Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2009

29
Σεπτ.
09

Αναστάσης Βιστωνίτης – Ex Libris. Κείμενα για τη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα

 

Ο ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και γεωγράφος της λογοτεχνίας μας κοινωνεί ένα εγχειρίδιο ποιητικότατης πλην ψύχραιμης και δοκιμιόγραφης πλεύσης στον κόσμο των καίριων βιβλίων του Εικοστού. Παραδέχεται πως περιέλαβε τους συγγραφείς που αγάπησε περισσότερο και τα βιβλία που θεωρεί ως τα αντιπροσωπευτικότερα του έργου τους, αναφέροντας και εκείνα που παραλείφθηκαν λόγω περιοριστικών κριτηρίων. Σε αυτόν λοιπόν τον προσωπικότατο Κανόνα βρίσκονται μερικά από τα έργα που προσδιόρισαν την φυσιογνωμία της Λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα – έστω της Δύσης – και επέδρασαν στο έργο και άλλων συγγραφέων. Τούτα τα τρισέλιδα κείμενα (πρωτοδημοσιευμένα σε ειδική στήλη στο παλαιό εκείνο βιβλιοένθετο του Βήματος) καταφέρνουν να αποδώσουν τα πειστήρια της σπουδαιότητάς τους αλλά και τον πυρήνα της πλοκής με αξιοθαύμαστη πυκνότητα και συντομία.

Η ενότητα των Ποιητών περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον τσιγγάνο της νέκυιας του πάνω κόσμου Φ.Γ. Λόρκα, τον δανδή της βιομηχανικής φαντασμαγορίας Β. Μαγιακόφσκι, τον επιτομέα του εκλεπτυσμένου πεσιμισμού Α. Μπλοκ, τον ερωτογράφο της σκιάς και των αποσιωπήσεων Ε. Μοντάλε, τον μεγαλοφυή πιερότο που ήξερε πώς να μετατρέπει σε γέλιο το ατομικό του δράμα (Γ. Απολλιναίρ), τον πιο αθόρυβο και πιο ευρωπαίο από τους αμερικανούς ποιητές Γουάλλας Στήβενς κ.ά. Στα δοκιμιακά οι Αντόρνο, Μπερλίν, Σόντακ, Φουκώ, Μπένγιαμιν, ΜακΛούαν, τα Αξόδευτα Πάθη του Στάινερ, οι Φαντασιακές Κοινότητες του Άντερσον (ο κόσμος μας ως ένας κόσμος [και εθνικιστικών] επινοήσεων).

Στην πεζογραφία ο Ανδριανός της Γιουρσενάρ («ο πρώτος αυθεντικός Ευρωπαίος»), ο έγκλειστος των αναμνήσεων Χέρτζογκ (Μπέλλοου), ο Ζήνων της εξοντωτικής αυτοανάλυσης και της μεταφυσικής της δυστυχίας (Σβέβο), ο Ξένος, ο Απολυμαντής, ο Μάγος, οι Γυμνοί και οι Νεκροί, ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, η Λολίτα, ο Πέδρο Πάραμο, ο Αρτέμιο Κρουζ κι ο Homo Faber, οι αναχωρητές του αμερικανικού αντι-ονείρου που βρέθηκαν Στον δρόμο και του παρηκμασμένου δυτικού πολιτισμού Στην καρδιά του σκότους. Εδώ πατάμε στο Γεφύρι του Άντριτς (ο μυθικός ρεαλισμός της βαλκανικής μνήμης), στις πόλεις του Καλβίνο, στην Παταγωνία του Τσάτγουιν, στο Μηδέν και το Άπειρο, υφιστάμενοι το έπος του εξευτελισμού ενός ανθρώπου δυστυχή και εξωφρενικά αστείου (Η Τύφλωση του Κανέτι), την Ανθρώπινη Μοίρα του Μαλρώ (η δράση ως νόημα ζωής), το Κουντερικό Αστείο.

Ο Βιστωνίτης εντοπίζει Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι την πρώτη φορά που ένας συγγραφέας των νεωτέρων χρόνων περιέγραφε την κόλαση που τρώει τα σωθικά ενός και μόνο ανθρώπου και μετέτρεψε την αυτοκαταστροφή του σε ποίηση· τους πρώτους αρνητικούς ήρωες που δεν ανήκουν στο περιθώριο, τους εξοστρακισμένους του συστήματος και τα μαύρα πρόβατα της κοινωνίας στον Φάρο της Γουλφ· τις απόπειρες απάντησης πώς μπορεί ένας συγγραφέας να μιλήσει για το παρελθόν χωρίς να χάσουν οι ήρωες τη δική τους φωνή στη Βουή και την Αντάρα του Φώκνερ.

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση βλέπω εδώ δυο λιγότερο προβεβλημένα μα μοναδικά έργα: την Ιστορία της Έλσας Μοράντε, ένα αντι-έπος των απλών και καθημερινών, και τους Επτά στύλους της σοφίας του Τ.Ε. Λώρενς (της Αραβίας), εκείνου του φλογερού πολίτη του κόσμου που με την ματιά του ασκητή ταύτισε την αιωνιότητα με την εικόνα της ερήμου και αποφάσισε να ζήσει ηρωικά σε έναν αιώνα που εξέθρεψε την αμφιβολία. Ίσως αυτός ο υπαρκτός ήρωας είναι ο φάρος που χρειαζόμαστε που και που. To Damascus!  

Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2006 [Σειρά Παραφερνάλια, 16], σελ. 326.  / Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
27
Σεπτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 33

Tζον Φάντε, Ρώτα τον άνεμο, εκδ. Απόπειρα, 1989/1994, μτφ. Τέος Ρόμβος, σ. 127-128 (John Fante, Ask the dust, 1939)

Τι πρέπει να κάνω λοιπόν; Πρέπει μήπως να τεντώσω τα χείλη μου στον ουρανό με μια γλώσσα που θα κεκεδίζει και θα τραυλίζει από φόβο; Πρέπει μήπως να γυμνώσω το στήθος μου και να το βαράω σαν κανένα τύμπανο για να τραβήξω την προσοχή του Χριστού μου; Ή θα ’ταν καλύτερα και πιο λογικό να κάνω το κορόιδο και να προχωρήσω παρά πέρα; Όμως θα έρθουνε ταραχές και πείνες, θα έρθουνε μοναξιές και μόνο τα δάκρυά μου θα έχω να με παρηγορήσουνε, σαν μικρά μουσκεμένα πουλάκια θα φτερουγίζουνε για να δροσίσουνε τα ξεραμένα μου χείλη. Όμως θα βρεθεί παρηγοριά και θα υπάρξει ομορφιά σαν τον έρωτα ενός πεθαμένου κοριτσιού. Και πότε πότε θα ακούγεται κάποιο γέλιο, ένα συγκρατημένο γέλιο και θα ’ναι ήσυχη η αναμονή μες στη νύχτα και ένας απαλός φόβος για τη νύχτα θα απλώνεται σαν το κοροϊδευτικό φιλί του θανάτου. Και η μεγάλη νύχτα θα έρθει και όλοι οι οδηγοί μου, που τους παράτησα μες στην ονειρική βιαιότητα της εφηβείας μου, θα χύνουν απ’ τη στεριά γλυκά λάδια για να εξευμενίσουν την τρικυμία του μυαλού μου. Θα συγχωρεθώ γι’ αυτό όπως και για άλλα μου σφάλματα, ακόμα και τη Βέρα Ρίβκεν, ακόμη και για το αδιάκοπο φτερούγισμα του Βολταίρου στη σκέψη μου, γιατί σταμάτησα, κάποια στιγμή, για ν’ ακούσω αυτό το γοητευτικό πουλί να κελαηδάει. Όλα αυτά θα μου συγχωρεθούν αν ξαναγυρίσω εκεί που ανήκω, στη θάλασσα.

Στον Κοσμά Χαρπαντίδη

25
Σεπτ.
09

Γιώργος Αριστηνός – Νάρκισσος και Ιανός. Η νεωτερική πεζογραφία στην Ελλάδα

Όλα συμβαίνουν όπως στο μελόδραμα όταν ακούγεται κιόλας στην πρώτη πράξη το μοτίβο που θα φέρει έπειτα την καταστροφή [Μιμίκα Κρανάκη, Ξενοδοχείον η Περιποίησις]

Ορθώς – όμως εδώ κάποιες πρώτες πράξεις – κείμενα δεν φέρνουν την καταστροφή αλλά, ακόμα και εν αγνοία τους, νέα κινήματα, μοντέρνες γραφές και αβανγκάρντ λογοτεχνικές πρωτοπορίες! Ο συγγραφέας, δοκιμιογράφος και κριτικός Γιώργος Αριστηνός επιχειρεί το ατόλμητο: την ανασκαφή σε ολόκληρο το έδαφος της ελληνικής λογοτεχνίας για να ανακαλύψει, καταγράψει και σχολιάσει εξαντλητικά κάθε κείμενο με στοιχεία μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού.

