Αρχείο για Ιουλίου 2010

31
Ιολ.
10

Διάφοροι (επιμ. Τζόσουα Νέλμαν – Ρόζαλιντ Πόρτερ) – Αγάπης γράμματα

Ο λόγος της απουσίας

«Ο συντάκτης της ερωτικής επιστολής δεν μπορεί να ανακαλέσει τίποτα. Οι λέξεις – σε αντίθεση με τα πραγματικά συναισθήματα που υποδηλώνουν – δεν δανείζονται», γράφει στην εισαγωγή η επιμελήτρια, τονίζοντας το οριστικό και αμετάκλητό μιας γραπτής ερωτικής εξομολόγησης. Η αυθύπαρκτη οντότητά της ως έκφρασης μιας συγκεκριμένης, ενίοτε οριακής, συναισθηματικής κατάστασης ενέπνευσε την ιδέα μιας συλλογικής «αναβίωσης του υπό εξαφάνιση εθίμου». Η επιλογή των συγγραφέων δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο κριτήριο πέραν της προσωπικής προτίμησης των επιμελητών και του χαρακτηρισμού τους ως «κορυφαίων σήμερα» (συνεπώς προκαλεί απορία η συμμετοχή μιας συγγραφέως που, σύμφωνα με το βιογραφικό της, είναι τεταρτοετής φοιτήτρια και δεν έχει παρά δημοσιεύσεις σε περιοδικά).

Η ερωτική εξομολόγηση του Νιλ Γκάιμαν εκπορεύεται από κάποιον που «υποδύεται» το μεσαιωνικό άγαλμα σε πλατείες και φεστιβάλ. Έχει ανταλλάξει βλέμματα με το αντικείμενο του πόθου του αλλά για εκείνη παραμένει αόρατος και ασήμαντος. Ο μονόπλευρος έρωτας εκφράστηκε με ανεπαίσθητες κινήσεις – τον μόνο προσφερόμενο τρόπο προσέλκυσης ενός βλέμματος. Η σταδιακή αποκάλυψη της εισβολής του στα προσωπικά της δεδομένα και τέλος στο δωμάτιό της κατά την ανάγνωση της επιστολής του μετατρέπει το ρομάντζο σε εφιάλτη: είναι πλέον αδύνατο να τον προσπεράσει. Η χαμηλότονη πλην βαθιά ερωτική ιστορία της Γερμανίδας Γιούλι Τσε αποβαίνει ματαιωμένη, εφόσον δε άρχισε ποτέ· όσα γράφονται θα συνέβαιναν μόνο «εάν» η γνωριμία είχε συντελεστεί.

Η απωλεσθείσα συντροφικότητα στην περιπλάνηση μονοπωλεί τα γράμματα των Τζάνετ Γουίντερσον και Α.Λ. Κένεντι. Ο χαρακτήρας της πρώτης σχολιάζει δεκαπέντε φωτογραφίες όπου οι ποιητικές αποδόσεις του περίγυρου αναδεικνύουν τον ρόλο της πόλης ως φόντου ενός έρωτα αλλά και την μεταφορά της σχέσης ως μιας εστίας εντός της: «Τα δάχτυλά μας ενωμένα σχηματίζουν μια κινητή σιδερένια πύλη που οδηγεί στο εσωτερικό ενός κάστρου, το φρούριο που μοιραζόμαστε μερικές φορές, όταν ο κόσμος βρίσκεται απέξω. Για μας όμως είναι το δεύτερο σπίτι μας». Οι εραστές της δεύτερης, ταξιδευτές με ιδιαίτερη έφεση στα δωμάτια των ξενοδοχείων («για να ξεφύγουμε από τη μοναξιά που μας κυνηγάει, ορμάμε να κρυφτούμε σε μιαν άλλη – η δική μας μέθοδος διαφυγής»), τώρα συνεχίζουν να «διαφεύγουν» μόνοι αλλά τίποτα δεν είναι πια ίδιο: η απώλεια των αποσκευών, άλλοτε ευχάριστη μεταξύ τους διήγηση του, τώρα είναι αβάσταχτη.

