Αρχείο για Οκτώβριος 2009

30
Οκτ.
09

Ριού Μουρακάμι – Σχεδόν διάφανο γαλάζιο

Έβαζα τα δυνατά μου ν’ ανασάνω αλλά μετά βίας έπαιρνα λίγο, ελάχιστο αέρα, κι αυτός ακόμη έμοιαζε να μην μπαίνει από τη μύτη ή το στόμα μου, αλλά σαν να περνούσε από μια μικρή τρυπούλα στο στήθος μου. Οι μηροί μου είχαν κι αυτοί μουδιάσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κάθε τόσο ένας πόνος μου έσφιγγε την καρδιά. Οι πρησμένες φλέβες στα μηνίγγια μου συσπούνταν. Με το που έκλεισα τα μάτια μου, ένιωσα να με πιάνει πανικός, σαν να με ρουφούσε μέσα του με τρομερή ταχύτητα ένας χλιαρός στρόβιλος. Κολλώδη χάδια διέτρεχαν όλο μου το κορμί, κι άρχισα να λιώνω σαν το τυρί στο χάμπουργκερ. Πώς είναι όταν έχεις στάλες λάδι σε νερό έτσι ένιωθα έντονα διακριτές περιοχές κρύου και ζέστης να μετατοπίζονται στο σώμα μου. Στο κεφάλι μου και στο λαρύγγι μου και στην καρδιά μου και στον πούτσο μου μετακινούνταν κύματα πυρετού. [σ. 27]

Πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, ήδη από την πρώτη εικόνα με την γυμνή ιδρωμένη γυναικεία πλάτη, το κραγιονισμένο τσιγάρο, κόκκινο φως, πόδια που ξεκαλτσώνονται κι ένα μπουκάλι κρασί έτοιμο να χυθεί, αντιλαμβάνεται κανείς πως αυτές οι σχεδόν διάφανες γαλάζιες σελίδες δεν θα κρύψουν τίποτα από τα ενδότερα ενός ιδιαίτερου κόσμου. Ο κεντρικός χαρακτήρας Ριού (παραδοχή αυτοβιογράφησης;) κολυμπάει καθημερινά σε ναρκωτικές θάλασσες και αλκοολούχα νερά, μαζί με μια σειρά άλλων προσώπων με τα οποία συνουσιάζεται, συνφτιάχνεται, συνομιλεί και συνταράζεται. Το περιβάλλον τους είναι μια τερατώδης αστυγραφία, ένας ασφυκτικός περίγυρος καταναλωτισμού και βίαιης εκδυτικοποίησης, μια Ιαπωνία που ούτως ή άλλως ιλιγγιώνεται μια φαντασμαγορική τεχνολογική κούρσα, πιστή ακόλουθος της αμερικανικής ιδέας (η στρατιωτική βάση και τα πιόνια της βρίσκονται πάντα σε απόσταση αναπνοής). Τι άλλο (καλύτερο) υπάρχει λοιπόν να κάνει κανείς από το να λιώνει με τους ομοίους του στην λαγνεία, τον αλληλοβιασμό, τις ουσίες, το διαρκές «χάσιμο», τον σωματικό πόνο, τις πάσης φύσεως εκτονώσεις και εκκρίσεις;

Καθώς η ναυτία εναλλάσσεται με τον οργασμό, οι πόσεις με τους εμετούς, οι εκστάσεις με τις καταπτώσεις, οι μορφασμοί με τα γέλια, όλοι τους μοιάζουν να ζουν καθυστερημένα τα 60ς, ανεστραμμένα πλέον στην απόλυτη απομόνωση και την αυτοκαταστροφική τοξικομανία. Η κοινότητα εδώ είναι εύκολα ανατινάξιμη: Ό, τι τους συνδέει μπορεί να τους χωρίσει. Από την άλλη δεν αγνοούν απλώς, αλλά φτύνουν μια ιαπωνική κοινωνία που μόλις βγαίνει υπερήφανα, αν και τρεκλίζοντας, από το ένδοξο παρελθόν και τρέχει να βγει πρώτη στην καταιγιστική κούρσα της ανάπτυξης. Από την αρχαιότητα των σαμουράι ως την απόλυτη μοντερνοποίηση η απόσταση λες και διανύθηκε σε κλάσματα φωτός.

