Αρχείο για Ιουνίου 2009

29
Ιον.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 8. Γιώργος Ρωμανός

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Δεν μπορώ να μιλήσω για λογοτεχνία χωρίς αναφορά στον Όμηρο και τον Ηρόδοτο. Ακόμα και στο τελευταίο τεύχος ,23, της Πανδώρας δημοσίευσα, σε μετάφραση του Γ. Μπλάνα, τους 100 πρώτους στίχους της Ιλιάδος. Κι αν ο Όμηρος είναι ο πατέρας του μυθιστορήματος, μέσω της ποιητικής, της ποίησης και της προσωδίας του πεζού λόγου, ο Ηρόδοτος και οι ιστορίες του, πιστεύω ότι είναι ο πατέρας του διηγήματος. Κι αυτό που θεωρώ αξεπέραστο, σ’ αυτές τις ιστορίες, είναι η δύναμη της αφήγησης όσο και η αφηγηματική συμπύκνωση στο ουσιαστικό, που έτσι γίνεται συγκλονιστικό.

Από κει και πέρα, τα τελευταία χρόνια, τόσο λόγω μεγάλης αγάπης αλλά και ουσιαστικό καθήκον διαρκούς μελέτης ξαναδιάβασα: Θερβάντες, Μέλβιλ, Τζόυς, Γουλφ, Προυστ, Μαν, Ντοστογιέφσκι, Κόνραντ, και, λόγω του ότι δεν ξεχνώ ποτέ το διήγημα από το οποίο προέρχομαι, ξανά, Τσέχωφ και Παπαδιαμάντη. Η ενασχόλησή μου, με όλους, ξεφεύγει από τα όρια της απλής αναγνωστικής απόλαυσης. Τους θεωρώ εργαλεία σκέψης, τέχνης και τεχνικής, σε μια διαδικασία διαρκούς ωρίμανσης και δικής μου μετάπλασης.

Από τους σύγχρονους ξεχωρίζω τον Μπαρίκο ενώ παρακολουθώ επί χρόνια τους συγγραφείς που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σχετίζονται με τα βραβεία Μπούκερ, (Γιαν ΜακΓιούαν κ.α.) έστω κι αν μερικές φορές έχω έντονες διαφωνίες με θέματα της τεχνικής τους.
Ειδικότερα, από τους Έλληνες, ολοκλήρωσα πρόσφατα ένα μέρος συστηματικής μου μελέτης στον Παπαδιαμάντη, με την μορφή εκτεταμένου δοκιμίου με άγνωστες μέχρι τώρα παραμέτρους και στοιχεία, το οποίο θα δημοσιεύσω σύντομα.

Φυσικά, στον άξονα αγάπης–αντιπάθειας προσπαθώ πολύ να βρω και σύγχρονους νεοέλληνες. Αλλά αυτό που μου μένει είναι μόνο κάποιοι παράγραφοι από μερικά βιβλία τους. Όχι ολόκληρα τα βιβλία. Ωστόσο, για λόγους ενημέρωσης διαβάζω επώδυνα, ο,τιδήποτε πρόσφατο νεοελληνικό υποθέτω πως έχει ενδιαφέρον, έστω και για να μαθαίνω τι φερετζέ φοράει κάθε φορά η εμπορικότητα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Θα ’θελα να προσεγγίσω τον πυρήνα της ερώτησή σας, την ουσία της δηλαδή, και να απαντήσω στο πώς διαβάζω και παράλληλα να πω δυο λόγια για την ανάγνωση. Δεν διαβάζω, όπως λένε, για την αναγνωστική απόλαυση και μόνο. Αλλά διαβάζω πολύ, πολλά και συνεχώς με έναν συστηματικό τρόπο. Έτσι, κατ’ οικονομία θα αναφερθώ μόνο σε κάποια δείγματα ανάγνωσής μου, γιατί για μένα το διάβασμα είναι μια λειτουργία εξόχως συνθετική. Δηλαδή, μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί να θυμηθώ ξανά το πώς ο Χεμινγουέι στήνει την πλοκή σε σχέση με τον χρόνο και τις αιτιακές σχέσεις και γι’ αυτό να ξαναδιαβάσω το, Ο γέρος και η θάλασσα, και, π.χ., να θέλω να το συγκρίνω με τα όσα, αντιστοίχως από πλευράς τεχνικής, συμβαίνουν στο Όσα παίρνει ο άνεμος. Και μιλώ επίτηδες για δύο πολύ μεγάλα best sellers, παγκοσμίως, γιατί παράγουν αναγνωστικά συμπεράσματα προς πολλές κατευθύνσεις.

Γενικά, βρίσκομαι στο απόλυτα αντίθετο άκρο με το σύνολο των σημερινών κριτικών και αναγνωστών που διαβάζουν σε ένα βιβλίο μόνο την κοινωνική διάσταση της υπόθεσής του και αγνοούν (από άγνοια ή και ανικανότητα) όλα τα άλλα, που αποτελούν αναγνωστικά και λογοτεχνικά κριτήρια, τα οποία αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι. Στην εποχή μας και στη μονοδιάστατη αγοραία λογοτεχνία των νεαντερταλικής ικανότητας αφηγητών, πού ακούστηκε να ισχύουν στην πεζογραφία κριτήρια λογοτεχνικότητας, ποιητικής, ποίησης, γλώσσας και ήχων μέσα, το τονίζω αυτό, στον πεζό λόγο ενός μυθιστορήματος. Το να θέτει κανείς τέτοια κριτήρια ανάγνωσης σήμερα είναι σα να μιλάει για πράγματα που ανήκουν σε άλλο γαλαξία.

Κατά τα άλλα, θα αναφέρω κάποια δείγματα, όπως είπα και μόνο, βιβλίων που με απασχολούν διαχρονικά: Μόμπυ Ντικ, του Μέλβιλ, Οδυσσέας, Δουβλινέζοι του Τζόυς, το Στο Φάρο, της Β. Γουλφ, το Έρωτας στη Βενετία, του Μαν, το Φως τον Αύγουστο, του Φόκνερ, το Η γραμμή της σκιάς, του Κόνραντ, η …μικρή Ερέντιρα, του Μαρκές, το Υδατογράφημα, του Μπρόντσκι, η Ταυτότητα, του Κούντερα, το Νησί της προηγούμενης ημέρας, του Έκο, και, το σχετικά πρόσφατο, του Μπαρίκο, Χωρίς Αίμα. Γι’ αυτό το τελευταίο, παρόλο που δεν έχει την ποίηση που υπάρχει στο Μετάξι, η κριτική θα χρειαστεί χρόνια ακόμα για να καταλάβει την μεγάλη σημασία των δύο μερών αυτού του έργου που, από πλευράς τεχνικής, κάνει ματ… με δύο κινήσεις. Δύο, όπως τα κεφάλαιά του. Γιατί κάποιες φόρμες καθίστανται αυτόματα κλασικές, άλλο αν παίρνει χρόνια για να το καταλάβουν αυτό κάποιοι.

Από τους Έλληνες, για μένα έχει διαχρονικό χαρακτήρα ο Παπαδιαμάντης, κι έτσι επανέρχομαι με όλο και πιο απαιτητικούς αναγνωστικούς κύκλους, αλλά και γραπτή μελέτη, στη Φόνισσα και σε διηγήματα όπως στο Έρωτας στα χιόνια, Έρωτας στο κύμα και πολλά άλλα. Τα κριτήριά μου συγκροτούνται πάντοτε πάνω στην ενδιάθετη, πηγαία και τελικά αξεπέραστη μαστοριά του Σκιαθίτη συγγραφέα. Για τους ίδιους λόγους ξεχωρίζω τον Αιχμάλωτο, του Στρατή Δούκα, τους Κεκαρμένους, του Ν. Κάσδαγλη, το Φύλλο το Πηγάδι και τ’ Αγγέλιασμα, του Βασιλικού, τις Αγελάδες, και το Βάραθρο, του Ε. Χ. Γονατά, κ.α.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πάμπολλα του Τσέχωφ, θεωρώ αντιπροσωπευτική τη συλλογή του, Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα, από τις εκδόσεις της Εστίας, και όπως ήδη προανέφερα τα του Παπαδιαμάντη και του Ε. Χ. Γονατά.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η μαύρη αλήθεια είναι πως τα πρόσωπα, οι «ήρωές» μου όπως λέτε, ζωντανεύουν…, αλλά πώς; Κάποια υπαρκτά πρόσωπα της ζωής, αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, στους «ήρωες», των βιβλίων μου και μ’ αυτή την έννοια με ακολουθούν… για να με πείσουν πως ήμουν είτε πολύ αυστηρός μαζί τους είτε άδικος. Παράλληλα βέβαια, οι τροποποιημένοι ως προς την πραγματικότητα χαρακτήρες που επινοώ με ακολουθούν, όσο καιρό γράφω μια μυθοπλασία, αλλά και χρόνια μετά, γιατί συνηθίζω να εξελίσσω ή να αλλάζω ακόμη και τελείως τους χαρακτήρες μου από βιβλίο σε βιβλίο. Είναι ένας απόλυτα υπαρκτός κόσμος μου που ζω μέσα του και ακολουθώ εγώ τους χαρακτήρες που επινοώ.

Δυστυχώς, πολλοί αναγνώστες έχουν την τάση να νομίζουν πως τα πάντα στη λογοτεχνία είναι αυτοβιογραφικά, κάτι σαν ρεπορτάζ ή μια απόλυτα ρεαλιστική ιστορία. Και μάλιστα στην Ελλάδα όπου, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ιδιαίτερη βαλκανική μικρόνοια του να γράφουν κάποιοι συνεχώς για το χωριό, τους χωριανούς τους, τους φίλους, τη γειτονιά τους. Το διαβόητο θέμα δηλαδή της ιθαγένειας και της εντοπιότητας. Νομίζουν πως έτσι «ξαναγράφουν» την Ιστορία του τόπου από τη δική τους καθαρά υποκειμενική σκοπιά, ενώ αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να βγάλουν εαυτόν δικαιωμένο, με κάθε τρόπο, και να υπηρετήσουν τις κοινωνικές και κομματικές δομές που ανήκουν. Τι σχέση έχουν αυτά τα εφημεριδικά ιδιοτελή με τη λογοτεχνικότητα και τη λογοτεχνία;

Διαφωνώ, λοιπόν, επειδή είμαι αυτός που έθεσα σε δοκίμιό μου για πρώτη φορά την έννοια του «Ετεροβιώματος» ως συστηματική αξία συγγραφής, θέσης και τεχνικής και όχι ως εντελώς περιορισμένης χρήσης θεωρητικό όρο. Οι αναγνώστες πρέπει να καταλάβουν πως ο συγγραφέας κινείται σε ένα χώρο λογοτεχνικής ανανοηματοδότησης (πρώτη μέγιστη αξία) της πραγματικότητας και για να είναι πειστικός (δεύτερη μέγιστη αξία) οφείλει να είναι άτεγκτος με τα της ζωής, που όσο πιο ακραία και ποιητικά τα εμπλουτίζει τόσο καλύτερα για το βιβλίο που γράφει. Ο χαρακτήρας της ζωής, το πραγματικό πρόσωπο, που τροφοδοτεί ως ένα σημείο και μόνο έναν χαρακτήρα μιας μυθοπλασίας, πρέπει να ξέρει πως κάποια στιγμή ο συγγραφέας δεν θα του χαριστεί. Κι αν χρειαστεί, μεταφορικά, θα τον σφάξει στο γόνατο, γιατί αυτό επιβάλλει η λειτουργικότητα του κειμένου. Κι αυτή η λειτουργικότητα είναι ένας από τους πρωτεύοντες ηθικούς κανόνες σε ένα βιβλίο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ανήκω σε αυτούς που διαλέγονται με τα πρόσωπα της μυθοπλασίας τους κυριολεκτικά παντού. Γράφω με όλα τα μέσα, πολύ με μολύβι και πέννα μελάνης, ενώ δουλεύω στα κομπιούτερς, με όλα τα προγράμματα γραφής και σελιδοποίησης λόγω Πανδώρας, και φυσικά γράφω μυθοπλασία απευθείας στην οθόνη. Έχω σημειωματάρια δίπλα στο μαξιλάρι μου και σε διάφορα σημεία του σπιτιού και του εργαστηρίου μου. Ακόμη, μπορεί να με δείτε να γράφω όρθιος σε πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου, στα χαρτάκια που κουβαλώ γι’ αυτό το σκοπό πάντοτε μαζί μου. Ξέρω πια να ξεχωρίζω πότε μια ιδέα είναι δυνατή και χρειάζεται άμεση καταγραφή. Νύχτα μέρα κουβαλάω στο μυαλό μου την εκάστοτε ιστορία που γράφω. Μια καλή σκηνή μπορεί να προκύψει οποτεδήποτε. Έτσι, έχω γράψει και γράφω παντού, οποιαδήποτε ώρα και δεν ξεχωρίζω τόπους διαμονής, αν είμαι σε διακοπές ή στο εργαστήριό μου, αν ταξιδεύω με αεροπλάνο, αυτοκίνητο ή τρένο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πρώτα, συλλαμβάνω έναν κεντρικό πυρήνα μιας ιδέας που αποτελεί και την λογοτεχνική μου Θέση / άποψη. Πάντοτε κάτι με ενδιαφέρει κυρίαρχα. Πιστεύω πως εάν ο συγγραφέας δεν μπορεί να εκφράσει σε μία σύντομη παράγραφο την Θέση του, για ένα μυθιστόρημα 300 ή και 700 σελίδων, τότε έχει αποτύχει. Δεν μπορείς να έχεις πολλαπλές και αλληλοαναιρούμενες θέσεις μέσα στο ίδιο κείμενο. Δεν μπορείς να έχεις φυγή ιδεών που δεν στοχεύουν πουθενά. Είναι αφελείς οι ατάλαντοι που νόμισαν πως μεταμοντερνισμός στη γραφή χρησιμεύει για συγκάλυψη ανυπαρξίας ταλέντου και τεχνικής. Η συρραφή εξωδιηγητικών στοιχείων και η συν – παράθεσή τους με αδύναμες αφηγηματικές γέφυρες δεν παράγουν αυτόματα λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Αφηγητής δεν γίνεσαι, γεννιέσαι, ενώ, και χωρίς τεχνική κατάρτιση και αυτεπίγνωση πάλι δεν μπορείς να πας μακριά…

Έτσι, ξεκινώ να γράφω πάντοτε με γνώμονα μια κεντρική ιδέα που την εμπλουτίζω συνθετικά. Συνήθως αποτυπώνω μια σπονδυλωτή διάταξη γεγονότων / κεφαλαίων αλλά ξέρω ανά πάσα στιγμή τι θέλω να κάνω με αυτά. Στην πορεία, οι διορθώσεις και οι ανακατατάξεις είναι συνεχείς και εξαντλητικές.

Γενικά, μ’ αρέσει να πειραματίζομαι σε μορφή και περιεχόμενο, με στόχο το πιο δυνατό κείμενο. Γράφω πεζογραφία κατ’ οικονομία, όπως θα έκανε ένας ποιητής. Και δεν εννοώ μόνο το διαβόητο πια «νόημα» μιας ιστορίας και την αφήγησή της, αλλά κυρίως τη γλώσσα και την τεχνική του κειμένου. Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, απογειώνει κυρίως ένα κείμενο είναι η δουλειά στο περιεχόμενο και σε γλώσσα, ποιητική και ποίηση που προβάλλει από τον πεζό λόγο. Αυτά είναι τα σημαντικά και όλα τα άλλα έπονται, ακόμη και το θέμα. Δεν υπάρχει καλό κείμενο χωρίς καλό συντακτικό, ροή, συνηχήσεις κ.λπ. Γιατί κάθε ιστορία, έννοια, λέξη, όλα, έχουν τα όριά τους. Δεν μπορείς να τραβάς τα πράγματα σα λάστιχο για να γεμίζεις σελίδες ή, δήθεν, να καταγγέλλεις με έναν αναίσθητο γλωσσικά λόγο. Η γλώσσα αποτελείται από μικρά σύνολα μορφών, σπονδύλους φθόγγων και ήχων που, σε ενδολεκτικό επίπεδο, παίζουν συγκεκριμένο όσο και καταλυτικό ρόλο.

Το ότι κάποιοι γράφουν ή εξακολουθούν να γράφουν «ευπώλητα» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά αυτό που σήμαινε και μια μπαγιάτικη εφημερίδα, δηλαδή, μία που εκδόθηκε πριν πολλές μέρες. Καθίσταται αδιάφορη λόγω παρέλευσης του εφήμερου.

Πασχίζω, λοιπόν, για την οργανικότητα και τη λογοτεχνικότητα (δυο αξεπέραστες έννοιες) στα κείμενά μου και, όπως λένε οι κριτικές που μου έχουν γίνει, αυτές με καθόριζαν από το ξεκίνημά μου. Οι ιδέες μου πάντοτε ξεκινούν από έναν καθαρά ποιητικό χώρο και, ανάλογα με τις ανάγκες του πεζού κειμένου μου, επεκτείνονται, αναπτύσσονται.
Συμπερασματικά, για να απαντήσω ακριβώς στη διατύπωση της ερώτησής σας, αλίμονο στον πεζογράφο που δεν «παγιδεύει» ή δεν εντοπίζει τις ιδέες του στον χώρο της ποίησης που θέλει να γίνει πεζογραφία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Επί 32 χρόνια, δηλαδή από το πρώτο μου βιβλίο, το 1977, μέχρι σήμερα ο βασικός χαρακτήρας στα βιβλία μου είναι ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Κατά καιρούς έχω δείξει προτίμηση στον ερωτευμένο άνθρωπο, ιδιαίτερα στις γυναίκες, αλλά και στους παραβατικούς χαρακτήρες, άντρες και γυναίκες. Μια άλλη κατηγορία χαρακτήρων μου, κυρίως σε διηγήματα, είναι αυτή των παιδιών.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Θα ήθελα να αναφερθώ στο πρώτο μου βιβλίο, ο Αλέξανδρος και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Πρόσπερος, 1977. Σ’ αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα αυτό που είπα πιο πάνω, δηλαδή, ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Η ίδια γραμμή υπάρχει και στο Μικρούτσικο δόντι, διηγήματα εκδόσεις Μπιλιέτο, 1997. Στο Το μαλλί της γριάς, διηγήματα, εκδ. Εκπαιδευτική Κοινότητα, 2000, το επίκεντρο είναι ο κόσμος των παιδιών ένας κόσμος τρυφερός, αλλά και σχεδόν πρωτόγονα σκληρός. Στο Κατακόκκινο …σχεδόν θηλυκό, διηγήματα, εκδόσεις Ίνδικτος, 2000, κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο με επικρατούσα τη μορφή του θηλυκού, της γυναίκας. Στα Δέκα ροκ κι ένα μπλουζ για τρεις, διηγήματα, Μεταίχμιο 2004, αναπτύσσονται ακραίες ιστορίες παραβατικών χαρακτήρων και σκληρές καταστάσεις γύρω από το έρωτα και το θάνατο.