Η εκτεταμένη ένθερμη εισαγωγή ανοίγει το θέμα διάπλατα προς όλες τις θέες του: συγκεντρώνει επιτέλους όλες τις απόψεις σχετικά με την έννοια των δυο –ισμών (μοντερν-, μεταμονερν-) που ταλαιπώρησαν θεωρίες και αναγνώσεις. Εντοπίζει διαφορές και κοινότητες στις κοσμοθεάσεις και τα κλίματα, στον αέναο κλεφτοπόλεμο ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα, στις αποκαθηλώσεις του Θεού και του συγγραφέα – Θεού από το βάθρο της αυθεντίας του και της Ιστορίας από την θέρμη της ιδεολογίας και του νοήματός της. Και τελικά ποιος μεταμοντερνισμός κατέστη ρήξη, ασυνέχεια ή παραλλαγή τίνος μοντερνισμού;

Και οι πιο ασήμαντες κινήσεις των μπορούν να καρποφορήσουν. Μπορούν να γίνουν εργαστήρια με πρασιές και ανθούς, μέσα στο μένος των αγρών [Ανδρέας Εμπειρίκος, Γήπεδον]

Ολόκληρο το σώμα της πεζογραφίας μας περνάει από τον τομογράφο της νεωτερικότητας, ενός ευρύτερου και πειστικά προτεινόμενου όρου. Ακόμη και στους παλαιότερους ή και πολύ παλαιότερους συγγραφείς ανασκάπτονται πρόδρομα στοιχεία μοντερνισμού, προτού εμφανιστούν τα σχετικά είδη και κινήματα, μεταγραφούν στη θεωρία και κατακλύσουν τα πανεπιστήμια. Εδώ ξε-μνημειώνονται ακόμα και τα κλασικά έργα από συλλογικές συνειδήσεις και θέσφατες ταξινομήσεις και επανεγγράφονται σε έναν πρωτοεμφανιζόμενο Νεωτερικό Χάρτη. Ο Αριστηνός και 13 ακόμα συνεργάτες λημματογραφούν κείμενα και ονόματα, προτάσσοντας για κάθε συγγραφέα ένα ανθολογούμενο κείμενο και προχωρώντας σε μια δοκιμιακή τομή. Ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς ή όχι με όλες τις προτάσεις και τις νέες αναγνώσεις του βιβλίου, περίτρανα λάμπει το γεγονός πως στα λογοτεχνικά εδάφη τα πάντα είναι σχετικά, πολύ σχετικά.

Κάπως έτσι χειρουργούνται οι ενσαρκώσεις κάθε κοινωνικής αρνητικότητας (Α. Κοτζιάς), οι διαβρωτικοί σχολιασμοί ενός εξόριστου της πόλης (Γ. Ιωάννου), η ελευθερόστομη γραφή – υπέρβαση του θανάτου (Μ. Χάκκας), οι καρναβαλικές ανατροπές και τα πολυφωνικά παίγνια του Ν. Βαλαωρίτη, οι υπερτοπικοί αισθητισμοί του Π. Ροδοκανάκη, η συγκινησιακή μοντέρνα οπτική της παράδοσης (Ζ. Λορεντζάτος), η σπαραγμένη δευτερολογία πάνω στους μύθους (Γ. Χειμωνάς). Κάπως έτσι συμπορευόμαστε με χαρακτήρες ντοστογεφσκικώς αυτοταπεινώμενους (Κ. Χατζηαργύρης), μοναχικούς περιπατητές – ηδονοθήρες (Μ. Μητσάκης), βιωτές εσωτερικών εκστατικών εμπειριών (Ν. Επισκοπόπουλος), πολυπρόσωπους εστιαστές και ταυτόχρονα συνεργούς του αναγνώστη (Σ.Τσίρκας).

Έσπρωξα πρώτα στο μηχάνημα το Βούντου Λονζ των Ρόλινγκ Στόουνς, που όποτε τ’ ακούω ο απόκοπος νιώθω το φρόνημά μου για τη ζωή να καρδαμώνει. [Σάκης Σερέφας, Η οργή]

Και σε αυτή την αόρατη διεθνή έχουν πολλοί θέση: ο αποκολλητής των θραυσμάτων της ταυτότητας Ν. Καχτίσης, ο αντιλογοτέχνης – δύτης στον όγδοο κύκλο της κόλασης Ρ. Αποστολίδης, σύσσωμη η Σχολή της Θεσσαλονίκης, οι Ν. Μπακόλας, Σ. Ξεφλούδας, Μ. Αξιώτη, Γ. Σκαρίμπας, Ε. Γονατάς, Μ. Καραπάνου, Α. Πανσέληνος, Δ. Δημητριάδης, Ε. Αρανίτσης, Μ. Ευσταθιάδη, Α. Μαραγκόπουλος (με μεγάλο μερίδιο στο σχεδιασμό της συγκέντρωσης), Δ. Κούρτοβικ, Δ. Καλοκύρης, Α. Κυριακίδης και πολλοί άλλοι. Και φυσικά οι ακρογωνιαίοι λίθοι της λογοτεχνίας μας (Ο Λοιμός, Το Κιβώτιο, Το Φράγμα) περνούν από το νεωτερικοσκόπιο, όπως βέβαια και η Πεντζίκεια Έρση, η Πολίτεια Ερόικα και ο Ροΐδειος Συριανός Σύζυγος.

Η αντιστοίχιση οπτικού και λεκτικού κειμένου δίνει πρόσθετη πρωτοτυπία στο έργο: το βιβλίο εικονογραφείται με φωτογραφίες 80 κομματιών της ιδιωτικής συλλογής νεωτερικής τέχνης του Λεωνίδα Μπλέτσιου, ενός συνόλου mixted media (video art, κατασκευές, περιβάλλοντα κ.λ.π.) και κλασικότερων μορφών τέχνης (ζωγραφική, φωτογραφία, χαρακτική, γλυπτική) που γίνεται ένας ιδανικός καμβάς προτάσεων για νέες αναγνώσεις. Στο εκτενές επίμετρο ο Μάνος Στεφανίδης συνεξετάζει νεωτερικότητα και ελληνική εικαστική δημιουργία πανοραμικώς και ενδελεχώς. Ιδού λοιπόν το πρώτο corpus εγχώριας νεωτερικής πεζογραφίας! Ένας δεύτερος τόμος αναμένεται και ανυπομονείται. / Εκδ. Μεσόγειος, 2007, κεντρ. διάθ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 587.

Δύσοσμο και λαμπρό πορεύεται το σκουπιδιάρικο μέσα στη νύχτα, βάναυσο σκάφος της θορυβώδους ματαιότητας, νεκροφόρα αλλόκοτων πτωμάτων, κάρο μιας ανάποδης Κατοχής που μαζεύει χορτάτους νεκρούς…[Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νυχτερινοί οδοκαθαριστές]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

23
Σεπτ.
09

Bike for Three! – More Heart Than Brains (Anticon, 2009)

Ο Καναδός meta – hip – hopper λεξιπλάστης Buck 65 και η Βελγίδα ηλεκτρονικάρια Joelle Phuong Minh Le έφτιαξαν τον πιο εθιστικό δίσκο του 2009. Η Joelle ήδη με το project της Greetings from Tuskan μας είχε δείξει με τι αιθέρια έλαια της αρέσει να πασπαλίζει τα κήμπορντς της, προτού αρχίσει να πυροβολεί. Τα αρμονικά της πλήκτρα της κυνηγάνε τις μαστιγωτικές φράσεις του κατά κόσμον Richard Terfry που αφήνεται σε μια άνευ προηγουμένου συνειδησιακή ροή, κι ύστερα λιώνουν από τις θερμικές του λέξεις, διαλύονται. Τα λεκτικά τοπία του οδηγούν σε εικόνες, πλοηγούν σε συναισθήματα, χαρακώνουν πολιτικές, ειρωνεύονται σχέσεις, ονειρεύονται σχέσεις, αυτοβιογραφούν τον κομματιασμένο, μπερδεμένο του εαυτό. Όσο μπορεί φυσικά κανείς να το κάνει μέσα σ’ αυτό την ηλεκτρονική πλημμύρα downtempo, drones, κυριολεκτικής IDM, Spoken Art, με μαύρη, κατάμαυρη ραχοκοκαλιά και beats που μοιάζουν με παλμογράφους οργανισμού σε διέγερση, σε θλίψη, σε οργή.