 Η περιφερειακή πλοκή αδυνατεί να σταθεί σε κάποιο σημείο, οπότε αναλαμβάνει ο εικονολάγνος κινηματογραφικός φακός του Μ. να ακολουθήσει λαχανιαστά τις παρεκτροπές των χαρακτήρων που ζαλισμένοι απ’ τα Nibrole και αναίσθητοι / παραίσθητοι από τα Philopon και τις κάψουλες μεσκαλίνης σέρνονται σε βρώμικα δωμάτια, ανάμεσα στα πεταμένα εσώρουχα, γόβες με στάχτες, απομεινάρια φαγητών, έντομα, μπουκάλια, σπέρματα. Όμως να μην πει κανείς πως η παθητικότητα των χαρακτήρων είναι αποκλειστικό προνόμιο της παραιτημένης νεότητας, εφόσον αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών όπου οι πάντες ανέχονται τα πάντα. Ακόμα κι έτσι αυτοί εδώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν έστω και επιθανάτιες κορυφώσεις. Και στις φωτεινές τους διαλείψεις μπορούν να δουν πολύ περισσότερα, και ιδίως ο Ριού, ήρωας και δημιουργός του, που όταν οι άλλοι μέσα στην παραζάλη και τις παρενέργειες ίσα που μπορούν να ακούσουν στα πικάπ Doors, Hendrix, Stones, It’s a Beautiful Day, Mal Waldron, το σάουντρακ του Orfeu Negro, τις σάμπες του Luiz Bonfá και τους …Osibisa, εκείνος αντιλαμβάνεται τις ανατάσεις που κρύβονται εκεί μέσα, αποστασιοποιείται, μοιάζει να κρατά σημειώσεις και να παρατηρεί τον κόσμο όπως όταν ήταν μικρός.

Φώτα νέον που σου τρυπούσαν τα μάτια και προβολείς απ’ τα διερχόμενα αυτοκίνητα που κόβανε το σώμα στα δυο, φορτηγά που περνούσαν μ’ ένα βουητό όμοιο με τις κραυγές τεράστιων υδρόβιων πτηνών, μεγάλα δέντρα που ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά μας κι ερημωμένα, ρημαγμένα σπίτια στην άκρη του δρόμου, φάμπρικες με παράξενα μηχανήματα αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο, τσιμινιέρες που ξερνούσαν φωτιά ψηλά στον ουρανό – ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά μας σα λιωμένο ατσάλι που χύνεται απ’ το καμίνι. Το φουσκωμένο σκοτεινό ποτάμι που έκλαιγε σαν κάτι ζωντανό, ψηλό χορτάρι δίπλα στο δρόμο να χορεύει στον αέρα, ένας ηλεκτρικός σταθμός μ’ έναν μεγάλο μετασχηματιστή περιφραγμένο μ’ αγκαθωτό σύρμα να ξεφυσά ατμούς, κι η Λίλυ να γελά, να γελά τρελά… [σ. 104]

Ήταν το πρώτο σοκ με το οποίο ο συγγραφέας (γενν. 1952, συνώνυμος πλην άσχετος με τον Χαρούκι Μουρακάμι) φιλοδώρησε την ιαπωνική κοινωνία, επιφυλάσσοντάς της μερικά ακόμα τόσο με μυθιστορήματά του, όπως το Coin Locker Βabies, σχετικά με τα παιδιά που εγκαταλείπονται στις θυρίδες των σιδηροδρομικών σταθμών, το απολύτως ροκ εντ ρολλ 69, όντας και ο ίδιος ρόκερ, το Kyoko (το μόνο μέχρι στιγμής εδώ μεταφρασμένο, ως Η Κυόκο στη Νέα Υόρκη), όσο και με τον κινηματογράφο του, βασική ασχολία που άσκησε σεναριακά και σκηνοθετικά, από το περίφημο Τokyo Decadence (γνωστό και ως Topaz, με μουσική Ryuchi Sakamoto) έως τα Αudition και Raffles Ηotel.

Ανεξάρτητα από συσχετίσεις με Ντε Σαντ, Ζενέ, Μπουκόφσκι, Μίσιμα, Μίλλερ, Μπρετ Ιστον Ελις, Παλανιούκ, την «Γλώσσα του φιδιού» της Χιτόμι Κανεχάρα και τα Bushido εγχειρίδια, πέρα από τίτλους του «απόκρυφου ευαγγελίου» της ιαπωνικής νεολαίας και του κορυφαίου απωανατολικού «καλτ» μυθιστορήματος, ετούτο το απόλυτο ιαπωνικό sex, drugs and rock ΄n΄ roll μας είναι εξαιρετικά οικείο και για έναν ακόμα λόγο: συνομιλεί με τον Νίκο Νικολαΐδη, από την Γλυκειά Συμμορία στο Singapore Sling, και γι’ αυτό εκτός από αναγνωστικές, μας γέμισε με ψυχικές συγκινήσεις.

Συντεταγμένες: Εκδ. Printa, 2008 [Σειρά Σύγχρονοι Πεζογράφοι], μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, προλογ. σημείωμα Πόπη Μουσουράκη, σελ. 205, με χρησιμότατες σημειώσεις του μεταφραστή (Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue).