Ο Μισέλ Φέιμπερ εστιάζει στην διηπειρωτική σχέση ενός Αμερικανού και μιας Ουκρανής που ετοιμάζεται να μετακομίσει στην χώρα του και η συναισθηματική έκφραση της οποίας υπονομεύεται από το ισχυρότατο ένστικτο αυτοσυντήρησης και την έντονη εξάρτηση από το αποδέκτη – «σωτήρα» της. Το μοτίβο του διαπολιτισμικού έρωτα απασχολεί και τον Χάρι Κούνζρο αλλά πόσο πειστική μπορεί να είναι μια δευτεροπρόσωπη γραφή όπου αναφέρονται αναρίθμητα περιστατικά και λεπτομέρειες γνωστές σε αμφότερα τα μέρη; Στην διαφορετικότητα αποδίδει την ερωτική της έλξη και η Νιγηριανή Τζιμαμάντα Νγκόζι Αντίτσι: «Μου φαίνεται σημαντικό να μη μοιάζουμε πολύ. Ήμουν ανέκαθεν δύσπιστη σε οτιδήποτε πλησίαζε πολύ την τελειότητα. Πάντα ψάχνω να βρω ανωμαλίες σε λείες επιφάνειες…».

Ευνόητα οι μορφολογικές και θεματικές επιλογές των συμμετεχόντων είναι ποικίλες. Ο επιστολογράφος του Τζεφ Ντάιερ δεν εκπροσωπεί μόνο αρκετές εκδοχές ενός εαυτού αλλά και απευθύνεται σε πολλές πιθανές παραλήπτριες. Το δημόσιο γράμμα μιας καθηγήτριας του σχολικού μαθήματος «Αγωγή για την Αγάπη» όπου διαλαλεί τα τεράστια αποθέματα αγάπης ενός μαθητή της αποτελεί μια καλοπροαίρετη αλλά μάλλον εφιαλτική μετάλλαξη του είδους (Κρις Μπάτσελντερ). Στις ημερολογιακές αναρτήσεις μιας ηλεκτρονικής στήλης αγνοουμένων (του τυφώνα Κατρίνα) τα τυπικά στοιχεία της αγνοούμενης εμπλουτίζονται σταδιακά από τρυφερές φράσεις του συζύγου (Τζόζεφ Μπόιντεν) – ενδιαφέρουσα ιδέα αν και με περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης. Το κείμενο του Ντάγκλας Κόπλαντ, περισσότερο αυτοαναφορικό δοκίμιο παρά επιστολή, αντικρούει την ιδέα του παράλληλου κόσμου των ερωτευμένων υποστηρίζοντας πως το πραγματικό άλλο σύμπαν είναι αυτό που απομένει όταν φύγει η αγάπη και μείνεις μετέωρος. Τις υπόλοιπες 35 συμμετοχές συμπληρώνουν οι Μάργκαρετ Άτγουντ, Ένγκαρ Κέρετ, Ούρσουλα Λε Γκεν, Λέοναρντ Κοέν κ.ά.

Τελικά γράφεται και διαβάζεται η αγάπη; Μια γνώμη δίνει η Τζάνετ Γουίντερσον: «Ερμηνεύω τη σκηνή ανάλογα με το αν με αγαπάς ή όχι, σαν να ήταν η αγάπη μετάφραση της ζωής. Πώς αλλιώς να τη διαβάσει κανείς; Πώς αλλιώς να τη γράψει; Διαβάζουμε πάντα αυτό που βλέπουμε και μετά το ξαναγράφουμε· ίσως είναι καλύτερα να αναγνωρίζουμε τις επινοήσεις μας παρά να διαβάζουμε κάτι άλλο».

Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2010, μτφ. Ελισάβετ Μαντζόγλου, Μάνια Μεζίτη, Νεφέλη Μωσαΐδη, Μαριέλλη Τούμπα, Γεωργία Τσιρώνη, σελ. 332, με σύντομα βιογραφικά των συμμετεχόντων (Joshua Knelman & Rosalind Porter – Four Letter Word, 2007)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 31.7.2010 (και εδώ). Στις φωτογραφίες, οι «διακριθέντες» Neil Gaiman, A.L. Kennedy, Juli Zeh, Jeanette Winterson.

Advertisements
25
Ιολ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 66

W(ilhelm) N(ero) P(ilate) Barbellion (Bruce Frederick Cummings), The Journal of a Disappointed Man, 1920, σ. 72 [το απόσπασμα από το βιβλίο του Ντέβιντ Λοτζ, Ανήκουστος βλάβη, εκδ. Bell, 2009 (David Lodge, Deaf Sentence, 2008), μτφ. Έφη Τσιρώνη, σ. 331]

Προσωπικά μου αρκεί η τιμή ότι ανήκω στο σύμπαν – ένα τέτοιο σπουδαίο σύμπαν, και μια τόσο σπουδαία τάξη πραγμάτων. Ούτε ο ίδιος ο Θάνατος δεν μπορεί να μου στερήσει αυτή την τιμή. Γιατί τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει το γεγονός ότι έζησα, ότι εγώ υπήρξα εγώ, έστω και για ένα τόσο μικρό διάστημα. Κι όταν πεθάνω, η ύλη που συνθέτει το σώμα μου θα παραμείνει ακατάλυτη και αιώνια – άρα, ό,τι και να απογίνει η «Ψυχή» μου, η σκόνη μου θα συνεχίσει να υπάρχει, με το κάθε ξεχωριστό άτομό μου να παίζει το δικό του ξεχωριστό ρόλο -, είναι βέβαιο δηλαδή ότι θα εξακολουθήσω με κάποιο τρόπο ν’ αφήνω το σημάδι μου. Όταν πεθάνω, μπορείτε να με βράσετε, να με κάψετε, να με σκορπίσετε – αλλά δεν μπορείτε να με καταστρέψετε: τα μικροσκοπικά άτομά μου απλώς θα χλευάσουν την τόση εκδικητικότητα. Ο θάνατος δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω απ’ το να σε σκοτώσει.

Στον Ντίνο Χριστιανόπουλο

20
Ιολ.
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 509 (Ιούλιος – Αύγουστος 2010)

 

Και για να παραλλάξω την παραλλαγή ενός γνωστού ευφημισμού, στην ερώτηση «με ποιο ανάγνωσμα να ξεκινήσω το ελεύθερο θέρος που μου αναλογεί», η απάντηση είναι «με το καθιερωμένο καλοκαιρινό (Ιουλιανό συν Αυγουστιανό) τεύχος του Διαβάζω, που θα οδηγήσει στα υπόλοιπα»: σε πληθώρα επιλογών από δεκάδες εκδότες και εκατοντάδες βιβλία. Ποιος είπε ότι οι εκδόσεις στο μεταίχμιο άνοιξης – καλοκαιριού είναι ισχνές; Μπορεί να μην ισοφαρίζουν τον εκδοτικό οργασμό του φθινοπώρου, αλλά στους καταλόγους του περιοδικού βρίσκω πληθώρα τίτλων φρέσκων, ονομάτων ελκυστικών και προτάσεων υπολογίσιμων και με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εκδότες το νου σας: για όλους εμάς που διαβάζουμε προσεκτικά, οι θερινές αναγνώσεις αποτελούν οριακό βαρόμετρο των αποδόσεών σας!

