Αρχείο για Μαΐου 2010

31
Μάι.
10

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Εχθροί. Μια ερωτική ιστορία

Μνήμη, θρησκεία, λαγνεία: Διαφυγή αδύνατη

«Ο Χέρμαν είχε δύο συζύγους κι ετοιμαζόταν να αποκτήσει και τρίτη. Και μολονότι φοβόταν τις συνέπειες των πράξεών του και το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε, κάπου μέσα του απολάμβανε το ρίγος που του δημιουργούσε η αδιάκοπη προοπτική μιας απειλητικής καταστροφής. Σχεδίαζε τις κινήσεις του και αυτοσχεδίαζε ταυτόχρονα. Το «Ασυνείδητο», όπως το ονόμαζε ο Φον Χάρτμαν (σημ.: Γερμανός φιλόσοφος που έγραψε την Φιλοσοφία του Ασυνειδήτου, 1869), δεν έκανε ποτέ λάθη. Τα λόγια του Χάρτμαν έμοιαζαν να ξεπηδούν μόνα τους μέσα απ’ το στόμα του, και μόνο κατόπιν καταλάβαινε κι ο ίδιος τι στρατηγήματα και υπεκφυγές είχε κατορθώσει να επινοήσει. Πίσω από αυτό τον τρελό αχταρμά συναισθημάτων, ένας δαιμόνιος παίκτης αναπτυσσόταν μέσα απ’ το καθημερινό ρίσκο». (σ. 149).

Ο Χέρμαν Μπρόντερ και οι τρεις γυναίκες αποτελούν τυπικούς χαρακτήρες του Σίνγκερ: αγωνίζονται ταυτόχρονα να επιβιώσουν από τις Μνήμες του Ολοκαυτώματος και να υπάρξουν σ’ ένα καινούργιο κόσμο χωρίς τα αλλοτινά ηθικά και πολιτισμικά τους υποστυλώματα. Εκείνος εργάζεται ως συγγραφέας – φάντασμα για έναν ραβίνο αλλά μοιάζει ο ίδιος να κινείται σ’ ένα φασματικό βίο, φανταζόμενος εναλλακτικές ζωές και αναζητώντας δυνητικές κρυψώνες σε περίπτωση εισβολής των Ναζί στην Νέα Υόρκη. Η σωτηρία του από την Γιάντβιγκα, που τον έκρυβε επί τριετία στο πατάρι ενός αχυρώνα («ένα κενό στη ζωή του που ποτέ δεν θα μπορούσε να αναπληρωθεί»), εξαργυρώθηκε σιωπηλά με συζυγική σχέση και εστία στο Μπρούκλιν, ενώ στο Μπρονξ τον περιμένει η Μάσα, ένας ηδυπαθής έρωτας που συνοδεύεται ακόμα και στις πιο προσωπικές στιγμές του από ιστορίες των γκέτο, των στρατοπέδων και των περιπλανήσεων στην ερειπωμένη Πολωνία. Η εμφάνιση της νομιζόμενης νεκρής πρώτης συζύγου του, Ταμάρα, ολοκληρώνει την ενοχική του παθητικότητα: δίγαμος, άβουλος και αποκομμένος από την προσωπική του ηθική, ο Μπρόντερ αισθάνεται αμαρτωλός απέναντι στον ιουδαϊσμό και τον αμερικανικό νόμο, «ένας μοιρολάτρης ηδονιστής που ζει σε μια προ-αυτοκτονική δυστυχία». Η ζωή του πλέον χαρακτηρίζεται από τον φόβο των συνεπειών, την λαγνεία για τις συντρόφους του και την βεβαιότητα πως «ο μεταφυσικός του μπαλαντέρ παίζει εις βάρος του μια μοιραία φάρσα» .

