Περιοδικό Ποιητική, τεύχος 3 (άνοιξη – καλοκαίρι 2009)

Το ποίημα είναι περίλυπο γιατί θέλει να γίνει δικό σου και δεν μπορεί στιχούργησε κάποτε ο John Ashbury, ένας από τους επιδραστικότερους ποιητές της Αμερικής, κι επιτέλους απολαμβάνει αφιερωματικές προς την χάρη του σελίδες: ένα κείμενο εισαγωγικό στον κόσμο του, το περίφημο κείμενό του Η αόρατη αβανγκάρντ (1968), ποιήματά του σε μετάφραση του εκδότη του περιοδικού Χάρη Βλαβιανού και μια χορταστική συνέντευξη μεταφρασμένη και σχολιασμένη από τον Χρήστο Χρυσόπουλο.

Αντίστοιχα εμβριθείς και με εισαγωγικά κείμενα και οι σελίδες για άλλους ποιητές, όπως για τον Tony Harrison (με το αφηγηματικό ποίημα V, γραμμένο κατά την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων (1984-1985)), τον Paul Goodman κ.ά. Σε ποιήματα ακόμη: Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Γιώργος Μπλάνας, Άγης Μπράτσος, Γρηγορία Πούλιου, Charles Baudelaire, Mark Strand, Hugo von Hofmannsthal, Biancamaria Frabotta, και πολλοί ακόμα. Ο Francois Le Lionnais φορμάρει την Δυνητική Λογοτεχνία σε δύο Μανιφέστα κι ένα Συνοδευτικό Σημείωμα, ο Σάκης Σερέφας μεταφράζει και ανθολογεί δώδεκα ποιήματα με μύγες που βομβίζουν το τραγούδι του Χάρου (Ε. Dickinson, R. Kipling, A. Machado, E. Montale, A. Sexton, R. Brautigan, κ.ά.), o Βασίλης Λαμπρόπουλος προτείνει έναν εναλλακτικό κανόνα της νεότερης ελληνικής ποίησης, και πολλά άλλα.

Στα Et Cetera συνεξέταση των πρόσφατων εγχώριων εκδόσεων για Αχμάτοβα – Μαγιακόφσκι – Μάντελσταμ – Τσβετάγεβα και σελίδες για τον Τάσο Δενέγρη [1934-2009]. Από την ομάδα του Πάλι (Πουλικάκος, Κουτρουμπούσης, Μήτσορα, Μακρής κλπ.) ως τις μνήμες των συναναστροφών, από την ανία του στο Σχετικά με τον Βασίλη (του Σ. Τσιώλη) (Μα να μην έχω ούτε μία ερωτική σκηνή;) ως το ταξίδι στο Βερολίνο λίγους μήνες πριν «πέσει», ο λάτρης των αιφνίδιων μετακινήσεων και του ασταφτερού χιούμορ, ο ποιητής που εξομολογήθηκε πως επιθυμούσε να τελειώνει με την ποίηση και να γράψει πρόζα που χρόνια ονειρευόταν, εμφανίζεται πάλι μες τα όλα και βγαίνει ατσαλάκωτος. Και τα καμένα δάση / Θα΄ρθουν και θα σας κόψουν / Την αναπνοή. Αμήν και πότε. [σελ. 318]

Sébastien Schuller – Evenfall (Green United, 2009)

 

Πέρασαν κιόλας πέντε χρόνια από την πρώτη και τελευταία φορά που συναπαντηθήκαμε με την μαγευτική ηλεκτρονικότητα του τριαντάχρονου+ Γάλλου. Το Happiness του 2005 (είχε προηγηθεί το Weeping Willow EP, 2002) ήταν ένα κομψοτέχνημα ψηφιακών μελωδών, ένα ακόμα διαφορετικό χρώμα στο ψηφιδωτό της απροσδιόριστης και αχανούς Γαλλικής Σκηνής των Πλήκτρων. Τι έκανε μουσικώς όλα αυτά τα χρόνια ο Σεβαστιανός από τις Les Yvelines των Παρισινών προαστίων; Απλώς συγκροτούσε και πλούτιζε την σαουντρακογραφία του: Un jour d’ été, Toi et moi, Notre univers impitoyable.

Στο νέο του Λυκόφως (ο τίτλος γαλλιστί) ο Schuller βυθίζεται ακόμα περισσότερο στην ακουστικότητα των ηλεκτρονικών του πολυοργάνων και αφήνεται ανεμπόδιστα σε μια αιθέρια μελαγχολία. Στα περισσότερα τραγούδια μαίνεται ένα ατέλειωτο κρυφτό των ηλεκτρονικών ήχων και φωνητικών: τα εύθραυστα δεύτερα μοιάζουν να φοβούνται μην διαταράξουν τις τονικότητες των πρώτων. Κλασικό παράδειγμα το Open Organ που θα μπορούσε να είναι η ευαίσθητη στιγμή στους δίσκους των M83 (αλλά και των Elbow ή των Radiohead ή των Snow Patrol ή των Blue Nile θα πετάξει κάποιος αναιδής κι έχουν όλοι τα επιχειρήματά τους).

Άλλοτε η φωνή συμπλέει με το πιάνο του Ρομαντισμού (Morning Mist), αφήνεται στην επαναληπτικότητα (Balançoire), Airίζεται ή βουτάει στο είδος που ατυχώς βαφτίστηκε Φολκτρονική. Σε μια τέτοια περίπτωση (Last Time) μας χαρίζει και δυο αλλεπάλληλους αιφνιδιασμούς, πρώτα με φτερουγίζοντα κατοπτρικά μπήτ κι έπειτα με 4ad κιθάρες και Μαντσεστεριανά μπάσα. Και να σκεφτεί κανείς ο σημερινός πολυμουσικός ξεκίνησε ως ορθόδοξος περκασιονίστας.

Ο ίδιος πάντως στο ερώτημα των δικών του σύγχρονων προσωπικών εμμονών συχνά αναφέρεται στον Marc Hollis (Talk Talk) που κατά καιρούς αναφέρεται στη σημασία των σιωπών μέσα στην μουσική, στον Sufjan Stevens και τους Animal Collective. Μια σύνδεσή του με τους δύο πρώτους είναι εμφανής, για τους τρίτους το ψάχνουμε ακόμα. Το εξώφυλλο είναι της συζύγου Agnes Montgomery που αρέσκεται σε τέτοιες κολαζόμορφες πολύχρωμες συνθέσεις (βλ. και το Pool Party του εξωφύλλου του Person Pitch των Panda Bear).

Ο Sebastian Schuller από το στουντιόσπιτό του βλέπει τις Παρισινές στέγες, μια εικόνα που αγαπά ιδιαίτερα. Μήπως σε αντίθεση με τις ροκ εντ ρολλ δοξασίες, δεν χρειάζεται να σαι ενδεής και δυστυχής για να παράγεις την ομορφότερη τραγουδιστική electronica;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.