Αρχείο για Οκτώβριος 2009

30
Οκτ.
09

Ριού Μουρακάμι – Σχεδόν διάφανο γαλάζιο

Έβαζα τα δυνατά μου ν’ ανασάνω αλλά μετά βίας έπαιρνα λίγο, ελάχιστο αέρα, κι αυτός ακόμη έμοιαζε να μην μπαίνει από τη μύτη ή το στόμα μου, αλλά σαν να περνούσε από μια μικρή τρυπούλα στο στήθος μου. Οι μηροί μου είχαν κι αυτοί μουδιάσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κάθε τόσο ένας πόνος μου έσφιγγε την καρδιά. Οι πρησμένες φλέβες στα μηνίγγια μου συσπούνταν. Με το που έκλεισα τα μάτια μου, ένιωσα να με πιάνει πανικός, σαν να με ρουφούσε μέσα του με τρομερή ταχύτητα ένας χλιαρός στρόβιλος. Κολλώδη χάδια διέτρεχαν όλο μου το κορμί, κι άρχισα να λιώνω σαν το τυρί στο χάμπουργκερ. Πώς είναι όταν έχεις στάλες λάδι σε νερό έτσι ένιωθα έντονα διακριτές περιοχές κρύου και ζέστης να μετατοπίζονται στο σώμα μου. Στο κεφάλι μου και στο λαρύγγι μου και στην καρδιά μου και στον πούτσο μου μετακινούνταν κύματα πυρετού. [σ. 27]

Πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, ήδη από την πρώτη εικόνα με την γυμνή ιδρωμένη γυναικεία πλάτη, το κραγιονισμένο τσιγάρο, κόκκινο φως, πόδια που ξεκαλτσώνονται κι ένα μπουκάλι κρασί έτοιμο να χυθεί, αντιλαμβάνεται κανείς πως αυτές οι σχεδόν διάφανες γαλάζιες σελίδες δεν θα κρύψουν τίποτα από τα ενδότερα ενός ιδιαίτερου κόσμου. Ο κεντρικός χαρακτήρας Ριού (παραδοχή αυτοβιογράφησης;) κολυμπάει καθημερινά σε ναρκωτικές θάλασσες και αλκοολούχα νερά, μαζί με μια σειρά άλλων προσώπων με τα οποία συνουσιάζεται, συνφτιάχνεται, συνομιλεί και συνταράζεται. Το περιβάλλον τους είναι μια τερατώδης αστυγραφία, ένας ασφυκτικός περίγυρος καταναλωτισμού και βίαιης εκδυτικοποίησης, μια Ιαπωνία που ούτως ή άλλως ιλιγγιώνεται μια φαντασμαγορική τεχνολογική κούρσα, πιστή ακόλουθος της αμερικανικής ιδέας (η στρατιωτική βάση και τα πιόνια της βρίσκονται πάντα σε απόσταση αναπνοής). Τι άλλο (καλύτερο) υπάρχει λοιπόν να κάνει κανείς από το να λιώνει με τους ομοίους του στην λαγνεία, τον αλληλοβιασμό, τις ουσίες, το διαρκές «χάσιμο», τον σωματικό πόνο, τις πάσης φύσεως εκτονώσεις και εκκρίσεις;

Καθώς η ναυτία εναλλάσσεται με τον οργασμό, οι πόσεις με τους εμετούς, οι εκστάσεις με τις καταπτώσεις, οι μορφασμοί με τα γέλια, όλοι τους μοιάζουν να ζουν καθυστερημένα τα 60ς, ανεστραμμένα πλέον στην απόλυτη απομόνωση και την αυτοκαταστροφική τοξικομανία. Η κοινότητα εδώ είναι εύκολα ανατινάξιμη: Ό, τι τους συνδέει μπορεί να τους χωρίσει. Από την άλλη δεν αγνοούν απλώς, αλλά φτύνουν μια ιαπωνική κοινωνία που μόλις βγαίνει υπερήφανα, αν και τρεκλίζοντας, από το ένδοξο παρελθόν και τρέχει να βγει πρώτη στην καταιγιστική κούρσα της ανάπτυξης. Από την αρχαιότητα των σαμουράι ως την απόλυτη μοντερνοποίηση η απόσταση λες και διανύθηκε σε κλάσματα φωτός.

 Η περιφερειακή πλοκή αδυνατεί να σταθεί σε κάποιο σημείο, οπότε αναλαμβάνει ο εικονολάγνος κινηματογραφικός φακός του Μ. να ακολουθήσει λαχανιαστά τις παρεκτροπές των χαρακτήρων που ζαλισμένοι απ’ τα Nibrole και αναίσθητοι / παραίσθητοι από τα Philopon και τις κάψουλες μεσκαλίνης σέρνονται σε βρώμικα δωμάτια, ανάμεσα στα πεταμένα εσώρουχα, γόβες με στάχτες, απομεινάρια φαγητών, έντομα, μπουκάλια, σπέρματα. Όμως να μην πει κανείς πως η παθητικότητα των χαρακτήρων είναι αποκλειστικό προνόμιο της παραιτημένης νεότητας, εφόσον αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών όπου οι πάντες ανέχονται τα πάντα. Ακόμα κι έτσι αυτοί εδώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν έστω και επιθανάτιες κορυφώσεις. Και στις φωτεινές τους διαλείψεις μπορούν να δουν πολύ περισσότερα, και ιδίως ο Ριού, ήρωας και δημιουργός του, που όταν οι άλλοι μέσα στην παραζάλη και τις παρενέργειες ίσα που μπορούν να ακούσουν στα πικάπ Doors, Hendrix, Stones, It’s a Beautiful Day, Mal Waldron, το σάουντρακ του Orfeu Negro, τις σάμπες του Luiz Bonfá και τους …Osibisa, εκείνος αντιλαμβάνεται τις ανατάσεις που κρύβονται εκεί μέσα, αποστασιοποιείται, μοιάζει να κρατά σημειώσεις και να παρατηρεί τον κόσμο όπως όταν ήταν μικρός.

Φώτα νέον που σου τρυπούσαν τα μάτια και προβολείς απ’ τα διερχόμενα αυτοκίνητα που κόβανε το σώμα στα δυο, φορτηγά που περνούσαν μ’ ένα βουητό όμοιο με τις κραυγές τεράστιων υδρόβιων πτηνών, μεγάλα δέντρα που ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά μας κι ερημωμένα, ρημαγμένα σπίτια στην άκρη του δρόμου, φάμπρικες με παράξενα μηχανήματα αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο, τσιμινιέρες που ξερνούσαν φωτιά ψηλά στον ουρανό – ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά μας σα λιωμένο ατσάλι που χύνεται απ’ το καμίνι. Το φουσκωμένο σκοτεινό ποτάμι που έκλαιγε σαν κάτι ζωντανό, ψηλό χορτάρι δίπλα στο δρόμο να χορεύει στον αέρα, ένας ηλεκτρικός σταθμός μ’ έναν μεγάλο μετασχηματιστή περιφραγμένο μ’ αγκαθωτό σύρμα να ξεφυσά ατμούς, κι η Λίλυ να γελά, να γελά τρελά… [σ. 104]

Ήταν το πρώτο σοκ με το οποίο ο συγγραφέας (γενν. 1952, συνώνυμος πλην άσχετος με τον Χαρούκι Μουρακάμι) φιλοδώρησε την ιαπωνική κοινωνία, επιφυλάσσοντάς της μερικά ακόμα τόσο με μυθιστορήματά του, όπως το Coin Locker Βabies, σχετικά με τα παιδιά που εγκαταλείπονται στις θυρίδες των σιδηροδρομικών σταθμών, το απολύτως ροκ εντ ρολλ 69, όντας και ο ίδιος ρόκερ, το Kyoko (το μόνο μέχρι στιγμής εδώ μεταφρασμένο, ως Η Κυόκο στη Νέα Υόρκη), όσο και με τον κινηματογράφο του, βασική ασχολία που άσκησε σεναριακά και σκηνοθετικά, από το περίφημο Τokyo Decadence (γνωστό και ως Topaz, με μουσική Ryuchi Sakamoto) έως τα Αudition και Raffles Ηotel.

Ανεξάρτητα από συσχετίσεις με Ντε Σαντ, Ζενέ, Μπουκόφσκι, Μίσιμα, Μίλλερ, Μπρετ Ιστον Ελις, Παλανιούκ, την «Γλώσσα του φιδιού» της Χιτόμι Κανεχάρα και τα Bushido εγχειρίδια, πέρα από τίτλους του «απόκρυφου ευαγγελίου» της ιαπωνικής νεολαίας και του κορυφαίου απωανατολικού «καλτ» μυθιστορήματος, ετούτο το απόλυτο ιαπωνικό sex, drugs and rock ΄n΄ roll μας είναι εξαιρετικά οικείο και για έναν ακόμα λόγο: συνομιλεί με τον Νίκο Νικολαΐδη, από την Γλυκειά Συμμορία στο Singapore Sling, και γι’ αυτό εκτός από αναγνωστικές, μας γέμισε με ψυχικές συγκινήσεις.

Συντεταγμένες: Εκδ. Printa, 2008 [Σειρά Σύγχρονοι Πεζογράφοι], μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, προλογ. σημείωμα Πόπη Μουσουράκη, σελ. 205, με χρησιμότατες σημειώσεις του μεταφραστή (Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue).

Επισκεπτήρια – κλειδαρότρυπες: http://latemag.com/tokyo-decadence-clips, http://www.youtube.com/watch?v=47HEgmcXpoQ

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

28
Οκτ.
09

Soulsavers – Broken (V2, 2009)

 

Διαθέτω κάρτα διαρκείας και εμπιστοσύνης για όλες τις δραστηριότητες του Mark Lanegan και είμαι μέλος της ευρύτερης κοινότητας που εμπιστεύεται με κλειστά μάτια τις κινήσεις του, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Είμαι επίσης επίτιμος ακροατής των προσωπικών του δίσκων και χρόνιος επιστροφέας στους Screaming Trees, έχω δε στα συρτάρια μου αδημοσίευτη θεωρητική μελέτη που υποστηρίζει πως η θέση που του αρμόζει να παίζει δεν είναι σόλο ή σε μπάντα, αλλά ως συνεργάτης – επισκέπτης σε ορισμένους εκλεκτούς της αρεσκείας του και της ιδιομορφίας του, πάντα με τη βαλίτσα στο χέρι. Ακριβώς δηλαδή όπως συνέβη και με τους Soulsavers, το ηλεκτρολογημένο μπλουζ δίπολο των παραγωγών Rich Martin και Ian Glover που εδώ τριτώνει τις φουρνιές του μετά τα “Tough Guys Don’t Dance” (2003) και “It’s Not How Far You Fall, It’s The Way You Land”(2007) και δευτερώνει την εμπλοκή με τον Lanegan.

Ο Mark στην ουσία εξοικειώνεται ολόκληρο τον δίσκο, δημιουργώντας την εντύπωση πως πρόκειται για δικό του σπίτι. Είναι ο ίδιος που με το γνώριμο στιλ του χαράσσει τα σύνορα των περιοχών που θα διαβούν με τους πρόσθετους προσκαλεσμένους, σε μια περιπλάνηση σε διαφορετικούς έρημους τόπους, όπως σε χωράφια του «κινηματογραφικού» instrumental (με το πιανιστικό The seventh proof και το έγχορδο Wise blood) και σε ηλεκτρισμένα ναρκοπέδια (που θα μπορούσαν να πατήσουν και οι Gutter Twins, το προηγούμενο συνεργατικό του σχήμα) με το εννιάλεπτο επαναληπτικό Death bells και το μιντ σφυροκοπητό Unbalanced pieces, με Gibby Haynes (Butthole Surfers) και Mike Patton (Faith No More) αντίστοιχα συμ-φωνούντες μαζί του.