Το πρώτο μυθιστόρημα του Σίνγκερ που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στις ΗΠΑ, πάντα γραμμένο στα γίντις (1972), περιλαμβάνει όλα τα γνώριμα στοιχεία της γραφής του: σταδιακή ανάπτυξη του μύθου με απλές πλην λεπτοδουλεμένες φράσεις, ισομερή εναλλαγή εσωτερικών κι εξωτερικών σκηνών, διαλόγους άλλοτε με ψήγματα σοφίας κι άλλοτε περίτρανες αποδείξεις της φαυλότητας της ανθρώπινης σκέψης. Τα πρόσωπα του σινγκερικού κόσμου φιλοσοφούν για το κακό, ψάχνουν απαντήσεις για την μετά Χίτλερ ζωή και τρομάζουν με κάθε κουδούνισμα πόρτας, λες και οι ναζιστές εξακολουθούν να βρίσκονται παντού, ενώ στα όνειρά τους οι πρόγονοι τους φωνάζουν στο αυτί χωρία της Βίβλου. Αναρωτιούνται αν ο Θεός ενέκρινε τη σφαγή (και τέλος πάντων «ο Θεός τίνων;»), τον μνημονεύουν διαρκώς αλλά απιστούν κατά το συμφέρον τους. Όταν η θρησκεία δεν είναι πειστική και η φιλοσοφία έχει χάσει κάθε νόημα, αναρωτιούνται μήπως ο αποκρυφισμός μπορεί να κρύβει αλήθειες, ενώ ο Μπρόντερ φτάνει στο σημείο να φαντασιωθεί μια καινούργια μεταφυσική ή ακόμα και μια νέα θρησκεία. Προσπαθούν να διαβάσουν αλλά τα βιβλία δεν τους λένε τίποτα: «Τι μπορούσε να σώσει τον ίδιο τον Χέρμαν από το βύθισμά του όλο και βαθύτερα το βούρκο όπου είχε παγιδευτεί; Ούτε η φιλοσοφία, ούτε ο Μπέρκλεϊ, ο Χιουμ, ο Σπινόζα, ούτε ο Λάιμπνιτς, ο Χέγκελ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε ή ο Χούσερλ. Όλοι τους διδάσκουν κάποιου είδους ηθική, που όμως δεν είναι ικανή να βοηθήσει στην αντίσταση κατά του πειρασμού. Μπορεί κανείς να είναι Ναζί και να ακολουθεί τον Σπινόζα· ένας μυημένος στη φαινομενολογία του Χέγκελ μπορεί να είναι και σταλινιστής· κάποιος μπορεί να πιστεύει στις μονάδες, στο Zeitgeist, στην τυφλή θέληση, στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, και να εξακολουθεί να διαπράττει εγκλήματα». (σ. 190)

Η τυπολογία των γυναικείων χαρακτήρων καλύπτει τρεις διαφορετικές περιπτώσεις: η παράδοση αντιπροσωπεύεται από την αγοραφοβική Γιάντβιγκα που δεν εμπιστεύεται τίποτα γραμμένο ενώ η Ταμάρα έχει χάσει κάθε πίστη σε οτιδήποτε την στήριζε και το μόνο που νοιώθει πως έχει σίγουρο είναι η σφαίρα στον αριστερό της γοφό, γι’ αυτό και δεν θέλει να την βγάλει. Το τραυματικό παρελθόν επιβιώνει στην Μάσα μέσα από έναν σκοτεινό ερωτισμό: όταν δεν υποδεικνύει τις πληγές της στον εραστή της τού δηλώνει απερίφραστα πως έχει αναγκαστεί να κάνει τόσα πολλά, που δεν μπορεί να κάνει τίποτα πια χωρίς την θέλησή της, παρά μόνο με τη σκέψη πως κάποιος την σημαδεύει με όπλο. Οι αντιφάσεις τους εκφράζονται εκπληκτικά στη μορφή της Σίφρα Πουάχ, μητέρας της Μάσα: καθώς μουρμουρίζει πως μετά το Ολοκαύτωμα οι Εβραίοι δεν έχουν το δικαίωμα να γιορτάζουν, ταυτόχρονα επιθεωρεί την εμφάνιση της κόρης της, προτείνοντας βελτιωτικές αλλαγές.

