Αρχείο για Ιουνίου 2010

29
Ιον.
10

Σταμάτης Δαγδελένης – Το βιβλίο των αιρέσεων. Δέκα μικρά μυθιστορήματα.

Εναλλακτικά δόγματα

«Ομολογώ πως για πρώτη φορά, στην άχαρη και γεμάτη αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και συναισθήματα πνευματική μου ζωή, ο ορθολογιστής, ο ευσεβής χριστιανός και ο συγγραφέας μέσα μου θα ομονοούσαν έτοιμοι να συνάψουν μια τριπλή ιερή συμμαχία, συμπαγή σα γροθιά… Αλλά όταν οι συμπαντικές δυνάμεις μιλάνε και οι άλλοι δύο, ο ορθολογιστής και ο χριστιανός, παραληρούν ψελλίσματα για συμπτώσεις και δαιμονοληψίες, ο συγγραφέας οφείλει να σωπαίνει για να αφουγκραστεί τα ίδια τα γεγονότα και να τα μεταφέρει αυτούσια στο χαρτί» (σ. 174). Κάπως έτσι μεταγράφονται συγγραφική και (ψευδο;)δοκιμιακή αδεία δέκα «αιρέσεις» που κυμαίνονται σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου (από την πρώιμη χριστιανική εποχή ως τις μεταπολεμικές ΗΠΑ) αλλά και περιεχομένου, ερμηνεύοντας διαφορετικά ή αντιστρέφοντας βασικά στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας.

Στην «αίρεση της αντίστροφης οδού» ο δρόμος της σωτηρία δεν περνάει απαραίτητα από στερήσεις και προσευχές, αλλά από την ελευθεριότητα και την ακολασία, ενώ η κάθοδος και η πτώση ως το έσχατο σημείο οδηγούν στην άνοδο. Ιδανικό χώρο προσηλυτισμού των Μαγδαληνών αποτελούν τα πορνεία, όπου άλλοτε εκτέθηκε ως βρέφος ο αιρεσιάρχης Καταβάσιος, εξ απαλών ονύχων συναναστραφείς με τις ιέρειες «της πλέον απολαυστικής θρησκείας του αισθησιασμού και της ηδονής». «Μια στάση στην έρημο» αποκαλύπτει την όαση όπου αυτόχθονες ερωτοτροπούν δημοσίως και συνευρίσκονται στα ξέφωτα των μνημείων, μέλη μιας λατρείας όπου η προσφορά ενός μήλου σε μια γυναίκα ακυρώνει το προπατορικό αμάρτημα για όλες τις επερχόμενες γενιές. «Η αίρεση των αρωγών», θεμελιωμένη στη φράση πως το να φέρει κανείς στους ώμους το σταυρό του είναι ανθρώπινο, το να σηκώνει όμως το σταυρό κάποιου άλλου είναι θεϊκό, οδηγεί τους Σιμωνικούς να βοηθούν κάθε συνάνθρωπο στα βάρη της ζωής, με ανεπιθύμητα για την πολιτική εξουσία αποτελέσματα.

Πρόσωπα ή γεγονότα που υπήρξαν καθοριστικά σε μια θρησκεία, διαδραματίζοντας άθελά τους καταλυτικό ρόλο συμβάλλοντας ουσιαστικά στο Θείο Σχέδιο, μπορούν να εμπνεύσουν νέες δοξασίες. Τρανό παράδειγμα ο έμπορος του ναού που από συνήθεια ή αυθάδεια ρώτησε τον Ιησού σε τι μπορεί να τον εξυπηρετήσει και δέχτηκε το χτύπημα του φραγγελίου και γυρνώντας το άλλο μάγουλο τον έκανε να τραπεί σε φυγή και να εμπνευστεί ένα από τα θεμελιώδη διδάγματα της διδασκαλίας του, μεταστρεφόμενος από την μαχητική αντιπαράθεση στο μαρτύριο και την θυσία («Λευί και υιός»). «Η αίρεση των ψηλαφιστών» αποδίδει τα αποστολικά πρωτεία στον Θωμά, που με την ψηλάφηση απέδειξε την Ανάσταση του Κυρίου αλλά και απέφυγε την θεραπεία των πληγών για να μη χαθούν τα μοναδικά αποδεικτικά στοιχεία. Στις μιμητικές τελετουργίες των Θωμαϊστών οφείλεται η διάδοση της χειραψίας ως μέσου καλόπιστης έκφρασης.