Πώς αναμείχθηκαν εδώ οι ά-μικτοι και πώς συνεργάστηκαν οι απόμακροι; Η πρώτη βρήκε τον δεύτερο στο Myspace και του έστειλε μουσικό κομμάτι να το στεγάσει τους στίχους του. Οι δοσοληψίες συνεχίστηκαν για πολύ καιρό και είναι μάλλον απίστευτο να συνειδητοποιήσει κανείς πως όλες αυτές οι ταχυδρομικές τροχιοδρομήσεις έφτιαξαν αυτόν ακριβώς τον δίσκο που η καρδιά κερδίζει τον εγκέφαλο.

Θαρρείς και ο καθένας αποδίδει με τον πλέον προσωπικό του τρόπο και με τον καλύτερο εαυτό του το απόλυτο respect προς τον έτερο, ανεβαίνοντας στο επίπεδό του. Κάπως έτσι μοιάζει ο δίσκος να απογειώνεται κομμάτι το κομμάτι. Προσπαθώ να φανταστώ πώς μπορεί να δημιουργήθηκαν αυτά τα πολυεπίπεδα, κατακομματιασμένα μαγευτικά παραμυθιάσματα. Άραγε ο από κει στιχοπλάστης έστελνε πρώτα τις θυελλώδεις γραφές του στην από δω συνθέτρια – συνθετήτρια κι εκείνη αράδιαζε πάνω τους πλήκτρα και ψηφίσματα ή του έστελνε εκείνη τις μελωδικές ηλεκτρο-σκοτο-φωταψίες της για να τις ντύσει, να τις καταστείλει, να τις διαστείλει; Ποιος καθρέφτισε ποιον, ποιος ενέπνευσε τι;

Ο Buck βρίσκεται πιθανώς στην πιο κομβική στιγμή του, που ήταν φως φανάρι πως θα συνέβαινε σε μια συνεργασία του κι όχι στην κύρια πορεία του. Αφήνει τις σειρήνες των πιο πομπωδών rappers και των πιο φολκοειδών Beck-ers, αφήνεται στα λυτρωτικά χέρια της Joelle. Ξαναθυμάται τις ιδέες του Square και της Language Arts σειράς, στην ιστοσελίδα του υπαινίσσεται τα άλυτα θέματα που είχε αφήσει εκεί. Αδιαφορεί ακόμα και για τις ομοιοκαταληξίες (αλλά όταν τις κάνει οι ποιητές βλέπουν την αστρόσκονή του). Άραγε η διασκευή του MC Space [MC Shan] είναι ένα ακόμα κλείσιμο παλιών λογαριασμών ή τιμή στην MC μυθολογία του;

O κορμός των 13 (αν βγάλουμε την αρχή και το τέλος) τραγουδιών είναι ένα συνεχές σφυροκόπημα αστραφτερών highlights, όπως τα πτερόεντα πλήκτρα του First Embrace που αντικαθιστούν τις μακρινές κιθάρες του post punk, όπως η συνθετική ανάμνηση των πιο σκοτεινών 80ς που έμειναν στα αζήτητα κι επανεγγράφεονται στο παρόν (Can feel love (anymore)), όπως η μέχρι επικότητας φόρτιση του No Idea How, όπως το καταλάγιασμα της hip hop οργής σε ύμνους όπως τα All There Is To Say About Love, One More Time Forever, Lazarus Phenomenon. Μέσα στον βούρκο της μοναδικής αστικής μουσικής που μπορεί να σταθεί σήμερα – και μιλάω για τα σύνορα hip hop, rap και electronica ανθίζει η πιο καθαρσιακή ποπ.

Οι δυο συνεργοί ακόμα δεν έχουν συναντηθεί μέχρι σήμερα. Όταν συμβεί αυτό, το δωμάτιο (ή στούντιο) της μοιραίας συνεύρεσης θα εκραγεί, θα εκτοξευτεί στην βιόσφαιρα ή θα ανθίσει σαν ένα λουλούδι, από αυτά που βλέπουμε αναπάντεχα φυτρωμένα στα άθλια πεζοδρόμια. Αλλά μάλλον θα αποφύγουν να βρεθούν, όπως λένε στο Κομμάτι 13. Let’s never meet and regret a past endeavor/ What we have is rare indeed and guaranteed to last forever.

Πρώτη δημοσίευση: εκεί.

21
Σεπτ.
09

Περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 499, Σεπτέμβριος 2009)

 

Υπάρχει χρόνος για μια τελευταία βουτιά στα αχανή λογοτεχνικά νερά; Να διαλέξουμε τότε μια άγνωστη περιοχή: την σύγχρονη (μετά το 1974) λογοτεχνία της Κύπρου, τρέχον κεντρικό αφιέρωμα. Γνωρίζαμε μόνο τους Νίκη Μαραγκού, Μάριο Μιχαηλίδη, Λεύκιο Ζαφειρίου, Αντώνη Γεωργίου και ελάχιστους ακόμα, τώρα έχουμε πλήρη επισκόπηση, παρουσιάσεις, προδημοσιεύσεις κ.ά. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δούμε πόσοι και ποιοι από την «γενιά του ’74» μετέπλασαν λογοτεχνικά την τραγική σύγχρονη ιστορία, χωρίς ολίσθημα στις γνωστές παγίδες.

Δυο συγγραφείς που γνωρίζουν καλά την ρευστότητα της έννοιας πατρίδα (Ίνγκο Σούλτσε, Τηλέμαχος Κώτσιας) προτείνουν τα νέα τους διαθέσιμα μυθιστορήματα και συζητούν με εντεταλμένους απεσταλμένους, ο Φίλιππος Φιλίππου υποστηρίζει το νέο ιδιότυπο νουάρ στιλ της Τζίλιαν Φλιν, ο Θεόδωρος Παπαγγελής (Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους, Διαδρομές στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, εκδ. Gutenberg) μας πείθει πως το οβιδιακό «εναλλακτικό έπος» αποτελεί την «πιο ευπώλητη μυθολογική εγκυκλοπαίδεια της δυτικής λογοτεχνίας».

Κι ένα κουίζ για τα τέλος: ποιος εκδοτικός οίκος θα βγάλει το ανολοκλήρωτο διήγημα The original of Laura του Ναμπόκοφ, για το οποίο είχε αφήσει γραπτές οδηγίες να καταστραφεί μετά τον θάνατό του αλλά ο καλός γιος του αποφάσισε να εκδώσει; Μην το ψάχνετε, τα δικαιώματα δόθηκαν «δικαιωματικά» στο Playboy και όχι στο αναμένον New Yorker. Κατά τα άλλα οι πανάξιοι Π. Μάρκαρης και Λ. Διβάνη αποχώρησαν από το ΕΚΕΒΙ, εφόσον τίποτα δεν γίνεται από το κράτος για τον χώρο του βιβλίου. Κοίτα ρε παιδί μου, και δεν το είχα καταλάβει…

Δημοσίευση και εδώ.
20
Σεπτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 32

Τζέιν Μπόουλς, Απλές απολαύσεις, εκδ. Απόπειρα, 1991, μτφ. Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη, σ. 98-99 (Jane Bowles, Simple pleasures, 1946).

Μια βαθιά ψύχρα είχε σταθεί στα κόκαλά της, και ένιωθε σαν ναρκωμένη. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια πότε αυτή η αίσθηση είχε διαδεχθεί την προηγούμενη, ούτε της πέρασε από το μυαλό να το ερευνήσει, αλλά τώρα ένιωθε μία ανησυχία που βάραινε το στήθος της σαν πέτρα εκεί που πριν υπήρχε έντονο το συναίσθημα του ενθουσιασμού και της αναμονής. «Αισθάνομαι τόσο πεσμένη» είπε από μέσα της. «Σαν να παρακολουθώ την ίδια την κηδεία μου». Και δεν το είπε αυτό με πνεύμα υπερβολικής μελαγχολίας, όπως μερικοί άνθρωποι έχουν μάθει να κάνουν όταν δεν βρίσκονται σε καλή διάθεση, αλλά με απόλυτη σοβαρότητα και με τη συνηθισμένη της παθητικότητα. Στην πραγματικότητα είχε αυτή την ταπεινή έκφραση που καθρεφτίζεται πολύ συχνά στα πρόσωπα των αρρώστων. (…)
«Αυτή η νύχτα δεν είναι ούτε γι’ ανθρώπους ούτε για ζώα» φώναξε προς την Σάντη, με τρόπο που φαινόταν ότι ηχούσε ταυτόχρονα εγκάρδιος και επιτηδευμένος. Δεν το έκανε για να την εντυπωσιάσει, αλλά για να την κρατήσει σε κάποια ασφαλή απόσταση.