Σ’ ένα περιβάλλον που μοιάζει να έχει όλα τα κοσμικά χαρακτηριστικά του πολωνο-εβραϊκού παρελθόντος, όπου από τη μια «η Τρεμπλίνκα είναι παντού» κι από την άλλη ο φόβος αφορά και το μέλλον («Με τη σωστή προπαγάνδα, το πλήθος αυτό θα μπορούσε να υποκινηθεί και να γίνει όχλος που ζητά νέα πογκρόμ» (σ. 235)) οι χαρακτήρες αγωνίζονται να ισορροπήσουν σε εαυτούς που αποτελούν αίνιγμα και για τους ίδιους. Κι αν τη μια στιγμή κυνικά αναρωτιούνται «από τι συνίσταται ο πολιτισμός, αν όχι από έγκλημα και συνουσία;» (σ. 139), δεν παύουν τουλάχιστον να θυμούνται: «Η αλήθεια είναι πως όσο κι αν υποφέραμε, χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε αν θα ’μαστε ζωντανοί την επόμενη μέρα ή ακόμη και μετά από μία ώρα, την αγάπη τη χρειαζόμασταν. Τη γυρεύαμε περισσότερο από παλιά, που όλα ήταν εντάξει. Άνθρωποι ξάπλωναν σε καταφύγια ή σε σοφίτες, πεινασμένοι και ψειριασμένοι, αλλά φιλούσε ο ένας τον άλλον, πιάνονταν από το χέρι. Ποτέ δε θα φανταζόμουν πως οι άνθρωποι μπορούν να βγάλουν τόσο πάθος κάτω από τέτοιες συνθήκες». (σ. 95).

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. από τα αγγλικά Βασίλης Αμανατίδης, 305 σελ. (Isaac Bashevis Singer, Enemies, A Love Story, 1972). Η τελευταία εικόνα: Silvia Ary, 1935

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21, άνοιξη 2010.

30
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 63

Ήβλιν Γουώ, Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ, εκδ. Νεφέλη, 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου, σ. 289-290 (Evelyn Waugh, Brideshead Revisited, 1945)

Τώρα, όσο είχα δύναμη, θα πήγαινα σε εκείνα τα άγρια μέρη όπου ο άνθρωπος είχε εγκαταλείψει τη θέση του και η ζούγκλα γλιστρούσε αθόρυβα να καταλάβει τα παλιά της οχυρά.

Έτσι, ακολουθώντας μια αργή αλλά διόλου εύκολη πορεία, ταξίδεψα μέσω Μεξικού και Κεντρικής Αμερικής σε ένα κόσμο που διέθετε όλα αυτά που είχα ανάγκη και η αλλαγή αυτή από τις περίφρακτες, ιδιωτικές εκτάσεις και τις επαύλεις θα έπρεπε να με είχε αναζωογονήσει και να με είχε βοηθήσει να τα ξαναβρώ με τον εαυτό μου. Αναζητούσα την έμπνευση ανάμεσα σε λεηλατημένα παλάτια και αυλές μοναστηριών πνιγμένες στα αγριόχορτα, έρημες εκκλησιές όπου οι νυχτερίδες κρέμονταν από τον τρούλο σαν ξεραμένα περικάρπια και όπου μόνο τα μυρμήγκια βρίσκονταν διαρκώς σε κίνηση ανοίγοντας στοές στα πολυτελή στασίδια· σε πόλεις στις οποίες δεν σε έβγαζε δρόμος και σε μαυσωλεία όπου έβρισκαν καταφύγιο από τις βροχές μοναχικές οικογένειες Ινδιάνων που τις θέριζαν οι θέρμες. Στα μέρη αυτά με πολύ κόπο, αηδία και συχνά με σχετικό κίνδυνο έκανα τα πρώτα σχέδια για το λεύκωμα Η Λατινική Αμερική κατά Ράιντερ. Σε τακτά χρονικά διαστήματα έκανα ένα διάλειμμα μερικών εβδομάδων για ξεκούραση και ξαναβρισκόμουν στη ζώνη του εμπορίου ή του τουρισμού, ανακτούσα τις δυνάμεις μου, έστηνα το εργαστήρι μου, μετέφερα τα σκίτσα μου στον καμβά, τα πακετάριζα γεμάτος αγωνία με το που τα ολοκλήρωνα και τα έστελνα στον πράκτορά μου στη Νέα Υόρκη, για να ξεκινήσω και πάλι αμέσως μετά με τη μικρή μου συνοδεία για τους ερημότοπους.