Προτού κολυμπήσουμε στους τίτλους και με αφορμή το ζήτημα με το Σπίτι του Κεμάλ και τον Γιώργο Ιωάννου, ο Αλέξης Ζήρας προσπαθεί έκπληκτος να εντοπίσει τον ορθό λόγο μεταξύ πολιτικών συμφιλιωτικών τεμενάδων και εθνικιστικής παράνοιας. Κάθε φορά που η πολιτική λερώνει με την βρωμόγλωσσά της την λογοτεχνία, μπορούμε ελεύθερα να ξεκαρδιζόμαστε αλλά εδώ το πράγμα παραέγινε θλιβερό. Ίσως διόλου άσχετη η ενθύμηση στο διαπλανητικό τρισέλιδο του τεύχους και με αφορμή τα «γενέθλια» του εβδομηντάχρονου-αν-ζούσε Μπρόντσκι της απάντησής του προς την δικαστίνα Σαβέλιεβα, που τον ρώτησε γιατί δεν εργάζεται: «Δουλεύω, γράφω ποιήματα». Σκέφτομαι και μειδιώ: η θέση της στην Ιστορία κατοχυρώθηκε ακριβώς χάρη στον υπόλογο επί παρασιτική ζωή ποιητή και την βλακώδη ερώτησή της.

Στο αγαπημένο δισέλιδο κόμικς, ορέγομαι ιδιαίτερα την έκδοση ενός βιβλίου για την Jackie Ormes (φωτ.), μιας αφροαμερικανής δημιουργού που δημοσίευε strips σε εφημερίδες της δεκαετίας του ’30, δηλαδή μιας εξ’ ορισμού σπανιότητας. Οι ελκυστικές κι έξυπνες ηρωίδες της εμφανίζονταν και ιδιαίτερα πολιτικοποιημένες, σχολιάζοντας μάλιστα θέματα ρατσισμού και περιβαλλοντικής μόλυνσης. Όσο για το τιμώμενο βιβλιοπωλείο του τεύχους, τον θρυλικό Θεσσαλονίκειο Λοξία, πρώτα συγκινούμαι (υπήρξε ένας μαγικός χώρος κι ένα ιδιαίτερα αγαπητό στέκι του παρελθόντος μου) κι έπειτα ευφραίνομαι για την εξέλιξή του σε κάτι διαφορετικό αλλά πάντα πρωτότυπο. Λοξία μη ξεχνάς, εσύ μ’ έβαλες στη νύχτα και μου έσωσες τη ζωή, «προωθώντας» με τότε στο καφέ μπαρ Ερωδός, που επέλεγε σερβιτόρους-ες και μπάρμεν με βάση την – αποδεικτέα! – αγάπη τους για το διάβασμα!

 

13
Ιολ.
10

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21 (άνοιξη 2009-2010)

Αφιέρωμα Η ζωή του συγγραφέα

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ δεν ζει πια, αλλά ο Ron Rosenbaum δημοσίευσε το 1997 ένα εξαιρετικό κείμενο με αφορμή την αιφνιδιαστική άδεια που συγγραφέα σ’ έναν μικρό εκδοτικό οίκο να εκδώσει την τελευταία δημοσιευμένη νουβέλα του (Hapworth 16, 1924, που είχε εμφανιστεί στο New Yorker το 1965 κι έκτοτε κυκλοφορούσε σε χιλιοτυπωμένα φωτοαντίγραφα). Ο Rosenbaum επιχειρεί να εισχωρήσει σε αυτή την ενσυνείδητη, εσκεμμένη σιωπή – πνευματική αυταπάρνηση με δυο τρόπους. Πρώτα την συνεξετάζει σε σχέση με όλη την Ομάδα της Σιωπής (Σάλιντζερ, Πίντσον, Ουάρτον, ΝτεΛίλο), αυτή την πανίσχυρη μειονότητα της αμερικανικής κουλτούρας που αντιστέκεται στην κουλτούρα της αυτοπροβολής που έχει σαρώσει το εκδοτικό τοπίο και έμπρακτα αποδοκιμάζει τον εκκωφαντικό «λευκό θόρυβο» που παράγεται από το δίπολο «βιομηχανία – διαφήμιση». Κατόπιν εστιάζει στην ειδική περίπτωση του αποτραβηγμένου συγγραφέα, μαζί μ’ ένα προσκύνημα στο Σπίτι και στον Τοίχο του, στο ορεινό χωριό – καταφύγιο του τα τελευταία 44 χρόνια, σ’ έναν υπέροχο συνδυασμό δοκιμίου και προσωπικού οδοιπορικού, προς τιμή του τελευταίου, ίσως, ιδιωτικού προσώπου της Αμερικής.