Επισκεπτήρια – κλειδαρότρυπες: http://latemag.com/tokyo-decadence-clips, http://www.youtube.com/watch?v=47HEgmcXpoQ

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

Advertisements
28
Οκτ.
09

Soulsavers – Broken (V2, 2009)

 

Διαθέτω κάρτα διαρκείας και εμπιστοσύνης για όλες τις δραστηριότητες του Mark Lanegan και είμαι μέλος της ευρύτερης κοινότητας που εμπιστεύεται με κλειστά μάτια τις κινήσεις του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Είμαι επίσης επίτιμος ακροατής των προσωπικών του δίσκων και χρόνιος επιστροφέας στους Screaming Trees, έχω δε στα συρτάρια μου αδημοσίευτη θεωρητική μελέτη που υποστηρίζει πως η θέση που του αρμόζει να παίζει δεν είναι σόλο ή σε μπάντα, αλλά ως συνεργάτης – επισκέπτης σε ορισμένους εκλεκτούς της αρεσκείας του και της ιδιομορφίας του, πάντα με τη βαλίτσα στο χέρι. Ακριβώς δηλαδή όπως συνέβη και με τους Soulsavers, το ηλεκτρολογημένο μπλουζ δίπολο των παραγωγών Rich Martin και Ian Glover που εδώ τριτώνει τις φουρνιές του μετά τα “Tough Guys Don’t Dance” (2003) και “It’s Not How Far You Fall, It’s The Way You Land”(2007) και δευτερώνει την εμπλοκή με τον Lanegan.

Ο Mark στην ουσία εξοικειώνεται ολόκληρο τον δίσκο, δημιουργώντας την εντύπωση πως πρόκειται για δικό του σπίτι. Είναι ο ίδιος που με το γνώριμο στιλ του χαράσσει τα σύνορα των περιοχών που θα διαβούν με τους πρόσθετους προσκαλεσμένους, σε μια περιπλάνηση σε διαφορετικούς έρημους τόπους, όπως σε χωράφια του «κινηματογραφικού» instrumental (με το πιανιστικό The seventh proof και το έγχορδο Wise blood) και σε ηλεκτρισμένα ναρκοπέδια (που θα μπορούσαν να πατήσουν και οι Gutter Twins, το προηγούμενο συνεργατικό του σχήμα) με το εννιάλεπτο επαναληπτικό Death bells και το μιντ σφυροκοπητό Unbalanced pieces, με Gibby Haynes (Butthole Surfers) και Mike Patton (Faith No More) αντίστοιχα συμ-φωνούντες μαζί του.

Όσο για την ημίφωτη (ή ημισκότεινη) περιοχή των μπαλαντών όπου λουφάζει πλέον οριστικά, ή θα τριγυρίσει μοναχός του σε οικεία μονοπάτια (Pharaos chariot, με συμμετοχή του Jason Pierce) ή θα πιάσει αγκαζέ την Red Ghost (= Rosa Agostino, μια επίμονη αποστολέας demo) για ένα ζευγαρωτό μπλουζ της ασυμφωνίας μ’ ένα διαφυγόν σαξόφωνο να προσπαθεί να τους ενώσει (Rolling sky) ή θα την αφήσει να περιπλανηθεί μονάχη της στο Praying ground και να του κλέψει μέσα απ’ τα χέρια την καλύτερη μπαλάντα της δεκατριάδας (By my side). Εκτός συναγωνισμού δυο διασκευές της συντριβής, φανταστείτε δηλαδή τι υποδοχή επιφυλάσσεται σε Tom Waits (Can’t catch the train) και Will Oldham (You will miss me when I burn). Αντίστροφα ο Will τραγούδησε το σίνγκλ Sunrise, σύνθεση του Lanegan που δεν υπάρχει στο δίσκο.

Όμως εκεί που θαυματουργούν οι Δύο συν Ένας είναι αλλού: όπως η τελευταία μας επικοινωνία μαζί τους ήταν εκείνο το θεόπνευστο γκόσπελ περί αναγέννησης, το Revival που έκλεινε το It’s Not How Far…, έτσι κι εδώ μια τριπλή γκοσπελική καρδιά χτυπάει ακριβώς στο κέντρο του δίσκου. Τα All the way down, Some misunderstanding, Shadows fall (με την συμμετοχή του Richard Hawley και μια έξοχη φυσαρμόνικα), είναι κατά κυριολεξία ψυχοσωστικά, πλήρης έμπρακτη δικαίωση του ονόματος της μπάντας.

Το παράδοξο του Lanegan είναι πως ακούγεται πάντα φοβερά ενδιαφέρων στα κατακορεσμένα μας αυτιά, χωρίς να προβαίνει σε καμία προσθαφαίρεση από τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του ορθόδοξου ροκ εντ ρολ. Εννοώ πως, όπως πάντα, δεν φτιάχνει τον συγκλονιστικό δίσκο που θα αλλάξει την πορεία του ροκ εντ ρολ, αλλά τροφοδοτεί συνεχώς με κάρβουνο την μηχανή του. Αν κάποιοι άλλοι γίνονται η ατμομηχανή, αυτός είναι ο κορμός του. Κι όσο παραμένει, είμαστε ήσυχοι για την πορεία.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Οκτ.
09

Βικτόρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη

Το έπος της συλλογικής ψύχωσης

«Διωγμένοι από το κόμμα, διότι είχαν προτείνει την «καινούργια πορεία», οι νέοι άνδρες προτίμησαν για τον εαυτό τους το πιστόλι. Οι νέες γυναίκες, καθένας το ξέρει, προτιμούν το βερονάλ. Πώς να ζήσεις όταν το κόμμα σού αρνείται το δικαίωμα να το υπηρετήσεις; Αυτός ο κόσμος που γεννιέται μας καλεί, και εμείς του ανήκουμε – και να που στο όνομά του κάποιος μας φτύνει στα μούτρα. «Είστε ανάξιοι…» Ανάξιοι διότι είμαστε η συσπασμένη σάρκα της επανάστασης και η εξοργισμένη σκέψη της; Καλύτερα να πεθάνουμε. Η καμπύλη των αυτοκτονιών ανεβαίνει». (σ. 285)

Ο Σερζ ξεκίνησε να γράφει ουσιαστικά τη στιγμή ακριβώς που οι φωνές των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων της δεκαετίας του ’20 σιωπούσαν από τις αυτοκτονίες, τη λογοκρισία και τις συλλήψεις· υπήρξε δε ο μόνος Ρώσος συγγραφέας της μετα-επαναστατικής γενιάς που επιβίωσε του σταλινισμού και συνέχισε να γράφει παρά τις αμέτρητες δυσκολίες. Σε αντίθεση με την συναρπαστική Υπόθεση Τουλάγεφ (από τις ίδιες εκδόσεις, 2007) της μυθιστορηματικής μορφής των δέκα κεφαλαίων – αντίστοιχων ιδιαίτερων πορτρέτων γύρω από έναν κοινό πυρήνα, οι Αναμνήσεις, φιλοδοξώντας ακριβώς να αποτελέσουν ένα αχανές σώμα βιωμένης μνήμης από τα θυελλώδη προεπαναστατικά, επαναστατικά και μεταγενέστερα χρόνια, είναι αδύνατο να περιοριστούν στα πλαίσια ενός συμπαγούς παραδοσιακού μυθιστορήματος.

Ως εκ τούτου, πρόκειται για «μυθιστόρημα» καταθρυμματισμένο σε αναρίθμητα σπαράγματα αφηγήσεων, περιγραφών και απομνημονευμάτων των περιόδων της ρωσικής κοσμογονίας (προ-επαναστατικά κινήματα, επανάσταση, εμφύλιος, σταλινική αντεπανάσταση, εξόντωση επαναστατών): κάθε σελίδα και μια προσωπογραφία, κάθε κεφάλαιο και μια πινακοθήκη εξαιρετικών ανθρώπων, πνευματικών μορφών, τιποτένιων ανθρωπάκων, ενθουσιωδών ομάδων, συγχυσμένων συλλογικοτήτων, παρασυρόμενων μαζών, πόλεων σε αναβρασμό ή παρακμή. Η επανάσταση ως μια δίνη που συμπαρέσυρε εκατομμύρια ανθρώπους στον στρόβιλό της.

Ο Σερζ ταξίδευε ανά τις πόλεις της Ευρώπης και της ΕΣΣΔ αναλαμβάνοντας μυριάδες καθήκοντα, προσπαθώντας να συνδυάσει επαναστατικό ιδεαλισμό και ελεύθερο ατομικισμό, συχνά αντιφατικός μα πάντα ενθουσιώδης, απογοητευμένος από την Κροστάνδη και αντίθετος στο δόγμα περί κατοχής της αλήθειας από το κόμμα και τον ηγέτη, βάζοντας την ηθική πάνω από την πολιτική, φωνάζοντας για ελευθερία σε κάθε άνθρωπο κι όχι μόνο τους εκλεκτούς του κόμματος. «Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου». (σ. 79)

Ήταν παρών όταν οι πόλεις άρχισαν να σκοτεινιάζουν και οι πληθυσμοί να υποφέρουν από την πείνα, όταν οι πρώην επαναστάτες διχάζονταν σε αλλεπάλληλες μεταβολές διοικούντων και διοικούμενων, πολιτικές διαφωνίες και πνευματικές αναταραχές, όταν τα οράματα ξεπερνιούνταν από τα ίδια τα γεγονότα. Έζησε την αποπνικτική δικτατορία των αμέτρητων γραφείων και υπηρεσιών, «όπου η εργασία δεν σταματούσε ποτέ», τις «συσκέψεις για ανέφικτα προγράμματα», τα παγωμένα διαμερίσματα της Πετρούπολης όπου έκαιγαν τα βιβλία για να ζεσταθούν, την αναστολή της σεξουαλικότητας από τον επαναστατικό ασκητισμό ή την πείνα, τον συμβιβασμό των πνευματικών ανθρώπων που αναγκάζονταν να περιοριστούν σε μικρά άχρωμα άρθρα στις επιθεωρήσεις της Διεθνούς. Άκουσε τον Γκεόργκ Λούκατς να του λέει «θα ήταν κουτό για μια μικρή ταπείνωση να ψηφίσετε προκλητικά, να εξοριστείτε… Πιστέψτε με, οι ταπεινώσεις δεν έχουν μεγάλη σημασία για μας». Έζησε εκ των έσω το συναίσθημα της παράλυσης από τα επίσημα ψέματα ή του Τύπου, τους ανθρώπους που ζούσαν «με γενναιότητα μέσα στο φόβο», αναζητούσαν τους δήμιους για να μάθουν απ’ αυτούς τις τελευταίες στιγμές των φίλων τους, συλλαμβάνονταν, αν και τυπικά αθώοι, επειδή υπήρχε «κάτι ανεπαίσθητο στο βάθος των φακέλων τους» ή εκτελούνταν ενώ το έγγραφο αναστολής ή χάρης βρισκόταν στο πιεστήριο.