Τα πανεπιστήμια αποτελούν πάντα «εκκολαπτήρια αιρέσεων», όπως εκείνη που θεωρεί τον Άλμπερτ Αϊνστάιν δημιουργό – ρυθμιστή του Σύμπαντος και τελευταίο επί Γης προφήτη, που αποκαλύπτοντας την μεγάλη αλήθεια γεφύρωσε οριστικά το χάσμα μεταξύ επιστήμης και θρησκείας («Η αίρεση της μια νυκτός»). Αντίθετα, «μια ανώνυμη αίρεση» αποδίδει την ενσάρκωση του Θεανθρώπου σ’ έναν απλό κεραμοποιό που πέρασε όλη του τη ζωή κρύβοντας τη θεϊκή πλευρά του, ζώντας σαν οποιοσδήποτε θνητός. Αν ο Ναζωραίος θυσίασε την ανθρώπινη υπόστασή του χάριν της θεϊκής, ο αφανής αυτός Σωτήρας έπραξε το αντίστροφο. «Η διαίρεση της Διπόλεως», διπολική αίρεση δυο αδελφών που ο ένας υποστηρίζει πως υπάρχει Θεός, αλλά ο κόσμος είναι φτιαγμένος έτσι ώστε να φαίνεται πως δεν υπάρχει, ο άλλος το ακριβώς αντίστροφο, έχει ως συνέπεια οι οπαδοί να ζουν ως άθεοι αλλά να είναι πραγματικά πιστοί ή να ζουν ως πιστοί όντες ουσιαστικά άθεοι, αντίστοιχα.

Η διδαχή ενός ιερέα πως η συγχώρεση συμβαδίζει με τη μετάνοια, που είναι περισσότερο αναγκαία σε αμαρτωλούς και εγκληματίες, οδηγεί άθελά του σε εγκλήματα οι αυτουργοί των οποίων μέσα από την ομολογία, την θανατική καταδίκη και την τελική συγχώρεση εξασφαλίζουν μια θέση στον παράδεισο, ενώ ακόμα και αθώοι ομολογούν, με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια προς τις οικογένειές τους («Η εκκλησία της ύστατης ώρας»). «Οι ταβλιστές», τέλος, εκκλησιαζόμενοι στους άτυπους ναούς – καφενεία (ενίοτε ασεβώντας προς προϋπάρχουσες θρησκείες, εξ ου και οι εν θερμώ βλασφημίες προς τα χριστιανικά όσια), ασκούνται πνευματικά και αποκτούν ωφέλιμα διδάγματα για την ζωή – πόσες παρτίδες άλλωστε δεν έχουν ξεπεράσει τα όρια της απιθανότητας. Το τάβλι εδώ δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας αλλά μέσο εξέλιξης και προσέγγισης της Βασιλείας των Ουρανών.

Η ρεαλιστικής υφής και ιστοριογραφικής αληθοφάνειας πραγμάτευση των άπειρων ενδεχόμενων δογματικών εναλλακτικών είναι παιγνιώδης, διακριτικά ειρωνική και απόλυτα πειστική και «τεκμηριωμένη». Φτάνουμε στο σημείο να αναρωτηθούμε πόσες παρόμοιες περιπτώσεις στην χριστιανική ιστορία έμειναν άτυπες και άγνωστες, λησμονήθηκαν προτού αναπαραχθούν γραπτώς, ή υπήρξαν θύματα των διωκτών τους ή των ίδιων τους των απιθανοτήτων, «στις οποίες όμως δεν υστερούν και οι δοξασίες των περισσότερων ακόμα και επίσημα καθιερωμένων δογμάτων».

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 191.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 609, 25.6.2010 (και εδώ).

27
Ιον.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 64

Yves Bonnefoy, Η Αίγυπτος, Περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 50 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1989), μτφ. Θανάσης Χατζόπουλος, σ. 277.

Γι’ άλλη μια φορά στη ζωή μου. Κι είχε συμβεί τόσες φορές! Όταν ήμουν παιδί, στην ηλικία περίπου αυτής της κοπελίτσας. Στην άλλη χώρα, στα βουνά, κι ενώ ο ήλιος ανέβαινε στο βάθος αριστερά, το τραίνο που έβγαινε από δεξιά ανάμεσα απ’ τις πέτρες ορμούσε προς το μέρος μας με το αστραφτερό του μέτωπο, κι έπειτα περνούσε πιτσιλίζοντάς μας με τη σκιά του, που κοβόταν ίσα – ίσα ανάμεσα στα βαγόνια από τα κόμματα, τις τελείες – ή μήπως τις λέξεις; – του φωτός. Όλο το χωριό πήγαινε στο σταθμό νωρίς το πρωί «να δει να περνάει» το τραίνο, γύριζε προς το τέλος του απογεύματος για να χαιρετήσει την επιστροφή του. Η μητέρα μου, η γιαγιά μου, η θεία μου ακολουθούσαν συχνά, στις σχόλες του καλοκαιριού, και μερικές φορές κατεβαίναμε εμείς από το πάνω μέρος του σκαλοπατιού που ακόμα κραδαινόταν, με τις αναρίθμητες αποσκευές των διακοπών. Α, τσαλακωμένος από τη μεγάλη νύχτα στα ξέχειλα βαγόνια και τα κυλικεία των δύο ή τριών σταθμών, ξεχειλίζοντας από ατέλειωτα όνειρα, χτυπώντας τα φτερά σαν την θαμπωμένη κουκουβάγια, πώς ένιωθα ότι είχαν μαζευτεί όλοι εκεί, και οι ζωντανοί και οι νεκροί μαζί!