Το τελευταίο μου βιβλίο, Καζαμπλάνκα καφέ, μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγκυρα, 2008, αποτελεί φαινομενικά μια ερωτική ιστορία που κινείται στο πεδίο της πάλης έρωτα και θανάτου, αλλά είναι φανερή η φιλοσοφική διάσταση του πράγματος που οδηγεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Αδικώ όμως μου τα βιβλία μου όταν μιλώ γι’ αυτά αναφέροντας μόνο τα θέματά τους, γιατί το κυρίαρχο ζήτημα σε όλα είναι η λογοτεχνικότητα, η γλώσσα, οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ακούω πολλά και, ως παλιός Ραδιοπειρατής, έχω τη δική μου ιστορία με το θέμα. Ροκ, λοιπόν κατ’ αρχήν, αλλά και Σόουλ μιούζικ, Τζαζ, από Θελόνιους Μονκ και μετά, Τζάνγκο Ράινχαρτ, καθώς και μια τεράστια συλλογή κλασικής μουσικής. Όλα, ανάλογα με τα φεγγάρια και το μεράκι του καιρού. Και φυσικά, πότε πότε και λαϊκά από Τσιτσάνη, Χιώτη, Καζαντζίδη μέχρι Σπύρο Ζαγοραίο, και Ευσταθίου. Το συναίσθημα αυτού που γράφω με καθορίζει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Απολαμβάνω την στοχευμένη και συστηματική ανάγνωση βιβλίων που με τροφοδοτούν με στοιχεία ή ερεθίσματα γι’ αυτό που γράφω κάθε φορά. Διαβάζω, λοιπόν, μεγάλο αριθμό σελίδων κάθε μέρα. Έτσι, τώρα ολοκληρώνω την ανάγνωση των δύο τελευταίων βιβλίων, από 28 μικρά και μεγάλα, που ξεκίνησα να διαβάζω εδώ και δύο χρόνια. Αφορούν στη Θεσσαλονίκη και τους Έλληνες Εβραίους συμπατριώτες μου, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από την πόλη και αφανίστηκαν στα κρεματόρια και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τι γράφετε τώρα;
Το ανέφερα νομίζω ήδη, έμμεσα. Ένα μυθιστόρημα που αφορά στην πατρίδα μου τη Θεσσαλονίκη και τους συμπατριώτες μου, κατά την κατοχή και μεταπολεμικά. Στην πιο δύσκολη, τουλάχιστον ηθικά, περίοδο του προηγούμενου αιώνα για την πόλη. Θέλω να ελπίζω πως το γράφω με έναν τρόπο που θα βγάλει ενδιαφέροντα πράγματα στην επιφάνεια τόσο από πλευράς λογοτεχνικής τεχνικής όσο και επώδυνα πραγματολογικά και ιστορικά στοιχεία. Πράγματα, που κατά τη γνώμη μου όσο τα αποκαλύπτουμε τόσο και αυξάνουν οι ελπίδες να γίνουμε καλύτεροι. Όλα αυτά όμως, δεν έχουν χαρακτήρα ιστορικής εργασίας, καταγγελτισμού ή στο να ξαναγραφεί η ιστορία. Αν και εξαντλώ κάθε στοιχείο από πλευρά ιστορικής και πραγματολογικής αξιοπιστίας. Τα πάντα, για μένα καταξιώνονται κυρίως όταν στηθούν αξιόπιστοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες και καταστάσεις, και η ποίηση του πεζογραφικού κειμένου ξεπεράσει τα γεγονότα ανανοηματοδοτώντας τα. Το ψεύδος της γραφής πρώτα είναι η κακή λογοτεχνία και αμέσως μετά το ιστορικό ψεύδος.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το μυθιστόρημα, Καζαμπλάνκα Καφέ, είναι το τελευταίο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε από της εκδόσεις Άγκυρα, τις τελευταίες ημέρες του 2008. Μέσα σε λίγους μήνες, που ήδη εξαντλείται η πρώτη έκδοσή του, έχει συγκεντρώσει περισσότερες από δέκα εκτεταμένες κριτικές που σχεδόν όλες υπάρχουν στο διαδίκτυο, ενώ γράφονται συνεχώς κι άλλες και ετοιμάζεται σχετικό αφιέρωμα σε γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό. Το βιβλίο αυτό, που έπαιξε τον ρόλο του στο να μου απονεμηθεί εφέτος, 2009, το Βραβείο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, παρουσιάστηκε σε τέσσερις εκδηλώσεις με διαφορετικούς ομιλητές σε Αθήνα, Χολαργό, Θεσσαλονίκη και σε λίγες μέρες, σε μία πέμπτη, στην Πάτρα. Στην Θεσσαλονίκη παρουσιάστηκε δύο φορές, και η μία έγινε στις 30.5.09, στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, σε εκδήλωση στην αίθουσα Γιάννη Ρίτσου.

Η κινητικότητα και η αποδοχή που συνάντησε αυτό το βιβλίο μου έχει για μένα ιδιαίτερη σημασία γιατί δεν έχω κάνει την παραμικρή παραχώρηση από πλευράς ποιότητας πεζού λόγου. Τέλος, θέλω να αναφέρω πως η υπόθεση του μυθιστορήματος δεν έχει χαρακτήρα κάποιας ιστορικής εντοπιότητας αλλά κινείται σε έναν διεθνή χώρο, από την Μεσόγειο στη Νέα Ζηλανδία, μέσω Ινδίας, Σουμάτρας κ.λπ. Αυτή, η σε πρώτο επίπεδο ερωτική ιστορία που κινείται ανάμεσα στη σύγκρουση του έρωτα και του θανάτου, είναι εμπλουτισμένη με χαρακτήρες και πρόσωπα πολλών εθνικοτήτων που με τη σειρά του δημιουργούν μια ποικιλία δραματικών καταστάσεων με απρόβλεπτο τέλος. Θεωρώ περιττό να αναφέρω ξανά πως η γλώσσα και η λογοτεχνικότητα είναι, για μένα, οι δύο ουσιαστικές πρωταγωνίστριες του βιβλίου μου.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

28
Ιον.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 25

Αγκουστίν Γκομέζ Άρκος, Το τυφλοπούλι, εκδ. Οδυσσέας, 1991, μτφ. Πόλυ Μηλιώρη, σ. 59 -60 (Agustin Gomez Arcos, L’ aveuglon, 1990)

Το τράνταγμα του λεωφορείου βάραινε τα βλέφαρα. Ο Μαρουέκος λαγοκοιμόταν. Έτσι, θολά, συλλογιζόταν τις αμέτρητες ερωτήσεις που έπρεπε να κάνει στο συγγενή του, τους διάφορους ανθρώπους που έπρεπε να συναντήσει, ώσπου να έρθει η μέρα που θα μπορεί να ξεκλειδώσει το νόημα των λέξεων και να συνθέσει όλες εκείνες τις εικόνες που οι τυφλές του κόρες του αρνούνταν. Είναι τόσο δύσκολο να φανταστείς τον κόσμο, όταν δε βλέπεις! Πώς να βρεις την έννοια αυτών των μυστηρίων – ανδρικό φύλο, ανοιχτές γυναικείες σάρκες, διακεκομμένο φως του φάρου, ορδές της κόλασης ­– στην αντανάκλαση, που στέλνει η αυγή μέσα από τον πυκνό σου καταρράκτη, στο νυχτερινό σκοτάδι που ’ναι βαθύτερο κι από την ίδια σου την τύφλα; Σκεφτόταν αδιάκοπα. Ή μήπως και ονειρευόταν; Πώς να ξέρει, πότε η σκέψη γίνεται όνειρο και πότε τ’ όνειρο γίνεται σκέψη;
Μια γυναίκα με τατουάζ στα χέρια του έβαλε ένα μπογαλάκι κάτω απ’ το κεφάλι του, να μην πιαστεί απ’ τα τραντάγματα. Μερικών ανθρώπων οι κινήσεις μιλούν γι’ αγάπη.

Στην Ελένη Γκίκα

26
Ιον.
09

Μπρούνο Αρπάια, Ο άγγελος της ιστορίας

Ο Μπρούνο Αρπάια (Οταβιάνο, Νάπολη, 1957) εκτός από συγγραφέας, είναι δημοσιογράφος, σύμβουλος εκδόσεων και μεταφραστής ισπανόφωνης λογοτεχνίας. To θέμα του Αγγέλου της ιστορίας είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο: πρόκειται για την ένταξη δυο διαφορετικών προσωπικών ιστοριών κάτω από το ίδιο μυθιστορηματικό σύμπαν. Η πρώτη αφορά τα τελευταία και πιο δύσκολα χρόνια της ζωής του Βάλτερ Μπένγιαμιν, αυτού του κορυφαίου Εβραίου Γερμανού διανοητή του εικοστού αιώνα, ενώ η δεύτερη μια εξίσου σκληρή περίοδο στη ζωή ενός απλού πολεμιστή του ισπανικού εμφύλιου την ίδια εποχή, του Λαουρεάνο Μαόγιο.

Ο Αρπάια χρησιμοποιεί το γνωστό εύρημα των δύο παράλληλων αφηγήσεων που εναλλάσσονται συνήθως ανά κεφάλαιο και έχουν διαφορετικό αφηγητή: η ζωή του Μπένγιαμιν εξιστορείται σε τρίτο πρόσωπο, με όλα τα στοιχεία μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας, ενώ εκείνη του Λαουρεάνο ενδύεται τη μορφή μιας πιο άμεσης και προφορικής διήγησης του ιδίου σε κάποιο πρόσωπο που τον επισκέπτεται στο Μεξικό, όπου πλέον ζει εξόριστος. Αμφότερες οι ιστορίες εντάσσονται στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο και στις συγκλονιστικές συγκυρίες μιας ταραγμένης εποχής και περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία μιας τοιχογραφίας εκείνης της περιόδου, (από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέχρι τον μικρόκοσμο των δυο αυτών προσώπων).

Εδώ έχουμε λοιπόν το πρώτο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος: την παράλληλη μυθοπλαστική διαπραγμάτευση της δραματικής πορείας αυτών των δύο τόσο διαφορετικών προσωπικοτήτων, το ένα από τα οποία αποτελεί μια εμβληματική μορφή των γραμμάτων και όχι μόνο, πορείας που στην ουσία ήταν μια κοινή διαδρομή με διαφορετική αφετηρία, μορφή εξορίας και κατάληξη σε τερματικό σταθμό που τους οδήγησε η ίδια η Ιστορία.

Από την μία ο Μπένγιαμιν: Στα επτά χρόνια της αυτοεξορίας του μεταξύ Παρισιού, Ίμπιζας, Σαν Ρέμο και Σβένμποργκ, έχοντας αφήσει την αγαπημένη του βιβλιοθήκη στη Γερμανία, καλείται σε πρώτη φάση να αντιμετωπίσει «τις εφόδους των συνηθειών και της νοσταλγίας, την αίσθηση του αποκλεισμού και την καταδίκη σε ατέλειωτη αναμονή», καλείται στην ουσία να αλλάξει την ίδια του την ταυτότητα και να δημιουργήσει μια άλλη που θα του σώσει την ζωή. Το μοναδικό μέρος όπου ο αισθάνεται ασφαλής, σαν να βρίσκεται στο σπίτι του, είναι η θέση του στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, δουλεύοντας πάνω στο βιβλίο του, η ολοκλήρωση του οποίου, όπως έγραψε στον Αντόρνο, ήταν ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον πόλεμο.

Ακολουθεί τη ζωή χωλαίνοντας, αντιμετωπίζοντας καθημερινά προβλήματα υγείας και ανέχειας και αισθάνεται ένα βαρύ φορτίο κούρασης από τα τεχνάσματα που έχει επινοήσει για να μπορεί να επιβιώνει. Λες και οι «συγκυρίες» της ύπαρξής του όρμησαν συλλήβδην και τον ρήμαξαν, λες και οι αστερισμοί που την συγκρατούσαν, τοποθετήθηκαν με απόλυτη συμμετρία κατά μήκος μιας δυσοίωνης διάταξης.(σ. 29) Αδυνατεί να συνυπάρξει με τους ανθρώπους του κύκλου του (Χάνα Άρεντ, Άρθουρ Καίστλερ, Πιέρ Κλοσόφσκι, Ζωρζ Μπατάιγ και πολλοί άλλοι) σε σημείο να απορεί ο Αντόρνο πώς είναι δυνατό «να αποκηρύσσει τον αποχωρισμό και παρ’ όλα αυτά να μένει απόμακρος και αποκομμένος». Πιθανώς επειδή αυτό είναι ένα ακόμα από τα πλήγματα της εξορίας: γιατί αναγκάζει τον καθένα να ακολουθήσει τα μονοπάτια της προσωπικής του διασποράς, συντρίβει κάθε απόπειρα συλλογικής δράσης. (σ. 40)

Από την άλλη πλευρά ο Λαουρεάνο: Συμμετέχει στον ισπανικό εμφύλιο από την πλευρά των Δημοκρατών επειδή πιστεύει πως το να μη συμμετέχεις ενεργά στα γεγονότα, είναι η καταδίκη των δειλών και των μετρίων. Ερωτοτροπεί και αργότερα ερωτεύεται όχι μόνο για να ξεγελάσει τον θάνατο, όπως συνέβαινε σε παρόμοιες περιστάσεις, αλλά και ως στάση ζωής ενός ενθουσιώδους νέου που επιθυμεί να βιώσει όλες τις πλευρές της νεότητάς. Έτσι αυτοί οι δυο αντιστικτικά διαφορετικοί χαρακτήρες είναι θύματα της ίδιας ιστορικής συγκυρίας. Αμφότεροι θεωρούνται μολυσματικοί και ανεπιθύμητοι στη χώρα όπου βρίσκονται και προσπαθούν να σταθούν όρθιοι απέναντι στη αίσθηση του αργού θανάτου, όπως παρομοιάζουν την κατάστασή τους, μια κατάσταση πραγματικού και ψυχολογικού τράνζιτο, για να θυμηθούμε και το φερώνυμο μυθιστόρημα της Άννα Ζέγκερς. Κάθε άλλη ομοιότητα μεταξύ τους σταματά εδώ.
Ο Αρπάια κατορθώνει να οργανώσει άψογα το ετερόκλητο και ατίθασο αυτό υλικό. Το κατανέμει σε σχετικά σύντομα κεφάλαια μελετημένης κλιμάκωσης των εσωτερικών συναισθημάτων αλλά και της εξωτερικής δράσης. Εμποτίζει τις ρεαλιστικές του περιγραφές με στοιχεία βιογραφίας, ιστορικού χρονικού αλλά και λογοτεχνικότητας, συνδυάζοντας βεβαίως αληθινά και μυθοπλαστικά γεγονότα.

Ήδη από την αρχή της αφήγησης αντιλαμβανόμαστε πως αυτοί οι τόσο διαφορετικοί, αλλά αρχετυπικοί χαρακτήρες θα συναντηθούν. Πριν όμως από την μοιραία και προοικονομηθείσα διασταύρωση των κόσμων που αντιπροσωπεύουν, έχουν αμφότεροι αισθανθεί πως η ιστορία τους έσπρωχνε μπροστά, σαν την ατμομηχανή που οδηγεί το τρένο. Και οι δύο ένιωθαν «τον χρόνο να τους αφαιρεί μέρες από την τσέπη», σαν κλέφτης και αναρωτιούνταν: πώς και πότε αντιλαμβάνεται κανείς πως είναι η ώρα να φύγει; Ο Μπένγιαμιν επί πολλούς μήνες τηρεί στάση αναμονής, αφήνοντας τον «άγγελο της ιστορίας» να ορίσει τα βήματά του – ίσως γι’ αυτό είχε πάντα μαζί του έναν και μοναδικό πίνακα που κατάφερε να διασώσει, τον Angelus Novus του Κλέε, το μυστικό του έμβλημα.

Αν ο Μπένγιαμιν αντιπροσωπεύει το πνεύμα και τον λόγο, ο Λαουρεάνο προτάσσει την αποφασιστικότητα και την πράξη. Ποια είναι άραγε η απάντηση ανάμεσα στο δίλημμα (απόλυτη) σκέψη ή (απόλυτη) δράση; Κατά μια ιδιόμορφη σύμπτωση που συμβαίνει μόνο στον θαυμαστό κόσμο της λογοτεχνίας ο ίδιος ο Μπένγιαμιν στον Μονόδρομο, έγραφε: Αποτελεσματική λογοτεχνική έκφραση προκύπτει μόνο από την αυστηρή εναλλαγή πράξης και γραφής. Μένει να αναρωτηθούμε εμείς αν το ίδιο ισχύει και για τη ζωή.

Συντεταγμένες: εκδ. Ίνδικτος 2008, μτφ. Χρύσα Κακατσάκη, σελ. 377. (Bruno Arpaia, L’ angelo della storia, 2001).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 18, καλοκαίρι 2009. Στις φωτογραφίες: ο βιογραφούμενος, ο πίνακας του Κλέε και ο βιογράφος.