Στην Χρύσα Σπυροπούλου

29
Μάι.
10

I΄m From Barcelona – 27 songs from Barcelona(Dolores Recordings, 2010)

 

Υπάρχουν πολλοί αναγνώστες που έχουν μανία με τις συλλογές, πέρα από το … συλλεκτικό του είδους. Οι λόγοι είναι γνωστοί: η ποικιλία, η συνύπαρξη πολλών ειδών και τάσεων, το απρόβλεπτο ή αταίριαστο ή διαφορετικό του επόμενου κομματιού, και πολλά άλλα εξίσου γνωστά. Ε λοιπόν αυτός ο δίσκος είναι πρώτιστα γι’ αυτούς. Τι κι αν υπογράφεται από ένα μόνο όνομα; Η αίσθηση της συλλογής με όλα τα παραπάνω στοιχεία εδώ είναι κυριαρχική. Και υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό: τα 27 κομμάτια εδώ φτιάχτηκαν και τραγουδήθηκαν από το κάθε μέλος της μπάντας ξεχωριστά. Έμπνευση υπήρξαν τα 4 ταυτόχρονα LP των Kiss το 1978. Έτσι η 27μελής πανηγυρική μπάντα με το εξτραβαγκαντικό παρεΐστικο στιλ που μας ξεσήκωσε ψυχοσωματικά με το Let Me Introduce My Friends (2006) (και κυρίως το έξοχο ομώνυμο τραγούδι, ενώ το Who Killed Harry Houdini του 2008 δεν αποτέλεσε αναμενόμενη συνέχεια) μετατρέπεται σε σύλλογο συλλογής ειδών και στιλ.

Πολυχρωμία: το Lower My Head υποδειγματίζει την shoegaze αισθητική, το But Hey Even Though Your Horses Went Away την κοπάνησε από τις σπιτικές καναδέζικες μπάντες της Arts & Crafts, το Baby let’s go θα εξαπατούσε έναν λάτρη των girl group των 60ς αν δεν είχε λιγότερο σουηδική ποπ παραγωγή. Άραγε τι απωθημένο τραγούδι φτιάχνει ο καθένας και ποιο είδος συγκεντρώνει τις περισσότερες δοκιμές άρα προτιμήσεις των μελών;

Προς μεγάλη έκπληξη η ηλεκτροπόπ: το Pet Duet στην πλευρά των Saint Etienne για να μην πω Human League, το Tour de France για το οποίο δεν αναρωτιέμαι σε ποιους αποδίδει φόρο τιμής και ακόμη τα Be the same και Kosmonaut. Ο Gary Numan θα χαμογελάει με όλα τα ευμνημόνευτα πληκτροριφφάκια. Προς ακόμα μεγαλύτερη, ηλεκτρορόκ ροπή και κοπή στο στιλ των Soundtrack of Our Lives κι ό,τι αυτοί αντιγράφουν (Silence, Troublemaking και το καλύτερο του δίσκου Nothin Like the Mornin). Παραδόξως οι δυο Ljung (αδέλφια;) που τα καταφέρνουν καλύτερα συνθετικά και φωνητικά, στο σχήμα παίζουν μόνο … πνευστά. Ακόμα και η ακουστική φολκ διεκδικεί προς στιγμήν δάφνη πλειοψηφίας με τα The Return of the Ape και το α λα Neil Young τελείωμα και το Make Me a Cowboy Again for a Day. Στην μειοψηφία έχουμε από ένα: σουεντικό (όχι σουηδικό) μελόδραμα (What Should I Do), σχεδόν παιδικό (Hej Hej Ivar), πειραματικό (Zapatista), jazzy piano (Alice in Wonderland), «eastern» έθνικ (The Wave), ψιλο-σλάκερ ροκ (My BPM …), καντράκι (Sick of love). Το UHOH αλιεύει απ’ την ίδια δεξαμενή με τους MGMT και δυο μπαλάντες αφήνουν περίφημη επίγευση στην σαλάτα (Hang On, Dreaming My Dreams).

Τα καμάρια του υπερβόρειου Jonkoping φαίνεται να το διασκεδάζουν με την ψυχή τους, αν κρίνω από τις φωτογραφίες των ταξιδιών, των φαγοποτίων και των ηχογραφήσεων. Ξανασκέφτομαι πως κατόρθωσαν το ελαφρώς απίθανο: μέσα σ’ ένα συνωστισμό που φαίνεται ότι τους πάει πολύ, ο καθένας έβγαλε το ατομικό του ιδιαίτερο «σινγκλάκι». Ωραία ιδέα, να την ακολουθήσει κάθε μπάντα απαριθμεί από τέσσερα μέλη και πάνω. Βινυλιακώς ο δίσκος είναι τριπλός με μικρά εικαστικά όλων των μελών (άντε πάλι) και διαδικτυακώς ελεύθερος απ’ το website τους.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στην πρώτη φωτογραφία: ο εφιάλτης του σερβιτόρου. Στην επόμενη: ο «πάντα κάποιος κάνει κάτι περισσότερο απ’ τους υπόλοιπους». Στις τελευταίες: τα εξώφυλλα του παρόντος και του παρελθόντος – οι διαφορές εμφανείς. 