Σ’ ένα άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο ο Peter Conrad γράφει για τον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, τον Πορτογάλο μυθιστοριογράφο που ανακάλυψε την λογοτεχνική κλίση καθώς έφερνε στον κόσμο βρέφη και ανέτεμνε σώματα, κατά την υποχρεωτική στρατιωτική του θητεία στην Ανγκόλα των αρχών της δεκαετίας του ’70, Η απόφαση να γράψει για τους χαμένους της ζωής είχε παρθεί, ενώ η μάχη για τους ζωντανούς συνεχίστηκε αργότερα σε νοσοκομείο για παιδιά με καρκίνο. Ούτως ή άλλως η ρουτίνα της καθημερινής ιατρικής τον διαμόρφωσε ως συγγραφέα. Μέχρις εμμονής τοπικιστής της Πορτογαλίας, ο Λόμπο Αντούνες μίλησε για το Φάντο, τους στρατιώτες της Μοζαμβίκης, τους retornados της αποικιοκρατίας, μετακίνησε τα αγάλματα της Λισαβόνας σαν πιόνια σε σκακιέρα, χρησιμοποίησε τις λέξεις σαν ζώντες οργανισμούς, έγραψε μέχρι νοσηρότητας για τις αρρώστιες, έγραψε τον μονόλογο ενός τραβεστί σε νάιτ κλάμπ στο Τι μπορώ να κάνω όταν όλα καίγονται και μέχρι σήμερα καθρεφτίζει την εθνική συνείδηση της πατρίδας του αλλά και της υπενθυμίζει το ανεπιθύμητο αποικιοκρατικό και δικτατορικό παρελθόν της.

Ο Ισμαήλ Κανταρέ διηγείται την ιστορία της Ένωσης Συγγραφέων της Αλβανίας (ιδίως μεταξύ 1962 και 1967) ως ιστορία μιας κοινής γυναίκας, η οποία άλλωστε ζούσε σε παράπλευρο δρομάκι στο ίδιο ύψος με την έδρα της Ένωσης και ο Louis Menand κειμενογραφεί σχετικά με το αν πρέπει να διδάσκεται ή όχι η δημιουργική γραφή, με εκατέρωθεν εξουθενωτικά επιχειρήματα και αλλά και ενδιαφέροντα ονόματα να έχουν δημιουργήσει, περάσει, διδάξει αλλά και εκ των έσω απορρίψει ή απλώς βιοπορισθεί από τα σχετικά εργαστήρια: Τζον Μπαρθ, Τζόυς Κάρολ Όουτς, Ρέιμοντ Κάρβερ, Τόμας Γουλφ, Φίλιπ Ροθ, Τζον Ίρβινγκ, Τομπάιας Γουλφ, Ε.Α. Ντόκτοροου, Κουρτ Βόνεγκατ, Νέλσον Άλγκρεν, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Άνγκους Γουίλσον, Τζον Γκάρντνερ. Ακόμα: εκτενής παρουσίαση του Truman Capote, διηγήματα των Peter Handke και Roberto Bolano, ένα μνημόνιο του Erneste Hemingway, μια συνομιλία του Mario Vargas Liosa, αλληλογραφία Virginia – προτού γίνει Wolf – με τον κύριο Wolf, δοκίμιο του Γιώργου Μπλάνα για τον E.A. Poe κ.ά.