24
Ιον.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 7. Χρήστος Χρυσόπουλος

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Όσο περνάει ο καιρός όλο και περισσότερο δυσκολεύομαι να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση με αμεσότητα και δίχως παρενθέσεις. Παίρνω αφορμή από το γεγονός ότι ετούτες τις μέρες αποφάσισα να «καθαρίσω» τη βιβλιοθήκη μου (προσπαθώντας να πλησιάσω εκείνον τον ανέφικτο στόχο, να ζήσω με τα ελάχιστα απαραίτητα βιβλία). Διαπίστωσα, λοιπόν, ότι υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που αρνήθηκα να τους «εκκαθαρίσω» μολονότι δεν τους χρειάζομαι πια. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια λίστα «αγαπημένων»: εκείνοι που κάποτε σε βοήθησαν, και τώρα πλέον εσύ τους επιστρέφεις τη φιλοφρόνηση συνεχίζοντας να τους φιλοξενείς: Χαρμς, Πλατόνοφ, Μπόρχες, Γκίλμπερτ Σορρεντίνο, Γιώργος Ιωάννου, Ε. Ροΐδης, Δ. Δημητριάδης, Δ. Χατζής, Ν. Καχτίστης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Γ. Μπεράτης, Χ. Μέλβιλ, Μπάμπελ, Μπατάιγ, Χράμπαλ, Καπότε, Λόντον, Στήβενσον, Μπρόντσκι, Γ. Στήβενς, Κάμμινγκς, Λ. Κάρολ, Καλβίνο, Κενώ, Περέκ… και πολλοί ακόμα. Πρόσφατα και η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.
Εδώ υπάρχει πιο σαφής απάντηση
1. «Tractatus logicophilosophicus», Λούντβιχ Βιντγκενστάιν
2. «Μυθοπλασίες», Χόρχε Λουίς Μπόρχες
3. «Η ανατομία της μελαγχολίας», Ρόμπερτ Μπέρτον
4. «Kotlovan», Αντρέι Πλατόνοβ
5. «Πάπισσα Ιωάννα», Εμμανουήλ Ροΐδης
6. «How to do things with words», Τζ. Όστιν
7. «Από το στόμα της παλιάς Remington», Γιάννης Πάνου
8. «Incidences», Ντανιίλ Χάρμς
9. «Εξομολογήσεις ενός οπιοφάγου», Τόμας ντε Κουίνσι
10. «Studies in the way of words», Paul Grice

Αγαπημένο σας διήγημα.
«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς», Χ. Μέλβιλ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Στην πραγματικότητα, αντιτίθεμαι στην ίδια την προϋπόθεση της «επιβίωσης» του λογοτεχνικού χαρακτήρα. Κι αυτό, γιατί αντιλαμβάνομαι τη γραφή του μυθιστορήματος ως μια βίαιη και μεθοδευμένη πράξη απώθησης. Αυτό που πρεσβεύω, στα όρια του αυστηρώς προσωπικού, είναι ότι οι ήρωες του βιβλίου οικοδομούνται ακριβώς με την επιδίωξη και την ελπίδα ότι θα εξοριστούν οριστικά στις λέξεις του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας έχει αυτόν τον σκοπό: να ξεμπερδεύει μια και καλή μαζί τους, και όχι -όπως λέγεται- να τους «καταστήσει αθάνατους».

plasy14_bΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ναι. Η πιο ελκυστική ανάμνηση: οι δύο μήνες ολοκλήρωσης του «Μανικουρίστα», στο Σιστεριανό μοναστήρι Klaster Plasy στο Plasy της Τσεχίας [φωτ.]. Πρόκειται για ένα μπαρόκ αριστούργημα του αρχιτέκτονα Giovanni Battista Santini. Χαμένο στο δάσος. Επειδή το έδαφος είναι ελώδες, έχει χτιστεί πάνω σε τεράστιους πασσάλους μπηγμένους στη λάσπη. Η κεντρική ελικοειδής κλίμακα του κτίσματος ανοίγεται στη βάση της σε μια εσωτερική λίμνη στάσιμου σκουροπράσινου νερού. Όταν έχει ησυχία ακούς ένα διαρκές μουρμουρητό του βάλτου μέσα στους διαδρόμους και τις αίθουσες. Η υγρασία είναι απίστευτη.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Δεν μπορώ να αποκριθώ σε αυτή τη διατύπωση. Η ίδια η διερώτηση, χρειάστηκε ένα ολόκληρο βιβλίο («Το γλωσσικό κουτί») για να γίνει αντιληπτή. Έχεις διαβάσει τον Auden; «Είναι εύκολο να κάνεις ερωτήσεις που είναι αδύνατον να απαντηθούν». Γνωρίζω με ακρίβεια μόνο τις συνθήκες – όχι την εκάστοτε εκπλήρωση της μέθοδου: Η ησυχία, να μην υπάρχει γύρω σου τίποτα ενοχλητικό. Να μη σκέφτεσαι τίποτα. Να μην αισθάνεσαι το σώμα σου. Αυτά είναι τα απαραίτητα. Όταν αρχίζουμε να μαθαίνουμε μια δεξιότητα (και η συγγραφή είναι ακριβώς μια δεξιότητα), η εκτέλεση είναι επιφορτισμένη με ένα αντιφατικό φορτίο που έχει ταυτόχρονα μεγάλο μερίδιο αμφιβολίας και ελέγχου. Για να χρησιμοποιήσουμε μια ενοχλητική αναλογία: ο αρχάριος συγγραφέας είναι σαν τον άπειρο μάγειρα που προσπαθεί να ακολουθήσει μια περίπλοκη συνταγή. Διαβάζει κάθε γραμμή ως εντολή. Μόνο που στην περίπτωση της λογοτεχνίας δεν υπάρχει καν ρητή συνταγή για την εκμάθηση της συγγραφής και ο αρχάριος συγγραφέας πρέπει σιγά σιγά να την εφεύρει. Δηλαδή πρέπει να ανακαλύψει με δοκιμές τι ακριβώς πρέπει να κάνει. Πρόκειται για μια μαθητεία στη γραφή. Από εδώ και πέρα, και για όσους επιμείνουν αρκετά και αντέχουν να γυρίσουν την πλάτη στη γοητεία της επιβράβευσης, ο συγγραφέας επιστρέφει σε αυτό που κάνει όταν γράφει, για να κοιτάξει πλέον τον εαυτό του ως «κάτι που βλέπεται» και όχι ως «αυτό που βλέπει». Έτσι χάνεται η «αθωότητα». Η λογοτεχνία δεν έχει πια την υπόσταση υποκειμένου αλλά αναγνωρίζεται ως τεχνούργημα.

 Σχετικά με το προηγούμενο βιβλίο σας.
«Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», Καστανιώτης, 2008. Κεντρικό πρόσωπο στο βιβλίο είναι η Αμερικανίδα ποιήτρια Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον. Ο χρόνος είναι συμβατικά μια μέρα του Απριλίου του 1929, και τόπος το Χάμερσμιθ του Λονδίνου, όπου η Τζάκσον επιχείρησε να βάλει τέλος στη ζωή της από κοινού με τον εραστή της, τον Άγγλο ποιητή Ρόμπερτ Γκρέηβς. Εντούτοις, το ουσιαστικό θέμα του μυθιστορήματος είναι η ίδια η ποίηση, η ταυτότητα του συγγραφέα, η επιδίωξη και η φιλοδοξία που γεννούνται από τη γραφή. Συνδυάζοντας ποικίλους τρόπους γραφής (μυθοπλασία, ποίηση, δοκίμιο, βιογραφία, ημερολόγιο, φωτογραφίες, σημειώσεις, κ.ά.), το βιβλίο παρουσιάζει μια μεταμοντέρνα, θραυσματική ερμηνεία για την ιδιότητα του δημιουργού και τη διαπλοκή της τέχνης με τη ζωή.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
«Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς» του Χ. Μέλβιλ, για το credo που επαναλαμβάνει διαρκώς και σε κάθε περίσταση: «I’d rather not».

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Επιλέγω τα τρία τελευταία επειδή ορίζουν μια διαδοχή. Δεν μιλώ για τριλογία, αλλά μάλλον για μια γενεαλογία που ολοκληρώνει έναν προβληματισμό.

Η ΛΟΝΔΡΕΖΙΚΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ ΤΖΑΚΣΟΝ, Καστανιώτης 2008
Την ημέρα του θανάτου της ποιήτριας Λώρας Τζάκσον, το 1991, οι Times του Λονδίνου δημοσίευσαν την ακόλουθη νεκρολογία: «Η Λώρα Ράιντινγκ Τζάκσον ήταν μια τραγική φιγούρα και από τις πιο προικισμένες γυναίκες αυτού του αιώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λογοτεχνική κριτική και η Iστορία θα πρέπει να αναμετρηθούν με το μοναδικό της επίτευγμα». Η ζωή της Λώρας Τζάκσον ήταν μια σειρά από ρήξεις που κομμάτιασαν βάναυσα τη βιογραφία της με απανωτές μαχαιριές. Έφυγε από τη Νέα Υόρκη για να ζήσει στην Ευρώπη· δημιούργησε έναν μακροχρόνιο, παράνομο, ερωτικό δεσμό με τον ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς· η σχέση τους τερματίστηκε απότομα, με μια διπλή απόπειρα αυτοκτονίας, κάποια λονδρέζικη μέρα του 1929. Tο 1940 ήρθε η επόμενη μαχαιριά, όταν η ποιήτρια απαρνήθηκε την τέχνη της, συντάσσοντας την πιο διάσημη αποκήρυξη στην Iστορία της ποίησης. Ύστερα αποσύρθηκε στη σιωπή, βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα ράντσο στη Φλόριντα, και αφιέρωσε τα επόμενα τριάντα χρόνια της ζωής της σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση. Η Λώρα ζούσε κάθε στιγμή με μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της. Λες και φοβόταν να αντικρίσει το οριστικό πρόσωπο της ύπαρξής της. Κάθε στιγμή η Λώρα Τζάκσον γινόταν μια «άλλη» Λώρα. Αυτή είναι μία από τις ιστορίες της. Ή ίσως η ιστορία της πιο βαθιάς μαχαιριάς.

 ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΚΟΥΤΙ, Καστανιώτης 2006
Το Γλωσσικό κουτί προσκαλεί σε μια συνάντηση για να συζητήσουμε τα προβλήματα της γραφής. Είναι, με άλλα λόγια, ένας «κοινός τόπος», ένα σχήμα σύμφωνα με το οποίο τοποθετούνται τα επί μέρους ερωτήματα υ αφορούν στο λογοτεχνικό έργο, στον συγγραφέα και στην εργασία του.
Μέσα στο Γλωσσικό κουτί υπάρχει ένα πολυσθενές δοκίμιο που ισορροπεί ανάμεσα στην κριτική και στη συγγραφική θεωρία, χωρίς να συντάσσεται πλήρως με καμία πλευρά. Δεν προσεγγίζει τα λογοτεχνικά κείμενα «από έξω», ούτε όμως μυθολογεί τη γραφή αποκαλύπτοντας μια εσωτερική μυστικιστική διεργασία. Το Γλωσσικό κουτί είναι μόνο ένα λεπτό εργαλείο για να επισκοπήσουμε τη δημιουργία. Ένας πρόθυμος συνομιλητής για όσους ψάχνουν κάποιον δρόμο στην αχαρτογράφητη επικράτεια της γραφής.

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, Καστανιώτης 2005
Tο Φανταστικό μουσείο είναι ο κήπος της μνήμης. Ο κήπος της οικείωσης και της γραφής. Μέσα εκεί εκτυλίσσονται οι ζωές των συγγραφέων. Στο Φανταστικό μουσείο εισέρχονται όσοι επιλέγουν στη ζωή τους το τέχνασμα της λογοτεχνίας και πλέον δεν επιζητούν την αλήθεια, ούτε καν την αληθοφάνεια, αλλά την εκπλήρωση μιας πρόφασης που θα τους επιτρέψει να συνεχίσουν να δημιουργούν. Στο Φανταστικό μουσείο υπάρχει ένα και μοναδικό έκθεμα: κάποιος συγγραφέας. Ένα ομιχλώδες πρόσωπο που όμως εξακολουθεί να ζει χιλιάδες εκδοχές της ίδιας ζωής. Εμπειρίκος, Μπόρχες, Χαρμς, Ροΐδης, Έσσε, Περέκ, Μπεράτης, Σουλτς, Πεσόα, Τσβετάγιεβα. Το Φανταστικό μουσείο είναι μια παραδειγματική συλλογή, παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα. Ένα πλάγιο κοίταγμα στη στάση του ανθρώπου εκείνου που πασχίζει να διασώσει τον λόγο. Αν και γνωρίζει πως μια αμείλικτη δεισιδαιμονία επιμένει ότι στο τέλος όλα χάνονται.

saint-john-coltrane-the-sound-baptist-mark-dukesΕπιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Γράφω και διαβάζω δίχως μουσική. Αυτό τον καιρό ακούω: Bill Evans (Conversations With Myself), Alfred Schnittke (Psalms of Repentance), Jon Leifs (String Quartets). Ακούω διαρκώς: John Coltrane (Blue train).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; Richard Jackson, Acts of Mind: Conversations with Contemporary Poets, University of Alabama Press, 1983.
Τι γράφετε τώρα;
Μόνο σημειώσεις για κάτι μελλοντικό.
Έχετε γράψει κείμενα για την λογοτεχνία και την γραφή γενικότερα. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της ποιο θα επιλέγατε;
Κατά κάποιο τρόπο το έκανα ήδη με την Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον στην «Λονδρέζικη μέρα», αλλά με έναν τρόπο ίσως πιο περίπλοκο από μια άμεση βιογραφία/μελέτη.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Ναι, στην έξοδο του βιβλίου:

6.1.
Ο μεγαλύτερος φόβος της Λώρας (Ράιντινγκ) Τζάκσον ήταν η διάψευση της φιλοδοξίας να διατυπώσει κάτι «αληθινό» με την τέχνη της. Την τρομοκρατούσε το ενδεχόμενο ότι αυτή η επιθυμία, που με τόση ένταση και πείσμα όρισε τη ζωή της ως το τέλος, τελικά θα αποδεικνυόταν μια χίμαιρα. Ακόμα και προτού απαρνηθεί την ποίηση, διαισθανόταν ότι αποτύγχανε σε κάτι βαθύτερο από τη λογοτεχνία: δεν θα κατάφερνε ποτέ να ελέγξει την πλοκή της ίδιας της βιογραφίας της.

Το μεσημέρι της 2ας Σεπτεμβρίου 1991 η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στο νοσοκομείο Humana της πόλης Σεμπαστιέν, στη Φλόριντα. Η τέφρα της μεταφέρθηκε στο Γουαμπάσο και η εξόδιος ακολουθία εψάλη στο ράντσο όπου έζησε από το 1941. Ο τάφος της σκάφτηκε στην έρημο, δίπλα στις γραμμές του τρένου. Εκείνη τη Δευτέρα το βιβλίο συλλυπητηρίων έκλεισε με τριάντα υπογραφές φίλων και γειτόνων.
λώραΠάνω από τον τάφο και κάτω από έναν αβάσταχτο ήλιο, μέσα σε λίγες στιγμές που αψήφησαν τον χρόνο και την αιωνιότητα, διαβάστηκε η τελευταία στροφή ενός πρωτόλειου ποιήματος της Λώρας (Ράιντινγκ) Τζάκσον.
Αυτήν τη φορά σημείωνε τον θάνατο της ποιήτριας.

«Μετρήστε με με τον εαυτό μου
Και όχι με τον χρόνο, με την αγάπη
Ή την ομορφιά. Δώστε μου ετούτη την τελευταία χάρη:
Να μπορώ να είμαι στη χαμηλή επιτύμβια πλάκα μου
Μόνη εγώ, ενέχυρο του εαυτού μου.
Ν’ αποδείξω ότι δεν υπήρξα απολύτως τίποτα».[1]

[…]

 6.2.
Εδώ αποφασίζω να σταματήσω. Γράφω τη λέξη «Τέλος» κι αυτό σημαίνει ότι επιλέγω να απομακρυνθώ. Όχι ότι έχω τελειώσει…
[«Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», σελίδα 201-2 και 205]

Ταξιδεύετε ανά τον κόσμο, γνωρίζοντας συγγραφείς και μοιραζόμενος σε κοινές συνθήκες συμβίωσης και γραφής. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία;

Να ταξιδεύεις, να γνωρίζεις καινούρια πρόσωπα και πράγματα, να διατηρείς έναν αντισυμβατικό τρόπο ζωής, να εκτίθεσαι στην ανοίκεια άποψη – να τι προσφέρουν τα ταξίδια σε έναν συγγραφέα.

[1] Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον, Dimensions, πρώτη εκδοχή, 1918.

Δημοσίευση και εδώ. Οι φωτογραφίες 2 και 4 επιλέχθηκαν από τον συγγραφέα και σε άμεση συνάρτηση με τα παραπλεύρως λεγόμενα. Η 3η εκλάπη από την ιστοσελίδα του.

23
Ιον.
09

John Frusciante – The Empyrean (Record Collection, 2009)

 

Το Song to the Siren του Tim Buckley αποτελεί ένα εκ των ανυπέρβλητων τραγουδιών που γράφτηκαν ποτέ. Δεν το πειράζεις το τραγούδι αυτό, δεν το αγγίζεις, δεν τολμάς να το διασκευάσεις, μόνο εισχωρείς. Εντούτοις μια εξαίρεση συνέβη το 1983, με την ερμηνεία της Liz Fraser των Cocteau Twins, σ’ εκείνον τον θεόσταλτο πρώτο διασκευαστικό δίσκο των This Mortal Coil, It’ll end in tears. Ο John Frusciante τόλμησε φέτος την δεύτερη αποδεκτή εξαίρεση. Πιθανώς την δικαιούται, έχοντας περάσει δια πυρών και αβύσσων. Φυσικά έχουν περάσει πυρκαγιές και θεομηνίες από την εποχή που εύφλεκτος 18άρης εισήλθε στο σύμπαν των Red Hot Chilli Peppers, ξεβράστηκε από την δίνη τους το 1992 και επέστρεψε άλλος και διαφορετικός στην δεύτερή τους ζωή, έχοντας βρει μεγαλύτερη λύτρωση στη ζωγραφική παρά στην ηρωίνη.

Όμως οι προσωπικές του κυκλοφορίες είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία – και πολύ πιο ενδιαφέρουσα από εκείνη των Peppers (και δεν μιλάω για τους έξι συνεχόμενους δίσκους του 2004). Αν ο Frusciante είναι πεπεισμένος για τις θεραπευτικές λειτουργίες της ζωγραφικής, στον δέκατο δίσκο του παρουσιάζει την νέα του προσωπική ηχοκοσμογονία: απρόβλεπτα ηχητικά τοπία, ψυχεδελισμούς, υπερβολές, κιθαρίσματα, λούπες, εύκολες 60ς ποπ, τεχνορόκ διαπλατύνσεις, ύπουλες ξαφνικές στροφές.

Πραγματικές εκλάμψεις εδώ, εκτός από την Σειρήνα, το θρηνητικό μαύρο διαμάντι After the ending, το Central, όπου η αμυδρή χροιά του Peter Hammill εκβάλλει σε ένα οργιώδες ξέσπασμα αντεστραμμένων Peppers, και το μαγικό, αρχικώς σπαράσσον Dark/Light, που διαγράφει την τροχιά του από τους αρτ προγκρεσιβισμούς του Kevin Ayers σε μια α λα Parliament γκοσπελική σόουλ. Κατά τα άλλα βέβαια οι επισκέψεις στις απαγορευμένες επικράτειες του Syd Barrett και του Sky Saxon συνεχίζονται.

Συνηθισμένος στη δισκογράφηση concept ιδεών, ο Frusciante συνδέει στο Empyrean το θέμα της καθόδου στην οποιαδήποτε άβυσσο πριν την αντίστοιχη άνοδο και τον όρο του τίτλου (που χρησιμοποίησαν οι Δάντης, Μίλτον και Κητς για την απόδοση του υψηλότερου δυνατού σημείου στον ουρανό) με τον κεντρικό του alter – hero, ένα πρόσωπο που αποτελείται από δυο χαρακτήρες. Σημειώσεις για τον δίσκο, όπου συμμετέχουν οι Flea, Johnny Marr, Sonus Quartet, Josh Freese, New Dimension Singers και ηχογραφήθηκε από τα τέλη του 2006 ως τις αρχές του 2008, διαβάστε στο http://www.johnfrusciante.com/.

Στα πολύ βαθιά νερά, για άλλη μια φορά.

22
Ιον.
09

Μιχάλης Παπαμακάριος – Φυσάει κόντρα. Μουσική Αντίσταση στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης και του πολέμου

 

Ήταν τέλη του 2002 όταν κυκλοφόρησε το διπλό The fire this time, μια πρώτη οργανωμένη δισκογράφηση για το Ιράκ του 2003, συνδυάζοντας σημαντικά ηλεκτρονικά ονόματα με τα ηχητικά ντοκουμέντα της τραγικής συγκυρίας (από διηγήσεις της ιστορίας της χώρας μέχρι ηχογραφήσεις από τα πεδία των μαχών και εξομολογήσεις θυμάτων). Από μια άποψη, ήταν η πρώτη μιας σειράς εξαιρετικών συλλογών που δημιουργούσαν το υπόβαθρο μιας νέας πολιτικής μουσικής σκηνής. Ορισμένες από αυτές τις αχανείς αλλά και ναρκοθετημένες (με πολλές παγίδες) περιοχές του σύγχρονου ροκ εντ ρολλ εξερευνά εδώ ο συγγραφέας (γεν. 1968, συνεργ. σε Δίφωνο και ΠΡΙΝ), επικεντρώνοντας κυρίως στην νέα χιλιετία.