Στην Δήμητρα Μήττα

24
Ιον.
10

Κριστιάν Μπρομπερζέ – Ποδόσφαιρο. Σύμβολα, αξίες, φίλαθλοι

Ωραία λοιπόν, έχουμε τις προτιμήσεις μας, τις μνήμες μας, τα κείμενα και τις ανθολογίες, ας ψάξουμε το θέμα λίγο βαθύτερα. Εκτός από τις κάθετες πάσες υπάρχουν κι οι κάθετες, θεωρητικές ματιές και πάνω στην κατάλληλη στιγμή φτάνει ο Κριστιάν Μπρομπερζέ, μελετητής της μπάλας από επιστημονική πλευρά, με τις «σαρδέλες» κιόλας του (Συγκριτικού) Εθνολόγου. Ο Μ. ξόδεψε άπειρο χρόνο ταξιδεύοντας σε Ιταλία, Γαλλία και Ιράν κι έψαξε το θέμα εκ των έσω, εμπλεκόμενος στις κερκίδες των φανατικών και στις λέσχες των οπαδών, στους επίσημους και στους ανεπιθύμητους – διάβασε, παρακολούθησε, μελέτησε συμπεριφορές και αποτύπωσε συνήθειες. Μπορεί λοιπόν αυτό το οιονεί οικουμενικό πάθος να καθρεφτίσει την πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας; Μπορεί αυτό το οικείο μαζικό θέαμα να αποτελέσει παρατηρητήριο της έκφρασης των συλλογικών ταυτοτήτων αλλά και συγκινήσεων;

Ο Μ. αντικρούει πρώτα τις παραδεδομένες απόψεις. Αποτελεί το ποδόσφαιρο όπιο του λαού; Σαφώς υπάρχουν πολλά δεδομένα (επί Μουσολίνι οι επιτυχίες της Σκουάντρα Ατζούρα στα μουντιάλ του 34 και 38 παρουσιάστηκαν ως απόδειξη της ανωτερότητας του φασισμού, βιομήχανοι και επιχειρηματίες σταθεροποιούν την εξουσία τους ως πρόεδροι ομάδων) αλλά το επιχείρημα που θεωρεί το άθλημα μέσο προς όφελος αποκλειστικά των κρατών ή των ισχυρών συχνά βρίσκει το αντίθετό του: είναι γνωστή η ενοποιητική του δύναμη στην βορειοευρωπαϊκή εργατική τάξη ήδη από το 1880, το Μουντιάλ του Μεξικό το 1986 γύρισε μπούμπερανγκ στην κυβέρνηση, καθώς ο κόσμος φώναζε «Θέλουμε φασόλια, όχι γκολ»), ενώ οι οπαδοί της Ολυμπίκ Μαρσέιγ συνθηματολογούν για τους υπόλοιπους Γάλλους: είναι άχρωμοι, είμαστε πολύχρωμοι. Μήπως η ερμηνεία με βάση την Ψυχολογία της Μάζας και την συγχώνευση σε μια ομαδική πίστη είναι πειστικότερη; Ούτε κι εδώ μπορούν να κρυφτούν οι αντιθέσεις που την διαπερνούν – εδώ οι ίδιοι οι φίλαθλοι μιας ομάδας είναι διαφοροποιημένοι. Μήπως «επέστρεψε η φυλή», σ’ ένα κατάλοιπο αρχαϊκών συμπεριφορών αγριότητας; Ναι μεν οι η μάχη είναι πολεμική και τελετουργική, αλλά πώς θα αγνοήσει κανείς όλα τα σύγχρονα, πρωτοποριακά στοιχεία που αναιρούν κάθε βαρβαρική έννοια; Και βέβαια ούτε λόγος πλέον περί σχέσης με τις χαμηλές κοινωνικές θέσεις. Η ΦΙΦΑ έχει περισσότερα κράτη – μέλη από τον ΟΗΕ….

Προφανώς υπάρχουν πολλά περισσότερα υποστρώματα σε αυτό το γήπεδο, κι αυτά επιχειρεί να ξύσει ο Μ., σε αυτή την οπτική τέχνη του οργανωμένου πλήθους και του κοινοτικού αισθήματος που εν μέσω ενός κοινοτικού αισθήματος υπερβαίνει (χωρίς να σβήνει) τις επαγγελματικές ή άλλες διαφορές. Η Μαρσέιγ (μια από τις μελετώμενες ομάδες) αποτελεί παραδειγματική επιτομή αυτής της ευθραυστότητας, από τα λαμπερά επιτεύγματα στις καταστροφικές αποτυχίες. Λαϊκό τέκνο του μητροπολιτικού νότου (όπως κι η Νάπολι, που επίσης ανατέμνεται εδώ), παραμένει αντάρτισσα και ανθενωτική, πάντα έτοιμη να χλευάσει τους υπερόπτες παριζιάνους. Στις εξέδρες της οι μετανάστες αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο ποσοστό τους στην πόλη, άρα η παρουσία τους στο γήπεδο μπορεί να ερμηνευτεί ως μια τελετή ενσωμάτωσης στην τοπική κοινωνία και ιθαγένεια, κάτι που δεν ισχύει για το Παρίσι, όπου οι νεαροί μετανάστες των προαστίων προσλαμβάνουν την Παρί Σ.Ζ. ως απόμακρο και κυριλέ σύλλογο.