Από τις εγχώριες συγγραφικές δυνάμεις, 9 έλληνες συγγραφείς ημερολογιογραφούν μια ημέρα από τη ζωή τους και οι Νίκη Χατζηδημητρίου και Σοφία Νικολαΐδου προσθέτουν όψεις του αβαθούς θέματος. Στο διηγηματικό μέρος, Ο Παράδεισος των Λευκών Σελίδων της Μαρίας Ευσταθιάδη (που ως τίτλος που μου φέρνει στο μυαλό τον Νόμο των Λευκών Διαστημάτων και είναι εξίσου νοσηρό) μέσα από έναν «α-τελή» λαχανιαστό μονόλογο παρουσιάζει την απωθητική αλλά τραγικά σύγχρονη εικόνα ενός ανθρώπου – γουρουνιού, που τυγχάνει συγγραφέας εμπνεόμενος από αυτές τις ιδιότητες. Τέλος η Ζυράνα Ζατέλη έχοντας για άλλη μια φορά τηρήσει το επτάχρονό της χρονοδιάγραμμα, αφοσιώνεται στο παιχνίδι των ερωτοαπαντήσεων, την στιγμή που η παλαίμαχη Olympia γραφομηχανή της έχει αφεθεί σε Ολύμπια σιωπή, προτού ξαναρχίσει το ταπ ταπ της, «σαν το ταμπούρλο της ερήμου».

Στις εικόνες: Ο Λογοτέχνης Ιατρός, ο Αποτραβηγμένος Συγγραφέας και…Εσύ Είσαι Τζ.Ντ.Σ.; (ή, αλλιώς, δεν εντοπίσαμε εμείς τον Σάλιντζερ, αυτός μας εντόπισε…)

11
Ιολ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 65

Ζοζέ Καρδόζο Πίρες, Ο δελφίνος, εκδ. Καστανιώτη, 1999, μτφ. Αθηνά Ψύλλια, σ. 66-67 (José Cardoso Pires, O Delfim, 1968).

Η επίσκεψη στο εγκαταλειμμένο σπίτι μπορούσε να περιμένει άλλη μια μέρα, ένα χρόνο, μια αιωνιότητα, αφού δεν είχε πια νόημα άλλο παρά μονάχα το ξύσιμο μιας πληγής η μιας ανάμνησης. Ωραία θα ήταν να δουν τον ξενομερίτη, με το καπέλο στο χέρι, για προσκύνημα στα χαλάσματα όπου έλαβαν χώρα οι Συζητήσεις για τη Λίμνη. Αλλά κι αυτό ακόμα (και τώρα μιλάει ο καλός μου εαυτός, ο κυνηγός) θα ήταν μονάχα περιέργεια, μια γενναιόδωρη χειρονομία που ίσως να καλοφαίνεται αλλά δεν αντιπροσωπεύει τίποτε απολύτως πέρα από το θέαμα αυτού που την κάνει. Αυτό μόνο. (…)

Η πλατωσιά ήταν όπως τη φανταζόμαστε, έρημη. Οι κρίκοι άχρηστοι, ο ήλιος ντάλα· οι ίδιες νυσταλέες ταβέρνες, οι ίδιες πινακίδες από μπαρούτι και κοπριά, όπως και πέρσι, και, στο βάθος ενός μαγαζιού, ο Κοινοτάρχης, με το καπέλο φορεμένο, να κρατάει τον Πάγκο. Έξω από την πόρτα το τείχος συνεχιζόταν με το μύθο και την περηφάνια του μέχρι την άλλη άκρη της πλατείας. Σα να έλεγε: «Quod scripsi, scripsi» – κι ήταν μια ανήμπορη ρωμαϊκή ηχώ. «Ό,τι είναι γραμμένο πάνω μου έχει πάνω από είκοσι αιώνες που γράφτηκε και θα παραμείνει. Είτε ζούνε είτε πέθαναν οι δελφίνοι σας, κι αν ο καπνός απ’ τα τρακτέρ σας έρθει και μουντζουρώσει το πρόσωπό μου, ακόμα κι αν οι ειδήμονες της περιοχής, αβάδες κι άλλοι τέτοιοι, μου ρίξουν τους αφορισμούς που μου έριξαν –  εγώ, το τείχος, τα βγάζω πέρα με τις προσβολές, και να με. Quod scripsi, scripsi. Υπακούω μόνο στα προστάγματα της Μητέρας Φύσης, στα χορτάρια που με τυλίγουν και στη συντροφιά των σιωπηλών ζωυφίων. Όπως τούτη η σαύρα, λόγου χάρη».