Αυτός ο «διχασμένος άνθρωπος της Ευρασίας» (σύμφωνα με αυτοαναφορικό του στίχο) που ταλαντευόταν συνεχώς ανάμεσα στην στρατευμένη του ζωή και την αδέκαστη γραφή του, ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα, προσπαθούσε να μεταφέρει στο χαρτί γιατί και πως «αυτό που είχε κατακτηθεί το πρωί, συχνά χανόταν το βράδυ». Αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία ως ένα μέσο κοινωνίας ιδεών, ως μόνη ευκαιρία για ισχυρή δικαίωση, ως ένα τρόπο συμμετοχής στο κοινό πεπρωμένο, ως μια μαρτυρία για την ζωή των επαναστατικών μαχητών, στοχαστών και απλών ανθρώπων που δεν διανοήθηκαν να ζήσουν έξω από τη Ρωσία, μα και δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν μέσα σε αυτήν. Ακόμα κι όταν οι ποιητές άρχισαν να αυτοκτονούν (μια σφαίρα στο στήθος του Μαγιακόφσκι, μια λάμα ξυρίσματος στη χούφτα του Εσένιν), εκείνος παρά την ψυχική του συντριβή συνέχισε να συνθέτει το ψυχολογικό διάγραμμα της σοβιετικής λογοτεχνίας, από τον πρώιμο ένθερμο ενθουσιασμό στην εποχής της λογοκρισίας και της απελπισίας.

Με βαθιές ρίζες στη γαλλική και την ρωσική λογοτεχνική παράδοση, έχοντας ασχοληθεί με την μετάφραση κειμένων των προ-επαναστατικών Ρώσων μοντερνιστών, χρονικογράφος και κριτικός κατά την σύντομη μετα-επαναστατική λογοτεχνική αναγέννηση, ο Σερζ μοιάζει να εμπνέεται από κάθε μοντέρνα γραφή του καιρού του, από τους Ντος Πάσος και Πίλνιακ ως τον Φρόυντ, τον Τζόυς, τον Γκράμσι, τους Μεγάλους Ρώσους – όπως εύστοχα διαπιστώνει στο επίμετρό του ο Ρίτσαρντ Γκρίμαν. Και κάπως έτσι επιχειρεί μια χειμαρρώδη καταγραφή της υλικής και της ασυνείδητης ζωής των μαζών και του τότε Μοντέρνου Κόσμου και της Επανάστασης, που νίκησε όλους τους εξωτερικούς κινδύνους μα αγνόησε «τον κίνδυνο μέσα τους» και διαβρώθηκε από την ψύχωση της άτεγκτης εξουσίας. Κι ίσως γι’ αυτό ο αρχικός τίτλος του χειρογράφου ήταν «Τα Μαύρα Χρόνια», κι ένας μεταγενέστερος το «Αναμνήσεις από κόσμους που χάθηκαν». Η έκδοση είναι υπερπλήρης, με παράρτημα έξι κειμένων, εκατοντασέλιδες σημειώσεις του συγγραφέα, βιογραφικά στοιχεία, ενδεικτική βιβλιογραφία και ευρετήριο.

«Αν σχεδιάζω αυτά τα πορτρέτα … είναι διότι ξεσκεπάζουν μια ατμόσφαιρα και τις σκοτεινές απαρχές μιας ψύχωσης. Η ΕΣΣΔ ολόκληρη επρόκειτο πολύ αργότερα, στη διάρκεια των τραγικών χρόνων, να ζήσει όλο και πιο έντονα αυτή την ψύχωση που αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ένα μοναδικό ψυχολογικό φαινόμενο μέσα στην ιστορία» . (σ. 300)

Εκδόσεις Scipta, 2008, μτφρ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, επιμ. Στέφανος Ροζάνης, σελ. 815 (Victor Serge, Mémoirs d’ un Révolutionnaire).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19, Φθινόπωρο 2009.

25
Οκτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 37

Pedro Zarraluki, Ο υπεύθυνος των βατράχων, εκδ. Σέλας, 1995, μτφ. Βιβή Φωτοπούλου, σ. 19 (El responsable de las ranas, 1990).

