Λουίτζι Πιραντέλο – Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή

 

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

Ο Παολίνο είναι ένας φιλόλογος που ερωτοτρόπησε πέραν του ορίου με την Αρετή, σύζυγο πλοιάρχου που προτιμάει τις θάλασσες και συν τοις άλλοις έχει ένα ακόμα σπιτικό λιμάνι να τον περιμένει. Καθώς η μοιχεία αρχίζει να καρποφορεί ο πανικόβλητος ανθρωπάκος σκέφτεται να φορτώσει το επερχόμενο τέκνο στον ναυτικό, στην μόνη βραδιά που εκείνος θα περάσει σπίτι του ανάμεσα σε δυο ταξίδια. Στο σχέδιό του, μια τούρτα το ήμισυ της οποίας είναι ποτισμένο με διεγερτικότατες ουσίες εμπλέκονται δυο δίδυμοι ένας θηλυπρεπής φαρμακοποιός, ένας λογικός αλλά τελικά ενδίδων γιατρός). Εκτός σχεδίου αλλά εντός πεδιάς μένουν ο γιος της ευκόλως θυματοποιημένης γυναίκας και η ερωτικά στερημένη οικιακή βοηθός που όμως γνωρίζουν την παρανομία του ζεύγους. Ιδού η αντιστροφή: απάτη και απιστία για χάρη της ηθικής και της πίστης!

Πρόκειται για την μοναδική απ’ φάρσα του Ιταλού δραματουργού, που γυρίστηκε μάλιστα σε ταινία το 1953 από τον Steno, με σενάριο του συγγραφέα Vitaliano Brancati (μαζί με τον Lucio Fulci) και ηθοποιούς τους Totò, Orson Welles και Viviane Romance – φαντάζεστε ποιος υποδύθηκε ποιον. Κινούμενος πάντα μεταξύ γερμανικού εξπρεσσιονισμού και μεσογειακής ψυχογραφίας εδώ ο Πιραντέλο βρίσκεται μεν σε γνωστά του ρουμάνια (η υποκειμενικότητα της αλήθειας, ο ηθογραφικός καθορισμός της ζωής, ο τρόμος της κοινής γνώμης) αλλά ρέπει περισσότερο προς το γελοίο, το μπουφονικό, το υπερβολικό. Θαρρείς κι ήθελε να φτάσει τους χαρακτήρες στα κωμικοτραγικά τους άκρα, σαν μια αυτοσχέδια επιθεωρησιακή κομέντια ντελ άρτε.

Σταδιακά η ηρεμία μετατρέπεται σε ταραχή και η οικιακή γαλήνη σε εμπόλεμο πεδίο. Το κτήνος μέσα στον ανθρωπάκο ζητάει να βγει: ο εραστής της κακιάς ώρας είναι υπερήφανος μεν για το «σποράκι» του, όπως αποκαλεί το εκκολαπτόμενο βρέφος, προτιμάει όμως να το μεγαλώσει άλλος, να αποφευχθεί και το σκάνδαλο. Η ερωμένη του Αρετή μορφάζει συνεχώς γιατί δεν έχει άλλο τρόπο να εκφράσει το δικό της χάος, ο καπετάνιος δεν αντιπροσωπεύει τελικά την έννοια του κτήνους αλλά μια στερημένη ψυχή που δεν ξέρει πώς να εκδηλωθεί, η βοηθός είναι η μόνη που δε μασάει λόγια και πράξεις, ο νεαρός γιος εξαγοράζει τη σιωπή του, ένας ναύτης περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, οι δυο σχεδόν «καθυστερημένοι» μαθητές του καθηγητή από πειθήνια όργανα γίνονται επικίνδυνοι κριτές. Είναι αξιοσημείωτο πως νωρίτερα έχουν θέσει το ερώτημα: υποκρισία να περνάμε καλύτερα ή ωμή ειλικρίνεια κι ας σφαχτούμε όλοι; Δεν είναι τυχαίο πως στο μέσο του δωματίου υπάρχουν δυο ενωμένοι πάγκοι: καθώς όλοι φωνάζουν και φωνασκούν, εκεί ανεβαίνουν όσοι θέλουν ν’ ακουστούν περισσότερο κι εκεί κυλιούνται σε στιγμές κακεντρέχειας ή αυτοταπείνωσης, καθώς μια στροφή χωρίζει το ιλαρό από το θανατηφόρο.