Στην Έλενα Χουζούρη

18
Σεπτ.
09

Αουτονταφέ. Περιοδική έκδοση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων. Τεύχος 3/4 (Οκτώβριος 2004)

Όταν ακούω την έκφραση «η αντίσταση της διανόησης», θυμάμαι το σουβενίρ που έφερα από τα Κανάρια Νησιά: μια μεγάλη κόκκινη χνουδωτή πετσέτα μπάνιου με το πορτρέτο του Τσε Γκεβάρα επάνω. Στην «αντίσταση της διανόησης» ακούγεται η ηχώ του ’68 που αναστατώνει ευχάριστα το αίμα και κάνει τον αντιστεκόμενο κάπως νεότερο και σεξουαλικότερο. Άλλωστε είναι κάτι εντελώς ακίνδυνο, όπως το σεξ με δυο καπότες, γράφει εδώ ο πάντα αιρετικός Ρώσος συγγραφέας Βίκτορ Πελέβιν. Αλλά στον κανόνα του υπάρχουν δεκάδες εξαιρέσεις, κι αυτή η έκδοση είναι γεμάτη από τέτοιες.

Ο Τζωρτζ Στάινερ διασώζει μια ιστορία επί Μπρέζνιεφ: μια νεαρή Ρωσίδα ειδικευμένη στην ρομαντική αγγλική λογοτεχνία φυλακίστηκε σ’ ένα μπουντρούμι, χωρίς φως, χαρτί και μολύβι, εξαιτίας μιας ψευδούς καταγγελίας. Γνώριζε απ’ έξω τον Δον Χουάν του Μπάυρον και τον μετέφρασε μες το σκοτάδι, σε ομοιοκατάληκτους στίχους. Όταν βγήκε από τη φυλακή είχε χάσει το φως της αλλά υπαγόρευσε σε φίλη της τη μετάφραση, που θεωρείται μέχρι σήμερα η σημαντικότερη ρωσική μετάφραση του Μπάυρον. Ο Ενρίκε Βίλα Μάτας μας ξαναθυμίζει την ιστορία, μαζί με άλλες, για να υποστηρίξει: Πάντοτε θα είναι δυνατή η αντίσταση, πάντοτε θα παραμένει κάποιο νόημα, παρ’ όλες τις απόπειρες καταστροφής. Το τρίτο τεύχος του Άουτονταφέ που εκδίδεται ταυτόχρονα σε Βαρκελώνη, Παρίσι, Βιττόρια, Μόσχα, Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Αθήνα καταγράφει και πάλι τον σύγχρονο πόλεμο κατά της ελεύθερης σκέψης και λογοτεχνίας, τις νέες μορφές λογοκρισίας και προπαγάνδας, τις αμέτρητες πνευματικές και λογοτεχνικές αντιστάσεις.

Τι να πρωτοδιαβάσει κανείς στο τεύχος: Συγγραφείς και πνευματικές προσωπικότητες από πλείστες χώρες συνθέτουν ένα «εγχειρίδιο πνευματικής επιβίωσης». Ο Κριστιάν Σαλμόν (Γαλλία), διευθυντής του περιοδικού, πρώτα ψάχνει το Σημείο Μηδέν της αφήγησης πλέον, ανιχνεύοντας στον Μυστικό Πράκτορα του Κόνραντ μια «φιλοσοφία της τρομοκρατίας» (: το τέλειο τρομοκρατικό χτύπημα δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί ούτε να ιστορηθεί) και αλλού παρουσιάζει μια παλαιότερη συνομιλία με τον Μποχούμιλ Χράμπαλ, εκείνο τον ακούραστο αντίπαλο της λογοκρισίας. O Κάρλος Φουέντες (Μεξικό) σκέπτεται πάνω στις λέξεις και τα ονόματα της εξουσίας, ο Vincenzo Consolo (Ιταλία) εντοπίζει την γλώσσα του φασισμού σε Ντ’ Αννούντσιο, Μαρινέττι κ.ά. Ο Ράσελ Μπανκς (ΗΠΑ) γράφει για τις συμμαχίες που αναπόφευκτα καλούμαστε να κάνουμε, η Florence Aubenas (Γαλλία) για την καταστροφή των αγαλμάτων του Βούδα από τους Ταλιμπάν, ο Nedim Gursel (Τουρκία) εξιστορεί τις καφκικές δικαστικές του περιπέτειες

Σεβάσμιες φωνές όπως ο Ναγκίμπ Μαχφουζ (Αίγυπτος) και ο Αλβάρο Μούτις (Μεξικό) συνυπάρχουν με συγγραφείς που φιλοξενούνται σε Πόλεις – Καταφύγια, όπως οι Syl Cheney-Coker (Σιέρρα Λεόνε) και Chenjerai Hove (Ζιμπάμπουε) ή που ζουν εξόριστοι σε άλλες χώρες, όπως οι Mehmed Uzun (Τουρκία), Spojmai Zariab (Αφγανιστάν), Abdellatif Laabi (Μαρόκο), Ariel Dorfman (Χιλή), ο πολύπαθος Νιγηριανός Wole Soyinka. Εκπροσωπούνται πλείστες χώρες: Ιράκ (η λογοκριμένη και περιθωριοποιημένη Alia Mamdouh), Αίγυπτος (Sonallah Ibrahim, Gamal Ghitany), Παλαιστίνη (Mourid Barghouti, Mahmoud Darwish), Μαυροβούνιο (Stanko Cerovic), Σερβία (Jovica Acin), Αργεντινή (Hector Tizon), Συρία (Adonis) και ξανά Γαλλία (Antoine Volodine, Helene Cixous).

Το εκτεταμένο κείμενο του καθηγητή Edward S. Herman για την χρήση της Ορουελικής γλώσσας αλλά και την διγλωσσία στην αμερικανική διακυβέρνηση και τα ΜΜΕ μόνο οργή μπορεί να προκαλέσει. Όπως και το τρίτο μέρος του τεύχους, αφιερωμένο σε ένα Ημερολόγιο της χρονιάς από την Svetlana Alexievich. Η Ουκρανή συγγραφέας που αποκαθήλωσε με τα γραπτά της τον σοβιετικό στρατό του Αφγανιστάν, κυνηγημένη ανελέητα από το καθεστώς του παράφρονος Λουκατσένκο ζει κι αυτή σε μια Πόλη Καταφύγιο κάπου στην Τοσκάνη. Αλλά με ανοσολογική ανεπάρκεια από ραδιενέργεια, από την οποία προσβλήθηκε κατά την συλλογή συνεντεύξεων στον μετα Τσέρνομπιλ «κόσμο». Η ντοκουμενταρισμένη γραφή της είναι υπεράνω περιγραφής. / Εκδόσεις Άγρα, 374 σελ., με πολλές φωτογραφίες.

Στις φωτογραφίες: Wole Soyinka, Svetlana Alexievich. Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

15
Σεπτ.
09

Rebecca Solnit – Ελπίδα στο σκοτάδι. Η άγνωστη ιστορία της δύναμης των ανθρώπων

Ακτιβίστρια, δημοσιογράφος, free lancer κειμενογράφος – κάποια στιγμή παραδέχεται πως έγραφε κείμενα για το Maximum Rock’n’Roll – ιστορικός και δοκιμιογράφος πολιτισμού, η Σόλνιτ συνθέτει ένα περιεκτικότατο εγχειρίδιο πολιτικής αισιοδοξίας. Εν μέσω ζοφερών και κατασκότεινων καιρών, εκείνη αρχίζει ν’ απαριθμεί τις νίκες που παραβλέφτηκαν ή λησμονήθηκαν, θυμίζοντας μας με τις λέξεις του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ πως η υψηλή ευφυΐα εκδηλώνεται και ως ικανότητα να συγκρατεί κανείς ταυτόχρονα δυο αντίθετες ιδέες, και παρά ταύτα να μπορεί να λειτουργεί – πρέπει π.χ. να είναι σε θέση να βλέπει ότι τα πράγματα είναι απελπιστικά και ως ωστόσο να παραμένει αποφασισμένος να τα αλλάξει.

Στη διάθεσή της έχει πράγματι ατέλειωτη σειρά παραδειγμάτων: την δημιουργία ενός παγκόσμιου κινήματος χωρίς ηγέτες αλλά με λαμπρούς ομιλητές (όπως είπε και ο Αφρικανός συγγραφέας Λόρενς βαν ντερ Ποστ, κάποτε δεν εμφανίζονται πλέον μεγάλοι ηγέτες επειδή έχει έρθει ο καιρός όπου εμείς δεν είμαστε πλέον οπαδοί), μιας τεράστιας κοινότητας ανθρώπων που δεν φοβούνται τους γείτονες, τους ξένους, τους άλλους αλλά και μιας α-σώματης ατοπίας του Διαδικτύου. Η Νότια Αμερική, το άλλοτε μεγάλο εργαστήριο νεοφιλελευθερισμού και ολοκληρωτισμού, τώρα αποτελεί την έδρα των σπουδαιότερων εξεγέρσεων, ο κόσμος των ιθαγενών επανεμφανίζονται (η εξέγερση των Ζαπατίστας στο νότιο Μεξικό είναι μόνο η πιο εμφανής όψη του), πολεμικές επιχειρήσεις αποτρέπονται, οι ενέργειες ορισμένων καταστρεπτικών εταιριών δημοσιοποιούνται. Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι έχουν τη δύναμη να γίνουν δημιουργοί και όχι απλώς ακροατές ιστοριών.