Όσο για την ημίφωτη (ή ημισκότεινη) περιοχή των μπαλαντών όπου λουφάζει πλέον οριστικά, ή θα τριγυρίσει μοναχός του σε οικεία μονοπάτια (Pharaos chariot, με συμμετοχή του Jason Pierce) ή θα πιάσει αγκαζέ την Red Ghost (= Rosa Agostino, μια επίμονη αποστολέας demo) για ένα ζευγαρωτό μπλουζ της ασυμφωνίας μ’ ένα διαφυγόν σαξόφωνο να προσπαθεί να τους ενώσει (Rolling sky) ή θα την αφήσει να περιπλανηθεί μονάχη της στο Praying ground και να του κλέψει μέσα απ’ τα χέρια την καλύτερη μπαλάντα της δεκατριάδας (By my side). Εκτός συναγωνισμού δυο διασκευές της συντριβής, φανταστείτε δηλαδή τι υποδοχή επιφυλάσσεται σε Tom Waits (Can’t catch the train) και Will Oldham (You will miss me when I burn). Αντίστροφα ο Will τραγούδησε το σίνγκλ Sunrise, σύνθεση του Lanegan που δεν υπάρχει στο δίσκο.

Όμως εκεί που θαυματουργούν οι Δύο συν Ένας είναι αλλού: όπως η τελευταία μας επικοινωνία μαζί τους ήταν εκείνο το θεόπνευστο γκόσπελ περί αναγέννησης, το Revival που έκλεινε το It’s Not How Far…, έτσι κι εδώ μια τριπλή γκοσπελική καρδιά χτυπάει ακριβώς στο κέντρο του δίσκου. Τα All the way down, Some misunderstanding, Shadows fall (με την συμμετοχή του Richard Hawley και μια έξοχη φυσαρμόνικα), είναι κατά κυριολεξία ψυχοσωστικά, πλήρης έμπρακτη δικαίωση του ονόματος της μπάντας.

Το παράδοξο του Lanegan είναι πως ακούγεται πάντα φοβερά ενδιαφέρων στα κατακορεσμένα μας αυτιά, χωρίς να προβαίνει σε καμία προσθαφαίρεση από τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του ορθόδοξου ροκ εντ ρολ. Εννοώ πως, όπως πάντα, δεν φτιάχνει τον συγκλονιστικό δίσκο που θα αλλάξει την πορεία του ροκ εντ ρολ, αλλά τροφοδοτεί συνεχώς με κάρβουνο την μηχανή του. Αν κάποιοι άλλοι γίνονται η ατμομηχανή, αυτός είναι ο κορμός του. Κι όσο παραμένει, είμαστε ήσυχοι για την πορεία.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

26
Οκτ.
09

Βικτόρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη

Το έπος της συλλογικής ψύχωσης

«Διωγμένοι από το κόμμα, διότι είχαν προτείνει την «καινούργια πορεία», οι νέοι άνδρες προτίμησαν για τον εαυτό τους το πιστόλι. Οι νέες γυναίκες, καθένας το ξέρει, προτιμούν το βερονάλ. Πώς να ζήσεις όταν το κόμμα σού αρνείται το δικαίωμα να το υπηρετήσεις; Αυτός ο κόσμος που γεννιέται μας καλεί, και εμείς του ανήκουμε – και να που στο όνομά του κάποιος μας φτύνει στα μούτρα. «Είστε ανάξιοι…» Ανάξιοι διότι είμαστε η συσπασμένη σάρκα της επανάστασης και η εξοργισμένη σκέψη της; Καλύτερα να πεθάνουμε. Η καμπύλη των αυτοκτονιών ανεβαίνει». (σ. 285)

Ο Σερζ ξεκίνησε να γράφει ουσιαστικά τη στιγμή ακριβώς που οι φωνές των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων της δεκαετίας του ’20 σιωπούσαν από τις αυτοκτονίες, τη λογοκρισία και τις συλλήψεις· υπήρξε δε ο μόνος Ρώσος συγγραφέας της μετα-επαναστατικής γενιάς που επιβίωσε του σταλινισμού και συνέχισε να γράφει παρά τις αμέτρητες δυσκολίες. Σε αντίθεση με την συναρπαστική Υπόθεση Τουλάγεφ (από τις ίδιες εκδόσεις, 2007) της μυθιστορηματικής μορφής των δέκα κεφαλαίων – αντίστοιχων ιδιαίτερων πορτρέτων γύρω από έναν κοινό πυρήνα, οι Αναμνήσεις, φιλοδοξώντας ακριβώς να αποτελέσουν ένα αχανές σώμα βιωμένης μνήμης από τα θυελλώδη προεπαναστατικά, επαναστατικά και μεταγενέστερα χρόνια, είναι αδύνατο να περιοριστούν στα πλαίσια ενός συμπαγούς παραδοσιακού μυθιστορήματος.

Ως εκ τούτου, πρόκειται για «μυθιστόρημα» καταθρυμματισμένο σε αναρίθμητα σπαράγματα αφηγήσεων, περιγραφών και απομνημονευμάτων των περιόδων της ρωσικής κοσμογονίας (προ-επαναστατικά κινήματα, επανάσταση, εμφύλιος, σταλινική αντεπανάσταση, εξόντωση επαναστατών): κάθε σελίδα και μια προσωπογραφία, κάθε κεφάλαιο και μια πινακοθήκη εξαιρετικών ανθρώπων, πνευματικών μορφών, τιποτένιων ανθρωπάκων, ενθουσιωδών ομάδων, συγχυσμένων συλλογικοτήτων, παρασυρόμενων μαζών, πόλεων σε αναβρασμό ή παρακμή. Η επανάσταση ως μια δίνη που συμπαρέσυρε εκατομμύρια ανθρώπους στον στρόβιλό της.

Ο Σερζ ταξίδευε ανά τις πόλεις της Ευρώπης και της ΕΣΣΔ αναλαμβάνοντας μυριάδες καθήκοντα, προσπαθώντας να συνδυάσει επαναστατικό ιδεαλισμό και ελεύθερο ατομικισμό, συχνά αντιφατικός μα πάντα ενθουσιώδης, απογοητευμένος από την Κροστάνδη και αντίθετος στο δόγμα περί κατοχής της αλήθειας από το κόμμα και τον ηγέτη, βάζοντας την ηθική πάνω από την πολιτική, φωνάζοντας για ελευθερία σε κάθε άνθρωπο κι όχι μόνο τους εκλεκτούς του κόμματος. «Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου». (σ. 79)

Ήταν παρών όταν οι πόλεις άρχισαν να σκοτεινιάζουν και οι πληθυσμοί να υποφέρουν από την πείνα, όταν οι πρώην επαναστάτες διχάζονταν σε αλλεπάλληλες μεταβολές διοικούντων και διοικούμενων, πολιτικές διαφωνίες και πνευματικές αναταραχές, όταν τα οράματα ξεπερνιούνταν από τα ίδια τα γεγονότα. Έζησε την αποπνικτική δικτατορία των αμέτρητων γραφείων και υπηρεσιών, «όπου η εργασία δεν σταματούσε ποτέ», τις «συσκέψεις για ανέφικτα προγράμματα», τα παγωμένα διαμερίσματα της Πετρούπολης όπου έκαιγαν τα βιβλία για να ζεσταθούν, την αναστολή της σεξουαλικότητας από τον επαναστατικό ασκητισμό ή την πείνα, τον συμβιβασμό των πνευματικών ανθρώπων που αναγκάζονταν να περιοριστούν σε μικρά άχρωμα άρθρα στις επιθεωρήσεις της Διεθνούς. Άκουσε τον Γκεόργκ Λούκατς να του λέει «θα ήταν κουτό για μια μικρή ταπείνωση να ψηφίσετε προκλητικά, να εξοριστείτε… Πιστέψτε με, οι ταπεινώσεις δεν έχουν μεγάλη σημασία για μας». Έζησε εκ των έσω το συναίσθημα της παράλυσης από τα επίσημα ψέματα ή του Τύπου, τους ανθρώπους που ζούσαν «με γενναιότητα μέσα στο φόβο», αναζητούσαν τους δήμιους για να μάθουν απ’ αυτούς τις τελευταίες στιγμές των φίλων τους, συλλαμβάνονταν, αν και τυπικά αθώοι, επειδή υπήρχε «κάτι ανεπαίσθητο στο βάθος των φακέλων τους» ή εκτελούνταν ενώ το έγγραφο αναστολής ή χάρης βρισκόταν στο πιεστήριο.

Αυτός ο «διχασμένος άνθρωπος της Ευρασίας» (σύμφωνα με αυτοαναφορικό του στίχο) που ταλαντευόταν συνεχώς ανάμεσα στην στρατευμένη του ζωή και την αδέκαστη γραφή του, ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα, προσπαθούσε να μεταφέρει στο χαρτί γιατί και πως «αυτό που είχε κατακτηθεί το πρωί, συχνά χανόταν το βράδυ». Αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία ως ένα μέσο κοινωνίας ιδεών, ως μόνη ευκαιρία για ισχυρή δικαίωση, ως ένα τρόπο συμμετοχής στο κοινό πεπρωμένο, ως μια μαρτυρία για την ζωή των επαναστατικών μαχητών, στοχαστών και απλών ανθρώπων που δεν διανοήθηκαν να ζήσουν έξω από τη Ρωσία, μα και δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν μέσα σε αυτήν. Ακόμα κι όταν οι ποιητές άρχισαν να αυτοκτονούν (μια σφαίρα στο στήθος του Μαγιακόφσκι, μια λάμα ξυρίσματος στη χούφτα του Εσένιν), εκείνος παρά την ψυχική του συντριβή συνέχισε να συνθέτει το ψυχολογικό διάγραμμα της σοβιετικής λογοτεχνίας, από τον πρώιμο ένθερμο ενθουσιασμό στην εποχής της λογοκρισίας και της απελπισίας.

Με βαθιές ρίζες στη γαλλική και την ρωσική λογοτεχνική παράδοση, έχοντας ασχοληθεί με την μετάφραση κειμένων των προ-επαναστατικών Ρώσων μοντερνιστών, χρονικογράφος και κριτικός κατά την σύντομη μετα-επαναστατική λογοτεχνική αναγέννηση, ο Σερζ μοιάζει να εμπνέεται από κάθε μοντέρνα γραφή του καιρού του, από τους Ντος Πάσος και Πίλνιακ ως τον Φρόυντ, τον Τζόυς, τον Γκράμσι, τους Μεγάλους Ρώσους – όπως εύστοχα διαπιστώνει στο επίμετρό του ο Ρίτσαρντ Γκρίμαν. Και κάπως έτσι επιχειρεί μια χειμαρρώδη καταγραφή της υλικής και της ασυνείδητης ζωής των μαζών και του τότε Μοντέρνου Κόσμου και της Επανάστασης, που νίκησε όλους τους εξωτερικούς κινδύνους μα αγνόησε «τον κίνδυνο μέσα τους» και διαβρώθηκε από την ψύχωση της άτεγκτης εξουσίας. Κι ίσως γι’ αυτό ο αρχικός τίτλος του χειρογράφου ήταν «Τα Μαύρα Χρόνια», κι ένας μεταγενέστερος το «Αναμνήσεις από κόσμους που χάθηκαν». Η έκδοση είναι υπερπλήρης, με παράρτημα έξι κειμένων, εκατοντασέλιδες σημειώσεις του συγγραφέα, βιογραφικά στοιχεία, ενδεικτική βιβλιογραφία και ευρετήριο.