Καμιά φορά, Κυριακή πρωί, αφού διαβάζαμε τις εφημερίδες και σκάγαμε στην μύρα και στα κυδώνια της θάλασσας – και ειδικότερα αν είχε βρέξει την προηγούμενη νύχτα -, πηγαίναμε και φυτευόμαστε στον κήπο με τη στοιχειώδη μέθοδο, δηλαδή χώναμε τα πόδια μας στο χώμα, κλείναμε τα μάτια και μέναμε πολλή ώρα ακίνητοι. Θέλαμε μ’ αυτόν τον τρόπο να νιώσουμε ό, τι ένοιωθαν οι τριανταφυλλιές, κι η αλήθεια ήταν πως, αν περιμέναμε αρκετή ώρα, είχαμε την αίσθηση ότι κάτι παρατηρούσαμε. Όταν τελικά ξεθάβαμε τα πόδια μας, ήταν σαν να προκαλούσαμε την έκτρωση ενός μικροσκοπικού εμβρύου. Κάνοντάς το αυτό, διακόπταμε το λεπτότατο ρεύμα που εκπορευόταν από το εσωτερικό του πλανήτη και το οποίο συλλάμβαναν τα δάχτυλα των ποδιών μας. Εγώ το συνέκρινα με την ασθενική τάση του τηλεφωνικού καλωδίου, που γίνεται αισθητή μόνο με βρεγμένα χέρια. Η Λάουρα, ερμηνεύοντας κάπως ελεύθερα την θεωρία της εξέλιξης, έλεγε ότι τα πόδια είναι ρίζες που έχουν ατροφήσει. Κάτι τέτοια πειράματα μόνο στην ύπαιθρο γίνονται, και το αποτέλεσμα είναι συνήθως μιας κολοκύθα σεβαστών διαστάσεων.

Στην Νατάσα Χατζιδάκη

23
Οκτ.
09

Βόλφγκανγκ Χέσνερ – Άννα Αχμάτοβα. Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας

Νόμιζα πως ήξερα καλά κάθε είδους αϋπνία,/Όλα τα μονοπάτια και τις αβύσσους,/Αλλ’ αυτή εδώ είναι σαν το ποδοβολητό του ιππικού/Υπό τον βίαιο ήχο μιας τρομπέτας./Μπαίνω μέσα στα εγκαταλειμμένα σπίτια,/Η ζεστή φωλιά κάποιου, κάποτε… (άτιτλο, 1940). Ήταν ελάχιστες φορές οι φορές που η Άννα Αχμάτοβα (1889-1966) είχε ένα σπίτι – ασφαλή φωλιά. Το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της έζησε διωκόμενη από το σοβιετικό καθεστώς και βίωσε κάθε σκληρότητα που θα μπορούσε να ζήσει ένας πνευματικός άνθρωπος στα χρόνια της σταλινικής τρομοκρατίας.

Έζησε την εκτέλεση του πρώτου συζύγου της, ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ, ως «εχθρού του λαού», από τις μυστικές υπηρεσίες και τον εγκλεισμό του γιου της σε στρατόπεδο συγκέντρωσης (που πλήρωνε την απέχθεια του κράτους για τους γονείς του, κάτι για το οποίο δεν την συγχώρεσε ποτέ) προσπαθώντας απελπισμένα να τον απελευθερώσει επί δεκαετία, ακόμα και θυσιάζοντας την ποιητική της ψυχή, δημοσιεύοντας ωδή για τον Στάλιν (αν και κανείς δεν την πίστεψε, αναγνωρίζοντας την γνώριμη κρυμμένη της ειρωνεία). Είδε τον τρίτο σύζυγό της να καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα και να πεθαίνει στη φυλακή, τους συμποιητές της να σιωπούν ή να εξορίζονται στα γκουλάγκ ή να οδηγούνται στα ψυχιατρεία. Την εξαφάνιση του αγαπημένου της φίλου ποιητή Όσιπ Μαντελστάμ, του Μπόρις Πίλνιακ, την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, τον θάνατο του Μπουλγκάκοφ. Για την ίδια το καθεστώς επιφύλαξε πιο διακριτική μεταχείριση: με κάθε ευκαιρία δυσφημίστηκε, αποκλείστηκε και διαβλήθηκε, τα βιβλία της πολτοποιήθηκαν το 1925, ο Τρότσκι αποκήρυξε την συλλογή Αnno Domini, ο Ζντάνοφ την απέπεμψε από την Ένωση Συγγραφέων λέγοντας: «Είναι μισή καλόγρια, μισή πόρνη, ή, πιο σωστά, καλόγρια και πόρνη. Μέσα της μπλέκονται ασέλγεια και προσευχή».

Κι όμως, εκείνη η ασκητική μορφή αποδέχτηκε τη δυστυχία ως προσωπικό της πεπρωμένο, με μια φιλοσοφία εγκαρτέρησης και ψυχικής δύναμης στον πόνο, πολύ κοντά στην ρωσική νοοτροπία. Όπως παλαιότερα πίστευε πως την διάλεξε η μοίρα για να κυοφορεί μέσα της όλες τις εσωτερικές της αντιφάσεις, τώρα θα παρέμενε αξιοπρεπής και απόμακρη ακόμα και στις ουρές για το ψωμί. Συνέχισε να γράφει ποιήματα που όχι μόνο δεν θα εκδίδονταν ποτέ αλλά θα ήταν επικίνδυνο ακόμα και να βρεθούν. Δεν έμενε παρά να τα μαθαίνει απ’ έξω, να τα απαγγέλει κρυφά σε φίλους, να κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Άλλωστε είχε ήδη αποκτήσει αμέτρητους αναγνώστες από τα πρώτα της βήματα, με την προσιτή της γραφή, την αβυσσώδη ευαισθησία και την κοινή γλωσσική αποτύπωση του κορυφαίου, του καθημερινού και του οικείου. Είχε ξεκινήσει υποχρεωτικά ψευδώνυμη για να μην χαλάσει το καλό όνομα της οικογένειας, επιλέγοντας τα πέντα άλφα σαν μια παρατεταμένη κραυγή. Ακμεΐστρια – μέλος του φερώνυμου κινήματος που ήθελε διαυγέστατους στίχους αντί για διφορούμενους συμβολισμούς, πολυταξιδιώτισσα, είχε υμνήσει τον έρωτα, τη φύση και την θηλυκότητα, ποτέ όμως την νοσταλγία και την παραίτηση (αξίωμα που εδώ ανασκευάζεται πειστικά).

Αυτή η σπάνια γυναίκα, που υπήρξε έμπνευση και για πολλούς καλλιτέχνες, και όχι μόνο ζωγράφους και φωτογράφους (από τα 16 σκίτσα που της χάρισε ο γοητευμένος Μοντιλιάνι, μπόρεσε να σώσει μόνο ένα, που επέζησε από κάθε μετακόμιση και κρεμόταν στα φτωχικά της δωμάτια), προτού μιλήσει για τον θάνατο και πενθήσει (ιδίως στο Ρέκβιεμ) όχι τόσο τους νεκρούς όσο τους πενθούντες, τώρα αποκτούσε ένα τεράστιο «προφορικό» αναγνωστικό κοινό, μένοντας ολοζώντανη στη συνείδησή του. Ολοζώντανη μέχρι σήμερα, γιατί οι ποιητές επιβιώνουν και ζουν αμέτρητες ζωές κάθε φορά που τους διαβάζουμε, ενώ τα δουλικά ανθρωπάκια γίνονται σκόνη. Όταν, προς το τέλος της ζωής της, είδε να επανεκδίδονται τα ποιήματα της Τσβετάγιεβα και του Παστερνάκ δήλωσε: Νιώθω πιο ήσυχη τώρα. Είδαμε πόσο ανθεκτική είναι η ποίηση. Και η μνήμη, θα προσθέσω.

Ο «Ανατολικογερμανός» Β.Χ. (μελετητής κυρίως της ρωσικής και γερμανικής λογοτεχνίας) μας παραδίδει μια ιδανική μορφή βιογραφίας: μικρή σε έκταση και πυκνή σε περιεχόμενο, τέμνει τριπλά το αξεδιάλυτο πλέγμα ζωής και έμπνευσης της ποιήτριας: την βιογραφεί, φωτίζοντας παράλληλα τα ποιήματά της (με εκτενή αποσπάσματα) και τις παράλληλες διαδρομές της ρωσικής ιστορίας, χρησιμοποιώντας και μαρτυρίες φίλων και συνεργατών, επιστολές κ.ά.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μελάνι, 2004, μετάφραση Ανίτα Συριοπούλου, απόδοση ποιημάτων Γιάννης Αντιόχου, πρόλογος Μυρσίνη Γκανά, σελ. 224, με χρονοδιάγραμμα, μαρτυρίες, βιβλιογραφία και δεκαεξασέλιδο ένθετο μαυρόασπρων φωτογραφιών. (Wolfgang Hassner, Anna Achmatowa, 1998).

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr, δηλαδή εδώ.

21
Οκτ.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 500 (Οκτώβριος 2009)

 

Θα είναι ιεροσυλία αν ειπωθεί ποτέ για το Διαβάζω η έκφραση «τα ’χει Τετρακόσια». Το κοντέρ των τευχών έχει γράψει Πεντακόσια, με τις επόμενες δεκάδες να απλώνονται μπροστά τους, Α Wide Open Road, με νέες ιδέες, συνεργάτες, σχεδιασμό. Η Πεντακοσιάδα του ακάματου μηνιαίου βιβλιακού παρατηρητήριου φυσικά αποτελεί ευκαιρία για παλιούς και νέους συνεργάτες του περιοδικού (Γιώργος Γαλάντης, Αντώνης Φωστιέρης, Γιώργος Βέης κ.ά.) να ανάψουν τις μηχανές της μνήμης και ν’ ανοίξουν συρτάρια και ημερολόγια από την πρώτη περίοδο του περιοδικού μέχρι σήμερα, 33 ολόκληρα έτη.

