Αρχείο για Δεκέμβριος 2009

30
Δεκ.
09

33 τίτλοι και ένα κείμενο για το 2009

 

ΔΙΣΚΟΙ

  1. Bike For Three! – More heart than brains 
  2. The Soundtrack Of Our Lives – Communion
  3. Dan Deacon – Bromst 
  4. Jason Lytle –   Yours truly, the commuter
  5. The Maps – Turning the mind
  6. Scott Matthew – There is an ocean that divides
  7. The Mummers – Tale to tell
  8. Edward Sharpe and The Magnetic Zero – From Below
  9. Gustaf Spetz – Good Night Mr. Spetz
  10. Fuck Buttons – Tarot Sport
  11. Telephone Tel Aviv – Immolate yourself

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

  1. The Further Adventures Of The Vietnam Veterans As The Gitanes – I Don’t Deserve You
  2. Hidden Cameras – Colour Of A Man
  3. In Flight Safety – Model Homes
  4. Indochine – Little Dolls
  5. Plushgun – Just Impolite
  6. The Lovetones – Memory Lane
  7. Atlas Sound (w/Laetitia Sader) – Quick Canal
  8. John Frusciante – Dark/Light
  9. Melodium -Dark Machine
  10. Dan Auerbach – Mean Monsoon
  11. Sole and the Skyrider Band – Pissing In The Wind

ΒΙΒΛΙΑ [αλφαβητικά]

  1. 1. Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε – Τρεις ταλαίπωρες τίγρεις [Τόπος]
  2. 2. Ρίτσαρντ Καπισίνσκι –  Έβενος. Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου. Ταξίδια με τον Ηρόδοτο [Συγκεντρωτική έκδοση] [Μεταίχμιο]
  3. 3. Χανίφ Κιουρέισι – Κάτι έχω να σας πω [Καστανιώτης]
  4. 4. Χούλιο Κορτάσαρ – Αξολότλ και άλλα διηγήματα [Πάπυρος]
  5. 5. Ρομπέρτο Μπολάνιο – Οι άγριοι ντετέκτιβ [Καστανιώτης]
  6. 6. Κλαούντιο Μάγκρις – Στα τυφλά [Διήγηση]
  7. 7. Φίλιπ Ροθ – Φεύγει το φάντασμα [Πόλις]
  8. 8. Γιόζεφ Ροτ – Το εμβατήριο Ραντέτσκυ [Ροές και Άγρα]
  9. 9. Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ – Εχθροί. Μια ερωτική ιστορία [Καστανιώτης]
  10. 10. Κάρλος Φουέντες – Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες [Καστανιώτης]
  11.  Δανιήλ Χαρμς – Περιστατικά [Νεφέλη]

και τέσσερα του 2008 που απολαύσαμε φέτος:

12. Ρομπέρτο Αρλτ – Οι 7 τρελοί [Ροές]

13. Christopher Hitchens – Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα [Scripta]

14. Εμίλ Καντούρ – Βάλτενμπεργκ [Πατάκης]

15. Ράσελ Μπανκς – American Darling [Πόλις]

Η ετήσια συγκομιδή στα μουσικά δεν ήταν τόσο καλή ή κακή, όσο ήταν κωμικότατη. Μιλάω για τα δήθεν ηλεκτρονικά πεδία όπου το κακό παράγινε. Ένας χαμός ονόματα, κι ένας σκασμός μπαρούφες. Μια λίμνη γεμάτη τρύπες στο νερό. Το ξεκαρδιστικό δεν είναι τόσο ότι όλοι αυτοί οι κυκλοφορούντες απλώς πατούν όποια πλήκτρα τους κατέβει, ηχογραφούν 3-4 στρώματα, τα βάζουν το ένα πάνω στο άλλο και ονομάζουν αυτό το πράμα ηλεκτρονική μουσική. Οι πιο έξυπνοι προτιμούν τον όρο experimental, γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μη νοιώθει τουλάχιστο αποδεκτός όταν δηλώνει πειραματικές προτιμήσεις. Άλλοι αφήνουν τον αυτόματο πιλότο και αυτό βαφτίζεται ambient. Άλλοι πατούν τα πλήκτρα στο repeat κι αυτό καταχωρείται ως drone. Το αστείο είναι πως όλη αυτή η βιομηχανία έχει ένα μάτσο καταναλωτίσκους, πολύ περισσότερους απ’ όσο και η ίδια φανταζόταν. Ίσως ποτέ άλλοτε μια μουσική μπίζνα δεν είχε στηριχτεί σε τόσο μη – μουσική. Σε ένα μάτσο ήχους που βαφτίζονται με χίλιους δυο όρους για να αισθάνονται τα κοινά πως εδώ τρέχει κάτι. Για άλλη μια φορά κάποιοι μας δουλεύουν κανονικά και κάποιοι άλλοι μαζεύουν χοντρά λεφτά.