«Αν σχεδιάζω αυτά τα πορτρέτα … είναι διότι ξεσκεπάζουν μια ατμόσφαιρα και τις σκοτεινές απαρχές μιας ψύχωσης. Η ΕΣΣΔ ολόκληρη επρόκειτο πολύ αργότερα, στη διάρκεια των τραγικών χρόνων, να ζήσει όλο και πιο έντονα αυτή την ψύχωση που αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ένα μοναδικό ψυχολογικό φαινόμενο μέσα στην ιστορία» . (σ. 300)

Εκδόσεις Scipta, 2008, μτφρ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, επιμ. Στέφανος Ροζάνης, σελ. 815 (Victor Serge, Mémoirs d’ un Révolutionnaire).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19, Φθινόπωρο 2009.

25
Οκτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 37

Pedro Zarraluki, Ο υπεύθυνος των βατράχων, εκδ. Σέλας, 1995, μτφ. Βιβή Φωτοπούλου, σ. 19 (El responsable de las ranas, 1990).

Καμιά φορά, Κυριακή πρωί, αφού διαβάζαμε τις εφημερίδες και σκάγαμε στην μύρα και στα κυδώνια της θάλασσας – και ειδικότερα αν είχε βρέξει την προηγούμενη νύχτα -, πηγαίναμε και φυτευόμαστε στον κήπο με τη στοιχειώδη μέθοδο, δηλαδή χώναμε τα πόδια μας στο χώμα, κλείναμε τα μάτια και μέναμε πολλή ώρα ακίνητοι. Θέλαμε μ’ αυτόν τον τρόπο να νιώσουμε ό, τι ένοιωθαν οι τριανταφυλλιές, κι η αλήθεια ήταν πως, αν περιμέναμε αρκετή ώρα, είχαμε την αίσθηση ότι κάτι παρατηρούσαμε. Όταν τελικά ξεθάβαμε τα πόδια μας, ήταν σαν να προκαλούσαμε την έκτρωση ενός μικροσκοπικού εμβρύου. Κάνοντάς το αυτό, διακόπταμε το λεπτότατο ρεύμα που εκπορευόταν από το εσωτερικό του πλανήτη και το οποίο συλλάμβαναν τα δάχτυλα των ποδιών μας. Εγώ το συνέκρινα με την ασθενική τάση του τηλεφωνικού καλωδίου, που γίνεται αισθητή μόνο με βρεγμένα χέρια. Η Λάουρα, ερμηνεύοντας κάπως ελεύθερα την θεωρία της εξέλιξης, έλεγε ότι τα πόδια είναι ρίζες που έχουν ατροφήσει. Κάτι τέτοια πειράματα μόνο στην ύπαιθρο γίνονται, και το αποτέλεσμα είναι συνήθως μιας κολοκύθα σεβαστών διαστάσεων.

Στην Νατάσα Χατζιδάκη

23
Οκτ.
09

Βόλφγκανγκ Χέσνερ – Άννα Αχμάτοβα. Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας

Νόμιζα πως ήξερα καλά κάθε είδους αϋπνία,/Όλα τα μονοπάτια και τις αβύσσους,/Αλλ’ αυτή εδώ είναι σαν το ποδοβολητό του ιππικού/Υπό τον βίαιο ήχο μιας τρομπέτας./Μπαίνω μέσα στα εγκαταλειμμένα σπίτια,/Η ζεστή φωλιά κάποιου, κάποτε… (άτιτλο, 1940). Ήταν ελάχιστες φορές οι φορές που η Άννα Αχμάτοβα (1889-1966) είχε ένα σπίτι – ασφαλή φωλιά. Το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της έζησε διωκόμενη από το σοβιετικό καθεστώς και βίωσε κάθε σκληρότητα που θα μπορούσε να ζήσει ένας πνευματικός άνθρωπος στα χρόνια της σταλινικής τρομοκρατίας.

Έζησε την εκτέλεση του πρώτου συζύγου της, ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ, ως «εχθρού του λαού», από τις μυστικές υπηρεσίες και τον εγκλεισμό του γιου της σε στρατόπεδο συγκέντρωσης (που πλήρωνε την απέχθεια του κράτους για τους γονείς του, κάτι για το οποίο δεν την συγχώρεσε ποτέ) προσπαθώντας απελπισμένα να τον απελευθερώσει επί δεκαετία, ακόμα και θυσιάζοντας την ποιητική της ψυχή, δημοσιεύοντας ωδή για τον Στάλιν (αν και κανείς δεν την πίστεψε, αναγνωρίζοντας την γνώριμη κρυμμένη της ειρωνεία). Είδε τον τρίτο σύζυγό της να καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα και να πεθαίνει στη φυλακή, τους συμποιητές της να σιωπούν ή να εξορίζονται στα γκουλάγκ ή να οδηγούνται στα ψυχιατρεία. Την εξαφάνιση του αγαπημένου της φίλου ποιητή Όσιπ Μαντελστάμ, του Μπόρις Πίλνιακ, την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, τον θάνατο του Μπουλγκάκοφ. Για την ίδια το καθεστώς επιφύλαξε πιο διακριτική μεταχείριση: με κάθε ευκαιρία δυσφημίστηκε, αποκλείστηκε και διαβλήθηκε, τα βιβλία της πολτοποιήθηκαν το 1925, ο Τρότσκι αποκήρυξε την συλλογή Αnno Domini, ο Ζντάνοφ την απέπεμψε από την Ένωση Συγγραφέων λέγοντας: «Είναι μισή καλόγρια, μισή πόρνη, ή, πιο σωστά, καλόγρια και πόρνη. Μέσα της μπλέκονται ασέλγεια και προσευχή».

Κι όμως, εκείνη η ασκητική μορφή αποδέχτηκε τη δυστυχία ως προσωπικό της πεπρωμένο, με μια φιλοσοφία εγκαρτέρησης και ψυχικής δύναμης στον πόνο, πολύ κοντά στην ρωσική νοοτροπία. Όπως παλαιότερα πίστευε πως την διάλεξε η μοίρα για να κυοφορεί μέσα της όλες τις εσωτερικές της αντιφάσεις, τώρα θα παρέμενε αξιοπρεπής και απόμακρη ακόμα και στις ουρές για το ψωμί. Συνέχισε να γράφει ποιήματα που όχι μόνο δεν θα εκδίδονταν ποτέ αλλά θα ήταν επικίνδυνο ακόμα και να βρεθούν. Δεν έμενε παρά να τα μαθαίνει απ’ έξω, να τα απαγγέλει κρυφά σε φίλους, να κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Άλλωστε είχε ήδη αποκτήσει αμέτρητους αναγνώστες από τα πρώτα της βήματα, με την προσιτή της γραφή, την αβυσσώδη ευαισθησία και την κοινή γλωσσική αποτύπωση του κορυφαίου, του καθημερινού και του οικείου. Είχε ξεκινήσει υποχρεωτικά ψευδώνυμη για να μην χαλάσει το καλό όνομα της οικογένειας, επιλέγοντας τα πέντα άλφα σαν μια παρατεταμένη κραυγή. Ακμεΐστρια – μέλος του φερώνυμου κινήματος που ήθελε διαυγέστατους στίχους αντί για διφορούμενους συμβολισμούς, πολυταξιδιώτισσα, είχε υμνήσει τον έρωτα, τη φύση και την θηλυκότητα, ποτέ όμως την νοσταλγία και την παραίτηση (αξίωμα που εδώ ανασκευάζεται πειστικά).

Αυτή η σπάνια γυναίκα, που υπήρξε έμπνευση και για πολλούς καλλιτέχνες, και όχι μόνο ζωγράφους και φωτογράφους (από τα 16 σκίτσα που της χάρισε ο γοητευμένος Μοντιλιάνι, μπόρεσε να σώσει μόνο ένα, που επέζησε από κάθε μετακόμιση και κρεμόταν στα φτωχικά της δωμάτια), προτού μιλήσει για τον θάνατο και πενθήσει (ιδίως στο Ρέκβιεμ) όχι τόσο τους νεκρούς όσο τους πενθούντες, τώρα αποκτούσε ένα τεράστιο «προφορικό» αναγνωστικό κοινό, μένοντας ολοζώντανη στη συνείδησή του. Ολοζώντανη μέχρι σήμερα, γιατί οι ποιητές επιβιώνουν και ζουν αμέτρητες ζωές κάθε φορά που τους διαβάζουμε, ενώ τα δουλικά ανθρωπάκια γίνονται σκόνη. Όταν, προς το τέλος της ζωής της, είδε να επανεκδίδονται τα ποιήματα της Τσβετάγιεβα και του Παστερνάκ δήλωσε: Νιώθω πιο ήσυχη τώρα. Είδαμε πόσο ανθεκτική είναι η ποίηση. Και η μνήμη, θα προσθέσω.

Ο «Ανατολικογερμανός» Β.Χ. (μελετητής κυρίως της ρωσικής και γερμανικής λογοτεχνίας) μας παραδίδει μια ιδανική μορφή βιογραφίας: μικρή σε έκταση και πυκνή σε περιεχόμενο, τέμνει τριπλά το αξεδιάλυτο πλέγμα ζωής και έμπνευσης της ποιήτριας: την βιογραφεί, φωτίζοντας παράλληλα τα ποιήματά της (με εκτενή αποσπάσματα) και τις παράλληλες διαδρομές της ρωσικής ιστορίας, χρησιμοποιώντας και μαρτυρίες φίλων και συνεργατών, επιστολές κ.ά.

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μελάνι, 2004, μετάφραση Ανίτα Συριοπούλου, απόδοση ποιημάτων Γιάννης Αντιόχου, πρόλογος Μυρσίνη Γκανά, σελ. 224, με χρονοδιάγραμμα, μαρτυρίες, βιβλιογραφία και δεκαεξασέλιδο ένθετο μαυρόασπρων φωτογραφιών. (Wolfgang Hassner, Anna Achmatowa, 1998).

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr, δηλαδή εδώ.

21
Οκτ.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 500 (Οκτώβριος 2009)

 

Θα είναι ιεροσυλία αν ειπωθεί ποτέ για το Διαβάζω η έκφραση «τα ’χει Τετρακόσια». Το κοντέρ των τευχών έχει γράψει Πεντακόσια, με τις επόμενες δεκάδες να απλώνονται μπροστά τους, Α Wide Open Road, με νέες ιδέες, συνεργάτες, σχεδιασμό. Η Πεντακοσιάδα του ακάματου μηνιαίου βιβλιακού παρατηρητήριου φυσικά αποτελεί ευκαιρία για παλιούς και νέους συνεργάτες του περιοδικού (Γιώργος Γαλάντης, Αντώνης Φωστιέρης, Γιώργος Βέης κ.ά.) να ανάψουν τις μηχανές της μνήμης και ν’ ανοίξουν συρτάρια και ημερολόγια από την πρώτη περίοδο του περιοδικού μέχρι σήμερα, 33 ολόκληρα έτη.