Η Σόλνιτ μοιράζει τις αποδείξεις της ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, παραθέτοντας ιστορίες όπως εκείνη που περιγράφει ο συγγραφέας Adam Hochchild στο Bury the Chains (2005): πώς μια χούφτα ακτιβιστές συγκεντρωμένοι σ’ ένα τυπογραφείο στο Λονδίνο δημιούργησαν ένα κίνημα που μέσα σε μισό αιώνα κατάργησε τη δουλεία στη Βρετανική Αυτοκρατορία και διαμόρφωσε ένα άλλο, που την εξαφάνισε κι από τις ΗΠΑ 25 χρόνια μετά. Ή την δίωξη της τσεχικής μπάντας The Plastic People of the Universe το 1976, που πυροδότησε την Χάρτα 77, μερικοί από τους υπογράφοντες της οποίας διαδραμάτισαν καίριο ρόλο το 1989.

Από την άλλη οι Ζαπατίστας (στους οποίους αφιερώνεται ειδικό κεφάλαιο) δεν ανήγγειλαν απλώς την εμφάνιση του τέταρτου κόσμου αλλά και επαναστάτησαν ενάντια στην ίδια τη φύση των επαναστάσεων: με συμβολικές δράσεις με λέξεις, εικόνες, επικοινωνίες και τέχνες, με έναν μασκοφόρο ψευδώνυμο Μάρκος να γίνεται ο φορέας ενός νέου πολιτικού λόγου και μιας σπουδαίας λογοτεχνικής πένας. Και φαίνεται πως και οι ποιητές έχουν δύναμη πέρα από τους στίχους τους: ο Καζάκος Όζλας Σουλεϊμάνοφ, επηρεασμένος από άλλα κινήματα, διάβασε στην τηλεόραση αντί για ποίηση μια διακήρυξη που απαιτούσε το κλείσιμο ενός σοβιετικού πεδίου πυρηνικών δοκιμών στο Καζακστάν. Την επόμενη μέρα πέντε χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στην Ένωση Συγγραφέων και δημιούργησαν το κίνημα που το κατόρθωσε.

Μας εξηγεί πώς χρησιμοποίησε το Μια υπέροχη ζωή του Φρανκ Κάπρα ως μοντέλο για την ριζοσπαστική Ιστορία και υποστηρίζει πως ακολουθεί αντί για τον Άγγελο της Ιστορίας του Μπένγιαμιν έναν άγγελο της εναλλακτικής ιστορίας που λέει πως όλες οι πράξεις μας μετρούν. Μας θυμίζει τις δικαστικές ή διασκεδαστικές νίκες των περιβαλλοντικών κ.ά. οργανώσεων και την ιδέα του τζαζ αγωνιστή της ελευθερίας που συνέλαβε ο o Cornell West, που όρισε την τζαζ και «ως έναν τρόπο ύπαρξης στον κόσμο, έναν αυτοσχεδιαστικό τρόπο ευμετάβλητης, ρευστής και εύκαμπτης στάσης απέναντι στην πραγματικότητα, καχύποπτη ως προς όλες τις δογματικές απόψεις». Το μέλλον είναι σκοτεινό αλλά ξεκινάει από το παρόν./ Εκδόσεις Οκτώ, 2008, μτφ. Φώτης Τερζάκης, σελ. 190, συν 7 σελ. σημειώσεων. (Hope in the Dark, The Untold History of People Power, 2004).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

13
Σεπτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 31

Blaise Cendrars [Μπλεζ Σαντράρ], Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία, εκδ. Opera, 1993, μτφ. Γιώργος Σπανός, σ. 45 (Moravagine, 1926)

Τότε είναι που ερωτεύτηκα βίαια, παθιασμένα, τα αντικείμενα, τα άψυχα πράγματα. Δεν μιλώ για τα αντικείμενα, τα σκεύη, τα έπιπλα τέχνης που ξεχείλιζαν μες το παλάτι και που, μέσω ενός νοητικού ή αισθηματικού ερεθισμού, αναπολούν, υποβάλλουν, θυμίζουν έναν παλαιό πολιτισμό, μια περασμένη εποχή, μια οικογενειακή ή ιστορική στιγμή που έχει χάσει την πρώτη της χρυσή ανταύγεια, και που σας θέλγουν, σας γοητεύουν με τα στρεβλά τους σχήματα, τις αλλόκοτες γραμμές τους, την παλαιική τους εκλέπτυνση με ό,τι τέλος πάντων, τα προσδιορίζει, τα τοποθετεί χρονικά, ονομάζει και αποκαλύπτει, κατά τρόπο περίεργο, τη μόδα που τα διανοήθηκε. Όχι, ερωτεύτηκα αποκλειστικά αντικείμενα μη αισθητικά, ελάχιστα διαμορφωμένα, και συχνότατα ακατέργαστης ύλης, πρώτης ύλης. Μάζεψα γύρω μου τα πιο ετερόκλητα πράγματα. Ένα τενεκεδένιο κουτί μπισκότων, ένα αβγό στρουθοκαμήλου, μια ραπτομηχανή, ένα κομμάτι χαλαζία μια ράβδο μολύβδου, ένα τούμπο σόμπας. Περνούσα τις μέρες μου πιάνοντάς τα με τα χέρια μου, πασπατεύοντάς τα, μυρίζοντάς τα. Τους άλλαζα θέση χίλιες φορές τη μέρα. Είχαν χρέος να με διασκεδάζουν, να με απασχολούν, να με κάνουν να ξεχνώ τις συγκινησιακές εκείνες εμπειρίες, που τόσο πια με είχαν κουράσει.

Στον Δημήτρη Καλοκύρη

11
Σεπτ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 14. Χρύσα Σπυροπούλου

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τσέχωφ, Μωπασάν, Χάρντυ, Τόμας Μαν, Τσβάιχ, Κόνραντ, Γιουρσενάρ, Μάρτιν Βάλζερ, Π.Ντ. Τζαίημς, Ρουθ Ρέντελ, Χάισμιθ, Τσάντλερ, Ρος ΜακΝτόναλντ, Χάμμετ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα βιβλία των ανωτέρω.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Ένα ιντερλούδιο του Τόμας Χάρντυ, Πικρία του Μωπασάν, Τα νιάτα του Κόνραντ και το Πάρτυ της Μάνσφηλντ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Πολλοί….

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Αδριανός της Γιουρσενάρ για το λεπτό του γούστο, την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα και τον δυναμισμό του.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Τους ξεχνώ και μερικούς τους ξανασυναντώ σε επόμενα βιβλία μου, όπως τον αστυνόμο Ηλιού και τη βοηθό του, την κυρία Γεωργίου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Μόνο μία φορά στο αεροπλάνο, το οποίο φοβάμαι, έγραφα το κείμενο εισήγησής μου για ημερίδα προς τιμήν του Φώτη Κόντογλου. Στην πρώτη μου υπερατλαντική πτήση… για να καταπολεμήσω τον φόβο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν μού ’ρχεται μια ιδέα από το πουθενά, την σημειώνω σ’ ένα τετράδιο και κάνω μια σύντομη περίληψη της ιστορίας. Μετά αρχίζω να γράφω τα κεφάλαια.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Συνήθως όταν εργάζομαι δεν ακούω μουσική. Όταν σπανίως θα έχω τη διάθεση να εργαστώ ακούγοντας μουσική, τότε επιλέγω Μπαχ ή και εισαγωγές από έργα του Βάγκνερ.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Αγαπώ την Ομίχλη στη λίμνη, την πρώτη μου αστυνομική περιπέτεια, η οποία κυκλοφόρησε το 1998 από τις εκδόσεις Πανός και το πρόσφατο βιβλίο μου Το μυστικό της λίμνης, Κέδρος 2008, που είναι ιστορία μυστηρίου με οικολογικό περιεχόμενο και απευθύνεται στους διαχρονικά… εφήβους.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Όπως σας είπα, το τελευταίο βιβλίο μου, Το μυστικό της λίμνης, είναι μια ιστορία μυστηρίου στην οποία πρωταγωνιστούν παιδιά ως μικροί ντετέκτιβ και ο σκύλος τους, η Ήρα. Επισκέπτονται τη λίμνη Κερκίνη και εκεί βρίσκονται μπροστά σε μικρά και μεγάλα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος… Αναδεικνύεται σ’ αυτήν την ιστορία η αγάπη των ηρώων για τη φύση, για τον έτερο, για το βιβλίο, τη μουσική. Τα παιδιά δρουν σαν ομάδα και πετυχαίνουν πολλά. Επίσης δέχονται το διαφορετικό.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Διαβάζω τα διηγήματα του Τόμας Χάρντυ: Ο μελαγχολικός ουσσάρος της γερμανικής λεγεώνας (εκδόσεις Στοχαστής).