Στην Αλεξάνδρα Δεληγιώργη

09
Ιολ.
10

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 20 (χειμώνας 2009-2010)

 

Αφιέρωμα Αμερική

Ο εκδότης των (δε)κάτων Ντίνος Σιώτης, πολλαπλώς ζήσας και περιπλανηθείς επί χρόνια σε Νέα Υόρκη, Βοστόνη, Σαν Φρανσίσκο και Οτάβα οργανώνει ένα μέγιστο αφιέρωμα στην Αμερική, όχι την γνωστή και προβλέψιμη ήπειρο των επεμβάσεων και του αντιαμερικανισμού αλλά εκείνη της κριτικής σκέψης, της εκδοτικής κίνησης, της λογοτεχνίας και των πνευματικών ιδρυμάτων όπου δεν υπάρχει άσυλο για την βλακεία. Μύστης μας ήδη από την εισαγωγή μας στέλνει στην Αμερική των μεγάλων πιθανοτήτων, των ακραίων άκρων, όπου τίποτα δεν είναι αδύνατο, όπου συμβαίνει η μεγαλύτερη ανανέωση της αγγλικής γλώσσας, αναζωογονούμενης στη χύτρα των μεταναστών της. Εκεί που τίποτα δεν χαρίζεται κι όπου κανείς δεν είναι ξένος, γιατί όλοι είναι ξένοι.

Προτού φύγει για να συντονίσει το αφιέρωμα από τον πάγκο, συνομιλεί με τον σπουδαίο ποιητή Τσαρλς Σίμικ, που, όπως ομολογεί (σε μια μάλλον σπάνια για ποιητή εξωτερίκευση) τον επηρέασε όσοι λίγοι, έγραψε ποιήματα έπειτα από δικά του και ίσως του έκλεψε και κανένα στίχο. Σταχυολογώ από τις απολαυστικές απαντήσεις του – πλέον – συνομιλητή και συμπότη του: Ο Χίτλερ και ο Στάλιν ήταν οι ταξιδωτικοί μου πράκτορες. Χωρίς αυτούς θα ήμουν ακόμα στο Βελιγράδι. // Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Εκείνες οι κατσαρίδες για τις οποίες έγραψα ήταν πραγματικές και έτρεχαν πάνω κάτω στους τοίχους της κουζίνας μου.// Μερικά ποιήματα έρχονται απ’ το πουθενά, άλλα έρχονται με τα χρόνια.