Όμως η γιορτή έχει επίτιμο καλεσμένο, τον Τίτο Πατρίκο, που είναι ο πρώτος εν ζωή έλληνας συγγραφέας που τιμάται με αφιέρωμα στο περιοδικό. Άλκη Ζέη, Γιάννης Κοντός, Αναστάσης Βιστωνίτης, Γιάννης Βαρβέρης, Λεύκιος Ζαφειρίου, Δημήτρης Ραυτόπουλος (στην Επιθεώρηση Τέχνης του οποίου υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης εξαρχής) και πολλοί άλλοι ανατέμνουν μια ποίηση που κάποτε χαρακτηρίστηκε «της ήττας», όμως η πορεία της ήταν μια διαδρομή συνεχών νικών πάνω στις λέξεις. Το πολυσέλιδο αφιέρωμα συμπληρώνεται από ένα εκτενές ανέκδοτο ποίημά του και μια συγκινησιακότατη συνομιλία με τον εκδότη του περιοδικού Γιάννη Ν. Μπασκόζο, όπου ο ίδιος μιλάει για την ποίηση (του) με τα υψηλότερα και τα πλέον ταπεινά λόγια: Ίσως να είναι τελικά και ένα παιχνίδι χωρίς μεγάλη σημασία, που σου δημιουργεί απολαύσεις, όπως κάθε παιχνίδι, αλλά και μεγάλες απογοητεύσεις όταν χάνεις.

Από το ρεπορτάζ των εξωτερικών δρόμων, οι Διαβαστές Ανταποκριτές μιλάνε για την Urban Litterature, και πώς να μεταφράσεις αυτή την Αστική Λογοτεχνία ή Λογοτεχνία των Πόλεων, προσθέτοντας εκείνο το δεύτερο t; Αυτή η λογοτεχνία πάντως που μιλάει για ιστορίες του δρόμου, με ράπερς, ανήλικες μητέρες και χίλιους παραβατικούς και με γλώσσα άμεση και σκληρή, γράφεται από νέους ανθρώπους που δεν έχουν πάει πανεπιστήμιο ούτε έχουν διαβάσει Προυστ, αλλά ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε. Κάποιος την ονόμασε χιπ χοπ λογοτεχνία και είπε πως για τους Αφροαμερικανούς 15-25 είναι ό,τι κι ο Χάρι Πότερ για τα παιδιά. Ξανά εδώ οι δυο πλευρές να αντικρούονται, οι μεν να λένε για αυθεντική γραφή, οι δε για σκουπίδια. Ίσως εκείνος ο στίχος του Πατρίκιου να βοηθάει και εδώ: Από τη στάση μου/προς τη ζωή/βγαίνουν/τα ποιήματά μου./Μόλις υπάρξουν/τα ποιήματά μου/μια στάση μου επιβάλλουν/αντίκρυ στη ζωή. [192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

18
Οκτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 36

Ρόμπερτ Μούζιλ, Κατάλοιπα ζωντανού συγγραφέα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1994, μτφ. Δήμος Βαρθολομαίος, σ. 122-123 (Robert Musil, Nachlass zu Lebzeiten, 1936).

Ύστερα απ’ αυτή την ανακάλυψη, ο ερευνητής στράφηκε φυσικά στις γυναίκες και τότε ξεσκεπάστηκε ατόφια μπροστά του η ακατάλυτη σημασία της ανθρώπινης καμπυλότητας. Ό,τι στη γυναίκα είναι στρογγυλό (και τον καιρό εκείνο κατά τις επιταγές της μόδας καταχωνιαζόταν με μεγαλύτερη επιμέλεια απ’ όσο σήμερα, ώστε να μοιάζει μονάχα με μικρή ρυθμική αταξία στην αρρενωπή ροή των κινήσεων) φούσκωνε και πάλι στην αδέκαστη ματιά του φακού, σχηματίζοντας τους πρωτογενείς λοφίσκους που συγκροτούν το αιώνιο τοπίο του έρωτα. Απρόσμενη πληθώρα εύγλωττων πτυχών ανοιγόκλεινε τριγύρω στο φόρεμα, σπαρταρώντας με κάθε του βήμα. Διακήρυσσαν στο αγύμναστο μάτι την άμεμπτη υπόληψη της ιδιοκτήτριας, ή τα προσόντα του ράφτη, μα πρόδιναν ύπουλα και αυτό που κρυβόταν, γιατί όταν τις βλέπουμε σε μεγέθυνση οι παρορμήσεις γίνονται πράξη, και μέσα απ’ το κιάλι μας κάθε γυναίκα γίνεται μια Σωσάννα στο λουτρό των φορεμάτων της που της κατασκοπεύουμε την ψυχή. Κι όμως είναι εκπληκτικό το πόσο σύντομα εξανεμιζόταν η περιέργεια του ειδήμονα δίπλα στην αδιατάραχη και προφανώς χαιρέκακη γαλήνη του τηλεσκοπίου, και μετατρεπόταν σε απλή ταλάντευση και περιδιάβαση μεταξύ των αναλλοίωτων και αιώνιων αξιών, που δεν έχουν καμιά ανάγκη ψυχολογίας.

Στον Νίκο Πλατή

15
Οκτ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 15. Ιωάννα Μπουραζοπούλου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Λιούις Κάρολ, η αξεπέραστη έμπνευση, Σάμιουελ Μπέκετ, Ευγένιος Ιονέσκο, η ελευθερία που ζηλεύω, Φραντς Κάφκα, η λεπτή ειρωνεία που θαυμάζω, Μαργαρίτα Καραπάνου, Ζαν Ζενέ, Πατρικ Ζίσκιντ η τόλμη που ονειρεύομαι, Τόμας Μαν, Βιτζίνια Γούλφ, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Τζέιμς Τζόυς, η δεξιοτεχνία που ποτέ δεν θα φτάσω.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα έργα των ανωτέρω.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Χόρχε Λουίς Μπόρχες – τα άπαντα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Θεωρώ «Το γονίδιο της αμφιβολίας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου πρωτοπόρο για τη λογοτεχνία της γενιάς μου. Στην κατηγορία που εγκαινίασε αυτό το έργο επιδίωξα να ενταχθώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η φλογερή Μήδεια του Ανούιγ, ο υπό πειρασμόν Άγιος Αντώνιος του Φλωμπέρ, ο εξαπατημένος Ιησούς του Σαραμάγκου, ο μηδενιστής Μεφιστοφελής του Φάουστ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Οι ίδιοι οι ήρωες ευτυχώς παραμένουν στις σελίδες τους, οι σκέψεις που τους γέννησαν, βέβαια, δεν με εγκαταλείπουν ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σε δωμάτια ξενοδοχείων ανά την Ευρώπη, σε αντίσκηνα κάμπινγκ και – όταν είναι μεγάλη ανάγκη – σε εστιατόρια και καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όσο μακρύτερα βρεθώ από εκεί που ανήκω, οφείλω και αγαπιέμαι, τόσο εγγύτερα αισθάνομαι σ’ αυτό που ονειρεύομαι να γράψω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ακούω – πολύ χαμηλά – instrumental όταν γράφω. Ακούω τα πάντα όταν διασκεδάζω.

Πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους γράψατε τα έργα σας;
«Το μπουντουάρ του Ναδίρ», την εποχή της ενθουσιώδους διερεύνησης.
«Το μυστικό Νερό», όταν η αναζήτηση έγινε συνειδητή.
«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;», όταν επιχείρησα να χρησιμοποιήσω μέθοδο στην ανάπτυξη ενός συλλογισμού.
«Το ταξίδι των τρολ» (παιδικό), σε μια έκλαμψη θάρρους .

Τυγχάνει κάποιο έργο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Ανεπαρκή και γκροτέσκα, είναι όλα τους παιδιά μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
«Το ταξίδι των τρολ» είναι ένα απελευθερωτικό έργο – τουλάχιστον για την συγγραφέα του – με θέμα την έξοδο από την τυποποίηση. Παρόλο που είχα την ξεκάθαρη πρόθεση να γράψω ένα παιδικό βιβλίο, μέχρι σήμερα δεν είμαι σίγουρη ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται σε ενήλικες.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Αυτή τη στιγμή, Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Η τυραννία της μεταμέλειας» και βρίσκομαι στη σελίδα 135…

Τι γράφετε τώρα;
Ένα μυθιστόρημα, που προσπαθώ να μην έχει τις ατέλειες των προηγούμενων, για να έχει μεγαλύτερες.

Κάνετε μακρινά ταξίδια με μηχανή. Θα τα στριμώξτε σε δυο φράσεις;
Η (ψευδ;)αίσθηση της ελευθερίας που απολαμβάνω όταν διασχίζω την Ευρώπη ή την Ασία με μηχανή, με τρέφει, με αναζωογονεί και είναι απολύτως εθιστική. … Νομίζω ότι είναι το μόνο παράθυρο ανεμελιάς που μου απέμεινε, στον, κατά τα άλλα, σώφρονα βίο μου.

Δημοσίευση: και εδώ.
13
Οκτ.
09

The Hidden Cameras – Origin: orphan (Arts & Crafts, 2009)

 

Το έχω καταλάβει το κόλπο των Hidden Cameras: προσφέρουν συγκεκριμένα κι απαράλλακτα μαντζούνια που σου δημιουργούν εθισμό. Τους ακούς και γύρω σου τυλίγεται μια παράξενη αρμονία με όλες αυτές τις πολυφωνίες, την επαναληπτικότητα, τις ανεπανάληπτες μελωδίες που μπερδεύονται η μια μέσα στην άλλη, τα χορωδιακά που θες να κλέψεις για ύμνο σε δικές σου κορυφές. Αυτοί οι Χαλβαδιαστές Χαβαλεδοποιοί μπορεί μερικές φορές να ακούγονται απλοί ή παιδαριώδεις, όμως χτυπούν πολλές φλέβες: στην παιχνιδιάρικη διάθεση, στην παιδική μνήμη, στο θυμικοσυναισθηματικό κόσμο που διεγείρει η ποπ. Κοινώς, έχουν πάντοτε τον τρόπο.

Έτσι και τώρα το 15μελές συμβούλιο υπό τον Joel Gibb ξεφουρνίζει τρίλεπτα και τετράλεπτα αποθέωσης της απλότητας και του απολύτως απαραίτητου στη σύνθεση, σαν μικρά θεατρικά ιντερμέδια, σαν αλλοπρόσαλλα παιδικά τραγουδάκια κι όλα με μια ύπουλή παραγωγή με βάθος και τοιχώματα, για να μην μπω στο σεξοστιχουργικό κομμάτι. Τόσο άμεσα αναγνωρίσιμοι, λες και έχουν πλάσει το δικό τους ιδίωμα, ακόμα πιο έξαλλο από τους καταχωρημένους ως συγγενείς Magnetic Fields, Vitesse, Moldy Peaches ή όποιους άλλους, ή την ετικέτα «gay church folk music».