Τι γράφετε τώρα;
Αυτόν τον καιρό γράφω μόνο διηγήματα, αλλά επιμελούμαι έναν θεματικό τόμο διηγημάτων διαφόρων συγγραφέων για τα Ελληνικά Γράμματα, ο οποίος θα κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Κάθε άλλο. Το διάβασμα και η κριτική είναι μια συνεχής άσκηση, τους καρπούς της οποίας απολαμβάνω ποικιλοτρόπως καθημερινά…

08
Σεπτ.
09

Εμίλιο Μπαρρατσίνα – Πωλείται παράδεισος

Ματαιώσεις σε απόδημα πεδία

Η επαγγελματική στρατολόγηση «πτυχιούχων» και η απορρόφησή τους σε θέσεις νέας τεχνολογίας αποτελούν μιαν άλλη, λιγότερο γνωστή πλευρά της μετανάστευσης. Σε αντίθεση με την καθιερωμένη εικόνα εξαθλίωσης, βρωμιάς και παρανομίας που συνεχίζει άδικα να συνοδεύει την εικόνα του μετανάστη στον μέσο άνθρωπο, οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες εδώ είναι μορφωμένοι και αξιοπρεπείς νέοι που αντιλαμβάνονται πως η ζωή τους στο «καταπράσινο μα σάπιο» Καλαμαρί (φανταστική μεταφορά λατινοαμερικάνικης χώρας), ακυρώνει το ίδιο τους το μέλλον. Φεύγουν από μια χώρα προνομιοκρατίας, που κυβερνάται από την ολιγαρχία, τον στρατό, τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τους έμπορους ναρκωτικών, το οργανωμένο έγκλημα· από μια χώρα όπου ο κάθε νεκρός χωρικός βαφτίζεται αντάρτης ώστε τα Ταμεία να αποφύγουν τις πληρωμές, όπου κάποιοι παριστάνουν τους αντάρτες για να διώξουν οικογένειες και ν’ αρπάξουν τη γη τους.

Η μετανάστευσή τους από αυτή την «γη της αγνοίας και των όπλων», της μυρωδιάς του θανάτου και του πετρελαίου των ταπωμένων πηγαδιών, ακυρώνεται ήδη από την αρχή της. Εξαπατημένοι από το πρακτορείο και τις υποσχέσεις για συμβόλαιο εργασίας, εγκλωβίζονται στην Ισπανία δίχως νόμιμη άδεια και δυνατότητα επιστροφής. Ο παράδεισος – το όνομα του πρακτορείου – δεν οδηγούσε παρά σε μια νέα κόλαση.

Η εύθραυστη Άουρα Μαρία, επιδέξια τεχνικός υπολογιστών μα ουδέποτε αποδεκτή λόγω της «αρσενικής» της ασχολίας, αποδρά για δεύτερη φορά μακριά από την πίεση της τράπεζας, από μια γαλάζια εξώπορτα που μένει χρόνια άβαφη, από την ανυπόφορη παρουσία ενός βίαιου πατέρα, τσακισμένου εργάτη στα αλατωρυχεία. Η πρώτη της φυγή στο βουνό με έναν δάσκαλο – αντάρτη είχε δραματική κατάληξη κι έχει ήδη βρεθεί υπηρέτρια σε μια αγροικία όπου δεκάδες εγκυμονούσες, όπως κι η ίδια, γυναίκες κρύβονταν από τα σκληρά μάτια των συγχωριανών τους. Τώρα μπροστά στο δίλημμα «υπηρέτρια ή πουτάνα» αναγκάζεται να ενδώσει στην ταπείνωση της εργασίας ως ροζ τηλεφωνήτριας στην αυτοσχέδια επιχείρηση του ξενώνα της.

Ο ραδιολόγος Έξ Ρέι γίνεται καθαριστής σε κλινική αλλά επιλέγει τη βραδινή βάρδια για να κάνει κρυφά πρακτική στις έτοιμες ακτινογραφίες, διορθώνοντας εσφαλμένες διαγνώσεις. Μακάρι ν’ ακτινογραφούσαν και την ψυχή, μονολογεί. Ο ευκατάστατος ψυχολόγος Κάλι στήνει στο δωμάτιό του ένα εργαστήρι ψυχολογίας για ομοφυλόφιλους, προτού συμβιβαστεί ως τηλεφωνητής σε γραμμή ερμηνείας των ονείρων. «Ξεναγός» τους στη νέα ζωή είναι ο Λουίς Φερνάντο Χαραμίγιο («Ινδιάνος»), πρώην πλανόδιος πωλητής παπουτσιών στα εμπόλεμα χωριά της πατρίδας του, ευτυχής που στη νέα του πόλη δεν χρειάζεται να διασχίζει μπλόκα στρατού και ανταρτών, κουβαλώντας κι αυτός το τραύμα της εξαφάνισης του κουνιάδου του από παραστρατιωτικούς, με έντονη την αισιοδοξία του ευπροσάρμοστου. Ξέρεις ποιος θα πληρώσει την κοινωνική ασφάλιση αυτής της χώρας στο μέλλον; Εμείς οι μετανάστες. Θα το δεις.

Γύρω τους κινούνται ελάσσονες χαρακτήρες: η Φαουστίνα, γνωστή ως «τροφός του πελάγους», καθώς βύζαξε τους λιμοκτονούντες λαθρομετανάστες σε έναν δραματικό πλου, μετανάστρια μακριά από την ζούγκλα που φωλιάζει η θλίψη, με μόνες της ευτυχίες την αποστολή χρημάτων στην οικογένειά της και την περισυλλογή στα στασίδια της εκκλησίας. Ο Χαΐρο, μισότρελος από την άδικη εκτέλεση της μικρής του αδελφής, με μόνη συντροφιά ένα λουρί χωρίς σκύλο, η σημαδεμένη από τον χαμό του γιου της από AIDS ιδιοκτήτρια της πανσιόν, η τραβεστί μεταφράστρια Ολιβέτι, που γράφει άσεμνα σημειώματα και τα σκορπάει στις γωνίες για να σκανδαλιστεί όποιος τα διαβάσει…μ’ όλο που δεν μένει ποτέ να δει το πρόσωπο του αναγνώστη.

Με συνεχή εναλλαγή αφηγητών και θρυμματισμένη χρονική δομή (όπου παρόν και παρελθόν σχεδόν ζευγαρώνουν) ο συγγραφέας, πειραματιζόμενος με τη φόρμα και χρησιμοποιώντας πλείστες μοντερνιστικές τεχνικές, συνθέτει έναν πολυφωνικό και συνεχώς ρευστό πίνακα του ψυχισμού του σύγχρονου μετανάστη. Εσωτερικοί μονολόγοι διακόπτονται από διαλόγους ή επίσημα (στατιστικά, νομοθετικά) και άλλα κείμενα (αστυνομικού ρεπορτάζ, ερευνητικής ανακοίνωσης, επιστολών), μια έντονη ποιητική διάθεση εκτροχιάζει κάθε ρεαλισμό και φωτογραφικά στιγμιότυπα καταλήγουν σε μια αποθέωση της καθημερινής λεπτομέρειας και της σημειολογίας εν γένει.

Ο Μπαρρατσίνα, σκηνοθέτης παράλληλα και ανταποκριτής του BBC στην Κολομβία, ακολουθεί τους άγνωστους μεταξύ τους ήρωες στον μικρόκοσμο του κοινού τους δωματίου, με ένα μεταλλικό κουτί φαρμάκων για χύτρα, στην αμήχανη χαρτογράφηση της πόλης, στην αναμονή ενός ευνοϊκότερου νόμου και στις μάχες τους σε δυο σκληρά μέτωπα: κατά της οδυνηρής αβεβαιότητας της επόμενης μέρας αλλά και της βασανιστικής μνήμης του παρελθόντος στην πατρίδα τους.