Ειδικά κεφάλαια αφιερώνονται στη γενικότερη χρονική πορεία του πολιτικού τραγουδιού από το Γούντστοκ του 1968 στο Σιάτλ του 1999 και την Γένοβα 2001 (με έμφαση στην δεκαετία του ’90 κι έπειτα), στους Mano Negra και Manu Chao και στην πληθώρα των κινήσεων ενάντια στον «ηλίθιο Αμερικανό» Μπους. Ξαναθυμόμαστε την επανασύνδεση της Liberation Music Orchestra υπό τους Charlie Haden και Carla Bley για το free jazz πολιτικό μανιφέστο του Not in Our Name ή τους Punk Voters με τους παλιόφιλους Jello Biafra και Bad Religion αλλά και τη γνωστή συνέχεια: Future Soundtrack of America, Vote for a Change, Rock Against Bush, Fahrenheit 9/11, το μαζικό ρεύμα νέων ντοκιμαντεριστών που εκβλάστησε, Hip Hop Summit Action Network κ.λπ. Σκιαγραφούνται ακόμα, οι μορφές του σύγχρονου αντιπολεμικού τραγουδιού, με μερικές από τις σημαντικότερες συναυλιακές συναθροίσεις, φεστιβάλ, καμπάνιες, κινήσεις (Not In Our Name, Stop the War Coalition κ.ο.κ.), οι πιο απροκάλυπτες προσπάθειες λογοκρισίας, και ο αντίκτυπος των παραπάνω στον ελληνικό χώρο, από τους Δεθελοντές στο low bap.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται σε συγκεκριμένα ονόματα, με αναφορές στους κυριότερους σχετικούς σταθμούς της πορείας τους: Rage Against the Machine, Chumbawamba, Billy Bragg, Fermin Muguruza (που, μην ξεχνάμε, πως γράφει και τραγουδά στην euskera, τη γλώσσα των Βάσκων), Banda Bassotti, Asian Dub Foundation, FunDaMental, Ska-P, The (International) Noise Conspiracy, Michael Franti (Beatnigs, The Disposable Heroes of Hyphopricy, Spearhead), Rachid Taha (ως κορυφαίος εκπρόσωπος του punk rai), The Dope Poet Society, Dead Prez, System of a Down, Ojos de Brujo, Up, Bustle and Out, Zebda, Los de Abajo, Radio 4, Manic Street Preachers, Godspeed You Black Emperor!, Deus Ex Machina, Active Member. Τέλος, προτείνονται 87 δίσκοι που χαρακτηρίζονται κοινωνικοπολιτικά «μανιφέστα» και οι οποίοι προέρχονται από τα παραπάνω ονόματα και όχι μόνο (Thievery Corporation, Zona Marginal, Motives, ΝΤΜ, Senser, Θανάσης Γκαϊφύλλιας κ.ά.) και, στο τέλος, σχετικές διαδικτυακές διευθύνσεις.

Ίσως κάποια ονόματα (όπως η Crass Records, η Alternative Tentacles, οι Specials) που προκάλεσαν κύμα αφύπνισης στην δύσκολη δεκαετία του ’80 θα άξιζε να αναφερθούν έστω και εν τάχει, αλλά σε μια νέα έκδοση οπωσδήποτε θα πρότεινα μια θέση στον Robert Wyatt που από τότε μέχρι σήμερα εξακολουθεί να συνθέτει σκληρές πολιτικές νότες. Το θέμα σαφώς είναι αχανές και πολυπλόκαμο, όμως εδώ παρουσιάζεται μια πλήρης μαζική εικόνα του σήμερα, με πλήθος ιστοριών, στοιχείων και φωτογραφιών (ζαβολιάρηδες, επτά με τους Active Member;). Και έχουμε συν τοις άλλοις και το ισχυρό σοκ της κυκλοφορίας ενός μουσικού βιβλίου που αφορά το σήμερα κι όχι τα 60ς, τα 70ς ή τα 80ς. Έπρεπε να το καθυστερήσουν, να βγει είκοσι χρόνια μετά, γιατί εδώ εκδοτικώς μόλις αρχίσαμε να ασχολούμαστε με τους Sex Pistols και τους Cure.

Οι Todos Tus Muertos επιλέγουν το πιο σκοτεινό όνομα για να θυμόμαστε Όλους Τους Νεκρούς της Αργεντινής του Βιντέλα, η μπάντα του Manu Chao στέκεται προσοχή σεβασμού καθώς ακούγεται ο λόγος του Marcos πίσω από ένα οργανικό Mentira, ο ίδιος αρνείται να ακουστεί το Me gustas tu στο ελληνικό Big Brother, οι Radio Bemba ζουν και οργανώνουν συναυλίες στις αυτόχθονες κοινότητες των ιθαγενών στην Τσιάπας, σε όλο και περισσότερα μέρη έχει αρχίσει να φυσάει Φυσάει Κόντρα και κάπως έτσι ανοίγουν κι αυτές οι σελίδες.

Εκδόσεις ΚΨΜ, [Σειρά: Ακραία Πολιτιστικά Φαινόμενα], 2006, σελ. 287. Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες: Ojos de Brujo, Billy Bragg.

 

21
Ιον.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 24

 

Κάρσον ΜακΚάλερς, Ανταύγειες σε χρυσό μάτι, εκδ. Γράμματα, 1982, μτφ. Έφη Φρυδά, σελ.80 – 81 (Carson McCullers, Reflections in a golden eye, 1941).

Και τότε έχοντας πια παραιτηθεί από τη ζωή άρχισε ξαφνικά να ζει. Μια μεγάλη τρελή χαρά τον πλημμύρισε. Ήταν κάτι που ήρθε το ίδιο απροσδόκητα όσο και το αφήνιασμα του αλόγου, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει. Τα μισάνοιχτα μάτια του έμοιαζαν γυάλινα, λες και βρισκόταν σε παραλήρημα, κι όμως τώρα έβλεπε καθαρότερα από ποτέ. Ο κόσμος ήταν έναν καλειδοσκόπιο, και καθεμιά από τις πολλές εικόνες που έβλεπε αποτυπωνόταν στο νου του με μια πυρωμένη ένταση. Κάτω στη γη, μισοθαμμένο μέσα στα φύλλα ξεπρόβαλε ένα μικρό λουλούδι, ένα εκθαμβωτικά λευκό κι εξαίσια δουλεμένο λουλούδι. Ο αγκαθένιος κώνος ενός πεύκου, το πέταγμα ενός πουλιού στο γαλανό ανεμοδαρμένο ουρανό, μια φλογισμένη ηλιαχτίδα μες στην πράσινη σκοτεινιά – ήταν σα να τα ’βλεπε για πρώτη φορά όλα αυτά. Ένιωθε τον καθαρό, τσουχτερό αέρα, το θαύμα του ίδιου του γεμάτου ένταση κορμιού του, την καρδιά του που πάσχιζε, το αίμα, τους μυς, τα νεύρα, τα κόκαλά του.

Στον Σταύρο Ζουμπουλάκη

19
Ιον.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 6. Σοφία Νικολαΐδου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Βιρτζίνια Γουλφ (για το λεπίδι στο μάτι), Σαπφώ (για την αστραφτερή λέξη), Ουγκώ (για την οργιαστική φαντασία), Μπρετ Ίστον Έλις (για την ανελέητη γοητεία του κακού). Όμηρος, πατήρ πάντων.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Παιδικά παραμύθια (Τα επτά κατσικάκια: μ’ αυτά μεγάλωσα). Παραλογές (Μάνα με τους εννιά σου γιους: μου το είχε μάθει η μάνα μου, όταν ήμουν τριών χρονών). Η κυρία Νταλογουέι, Ένα δικό σου δωμάτιο (Γουλφ). Η Παναγία των Παρισίων, Οι έμποροι των εθνών. Joe Dunthorne, Το υποβρύχιο: ανελέητα παιγνιώδες. Uzodinma Iweala, Θηρία χωρίς πατρίδα. Γροθιά.

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Άννα Καρένινα, Κουασιμόδος, Πινόκιο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όσο γράφω, τρώμε μαζί, κοιμόμαστε μαζί, πάμε βόλτες. Όταν τελειώνει το βιβλίο, περνάει καιρός, ώσπου να φύγουν απ’ το σπίτι. Μετά, με επισκέπτονται σπανίως. Μαθαίνω νέα τους, πολύ αραιά. Όπως γίνεται με παλιούς φίλους, όταν αίφνης αλλάζουμε ζωή και πόλη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Γραφείο μου είναι ο υπολογιστής μου. Είναι φορητός και είμαι νομάδας. Το μόνο που μου χρειάζεται είναι μια κλειστή πόρτα και τα βιβλία που μελετάω κάθε φορά. Οπουδήποτε. Έχω γράψει στο Αγαθονήσι, στο Κουφονήσι, στην Αμοργό. Στο δάσος του Χολομώντα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Το γράψιμο έρχεται γράφοντας. Ταλέντο είναι «κώλος στην καρέκλα», που έλεγε και ο Τόμας Μαν. Τα φώτα του μυαλού ανάβουν στη βόλτα, στο μεσοδιάστημα μεταξύ ύπνου και ξύπνου, στο ντους. Όμως οι καλύτερες ιδέες έρχονται γράφοντας. Μας εκπλήσσουν.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Γράφω και διαβάζω σε ηχηρή σιωπή. Ακούω μουσική άλλες ώρες: ξέσαλη ροκ, παλιά ρεμπέτικα, τζαζιές, κλαρίνα. Όπως βλέπετε, με χαρακτηρίζει μουσική ανεξιθρησκεία.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων: Ξανθιά πατημένη (Κέδρος, 1997). Γράφτηκε όσο βρισκόμουν, για απολύτως προσωπικούς λόγους, σε μεγάλο ζόρι. Προκάλεσε συζητήσεις και δημοσιεύματα, ιδίως η γλώσσα. Είναι το βιβλίο που με σύστησε στη συγγραφική κοινότητα και με έκανε να νιώσω συγγραφέας.
Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων: Ο φόβος θα σε βρει και θα ’σαι μόνος (Κέδρος, 1999). Ανοιχτή βεντάλια χρόνου, χώρου, θεμάτων (Από το μεσαίωνα ως σήμερα, από τη Φλάνδρα ως τα ελληνικά νησιά. Πριμαντόνες, νοικοκυρές, ντεθάδες, πιτσιρίκια). Από την κοφτή αναπνοή της Ξανθιάς, πέρασα σε μεγαλύτερη αναπνοή. Ήταν το βιβλίο που (μου) έδειξε πως η συγγραφή είναι ο τρόπος μου να ζω τη ζωή μου.
Το πρώτο μου μυθιστόρημα: Πλανήτης Πρέσπα (Κέδρος, 2002). Το έγραψα σε πλήρη συγγραφική αθωότητα – και του φαίνεται. Οι αντιδράσεις ήταν εμπαθείς: κριτικοί και αναγνώστες το λάτρεψαν ή το μίσησαν. Το θεωρώ τη συγγραφική μου ενηλικίωση, για προφανείς -αλλά και άρρητους- λόγους.
Το δεύτερο μυθιστόρημά μου: Ο μωβ μαέστρος (Κέδρος, 2006). Το έγραψα σε μια κρίσιμη περίοδο: είχε πεθάνει ο πατέρας μου και είχε γεννηθεί ο γιος μου. Η ζωή μου άλλαζε, ήμουν στα καρφιά. Είναι το πιο ευπώλητο από τα βιβλία μου. Η κριτική το υποδέχτηκε θερμά.
Δεν έχω αγαπημένο βιβλίο. Ή μάλλον το αγαπημένο μου είναι κάθε φορά το τελευταίο, μέχρι να αρχίσω να γράφω το επόμενο. Αυτό που με ενδιαφέρει συγγραφικά είναι να κάνω ένα βήμα παραπέρα κάθε φορά. Αλλάζω θεματολογία, ύφος, αφηγηματικά τερτίπια. Χρειάζομαι χρόνο για να ξεφουσκώσει το σύμπαν του προηγούμενου βιβλίου και να μπω με φόρα στο επόμενο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Κυρίως ιστορία. Για την περίοδο της Κατοχής, τους δωσίλογους, τους ταγματασφαλίτες. Η αιμάσσουσα ιστορία της Θεσσαλονίκης έχει αλλάξει τις βόλτες μου στην πυρίκαυστο ζώνη. Τώρα που μελετώ με μολύβι και χαρτί την πυκνή ιστορική ύλη της γενέθλιας πόλης, έχει αλλάξει το βλέμμα μου.

Τι γράφετε τώρα;
Το καινούριο μου μυθιστόρημα.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Ο συγγραφέας διαβάζει ιδιοτελώς: κλέβει αφηγηματικά κόλπα, φθονεί αφηγηματικά επιτεύγματα. Η ανάγνωση είναι απαραίτητη προϋπόθεση της συγγραφής.
Διαβάζω συστηματικά σύγχρονη πεζογραφία, ξενόγλωσση και ελληνόγλωσση. Συχνά επανέρχομαι σε αγαπημένους κλασικούς. Μελετώ στο γραφείο, με χαρτί και μολύβι. Κρατώ λεπτομερείς σημειώσεις. Θεωρώ ότι η επαγγελματική ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων και η κριτική τους αποτίμηση είναι μέρος της συγγραφικής δουλειάς. Κρατάει τα αναγνωστικά -και συγγραφικά- αντανακλαστικά σε εγρήγορση. Είναι ένα είδος συγγραφικής γυμναστικής.

Υπήρξατε από τους πρώτους συγγραφείς που έφτιαξαν προσωπική (και ιδιαίτερα παιγνιώδη) ιστοσελίδα. Ποια η εμπειρία σας τότε και σήμερα; Συνεχίζετε να την τροφοδοτείτε;
Η ιστοσελίδα μου (http://www.snikolaidou.gr/) κατασκευάστηκε ως διαδικτυακό παίγνιο το 2002, λίγο πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά μου Πλανήτης Πρέσπα και έπαιζε με διαφορετικές αναγνωστικές διαδρομές. Ήταν ένα διαδικτυακό φοντάν, που το καταδιασκέδασα, σε μια εποχή που ήμουν διαρκώς καλωδιωμένη. Τη σχεδίαση ανέλαβε η Τερέζα Γιακουμάτου, διαδικτυακό τελώνιο.
Όμως η τεχνολογία θέλει αφοσίωση. Καταπίνει χρόνο. Δεν ήμουν σε θέση να τα προσφέρω κι έπαψα να την τροφοδοτώ. Η υπηρεσία συντήρησης μιας ιστοσελίδας κοστίζει. Ένας χορηγός θα ήταν, πιθανόν, «μία κάποια λύσις».

Φωτογραφία: Κώστας Αμοιρίδης. Δημοσίευση και εδώ.

18
Ιον.
09

Τζέννυ Έρπενμπεκ – Παιχνίδι με τις λέξεις

Πολυτάλαντη δεσποσύνη (1967, Ανατολικό Βερολίνο) με σπουδές βιβλιοδεσίας, θεατρικών επιστημών και σκηνοθεσίας μουσικού θεάτρου, διδαγμένη και από Βέρνερ Χέρτσογκ και Χάινερ Μύλλερ. Συγγραφικώς ξεκίνησε με την περίφημη νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού (1999, που διασκεύασε και θεατρικώς) και συνέχισε με τα διηγήματα Σκύβαλα (2001). Στο πρώτο της θεατρικό έργο (KatzenhabensiebenLeben/Οι γάτες έχουν επτά ζωές, 2000) εξέφρασε απερίστροφα την ίδια μοιρασμένη αναλογία αγάπης και κτηνωδίας που διαπερνά στα λογοτεχνήματά της. Θεωρείται από τα εξαιρετικά πουλέν της νέας Γερμανικής γραφής.

Εδώ συναντούμε ξανά το εύρημα του μονολόγου ενός μικρού κοριτσιού και γενικότερα της θέασης του γύρω κόσμου μέσα από τα άπειρα υπεραθώα ματόκλαδά του. Περιορισμένη σε ένα σπίτι και στο εξωτερικό του, με υπερπροστατευτικούς πλην σιωπηλότατους γονείς, με φοβισμένη αλλά στοργική παραμάνα, ρωτά για τα πάντα, για να λάβει κάθε φορά απάντηση που εγείρει νέες ερωτήσεις. Μόνη της διαφυγή οι λέξεις, που όμως αποδεικνύονται το μεγαλύτερο και πλέον απατηλό εμπόδιο. Έξω από το σπίτι, οι ήχοι της αναταραχής και οι πυροβολισμοί των αγνώστων.

Το κοριτσάκι ανάμεσα στα 6 και στα 16 παραληρεί την παράλογη πραγματικότητά του σε μικρά, σχεδόν ελλειπτικά κείμενα, χωρίς ενότητες, πλοκή ή «δράση». Η αποκάλυψη του αληθινού περίγυρού της γίνεται σταδιακά και υπαινικτικά: θετή κόρη ενός πατριού – βασανιστή ενός δικτατορικού καθεστώτος. Τελικά τα μισόλογα και τα νανουρίσματά του δεν ήταν παρά περιγραφή τεχνικών των βασανιστηρίων, προσαρμοσμένη στην τρυφερή πατρική γλώσσα! Όλα όσα έχει ποτέ σκεφθεί ο άλλος είναι χωμένα στη σάρκα του. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να μαλακώσει η σάρκα.

Ετούτη η γκροτέσκα νουβέλα λες και σκίζεται ανάμεσα σε αποτρόπαιο παραμύθι και μελαγχολική παραβολή της πολιτικής βίας μιας θλιβερής χώρας. Που ίσως ήταν η στρατιωτική Αργεντινή (καθώς αναφέρεται ως ηλιόλουστη, και ακόμα «προτείνεται» στο εξαιρετικά ενδιαφέρον επίμετρο του Tom Shimmeck), είτε η ίδια η Ανατολική Γερμανία όπου μεγάλωσε η συγγραφέας (όπου και αναφορές, σε δεύτερο επίμετρο, για την προσωπική της αμυντική γλωσσολογία εκείνη την εποχή). Τα θύματα άλλωστε και οι δράστες της (πτώσης της) Ανατολικής Γερμανίας διασχίζουν δραματικά και το δεύτερο θεατρικό της έργο (LeibesübungenfüreineSünderin / Σωματικές ασκήσεις για μια αμαρτωλή, 2003).

Το μικρό κορίτσι ανασκευάζει τον κόσμο στα μέτρα του, με δική του γλώσσα, ηθική και ιστορία. Δείγμα ευφυΐας, αθωότητας ή παιδικής σκληρότητας; Δεν έχει σημασία. Το μόνο που έχει σημασία είναι να ακυρωθούν οι αναμνήσεις του.

Εκδ. Ίνδικτος, 2008, μτφ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, σελ.149 (Jenny Erpenbeck, Worterbuch, 2005). Από τις ίδιες εκδόσεις και τα δυο προηγούμενά της.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

17
Ιον.
09

Gustaf Spetz – Goodnight Mr. Spetz (Imperial Recordings, 2009)

Tο Golden feathers που ανοίγει τον δίσκο είναι μέχρις ώρας το ομορφότερο τραγούδι της (μισής) χρονιάς. Η εισαγωγή του είναι εκρηκτική, τα κουπλέ του προσπαθούν να καταλαγιάσουν την τρικυμία, εκείνη σύντομα επανέρχεται δριμύτερη. Τα πιάνα του είναι σκαλοπάτια στα σύννεφα και στον πάτο και πάλι πίσω και μπρος. Δεν θα το χαραμίσω γι’ αυτές τις άθλιες μέρες, θα το κρατήσω για τις δυνατότερες. Εσείς όμως ελεύθερα.