Το Wire συμπορεύτηκε ιδιαίτερα έξυπνα με όλη αυτή την επιχείρηση κατασκευής προτιμήσεων, νομιμοποιώντας ένα σύμπαν όπου όλοι αυτοί νοιώθουν πως ανήκουν σε μια ακουστική ελίτ. Τουλάχιστον αντιλήφθηκαν έγκαιρα το μάταιο κι έκτοτε βάζουν στο ίδιο πανέρι Laibach, Pan American, Pan Sonic και φυσικά κάθε νεόκοπο μιμητή του Eno, του Branca, του Ralf και του Florian. Α, και του …. Gahan. Εδώ ο Basinski, εδώ και ο O’ Rourke, μαζί με τους νέο χιπχόπερς και τους beck-ετιστές. Οκ ως εδώ, σου λέει αγκαλιάζουμε όλες τις μη ορθόδοξες ή mainstream προτάσεις (συζητήσιμο κι αυτό). Αλλά για μπείτε να ακούσετε τις εκάστοτε προτάσεις και προτιμήσεις του Boomkat. Αν αυτό λέγεται μουσική πρόταση, τότε κακώς όλοι καθόμαστε εδώ πέρα, γράφοντες και διαβάζοντες. Ας πάρουμε τα σύνθια κι ας βαράμε ό,τι μας κατέβει. Θα μας το βγάλουν και σε σιντί και σε βινύλιο, και σε mp3. Φτηνό κατεβαστήρι από δω, λίγο καλύτερο κατεβαστήρι από δίπλα. Και θα γράφουν οι άλλοι για μας. Ζήτω ο εναλλακτικός καπιταλισμός. Αλλά μουσική μηδέν. Όσο αυτοί οι τύποι δεν είναι ικανοί να φτιάξουν μια σύνθεση, εμείς θα τους βαριόμαστε θανάσιμα. Οτιδήποτε έχω ακούσει απ’ τους εγχώριους μουσικούς σε συγκεντρώσεις τύπου Yuria είναι πολυκατοικίες ανώτερο απ’ όλα αυτά. 

Άλλο μανίκι πάλι στις «πρωτότυπες» μουσικές που εξίσου προτείνονται ως μοντέρνες: τόνοι ηλεκτροπόπ της συμφοράς. Οποιοσδήποτε είχε ανοιχτά τα αυτιά του στα 80ς (για να μην πω οποιοσδήποτε άκουγε ακόμα και το μιζαδόρικο ελληνικό ραδιόφωνο, με τους απατεώνες διαμορφωτές του κοινού γούστου που τα τσέπωναν από τις εταιρείες στις οποίες άλλωστε δούλευαν) θα αισθάνεται πως είναι ξαναζεσταμένες σούπες και πως από την κλειστή τηλεόραση θα ξεπηδήσει ο Γκούτης με τον Παπούλια να μας πουν καλωσορίσατε στο Μουσικόραμα. Τουλάχιστον αυτοί ήταν αυθεντικοί,  ή έστω πρώτης γενιάς μιμητές. Οι διάφοροι Burn the Negative και Neon Indian ποιανής γενιάς αντιγραφείς είναι;

Κι ένα τελευταίο καπέλο που παρατηρώ στις προτιμήσεις των σκορπισμένων ατομικοτήτων που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο ως bloggers (σύντομα οι ψυχαναλυτές θα φαλιρίσουν: ο καθένας θα φτιάχνει ένα ιστολόγιο και θα στέλνει στους άλλους τα ποστ του (δες τι έγραψα, δες κι εκείνο), πρόσθεσε και τους δεκάδες ανώνυμους αναγνώστες – θα του βγαίνει και τσάμπα). Είναι φανερό πως όσοι αγάπησαν πολύ κάποια ονόματα, δυσκολεύονται να δεχτούν την ποιοτική τους κατάπτωση. Φαίνεται λοιπόν πως και το 2033 στις λίστες με τα καλύτερα θα έχουν Sonic Youth, Manic Street Preachers, Anthony & The Klapsa-sons, Yeah Yeah Yeahs, Kasabian, Muse, Arctic Monkeys, Archive. Όσο για μερικούς υπερευαίσθητους: μην ντραπείτε να πείτε στον Richard Hawley, τον Patrick Wolf, τους Flaming Lips, τους Camera Obscura πως έβγαλαν δίσκους του πάτου. Μια φάση τους είναι, θα γυρίσει. Άλλο να τους αγαπάς, κι άλλο να τους κοροϊδεύεις μαζί με τον εαυτό σου.

Η άνωθεν εικοσιδυάδα είναι γεμάτη συνθέσεις, τραγούδια, με την στενή, την ευρεία ή την ξεσκισμένη έννοια. Αλλά τραγούδια που ήρθαν για να μείνουν, όχι για να μπουν στα ίδια ράφια με τους αφόρητους μπλιμπλικάκηδες των 00ς. Και για να κλέψω όπως πάντα και κανά τίτλο, όλοι εκείνοι Δεν Τους Αξίζουμε, όπως τραγουδάει ο πρώτος της λίστας. Αντί να χάσουμε το χρόνο μας, ας ρίξουμε καλύτερα ένα Κατούρημα στον Άνεμο, όπως τραγουδάνε οι τελευταίοι. Καλό 2010.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ, όπου για άλλη μια χρονιά συγκεντρώθηκαν οι 11άδες των ιδιότροπων και απαιτητικών πλην πολυδιαβασμένων, πολύπειρων και πολυ-ακροατών συνεργατών του mic.gr. Οι υπόλοιπες λίστες εδώ.

Στις φωτογραφίες: Ο Buck 65 των Bike for Three μοιάζει εξίσου κουρασμένος απ’ όλο αυτό. /Τρία λεπτά αυθεντικού ροκ εντ ρολ ήταν καλύτερα από τους δήθεν μοντερνιστές. / Ο Guillermo Cabrera Infante μόλις έχει κάνει τον δικό του απολογισμό/ Το αγαπημένο μας Wire έχει προωθήσει εξίσου άξιους κι ανάξιους./Ο Dan Deacon και η Ellen Allien, σπάνιες εξαιρέσεις στα ηλεκτρονικά σκουπίδια, αντιμετωπίζουν το θέμα όπως πρέπει.

