό μάτι, εκδ. Γράμματα, 1982, μτφ. Έφη Φρυδά, σελ.80 – 81 (Carson McCullers, Reflections in a golden eye, 1941).

Και τότε έχοντας πια παραιτηθεί από τη ζωή άρχισε ξαφνικά να ζει. Μια μεγάλη τρελή χαρά τον πλημμύρισε. Ήταν κάτι που ήρθε το ίδιο απροσδόκητα όσο και το αφήνιασμα του αλόγου, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει. Τα μισάνοιχτα μάτια του έμοιαζαν γυάλινα, λες και βρισκόταν σε παραλήρημα, κι όμως τώρα έβλεπε καθαρότερα από ποτέ. Ο κόσμος ήταν έναν καλειδοσκόπιο, και καθεμιά από τις πολλές εικόνες που έβλεπε αποτυπωνόταν στο νου του με μια πυρωμένη ένταση. Κάτω στη γη, μισοθαμμένο μέσα στα φύλλα ξεπρόβαλε ένα μικρό λουλούδι, ένα εκθαμβωτικά λευκό κι εξαίσια δουλεμένο λουλούδι. Ο αγκαθένιος κώνος ενός πεύκου, το πέταγμα ενός πουλιού στο γαλανό ανεμοδαρμένο ουρανό, μια φλογισμένη ηλιαχτίδα μες στην πράσινη σκοτεινιά – ήταν σα να τα ’βλεπε για πρώτη φορά όλα αυτά. Ένιωθε τον καθαρό, τσουχτερό αέρα, το θαύμα του ίδιου του γεμάτου ένταση κορμιού του, την καρδιά του που πάσχιζε, το αίμα, τους μυς, τα νεύρα, τα κόκαλά του.

Στον Σταύρο Ζουμπουλάκη




Ιουνίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 1.018.847 hits

Αρχείο