Όμως για μισό λεπτό! Καθώς μαγεύομαι και ξαναμαγεύομαι από το Colour of a man, λέγοντας ναι, το στιλάκι είναι καθαρά δικό τους, κάποια στιγμή αναρωτιέμαι πώς θα ακουγόταν 2-3 ταχύτητες παραπάνω, και τι θα θύμιζε τότε; Μα την Αυστραλέζικη Τραγουδοκατασκευαστική των Go Betweens, οπότε ως ντόμινο θυμάμαι και τους Tactics (Domino Theory μια και το ’φερε μόνος του ο λόγος…), τους Chills, κοινώς εκείνη την Ιδιώνυμη Ποπ των Αντιπόδων. Μήπως ο Καναδάς έχει πάρει δικαιωματικά τα σκήπτρα της απρόβλεπτης, γι’ αυτό και ιδανικής ποπ;

Είτε η προέλευση καταχωρίζεται ως «ορφανή» είτε όχι, τα τραγούδια τους σε αυτό τον πέμπτο δίσκο προκαλούν και πάλι εθιστική έλξη, καθώς τα ευγενοπρεπή φωνητικά, τα γλυκερά γυρίσματα και οι σπεκτορικές ενορχηστρώσεις ανεβαίνουν κλίμακα και εκσπερματώνουν …εεεε εννοώ ξεσπούν σε κορύφωμα ή πτώση. Παράδειγμα τα In the NA και He falls to me, αλλά και το Walk on, που εμφανίζεται με μανδύα επικής ορχήστρας, υπονομεύεται από πίσω με κάτι αυτοσχέδια κρουστάκια, στο δε ρεφραίν σταματά όλους τους πομπώδεις ήχους για να σταθεί γυμνό στο γνώριμο στιλ τους

Όμως εδώ έχουμε αρκετά λοξοκοιτάγματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν, όπως η δυόμισι λεπτών οργανική – almost droning – εισαγωγή και η τετράλεπτη ανατολικοπρεπής τελετουργική συνέχεια του εναρκτήριου, καθώς και το ομώνυμο, που βράζει σε μηχανικές, ανακυκλούμενες κιθάρες. Από το τυπικό τους κουπλορέφρενο ξεφεύγουν προς ένα pop-punk των παλαιών ανεξάρτητων κομμάτων επιτυχώς μεν το Kingdom come, ατυχώς δε το Do I Belong?. Στο …euro disco Underage (όπου η Κασσάνδρα και ο Λύκος της Μαργαρίτας Καραπάνου βρίσκει την ιδανική του υπόκρουση), βάζουν συνεχώς τρικλοποδιές με αφρικανόπρεπα φωνίσματα, ενώ η ίδια μαυροηπειρώτικη φωνητική γαργαλάει και το The little bit, υπό την ασφάλεια του γνώριμου, εύχαρους στιλ τους. Προτείνω να συνεχιστεί το παιχνίδι προς αυτή την κατεύθυνση – ποιος ξέρει τι μαυρόασπρο διαμάντι μπορεί να προκύψει!

Η τρελή ομάδα συνευρέθη και ηχογράφησε σε Τορόντο, Οντάριο και Βερολίνο, ώδησε την σεξουαλικότητα, παρώδησε τις ορμές της, ξανάρχισε τις οργιαστικές της συναυλίες με μέλη της μπάντας, εγχορδιστές μουσικής δωματίου, strippers, γκόσπελ χορωδίες και χορευτές (εδώ θυμάμαι και τους Blue Aeroplanes με τον εξίσου αουτσάιντερ, αν και πιο οξύ ήχο) κι έβγαλε ένα δίσκο όλο δικό της, αλλά και μ’ έναν πρόσθετο ορίζοντα ανοιχτό για ανανεώσεις.

Πρώτη δημοσίευση: πάλι πρόλαβε το mic!

11
Οκτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 35

Ζυλιέν Γκρην, Μεσάνυχτα, εκδ. Μέδουσα, 1988, μτφ. Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, σ. 171 (Julien Green, Minuit, 1936)

Από λίγη ώρα τώρα, ένιωθε μια αόριστη στενοχώρια και ταυτόχρονα μια ευτυχία την αιτία των οποίων δεν μπορούσε να μαντέψει. Ήλπιζε ότι, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν δεν θα ξεχνούσε αυτή την παράξενη στιγμή, όπου η χαρά και η μελαγχολία έμοιαζαν να γίνονταν ένα. Η ησυχία του σπιτιού, το μισοσκόταδο αυτού του μικρού δωματίου που πλενότανε και η χλιαρότητα της σάρκας της κάτω από το χέρι της, όλα αυτά της ήταν γνωστά. Σε ποιά στιγμή της ζωής της είχε νιώσει αυτήν την χαύνωση της σάρκας και της ψυχής; Ποιά φθινοπωρινή ημέρα όμοια με αυτήν εδώ, γεμάτη από ψιθύρους και κραυγές πουλιών; Έμεινε ακίνητη, προσπάθησε να θυμηθεί όμως η μνήμη της έμενε άφωνη, και ξαφνικά τα μάγια λύθηκαν. Γύρω της, τα αντικείμενα έχασαν την γνωστή τους όψη που είχαν για μερικά δευτερόλεπτα.

Στην Ελένη Γ. Ζαχαριάδου

09
Οκτ.
09

Μπάρρυ Μάιλς – Ουίλιαμ Μπάρροουζ. El hombre invisible

Μόνο για ένα πράμα μπορεί να γράψει ο συγγραφέας: για εκείνο που στέκει μπροστά απ’ τις αισθήσεις του τη στιγμή που γράφει…Είμαι ένα όργανο καταγραφής…Δεν θεωρώ ως δεδομένο πως πρέπει να πλασάρω «υπόθεση» «πλοκή» «ροή σεναρίου» και δεν το αποτολμώ…Εφόσον καταφέρνω να καταγράψω Απευθείας τις διεργασίες ορισμένων περιοχών του ψυχισμού τότε μάλλον επιτελώ συγκεκριμένη λειτουργία…Δεν ήρθα για να σας διασκεδάσω (σ. 124).

Μορφή της αβανγκάρντ και της underground λογοτεχνίας, ριζοσπαστικότατος καλλιτέχνης, μέγιστος επι/δράστης στην λαϊκή κουλτούρα, το ροκ εντ ρολλ και τον κινηματογράφο, καλτ φιγούρα στον περιθωριακό τύπο αλλά διάσημος σε πανεθνικό επίπεδο στη δεκαετία του ’70, ένας ακραίος των ιδεών και των διανοητικών, ερωτικών και κοινωνικών συμπεριφορών, κυρίες και κύριοι el hombre invisible!

Πετυχημένος ο χαρακτηρισμός, κι όχι μόνο επειδή έτσι τον αποκαλούσαν τα Ισπανάκια καθώς γλιστρούσε αθόρυβα στα σοκάκια της Ταγγέρης. Στην ουσία ο Μπάροουζ πάντα προτιμούσε να είναι μακριά από την πλειονότητα των ανθρώπων κι από μικρός ήταν πάντοτε ο παρείσακτος και ο μοναχικός που προτιμούσε να τον αφήνουν στην ησυχία του. Ενδεικτικό παράδειγμα εδώ το ροκ εντ ρoλ: ίσως κανένας άλλος συγγραφέας δεν επηρέασε τόσο πολύ την διανοητική όψη του, κανενός τα βιβλία δεν υπήρξαν τέτοιο χρυσωρυχείο λέξεων και φράσεων για το είδος, όμως ο ίδιος παρέμενε εκτός! Απορούσε για τον αυθαίρετο έως αστείο όρο «Νονός του πανκ» και παραδεχόταν: έχω ελάχιστη επαφή με την ποπ κουλτούρα. Όταν κάποτε του συστήθηκαν οι Police έντρομος πήγε να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους του πάρτι πως έχει έρθει η αστυνομία.

Ίσως γι’ αυτό τελικά ο πιο ταιριαστός στη γραφή του ήχος ήταν ακριβώς η fusion του Bill Laswell, που έφτιαξε τον δίσκο Seven Souls (1989) με τον ίδιο τον συγγραφέα να διαβάζει αποσπάσματα από το The Western Lands και να επανέρχεται στο Hallucination Engine (1994). Άλλο βέβαια αν έχει χωθεί στο εξώφυλλο του Sergeant Pepper’s, αν ο όρος heavy metal (ο απόλυτος εθισμός στα ναρκωτικά απ’ όπου τον πήραν οι Steppenwolf) και το όνομα του δονητή Steely Dan είναι δικά του, αν ο Bowie στο Diamond Dogs είπε πως χρησιμοποίησε τη μέθοδο των cut-ups για τους στίχους, αν οι Matching Mole και οι The Soft Machine του Robert Wyatt ή οι The Naked Lunch βαφτίστηκαν από την γραφή του, που οι Patty Smith, ο David Bowie, ο Lou Reed θεωρούσαν πνευματικό τους γκουρού, που Sonic Youth και John Cale έτρεξαν για τον δίσκο του Dead City Radio. Αυτό θα πει respect…

Γεννημένος το 1914 στο Σαιντ Λούις του Μιζούρι, μέσα στις μυρωδιές του φωταερίου από το μολυσμένο ποτάμι και του σκουπιδόλακκου στο τέρμα του δρόμου, σε μια ατμόσφαιρα θολή από τα εργοστάσια, ο Μπάροουζ μέσω ενός βιβλίου άνοιξε τα μάτια σ’ ένα κόσμο οπιοποτείων, στοιχηματζίδικων και άθλιων πανδοχείων (Jack Black, You can’t win – αυτοβιογραφία ενός απατεώνα). Έκτοτε ο κόσμος των εξαιρέσεων θα τον θέλγει μονοδρομικώς.

Νέα Υόρκη, Βίλλατζ, Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Τζάκ Κέρουακ, είσοδος στον ημι-υπόκοσμο, η τριάδα της Μπητ Γενιάς συμβιώνει, κάνει πειράματα τηλεπάθειας, ποθεί να διευρύνει «το πεδίο συνειδητότητας», περισσότερο ως μια αδελφότητας πνεύματος παρά ενός λογοτεχνικού κινήματος. Ασύνειδη συγκέντρωση υλικού των μελλοντικών του βιβλίων, θεατρικές αναπαραστάσεις, Νιλ Κάσσαντυ (ο ήρωας του On the road), οργανοσυσσωρευτής (συσκευή συλλογής της ζωικής ενέργειας της φύσης), καταδίκες στις ΗΠΑ, φυγή στο Μεξικό, Εκουαδόρ προς αναζήτηση του παραισθησιογόνου γιαχέ στην … ζούγκλα, η γνωστή εξ αμελείας ανθρωποκτονία της γυναίκας του: Ωθούμαι να καταλήξω στο φριχτό συμπέρασμα πως ουδέποτε θα είχα γίνει συγγραφέας χωρίς το θάνατο της Τζόαν…που με έφερε σε επαφή με τον εισβολέα, το Απαίσιο Πνεύμα, και με έριξε σε έναν ισόβιο, δύσκολο, κοπιαστικό αγώνα, όπου δεν είχα άλλη επιλογή από το ξεφύγω γράφοντας.

Παρίσι, The Beat Hotel, το σπίτι του για τα επόμενα χρόνια, παράθυρο στο φωταγωγό, Κόρσο και σία υπό την θαλπωρή της Μαντάμ Ρασού που ξεπλήρωναν με χειρόγραφα (τα οποία πετούσε χωρίς ποτέ να διανοηθεί την αξία τους). Ατέρμονες συζητήσεις πάνω στην επέκταση της «Ερωτικής Ευδαιμονίας», οι Μπητ καλλιεργούν το έδαφος για το χίπικο κίνημα, ο περιβόητος ζωγράφος Μπράιον Γκάιζιν (Brion Gysin), ο σπουδαιότερος φίλος του κι η μεγαλύτερη καλλιτεχνική του επιρροή, ανακαλύπτει τυχαία τα cut ups όταν τεμαχισμένα με κοπίδι κομμάτια εφημερίδας σχημάτισαν λέξεις, χωρίς να γνωρίζει πως έτσι έγραφαν και οι Ντανταϊστές. Τι πιο ταιριαστό για έναν συγγραφέα που το έργο του ήταν εκ φύσεως αποδιοργανωμένο και αποσπασματικό. Τώρα η ποίηση μπορούσε να παραχθεί πλέον από τον καθένα που κρατούσε ένα ψαλίδι!

Ο Μ. είχε μιλήσει ανοιχτά για τον εθισμό του στην ηρωίνη και τους πειραματισμούς με τα παραισθησιογόνα ήδη από την δεκαετία του ’50 και σύντομα έγινε ο διασημότερος εν ζωή ναρκομανής συγγραφέας. Δεν δίστασε ποτέ να μιλήσει ανοιχτά για τη λογοτεχνική εκμετάλλευση της ναρκοχρησίας του: Εάν ο συνειδησιακός μου κόσμος ήταν απλώς απόλυτα συμβατικός, κανείς δε θα ’χε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να με διαβάσει, έτσι δεν είναι; Ανεπιθύμητος στις ΗΠΑ, έγινε δεκτός σε μια Ευρώπη που είχε σε μεγαλύτερη υπόληψη την πειραματική γραφή, συνεπώς είδαν τα cut up και την τρίστηλη γραφή ως συνέχεια της παράδοσης του Αρτώ, του Ζενέ και του Σελίν, του ντανταϊσμού, του λεττρισμού.

Συνεχείς μετακινήσεις, επαναληπτικός κύκλος τοξικομανίας και αποτοξιώσεων, Junkie, πάντα φίλος με τον Γκίνσμπεργκ που δεν σταμάτησε ποτέ να τον ενθαρρύνει να γράφει (τα μυθιστορήματά του εκδίδονταν χάρη στις επίμονες προσπάθειές του). Ταγγέρη, 1954 – 1958. Η λαβυρινθώδης πόλη υπό την κοινή διοίκηση εννιά χωρών που γνώριζε από τα μυθιστορήματα του Πολ Μπόουλς, η Διαζώνη / Interzone των μυθιστορημάτων του, φτηνά πορνεία και ναρκωτικά, όνειρά για την Φρηλανδία, οι εκπατρισμένοι ξημεροβραδιάζονται στο Parade Bar, πίστη σε ένα μαγικό σύμπαν γεμάτο πνεύματα των ζώων, εκστάσεις και υποβολές. Σαϊεντολογία (όχι το θρησκευτικό της μέρος αλλά τα περί κάθαρσης του νου), θεωρίες του Ράιχ, αιγυπτιακή ιστορία, ηλεκτρο(ψυχο)μετρο, πυροβολική τέχνη (πυροβολισμοί σπρέι μπογιάς), αρχαιολογία των Μάγια.

Το Γυμνό Γεύμα αποτελούσε μια εκκωφαντική αντίδραση στην Αμερική της δεκαετίας του 50, σε σε μια προ – ροκεντρόλ εποχή! Πέρα από την νεωτερική γραφή, τις πραγματικότητες του ονειρικού χρόνου και την μυστηριώδη προφητεία για τον ιό του AIDS, θα επαναπροσδιόριζε τα όρια του άσεμνου για την Αμερική και για τις επόμενες δεκαετίες. Η συνέχεια γνωστή: The Exterminator, Nova Express, The ticket that exploded, Τhe wild boys. Παραδόξως έφτασε στο κοινό κυρίως από εξωλογοτεχνικές οδούς (ταινίες, βίντεο, δίσκοι, κασέτες, έργα τέχνης). Oι επιδράσεις του στη λογοτεχνία φάνηκαν ιδιαίτερα στα 80ς, με την ανάπτυξη του κυβερνοπάνκ, για το οποίο ο Glenn Branca στο Mondo 2000 είχε δηλώσει πως εκείνος κρατούσε το κλειδί αυτής της γραφής: Το να πας πέρα από τον Μπάροουζ – αυτό ούτε που θα μπορούσα να το διανοηθώ.

Φανατικά αντίθετος στη θανατική ποινή (εξού και η σκληρή ρεαλιστική απεικόνισή της στα βιβλία του που σόκαρε υποκριτές και μη), συχνά έμενε απένταρος και πουλούσε τη γραφομηχανή του, αναγκασμένος μετά να γράφει με το χέρι ή να δακτυλογραφεί σε καταστήματα που νοίκιαζαν γραφομηχανές με την ώρα. Ανήσυχος πειραματιστής με κάθε διαθέσιμο μέσο (γραφομηχανή, χαρτί και μολύβι, ψαλίδια και κόλλες, μαγνητόφωνο, φωτογραφία, κινηματογράφος, ζωγραφική), κατάμαυρος χιουμορίστας, διακωμωδητής των συστημάτων, ο Μπάρρουζ ωθούσε τα πράγματα να συμβαίνουν και ενέπνεε κάθε απελευθέρωση στους ανθρώπους.

Επιστροφή στις Μεσοδυτικές Πολιτείες, στις Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας και στον Τόπο των Νεκρών Δρόμων. Ο Μπίλ πλησίαζε όλο και πιο κοντά στο Απαίσιο Πνεύμα. Ξόδεψε 40 χρόνια ερευνώντας τις μεταμφιέσεις του, αποκαλύπτοντας τα ονόματα και τις μεθόδους του. Στο έργο του κυριαρχούσε η αναγνώριση των συστημάτων ελέγχου και η επινόηση τρόπων καταστροφής του. Αγωνιζόταν πάντα για την απόλυτη ελευθερία από κάθε μορφής έλεγχο: θρησκεία, σεξουαλική καταπίεση, Αμερικάνικο Τρόπο Ζωής, Παραδοσιακές Οικογενειακές Αξίες, προγραμματισμό μέσω ΜΜΕ και τηλεόρασης, κρυμμένα μηνύματα της γλώσσας, κάθε μορφής –ισμός. Το Απαίσιο Πνεύμα συχνά τον φοβήθηκε. Τα τελευταία του λόγια μέσα στο ασθενοφόρο προτού χάσει οριστικά τις αισθήσεις του ήταν: Επιστρέφω αμέσως. Λες και δεν το ξέραμε, Μπιλ.

Δεν υπήρχε καταλληλότερος βιογράφος από τον Άγγλο δοκιμιογράφο Μπάρρυ Μάιλς (1943): εκτός από επιστήθιος φίλος του Μπάρροουζ από το 1964 (στοιχείο που δεν φαίνεται καθόλου στο βιβλίο – πώς το κατάφερε;) υπήρξε στα 60ς συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου-γκαλερί Ιndica στο Μέιφερ του Λονδίνου, έχει βιογραφήσει Κέρουακ και Γκίνσμπεργκ, έχει γράψει για underground κουλτούρες, για Frank Zappa και Beat Hotel. Η βιογραφία του διατηρεί ίσες δόσεις ψύχραιμης προσωπογραφίας και ερεθιστικότατου μυθιστορήματος.

Εκδόσεις Απόπειρα, 2008, μτφρ. Γιώργος Γούτας, σελ. 334 με βιβλιογραφία, επιλογή δισκογραφίας, ευρετήριο και 13 μαυρόασπρες φωτογραφίες (Barry Miles, William Burroughs, El Hombre Invisible, 1992). Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.
06
Οκτ.
09

Κάρλος Φουέντες – Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες

Θηράματα χωρίς καταφύγιο

Η τυραννία του ήταν μια ευγενική χειρονομία που μας απάλλαξε από την ελευθερία. Εμείς δημιουργήσαμε τον τύραννο, σαν ο ίδιος να μην το επιθυμούσε. Χρειαζόμασταν την εξουσία αλλά φοβόμασταν να την ασκήσουμε. Ας συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι δίνοντας όλη μας τη δύναμη στον πατέρα, όχι μόνο δεν θα φέρουμε καμία ευθύνη αλλά δεν θα έχουμε και κανένα ελάττωμα (σ. 399 – 401). Οι χαρακτήρες των 16 ιστοριών του σπονδυλωτού φουεντικού μυθιστορήματος συχνότατα υφίστανται οικειοθελώς κάθε μορφή οικογενειακής εξουσίας, σε οικιακές εστίες – αρένες συναισθηματικών, σωματικών και ψυχολογικών κατασπαράξεων. Αν στο μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής του αειθαλούς μεξικανού συγγραφέα το ονειρικό και το εξωλογικό συνυπάρχουν με το ρεαλιστικό, εδώ δεν υπάρχει θέση για καμία φαντασιακή διαφυγή. Αντίθετα, για άλλη μια φορά η Ιστορία αποδεικνύεται το θυσιαστήριο κάθε μορφής ατομικότητας.

Σε «Μια συνηθισμένη οικογένεια» οι άντρες αγωνίζονται ενάντια σε μια διεφθαρμένη κοινωνία όπου η συνενοχή υποδηλώνεται με το «κλείσιμο του ματιού». Ο πατέρας Παστόρ Παγάν, έχοντας εργαστεί τίμια σε όλη του τη ζωή, αποτελεί πρόκληση για το αφεντικό του, που επιμένει πως στο Μεξικό όλοι είναι εξαγοράσιμοι, από την κυβέρνηση μέχρι το τελευταίο μπακάλικο, και τον παγιδεύει για να αισθανθεί αναπόδραστα «εξαγοράσιμος». Ο γιος του επιθυμεί με τη σειρά του να αποδείξει πως μπορεί να αντισταθεί ακόμα και εργαζόμενος στον ίδιο μηχανισμό διαφθοράς, μέχρι να αντιληφθεί πως με κάθε του κίνηση αποτελεί μέρος του πλέγματός της. Αμφότεροι συνειδητοποιούν πως κανείς τους δεν εξουσιάζει την ζωή του ενώ οι γυναίκες της οικογένειας παραιτούνται από την ζωή με άλλης μορφής οικιακούς αυτοπεριορισμούς (ταύτιση με την στιχουργική των μπολερό ή με ριάλιτι τηλεοπτικές περσόνες). «Η ένοπλη οικογένεια» αφορά τον διχασμό ενός στρατηγού ανάμεσα στο καθήκον και την αγάπη για τον γιο του που φεύγει επαναστάτης στα βουνά. Μπροστά στο ενδεχόμενο της αυτοπρόσωπης σύλληψης και καταδίκης του, παρασύρει τους άντρες του σε μια άχρηστη, φασματική εκστρατεία καταδίωξής του. Σε αυτό το σύμφωνο εξαπάτησης συναινούν και οι στρατιώτες, που γνωρίζουν το μάταιο του εγχειρήματος αλλά ο επαναστάτης τελικά θα προδοθεί από τον αδελφό του, ενώ η ηρωική στάση του πατέρα θα αποτελέσει «το προάγγελμα ενός ελάχιστα λαμπρού μέλλοντος» σε έναν βαθύτατα διεφθαρμένο μηχανισμό.