 

Advertisements
27
Δεκ.
09

Maps – Turning the mind (Mute, 2009)

 

Κάποιος ιστολόγος χαρακτήρισε το Turning the mind ως τον καλύτερο ποπ δίσκο για την ψυχική κατάπτωση από την εποχή του Soul Mining των The The (1983) και ο ευφημισμός αναπαράχθηκε εις την αιωνιότητα του διαδικτύου (χωρίς να βρούμε τον γεννήτορα), αν και μεταξύ μας ποτέ δεν πήρα χαμπάρι πως το SM ήταν τέτοιας κατηγορίας. Άλλος χρησιμοποίησε τον λεξοδέτη των Spacemen 3 “Taking drugs to make music to take drugs” to για να αναστενάξει μερικούς υπαινιγμούς. Άλλωστε ολόκληρος ο δίσκος, από τον τίτλο ως τους στίχους ορισμένων τραγουδιών αναφέρεται στους διάφορους μηχανισμούς μεταβολής της εγκεφαλικής λειτουργίας, κυρίως τους τεχνητούς, με μια παράλληλη εμμονή σε εξίσου φαρμακερούς χωρισμούς. Κρατάμε δηλαδή ως τώρα τις λέξεις κατάρρευση, φαρμακολογία.

Οκ, τώρα μπορούμε να τις πετάξουμε. Αν η ναρκωτικο – θετημένη κατάθλιψη εμπνέει για τέτοιες συνθέσεις και τόσο ανεβαστικά τραγούδια, τότε τι να την κάνεις την χαρά (του άλλου); Ο James Chapman εκ Northampton, το πρόσωπο πίσω από τους χάρτες, έχει μεταβεί από το κιθαριστικό shoegaze του πρώτου δίσκου (We can create, 2007) σε αμιγώς ηλεκτρονικά πεδία, μαγνητικά και μαγευτικά. Λες και οποιοδήποτε συναίσθημα, έξαψη, έκλαμψη μετατρέπεται σε καταπληκτική κατά-πληκτρική σύνθεση. Τα συνθεσάιζερ λάμπουν παντού εδώ μέσα, οι μελωδίες είναι αστραφτερές και μελωμένες.

Η συνθετική ποπ απελευθερώνεται όταν καταφέρνει να απαγκιστρωθεί από Depeche Mode, New Order και Pet Shop Boys ή έστω να κλέψει τα καλύτερα του καθενός αποφεύγοντας άγονες μιμήσεις. Με σύγχρονα συμφραζόμενα, εδώ έχουμε παράλληλες συνδέσεις με τους ύστερους M83 (και ο Anthony Gonzalez άλλωστε παράτησε τους κιθαρισμούς για χάρη της ηλεκτρονικής ποπ) και τους Cut Copy, που έβαλαν σε πολλούς τα γυαλιά πέρσι με το In Ghost Colours. Ο J.C. έχει δηλώσει και φαν των Spiritualized και των Flaming Lips και στα live διασκευάζει το Leave Them All Behind των Ride. Το παλμαρέ συμπληρώθηκε, μένει η ταχυδακτυλουργία.

Όταν αστράφτει το συνθετικό (και με τις 2 έννοιες) ταλέντο του Champam τότε το χαρμάνι είναι χάρμα: I dream of crystal, Chameleon, Without you. Συχνά τα πλήκτρα μοιάζουν πινέλα που βάφουν με διαφορετικά χρώματα τα διάφορα στρώματα των κομματιών. Οι βρετανόφιλοι παπουτσοκοιταχτές die happy die smiling. Το Chameleon αγγίζει τα μαγνητικά πεδία των The Magnetic Fields. To Love will come ξεφεύγει, συνοψίζοντας την ηλεκτρονική χορευτικότητα από τις εκστατικές φάρμες και πίστες των 90ς στον Field. Στις πιο αδύναμες στιγμές, το Papercuts ακούγεται σαν από ξεχασμένο 80ς ραδιόφωνο, το Let go of the fear ντισκεύει μονότονα. Τα υπόλοιπα ξεχωρίζουν πανεύκολα από τον απέραντο ωκεανό των σημερινών τραγικά βαρετών κυκλοφοριών του είδους.

Εξαιρετικό δειγματολόγιο μοντέλων ηλεκτρονικής ποπ σύνθεσης για σεμινάριο. Valium in the sunshine (τίτλος ενός τραγουδιού εδώ) όνομα και πράμα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

24
Δεκ.
09

Τομ Στόπαρντ – Αυτό θα το δούμε

Ομάδα 90ο C [Θέατρο Βικτώρια]

Εδώ το Θέατρο θα κοροϊδέψει το Θέατρο και θα διασκεδάσει μαζί του λίγο πριν το κατασπαράξει. Εδώ θα κουρελιαστούν όλοι οι εμπλεκόμενοι του είδους, απ’ τους μεγαλορρήμονες ηθοποιούς ως τους υπερβάλλοντες σκηνοθέτες και φυσικά τους κενολόγους κριτικούς. Εδώ θα πατηθούν τα κουρασμένα έργα και τα βλακώδη χάπι εντ!

Δυο θεατρικοί κριτικοί παρακολουθούν μια Αγκαθακριστική Ποντικοπαγίδα, εκφράζοντας την ανία τους για την παράσταση (ή μήπως για την ίδια τους τη δουλειά, ή μήπως για την ίδια τους τη ζωή;). Η μεταμοντέρνα εκδοχή της όχι απλά δεν ξεφεύγει από τα κλισέ της κλασικής (αγγλικής) αστυνομικής ιστορίας και της θεατρικής ψευδαίσθησης αλλά και φτάνει στο άλλο άκρο της υπερβολής και της γελοιότητας. Μόνο που το νευρικό Μπεκετικό δίδυμο θα βρεθεί κι αυτό άθελά του στο κέντρο της σκηνής, εφόσον κι αυτό αποτελεί κομμάτι του παιχνιδιού,  και θα υποστεί τις συνέπειες που του αναλογούν.