27
Μάι.
10

Δημοσθένης Βουτυράς – Τα σύμβολα στα όνειρα. Μία διάλεξη, έξι διηγήματα, τριανταεννέα όνειρα

Λοιπόν θαυμάζει κανείς την ειρωνεία και τον σαρκασμό! Τον σαρκασμό που έχει το όνειρο, όταν αναγγέλλει ή προλέγει τα κακά που θα πάθει το σώμα. Σαν κάτι ξένο, ολότελα ξένο απ’ το σώμα, απ’ τον άνθρωπο, μια Πυθία, Σίβυλλα χωμένη, τρυπωμένη μέσα μας, που προλέγει το κακό με συμβολικές λέξεις και παραστάσεις. (σ. 23)

Ταξίδι στον σκοτεινό κόσμο των ονείρων, σε τέσσερις στάσεις. Στον προθάλαμο ο Βάσιας Τσοκόπουλος, γνώστης – μελετητής και ανθολογητής του Βουτυράειου Έργου μας εφοδιάζει με τις απαραίτητα κλειδιά για να μπούμε στα ενδότερα. Πώς «ο εισηγητής του μοντερνισμού στην ελληνική λογοτεχνία» (χωρίς σχετικά διαβάσματα, θεωρητικό υπόβαθρο ή πρότυπα μίμησης) γοητεύτηκε από την φροϋδική περί ονείρων επανάσταση, προσπέρασε την λαϊκή ονειροκριτική και την συμβολιστική τους υποβολή και έφτιαξε τον δικό του ονειρικό λόγο. Στα διηγήματά του ο ύπνος συχνά καθορίζει την διάθεση των ηρώων, τα όνειρά τους μιλάνε και τους μιλάνε, επηρεάζουν την πλοκή, αποτελούν αντίστιξη της πραγματικότητας, γίνονται αγωγοί σάτιρας και ειρωνείας. Όπως έλεγε ο ίδιος, τα όνειρα είναι μια άλλη ζωή παράδοξη, όπου περνάμε ένα μεγάλο μέρος της «πραγματικής» μας ζωής. Ερωτικά, μισάνθρωπα, σατιρικά, σχιζοφρενικά, παράλογα – όλα αποτέλεσαν χρήσιμο υλικό για τις διηγηματικές του κατασκευές αλλά και εργαλεία ανίχνευσης ενός εσώτερου εαυτού.

Στον πρώτο δόμο «ακούμε» την διάλεξή  του σε αθηναϊκή τεκτονική στοά (με την οποία δεν είχε ιδιαίτερη σχέση) το 1933 με τίτλο «Τα σύμβολα στα όνειρα», όπου προς μεγάλη έκπληξη ο ομιλών επιχειρεί να συνδυάσει επιστημονικό και αυτοαναφορικό λόγο: κάνει λόγο ακόμα και για την αυτοκτονία του πατέρα του και αναφέρεται σε προσωπικά του όνειρα επιχειρώντας να τα κατηγοριοποιήσει. Από την άλλη το όλο κλίμα μοιάζει με πνευματιστική – παραψυχολογική συνάντηση της εποχής. Ούτως ή άλλως για τον Βουτυρά η μεταφυσική και ο παραλογισμός, αναπόσπαστα στοιχεία των ονείρων, έχουν αντίστοιχη θέση και στην πραγματικότητα. Στον κυρίως χώρο μας περιμένουν 6 ονειροπαρμένα και διηγήματα (των ετών 1902, 1916 -1937) και βγαίνοντας παίρνουμε 34 επιλεγμένα ενυπνιακά αποσπάσματα – κεράσματα απ’ το αχανές του έργο. Εδώ τα όνειρα είναι ιερά, η αδυναμία απόδρασης από την συνεχή τους πολιορκία δεδομένη, η λογοτεχνία γίνεται πραγματικότητα, τα εκατοντάδες όνειρα ισάριθμες λογοτεχνήσεις και ιδού μια εντελώς πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα θεματική «ανθολογία» αλλά και μια αλλόκοτη, μαύρη και σκοτεινή όψη γραφής του Βουτυρά.

Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2008, εισαγωγή Βάσιας Τσοκόπουλος, ανθολόγηση Διαμαντής Καράβολας, σελ. 103.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

25
Μάι.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 4

                                                   Ali Smith, Free love and other stories, 1995.