Ο Gustaf Spetz ξεκίνησε από πιτσιρικάς στις εκκλησιαστικές χορωδίες, τον έταξαν στο τσέλο (από τα 4-19) και μόνο αργότερα διέκρινε στο πιάνο το γκάτζετ των εμπνεύσεων που αποζητούσε: Καθόμουν στο πιάνο, ένοιωθα σαν να άνοιγε μια πόρτα, κι έτσι γράφονταν τα τραγούδια. Δοκίμασε τα αισθητήρια των ακροατηρίων στο διαδικτυακό smartassradio και υπήρξε τραγουδιστής, συνθέτης και πιανίστας των Eskju Divine (δύο δίσκοι: Come and join… και Heights) που όσο τους ξέρετε εσείς τους ξέρω κι εγώ. Μόνος του τώρα, και απορώ τι παραπάνω θα μπορούσαν να προσθέσουν οι εταίροι μιας μπάντας, την στιγμή που η θυελλώδης πιανιστική του ποπ μοιάζει πολυδάχτυλη. Αυτό είναι το βασικό της χαρακτηριστικό, αυτό την απογειώνει, ενώ η εύθραυστη φωνή του μάλλον την προσγειώνει.

Οι κιθάρες του Burn it, crush it, smash it μου θυμίζουν τα πιανίσματα της 4ΑD, μια τύπου Modern English αίσθηση της ποπ που δεν είναι ακριβώς ποπ, τις κιθάρες που περισσότερο ενδιαφέρονταν να ζωγραφίσουν τα χρώματα εκείνων των εξωφύλλων. Ό,τι κάνει εδώ ακριβώς με το πιάνο του. Άλλες κιθάρες στριγκλίζουν πολύ πίσω, πρέπει να γίνει διαφανές το τείχος για να τις ακούσετε. Κάτι συγκρατεί τον Γουστάβο από την πλήρη απογείωση, ίσως αισθάνεται ακόμα μέρος της ευρύτερης Σουηδικής Ποπ Σφαίρας (αν και παρατηρώ πως ελάχιστοι στο διαδίκτυο αναφέρονται στον δίσκο του), εξ ου και παραμένει σε αυτό τον συνδυασμό μεγαλορχηστρικού εκλεκτικισμού και καθάριου ερμηνευτικού ραδιοάσματος. Το πόσο θαυματουργά μπορεί να συνθέσει πάνω στο μοτίβο αυτό απολαύστε το στα έξοχα Restless και Feel no fear.

Brian Wilson, το βλέπεις πως ετούτο το μειράκιον σού γνέφει στο You and Me και όχι μόνο. Έλα πάρε το και κάνε το σαν τα μούτρα σου, να μας αποπλανήσει όλους κανονικά.

Πρώτη δημοσίευση: πάλι εδώ.

16
Ιον.
09

Ονόματα. 14 ιστορίες

 

H ιδέα της συλλογής είναι εξαιρετικά ερεθιστική: η κατασκευή ιστοριών σχετικά με γνωστά ή διάσημα ονόματα, όχι φυσικά ως σύντομα ψευδοβιογραφικά διηγήματα αλλά ως άλλες ματιές ή αντανακλάσεις των επιλεγμένων προσωπικοτήτων στο σύμπαν των «απλών» ανθρώπων. Τέτοιες λοξές ματιές (λοξότατες μερικές φορές) έριξαν οι περισσότεροι συμμετέχοντες. Μεταξύ των εκλεγμένων πορτρέτων βλέπω πως υπάρχουν δυο μουσικοί (ο Τζόνι Κας από τον Χρήστο Αστερίου, η Έιμι Γουάινχάουζ από την Εύη Λαμπροπούλου), τρεις λογοτέχνες (Κώστας Καρυωτάκης – Έλενα Μαρούτσου, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Λένα Κιτσοπούλου, Άρθουρ Κόναν Ντόιλ – Ντορίνα Παπαλιού), δυο φιλόσοφοι (Σιμόν ντε Μποβουάρ – Άντζελα Δημητρακάκη, Κορνήλιος Καστοριάδης – Πάνος Τσίρος), τρεις πολιτικοί (Τζον Κένεντι – Κώστας Κατσουλάρης, Λεονίντ Μπρέζνιεφ – Χρήστος Χρυσόπουλος, Ανδρέας Παπανδρέου – Νίκο Βλαντής), δυο ηθοποιοί (Τζουντ Λο – Αντώνης Γεωργίου, Κιμ Μπάσιντζερ – Γαλάτεια Ριζιώτη), μια δημοσιογράφος (Ελένη Βλάχου – Βίβιαν Ευθυμοπούλου) κι ο Ιησούς Χριστός από τον Δημήτρη Σωτάκη.

Θα σταθώ στα τρία που απόλαυσα περισσότερο και με προσκάλεσαν σε δεύτερη ανάγνωση. Ένας λάτρης του Τζόνι Κας σκοτώνει για να προστατέψει την αγαπημένη του, κάνοντας πραγματικότητα τους στίχους because you’re mine/I walk the line και ως φυλακισμένος περιμένει ως κορυφαία στιγμή της ζωής του την θρυλική συναυλία της 13 Ιανουαρίου 1968 στη Folsom Prison, για να δώσει ένα κομμάτι στον Τζόνι και να νοιώσει «έτοιμος». Υπάρχουν, φίλε, κάποιες στιγμές στη ζωή που σφραγίζονται στο μυαλό σου, σημαντικές στιγμές. Ο ήχος της μπερέτας…Η φωνή του Τζόνι εκείνο τον Ιανουάριο του ’68…Αυτές είναι σίγουρα οι δικές μου…

Οι Δανεικοί Αυτόχειρες της Μαρούτσου αποτελούν φαινομενικά ένα τρίγωνο υφέρποντων ερωτισμών υπό το ζόφος της καρυωτακικής ποίησης: μια καθηγήτρια που μεταδίδει την πλήρη της βίωση της ποίησης, ένας καθηγητής που ταράζεται και ζαλίζεται όταν διαβάζει λογοτεχνία, πιθανώς επειδή έχει εκπαιδευτεί να μπαίνει στη θέση των άλλων κι ένας μαθητής που μυείται στα χάη και τα αντιχάη του ποιητή. Αν κάποιος αλλάξει το όνομά του σε Κώστας Καρυωτάκης, η ποθούμενη θα γίνει η Πολυδούρη του; Μπορείς να αλλάξεις με τον τρόπο αυτό την ίδια την μυθολογία και την ιστορία; Το παν είναι να μη βουλιάξεις; Γι’ αυτό η ευτυχία είναι θέμα ύψους;

Τέλος, στο κείμενο του Χρυσόπουλου φωτίζεται ένα ελάχιστο πλην αντιπροσωπευτικό κομμάτι σοβιετικής ιστορίας, όπου αναπότρεπτα διασταυρώνονται οι δρόμοι ενός απλού εργάτη του Μεταλλουργικού Ινστιτούτου, ενός μικρού κοριτσιού και του πάντα σιωπηλού Μπρέζνιεφ, με φόντο την οικοδόμηση μιας πόλης στο πουθενά. Οι συνεχείς μεταβολές των τρόπων γραφής και η ενσωμάτωση ιστορικών στοιχείων και μαυρόασπρων φωτογραφιών αποτελούν μια εξαιρετικά μοντέρνα λογοτεχνική πρόταση.

Όχι τυχαία οι τρεις αυτοί συγγραφείς βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πλέον ενδιαφέρουσας εγχώριας λογοτεχνίας. Το πρότζεκτ μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον, με αλλεπάλληλες προσκλήσεις και άλλων λογοτεχνών. Αναρωτιέμαι ποια πρόσωπα θα με έλκυαν για να αποδομήσω από μια παρόμοια θέση!

Εκδόσεις Κέδρος, 2008, σελ. 323.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Εικονιζόμενος, ο τροβαδούρος των φυλακών.

15
Ιον.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 5. Σώτη Τριανταφύλλου

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς
Λοιπόν, έχουμε και λέμε: ο Ντ.Χ. Λόρενς, ο Γκύντερ Γκρας, ο Χάινριχ Μπελ, ο Τζ. Μ. Κούτσι, ο Φίλιπ Ροθ, ο Τόμας Χάρντυ, ο Α. Μπ. Καζάρες, ο Τσέζαρε Παβέζε, ο Τόμας Μπέρχαρτ, ο Μπότο Στράους… Μερικοί από τους Οργισμένους Νέους που έχουν πια ξεχαστεί: ρεαλιστική, βρετανική λογοτεχνία· το υλικό του free cinema· ιστορίες για βόρειες, βιομηχανικές πόλεις…Από τους λεγόμενους κλασικούς μ’ αρέσουν όλοι: το κατεστραμμένο προλεταριάτο του Ζολά, η Μαντάμ Μποβαρύ, ο Ηλίθιος…Ίσως ο Τολστόι να βρίσκεται, για μένα, πάνω απ’ όλους…Και τα «Ανεμοδαρμένα ύψη»… Όσο για τον κατάλογο των ποιητών είναι πολύ μακρύς: από τους σύγχρονους μ’ αρέσει ο Τεντ Χιουζ, ο Μπομπ Ντύλαν, ο Λέναρντ Κόεν… Ο μεγαλύτερος ποιητής όλων των εποχών παραμένει ο Σαίξπηρ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
«Τρυφερή είναι η νύχτα» (Φ. Σ. Φιτζέραλντ), «Εμπειρία» (Μάρτιν Έιμις), «Σφαγείο Νο5» (Κερτ Βόννεγκατ), “Montauk” (Mαξ Φρις – ελλ. Τίτλος «Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ»), «Στον δρόμο» (Τζακ Κέρουακ), «Τα σταφύλια της οργής» (Τζον Στάινμπεκ)…Τα αγαπημένα μου βιβλία είναι κυρίως φιλοσοφικά: Κίρκεγκαρντ, Σιοράν, Γιάσπερς. Τέτοια πράγματα.

Αγαπημένα σας διηγήματα
Τα διηγήματα της Γιουντόρα Γουέλτυ, του Σέργουντ Άντερσον, του Τσέχοφ. Έχω αδυναμία στους Ρώσους: στον Γκόγκολ, στον Πούσκιν. Μ’ αρέσουν τα παραμύθια του Όσκαρ Γουάιλντ, οι σύντομες ιστορίες του Φ.Σ. Φιτζέραλντ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Χόλντεν Κόλφιλντ από τον «Φύλακα στη σίκαλη», η Μάργκαρετ Χέιλ από το «Βορράς, Νότος» της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Σκέφτομαι συχνά τον Ντουντς από τον «Υπόγειο ουρανό»: τώρα, αν όλα πήγαν «καλά» – όσο «καλά» θα μπορούσαν να πάνε – έχει αποφυλακιστεί…Τι κάνει άραγε; Είναι σίγουρο ότι δεν έχει επιστρέψει στο Σάουθ Μπεντ της Ιντιάνα, ούτε έχει αναζητήσει τη Λουτσία: η Λουτσία ζει με τον Φλυνν στη Φλόριντα (δεν ξέρω!), χάθηκε σαν μια σκιά…Πάσχει ακόμα από άσθμα; Ή τα σύγχρονα φάρμακα την έχουν απαλλάξει από εκείνες τις οδυνηρές κρίσεις της δύσπνοιας; Ίσως ο Ντουντς έχει βρει δουλειά σε γκαράζ: ξέρει από αυτοκίνητα. Ίσως ακόμα να παίρνει μέρος σε αγώνες hot-rods στην Καλιφόρνια…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Γράφω σε δωμάτια ξενοδοχείων και μοτέλ. Σε σταθμούς τρένων, σε αίθουσες αναμονής…Έγραψα το «Η Μαριόν στα ασημένια νησιά και τα κόκκινα δάση» – ένα βιβλίο για παιδιά – στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου όπου ο πιο αγαπημένος μου φίλος αργοπέθαινε από καρκίνο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Άλλοτε γράφω μέσα στη σιωπή, άλλοτε ακούω κομμάτια που, με έμμεσο τρόπο, σχετίζονται με όσα γράφω. Αποφεύγω μουσική που μπορεί να προκαλέσει π.χ. επιθυμία για χορό…Ούτε ακούω hysterical rock τύπου White Stripes ή Primal Scream… Kαμιά φορά ακούω όπερες.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Έχω γράψει πολλά βιβλία για να ανταποκριθώ σε μια τέτοια ερώτηση. Όλα μου τα βιβλία έχουν σοβαρές αδυναμίες και αν τα έγραφα τώρα το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό. Ωστόσο, το καθένα αντιστοιχεί με μια στιγμή της ζωής μου: όταν έγραφα το «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης» και το «Αύριο μια άλλη χώρα» ήμουν πάρα πολύ ευτυχισμένη, όταν έγραφα τον «Υπόγειο ουρανό» φοβόμουν ότι η ευτυχία μου δεν θα διαρκέσει…Και πάει λέγοντας…Όταν έγραφα το «Λίγο από το αίμα σου» είχα τη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση: είναι το καλύτερο βιβλίο που έχω γράψει, με διαφορά.

Τι γράφετε τώρα;
Γράφω τώρα ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο που εντάσσεται σε μια σειρά των εκδόσεων Πατάκη με γενικό τίτλο «Η κουζίνα του συγγραφέα». Ο κάθε συγγραφέας αφηγείται, με τον τρόπο του, πώς κατέληξε να κάνει αυτό το πράγμα και τι σκέφτεται για τη συγγραφή. Αναπόφευκτα, περιγράφει τη ζωή του, τις ιδέες του, τις ανησυχίες του. Μοιάζει ναρκισσιστικό και πράγματι κινδυνεύει να γίνει ή να αναγνωσθεί ως ναρκισσιστικό. Σε ό,τι με αφορά, δεν έχω κανένα λόγο να επιδεικνύω ναρκισσισμό: έχω κάνει πολλά λάθη και θα προτιμούσα να μην τα είχα κάνει. Ωστόσο, ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να χρησιμεύσει ως εγχειρίδιο για έναν νέο συγγραφέα. Επίσης ίσως να ικανοποιήσει την περιέργεια μερικών αναγνωστών γύρω από αυτή την «κουζίνα», το εργαστήρι όπου παρασκευάζονται τα βιβλία.

Τι διαβάζετε;
Διαβάζω περισσότερο ποιήματα και δοκίμια παρά μυθιστορήματα. Διαβάζω επίσης – αναπόφευκτα – τα βιβλία που μεταφράζω: πρόσφατα τη «Χρονιά του έρωτα» του Πάουλ Νίτσον που μετέφρασα από τα γερμανικά. Αυτές τις μέρες περισσότερο γράφω (την «Κουζίνα») παρά διαβάζω.

Δημοσίευση και εδώ.

14
Ιον.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 23

Τζούνα Μπαρνς, Το δάσος της νύχτας, Εκδ. Αλεξάνδρεια, 1992, μτφ. Παναγιώτης Ι. Χατζηδάκης, σ. 113 (Djuna Barnes, Nightwood, 1936).

Η γυναίκα που παρουσιάζεται στο θεατή σαν μια «εικόνα» τακτοποιημένη μια για πάντα είναι ο υπέρτατος κίνδυνος για το στοχαστικό νου. Κάποτε συναντά κανείς μια γυναίκα που είναι θηρίο μεταμορφωνόμενο σε άνθρωπο. Κάθε κίνηση μιας τέτοιας ύπαρξης θα αναχθεί στην εικόνα μιας λησμονημένης εμπειρίας∙ στην οφθαλμαπάτη ενός αιώνιου γάμου, τη χαραγμένη στη φυλετική μνήμη∙ μια χαρά τόσο αβάσταχτη όσο θα ήταν και τ’ όραμα της αντιλόπης που κατεβαίνει μια αλέα, στεφανωμένη με άνθη πορτοκαλιάς και πέπλο νυφικό και με τη μια οπλή υψωμένη σε λιτή χειρονομία φόβου, βαδίζοντας μέσα στην αναρρίγηση της σάρκας που ετοιμάζεται να γίνει μύθος∙ όπως ο μονόκερως δεν είναι ούτε άνθρωπος ούτε στερημένο ζώο, αλλά ανθρώπινη πείνα που πιέζει το στήθος πάνω στη λεία της.
Μια τέτοια γυναίκα είναι ο μολυσμένος φορέας του παρελθόντος. Μπροστά της το κρανίο μας και τα σαγόνια μας πονούν – νοιώθουμε πως θα μπορούσαμε να τη φάμε, αυτή που είναι θάνατος φαγωμένος που επιστρέφει…

Στην Τζένη Μαστοράκη

13
Ιον.
09

Ο νυχτερινός Φαρφουλάς, τεύχος 10, Μάρτιος (Άνοιξη) 2009

 

Ιδού ο νυκτίος (Φ.) έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, με κείμενα γραμμένα σε νυχτερινό φόντο που δεν διαβάζονται όμως εν μια νυκτί. Άλλωστε σύμφωνα με τον Τρότσκι είναι Η νύχτα που αποφασίζει, όπως τιτλοφορεί κείμενό του για την κρίσιμη νύχτα που προηγήθηκε της κατάληψης της Πετρούπολης από τους Μπολσεβίκους, τον Οκτώβριο του 1917. Ακολουθεί απόσπασμα από την πνευματώδη και ηδυπαθή Καρμίλλα του Joseph Sheridan Le Fanu, τον πρώτο εξέχοντα θηλυκό βρυκόλακα της λογοτεχνίας, αλλά και κείμενο εκείνης που θεωρήθηκε η μετεμψύχωσή της, της Annie Le Brun (Παριζιάνας υπερρεαλίστριας και μελετήτριας του Ντε Σαντ), για τις υπέργειες και υπόγειες σχέσεις του Υπερρεαλισμού με το Γοτθικό Μυθιστόρημα.