Η συγγραφική διάνοια του τσεχικής καταγωγής αλλά πολιτικογραφημένου Βρετανού Τόμ Στόπαρντ, που οι περισσότεροι τον πρωτογνωρίσαμε κινηματογραφικώς (Μπραζίλ, Ο Ρόζενκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί, Ερωτευμένος Σαίξπηρ) βρίσκεται στα ύψη της.  Με στοιχεία Μόντυ Πάιθονς (στους οποίους κάποτε υπήρξε για λίγο γραφιάς), με ανελέητη παρώδηση Agatha Christie and Arthur Conan Doyle (που μη ξεχνάμε ομίχλωσαν για δεκαετίες τα βρετανικά λογοτεχνικά κλίματα) και αλλεπάλληλες φαρσικές σκηνές συντρίβει κάθε σοβαρότητα που ισχυριζόταν πως διαθέτει η θεατρική βιομηχανία.

Είναι σχεδόν σοκαριστικό πως οι ανάγκες που κραύγαζε το έργο, γραμμένο και πρωτοπαιγμένο στα 60ς, παραμένουν ίδιες και σήμερα. Η επιθυμία για κάτι νέο, διαφορετικό, μη τετριμμένο στα θεάματα. Οι καταπιεσμένες επιθυμίες των «δεύτερων» να βγουν για λίγο στην επιφάνεια ή να αντικαταστήσουν τους «πρώτους» (κάποια στιγμή οι κριτικοί ονειρεύονται ένα αιματηρό κοινωνικό πραξικόπημα όλων των βοηθών, αναπληρωτών, αντικαταστατών και δευτερότοκων, όλου του πάγκου εν γένει). Οι κοινωνικές και φυσικά ερωτικές σχέσεις κριτικών και κρινομένων, με αμοιβαία οφέλη.

Η διασκευαστική και (περι)παικτική άποψη της ομάδας 90ο C (που μας είχε δώσει σε παρόμοια ύφη το φερώνυμο έργο, την Φαλακρή Τραγουδίστρια και τη θεατρική διασκευή του Σπιρτόκουτου) σε κρατάει με ανοιχτό στόμα και μάτια, από την απρόσμενη έναρξη ως τις κωμι-γκροτέσκες χορογραφήσεις. Σ’ ένα τριεπίπεδο σκηνικό, με συνεχώς μεταβαλλόμενους πίνακες (και με τηλεκοντρόλ αν χρειαστεί), περιβαλλοντικές ακροβασίες και ποπ άρτ επιχρωματώσεις, οι ηθοποιοί κάνουν τα πάντα στη σκηνή, τα τραγούδια που γράφηκαν επί τούτου είναι υπέροχα. Η σκηνοθεσία του Κομνηνού έχει συνεχή απρόβλεπτα και υπερδιασκεδαστικά ευρήματα, η μουσική γράφει δυνατά, οι γκριμάτσες γίνονται όλο και εξπρεσιονιστικότερες, το παράλογο γίνεται λογικό.

Σ’ αυτό το «θέατρο μέσα στο θέατρο», ο Τέταρτος Τοίχος μεταξύ θεατών και σκηνής καταρρέει, οι ρόλοι αντιστρέφονται, οι ηθοποιοί θα καθίσουν για λίγο στην καρέκλα του κριτικού, ο ντετέκτιβ φτάνει τελευταίος απ’ όλους και είναι βλαξ, εσύ δεν είσαι λιγότερο ένοχος από τους άλλους, το πτώμα είναι σε κοινή θέα εξαρχής αλλά δεν το βλέπει κανείς, το πτώμα είναι αδιαίρετο, το πτώμα πάντα θα ζει όπως θα τραγουδηθεί δικαίως απ’ όλα τα πρόσωπα – εξτραβαγκάντσες μαζί.

[Tom Stoppard, The real inspector hound]

Παίζουν: Μαρίνα Βρόντη, Μελέτης Γεωργιάδης, Στέλιος Γούτης, Μαριάννα Λαμπίρη, Δημήτρης Ντάσκας, Μανώλης Σκιαδάς, Χαρά Τσιώλη. Ελεύθερη απόδοση / σκηνοθεσία: Δημήτρης Κομνηνός, σκην. – κοστ. Γιώργος Λυντζέρης, πρωτότ. μουσική & video design: Ανδρέας Τρούσσας, επιμ. κίνησης: Πάνος Μεταξόπουλος, φωτ.: Αντώνης Παναγιωτόπουλος, βοηθ. σκην.: Αντωνία Αλεξανδρίδη, φωνητ.: Βασιλική Ρόρρη, Νεκτάριος Γεωργιάδης. / Θέατρο Βικτώρια, Μαγνησίας 5 & 3ης Σεπτεμβρίου 119, τηλ. 82 33 125, Πα–Σα–Δευτ 21.15, Κυρ. 19.00/ http://www.theatrovictoria.gr

 Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

21
Δεκ.
09

Danger Mouse & Sparklehorse – Dark night of the soul (S/R, 2009)

 Οι συνέπειες ενός επτάλεπτου θανάτου

Ο Mark Linkous / Mr Sparklehorse γνωρίζει καλά τι σημαίνει τραυματική εμπειρία, και όχι μόνο μεταφορικά – μην ξεχνάμε τι σωματικές και ψυχολογικές ζημιές υπέστη απ’ τις καταχρήσεις ήδη απ’ τις αρχές των 90ς, μέχρι και μια επτάλεπτη παύση της καρδιάς του το 1996 σε τουρ με τους Radiohead ύστερα από ένα κοκτέιλ Βάλιουμ και ποικίλων αντικαταθλιπτικών και αλκοολούχων. Σε μια νέα του κατάπτωση το 2005 οι φίλοι του σκέφτηκαν να του φέρνουν ή να του παίζουν ολοκαίνουργια μουσική και κάπως έτσι γνωρίστηκε με τον Danger Mouse (Brian Burton). Το The Grey Album του τον «ξύπνησε», ο DΜ δούλεψε σε μερικά κομμάτια του Dreamt for Light Years in the Belly of a Mountain κι από τότε υπονοούσαν μια μελλοντική συνεργασία (με ονόματα σαν … Dangerhorse ή Sparklemouse).