Ο συγγραφέας αναζητά το δημοκρατικό ιδεώδες του ποδοσφαίρου (αν ο καθένας μπορεί να φτάσει ψηλά με τις δυνάμεις ή το ταλέντο του), σκαλίζει τις θρησκευτικές αντιθέσεις (Σέλτικ – Ρέιντζερς, Λίβερπουλ – Έβερτον), διατρέχει τις πολιτικές (η Μπάρτσα ως «επική μετουσίωση του Καταλανικού λαού» ή ένας στρατός χωρίς όπλα, το κομμάτι των οπαδών ultras sur της Ρεάλ ως νοσταλγοί του φρανκισμού), παρατηρεί τα δίκτυα συμμαχιών στην Ιταλία (Γένοβα, Μιλάνο και Τορίνο χωρίζονται σε Σαμπντόρια, Ίντερ, Γιουβέντους και Τζένοα, Μίλαν, Τορίνο αντίστοιχα) και καταλήγει στην Τεχεράνη, πεδίο εξίσου ενδιαφερουσών παρατηρήσεων, έχοντας προηγουμένως συγκρίνει καταστάσεις και δεδομένα και άλλων χωρών. Σε κάθε περίπτωση εισχωρεί λίγο βαθύτερα μέσα σ’ όλη αυτή την «γιορταστική αισθητικότητα της συλλογικής ζωής», που συγκεντρώνει όλη την γκάμα των συγκινήσεων, από την κωμωδία στην τραγωδία.

Εκδ. Βιβλιόραμα, 2007, μτφ. Geraldine Georget, Παντελής Κυπριανός, σελ. 154 (Christian Bromberger – Football, la bagatelle la plus sérieuse du monde, 1998).  Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στις φωτογραφίες: ο Brian Clough γίνεται άγαλμα από την αγάπη του Νόττινγκαμ. Καφενείο στην Guinea – Bissau που αναρτά το πρόγραμμα των αγώνων του Champions League. Ποδόσφαιρο σε δρόμο της Λιβερίας.

22
Ιον.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 6

 

                                                Alasdair Gray, Unlikely stories, mostly, 1983
Λες και ο κύριος Gray έγραψε ποτέ συνηθισμένες ιστορίες… Ή ιστορίες που δεν (un) θα αρέσουν (like) στους διψασμένους για πρωτότυπες πλοκές. Τίποτε απ’ αυτά: ο εικαστικότερος των βρετανών συγγραφέων έχει ξεκινήσει να γράφει ήδη από το εξώφυλλο.

20
Ιον.
10

Αρχίζει το ματς. Το ποδόσφαιρο στη λογοτεχνία. Επιμ.: Γιάννης Η. Παππάς

Το ποδόσφαιρο είναι η τελευταία ιερή παράσταση των καιρών μας. Κατά βάθος πρόκειται για ιεροτελεστίαΕίναι ένα σύστημα σημείων, μια γλώσσα… έγραφε ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, του οποίου η αγάπη για το ποδόσφαιρο ήταν τόσο μεγάλη που ίσως τον οδήγησε στο να εμπιστευτεί στον ποδοσφαιριστή Ενρίκε Ιραζοκούι (Enrique Irazoqui) τον ρόλο του Χριστού στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Γνώσεις κάθε σχήματος και τακτικής ήδη από τα ταραγμένα του χρόνια ως ποδοσφαιριστή της Καζάρσας, ήταν κάθε στιγμή διαθέσιμος για παιχνίδι, είτε στις αλάνες στις γειτονιές της Ρώμης, είτε στα διαλείμματα των γυρισμάτων και του μοντάζ. Μετά το σινεμά, το γράψιμο και τον έρωτα, το ποδόσφαιρο ήταν αμέσως μετά στη σειρά των ηδονών του. Ένα τέτοιο κείμενό του για το άθλημα, όπου μάλιστα το κατενάτσιο συγκρίνεται με την ιταλική εστέτ πρόζα ενώ το λατινοαμερικανικό ποδόσφαιρο με την ποίηση, παρουσιάζεται σ’ ετούτη την χορταστική θεματική ανθολογία.