«Η Πιετά» αφορά μια σπαρακτική επιστολική επικοινωνία ανάμεσα σε μια μητέρα και τον δολοφόνο της κόρης της. Εκείνη αγωνίζεται να του γνωστοποιήσει τον χαρακτήρα και την πνευματικότητά της, ενώ εκείνος προσπαθεί να ερμηνεύσει την αψυχολόγητη αντίδρασή του: κουβαλώντας αιώνες ταπείνωσης της ινδιάνικης, ιθαγενούς καταγωγής αρνήθηκε να υπάρξει ως υποδειγματικός Μεξικάνος, «μια ποσόστωση μεταξύ δυο πλευρών, παντού εκτός τόπου, ένα πρόσχημα να αισθανθούν οι άλλοι ανθρωπιστές». Ο Νικάσιο εξεγέρθηκε μέσω ενός αγέρωχου βλέμματος, που προκάλεσε τον φόβο στην άτυχη Αλεσάντρα και αποτέλεσε τον καταλύτη της επίθεσής του. Θα αποδεχόταν κάθε φυσική απέχθεια ή κοινωνική περιφρόνηση αλλά της στέρησε κάθε δικαίωμα να νοιώσει φόβο εξαιτίας της καταγωγής του. Μια άλλη σπαρακτική συνομιλία υφαίνεται ανάμεσα στον πατέρα Αλεχάντρο Σεβίλια, επί τριακονταετία σταρ του μεξικάνικου κινηματογράφου και τον ανάπηρο και παρατημένο για χρόνια γιο του («Ο γιος του αστεριού»). Η έξοδος του πρώτου από την ψεύτικη φυλακή των φανταστικών περιπετειών στον θλιβερό μικρόκοσμο της οικογενειακής κακοτυχίας μοιάζει αδύνατη, η ζωή του ένα «ροζάριο με τις βλακείες της ύπαρξής του». Όταν ο μικρός επιχειρεί να γνωρίσει τον πατέρα του μέσα από την μόνη προσφερόμενη δίοδο (βιβλία και καρτ-ποστάλ με τις τοποθεσίες των ταινιών), ο Αλεχάντρο επιχειρεί να εκκινήσει για την πραγματική ζωή αλλά είναι αργά: οι τραγικοί πρωταγωνιστές καταλήγουν σε ένα πανηγύρι, μαζί με χαρακτήρες των άλλων ιστοριών, προς τέρψη του αδηφάγου κοινού.

Διαφορετικά είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει «Η προεδρική οικογένεια» . Εδώ η αγωνία του Προέδρου της χώρας αφορά την εικόνα του, που θεωρεί πως καταστρέφεται από επιπόλαιες πράξεις του γιου του. Ο Πρόεδρος, με βασικό χαρακτηριστικό την τελετουργική κίνηση των χεριών του στις δημόσιες εμφανίσεις του (προφανές σχόλιο του Φουέντες για την κούφια θεατρικότητα των μεξικανών πολιτικών), αρνείται την αναγκαιότητα των φίλων, προκρίνοντας εκείνη των συνεργών, και παραληρεί υπέρ της αυθαιρεσίας και της απομόνωσης ως μόνης δυνατότητας επιβίωσης. Η σύζυγός του από την πλευρά της αγωνίζεται να τροφοδοτήσει τις ψευδαισθήσεις μιας οικογένειας που μοιάζει με φάρσα ηθοποιών που ποζάρουν συνεχώς χαμογελαστοί για να ξεχάσει ο λαός τις τόσες δυστυχίες και να κρατήσει την ψευδαίσθηση ότι το Μεξικό μπορεί να ευτυχήσει, γι’ αυτό χαμογελάμε στις φωτογραφικές μηχανές, για να κάνουμε πιστευτό το αιώνιο ψέμα κάθε έξι χρόνια.

Στα «Συζυγικά δεσμά» συμπλέκονται φωνές συζύγων και εξωσυζυγικών εραστών. Ο Αλβάρο κακομεταχειρίζεται την άπιστη Κορντέλια αλυσοδένοντάς την ή αναγκάζοντάς την να ξαπλώνει σαν νεκρή. Βασανίζοντάς την ισχυρίζεται πως ζει μόνο για εκείνη, πως ορίζει τον θάνατό της αναβάλλοντάς τον. Μην μου πεις ότι ο θάνατος είναι η μέγιστη επιθετικότητα ενάντια στους εαυτούς μας γιατί εγώ θα σε κρατήσω στη ζωή για να μην έχεις δικαιολογίες. Η Κορντέλια δεν θα αποδράσει, επειδή «σύζυγοι σημαίνει φυλακισμένοι μαζί», επειδή κανένας άλλος δεν θυμάται την ομορφιά της όταν ήταν νέα. Στην «Μάνα του μαριάτσι» η βία δεν είναι ενδοοικογενειακή αλλά προέρχεται από τον συνοικιακό περίγυρο. Η ηρωίδα έχει λανθασμένα πιστέψει πως η μουσική των εθνικών τροβαδούρων αλλά και του ίδιου του γιου της, πλανόδιου μουσικού, μπορεί να θεραπεύει την βία της γειτονιάς. Όταν εκείνος, πρώην παράνομος των παράδρομων, ανταλλάσει την απελευθέρωσή του με την αστυνομική ιδιότητα, εκείνοι τον εκδικούνται τραυματίζοντάς ανεπανόρθωτα τις φωνητικές του χορδές. Η ημιθανής επιστροφή του στο οικογενειακό χαμόσπιτο ισοδυναμεί με παραίτηση από το όνειρό του. «Όταν καταφέρει να αντικρίσει την μητέρα του εκείνη δεν γνωρίζει αν την αναγνώρισε και δεν θέλει να το παραδεχτεί ή δεν την αναγνώρισε και το παραδέχτηκε». Μόνη λύση, όπως για το μεγαλύτερο μέρος του μεξικάνικου λαού, η εναπόθεση των ελπίδων στη θρησκεία.

Το συγκλονιστικότερα κείμενα αφορούν την πατρική εξουσία. Στην «Σκλάβα του πατέρα» ένας ιερέας ενός απομακρυσμένου χωριού στα όρια του ηφαιστείου, έχει πάρει υπό την προστασία του την δεκαεξάχρονη Μαγιάλντε, διχάζοντας τους κατοίκους μεταξύ υποκρισίας και φιλανθρωπίας. Της συμπεριφέρεται με σκληρότητα και ύποπτη τρυφερότητα και οργίζεται από την αγέρωχη υπερηφάνειά της, σε μια σχέση τριπλού πειρασμού: θείου, κοσμικού και ερωτικού. Όταν αποφασίσει να πειραματιστεί μαζί της φιλοξενώντας ένα νεαρό τραυματία ορειβάτη, το ζευγάρι θα ενωθεί πίσω από το βωμό της Παρθένου Ειρήνης, με τα άμφια ως αυτοσχέδιο στρώμα και την μυρωδιά του θυμιάματος και την αίσθηση της ιεροσυλίας ως διεγερτικά. Ύστερα από μια αντιπαράθεση επιχειρημάτων και ειρωνειών το τέλος θα είναι τραγικό για τους δυο, ενώ στον επιζώντα δεν μένει παρά η μόλυνση των ζωντανών με την μνήμη.

«Ο αιώνιος πατέρας», από την άλλη, έχει δεσμεύσει με διαθήκη τις τρεις κόρες του να κάνουν ολονυκτία μπροστά στο φέρετρό του επί δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του. Εκείνες τον υπακούνε σαν να ήταν ζωντανός, αδυνατούν να νοιώσουν ελεύθερες από το πένθος, καμία τους δεν αποτολμά την ρήξη της ετήσιας τελετής. Εκεί μοιράζονται τις οδυνηρές μνήμες ενός σωματικού και ψυχολογικού καταπιεστή που άλλοτε περίμενε να κάνουν το αντίθετο απ’ ότι τους ζητούσε, «προσφέροντάς» τους την ευχαρίστηση της ανυπακοής και την εξιλέωση της τιμωρίας κι άλλοτε τις εξανάγκαζε να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε μυστικό, θριαμβολογώντας σε περίπτωση άρνησης: «ενεργείς έτσι ή εξαιτίας της ντροπής που σου δημιουργεί η ευχαρίστηση ή εξαιτίας της ευχαρίστησης που σου δημιουργεί η ντροπή». Αιώνιες προνύμφες σε μόνιμη εκκρεμότητα, παθητικές σαν παιδικό παιχνίδι, αντικατέστησαν «την ανάγκη με την ελπίδα και την ελπίδα με την τελετουργία». Με αυτό το κενό τυπικό συνεχίζουν να αναβάλλουν τη ζωή τους. Τι θα απογίνουν χωρίς αυτή την προσδοκία;

Η γνώριμη φουεντική γραφή, ένας καταιγισμός λεκτικού πλούτου και πολυφωνικών αφηγήσεων σε μια οφιοειδή ή κυκλική ανάπτυξη (καθώς οι πολλαπλοί χαρακτήρες επανεμφανίζονται), αποδίδει ιδανικά αυτές τις οικιακές ζωές εν τάφω που βιώνουν χαρακτήρες κομπάρσοι στο απέραντο ανώνυμο έθνος της αποτυχίας και πέτρινα οικιακά είδωλα – έρμαια των οικογενειακών χειραγωγήσεων, «αποικήσεων» και διαστροφών. Ανάμεσα στις ιστορίες μεσολαβούν ποιητικοί «χοροί» που τραγωδούν σαν συλλογικά αντηχεία την ανυπόφορη ζωή στο Μεξικό της ενδημικής φτώχειας και των τετρακοσίων παιδιών αυτοχείρων ετησίως, την χώρα των αρχηγών χωρίς τους οποίους όλοι βαδίζουν στα τυφλά, όπου το σπίτι μπορεί να είναι πιο επικίνδυνο από τον δρόμο: Ούτε καν να κοιτάς όποιον δεν είναι του δρόμου /εδώ τουλάχιστον είσαι πιο ασφαλής απ’ ό,τι στο σπίτι σου.

Εκδ. Καστανιώτη, 2008, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σελ. 410 (Carlos Fuentes, Todas las familias felices, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 2.10.2009, τ. 572 (εδώ)

04
Οκτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 34

Ντίνο Μπουτζάτι, Οι επτά αγγελιοφόροι, εκδ. Αστάρτη, 1988, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 81-83, από το διήγημα «Ο κολόμπρος» (Dino Buzzati, I setti messaggeri, 1942).