Ένας ισπανός μυστικιστής και μια Εθνική Φωτογραφίας

Η έννοια της Σκοτεινής Νύχτας της Ψυχής καθιερώθηκε από τον καθολικό μυστικιστή Άγιο Ιωάννη του Σταυρού, ως μια μεταφορά για την απομόνωση και την μοναξιά στην πνευματική ζωή και τα οδυνηρά βήματα του εξαγνισμού. Αρχικά ο δίσκος προοριζόταν για συνοδεία ενός εκατοντασέλιδου φωτογραφικού λευκώματος του David Lynch. Σ’ αυτή την ιδιότυπη Εθνική της Ατμοσφαιρικότητας συμμετέχουν οι James Mercer (The Shins), Gruff Rhys (Super Furry Animals), Jason Lytle (Grandaddy), Julian Casablancas (The Strokes), Frank Black (the Pixies), Iggy Pop, Vic Chesnutt, David Lynch, and Scott Spillane (Neutral Milk Hotel / The Gerbils), δυο κυρίες απ’ τα παλιά – Nina Persson (The Cardigans), Suzanne Vega και οι Flaming Lips σε απαρτία.

Ένας δίσκος που δεν πωλείται

Τελικά λόγω διαφωνιών με την ΕΜΙ σε θέματα συμβολαίων και copyright, το βιβλίο κυκλοφορεί  με λευκό recordable CD-R, εξακολουθώντας βέβαια να προτείνεται ως οπτικό συνοδευτικό της μουσικής, ενώ ο δίσκος είναι μόνο downloadable. Ο Linkous (που σαφώς αφήνει τη σφραγίδα του περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον) έχει πει πως είναι φαν του Lynch κι έχει αφήσει την επιρροή του να εισχωρήσει στη μουσική του. Είχε μάλιστα κρατήσει κομμάτι για την Beth Gibbons – αυτή κι αν ταίριαζε εδώ – αλλά την βρήκε πάνω στην ετοιμασία του δίσκου επιστροφής των Portishead. Αλλά δεν είναι μόνο οι μουσικοί που εμπνέονται από τις εικόνες του Lynch αλλά κι εκείνος που φωτογράφησε εμπνευσμένος από τις μουσικές τους.

Μαυρόασπρο βελούδο

Η ατμόσφαιρα μυρίζει κινηματογράφο, μαυρόασπρα πλάνα, συχνά πολύ σκοτεινές λήψεις, αλλά απέχει πολύ από αναμενόμενες καταθλιπτικές διαθέσεις. Στα περισσότερα σημεία αναδίνεται μια αίσθηση κλασικότροπου ροκ με μοντέρνες επικαλύψεις. Ο καθένας φέρνει τον εαυτό του, αλλά και προσαρμόζεται σε μια τυπική Lynch ατμόσφαιρα, χαϊδολογώντας την σχιζοφένεια κι ανοίγοντας χαραμάδες σε αβύσσους πάθους ή λύπης. Οι Flaming Lips ακούγονται ακριβώς σαν Flaming Lips της τρέχουσας περιόδου, ενώ οι φωνητές των Super Furry Animals και Shins δίνουν καλύτερα κομμάτια απ’ ότι στις τελευταίες τους δυο τρεις κυκλοφορίες. Ο Iggy βρίσκεται στις φόρμες του (και η κιθάρα που θυμίζει το Shot By Both Sides των Magazine έκανε κάποιους να το συσχετίσουν με την προπέρσινη επανέκδοση του Real Life). Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως το κλίμα ταιριάζει περισσότερο στον Vic Chestnut παρά στην Nina Persson, κι ας ήταν αμφότεροι καλεσμένοι στο Its Wonderful Life των Sparklehorse, 2001. Το τελευταίο ομώνυμο κομμάτι (και δεύτερο με τις φωνές του Lynch) με τις διασπασμένες λέξεις και την στοιχειωτική αίσθηση θα είχε θέση σε οποιαδήποτε ταινία του.

Οι στίχοι που κερδίζουν στα σημεία κι ένα ηλεκτρονικό επισκεπτήριο

In my mind I have shot you and stabbed you through your heart (Revenge)

I’m a mix of god and monkey! ( Pain)

http://www.dnots.com/

 Από τις λίγες περιπτώσεις που ο συνωστισμός ονομάτων αποδίδει και είναι κάτι παραπάνω από ένα γοητευτικό πείραμα.

 Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες, ο σκηνοθέτης και το δημιούργημά του.

19
Δεκ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 21. Λεία Βιτάλη

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Όλοι όσοι γράφουν με το αίμα τους και δεν φοβούνται την αλήθεια όσο κι αν πονάει. Σ’ όσους μπορείς να διακρίνεις τις υπόγειες διαδρομές του νου και της σκοτεινής επιθυμίας. Όσοι κατορθώνουν να ξεφύγουν από τα όρια. Ντοστογιέφσκι. Καζαντζάκης. Άμος Οζ. Και πόσοι άλλοι.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία. 