Η δημοσιότητα είναι μια μάσκα που τρώει το πρόσωπο είχε κάποτε πει ο Τζον Άπνταικ, πιστός και πεισμωμένος αρνητής της κι όπως φαίνεται λίγοι το διδάχθηκαν. 13 φωτογραφίες και κειμενικές λεζάντες από την λογοτεχνική του βιοπολιτεία απαρτίζουν το υπέρ αυτού photo essay. Και φυσικά δεν μπορούν να λείπουν εκείνοι που δεν κουραζόμαστε ποτέ να διαβάζουμε. Ο Ρέιμοντ Κάρβερ και ο Γκορ Βιντάλ δοκιμογραφούνται από πιστούς γνώστες και αναγνώστες (Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος και Κωστής Καλογρούλης αντίστοιχα) σε απολαυστικές σελίδες. Ο Κάρβερ κατόρθωσε το ακατόρθωτο: δυο ζωές μέσα σε πενήντα χρόνια – μια πρώτη αλκοολική και μια δεύτερη συγγραφική – δημιουργική, στην οποία όμως ποτέ δεν ξέχασε την πρώτη, παρά ορμούσε να απολαύσει τα χρόνια που του απέμεναν. Κι έτσι σήμερα μας ξαναμιλά οριστικά επιζών μέσα από τον μινιμαλισμό του καθημερινού λόγου και χαρακτήρες που – όπως δήλωσε σε συνέντευξη το 1978 – Δεν είσαι εσύ αυτοί, μα οι χαρακτήρες σου είναι εσύ, σε κείμενα – βάλσαμα για τις τσακισμένες ψυχές. Ο δε Βιντάλ, εναλλακτικός χρονογράφος της πολιτικής και πολιτιστικής ιστορίας των ΗΠΑ, απομυθοποιητής τοτέμ προσώπων και ιερών καταστάσεων και φετιχιστής του περιεχομένου (επιτέλους!) αντί της μορφής συνεχίζει να αποτελεί μόνιμο αγκάθι στα αμερικανικά πλευρά.

Επίσης: ένα κείμενο για τον Άμπι Χόφφμαν που πέθανε από υπερβολική δόση ποίησης, αντιθανάτου και περιπέτειας, οι μνήμες του Στρατή Χαβιαρά από τα πρώτα του βήματα εκεί, Αμερικανισμός και αντιαμερικανισμός, ο αληθινός Μπρετ Ίστον Έλλις. Διηγήματα John Updike, Σώτης Τριανταφύλλου, Tobias Wolff κ.ά, ποιήματα Charles Bukowski, Κλασικά Φωτογραφημένα από το βιβλίο της Μάρσια Ρέσνικ Punk, Poets & Politicians (Τζάγκερ, Γουόρχολ και Μπάροουζ κάνουν πως τρώνε μάλλον εν μέσω acid trip), τραγουδιστικά οδοιπορικά κ.ά. Φυσικά η Αμερική είναι και ο τόπος της διαπλοκής της φαρμακευτικής βιομηχανίας με την Ιατρική, εξ ου και το σοκαριστικό πολυσέλιδο κείμενο της Marcia Angell σχετικά με τα ημερήσια φάρμακα και πώς οι φαρμακευτικές εταιρείες μεταμορφώθηκαν σε πανούργες εμπορικές μηχανές που έκαναν ένα ολόκληρο έθνος να εθιστεί σε συνταγολογημένα φάρμακα.

Διασχίζουμε 13 επιχρωματισμένες διαφημίσεις – επαναπροσδιορισμούς της αμερικανικής εικόνας, δια χειρός φημισμένων επικοινωνιολόγων και φεύγουμε με δυο χρηστικές πληροφορίες: πως το καινούργιο Beat Hotel βρίσκεται στην έρημο της Καλιφόρνια κι έχει όλα τα memorabilia του Μπάροουζ – φίλου του νέου αναβιωτή του. Και πως για κάθε καινούργιο έντυπο που ανοίγει αντιστοιχούν 100.000 μπλογκς. Τουλάχιστο κάθε δεκατιανό τεύχος ανοίγει εκατοντάδες νέες σελίδες.

Εικονιζόμενοι οι Κάρβερ, Βιντάλ, Άπνταικ: σκεπτικοί αλλά ουδέποτε υποχωρητικοί.  Στις αρχές της επόμενης βδομάδας ακολουθεί ανάρτηση για το ανοιξιάτικο τεύχος των (δε)κάτων.

 




Ιουλίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.   Αυγ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 991.617 hits

Αρχείο

Advertisements