Όμως η γιορτή έχει επίτιμο καλεσμένο, τον Τίτο Πατρίκο, που είναι ο πρώτος εν ζωή έλληνας συγγραφέας που τιμάται με αφιέρωμα στο περιοδικό. Άλκη Ζέη, Γιάννης Κοντός, Αναστάσης Βιστωνίτης, Γιάννης Βαρβέρης, Λεύκιος Ζαφειρίου, Δημήτρης Ραυτόπουλος (στην Επιθεώρηση Τέχνης του οποίου υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης εξαρχής) και πολλοί άλλοι ανατέμνουν μια ποίηση που κάποτε χαρακτηρίστηκε «της ήττας», όμως η πορεία της ήταν μια διαδρομή συνεχών νικών πάνω στις λέξεις. Το πολυσέλιδο αφιέρωμα συμπληρώνεται από ένα εκτενές ανέκδοτο ποίημά του και μια συγκινησιακότατη συνομιλία με τον εκδότη του περιοδικού Γιάννη Ν. Μπασκόζο, όπου ο ίδιος μιλάει για την ποίηση (του) με τα υψηλότερα και τα πλέον ταπεινά λόγια: Ίσως να είναι τελικά και ένα παιχνίδι χωρίς μεγάλη σημασία, που σου δημιουργεί απολαύσεις, όπως κάθε παιχνίδι, αλλά και μεγάλες απογοητεύσεις όταν χάνεις.

Από το ρεπορτάζ των εξωτερικών δρόμων, οι Διαβαστές Ανταποκριτές μιλάνε για την Urban Litterature, και πώς να μεταφράσεις αυτή την Αστική Λογοτεχνία ή Λογοτεχνία των Πόλεων, προσθέτοντας εκείνο το δεύτερο t; Αυτή η λογοτεχνία πάντως που μιλάει για ιστορίες του δρόμου, με ράπερς, ανήλικες μητέρες και χίλιους παραβατικούς και με γλώσσα άμεση και σκληρή, γράφεται από νέους ανθρώπους που δεν έχουν πάει πανεπιστήμιο ούτε έχουν διαβάσει Προυστ, αλλά ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε. Κάποιος την ονόμασε χιπ χοπ λογοτεχνία και είπε πως για τους Αφροαμερικανούς 15-25 είναι ό,τι κι ο Χάρι Πότερ για τα παιδιά. Ξανά εδώ οι δυο πλευρές να αντικρούονται, οι μεν να λένε για αυθεντική γραφή, οι δε για σκουπίδια. Ίσως εκείνος ο στίχος του Πατρίκιου να βοηθάει και εδώ: Από τη στάση μου/προς τη ζωή/βγαίνουν/τα ποιήματά μου./Μόλις υπάρξουν/τα ποιήματά μου/μια στάση μου επιβάλλουν/αντίκρυ στη ζωή. [192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

18
Οκτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 36

Ρόμπερτ Μούζιλ, Κατάλοιπα ζωντανού συγγραφέα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1994, μτφ. Δήμος Βαρθολομαίος, σ. 122-123 (Robert Musil, Nachlass zu Lebzeiten, 1936).

Ύστερα απ’ αυτή την ανακάλυψη, ο ερευνητής στράφηκε φυσικά στις γυναίκες και τότε ξεσκεπάστηκε ατόφια μπροστά του η ακατάλυτη σημασία της ανθρώπινης καμπυλότητας. Ό,τι στη γυναίκα είναι στρογγυλό (και τον καιρό εκείνο κατά τις επιταγές της μόδας καταχωνιαζόταν με μεγαλύτερη επιμέλεια απ’ όσο σήμερα, ώστε να μοιάζει μονάχα με μικρή ρυθμική αταξία στην αρρενωπή ροή των κινήσεων) φούσκωνε και πάλι στην αδέκαστη ματιά του φακού, σχηματίζοντας τους πρωτογενείς λοφίσκους που συγκροτούν το αιώνιο τοπίο του έρωτα. Απρόσμενη πληθώρα εύγλωττων πτυχών ανοιγόκλεινε τριγύρω στο φόρεμα, σπαρταρώντας με κάθε του βήμα. Διακήρυσσαν στο αγύμναστο μάτι την άμεμπτη υπόληψη της ιδιοκτήτριας, ή τα προσόντα του ράφτη, μα πρόδιναν ύπουλα και αυτό που κρυβόταν, γιατί όταν τις βλέπουμε σε μεγέθυνση οι παρορμήσεις γίνονται πράξη, και μέσα απ’ το κιάλι μας κάθε γυναίκα γίνεται μια Σωσάννα στο λουτρό των φορεμάτων της που της κατασκοπεύουμε την ψυχή. Κι όμως είναι εκπληκτικό το πόσο σύντομα εξανεμιζόταν η περιέργεια του ειδήμονα δίπλα στην αδιατάραχη και προφανώς χαιρέκακη γαλήνη του τηλεσκοπίου, και μετατρεπόταν σε απλή ταλάντευση και περιδιάβαση μεταξύ των αναλλοίωτων και αιώνιων αξιών, που δεν έχουν καμιά ανάγκη ψυχολογίας.

Στον Νίκο Πλατή




Οκτώβριος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.   Νοέ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 991.409 hits

Αρχείο

Advertisements