Έγκλημα και τιμωρία. Ο τελευταίος πειρασμός. Η ιστορία του ματιού. Ιστορία αγάπης και σκότους…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Βιζυηνού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Τελευταία ο Νίκος Δαββέτας.

 Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Ρασκόλνικοφ καθόρισε την εφηβεία μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κάποτε ένας φίλος με ρώτησε αν έχω κάνει έρωτα μ’ έναν ήρωά μου, τον Ιουβενάλιο. Απάντησα αυθόρμητα: Ναι! Νομίζω ότι το ίδιο συμβαίνει με όλους τους ήρωές μου. Ο ένας εμπεριέχεται μέσα στον άλλον αφού καθένας προέρχεται από τον άλλον όντας καρπός ενός έρωτα. Έτσι είναι όλοι τους πάντα πλάι μου και τα λέμε.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μ’ αρέσουν τα πάρκα, η θάλασσα, τα σκοτεινά υπόγεια, τα καράβια… Κι όταν είμαι στο γραφείο μου δεν κοιτάζω ποτέ έξω απ’ το παράθυρο. Μ’ αρέσει ο χώρος να με περιβάλλει ολοκληρωτικά, να μην έχω τρόπο διαφυγής.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ έρχονται σκέψεις που με κρατούν ξύπνια μέχρι το πρωί. Αν συμβεί αυτό, έχω μια καλή ιδέα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ακούω πολύ σιγανούς ήχους όταν γράφω, σαν να υπάρχουν και να μην υπάρχουν την ίδια στιγμή. Δεν ακούω μουσική. Στην πραγματική μου όμως ζωή λατρεύω το ροκ, την κλασσική μουσική, και τα ρεμπέτικα.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Στο «Παραμύθι του Μεγάλου Φόβου» ο Ιουβενάλιος, ένας Βυζαντινός τρομοκράτης, πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα του μεσαιωνικού σκοταδισμού και της εκκλησίας, καταλήγει παγιδευμένος στον πάτο της θάλασσας με μια πέτρα δεμένη στο κορμί του. Ένα βιβλίο από τα πιο αγαπημένα μου. Στην «Κοιλιά της Μεταφράστριας» μια γυναίκα, η Μαρία, στη σύγχρονη Αθήνα εγκυμονεί το παιδί που περιμένει να… υιοθετήσει. Έχω ματώσει μαζί της. Στην «Ιερή Παγίδα» με παρέσυρε ένας 14χρονος πανέμορφος πρίγκιπας που έγινε το ερωτικό αντικείμενο του πόθου του Μωάμεθ του Πορθητή. Το χαρακτήρισαν αιρετικό και λάγνο, εγώ απλώς ήθελα να γράψω για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.   

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

«Ο μικρός μου αδελφός δολοφονήθηκε πριν από πέντε χρόνια, δυο μήνες μετά που έγινε στην πατρίδα το κακό. Τώρα είναι πάλι ζωντανός!

Βενετία, το έτος 6966 από κτίσεως κόσμου». Έτσι ανοίγει η θύρα της «Ιερής Παγίδας» και υποδέχεται τον αναγνώστη της.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πάνω στο γραφείο μου, στις καρέκλες, και στο πάτωμα είναι ανοιχτά καμιά εικοσαριά βιβλία, ελληνικά και ξένα, που αφορούν τον Βενιζέλο και την εποχή του.

Τι γράφετε τώρα;

Προετοιμάζομαι για τον καινούριο μου έρωτα. 

Ασχοληθήκατε με την συγγραφή θεατρικών έργων. Μπορείτε να ορίσετε με λέξεις τυχόν διαφορετικές ηδονές που προσφέρουν σε σχέση με των μυθιστορημάτων;

Η ηδονή είναι μια: Δημιουργείς ανθρώπους! Κι όσο πιο πολύ ρουφάνε το αίμα σου, τόσο πιο ζωντανοί γίνονται. Και τότε έχεις την πιο μεγάλη ηδονή.

Θεατρικό έργο Rock Story. Περί τίνος πρόκειται; Με ποιο τρόπο αγκαλιάζει το ροκ;

Είναι ένα έργο για το ροκ. Όχι απλώς το μουσικό είδος αλλά τη στάση ζωής. Η ροκ στάση ζωής είναι αντισυμβατική έτσι κι αλλιώς. Πρότυπό μου ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος, αλλά μεγάλωσε σε διαστάσεις και ακολούθησε υπόγειες διαδρομές. Έτσι συναντηθήκαμε. Το ROCK STORY είναι το δέκατο θεατρικό μου έργο, αλλά είναι αυτό που αγάπησα πιο πολύ και που θα ‘θελα να το ξαναδώ στη σκηνή για ν’ αποκτήσει τις αληθινές του διαστάσεις. Μια φορά δεν ήταν αρκετή.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.

Μμμ… Έχω περάσει ωραίες στιγμές. Υπάρχουν μοναδικοί άνθρωποι εκεί έξω. Αλλά δεν βγαίνουν εύκολα οι μάσκες. Κατά τα άλλα ακολουθείται το πρότυπο της παραδοσιακής κοινωνίας με τα καλά της και τα κακά της αλλά σε γρήγορες ταχύτητες.

Ηλεκτρονική εργογραφία κ.ά. = http://users.otenet.gr/~vitalix/index.htm

Δημοσίευση και εδώ.