Άραγε οι τρεις εκφραστικές διαβαθμίσεις από το απόλυτο αγκάλιασμα στο συγκρατημένο χαμόγελο αντιπροσωπεύουν αντίστοιχες στάσεις ζωής; Ή απλώς μια φευγαλέα βόλτα με τη βάρκα συνοψίζει το πρόσκαιρο και το ευμετάβλητο των ίδιων των συναισθημάτων – ή μιας συντροφιάς;

24
Μάι.
10

Πάτρικ Γουάιτ – Ψεγάδια στον καθρέφτη. Μια αυτοπροσωπογραφία

Μια ζώσα ηδυπάθεια

«Σκέφτεται κανείς να δραπετεύσει, αλλά δεν το κάνει, ή όχι πλήρως: τα δαχτυλικά αποτυπώματα πάρθηκαν νωρίς. Το παρελθόν επανέρχεται στον καθρέφτη της τουαλέτας, κομματάκια απ’ αυτό σε καλά όνειρα, ή σ’ εκείνα τα ζοφερότερα, στα οποία ξεσπούν ανεκπλήρωτοι, μισολησμονημένοι πόθοι. Οι χειρότερες απ’ όλες είναι οι ενσυνείδητα δημιουργημένες μυθοπλασίες, επειδή είναι απτή απόδειξη όσων δεν τόλμησε κανείς να παραδεχτεί». (σ. 94)

Ο Πάτρικ Γουάιτ (1912 – 1990) έζησε μια ζωή συνεχών εναλλαγών διαμάχης και συμφιλίωσης με το απαιτητικό πρόσωπο και τον ιδιόρρυθμο συγγραφέα που συναποτελούσαν τον εαυτό του. Λονδρέζος ή «αποικιακός» για τους Αυστραλούς, Αυστραλός για τους Άγγλους, προδότης της υψηλής κοινωνικής του τάξης για αμφότερους, ο ιδιαίτατος συγγραφέας συλλέγει οριστικά πλέον τα ψεγάδια και τα μαργαριτάρια αυτής ακριβώς της ζήσης σ’ ένα τριμερές, αυτοπρόσωπο καθρέφτισμα. Αυτοβιογραφούμενος με τον τρόπο των πολυεπίπεδων μυθιστοριών του και με γλώσσα πληθωρική, πάντα αναβλύζουσα πολύσημα υπονοήματα, στο πρώτο και μεγαλύτερο μέρος προσωπογραφεί κάθε άνθρωπο που συμβάδισε μαζί του στις παρακαμπτήριους του βίου («ο καθένας αποτελεί ένα κομμάτι του δικού μου θρυμματισμένου χαρακτήρα») ή ενέπνευσε μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, παρουσιάζοντας παράλληλα τις συνθήκες γραφής, τις αντλίες έμπνευσης των έργων του και το αενάως ποτιζόμενο προσωπικό πνευματικό υπέδαφος.

Ο Γουάιτ ποτέ δεν απέκρυψε πως η προσωπικότητά του γινόταν πολυεδρική και το σώμα του πρωτεϊκό σύμφωνα με το χρόνο, το κλίμα και τις απαιτήσεις της μυθοπλασίας, την οποία επέλεξε (αν και, όπως τονίζει, μάλλον εκείνος επιλέχθηκε απ’ αυτήν) ως «το μέσο για να παρουσιάσει σ’ ένα δύσπιστο ακροατήριο τους ηθοποιούς αντιφατικών χαρακτήρων απ’ τους οποίους αποτελείτο». Ποτέ δεν ξαναδιάβαζε τα βιβλία του αλλά αν συνέβαινε για κάποιο λόγο εκπλησσόταν από στοιχεία ενός εαυτού ελάχιστα γνωστού, που εισχώρησαν ωσάν εκείνος να βρισκόταν σε κατάσταση ύπνωσης. Πάντα περίεργος να ανοίξει οποιαδήποτε κλειστή πόρτα, καταδικασμένος να υποβάλει τα πάντα σε ειρωνικές καύσεις αλλά ουδέποτε περιφρονητικός, δεν διστάζει να αμφιβάλει για το αν πολλές σχέσεις του θα μπορούσαν να λειτουργήσουν υπό λιγότερο δύσκολες ή φρενιτιώδεις συνθήκες. Φωτίζοντας κάθε σκοτεινό υπόστρωμα της παρεκκλίνουσας σεξουαλικότητάς του, είναι σαφής: όχι μόνο δεν είδε αρνητικά την σεξουαλική του αμφιθυμία αλλά, αντίθετα, φρόντισε να απολαύσει την ελευθερία «να περάσει μέσα από κάθε παραλλαγή του ανθρώπινου νου, να παίξει τόσους πολλούς ρόλους στα αντιφατικά περιβλήματα της σάρκας». Αντί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε ερωτική χαρακτηρολογική κατάταξη, αισθανόταν περισσότερο ως ένα μυαλό που διακατέχεται από το πνεύμα του άντρα ή της γυναίκας σύμφωνα με τις καταστάσεις ή τους χαρακτήρες που υποδυόταν στα γραπτά του.