Και ιδού το μικτό ρόστερ των πεζογράφων: Ραφαέλ Αθκόνα, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Χούλιο Γιαμαθάρες, Βασίλης Γκουρογιάννης, Γεράσιμος Δενδρινός, Τόλης Καζαντζής, Κώστας Λογαράς, Κώστας Μαυρουδής, Δημήτρης Μίγγας, Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, Ορχάν Παμούκ, Θωμάς Σκάσσης, Αντρέας Φραγκιάς, Κώστας Χατζηαργύρης, Αργύρης Χιόνης, Νίκος Χουλιαράς και βέβαια οι Ηρακλειδείς του Γιώργου Σκαμπαρδώνη κι ο Αρειανός του Περικλή Σφυρίδη, ο Μπούκοβι του Διονύση Χαριτόπουλου και πολλοί άλλοι. Στα ημιτελικά, οι ήρωες του Γιάννη Ατζακά τριγυρίζουν στις άδειες κερκίδες για να βρουν πεταμένες εφημερίδες να κόψουν τις «φάσεις», ο 13άρης νικητής του Τηλέμαχου Αλαβέρα θα πληρώσει ακριβά το «Αστείο» του, ο Θοδωρής Γκόνης αναρωτιέται αν οι νεαροί αθλητές του Δυοβουνιώτη Αρείας γνωρίζουν ποιος ήταν αυτός ο δοξασμένος που φέρουν στις φανέλες τους μαζί με την επιγραφή του τοπικού ζαχαροπλαστείου.

Στον δικό μου τελικό έφτασαν δυο κείμενα: Το μαραμπού των γηπέδων του Κώστα Ακρίβου, για εκείνον που ονειρευόταν να γίνει ο Έλληνες Γκαρίντσα, βλέπετε τους συνέδεε κι από ένα ατροφικό γόνατο. Ό,τι ξεκινάει μ’ ένα παρατημένο τόπι στα αγριόχορτα, χρόνια πριν, μπορεί και μέχρι σήμερα να τελειώσει με μια αφημένη μπάλα έξω στην αλάνα – κι εκεί τουλάχιστο θα ντριπλάρεις όποιον θέλεις. Η ακόμα πιο σκληρή Κασέτα του Γιώργου Ρωμανού, σαν αυτές που ακούνε στις γειτονιές οι βραζιλιάνοι τορσεντόρες (οπαδοί), μπομπίνες από παλιές αναμεταδόσεις, και ξαναζούν νίκες και ήττες. Αλλά τι γίνεται όταν είσαι ο μεγαλύτερος λοκουτόρ εσπορτίβο, ο εθνικός σπίκερ, αλλά συνέδεσαν τη φωνή σου με μια τραγική ήττα; Όταν εσύ είσαι ο σπίκερ στον τελικό του Μουντιάλ, σ’ ένα Μαρακανά 200.000 θεατών; Ο γκολκίπερ Μπαρμπόζα 13 χρόνια μετά μάζεψε τους φίλους του κι έκαψε τα δοκάρια του τέρματός του. Ο Ηζαΐριο όμως θα ζήσει ως καταραμένος κι ανεπιθύμητος για ολόκληρο το έθνος…

Πάμε στο ρόστερ των ποιητών: Ραφαέλ Αλμπέρτι, Βασίλης Αρφάνης, Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Βέης, Γεβγένι Γεφτουσένκο, Αλφόνσο Γκάτο, Ηλίας Γκρης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Γιώργος Ιωάννου από ένα Φυλλάδιό του, Ρούλα Κακλαμανάκη, Τάκης Καρβέλης, Νίκος Καρούζος, Γιώργος Κεντρωτής, Μάρκος Μέσκος, Ανρί ντε Μοντερλάν, Γιάννης Πατίλης, Λευτέρης Πούλιος, Γιάννης Ρίτσος, Ουμπέρτο Σάμπα, Μίμης Σουλιώτης, Γιώργος Χρονάς, άλλοι, κι εδώ αντηχεί η εφιαλτική αντιστροφή του αθλητισμού σ’ ένα σπαρακτικό ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη και μια αλησμόνητη συνάντηση του Ανέστη Ευαγγέλου στον Τόλη Καζαντζή: Πρωταθλητή των πόνων, σέντερ φορ/οι μαγικές σου ντρίπλες δε θα ξεχαστούν,/το ψυχωμένο παίξιμό σου και τα γκολ/ενάντια στην ομάδα του Θανάτου.

Βασική πηγή του ανθολόγου (γενν. Άρτα 1962, φιλόλογος, ποιητής, πρώην συνδιευθυντής του περιοδικού Ελλίτροχος, εκδότης – διευθυντής του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού Διαπολιτισμός (http://www.diapolitismos.gr/)), υπήρξαν τα δυο εξαιρετικά τεύχη του Δέντρου με θέμα το Ποδόσφαιρο, το αφιέρωμα του Ιταλικού περιοδικού Poesia, η ανάλογη φετινή ποιητική ανθολογία του Θανάση Μαρκόπουλου και φυσικά όσα μάζεψε στα «γήπεδα» της γραφής. Και ποιος είναι εκείνος που κάθεται παράμερα την ώρα που η Εθνική Αργεντινής δίνει τον πρώτο της αγώνα στο Μουντιάλ του 1978; Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες πάντα λεπτός είρων: δίνει μια διάλεξη για την αθανασία.