17
Δεκ.
09

Γιώργος Ρωμανός – Καζαμπλάνκα καφέ

Πορθμείο για την ουσία της ύπαρξης

Η αναζήτηση της απόλυτης ελευθερίας, η επιθυμία βίωσης των ουσιωδών στοιχείων της ζωής και η φυγή από τα προσωπικά αδιέξοδα προς μια ουδέτερη ζώνη ωθούν τον αυτοπρόσωπο αφηγητή του Καφέ Καζαμπλάνκα, έναν συνηθισμένο άνδρα μέσης ηλικίας, στο αναμενόμενο: ένα μακρινό ταξίδι φυγής και περισυλλογής ως τους αντίποδες του κόσμου, από την Μεσόγειο στον Περσικό και τον Νότιο Ειρηνικό μέχρι τα νότια της Νέας Ζηλανδίας. Στα πολλαπλά καταστρώματα της πλωτής πλέον καθημερινότητας ο άλλοτε εργάτης ορυχείων και νυν ειδικός βιβλιοθηκονόμος και γνώστης της παλαιάς τυπογραφίας επιθυμεί να βρεθεί στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, να δει τον εαυτό του στην ολότητά του, να γίνει η θάλασσα γίνεται το επιθυμητό «άγραφο χαρτί» της ζωής του.

Σε αυτό το «μόνον της ζωής του ταξείδιον» μετατρέπεται σταδιακά σε αδηφάγο εξερευνητή κάθε σπιθαμής του σώματος του πλοίου και αυτόπτη παρατηρητή οριακών ή μη καταστάσεων, σε μια απελπισμένη επιθυμία να ξεφύγει από την μονομανία του θανάτου. Πιστεύει σε οτιδήποτε αποτελεί αντινομία στη φθορά και τον χλευάζει ως ένα «είκασμα της ανυπαρξίας». Αντιλαμβάνεται πως τα πιο απύθμενα βάθη δεν βρίσκονται στον πάτο των χρηματοκιβωτίων, της πολιτικής ή των ωκεανών, αλλά στο άπατο του κορμιού και της επιθυμίας. Με το «ξεχασμένο μάγμα των επιθυμιών του» έτοιμο για ηφαιστειακή έκρηξη, περιφέρει την υπερωκεάνια απόγνωσή του προς τον απώτατο τερματισμό της υπέρβασης των ασφυκτικών συνόρων του εαυτού του. Υφίσταται τις αλλαγές του τρόπου ζωής του «με τη φυσικότητα ενός φιδιού που αλλάζει πουκάμισα» και, έχοντας καταργήσει το χρόνο, προσπαθεί να διατηρήσει το μεταίσθημα της αιθερικής του ανυπαρξίας μέσα σε έναν άδειο αδιάρθρωτο χώρο. Σε αυτή την περιπλάνηση οι δορυφορικά κινούμενοι γύρω από αυτόν ετερόκλητοι χαρακτήρες, μια σπορά ανθρώπινων κορμιών πάνω σε έναν ου τόπο, αποτελούν σταθμούς παράλληλους με εκείνους του πλου ανά τον κόσμο, κατ’ αντιστοιχία και με τους ραδιοφωνικούς σταθμούς ενός φορητού ραδιοφώνου όπου συχνά καταφεύγει. Ποτέ άλλοτε ο κοσμοπολιτισμός δεν ήταν τόσο μοναχικός.

Καθώς τα πάντα μετεωρίζονται διαρκώς ανάμεσα στα άκρα πλείστων διπολισμών (διεθνή εξωτερικά ύδατα – μοναχικός εσωτερικός κόσμος, απόλυτη συναισθηματική αποφόρτιση – έντονη ερωτική διάθεση, φαινομενικό – διφορούμενο) ο ήρωας, ωτακουστής των ίδιων του των λόγων και χαυνωμένος στους φασματικούς ή πραγματικούς έρωτες, επιχειρεί να συλλάβει τις διαφορετικές και ταυτόχρονες εκδοχές μέσα στο χρόνο της πραγματικότητας ενός ανείκαστου κόσμου. Μήπως τελικά το σύνορο φαντασίας και πραγματικότητας δεν νοείται οριζοντίως, ως μια άλλη αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά καθέτως, τέμνοντας κατακόρυφα τον χώρο αλλά και τον εαυτό μας στη μέση;

Το τριπλής διαρρύθμισης συγγραφικό εργαστήρι του συγγραφέα, με χώρους διηγηματογράφησης (πέντε συλλογές), έκδοσης λογοτεχνικού περιοδικού (Πανδώρα) και διδασκαλίας συγγραφής διηγήματος και θεωρίας της λογοτεχνίας, σαφώς αντανακλά σε αυτή την επί ρευστού μυθοπλαστική περιπέτεια: τόσο κατά τηνσυμπληρωματική ή παραπληρωματική εξισορρόπηση των «ειδών» (νουάρ, ερωτογραφήματος, θρίλερ, φιλοσοφικής, αστυνομικής, ταξιδιωτικής, φανταστικής ή ενδοσκοπικής γραφής) όσο και στην γλώσσα. Οι λέξεις μοιάζουν να έχουν επιλεγεί με την λαβίδα των γραμματοσήμων και ελεγχθεί με τον μεγεθυντικό φακό, εσωκλείοντας παρηχήσεις φθόγγων και αρμονίες ήχων. Η ποιητική της γλώσσας (γνώριμη εμμονή του συγγραφέα) ξεκινάει πάντοτε από την «απτή» πραγματικότητα και καταλήγει σε αρχικά ανεπαίσθητες νοηματικές και θεματικές υπερβάσεις, σαν να επιθυμεί να διαρρήξει τα όρια των αντιληπτών διαστάσεων του κόσμου μας. Οι λέξεις του γίνονται οι ίδιες θέμα μέσα στη φράση και η φράση θέμα μέσα στην κάθε ιστορία. Ο Ρωμανός δουλεύει την γλώσσα σαν γλύπτης, φροντίζοντας τόσο το αποτέλεσμα όσο και την ίδια την ακουστικότητα του καλεμιού του.