Ακόμα κι αν το τίμημά τους είναι μια νέα Οδύσσεια – όπως μονολογεί η Άουρα Μαρία, υπάρχουν άλλες ζωές να ζήσει κανείς, λιγότερο άνετες, πιο γενναίες ­– εκείνοι πολεμούν «να ξεβοτανίσουν το μέλλον από θανατηφόρα δηλητήρια» της προηγούμενης ζωής τους μα και της ίδιας της λατινοαμερικάνικης ταυτότητας. Πάντα πιστεύαμε ότι οι συμφορές είναι ορκισμένοι εχθροί μας, μας τώρα πρέπει να σου ομολογήσω ότι οι συμφορές μού δώσανε το κουράγιο να κοιτάξω μπροστά, να πάρω αποφάσεις, να ξεγλιστρήσω απ’ την ντροπή. Η απόλυτη ψευτιά και η πλάνη σε κάνουν ν’ αντικρίσεις την αλήθεια. (σ. 195)

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Ροές, 2009, σελ. 272, μτφ. Σοφία Κορνάρου, με σημειώσεις της μεταφράστριας (Emilio Luiz Barrachina, La Venta del Paraiso, 2006)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 563, 31.7.2009 (και εδώ).

06
Σεπτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 30

Έλιο Βιτορίνι, Σικελικοί διάλογοι, εκδ. Οδυσσέας, 1980, μτφ. Τατιάνα Νικολαΐδου, σ. 161-162 (Elio Vittorini, Conversazione in Sicilia, 1941)

Είναι τυχερός αυτός που διάβασε στα παιδικά του χρόνια. Και δυο φορές τυχερός αυτός που διάβασε βιβλία για τα χρόνια τα παλιά και για χώρες απ’ τα περασμένα, βιβλία ιστορικά, βιβλία για ταξίδια και το Χίλιες και μια νύχτες μ’ ένα δικό του τρόπο. Μπορείς να ξαναθυμηθείς ακόμα κι αυτό που διάβασες σα να το ’χες ας πούμε ζήσει, κι έχεις μέσα σου την ιστορία των ανθρώπων και του κόσμου ολόκληρου, στην παιδική σου ηλικία, την Περσία στα επτά σου, την Αυστραλία στα οκτώ, τον Καναδά στα εννιά, το Μεξικό στα δέκα και τους Εβραίους της Βίβλου με τον πύργο της Βαβέλ, τον Δαβίδ το χειμώνα στα έξη σου χρόνια, χαλίφηδες και σουλτάνους κάποιο Φλεβάρη ή Σεπτέμβρη, το καλοκαίρι τους μεγάλους πολέμους με το Γουσταύο Αδόλφο και τ’ άλλα για τη Σικελία και την Ευρώπη, σε κάποια Τερανόβα, ή σε κάποιες Συρακούσες, ενώ κάθε νύχτα το τρένο περνούσε φορτωμένο στρατιώτες για ένα μεγάλο πόλεμο που είναι όλοι οι πόλεμοι.
Εγώ είχα την τύχη να διαβάσω πολύ σαν ήμουνα παιδί και στην Τερανόβα ή Σικελία ήταν και λίγο Βαγδάτη και λίγο Παλάτι των Δακρύων και λίγο κήπος με φοινικόδεντρα για μένα. Διάβασα το Χίλιες και μια νύχτες κι άλλα βιβλία, σ’ ένα σπίτι κάποιου φίλου του πατέρα μου γεμάτο σοφάδες και κορίτσια, κι από κει είναι που θυμάμαι το γυμνό της γυναίκας, καθώς απ’ τις σουλτάνες και τις οδαλίσκες, αναμφισβήτητο, βεβαιωμένο, καρδιά και νου του κόσμου.
«Ναι, ήξερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά πώς είναι φτιαγμένη μια γυναίκα σαν ήμουνα επτά χρονώ» είπα.

Στον Δημήτρη Πετσετίδη

03
Σεπτ.
09

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 13. Αριστείδης Αντονάς

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς (και ποιητές)
Κανένας συγγραφέας δεν είναι διαχρονικός και κανένας αληθινά σύγχρονος. Οι αγαπημένες μου σελίδες είναι διάσπαρτες, ταράζομαι όμως όταν πρέπει να εκφράσω την αγάπη μου σ’ αυτές. Ίσως δεν έμαθα να αγαπάω σωστά ή ίσως η αγάπη είναι η ανεπάρκεια που αισθάνεται κανείς όταν σκέφτεται το αγαπημένο πράγμα: μόνο που έτσι δεν αγαπά ποτέ κανείς αρκετά. Δεν αγάπησα τίποτε αρκετά. Δεν έμεινα πιστός σε κάτι. Καταγράφω λοιπόν εκείνους που πρόδωσα, όχι εκείνους που αγαπώ. Δεν ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά τους με τον τρόπο που ίσως έπρεπε. Πρόδωσα τον Μπέκετ, τον Πεντζίκη, τον Πόου, τον Ιούλιο Βέρν, τον Σοπενάουερ, τον Αλεξάντερ Γκρίν, τον Μέλβιλ, τον Γκόγκολ. Πρόδωσα επίσης τον Προυστ, τον Μπόρχες, τον Γονατά, τον Ντελέζ, τον Ντερριντά, τον Χαρμς, τον Μπέρνχαρτ. Πρόδωσα ό,τι αγάπησα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Περισσότερο θυμάμαι ή ανακαλώ διάσπαρτες σελίδες, που μοιάζουν ήδη κατεστραμμένες : είναι ήδη σχισμένες, θυμάμαι όμως συνήθως αν είναι δεξιές ή αριστερές σελίδες στον τόμο όπου τις είδα. Αποτελούν απολογισμό μιας εγκεφαλικής καταστροφής, κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι την παράταση της παρουσίας τους στο μυαλό μου που είναι φτιαγμένο για να ξεχνά. Ελάχιστα βιβλία μένουν «ολόκληρα» στο μυαλό μου. Η εφεύρεση του Μορέλ του Μπιόυ Κασάρες και Η εικόνα στο χαλί του Χενρι Τζέιμς, δύο από αυτά. Έκανα σεμινάρια για αυτά τα έργα στο Πολυτεχνείο. Παρουσιάζοντας την αρχιτεκτονική διάστασή τους. Ασχολήθηκα επίσης σε ένα σεμινάριο με τον Δόκτορα Τζέκυλ και τον κύριο Χάιντ του Στήβενσον και με την αρχιτεκτονική του σπιτιού όπου κατοικεί το διπλό αυτό πρόσωπο.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θυμάμαι ό,τι αντιστέκεται, ό,τι δεν χάνεται σε άπειρες πολλαπλότητες και ό,τι συγκροτεί, με τον τρόπο του, κάποια λανθάνουσα αυτόνομη ολότητα. Αφηγήσεις που μοιάζουν με μπαλόνια που πετάνε στον αέρα, διαστημόπλοια ή νησιά. Ανάμεσα σε άλλα Η επίσκεψη από τις Αγελάδες του Ε.Χ. Γονατά και Το κλεμμένο γράμμα του Πόου.

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η φωνή των ηρώων που ζητά να γίνει εσωτερική φωνή του αναγνώστη. Όποια κι αν είναι αυτή η φωνή είναι εκείνη που προτιμώ. Σίγουρα με αυτή τη φωνή μιλά ο Κ και όλοι οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές του Κάφκα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Οι ήρωές μου είναι παραλλαγές του εαυτού μου. Αυτό σημαίνει ότι με ακολουθούν πάντοτε αλλά σημαίνει επίσης ότι δεν με ακολουθούν ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Η ερώτηση θυμίζει: σας αρέσει να πίνετε νερό όταν είναι νύχτα στο ύπαιθρο; ή: σας αρέσει να κάνετε σεξ στην εξοχή; συνήθως όμως εκείνο που έχει σημασία είναι το νερό ή ο άλλος που είμαστε μαζί: η σκηνογραφία φτιάχνεται από την επιθυμία. Ενίοτε δεν την προσέχουμε. Μιλάμε για τη σκηνογραφία φτιάχνοντας έναν κανόνα που προέκυψε εκ των υστέρων από τη συνήθεια. Η σκηνογραφία με απασχολεί σοβαρά για αυτήν κι ωστόσο είναι συχνά τόσο ασήμαντη μέσα στην πράξη. Έχει κάτι ενδιαφέρον αυτό το ασήμαντο στοιχείο της συνήθειας. Αλλά για μένα ας μην πω για τις συνήθειές μου στην γραφή. Το έκανα άλλοτε και μετάνιωσα ήδη. Αναρωτιόμαστε γιατί να απασχολούμε τους άλλους με μια τέτοια δική μας έκπτωση στη συνήθεια; Τι τάχα θα αλλάξει στην εικόνα που έχουν για μένα αν γράφω όρθιος ή καθιστός, αν κοιτάζω έξω από το παράθυρο ή αν δουλεύω στο σκοτάδι; Και μήπως χρειάζεται να έχουν ακριβή εικόνα για μένα; Όχι, καθόλου. Ας διαβάσουν τα κείμενα. Χαίρομαι όταν οι άνθρωποι διαβάζουν τα κείμενα. Αλλά η δική μου έκπτωση στην σκηνογραφία του δωματίου όπου γράφω είναι χωρίς ενδιαφέρον. Την ώρα που γράφω δεν είμαι ήρωας ούτε ο χώρος όπου γράφω θέλω να είναι κάπως: τότε δεν έχει σημασία να πω αυτό τον χώρο. Κι απ’ την άλλη ίσως να μην έχω πραγματικές συνήθειες σχετικές με το γράψιμο. Τότε; τι ακριβώς έχει εν προκειμένω σημασία για μένα στον χώρο της γραφής; Οι λέξεις και τα φαντάσματα που φτιάχνονται από αυτές.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Δεν έχω την υπομονή να προετοιμάζω συνθήκες για την εργασία μου.