Και κάπου εκεί στίχοι και λίγες λέξεις για τον Άγιαξ από τον (Παοκτσή) Μανόλη Αναγνωστάκη, και για τους παλιούς μάστορες του θεάματος: μια ωδή του Θανάση Βενέτη στον Κώστα Δαβουρλή, του Άρη Δικταίου για τον Ηλία Υφαντή, του Γιώργου Μαρκόπουλου για τον Χρήστο Αρδίζογλου, του Θωμά Κοροβίνη για τον Γιώργο Κούδα, του Πάνου Θεοδωρίδη για τον Καπερνέκα (Θα με ξεχάσουν σαν τον Καπερνέκα./Όταν η φλόγα μπλαβιάσει/θα παίρνουν κάποιον στίχο μου/για μιαν αναφορά). Ένα ποίημα του Ζακ Γκιλ για τον Φέρεντς Πούσκας, του Οράσιο Φερέρ για τον Πελέ, του Μάνου Χατζιδάκι για τον Τζορτζ Μπεστ, του Ηλία Λάγιου για τον Ντιέγκο Μαραντόνα. Και απορώ ποιοι παίκτες σημερινοί θα υμνηθούν και πότε κι από ποιους ποιητές, αλλά σας παρακαλώ, σκεφτείτε έστω ένα στίχο για τους τερματοφύλακες, μην τους ξεχνάτε, γιατί αυτοί διπλό αγώνα κάθε φορά παίζουν, και να φυλάνε τα γκολπόστ και να μένουν μόνοι με τις σκέψεις τους ενώ οι άλλοι φαγώνονται στα κεντρικά.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, σελ. 297, με εισαγωγή και βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις φωτογραφίες: Ο Πιερ Πάολο αδυνατεί να αντισταθεί. Ο Τζορτζ Μπεστ μιμείται άθελά του τον ελιγμό του προηγούμενου. Κάποιος πρέπει κάποτε να ανθολογήσει και τους ποιητές των αθλητικών εφημερίδων. Ο πορτιέρο της Μαδρίτης συλλογίζεται πώς μπλέχτηκε σε όλο αυτό.

17
Ιον.
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 508 (Ιούνιος 2010)

 

Αφιέρωμα Ποδόσφαιρο και Λογοτεχνία

Οι Λευτέρης Καλοσπύρος και Γιάννης Δούκας διοργανώνουν έναν περίφημο ποδοσφαιρικο-λογοτεχνικό αγώνα όπου στο τερέν κατεβαίνουν συγγραφείς που έγραψαν για το ποδόσφαιρο αλλά και γνώστες του έργου τους, εκτός από τους ίδιους, όπως οι Γιάννης Η. Παππάς, Άγις Αθανασιάδης (Librofilo) και Στέλιος Μπασμπαγιάννης. Ευκαιρία να δούμε ξανά στο χορτάρι της γραφής τον Εντουάρντο Γκαλεάνο, που με τα Χίλια Πρόσωπα του Ποδοσφαίρου μας χόρτασε αναμνήσεις και περιστατικά του λατινοαμερικανικής μπάλας και τον Νίκ Χόρνμπι του οποίου ο Πυρετός της Μπάλας έβγαινε κατευθείαν απ’ την καρδιά ενός οπαδού. Που το μυαλό του καταλαμβάνεται από το προηγούμενο ή το επόμενο ματς της ομάδας του (εδώ της Άρσεναλ), που το ποδόσφαιρο του διέλυσε την κατάθλιψη των χρόνων του ’80. Αλλά ήταν το Εργοστάσιο Ποδοσφαίρου του Τζον Κίνγκ που μας έδειξε την πιο εφιαλτική πλευρά των χούλιγκανς για τους οποίους το ποδόσφαιρο είναι απλώς το πρόσχημα για να αλληλολιώσουν στο ξύλο σώμα με σώμα στις «αυτόνομες ζώνες». Σ’ ένα αποξενωτικό Λονδίνο ο φανατικός εδώ της Τσέλσι απλώς θέλει να ανήκει κάπου.

Ο Ρίτσαρντ Καπισίνσκι έχει αφηγηθεί πώς Ο Πόλεμος του ποδοσφαίρου μπορεί να αποκτήσει κυριολεκτική σημασία κι ένας αγώνας Ονδούρας – Σαλβαδόρ να πυροδοτήσει μια πραγματική πολεμική σύρραξη, ο Τζο Μακ Γκίνις πως μια μικρή επαρχιακή ομάδα ανεβαίνει στην ιταλική Serie B, ο Κριστιάν Οτέ πως κινείται ο χορός των εκατομμυρίων. Και για μια πλήρη θεωρητική θωράκιση θα μας περιμένει ο Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν και το Ποδόσφαιρο: Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού για να διαβάσουμε πώς το ποδόσφαιρο επιλέχθηκε από τις δημοκρατίες του 20ού αι. ως η ευλογημένη «νέα αφήγηση» που θα αναπλήρωνε το κενό μετά την κατάρρευση των «μεγάλων αφηγήσεων».