Παρά την καταλυτική παρουσία του ερωτικού στοιχείου, η πλοήγηση του ανώνυμου πλοίου συγγενεύει περισσότερο με τον κατά Γκομπρόβιτς Υπερ-ατλαντικό, παρά τον Εμπειρίκειο Μεγάλο Ανατολικό. Όμως είναι ακριβώς το «ετεροβίωμα» στο οποίο κατά καιρούς έχει αναφερθεί ο Ρωμανός (η διαφορά μεταξύ των κειμένων αυτοβιογραφικής έμπνευσης και των βιωμένων με συγγραφικές τεχνικές και παραμέτρους) που αναμφισβήτητα προσδίδει στο μυθιστόρημα έναν κατά κυριολεξία κοσμικό, οικουμενικό χαρακτήρα. Το πλοίο γίνεται το ίδιο μια θάλασσα διαμάχης ερωτισμού, διανοητικής επιβίωσης, φθοράς και αφθαρσίας, και ταυτόχρονης συνύπαρξης σκληρού ρεαλισμού και μαγικής ποιητικής προσώπων, καταστάσεων και εικόνων, που καταλήγουν στο δέλτα μιας πάντοτε εικαζόμενης «πραγματικότητας». Το ευρηματικότατο διπλό τέλος ουδόλως αναιρεί την απόλυτη επικράτηση του έρωτα πάνω στον θάνατο. Μόνον ο έρωτας αποτελεί το μοναδικό ατελεύτητο ταξίδι πέρα από το τέρμα κάθε προορισμού και ο ήρωας έχει πλέον μάθει να μετράει έναν έναν τους κόκκους της κλεψύδρας του έρωτα, να μην αφήσει κανέναν να πάει χαμένος.

Εκδ. Άγκυρα, 2009, σελ. 203.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 582, 11.12.2009 (και εδώ) .

Για το έργο και τις προτιμήσεις του συγγραφέα, βλ. Αίθριο του Πανδοχείου, αρ. 8 (εδώ).

15
Δεκ.
09

Bye Bye Bicycle – Compass (Bonjour Recordings, 2009)

 

Πώς χαρακτηρίζουμε ένα δίσκο που περιλαμβάνει τέσσερα αριστουργηματικά τραγούδια, με τα υπόλοιπα να υστερούν όχι επειδή δεν αξίζουν ως συνθέσεις αλλά επειδή αναγκαστικά σκιάζονται από την λάμψη των πρώτων; Θα αβανταριστεί για χάρη τους, θα μετρήσει ο μέσος όρος ή θα κριθούν ως οι εξαιρέσεις του εξαιρετικού στον απλώς καλό δίσκο; Ποιο είναι το αριθμητικό όριο κομματιών και ποιο το ποιοτικό κριτήριο για τον ένα ή τον άλλο χαρακτηρισμό;

Εδώ το βάθρο των μεταλλίων έχει τέσσερεις βαθμίδες, όπου εναλλάσσονται: το Cairo, με το καμπανιστό ανατολίζον κιθαρίσιο ριφ, το ευδαιμονικό σαξοφωνικό ινστρουμένταλ Meridian και το Pulp-ικής μελοδραματικής υφής Westside. Α, και το έξοχο Footsteps (Pt. II), που θα μπορούσε να ανήκει σε πολλούς άλλους (ονόματα δε λέμε, μέχρι και τα άλμπουμ των τελών του εβδομήντα θα ανοίγαμε) αλλά προκρίνονται οι Nits με εκείνη την υπόγεια νοσηρότητα που μόνο οι Βουνίσιοι Ολλανδοί ήξεραν να μεταδίδουν, συν την κεντροευρωπαϊκή πιανιστική ατμφόσφαιρα.

Κι ο υπόλοιπος δίσκος όμως αντέχει σε πολλά ακούσματα, αφού το στιλ των BBB επιβάλλεται με τη μία. Ανήκουν στις τυπικές ανεξάρτητες «κιθαριστικές» ποπ μπάντες που δεν πνίγουν τη φωνή από τα κιθαρίσματα αλλά την βγάζουν μπροστά, να καθοδηγεί τις στριφογυριστές, ημι-west κιθάρες και τα ανεβασμένο τέμπο. Cinerama, Brilliant Corners, η αφρόκρεμα του Pop C86, Pastels, έμφαση στη μελωδία, αντίθεση στη μελαγχολία. Ο καλύτερος δίσκος του είδους για φέτος.

Πρόκειται για πενταμελές σχήμα υπό τον André Vikingsson, που φτιάχτηκε το 2002 στη Δυτική Ακτή (Σουηδίας) και μετοίκησε στο Γκέτεμποργκ από το 2007. Μ’ ένα myspace μέχρι πρόσφατα στα Σουηδικά κι ένα άδειο προσωπικό σάιτ, πώς περιμένουν να φτάσουν ως τα αναρίθμητα ζευγάρια αυτιών που τους αξίζουν; Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι απουσιάζουν από τα βασικά ψαχτήρια – ευαγγέλια (π.χ. το twee net), τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. Το Westside είχε βγει σε μικρό δισκάκι στην Cloudberry πριν δυο χρόνια (οι συγγένειες με τον ήχο της αναμενόμενες), κάποια στιγμή αντίκρισε και το δίδυμό του Eastiside, αλλά προφανώς εδώ προτίμησαν μια νεοσύστατη (;) άγνωστη εταιρεία. Τόση εμπιστοσύνη έχουν στη Τύχη; Γιατί νομίζω η θεά του είδους είναι άδικη, πολύ άδικη…

Πρωτοδημοσιεύτηκε σε κάποιο mic.




Δεκέμβριος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.   Ιαν. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 998.744 hits

Αρχείο

Advertisements