Η νύχτα προχωράει με διήγημα της πάντα απρόβλεπτης σουρεαλίστριας και ζωγραφίστριας Leonora Carrington (φωτ.) και δοκίμια περί της νυκτός στον Συμβολισμό, για τα καιρικά φαινόμενα στην Λογοτεχνία της Φρίκης, για την Γυναίκα – Βαμπίρ στις παραδόσεις και τη λογοτεχνία, τις θαμμένες παγανιστικές εορτές (από τον Sol Incvitus ως τα χειμερινά Saturnalia) και την κατά Fernando Pessoa Ώρα του Διαβόλου. Προτού ξημερώσει έχουμε διασχίσει ένα ένθετο κυπριακών ιστοριών και χαρακτικών περί καλικαντζάρων, διηγήματα, ιστορίες, αφηγήσεις και ποιητικά κείμενα από συνεργάτες και νυχτοφύλακες του Φαρφουλά, τον Κόσμο των σκιών (φωτογραφική ενότητα) και 18 νυχτερινά χαϊκού από την – υπό 2η έκδοση– ανθολογία του Χρήστου Τουμανίδη. Στο τεύχος έχει εισχωρήσει αυθαίρετα ειδική εφημερίδα υπό τον ύποπτο τίτλο Η Ηχώ της Αεραλάνδης, αφιερωμένη στις εικοσαετείς αναπνοές των μουσικών – κολλεκτιβιστών Αέρα Πατέρα με κείμενα ιστορικού, μουσικοτραγικού και επετειακού (Δ.Ε.Α.Π – Διεθνές Έτος Αέρα Πατέρα) ενδιαφέροντος. Επισκεπτήριο: http://farfoulas.blogspot.com/. [77 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

12
Ιον.
09

Κλήδονας, τεύχος 3 (Φεβρουάριος 2009)

 

Υπερρεαλισμός και Πολιτική

Ο νέος Κλήδονας (η περιοδική έκδοση της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών που προφανώς έχει το προνόμιο να ζει σε μία από τις πλέον υπερρεαλιστικές πόλεις του υπαρκτού κόσμου) προκαλεί νέους εγκεφαλικούς κλυδωνισμούς μ’ ένα χαώδες αφιέρωμα στα δύο πλέον ασύνδετους – φαινομενικά – τομείς: τον υπερρεαλισμό και την πολιτική. Κι όμως, μια σειρά εξαιρετικά ενδιαφέροντων κειμένων ηχούν προς το ακριβώς αντίθετο. Η ομάδα μάς εισάγει στο θέμα με ένα κείμενο για την πολιτική διάσταση του σουρεαλισμού, ο Michael Loewy τον φωτίζει ως ρομαντικό επαναστατικό κίνημα, ο Alix Large ανιχνεύει την πολιτική του εξέλιξη από τον επίσημο κομμουνισμό στον τροτσκισμό και τον αναρχισμό και τις ελευθεριακές θέσεις

Η σχέση του Υπερρεαλισμού με τα Επαναστατικά και τα Πολεμικά Πεδία, από τις αναγνώσεις του Sartre, τις διακηρύξεις των Μπρετόν και Σουπώ – Μόνον ο αχάριστος θάνατος μας σεβόταν πια! ­– του Έρνστ και των Ντανταϊστών, στις ιστορικές ρηγματώσεις των χαρακωμάτων του πολέμου, των οδοφραγμάτων και των νομαδισμών, εξετάζεται σε ένα μεγάλο κείμενο του Βαγγέλη Κούταλη. Ακόμη: μεταφράσεις κειμένων της δεκαετίας του ’50 από την εφημερίδα Le Libertaire και ανθολόγηση ορισμένων σπάνιων ποιητών (Aime Cesaire, Benjamin Peret, Magloire-Saint-Aude, Jayne Cortez και Ted Joans, ο κατά Μπρετόν πρώτος Αφροαμερικανός υπερρεαλιστής που κάποτε είπε Η τζαζ είναι η θρησκεία μου και ο υπερρεαλισμός η οπτική γωνία μου). Το τεύχος κλείνει με ποίηση και παιχνίδια επί χάρτου ή επί δρόμου. Αποχωρώ έχοντας σχεδόν στ’ αυτιά μου τον απόηχο της επιστολής του Αντονέν Αρτώ (φωτ.) το 1924: Γιατί να πούμε ψέματα, γιατί να προσπαθήσουμε να εντάξουμε στο πεδίο της λογοτεχνίας κάτι που αποτελεί την ίδια την κραυγή της ζωής, γιατί να προσδώσουμε τη φαινομενικότητα της μυθοπλασίας σε ό,τι έχει προκύψει χάρη στην αξερίζωτη ουσία της ψυχής, σε ό,τι είναι όπως το μουγκρητό της πραγματικότητας; Εκδ. Φαρφουλάς, 120 σελ. 

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

10
Ιον.
09

Περιοδικό Πανδώρα, τεύχος 23 (Νοέμβριος 2008 – Μάιος 2009)

 

Το εργαστήρι του Γιώργου Ρωμανού είναι διπλής όψεως. Στα μπροστινά δωμάτια ασκεί τη συγγραφική με προσωπικότατο ύφος [πρόσφατα βιβλία: Δέκα ροκ κι ένα μπλουζ για τρεις (διηγ., Μεταίχμιο, 2004), Καζαμπλάνκα Καφέ (μυθιστ. Άγκυρα, 2008)] και στον οπισθόδομο χειροτεχνεί μόνος του εδώ και 12ετία ετούτο το εξαμηνιαίο περιοδικό. Κάποτε στα ενδιάμεσα λειτουργούσε και ιατρικό εργαστήρι.

Ο Ρωμανός μεταξύ άλλων δίδαξε γραφή, διήγημα και θεωρία, εξ ου και ο φάκελος του τεύχους (Νέες φωνές στην πεζογραφία) περιλαμβάνει ισάριθμα διηγήματα από τους μαθητεύσαντες διηγηματογράφους, στους οποίους διαπιστώνει (κι εμείς μαζί του) ποικίλες συγγραφικές ιδιοπροσωπίες. Το αφιέρωμα τιμά τον λογοτέχνη, θεωρητικό και κριτικό Νικήτα Παρίση και το υπόλοιπο τεύχος κατακλύζεται από ποίηση (Γ. Σαραντάρης, S. Quasimodo, Γκίκα), διηγήματα (G. de Maupassant, X. Χατζήπαππας κ.ά.), μια μικρή φόρμα του Μάριου Μιχαηλίδη, θεωρητικά σημειώματα, κείμενο του Γ. Αράγη για τον υποβλητικό λόγο του Χριστόφορου Μηλιώνη, ένα αφιερωτήριο του Δημήτρη Καλοκύρη κ.ά.

Το ερεθιστικότερο κείμενο ανήκει στον ίδιο τον Ρωμανό και εκκινεί από την βράβευση με Νόμπελ του Γκυστάβ Λε Κλεζιό. Αν σκεφτεί κανείς πως ο Γάλλος συγγραφέας γεννήθηκε στη Νίκαια, οι γονείς του ήταν Βρετόνοι, η καταγωγή του από τον Μαυρίκιο του ινδικού, η οικογενειακή εγκατάσταση στην Νιγηρία, οι σπουδές στην Αγγλία, το διδακτορικό στη Γαλλία, ο στρατός σε Ταϊλάνδη και Μεξικό, η εργασία σε Αλμπουκέρκη και Σεούλ, η ζωή σε Παναμά και Αϊτή και η σύζυγος Μαροκινή, τότε αναρωτιόμαστε μήπως εδώ βραβεύεται ο «παγκόσμιος πολίτης» – άρα ίσχυσαν εξωλογοτεχνικά κριτήρια; Κατά τα άλλα, διαπιστώνει ο Γ.Ρ., ο μόνιμος πλέον πρώτος επιλαχών στον προθάλαμο των Νόμπελ κ. Φίλιπ Ροθ συνεχίζει να αντιγράφει από βιβλίο σε βιβλίο την ίδια ακριβώς ανασκόπηση της ιστορίας των μαύρων Αμερικάνων ή των μαύρων που δείχνουν λευκοί στην όψη, εύρημα που έχει βέβαια αντιγράψει από το Φοκνερικό Φως τον Αύγουστο. Πότε θα κριθούν λοιπόν η γλώσσα, οι τεχνικές, η ποιητική και όχι το «μήνυμα»; [112 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
09
Ιον.
09

Kate O’ Riordan – Ο άγγελος του σπιτιού

Πότε είναι περισσότερο ευάλωτος κανείς σε μια ορμητική επέλαση του έρωτα; Όταν τον περιμένει μια ζωή ή όταν έχει αποκλείσει τον ερχομό του; Ποιος δίνεται κατόπιν περισσότερο, ο φοβισμένος ή ο διψασμένος; Πώς γίνεται και όσο μεγαλώνουμε αποφεύγουμε να καλούμε στο σπίτι μας το νέο πρόσωπο στη ζωή μας; Και πώς φιλοδοξούμε να γνωρίσουμε τον άνθρωπο απέναντί μας, όταν είναι δεδομένο πως δυσκολευόμαστε να το κάνουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό;

Σε τέτοια δύσκολα νερά ρίχνει τα δημιουργήματά της η συγγραφέας, δίνοντάς τους βέβαια την τελευταία στιγμή εξοπλισμό από χιούμορ, αιχμηρές φράσεις και συνεχείς απρόβλεπτες αντιδράσεις. Πριν απ’ όλα όμως έχει πάρει δυο τυπολογικά μυθιστορηματικά στερεότυπα: ο «Άγγελος Του Σπιτιού» είναι το κατά Βιρτζίνια Γουλφ οικιακό φάντασμα της αγνής, υποτακτικής και ευνουχισμένης γυναίκας, ενώ ο «Άνθρωπος στη Σοφίτα» είναι ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας που κρύβει κάθε σπίτι, ακόμα και το πρόσωπο της ντροπής για την οικογένεια. Ύστερα τα αντιστρέφει: η αγγελικότητα της Άντζελα διαχέεται αποκλειστικά στον περίγυρό της, διαφυλάσσοντας άλλες δαιμονικές εσωτερικές δυνάμεις για τους οικείους της. Όσο για τον σοφιτόβιο θείο Μάικυ, ήταν ο ίδιος που επέλεξε τον πεντηκονταετή υπέργειο εγκλεισμό του, φτύνοντας με τον τρόπο αυτό την αθλιότητα των γύρω του.

Μια Άντζελα λοιπόν αφοσιωμένη σε ένα άσυλο άστεγων και ανιάτων (γνωστή ιστορία: αφοσιωνόμαστε παθιασμένα γύρω μας για να αποφύγουμε να κοιτάξουμε μέσα μας) κι ένας Ρόμπερτ, εξόριστος στο οικογενειακό πλωτό του σπίτι, με καταφύγιο μια …ξένη οικογένεια. Διάφοροι αλλόκοτοι τέταρτοι χαρακτήρες αναλαμβάνουν όλοι τους με το έτσι θέλω ρόλο στην ιστορία, ο ασφυκτικός κλοιός των θειάδων της Άντζελα υποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο αναπόδραστοι παραμένουμε στις οικογενειακές μας φυλακές, ο καθένας δηλώνει άλλο από αυτό που είναι, δημιουργώντας πολλαπλασιαζόμενα σενάρια, να λοιπόν γιατί οι μοναστική επιλογή τελικά αποτελεί για πολλούς όχι την πιο δύσκολη, αλλά την πλέον εύκολη λύση διαφυγής!

Όσο γκριζόμαυρο (όπως οι βρετανικοί ουρανοί και τα μελαγχολικά σπίτια της γενέτειρας) κι αν μοιάζει το θέμα, η ιστορία κυλάει σχεδόν σαν φάρσα, με λογοτεχνικές (όχι κινηματογραφικές!) ανατροπές, με απρόοπτα και τραγελαφικές καταστάσεις, διαλόγους με σχήμα τσιγκελιού και πάνω απ’ όλα την ατμόσφαιρα των ταινιών του Neil Jordan, του Stephen Frears, του Michael Winterbottom, του Mike Newell. Η Ο’Ριόρνταν γεννήθηκε και ζει στο Λονδίνο, μεγάλωσε στην δυτική Ιρλανδία, έχει εκδώσει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα και γράφει για θέατρο και τηλεόραση.

Εκδ. Πόλις, 2006, μτφ. Μαρία Σκαμάγκα, σ. 538 (The Angel in the House, 2000). / Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

08
Ιον.
09

Τζων Μ. Κουτσί – Ξένα ακρογιάλια. Κριτικά δοκίμια 1986-1999

Ο επιδραστικότατος νοτιοαφρικανός συγγραφέας, μια από τις μοντέρνες και ριζοσπστικές λογοτεχνικές φωνές, αφήνει στην άκρη τις δικές του λευκές σελίδες για να ασχοληθεί με τις τυπωμένες των άλλων. Εξασκημένος σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα δοκίμια (ενδεικτικά: Μίασμα της πορνογραφίας, Λογοκρισία στη Νότιο Αφρική, Δομές της επιθυμίας στη διαφήμιση), εδώ εκθέτει τις ερεθιστικότατες λογοτεχνικές κριτικές του, αποτελώντας την εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τους συγγραφείς να αποφεύγουν να κρίνουν δημόσια τα έργα των συναδέλφων τους ή να τα εκθειάζουν συντεχνιακώς.

Ποιους επιλέγει; Μερικούς μοντερνιστές του 20ού – Κάφκα, Μιούζιλ, Ρίλκε (άλλωστε μαζί με τον Μπέκετ οι βασικότερες δεδηλωμένες επιρροές του), Μπόρχες, λιγότερους κλασικούς (Ντηφόου – μην ξεχνάμε, ο Κουτσί επανέγραψε την ιστορία του Ροβινσώνα από την γυναικεία πλευρά (Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα/Foe, 1996), Ντοστογέφσκι – που χρησιμοποίησε ως ήρωα στον Άρχοντα της Πετρούπολης, 1994) και περισσότερους σύγχρονους, ενεργούς «ανταγωνιστές» πεζογράφους: Α.Σ. Μπάιατ, Σάλμαν Ράσντι, Άμος Όζ, Ναγκίμπ Μαφχουζ, Ντόρις Λέσινγκ. Διαβάζει τα Ημερολόγια του Μιούζιλ ως συγκινησιακή αυτοβιογραφία αλλά και ως δυνάμει λογοτεχνία και την μνημειώδη 1500σέλιδη Κλαρίσσα του Ρίτσαρντσον για να ξαναμιλήσει ακόμα και αιρετικά ή ανορθόδοξα (σε πολλά εισαγωγικά οι όροι) για τα προσφιλή του θέματα του βιασμού και της παρθενίας που την διαπερνούσαν.

Είναι ενδιαφέρουσα η κριτική του στους ολλανδούς Χάρρυ Μούλις και Σες Νότεμπομ που τους γνωρίζουμε κι εδώ από πολλά μεταφρασμένα τους βιβλία. Στην περίπτωση δε του δεύτερου θίγει ένα γενικότερα συζητήσιμο θέμα και παίρνει σαφή θέση: αν αποκαλύπτεις στους αναγνώστες τους τελευταίους απομονωμένους ειδυλλιακούς ταξιδιωτικούς προορισμούς, τότε γίνεσαι ο ίδιος μέρος της τουριστικής βιομηχανίας. Σε αντίστοιχα ακάνθινο θέμα (καθαρή συγγραφική συνείδηση συγγραφή ή πολιτική στράτευση;) περιλαμβάνει την συντοπίτισσα Ναντίν Γκόρντιμερ.

Μην περιμένετε εδώ δυσανάγνωστα κομμάτια. Ο Κ. φωτίζει κάπως αφώτιστες όψεις του έργου ή και του χαρακτήρα των συγγραφέων, γράφει απλά, διηγείται πλοκές, περιγράφει χαρακτήρες, εκφράζεται αυτοβιογραφικά. Κάθε του κομμάτι είναι προσιτό κι ενδιαφέρον. Στο κατεξοχήν δε αυτοβιογραφικό του δοκίμιο για το «Τι είναι κλασικό;», εκθέτει τη δική του προσωπική εξομολογητική άποψη για την έννοια αλλά και την ανιχνεύει μέσω του «κανόνα» της …μουσικής του Μπαχ!

Εκδ. Μεταίχμιο, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, πρόλογος – επιμέλεια: Άρης Μπερλής, σελ. 366 (J.M. (John Mawell) Coetzee, Stranger shores: Essays 1986-1999, εκδ. 2001). Με πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

08
Ιον.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 4. Δημήτρης Μαμαλούκας

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.
Όμηρος, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Μπ. Τρέιβεν, Στίβεν Κίνγκ, Γκ. Γκ. Μαρκές, Κάφκα, Μάλαμουντ, τελευταία αγάπησα τον Μουρακάμι…

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.
Η Λάμψη, O Ένοικος, O Χρυσός Σκαραβαίος, Ο Πύργος, Καρχαρίες του Γιενς Μπιέρναμπου, Ανεμοσκορπίσματα, Το πλοίο των νεκρών, Το ταχυδρομείο, Ο γηρευτής του χρυσού, Ο βοηθός και το Ενοικιοστάσιο (The tenants) του Μάλαμουντ, Δύο από δύο.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Σχεδόν όλα του Πόε, μερικά του Μπόρχες, Η Κάντιλακ του Ντόουλαν και τα περισσότερα του Κινγκ, κάποια του Τσέχωφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Με έχουν γοητεύσει όταν τα διάβασα Ο Εργένης του Βαγγέλη Ραπτόπουλου και το βιβλίο του Χρήστου Αστερίου Το γυμνό της σώμα και άλλες ιστορίες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Δεν τολμάνε να βγουν απ’ το κεφάλι μου. Αλλά κάθε τόσο με πρήζουν να ξαναπρωταγωνιστήσουν. Μερικοί είναι πολύ γκρινιάρηδες κι άλλοι υπερβολικά επίμονοι. Ίσως μια μέρα τους μαζέψω σ’ ένα πλοίο και τους φουντάρω μεσοπέλαγα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Μόνο πρόχειρες σημειώσεις, αντιθέτως όμως διορθώνω πολύ συχνά στα καφέ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Γράφω τις πρώτες, σύντομες σημειώσεις στο χέρι κι έπειτα τις περνάω στον υπολογιστή διορθώνοντας, και κάνοντας πολλές προσθήκες. Φτιάχνω έτσι ένα σκελετό και μετά γράφω το βιβλίο κατευθείαν στον υπολογιστή (το πιο κουραστικό).
Τις παγιδεύω παντού… πολύ συχνά έξω… περπατώντας, στο λεωφορείο, σερφάροντας στο ίντερνετ, βλέποντας μια ταινία, διαβάζοντας ένα βιβλίο… οδηγώντας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Φίλιπ Μάρλοου, Τζακ Τόρρενς, Γκαμπριέλε Αμπάτι, ο αυτοκαταστροφικός ήρωας του Δύο από δύο.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Όσο περνούν τα χρόνια και τα βιβλία αυξάνονται αγαπάς περισσότερο το πρώτο. Το Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα σημαίνει πολλά για μένα. Δεν περιγράφονται σε λίγες σειρές. Έγινε ταινία, αγαπήθηκε, χαίρομαι γιατί κρατάει αμείωτη τη γοητεία του δέκα χρόνια τώρα, όπως μου λένε αναγνώστες κατά καιρούς. Ο Μεγάλος Θάνατος του Βοτανικού μου πήρε σχεδόν τρία χρόνια για να γραφεί… ήταν ένα μεγάλο στοίχημα, θεωρώ ότι κάποια στιγμή αυτό το βιβλίο θα κάνει καριέρα. Η απαγωγή του εκδότη έχει φανατικό κοινό και ήρωες που θα ξαναπαίξουν. Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα είναι το πιο βιβλιοφιλικό, αγαπήθηκε και πούλησε περισσότερο από όλα μου. Η μοναξιά της ασφάλτου. Μοναξιά μου όλη, όπως οι έρημοι αυτοκινητόδρομοι τη νύχτα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Τζων Στάινμπεργκ, χάρτες της Ιταλίας, Classic & Sports car…

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Προτιμώ ν’ ακούω παλιό κλασικό ροκ και ιταλικά κάθε εποχής. Μπορώ ν’ ακούσω τα πάντα εκτός από μοντέρνα ελληνικά και χέβι μέταλ.
Όταν διαβάζω δεν ακούω μουσική.
Όταν γράφω ακούω ραδιόφωνο από το κινητό με τα ακουστικά ψείρες για να καλύπτω τους εξωτερικούς θορύβους. Κάνω συνεχώς ζάπινγκ αφού οποιαδήποτε ομιλία ή ελληνικός στίχος με αποσυντονίζει. Τώρα αν σας πω ότι με ραπ και μπιτάτα κομμάτια μου κατεβαίνει έμπνευση; Και γράφω βολίδα;

Τι γράφετε τώρα;
Το επόμενο μυθιστόρημά μου κι είμαι ερωτευμένος με την ηρωίδα μου.