Τι γράφετε τώρα;
Συμβαίνει να μην είναι πια «τώρα» όταν αρχίζω να γράφω. Ίσως μάλιστα αυτός να είναι ο λόγος που γράφω.

Τι διαβάζετε;
Σχεδόν αποκλειστικά δοκίμια, όχι πολύ λογοτεχνία τελευταία: σπάνια διάβασα ποιήματα, προτιμώ την ποίηση που δεν μοιάζει με ποίηση, όσο λιγότερο ποίηση καλύτερα. Νομίζω ποίηση μια κακογραμμένη αγγελία στην εφημερίδα. Με ενδιαφέρει η πεζότητα. Για αυτό είμαι πεζογράφος. Διαβάζω τα δοκίμια σαν αποτυχημένες προσπάθειες περιγραφής καταστάσεων. Τα διαβάζω λοιπόν ως πεζογραφία. Η λογοτεχνία συνδέεται με την αστοχία κατανόησης και με κάποια περιγραφή της αστοχίας μέσα από παραδείγματα. Αυτό που φαίνεται ευχάριστο στη φιλοσοφία είναι ότι ακόμα και στις πιο σύγχρονες γραφές της παραμένει ενδιαφέρων ο τρόπος διαχείρισης ενός συγκεκριμένου είδους ελέγχου πάνω στο εκάστοτε ζήτημα. Προφανώς ο έλεγχος είναι εξ αρχής και εξ υποθέσεως χαμένος. Αλλά η προσπάθεια ελέγχου έχει κάτι βαθιά απελπισμένο και μοναδικό. Έχει κάποια ιδιαίτερη αισθητική φόρμα που με ικανοποιεί. Μια θεωρία της φυσικής μπορεί να έχει έτσι περισσότερη συγκίνηση από ένα ποίημα. Η θεωρία αυτή μπορεί να είναι ήδη ένα αισθητικό γεγονός. Δεν είναι το ακριβές περιεχόμενο που προσέχω τότε αλλά την φόρμα. Κάθε θεωρία έχει άλλη φόρμα. Η κβαντομηχανική προτείνει άλλη φόρμα από την νανοφυσική. Κάπου εστιάζει το ενδιαφέρον της κάθε θεωρία. Ένα από τα καλύτερα διηγήματα που μπορούμε να διαβάσουμε είναι η πρώτη διατύπωση του μοντέλου της γάτας του Σρέντιγκερ. Πόσα τέτοια υπάρχουν στην ιστορία της φυσικής; Μου αρέσει να διαβάζω την επιστημολογία ως ειδική θεωρία της λογοτεχνίας. Το setting εκεί αφορά μια γάτα κλεισμένη σε ένα μαύρο κουτί, όπου εγώ πυροβολώ χωρίς να ξέρω τι συνέβη και χωρίς να μπορώ να ξέρω. Συχνά διαβάζω επίσης κείμενα φτιαγμένα για να πεταχθούν: συνταγές τυπωμένες σε συσκευασίες, κακογραμμένες ελληνικές οδηγίες από φωτογραφικές μηχανές και κομμάτια εφημερίδων από εκείνα που θεωρούνται δεύτερης κατηγορίας. Αναρωτήθηκα συχνά γιατί με έλκει ξαφνικά η ευτέλεια. Ίσως κρύβεται εκεί κάποια δική μου βαθιά σεμνότητα (μάλλον όχι) ίσως επίσης κάποια αισθητική παραξενιά.

Η επιστημονική σας ενασχόληση και πανεπιστημιακή διδασκαλία της Αρχιτεκτονικής σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Δεν είναι δυο διαφορετικές ενασχολήσεις για μένα. Είναι δύο τρόποι να χειρίζομαι τον ίδιο αφηγηματικό χώρο. Πάντα χρειάζομαι μια σκηνή για να εγκαταστήσω ανθρώπους που κινούνται πάνω της. Τελικά ίσως είμαι απλώς ένας ιδιαίτερος θεατρικός συγγραφέας – σκηνοθέτης χωρίς πραγματικό θέατρο. Καταλαβαίνω πάντως την αρχιτεκτονική ως υπερβολή της σκηνοθεσίας. Η αρχιτεκτονική είναι η μανία για την σκηνή. Η αρχιτεκτονική θεωρεί ότι η σκηνή μπορεί να προδιαγράψει τα δρώμενα. Ας το πω αλλιώς: Ότι η σκηνή είναι ήδη ο χώρος κάποιας προδιαγραφής της δράσης. Είναι κωμικό αλλά αυτό κάνουν οι αρχιτέκτονες: τις σκηνογραφίες που θα προσδιορίσουν εκ των προτέρων ό,τι θα συμβαίνει καθημερινά. Η αρχιτεκτονική φτιάχνει έναν φούρνο για να ψήνει ψωμί, ένα παντοπωλείο για να παρατάσσει αντικείμενα προς πώληση, ένα σπίτι για να κοιμούνται μέσα οι άνθρωποι και για να μαζεύονται γύρω από τραπέζια ή σε πολυθρόνες. Εγώ έχω την διαστροφή να σκέφτομαι συνέχεια: τι γίνεται στον φούρνο που δεν ψήνει απλώς ψωμί; Τί θα συμβεί στο παντοπωλείο ανάμεσα στα ράφια; Νομίζω η αφήγηση προκύπτει ως διαταραχή της σκηνογραφίας. Κι από την άλλη πλευρά: τι θα γινόταν αν η σκηνή ήταν ήδη εξ αρχής διαταραγμένη; Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ερώτηση. Αν, δηλαδή, αντί να προτείνουμε φούρνο για ψωμί, προτείναμε ένα κτίσμα με μια σήραγγα που θα περνούσε κάτω από ολόκληρη την πόλη; Μπορώ να κτίζω τότε ό,τι φαντάζομαι και να προετοιμάζω τυπολογίες δράσης ξεκινώντας από την κατασκευή της σκηνής.

Έπειτα παράγω εκεί μια δράση. Φτιάχνω το φόντο και την μορφή, τη σκηνή και τη δράση. Συνήθως φτιάχνω τη σκηνή ως αρχιτέκτων και αυτή η σκηνή βέβαια είναι ισoδύναμη με τη δράση. Θα ήθελα να ήταν αυτά που φτιάχνω στα αφηγήματά μου υπαρκτές εγκαταστάσεις: να έκτιζα τους Τέσσερεις Κήπους, την βιβλιοθήκη του Φλογοκρύπτη και τον υπόγειο μηχανισμό του Xειριστή. Θα ήταν εκεί σαν αποδείξεις ότι όλα όσα σκέφτηκα δεν ήταν απλώς διανοητικές κατασκευές. Νομίζω αν το είχα κάνει θα ήμουν ένας πολύ σημαντικός αρχιτέκτονας και ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας. Τα κτίσματα αυτά δυστυχώς δεν θα κτιστούν. Η αρχιτεκτονική που κάνω δεν δίνει απάντηση σε προβλήματα που μου τίθενται από αλλού αλλά σκηνοθετεί καταστάσεις που επιλέγω να διαμορφώσω εγώ. Κατασκευάζω εγώ προβλήματα. Αυτή είναι η δουλειά μου. Αυτή η αρχή περιγράφει και την εργασία μου στη λογοτεχνία. Εφευρετικότητα σε κατασκευές προβλημάτων. Θέλω να επιλέγω τον τρόπο της επερώτησης και να επερωτώ το κάθε τι όσο πιο ριζικά γίνεται. Αλλιώς όλα γίνονται πληκτικά. Ναι, ο φούρνος βγάζει ψωμί αλλά μέσα σε μια φρατζόλα μπορεί να βρεθεί μια μύτη και να έχουμε ένα διήγημα του Γκόγκολ. Ο φούρνος το ψωμί και η μύτη είναι μαζί η λογοτεχνία και η αρχιτεκτονική.

Ηλεκτρονικά επισκεπτήρια: http://antonas.blogspot.com/

Δημοσίευση και εδώ.




Σεπτεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.047.799 hits

Αρχείο