Σήμερα πλέον το σπορ χαίρει και της λογοτεχνικής εκτίμησης αλλά δεν ήταν πάντα έτσι: ειδικά στην Ελλάδα πολλοί «πνευματικοί» απέφευγαν να γράψουν ή να δείξουν σχετικές προτιμήσεις ή μανίες. Από τη στιγμή όμως που έπαθε να θεωρείται ταμπού, μελετήθηκε, ιστορήθηκε, έγινε ποίηση και μυθιστόρημα. Κι έτσι σήμερα έχουμε να επιλέξουμε από έναν όχι τεράστιο αλλά πάντως υπολογίσιμο αριθμό βιβλίων. Απ’ όλα όσα αναφέρονται εδώ, θυμάμαι πως απόλαυσα το εύρημα του Δημήτρη Μίγγα, 4 φίλοι να βρίσκονται στους τελικούς του Μουντιάλ από το 1970 ως το 2000 και να μοιράζονται όσα τους συνέβησαν στα ενδιάμεσα και την ιστόρηση των 44 ημερών του θρυλικού Μπράιαν Κλαφ στην Leeds (David Peace, Καταραμένη Ομάδα).

Στα αποδυτήρια του τεύχους, κάποιοι δεν παίζουν μπάλα αλλά διατρίβουν σε εξίσου δύσκολα αθλήματα: ο ιρλανδός συγγραφέας Τζον Μπάνβιλ εξομολογείται τα τι και τα πώς γραφών και εμπνεύσεων. Ο Robert McCrum βιβλιοδοτεί τα Παγκοσμικά [Globish]: Πώς η αγγλική γλώσσα έγινε η παγκόσμια γλώσσα. Αυτή η παγκοσμιοποίηση των αγγλικών, όπως και η χρήση των λατινικών στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, θα έχει ως αποτέλεσμα τα αγγλικά να αποσυντίθεται σε νέες, διαφορετικές μεταξύ τους γλώσσες ή θα δυναμώνει μια χρηστική γλώσσα 1.500 λέξεων που θα χρησιμοποιείται ως το απόλυτο επικοινωνιακό εργαλείο μεταξύ όλων των λαών; Εκτός αν καταλήξουμε όλοι στην μουγκότητα, οπότε μας περιμένει ένα ολόκληρο Χωριό του Βιβλίου στο Βέλγιο. Και μια κι εκτός από το τετραετές Μουντιάλ η έναρξη του θέρους σημαίνει και το μονοετή Βραβεία του περιοδικού, εδώ δημοσιεύονται ως συνήθως όλες οι ζουμερές συζητήσεις και οι ερεθιστικές αντεγκλήσεις που ανάβουν, όπως και οι κατάλογοι με τις αξιολογήσεις των κριτών, με τις αντιστοιχίες κριτή και επιλεγόμενου έργου να παραμένουν, ευτυχώς, μυστικές. [128 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις φωτογραφίες: ο Nick Hornby σκέφτεται κάποια γλυκιά νίκη της Arsenal. Και ο Kenny Dalglish απευθύνεται σε κάποιον μελλοντικό συγγραφέα στην εξέδρα με βλέμμα που λέει: Να το γράψεις κάποτε αυτό…

06
Ιον.
10

Πάνος Κουτρουμπούσης – Το κεντράκι του Ταρζάν και άλλα παραμύθια

Αυτός είναι ο δικός μας ροκ εντ ρολλ συγγραφέας, από κάθε άποψη: συγγραφική, νοοτροπιακή, τροποζωική. Υπέροχη μούρη του ολιγομελούς εγχώριου underground και του ακόμα ολιγομελέστερου ελληνικού μπιτ κινήματος, τραμ, μικρού βαν, ή ό,τι τέλος πάντων ήταν και κύλησε σε ολοδικές του(ς) διαδρομές. Ετούτο το πλουσιοβλάστητο τομάκι είναι η 4η στη σειρά αδιανόητη συλλογή «διηγημάτων» του Πάνου ή Πητ Κουτρουμπούση μετά τα En Αγκαλιά de Κρισγιαούρτι y otros Ταχυδράματα y Historias Περίεργες (Harvey 1978, Aπόπειρα 1987), Στον Θάλαμο του Μυθογράφφ (Απόπειρα 1992) και Η Ταβέρνα του Ζολά (Ιστός 1997) και δεν μπορούσε να μην είναι κι αυτό κάργα στο χιούμορ και την κοροϊδία, τον σουρεαλισμό και την επιστημονική φαντασία και φυσικά τίγκα στο ροκ εντ ρόλλ αίσθημα.

106 βιογραφιστές λέξεις: Λιβαδειά 1937, λιώσιμο μπροστά στις μεγάλες οθόνες, έξοδος προς το όνειρο σπουδών κινηματογραφίας στην Ιταλία, επιστροφή στην Ελλάδα βοηθός σκηνοθέτη – προσγείωση στην αντικινηματογραφική πραγματικότητα, Λονδίνο για 30 χρόνια, BBC, Voice of America, ταξίδια εδώ κι εκεί. Δημιουργός ζωγραφικών έργων και εικαστικών, κάποια στιγμή και ψυχεδελικός σχεδιαστής του διαμερίσματος του ντράμερ των Jimmy Hendrix Experience Mitch Mitchell, κάποια άλλη σκαρωτής του εξωφύλλου «Μεταφοραί- Εκδρομαί ο Μήτσος» του Πουλικάκου, συ-συμμέτοχου στη σύνταξη του περιοδικού «Πάλι» μαζί και με τον Ν. Βαλαωρίτη, τον Τ. Δενέγρη και τον φίλο του ιδανικό αυτόχειρα Γιώργο Μακρή. Φανζινομέτοχος, περαστικός σε Αντί και Βαβέλ, μεταφραστής Ρότζερ Ζελάζνυ και εξωφυλλιστής Last Drive και Βαμβακάρη.

Όπως σε όλα τα κείμενα του ΠΚ έτσι και σ’ αυτά (άλλα δημοσιευόμενα εδώ πρώτη φορά και άλλα ήδη σε εφημερίδες και περιοδικά – Κλικ, Συντέλεια, Μανδραγόρας, Ιδεοδρόμιο, Φαρφουλάς, Athens Voice, Νέα, Βήμα) τα πάντα μπορούν να συμβούν, μια γραμμή παραπέρα και μια σελίδα πιο κάτω. Άλλωστε όλα μπορούν να ξεκινήσουν από οπουδήποτε: ας πούμε από ένα ξέφωτο της Ροδεσιακής ζούγκλας και το εξοχικό μαγέρικο του Ταρζάν, που διαζευγμένος πια με την Τζέιν και συνδεδεμένος με μια αλλοτινή ιέρεια χορταριασμένου ναού μαζεύει όλες τις κατηγορίες «των ποτορουφηχτρών των πέριξ αγριότοπων και αποικιών» με στο βάθος κήπος (Το Κεντράκι του Ταρζάν). Ο αρχαίος Σάτυρος Μιστόκλης εκσφενδονίζεται κάθε τόσο απ’ τους θεούς στην Πεντέλη και περιπλανιέται βλέποντας τις συνεχείς μεταλλάξεις της φαρμακωμένης Απανθρώπολης χωρίς να βρίσκει τίποτα να σατυρίσει και να σατιρίσει. Ο Μάγος του Ακάλυπτου σεληνιάζεται εν μέσω του απάνθρωπου φαραγγιού των ακάλυπτων και των γύρω φωταγωγών συμπεριλαμβανομένων και των του ξενοδοχείου Η Σκληρή Ειμαρμένη.

Ο Γιαπωνέζος στελεχάνθρωπος της πολυεθνικής Κουμάσι που βρίσκεται στην Αθήνα σ’ ένα μοναχικό τριώροφο στην Ιερά Οδό με μόνη παρέα μια ανύπαρχτη πιξελόφτιαχτη ποπ-ικόν βρίσκει την ευτυχία του μακριά από «τα γκεισάδικα για σαλαρισμάν» και εντός των εντόπιων καραοκικών ταβερνείων (Και Πάλι Αθήνα). Ο Γονδολιέρης του Μεσολογγίου γονδολίζει χωρίς επιβάτες στη λιμνοθάλασσα – σαν υπέροχη ταινία μικρού μήκους (κι απ’ αυτές πέρασε ο Πητ). Η Μποέμικη Ζωή σε μια μετακατεστραμένη γη θυμίζει αμερικανικά κόμικς και εικονογραφήσεις επιστημονικοφανταστικών περιπετειών (κι απ’ αυτά πέρασε ο Πητ). Στα σπαρταριστά δισέλιδα όπως πάντα κορυφαιουργεί, ιδίως στους Τυχερούς της Βασιλόπιττας και τις Κεφαλές των Δοξασμένων. Στην Αδελφή του μετανάστη δεν γράφει μόνο σαν τους πρωτομάστορες του είδους αλλά και δίνει το πιο φευγάδικο (σου ’κλεψα την λέξη Πητ) κείμενο για το θέμα.

Αυτός είναι ένας Ζάππα της διήγησης κι ένας Μπήφχαρτ της λογοτεχνίας (ο πρώτος ξέρω ότι του αρέσει, για τον δεύτερο δεν παίρνω όρκο). Από εδώ και μπρος όπου διαβάσετε για «ταχυδράματα» θα ξέρετε ποιος συνέλαβε τον όρο και ποιος ετίμησε το περιεχόμενό του. Όλως τυχαίως και αυτή τη φορά αγνοήθηκε ή ξέφυγε από την ελληνική κριτική. Ευτυχώς για όλους μας και πάνω απ’ όλα, ευτυχώς γι’ αυτόν.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2005, σελ. 235, με εικόνες του συγγραφέα. Η τελευταία φωτογραφία είναι του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου από το ιστολόγιο του Bosko.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




Ιουνίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.   Ιολ. »
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 833,846 hits

Αρχείο