Οι εμπειρίες σας από το μπλόγκινγκ (http://mamaloukas.blogspot.com);
Αφήστε καλύτερα…

Δημοσίευση και εδώ.

07
Ιον.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 22

Joyce Mansour, Η Ιούλιος Καίσαρ, εκδ. Ρόπτρον, 1990, μτφ. Έκτωρ Κακναβάτος, σελ. 35 (Jules César, 1958)

Τα δίδυμα αναβλύζοντας ευτυχία πήγαιναν κάθε μέρα να κάνουν επίσκεψη στην παρθένα Λουκία. Εκείνη τα δεχόταν πάντα με τον ίδιο τρόπο λέγοντας: «Πάλι εσείς; Μα τι θέλετε ακριβώς;». Και σηκωνόταν από τα βρύα, πιο γυμνή κι απ’ όσο ήταν το καλοκαίρι, ριγηλά τυλιγμένη μέσα σ’ ένα παλτό από άγρια αλεπού που άνοιγε στην παραμικρή κίνηση για ν’ αποκαλύψει το πρασινωπό κορμί της, ενώ οι μπούκλες των μαλλιών της φλογίζονταν. Τα δίδυμα την ποθούσαν μ’ όλη την κάψα της εφηβείας. Τους άρεσε να βλέπουν το κορμί της να διαλύεται αργά μες στο στάσιμο νερό των βάλτων× τους άρεσε να την κρατούν μπροστά τους καβάλα σαν θύμα και να καλπάζουν ώσπου το άλογο να πέσει εξαντλημένο× τους άρεσε να τη βρίσκουν ακίνητη σαν ζώο, με το κορμί λεκιασμένο από θλίψη, το πρόσωπο παθητικό κάτω απ’ το φλεγόμενο κεφάλι της, προσηλωμένη στους θορύβους της κόλασης. Έμαθαν να την χαϊδεύουν…

Στη Ζυράννα Ζατέλη

05
Ιον.
09

Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχη 159 – 168

Στην τρίτη του περίοδο το Δέντρο, εκδιδόμενο από το 1978, σε διμηνιαία και τριμηνιαία πλέον βάση, από τον ποιητή και πεζογράφο Κώστα Μαυρουδή, με την συντροφία (από την δεύτερη περίοδο) του Τάσου Γουδέλη, πεζογράφου, κριτικού λογοτεχνίας και κινηματογράφου, συνεχίζει να βλασταίνει κείμενα αλλά και αφιερώματα σε πλήρη και ολάνθιστα τεύχη. Μιλάμε για τεύχη – περιβόλια κειμένων σπουδαίων ξένων και εγχώριων φωνών, γνωστών και άγνωστων, αλλά και συχνότατων αφιερωμάτων, που αποτελούν πολύχρωμες καλειδοσκοπικές ματιές πάνω σε ένα πρόσωπο ή θέμα. Περίτρανο παράδειγμα τα αφιερώματα των πέντε τελευταίων τευχών που παρουσιάζουμε, θυμίζοντας ενδεικτικά άλλα προηγηθέντα θεματολόγια: Γραφές της περιπλάνησης, Κείμενα της εξορίας, Ιστορίες για τον Θεό, Ιστορίες για το Χρήμα, Κινηματογράφος και λογοτεχνία, Κείμενα των νερών, Λογοτεχνία και Ποδόσφαιρο αλλά και επιλογές από παλαιότερα εξαιρετικά κείμενα του Δέντρου (Τα αξιανάγνωστα)

Τεύχος 159-160 (Χειμώνας 2007-2008)
Αφιέρωμα στα 30 χρόνια

Με την τριακονταετή επέτειο του Δέντρου συνέβη το εξής ευτυχέστατο παράδοξο: αντί της συνήθους πρακτικής να γίνει το περιοδικό αποδέκτης «δωρημάτων» (π.χ. κείμενα συγγραφέων επί τούτου ή επί άλλου, ευχές, και άλλα υπερβολικά), συμβαίνει το αντίστροφο, εκείνο να μας προσφέρει το πλέον αναπάντεχο εορτινό γλύκισμα: έναν πλήρη Λογοτεχνικό Χάρτη των εξαιρετικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. H έκπληξη συνεχίζεται: η αλφαβητική λημματογράφηση των λογοτεχνικών άριστων δεν αναλώνεται στις συνήθεις ακατανόητες αναλύσεις ή γενικότητες, αλλά σκιαγραφείται η πλοκή τους, αναφέρεται η «υπόθεση», παίρνουμε μια ιδέα περί τίνος πρόκειται!

Ο κατάλογος σαφώς δεν είναι εξαντλητικός αλλά και μόνο η πλοήγησή του μας ταξιδεύει σε μαγικούς σταθμούς της λογοτεχνίας. Ξεκινάμε δίπλα στα Αδέλφια του Τερέντιου, τον Αγκοστίνο του Μοράβια και τους Αδελφούς Καραμαζόφ και καταλήγουμε στην Χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις του Σαραμάγκου, σε Χρόνια της περιπλάνησης και σε Ωδές, παρέα με τον Ωραίο Αντόνιο του Μπρανκάτι. Ανοίγουμε π.χ. στην τύχη στο γράμμα Μ. και ξαναζούμε την καφκική Μεταφόρφωση, παρακολουθούμε τον Μετέλο του Πρατολίνι, τον Μετρ και την Μαργαρίτα του Μπουλγκάκοφ, πάμε Μέχρι το φάρο της Γουλφ, ακούμε το σπαρακτικό Μίλησε μνήμη του Ναμπόκοφ. Τα πάντα βρίσκονται εδώ: αρχαίοι, κλασικοί, Ρώσοι, μοντερνιστές, Γάλλοι, πειραματιστές, ανένταχτοι, ιδιοπρόσωποι. Δεξιά μας οι Άντριτς, Σβέβο, Μάνσφιλντ, Πιραντέλο, Μπίχνερ, Μπάμπελ, Λόρκα, Φουέντες, Παβέζε, αριστερά μας ο Νοστρόμο, η Έντα Γκάμπλερ, ο Επιθεωρητής, ο Τρίστραμ Σάντι, ο Γκοντό, η Νανά, ο Πυγμαλίων, ο αφανής Τζουντ, ο Χέρτζογκ.

Ορισμένοι από αυτούς μας κοιτάζουν από τα βάθη του χρόνου ή μάλλον των σελίδων τους σε ένθετο οκτασέλιδο. Στην πάντα απρόβλεπτη πίσω πλευρά, μεθυστικές σπονδές του Σαμ Σέπαρντ για τον Ντύλαν του Γούντι Άλλεν για τον Μπέργκμαν, του Τάκη Σπετσιώτη για τον Μαξ Οφφίλς, του Τέοντορ Αντόρνο για τα ταξίδια του.

Τεύχος 161-162 (άνοιξη 2008)
Το ράδιο παίζει εμβατήρια [Αναφορές στο πρωινό ΜΙΑΣ ΖΟΦΕΡΗΣ ΗΜΕΡΑΣ και άλλα κείμενα]

Η ζοφερή μέρα δεν είναι άλλη από την 21η Απριλίου 1967, που τα τελευταία χρόνια μοιάζει να εξαφανίζεται από τα μ.μ.ε. ή να περιορίζεται στο γνωστό κωμικοτραγικό πλάνο του συνταγματάρχου που ζητά ησυχία μες την «τάξη». Για ποιο λόγο ένα τέτοιο πρωτότυπο αφιέρωμα, εκτός από το αυτονόητο ενδιαφέρον που παρουσιάζει; Μήπως επειδή η σημερινή γενικευμένη ανοχή του δημόσιου βίου μοιάζει να έχει τις ρίζες της στην μεταπολίτευση, ως αντιπρόταση στο αυταρχικό καθεστώς της δικτατορίας; Ή επειδή πάντα θα μας γοητεύει το παιχνίδι της μνήμης που εμπλέκεται με το παίγνιο των κανόνων της γραφής, ειδικά όταν πρόκειται για τις ποικίλες οπτικές βίωσης εκείνης της σκοτεινής ανατολής μιας νέας πραγματικότητας; Το εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης απαντά καταφατικά και ακριβώς έτσι σε αμφότερα.

Οι φορτισμένοι μάρτυρες, εκτός και εντός οικιών, κυνηγημένοι ή μη, προέρχονται από κάθε χώρο: λογοτέχνες (Ρ. Γαλανάκη, Λ. Διβάνη, Δ. Κούρτοβικ, Π. Μάτεσις, Δ. Μίγγας, Γ. Ξανθούλης, Τ. Πατρίκιος κ.ά.), σκηνοθέτες (Α. Αγγελίδη, Ν. Κούνδουρος, Τ. Ψαράς), πολιτικοί, καλλιτέχνες, κ.ά. Στις πίσω σελίδες προσφέρονται κείμενα και διηγήματα των Αντρέα Καμιλέρι, Τρούμαν Καπότε, Κούρτσιο Μαλαπάρτε, καταγραφές για τους Όντεν, Μπέκετ, Λέσινγκ, Ρ. Μπράντμπερι, συνέντευξη της Κρίστα Βολφ κ.ά.

Τεύχος 163-164 (Καλοκαίρι 2008)
Αυτό δεν το έχω ξαναδεί πουθενά…[Η σύγχρονη Ελλάδα με το βλέμμα των ξένων]

Με τίτλο από κείμενο του Ζ.Π. Σάρτρ όταν είδε την Αθήνα, το αφιέρωμα μάς δείχνει την χώρα με των ξένων τα βλέφαρα, κάνοντάς μας να κοιτάξουμε «ό,τι έχουμε δει ή αγνοήσαμε, εθισμένοι στο προφανές…κάτι σαν μικρή αποκάλυψη…χωρίς τον νομιμοποιητικό εθισμό της ζωής μας». Σε αυτό το corpus της περιπλάνησης ο Πέτερ Χάντκε εκπλήσσεται που δεν βρίσκει ούτε ένα μικρό ξενοδοχείο στον Κολωνό, ο Μαξ Φρις διαισθάνεται την παρουσία του γερο – Πάνα ακόμα και σήμερα στην Πελοπόννησο, ο Πολ Μοράν (που κάποτε δικαιολόγησε την ταξιδιωτική του αδηφαγία με το μνημειώδες: Θελήσαμε να καταβροχθίσουμε τον κόσμο…) αντιλαμβάνεται τον προαρχαίο συνδυασμό πέτρας και ανέμου στα τοπία μας, η Βιρτζίνια Γουλφ μπαίνει στον πειρασμό να μείνει μόνιμα στους Δελφούς.

Περιπλανηθεατές ακόμη, οι Εουτζένιο Μοντάλε, Σέιμους Χίνι, Ρεϊμόν Κενό, φυσικά οι Λόρενς Ντάρελ, Χένρι Μίλερ και Ζακ Λακαριέρ , κ.ά. πολλοί άγνωστοί μου – πράγμα που εξηγείται στο επόμενο τεύχος, όπου και η αποκάλυψη πως επρόκειτο για ψευδωνυμικά παίγνια των Φ. Ταμβακάκη, Σ. Τριανταφύλλου, Τ. Σπετσιώτη, Μ. Στεφανίδη, Φ. Δρακονταειδή! Φοβάμαι πως η πλέον προφανής εικόνα της κεντρικής Αθήνας αποδίδεται από έναν έκπληκτο Μισέλ Ντεόν: εξαφάνιση λογοτεχνικών στεκιών, αναθυμιάσεις βενζίνας, απαίσια τσιμεντένια κτίρια, βρομερές ταβέρνες, ενώ η πλέον ευτράπελη είναι εκείνη της μπάντας του βρετανικού ναυτικού στο σεισμοπαθές Ληξούρι να παίζει το God save the Queen!

Στο φλίπ σάιντ: στα ίχνη του Πεσόα, η συζυγική Κόλαση κατά Μάρκες, η Πόλη κατά Παμούκ, η Φαντασία κατά Φουέντες, τα Χρώματα κατά Βιτσέντσο Τσεράμι (ο εξαίρετος σεναριογράφος των Μονιτσέλι, Σκόλα, κ.ά.). Στοιχηματίζω πως ο κυρ Σαρτρ θα έλεγε σήμερα για την ελεεινή Αθήνα «Αυτό δεν θέλω να το ξαναδώ….».

Τεύχος 165-166 (φθινόπωρο 2008)
Νεοελληνικός σουρεαλισμός [Αντίκτυπο και υποθήκες]

Είναι παρών ο σουρεαλισμός μεταπολεμικά, δηλαδή έπειτα από την εκκωφαντική του εμφάνιση στην αρχική νεοελληνική μορφή του την δεκαετία του ’30; Πού βρίσκεται, πού επιδρά, που φαίνεται; Ο υπερρεαλισμός δεν πέθανε, καθώς δεν ανευρίσκεται το πτώμα του, λέει ο Α. Αργυρίου, αλλά ζει δημιουργώντας μια νέα φαντασία και γλώσσα, προσθέτει η Ε. Αρσενίου. Για ποιον υπερρεαλισμό μιλάμε; ρίχνει στάχτη στη φωτιά ο Ν. Βαλαωρίτης, καθώς ο Κ. Βούλγαρης ορθότατα μας παρατηρεί που δεν ήπιαμε κονιάκ σε νεκροταφειακό εντευκτήριο, ούτε δειπνήσαμε μυστικά με μπακαλιάρο σε εστιατόριο του Ψυρρή, για την εκατονταετία από την γέννηση του Νικόλαου Κάλας.

Πολλοί οι συμμετέχοντες: Δ. Ραυτόπουλος, Β. Βασιλικός (που παρομοιάζει τους σουρεαλιστές με πιανίστες), Α. Βιστωνίτης, Γ. Γιατρομανωλάκης κ.ά. αλλά και συζήτηση μεταξύ Εμπειρίκου, Γκάτσου και Καραντώνη και ιστορικές αποτιμήσεις (συμφωνούμε πλήρως στην ανίχνευση υπόγειου σουρεαλισμού στον κινηματογράφο των Κοέν, Ταραντίνο, Τζάρμους, Άλεν). Στον εξωτερικό χώρο, κείμενα του κορυφαίου παραγνωρισμένου Ρώσου Δανιήλ Χαρμς και των Πολ Όστερ, Ίταλο Καλβίνο (για τον Παβέζε), Ντάριο Φο.

Οπισθοσέλιδα: η λογοτεχνία των SMS και των ιαπωνικών keitai shosetsu (κινητά μυθιστορήματα), μια συζήτηση με τον συγγραφέα (και) των κακοφωτισμένων παμπ Τζον Μπάνβιλ και δυο από τα κορυφαία κείμενα του Κώστα Μαυρουδή, για τις αφιερώσεις σε βιβλία και τις συνευρέσεις του με τον Η. Πετρόπουλο στο Παρίσι, αμφότερα αλιευμένα από το πολύπυκνο ιστολόγιό του. Συνοδευτικό δισκίο: Ανέκδοτες ηχογραφήσεις του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Τεύχος 167-168 (χειμώνας 2008)
Οι πολλαπλές εκδοχές μιας ιστορίας. [Νεοέλληνες συγγραφείς γράφουν με το ίδιο θέμα]

Στο εξαιρετικά πρωτότυπο αφιέρωμα του φρεσκότερου τεύχους του το Δέντρο θέτει τα δεδομένα και προτείνει το εξωτερικό περίβλημα μιας ιστορίας, και μια σειρά συγγραφέων ανταποκρίνονται στο στοίχημα, ανακατεύοντας τους όρους του και «διορθώνοντας» ο ένας τον άλλον, στο αέναο παιχνίδι της λογοτεχνίας. Η πρόκληση δημιουργικότατη, η ένδειξη σαφέστατη: δεν υπάρχει αφήγηση αλλά αφηγητές, όπως γράφεται στο εισαγωγικό σημείωμα (που αποτελεί πάντα ένα ευσύνοπτο πλην ζουμερότατο κομμάτι περί του εκάστοτε θέματος).

Σ. Χαβιαράς, Δ. Πετσετίδης, Μ. Φακίνος, Ά. Σφακιανάκης, Γ. Ρωμανός, Χ. Μαυρομάτης, Η. Παπαμόσχος, Σ. Σερέφας, Κ. Λογαράς, Φ. Δρακονταειδής, Ε. Καραταΐδη, Κ. Γκιμοσούλης, Μ. Γαβαλά, Κ. Ακρίβος, Π. Μάτεσις, Ρ. Μπούκουρα κ.ά. φωτίζουν την επίπλαστη ιστορία ο καθείς από την δική του πλευρά, φακό, γωνία, εγκέφαλο, κινούμενοι σε όλες τις ποιοτικές γκάμες.

Στην γαλαρία: επιτέλους η διάκριση διηγήματος και μικρής φόρμας που μπερδεύουν συνεχώς οι κριτικοί, τα χίλια εγώ της ιδιοφυίας του Φίλιπ Ροθ, το κείμενο του Ρομπέρτο Μπενίνι για τον Δάντη, αφήγηση των παιδικών αναμνήσεων του ιταλού σκηνοθέτη Ερμάνο Όλμι και ολοκλήρωση της δοκιμής του Σάκη Παπαδημητρίου πάνω στην Ναυτία του Σαρτρ και την τζαζ που την κατέκλυζε. Και πάλι ο Κώστας Μαυρουδής θέτει ερεθιστικά ζητήματα: τι μένει από τα παλιά μας διαβάσματα; Γιατί τα βιβλιοφιλικά blogs, παρά τα όποια θετικά στοιχεία, μοιάζουν περισσότερο με μαρτυρία του τρέχοντος, κάτι που μοιάζει με ατζέντα, ένα παιχνίδι εποπτείας της αγοράς, πέρα από αξιοκρατικές ιεραρχήσεις, μια ενασχόληση ελάχιστα κινητική ως προς τον χρόνο της λογοτεχνίας;

Ένα ακόμη εξαιρετικό κομμάτι παραθέτει τις απόψεις σχετικά με τους «φυσιολογικούς» ή «μη φυσιολογικούς» αθλητές – υπερβάτες των ορίων, εκκινώντας από ένα κείμενο του Ρολαν Μπαρτ για τον Γύρο της Γαλλίας και περνώντας μέσα από μια μυθολογική ανάγνωση του βίαιου χτυπήματος του Ζινεντίν Ζιντάν στον Μάρκο Ματεράτσι στο Μουντιάλ του 2006. Μήπως εκείνο το βίαιο ξέσπασμα που ερμηνεύτηκε από πολλούς ως το τέλος του «Μύθου Ζιντάν», δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αποκορύφωμα της «μυθικής» και συνάμα «τραγικής» πορείας του, πορείας που ανακίνησε αρχέγονα σχήματα εγγεγραμμένα στο ασυνείδητό μας; Ναι, ναι!