Ο Γιώργος Αρμένης ενσαρκώνει ιδανικά τον χαρακτήρα του γελοιογραφημένου αυτού ανθρωπάκου, που φωνάζει συνεχώς πως είναι ηθικός και τίμιος την στιγμή που προσπαθεί να ξεγλιστρήσει από τις ευθύνες του, χωρίς όμως και να χάσει τα κεκτημένα. Τη μια τρέμει ολόκληρος, την άλλη καταστρώνει σαρδόνια σχέδια. Απαγγέλει Οβίδιο και Κικέρωνα λίγο πριν αφεθεί στα τα ταπεινά του ενστικτίδια. Ας αφήσουμε την Ιστορία. Απ’ όπου και να την πιάσεις, βρωμάει λέει κάποια στιγμή ως διδάσκων καθηγητής, αλλά ο χαρακτηρισμός ταιριάζει καλύτερα στη δική του ιστορία.

Η ιστορία του Γιώργου Αρμένη στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο είναι γνωστή. Επίγονος του Θεάτρου Τέχνης, εξελίχθηκε σε Θεατρογράφο και Υποκριτή της ταπεινής νεοελληνικής και όχι μόνο πραγματικότητας, με συγγραφή έργων από την Πρόβα και την Μαντζουράνα στο κατώφλι – γάιδαρος στα κεραμίδια την δεκαετία του 70 μέχρι τον περσινό Αμερικανό στο κεφάλι. Φέτος κλείνει σαράντα χρόνια στη σκηνή και δέκα στο δικό του θέατρο και όπως πάντα οργιάζει στο σανίδι. Για να μορφωθεί άρκεσε η ακρόαση διαβασμάτων Χρηστοβασίλη και Κρυστάλλη απ’ τη γιαγιά του, πενταετές ναυτικό φυλλάδιο ανά τον κόσμο κι ένας Κάρολος Κουν. Διαβάζω από ένα παλαιότερο πρόγραμμα της παράστασης για την Πρόβα: Κάθε άνθρωπος κρύβει έναν μικρό θεό μέσα του. Το θέμα είναι να κάνει την υπέρβαση, να τον βρει και να τον εξωτερικεύσει. Όταν καταφέρνω να φτάσω πολύ κοντά στον ήρωα που υποδύομαι, σχεδόν να ταυτιστώ μαζί του, τότε μπαίνω μέσα σε έναν κόσμο που με ελευθερώνει, που μου δίνει μιαν ανείπωτη δύναμη. Εκεί αισθάνομαι τον μικρό θεό να βγαίνει από μέσα μου…

Σκην.: Γιώργος Αρμένης, ερμην.: Γιώργος Αρμένης, Αριέττα Μουτούση, Πασχάλης Τσαρούχας, Χριστίνα Βαρζοπούλου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Χρήστος Κοροβίλας, Στέφανος Μαρκάκης, Σάκης Σιούτης. / Μτφ. Ερρ. Μπελιές, σκην. – κοστ: Ελ. Δουνδουλάκη, μουσ.: Δ. Ιατρόπουλος. / Διάρκεια: 120′ / Παρ. 21.15, Σάβ. 18.15 και 21.15, Κυρ. 20.15/ Σπυρίδωνος Τρικούπη 34, Εξάρχεια, 2108253489/ http://www.armenis.gr.

[Luigi Pirandello, L’ uomo, la bestia e la virtu, 1919]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Το Δέντρο, τεύχος 171-172 (φθινόπωρο 2009)

19630_3Τάσος Λειβαδίτης. Ένας σύγχρονος ρομαντικός. Προσεγγίσεις και επανεκτιμήσεις.

Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία/όταν τη διηγούμαι σε κάποιον. Κι η δική μας ζωή αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν τόσοι συγγραφείς και μελετητές μάς «διηγούνται» κομμάτια της ζωής και της έργου ενός δημιουργού όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ανοίγοντας ακόμα περισσότερες πόρτες σε ένα έργο που συχνά έμοιαζε περιορισμένο σε μία μόνο όψη του: εκείνη του ενθουσιώδους οπτιμιστή και υψηλόφωνου πολιτικού οραματιστή. Όπως πάντα, ο πρόλογος του εκδότη Κώστα Μαυρουδή είναι το ιδανικό τρισέλιδο εισαγωγής στον κόσμο του τεύχους: κάποιες αναγνώσεις εδώ θα φωτίσουν και εκείνη την δραματικά λυγμική – αλλά ποτέ σε τόνους κλαυθυρμού – φωνή μιας βαθύτατης υπαρξιακής απελπισίας. Ο σαρκοβόρος χρόνος, η απάτη της ιστορίας, η έκπτωση του σώματος, η παρακμή της ωραιότητος, το άγιο λάθος είχαν μόνιμη θέση στους στίχους του. Ο Λειβαδίτης στην ώριμη φάση του ήταν ένας νεορομαντικός ποιητής

Παλαιότερες αναγνώσεις των Νικηφόρου Βρεττάκου, Κώστα Κουλουφάκου, βιωματικές προσεγγίσεις των Τίτου Πατρίκιου και Κωστή Γκιμοσούλη, απόσπασμα γραπτού του ίδιου του ποιητή για την Ποίηση της Ήττας από την Επιθεώρηση Τέχνης, ενθυμήσεις της κόρης του Βάσως Χαλά – Λειβαδίτη, κείμενα για ειδικότερα θέματα, όπως οι διώξεις του (Γιώργος Χ. Θεοχάρης), τα ποιήματα της περιόδου της «λυπημανίας» (από τα καφκικά πεζά στο Εκκρεμές (1966) στην επάνοδό του το 1972 ως ενός έκπτωτου της ανθρωπότητας) (Δημήτρης Αγγελής), το μοτίβο της παιδικότητας (Αφροδίτη Αθανασοπούλου). Πάντα πολλά προσθέτουν και οι Γ. Βέης, Γ. Δουατζής (που μας θυμίζει πώς και πως δεν μίλησε σε μέσο ενημέρωσης ποτέ), Δ. Κοσμόπουλος, Γ. Μπλάνας, Δ. Μέντη, Μ. Πρατικάκης, Δ. Ραυτόπουλος κ.ά.

Αντιγράφω από τον πάντα λακωνικό Γιάννη Κοντό για τα λαϊκά ξενοδοχεία – τόπους ερωτικών συναντήσεων μιας άλλης εποχής, για τα οποία ο Λειβαδίτης έχει γράψει τα περισσότερα μεταπολεμικά ποιήματα: Η λάμπα στη μέση του ταβανιού κρέμεται σαν το σκοινί του κρεμασμένου και μια ντουλάπα στο βάθος κρύβει ένοχα μυστικά! Η μπαλκονόπορτα κλειστή- αν είναι καλοκαιράκι, ανοίγει για λίγο, και η λερωμένη κουρτίνα γεμίζει αέρα και πλαταγίζει σαν σημαία ηττημένου στρατού. (…) Τα κτίρια αυτά ήταν συνήθως βαμμένα με ώχρα, ώστε να μπερδεύεται το απόγευμα στις αποφάσεις του. Το ποίημα οδηγείται στο δωμάτιο και στο παλιό κρεβάτι για να ενωθούν τα σώματα. Για άλλη μια φορά το αφιέρωμα του περιοδικού είναι ερεθιστικότατο, για άλλη μια φορά η τιμή ολοκληρώνεται με ένα ψηφιακό δίσκο 8 ποιημάτων από τη φωνή του Γιάννη Καταλειφού.

Ακόμα: ελληνική φανταστική λογοτεχνία, ο αόρατος κινηματογράφος, επιστολή του Ν. Καχτίτση στον Ε.Χ. Γονατά, δυο εξαιρετικές συζητήσεις με την μετρ διηγηματογράφο Άλις Μούνρο και τον Φρανθίθκο Γκονζάλεθ Λεδέσμα, αντιφασίστα νουαρογράφο λάτρη της Βαρκελώνης, ακριβώς δηλαδή όπως ο Μονταλμπάν, που όμως μας είναι άγνωστος χάρη στην καταδίκη στη λήθη που του επιφύλαξε ο Φράνκο. Αν ρίχναν ένα καράβι μες το μυαλό μου θα ναυαγούσε έγραφε στο «Σήμα Κινδύνου» ο Λειβαδίτης. Ευτυχώς, κάποιοι από αυτές τις σελίδες και κάποιοι από εμάς, είμαστε ήδη στον βυθό και θα το δούμε. [232 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr