Στο αίθριο του Πανδοχείου, 19. Θανάσης Χειμωνάς

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς
Ντοστογιέφσκι, Φλομπέρ, Στίβεν Κινγκ…

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η «Αισθηματική αγωγή» του Φλομπέρ άλλαξε τον τρόπο που έβλεπα τη Λογοτεχνία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Όταν ήμουν μικρός με είχε ενθουσιάσει ένα διήγημα του Σόμερσετ Μομ το οποίο ονομαζόταν «Ένας άνθρωπος από τη Γλασκώβη».

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Πολλοί. Επειδή όμως είναι φίλοι μου, δεν θέλω να πω ονόματα.
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Ρασκόλνικοφ. Ο Τζακ Τόρενς από τη «Λάμψη».
Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος από τους ήρωες σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Ποτέ δεν με απασχόλησε τι έκαναν αφού τελείωσαν τα μυθιστορήματα. Στο κάτω κάτω, αρκετοί από αυτούς δεν επέζησαν!
Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Τα βιβλία μου τα γράφω στο χέρι πάνω στο κρεβάτι μου και μετά τα αντιγράφω στον Υπολογιστή μου.
Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Για τον τρόπο απάντησα πριν. Οι ιδέες γεννιούνται στο μυαλό μου και όταν γίνουν κάτι τελείως συγκεκριμένο τις περνάω στο χαρτί.
Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Δεν μπορώ να ακούω μουσική όταν γράφω. Γενικά ακούω ξένη μουσική – κυρίως της δεκαετίας του ’80.
Μια εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Μπήκα στα γράμματα το 1997 με το διήγημα «Το άλλοθι». Στη συνέχεια έγραψα άλλο ένα διήγημα, την «Επιστροφή». Το τρίτο μου διήγημα είδα πως με έπαιρνε να το μεγαλώσω κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Ραμόν». Θα μπορούσα να πω πως αυτό είναι και το αγαπημένο μου, απλώς επειδή ήταν το πρώτο μου.
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η «Ραγδαία επιδείνωση» είναι η ιστορία τριών ανθρώπων: Του Βασίλη, της Έλιας και της Δήμητρας. Βλέπουμε τον τρόπο που «μπλέκονται» οι ζωές τους και όλους αυτούς που κινούνται γύρω τους.
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το πρώτο βιβλίο του καλού φίλου Δημήτρη Μαμαλούκα «Όσο υπάρχει αλκοόλ, υπάρχει ελπίδα».
Τι γράφετε τώρα;
Τίποτα.
Γιώργος Χειμωνάς, Λούλα Αναγνωστάκη. Θυελλώδεις πλην αντιδιαμετρικά διαφορετικές γραφές. Είχατε συν τοις άλλοις το «καθήκον» να αγνοήσετε τις οποιεσδήποτε επιρροές από τους γεννήτορες;
Δεν με απασχόλησε ποτέ. Μέχρι τα 26 μου δεν περίμενα πως θα γινόμουν συγγραφέας και τώρα θεωρώ πως αυτό που κάνω δεν έχει καμία σχέση η ομοιότητα με τις δουλειές των γονιών μου.

Δημοσίευση και στο mic.gr

Λογοτεχνείο, αρ. 41

Λίντια Ζορζ, Ο κήπος δίχως όρια, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, σ. 25 (Lídia Jorge, O jardim sem limites, 1995).

Το είπα ήδη: οι θόρυβοι του περιγύρου έφταναν τώρα στ’ αφτιά μου με το ρυθμό της γραφομηχανής πάνω από την οποία δούλευα με τις ώρες. Έκλεινα τα μάτια μου και ο ήχος που προερχόταν από τα γύρω ραδιόφωνα, όπως και καθετί άλλο, μετατρεπόταν σ’ ένα αδιάκοπο κλαπ, κλαπ, που χοροπηδούσε ανάμεσα στη μεταλλική γραφομηχανή και την τάβλα. Οι φωνές από το δρόμο μεταμορφωνόταν κι αυτές σε ρυθμικά, πηδηχτά χτυπήματα, ανάλογα με την αρχική τους ένταση. Οι φωνές επίσης των ενοίκων που μιλούσαν χαμηλόφωνα όπως ο Οσβάλντο, μετασχηματίζονταν από τη Ρέμινγκτον σε έναν ήχο που θύμιζε γεωργική ή θαλάσσια μηχανή, κάτι σαν τρακτέρ ή βαπορίσια μηχανή. Πάντως, εγώ δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί και πώς συνέβαινε αυτό, κυρίως επειδή τα πλήκτρα που δημιουργούσαν στη φαντασία μου εκείνο το ρυθμικό κλαπ, κλαπ, έγραφαν συγχρόνως και τα γράμματά που με τη σειρά τους δημιουργούσαν το σώμα μιας ιδέας. Έγραφα υπό την καθοδήγηση ενός θορύβου που έμοιαζε με ποδοβολητό ψυχής, με τον καλπασμό ενός μύχιου αλόγου∙ λες και οι εικόνες της πραγματικότητας περνούσαν μέσα από τη δακτυλική μνήμη των χεριών.

Στην Αγγέλα Καστρινάκη