Επισκεπτήρια: dentromag@yahoo.gr, τηλ. 210 3804630. Ο εκδότης Κώστας Μαυρουδής διατηρεί προσωπικό ιστολόγιο (http://costas-mavroudis.blogspot.com/), όπου μεταξύ άλλων, απανθίζονται πλείστα κείμενα των Δέντρων και όλα τα νέα για τις πρόσφατες εκδόσεις του. Στο συγγραφικό (ποιητικό και πεζογραφικό) έργο του επανερχόμαστε σύντομα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

04
Ιον.
09

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 17 (Άνοιξη 2009)

Πόσα βιβλία δεν έχουμε δανείσει χωρίς επιστροφή, σε σημείο οι έμπιστοι φίλοι μας να μεταμορφώνονται στο μυαλό μας σε καταχραστές ξένης περιουσίας; Ο συγγραφέας της Μικρής Ικαρίας και ιστολόγος του Ημερολόγιου Ανάγνωσης Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος θέτει επί κειμένου το φλέγον ζήτημα και πιθανολογεί ερμηνείες: από τη στιγμή που θα γίνουν αντικείμενο δανεισμού και θα βρεθούν σε ξένα χέρια, εγκλιματίζονται ταχύτατα στον περίγυρο, συμμορφώνονται σχεδόν απόλυτα προς τα έθιμα και τη στάση ζωής του νέου περιβάλλοντος χώρου και επίμονα αποφεύγουν την επιστροφή στα πάτρια εδάφη – θαρρείς και αισθάνθηκαν το δανεισμό σαν εσχάτη προδοσία και ο θιγμένος τους εγωισμός δεν επιτρέπει τη συγχώρεση. Υπάρχει βέβαια και η λύση του Φίλιπ Ροθ: ο Ζούκερμαν παντρεύτηκε την Κάρολ επειδή της δάνεισε ένα βιβλίο κι ήξερε πως διαφορετικά δεν θα το έβλεπε ποτέ ξανά!

Στα μαγνητόφωνα, η Αμερικανίδα ινδικής καταγωγής Τζούμπα Λαχίρι, τιμημένη με το Πούλιτζερ για τη συλλογή της Διερμηνέας ασθενειών παραδέχεται: Γράφω για τους ανθρώπους των οποίων η απόλυτη ύπαρξη διαμορφώθηκε από τις συνεχείς μετακινήσεις, ενώ ο Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, ένας Αργεντινός στην Ουρουγουάη, είναι σίγουρος: Οι άνθρωποι που έχουν μειωμένη φαντασία έχουν και μειωμένη πραγματικότητα. Ακόμη: συγγραφείς και εξουσία στην Κίνα, διηγήματα από τους Roberto Bolano, Arthur Miller, Gustavo Escalnar, Γεωργία Συλλαίου και πολλούς νέους εγχώριους διηγηματογράφους.

Το πιο φλογερό κομμάτι του τεύχους ανήκει στον Χουάν Ρούλφο. Οκτώ ολοσέλιδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του από το βιβλίο Juan Rulfo’s Mexico κι ένα εξομολογητικό κομμάτι μιλούν για την άλλη πλευρά της μεξικανικής οδύσσειας: Οι γονείς μου ήταν γαιοκτήμονες… σκότωσαν τον πατέρα μου και τον θείο μου, υπήρχε πολλή βία…είμαι ο γιος λεφτάδων που τα έχασαν όλα με την Επανάσταση…Το κτήμα μας κάηκε τέσσερις φορές… Ο παπάς της πόλης μου είχε πολλά βιβλία γιατί έλεγε ότι ήταν ο εκκλησιαστικός λογοκριτής…επισήμως απαγόρευε όποιο βιβλίο ήθελα, αλλά εκείνο που έκανε ήταν να τα φυλάει στη βιβλιοθήκη του…Περνούσα όλο μου το χρόνο διαβάζοντας γιατί δε μπορούσα να βγω έξω από το φόβο μήπως με πυροβολήσουν…Ήταν σπάνιο να μη δούμε έναν από τους δικούς μας να είναι κρεμασμένος απ’ τα πόδια σε κάποια κολώνα σε οποιονδήποτε δρόμο. Κάθονταν εκεί κρεμασμένοι μέχρι να παλιώσουν και κύρτωναν σαν ακατέργαστα δέρματα… Άλλη μια περίπτωση του πώς γίνεσαι μεγάλος συγγραφέας; [192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Φωτογραφία: Juan Rulfo – όχι από το τεύχος.
03
Ιον.
09

Κάρλος Φουέντες – Κονστάνσια και άλλες ιστορίες για παρθένους

Περικυκλωμένοι από το αίνιγμα

Όλα πρέπει να έχουν μια εξήγηση, λέει ο επιστήμονας μέσα μου· όλα πρέπει να έχουν μια φαντασία, λέει ο ματαιωμένος άνθρωπος των γραμμάτων που είμαι. Παρηγορώ τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι αυτές οι δυο δραστηριότητες αλληλοσυμπληρώνονται, δεν αλληλοαποκλείονται. (σ. 69)

Ο συλλογισμός του κεντρικού χαρακτήρα της νουβέλας «Κονστάνσια» αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τους θαυμαστούς μυθιστορηματικούς κόσμους του Φουέντες. Όσοι τους περιδιαβαίνουν δεν καλούνται απλώς να κινηθούν ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και να αποδεχτούν την συνύπαρξή τους. Έτσι και εκείνος, ζώντας «στην πιο φασματική πόλη του Νότου», με την Ισπανίδα σύζυγό του, που διακρίνεται από ένα με σχεδόν διεστραμμένο πάθος για υπακοή αλλά απόλυτη άρνηση να αποτελέσει ποτέ την ασθενή του. Όταν κάποια στιγμή η «Ανδαλουσιάνα Γαλάτειά του», που παραδίνεται σε ανάρμοστες σεξουαλικές απολαύσεις μετά τις πολύωρες μοναχικές της προσευχές μοιάζει να ακροβατεί, κλινήρης, ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, η γνωριμία του με τον Ρώσο γείτονά του θα ανοίξει μια σειρά από μυστηριώδεις πόρτες στο παρελθόν της.

Ο Φουέντες χρησιμοποιεί τους διαλόγους τους για να διατυπώσει συναρπαστικούς στοχασμούς πάνω σε οριακά θέματα, όπως η μετανάστευση (θέτοντας ως δραματικό ζητούμενο την αποδοχή όχι απλώς του ίδιου του μετανάστη αλλά και της μνήμης του) και η σκληρή εξορία από την γλώσσα, η λογοτεχνία η πολιτική, τα γηρατειά, ως μια αλυσίδα απαρνήσεων αυτών που αγαπούσαμε στη νιότη μας, η αγάπη (μια αγάπη που διαθέτει απόλυτη βεβαιότητα δεν είναι αληθινή…· μοιάζει υπερβολικά με ασφάλεια ζωής, ή, ακόμα χειρότερα, με πιστοποιητικό κοσμίας διαγωγής) αλλά και ειδικότερα ζητήματα, όπως η τραγική κατάληξη των ρώσων συγγραφέων και καλλιτεχνών που καταδικάστηκαν σε θάνατο ή σιωπή.

Αν «η Άμοιρη (La Desdichada)», μια κούκλα βιτρίνας – αντικείμενο του πόθου δυο νεαρών αποτελεί, με τη σειρά της, την πρόφαση για διασταύρωση και αλληλοαναίρεση απόψεων για την φύση του έρωτα, ο «Φυλακισμένος του Λας Λόμας» αποτελεί σαφώς την νουβέλα με την περισσότερο κοινωνική χροιά. Εδώ ο ήρωας, υπεύθυνος για την φυλάκιση ενός μεξικάνου χωρικού, υφίσταται από τους συγγενείς την ιδιότυπη λαϊκή ποινή του κατ’ οίκον περιορισμού, χρονικής διάρκειας αντίστοιχης με εκείνη της φυλάκισης του χωρικού. Ο εγκλεισμός του συνοδεύεται από την παρεπόμενη ποινή της διαμονής τους στον κήπο του, χωρίς να του αρνούνται οποιαδήποτε ελευθερία κοινωνικής συναναστροφής. Έτσι ο κωμικοτραγικός ήρωας ζει ακριβώς όπως πάντα ήθελε, «αιχμάλωτος των συνηθειών του, της άνεσής του, των εύκολων συναλλαγών του, των ακόμα ευκολότερων ερώτων του», με τη διαφορά πως η κατάστασή του δεν αποτελεί πια έργο δικής του θέλησης.

Εμφανώς ποιητικότερη γλώσσα διαθέτει το «Να ζήσει η φήμη μου», αποτελώντας έναν ακόμα μυθοπλαστικό καμβά για να ξεδιπλωθούν νέα βαθύτατα ζητήματα, από την τέχνη και την θρησκεία μέχρι την επιβίωση του καλλιτεχνικού έργου και της φήμης του καλλιτέχνη. Πρόσωπα του ιστορικού παρελθόντος (ο Γκόγια, το μοντέλο του και ο εραστής της, διάσημος ταυρομάχος) διασταυρώνονται με «σύγχρονους» χαρακτήρες, όπως η ηθοποιός Ελίσια που κάνει θέατρο για αισθάνονται οι θεατές πως αποτελούν κομμάτι της ή ένας σύγχρονος ταυρομάχος του οποίου η αληθινή θωράκιση δεν είναι παρά η καρδιά του, οφείλει να διαπεραστεί από τον ταύρο για να χάσει την παρθενία του, προκαλεί τον θάνατο ως νικητής λαός αλλά και αντίστροφα, «εφόσον ο κόσμος περιμένει να σε ξεκοιλιάσει ο ταύρος της ζωής και να σε πετάξουν στα σκουπίδια»,

Στην πλέον φιλόδοξη νουβέλα της συλλογής, οι κατά Φουέντες «Άνθρωποι της λογικής», νοιώθουν ικανοί για Έργα, Θαύματα και Έρωτες (όπως, αντίστοιχα, τα τρία μέρη της) αλλά μοιάζουν να πλέουν ανήμποροι μέσα στην ίδια την ιστορία και την προσωπική τους μοίρα. Εδώ ο διακεκριμένος καθηγητής αρχιτεκτονικής Σαντιάγο Φεργκούσον, σύμβολο της μορφής του παλαιού δασκάλου που θεωρεί ως κληρονόμους του και τους μαθητές του, επιθυμεί να μεταδώσει την σοφία του παρελθόντος σε δυο εκλεκτούς εξ αυτών δίδυμους. Αν η αρχιτεκτονική πρέπει να ευνοήσει την μοναξιά (απαραίτητη τόσο για την τέχνη όσο και για την αυτογνωσία), αν η επιστροφή στον τοίχο (ενάντια στο γυαλί, το τσιμέντο ή την πλαστή καθετότητα) θα μας επιτρέψει να κινηθούμε σε σχέση με τον ορίζοντα, τότε εκείνοι καλούνται ως αρχιτέκτονες – κατεξοχήν «οργανωτές του χάους» στην πιο παλιά πόλη του Νέου Κόσμου στο Μεξικό, στο όριο Παλαιού και Μοντέρνου – δίπολο που τον απασχόλησε πρώτιστα στο magnum opus του «Terra Nostra» – στην πόλη που χαρακτηρίζεται «Φελλίνι εκ του φυσικού», στο σημείο εκείνο στο χώρο όπου η αρχιτεκτονική οργανώνει, έστω και προσωρινά, το νόημα των πραγμάτων (σ. 344).

Με αφορμή την διάδοση ενός θαύματος (την εμφάνιση ενός μικρού Ιησού σε ένα αχανές εργοτάξιο) η αφήγηση εκτροχιάζεται σε ονειρικές εικόνες και παράλογα στοιχεία, προτού ενωθεί αξεδιάλυτα με τον αρχικό μύθο. Στο τέλος, η κόρη του καθηγητή, διακαής πόθος των δύο αδελφών, συνομιλήτρια του πατέρα της αλλά και σύντροφός του σε μια ιδιάζουσα αιμομικτική σχέση επινόησης διαφορετικών κάθε φορά αρχετυπικών σχημάτων, ενώνεται, μετά τον θάνατό του, μαζί τους σε «αδελφική τριάδα», και γίνονται θεματοφύλακες των μυστικών του, με μια παθιασμένη ταπεινότητα μπροστά στα μυστήρια της ζωής. Και εδώ η αδιανόητη ιστορία διανθίζεται από σκέψεις πάνω στην τελειότητα, που δεν υπάρχει παρά στην προσέγγισή της, στην συντροφικότητα της μαθητείας, τα όρια της δημιουργίας, την αποστολή της αρχιτεκτονικής, την φύση της αληθινής πατρίδας.

Αν, όπως διατείνεται ένας Φουεντικός χαρακτήρας, το μυθιστόρημα ζει κάθε φορά που διαβάζεται και έχει το παρελθόν των νεκρών αναγνωστών του, το παρόν των ζωντανών αναγνωστών του και το μέλλον των επερχόμενων αναγνωστών του, τότε η παρούσα συλλογή, παρά τον μη μυθιστορηματικό χαρακτήρα της, εντασσόμενη πλήρως στο έργο του Φουέντες, μοιάζει, πράγματι, να τον δικαιώνει.

Εκδ. Άγρα, 2007, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 430.

Πρώτη δημοσίευση σε: Εντευκτήριο, τεύχος 84 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2009, κυκλοφορία Μάιος 2009).

01
Ιον.
09

Ανάμεσα σε λογοτεχνία και επιστήμη. Συνομιλία με τον Γκούσταβ Μούριν

Είστε ταυτόχρονα επιστήμονας και συγγραφέας. Είναι αυτές οι ιδιότητες αντίθετες μεταξύ τους ή μπορούν να συνδυαστούν; Με ποιο τρόπο η πρώτη προσδιορίζει την γραφή σας; 

Ευτυχώς δεν είμαι ο μόνος με αυτή την φαινομενικά σχιζοφρενική ύπαρξη – αρκεί να αναφέρω τον Νομπελίστα Pete Medawer, τον Umberto Ecco ή τον Τσέχο ανοσολόγο και ποιητή Miroslav Holub. Ο τελευταίος στην Πράγα κάποτε μου είπε ότι δεν πρόκειται για δυο διαφορετικές δραστηριότητες αλλά για μια, με δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Και οι δυο μελετούν τη ζωή με διαφορετικά εργαλεία και αμφότερες απαιτούν ατέρμονη περιέργεια. Η επιστήμη με έμαθε να έχω υπομονή να συλλέγω όλο το υποστηρικτικό υλικό και να το επιλέγω σωστά προτού αρχίσω να γράφω. Το μετά είναι μια άλλη ιστορία…

Μπορεί να υπάρξει σχέση ανάμεσα στη γραφή και στις Θετικές Επιστήμες και την Βιολογία ειδικότερα; Μπορείτε να θυμηθείτε περιπτώσεις όπου οι τελευταίες επηρέασαν την έμπνευσή σας, την επιλογή του θέματος, τον τρόπο γραφής ή και την γλώσσα σας;

Η λογοτεχνία είναι ένα ιδανικό μέρος για να τοποθετήσεις τις ιδέες εκείνες που δεν μπορείς να εκφράσεις στην επιστήμη, εξαιτίας των ορίων των επιστημονικών μεθόδων ή της έλλειψης οικονομικών πόρων για να προχωρήσεις. Η επιστημονική επικοινωνία είναι αυστηρά περιχαρακωμένη και η λογοτεχνία σε βοηθάει να δώσεις φωνή σε ιδέες που δεν μπορείς να παρουσιάσεις σε επιστημονικά κείμενα λόγω του ευάλωτου τους στα γεγονότα ή του απαραίτητου επιστημονικού σκεπτικισμού. Η λογοτεχνία μου δίνει μια ελευθερία να πετάω μέσα στο μυαλό μου, αλλά η επιστήμη αποτελεί μια σταθερή βάση για να προσγειώνομαι όταν είναι αναγκαίο.

Είναι εφικτή η αντίθετη λειτουργία, δηλαδή η επίδραση της Λογοτεχνίας στις Επιστήμες; 

Υπήρχαν ελπίδες ότι η επιστημονική φαντασία θα αποτελέσει ένα υποσχόμενο πεδίο πειραματισμών πάνω σε ιδέες (με την ευκαιρία, μια δημοφιλής μέθοδος εργασίας του Αϊνστάιν) που αργότερα μπορούν να διερευνηθούν από την επιστήμη. Φοβάμαι πως η επιστήμη κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο ονειρεύτηκαν ποτέ οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Πρόκειται για την ιδέα του βιβλίου μου Just Like the Gods, με πολλά παραδείγματα από τις καθημερινές μας ζωές. Και στο δοκίμιό μου Poetry of Information παρουσιάζω τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη επηρεάζει ακόμα και το λεξιλόγιο της ποίησης. Τώρα φαίνεται σαν μονόδρομος, αλλά ποιος ξέρει… 
Η ανάγνωση κειμένων σου μπροστά σε ακροατήριο προσδίδει ‘προφορικές’ εκδοχές του; Σε ποια έκταση αποτελεί αυτό μια διαφορετική λειτουργία όσον αφορά την λογοτεχνική πρόσληψη και κατανόηση;  
Είχα κάποιες αναγνώσεις στο εξωτερικό με ενδιαφέρουσα ανταπόκριση από το ακροατήριο. Αλλά πρέπει να ομολογήσω πως δεν μου αρέσει να διαβάζω τις ιστορίες μου. Προτιμώ το story-telling. Μου προσφέρει μια ευθεία επικοινωνία με το κοινό και η ιστορία μοιάζει να επαναδημιουργείται την δεδομένη χρονική στιγμή και για τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Εξάλλου οι αντιδράσεις τους μου δείχνουν στοιχεία για καίρια σημεία του κειμένου και με οδηγούν σε σωστές λύσεις. Έτσι, εκείνες τις στιγμές, το ακροατήριο γίνεται ο συν-συγγραφέας των ιστοριών μου.

Και δυο ακόμα αμετάφραστες ερωταποκρίσεις αποκλειστικά για το Πανδοχείο μας: About festivals as this one: are they beneficial for writers andreaders and how?

I had opportunity to participe at several writers festivals and found it refreshing in my writer´s work. First of all you meet interesting colleagues, learn how to present your work and meet readers in nice atmosphere. After the months of authors solitude, it is welcomed.

Reciting your text in front of some audience: Do you often give ‘oral aspects’ of your work and why? In what extent is it a different procedure as regards literature engaging and understanding?

I had quit a bit of readings abroad with a good response from audience. But I must say that I do not like to read my stories, I prefer story-telling. It gives to me a direct contact with audience and in optimal situation it looks like the story is re-born just now and just for these people. Beside the fact that their reactions are showing me an important parts of the story and leading me to the right points. So, for that moment audience is like co-author of my stories.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 554, 29.5.2009 (με εξαίρεση τις 2 τελευταίες ερωταποκρίσεις). Σχετικά με τον Μούριν και το λογοτεχνικό φεστιβάλ όπου συμμετείχε, βλ. εδώ.




Ιουνίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 1.046.995 hits

Αρχείο