Βαθιά ταραγμένο το παιδί έμεινε στην ακτή, ώσπου το τελευταίο πίκι των καταρτιών χάθηκε πέρα στον ορίζοντα. Πέρα απ’ το μόλο που έκλεινε το λιμάνι, η θάλασσα απόμεινε εντελώς έρημη. Αλλά στυλώνοντας το βλέμμα ο Στέφανο μπόρεσε να διακρίνει μια μαύρη κουκίδα που αναδυόταν κατά διαστήματα απ’ τα νερά: ήταν ο δικός του «κολόμπρος», που έσκιζε αργά τα νερά, πάνω κάτω, καρτερώντας τον πεισματικά. (…)
Έτσι η ιδέα εκείνου του εχθρικού πλάσματος που τον καρτερούσε μερόνυχτα γίνηκε για τον Στέφανο μυστικός βραχνάς. Ως και στη μακρινή πόλη του τύχαινε να ξυπνάει ανήσυχος μες στη μαύρη νύχτα. Ήταν ασφαλής βέβαια, εκατοντάδες χιλιόμετρα τον χώριζαν από τον κολόμπρο. Κι όμως ήξερε ότι πέρα από τα βουνά, πέρα από τα δάση, πέρα από τις πεδιάδες βρισκόταν ο καρχαρίας και τον περίμενε. Και στα πιο απομακρυσμένα μέρη να πήγαινε, ο κολόμπρος πάλι θα παραμόνευε στην πιο κοντινή ακροθαλασσιά, με το ανελέητο πείσμα που έχουν τα όργανα του μοιραίου. (…)
Έτσι ο Στέφανο άρχισε τα ταξίδια, δείχνοντας αρετές θαλασσινού, αντοχή στους κόπους, ακατάβλητο φρόνημα. Ταξίδευε, ταξίδευε, και στ’ απόνερα του πλοίου του μέρα νύχτα, με μπουνάτσα και με φουρτούνα ακολουθούσε ολοταχώς ο κολόμπρος. Το ’ξερε ο Στέφανο πως αυτό είναι η κατάρα και καταδίκη του, αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό δεν έβρισκε τη δύναμη ν’ αποτραβηχτεί. Στο καράβι κανείς δε διέκρινε το τέρας, πέρα από τον ίδιο.

Στον Αχιλλέα Κυριακίδη

01
Οκτ.
09

the vietnam veterans – live at Rodeo

(Rodeo, Αθήνα, 26/9/2008)

21.00. Αναγνωρίζω τον Loucas Trouble μέσα από το κράνος μου. Κοιτάζει αλλοπαρμένος όπως πάντα αλλά αυτή τη φορά κοιτάζει εμένα. Τι δουλειά έχουν αυτοί οι τύποι στο έρημο ημίφωτο πεζοδρόμιο έξω από το Rodeo; Βλέπω έναν Mark Enbatta στα νιάτα του (που προέκυψε πως είναι ο James, ο καινούργιος τους κιθαρίστας), έναν άγνωστό μου – συνομίληκο του Loucas – και … ποιος μένει;

21. 02. Mark εσύ είσαι; Εγώ είμαι. Έλα κάτω από το φως να σε δω. (φωτ. 1) Ναι, εσύ είσαι! Έπρεπε να το καταλάβω από το συνεχές χαμόγελο και τις διαρκείς γκριμάτσες, δεν έπρεπε να με μπερδέψει η γκρίζα κόμη! Πες μου όλες τις αλήθειες από την εποχή που … Όχι, δεν προλαβαίνουμε, πως μου τώρα ποιοι είστε; Θέλουμε να είμαστε οι Gitanes αλλά ο κόσμος δεν το αποδέχτηκε ποτέ, γι’ αυτούς ήμασταν πάντα οι Vietnam Veterans. Έξ ου και το “The Further Adventures of the Vietnam Veterans as the Gitanes”. Εξ ου.

21. 04. Κάποτε αλληλογραφούσαμε. Θυμάμαι μια δεκαριά πρόσωπα από Ελλάδα με τους οποίους μιλούσα. Ήμουν εκείνος που επέμενε για τις σκοτεινές λεπτομέρειες εκείνου του αδιανόητου λάιβ στο Tubingen, που αποτυπώθηκε στο Green Peas. (Έλεγε τότε: «ζήσαμε μια χαώδη βραδιά. Ήμασταν λιώμα, σε οικτρή ψυχολογική κατάσταση έχοντας μάθει ότι ο γιος του Greg είχε αρρωστήσει σοβαρά και όσο παίζαμε περνούσαμε μίλια μακριά, καταστρέψαμε τα μόνιτορς και για τις επόμενες τέσσερις ώρες δεν ακούγαμε ούτε νότα από τα όργανά μας. Ακόμα και σήμερα αδυνατώ να καταλάβω πώς τα πνεύματά μας εκείνο το βράδυ συντονίστηκαν ώστε να βγεουν αυτά τα κομμάτια. Ο γιος του Greg όμως είχε γίνει καλά» ). Εσύ είσαι λοιπόν … Υπάρχει κάτι που έχεις ξεχάσει να μου πεις; Τώρα το μόνο που θυμάμαι ήταν τα φώτα που μας τυφλώνανε κάτω απ’ τη σκηνή.

21.06. Πες μου ότι θα παίξεις τραγούδια από τότε. Θα παίξουμε τραγούδια από τότε, που δεν συνηθίζαμε να παίζουμε τότε. Όπως; Όπως το Maybe you think. To Let it rain; Το δοκιμάσαμε και δεν είχε φίντμπακ. Δεν είχε φίντμπακ το πιο πιασάρικο κομμάτι που έβγαλαν ποτέ; Αυτό θα πει απαιτητικό κοινό. Πόσο παίξατε χθες εδώ; Για να ξέρω το μίνιμουμ σήμερα. Δυο ώρες. Να ξέρεις πως χωρίς τα δικά σας πλήκτρα θα σας νοιώθω μισούς. Εχθές έπρεπε να δεις, που διαλύθηκε το κήμπορντ του Lucas, έγινε ένα μπααφ κι έφυγε κάτω, συνεχίσαμε χωρίς. Υπήρξε καμία μπάντα που ένιωσες πως σας ακολουθεί; Όχι, προσπαθήσαμε να παίξουμε νέα ψυχεδέλεια παλιάς ποιότητας. Πάμε να φάμε, έρχεσαι; Όχι, δε θα μπορέσω ποτέ να συμβιβαστώ με τον σουρεαλιστική συγκυρία ενός συμποσίου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους στο Μεταξουργείο. See you later then.

23.01. Αν είναι να έχω κι εγώ πληρωμένη δίωρη καλοφαγία πριν από κάθε συναυλία, προλαβαίνω να μπω στην μπάντα; Αλλά θα πρέπει να με έχουν αγαπήσει πολύ οι δεκάδες που περιμένουν στημένοι μπροστά στη σκηνή. Και θα διαλέγουμε πάντα το Rodeo, να είμαστε ισοϋψείς τους και σε απόσταση ανάσας.

23.03. Maybe you think. Liars. The Wheels. Till you fall. Burn in hell. No way back. Still untold story. This life is your life. Ένα υπέροχο κάντρι. Next year. Malakas Yeah Yeah. I don’t deserve you….

Oι Ευαγγελιστές της Γκαραζοδέλειας λειτουργούν σε μικρό υπόγειο ναό. Ο Μάρκος χάνεται στα τραγούδια του όταν δεν κοροϊδεύει τον εαυτό του. Ο Λουκάς πληκτροφορεί με τον συνήθη αλλοπαρμένο τρόπο. Δεν τους ενδιαφέρει που ο ήχος τους δυσκολεύει, που τα μηχανήματα δεν υπακούν και χρειάζονται πετάλια, έχουν μάθει να παίζουν οπουδήποτε, με οτιδήποτε. Αν όλα είναι να πάνε στραβά, ας πάνε. Κάποιος λείπει: δεν υπάρχει μπασίστας, ο Λουκάς εκτελεί τα χρέη του κι όταν παίζει μπάσο τα πλήκτρα μένουν ορφανά – ανεπίτρεπτο! Ανεξάρτητα από τον αριθμό μελών, οι Vietnam Veterans ήταν ακριβώς αυτές οι δύο μορφές.

Χρονομηχανή – Φεβρουάριος 1991. Rollin Under, τεύχος 23, δρχ. 450, σελ. 14-15, δισέλιδο άρθρο του υπογράφοντος με τίτλο Vietnam Veterans: Κατακλυσμικοί. Χαοτικοί. Ψυχεδελικοί. Πόσες λέξεις με ουσιώδες περιεχόμενο και σημασία, που έχουν καταντήσει κλισέ, ετικέτες έτοιμες για κάθε χρήση. Αν για μια φορά είναι να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα, ας είναι εδώ…Πώς ήταν το εξώφυλλο του διπλοζώντανου Green Peas: καταμεσής ενός χωραφιου ένας κατάλευκος μπιντές γεμάτος μπιζέλια κι ένα καραβάκι παραπαίον. Σε ένα κατεξοχήν γόνιμο περιβάλλον φυτρώνει κάτι παράταιρο και αποκρουστικό που αποδίδει ζουμέριους καρπούς. …

Αυτή ήταν η μουσική των Γάλλων Βετεραδελιστών. Στο γόνιμο και κακοσκαμμένο παρελθόν της ψυχεδέλειας και του γκαράζ πάτησαν με δέος, ούρησαν κοροϊδευτικά, ανέσκαψαν ευλαβικά, έσπειραν νεωτερισμούς (και κυρίως εκείνα τα αδιανόητα χαοτικά πλήκτρα). Τα υπόλοιπα είναι ιστορία, με αντιεμπορικά πνεύματα, πλήρη άρνηση διαφήμισης (το ζεύγος των Music Maniacs τους κυνηγούσε για λίγη προβολή), βινυλιακές εμμονές, διαβολεμένο χιούμορ, οργιαστικές αναπτύξεις, απόκοσμη αίσθηση. Αλλά τα λάιβ είναι διαφορετικά: εκεί βγάζουν όλο το τρομακτικό βάθος του γκαράζ παρελθόντος ή απλώς επιστρέφουν στα ουσιώδη και δεν ξέρω τι θα έπιανε κάποιος που δεν έχει ακούσει τους δίσκους, για να ξέρει τι αλλάζει και πώς.

Χρονομηχανή – 1989-1992: Ξεκινούσα την εκπομπή μου Αντιθέατρο Ψυχοδηλωτικών Ήχων στο Ράδιο Κιβωτός με το Next Year, την ολοκλήρωνα με το You’re gonna fall. Άρχιζα με έξαψη, τελείωνα με το στούντιο σκοτεινό κι όλα τα λαμπάκια αναμμένα, σαν σε διαστημόπλοιο. Αυτή είναι άραγε η αίσθηση του space rock; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα εδώ, και πιθανώς δεν υπάρχει στα 990 από τα 1000 τους σκηνώματα. Μένουν οι γκροτέσκες κιθάρες, εκείνη η φωνή που υμνεί και καταριέται χωρίς να καταλαβαίνεις πότε κάνει το ένα και πότε το άλλο, το βλέμμα του τρελού με το κόκκινο πουκάμισο, η συνενοχή όσων από εμάς έχουμε κατέβει πολύ κάτω στο ορυχείο του ροκ εντ ρολλ.

00.33. … I’m alive. Curanderos. Dogs. Dreams of today. Girl with the hairy legs. Don’t try to walk on me. Bang Bang. You’re gonna fall. I give you my life. I give you my life. I can only give you anything.

@@.## Πρέπει να φύγω προτού τελειώσουν. Οι Pearly Spencer βρίσκονται έξω από εδώ κάτω. Ο Rocky Erickson κι ο Sky Saxon κάνουν στην άκρη τις κουρτίνες και κοιτάνε προς τα εδώ. O Kim Fowley σταματά το σκάφος του. Κι εγώ προτιμώ να φύγω στη μέση του χάους και να πάρω τους δρόμους ή να πέσω στο κρεβάτι γνωρίζοντας πως εκείνοι συνεχίζουν.

Φωτογραφίες: Πανδοχέας. Πρώτη δημοσίευση: πού αλλού;




Οκτώβριος 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.034.836 hits

Αρχείο