Σε αυτή τη ζωή των βασανιστικών ασθματικών καλοκαιριών και των βρογχιτικών χειμώνων, του εναγκαλισμού με την ύπαιθρο («μιας σύνθεσης ζώσας ηδυπάθειας») και των γκροτέσκων επακόλουθων του Νόμπελ, τα αποτυχημένα του μυθιστορήματα ήταν εξίσου οδυνηρά όπως οι αποτυχημένοι έρωτες αλλά ένα στάδιο που αναγκαστικά διαβαίνεις, ενώ τα σπίτια, οι τόποι και τα τοπία πάντα σήμαιναν περισσότερα γι’ αυτόν απ’ ό,τι οι άνθρωποι, συχνά δε και σωσίβιες λέμβοι στα συναισθηματικά του χάη. Ο συγγραφέας συμπορεύτηκε με τον δύσκολο, αυτοσαρκαζόμενο πλην αυτάρκη εαυτό του αλλά και σε μοναδική συντροφικότητα με τον Μανώλη Λάσκαρη, σύντροφο και μυητή του στην Ελλάδα («μια χώρα για μαζοχιστές όπως κι εγώ») στην οποία έζησε και ταξίδεψε εθιστικά και καθοριστικά, ακόμα κι αν έβλεπε πως οι ελληνικές πόλεις δεν διέφεραν ιδιαίτερα η μια από την άλλη και πως οι εκκλησίες όφειλαν να είναι νοσοκομεία για αμαρτωλούς κι όχι ξενοδοχεία για αγίους. Σε αυτά τα ταξίδια και σε άλλα «αυτοτελή» ιδιαίτερα θέματα αφιερώνονται τα δυο τελευταία και μικρότερα μέρη ενός Γουάιτ Μέσα Απ’ τον Καθρέφτη. Καθώς όμως τελικά «φτάνεις σ’ ένα σημείο όπου είχες τα πάντα, και τα πάντα ισοδυναμούν με το τίποτα», ίσως μεγαλύτερη σημασία απ’ όλα έχει η παράθεση μιας λίστας στην ακροτελεύτια παράγραφο με όλα τα μικρά και απλά που διέγειραν την ύπαρξή μας. Τουλάχιστο «το παρελθόν μπορεί να αποσυντεθεί και ανασυγκροτηθεί, για να βολέψει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, που τελικά είναι η ζωή» (σ. 273)

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2008, εισ. – μτφ. – σημ. Γιάννης Βασιλακάκος, 459 σελ. (Patrick White, Flaws in the Glass. A Self – Portrait, 1981)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 604, 21.5.2010 (και εδώ)

23
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 62

Τόλης Καζαντζής. Κομμένη γλώσσα. «Ονόματα και ιστορίες». Ενηλικίωση. Από το βιβλίο: Η Παρέλαση –  Ενηλικίωση, εκδ. Ροές, Β΄ έκδ., 1988, σ. 192-193.

 Αυτά, μέχρι που αρχίνησε να μας μιλάει, κι έφευγε λόγο με το λόγο η ασχήμια κι η αχαμνάδα από πάνω του, καθώς μας ιστορούσε για την άλωση, για το ορφάνεμα του τόπου, για τους ηρωικούς νεομάρτυρες και για τον τυραννισμένο, τον τσαλαπατημένο τον κοσμάκη, για τους ντονμέδες και τους τσακανογλείφτες και κάτι άλλος προδότες και δοσίλογους της εποχής.

Από τη μέρα κείνη, στα έντεκα χρόνια μου, άλλο δε σκεφτόμουνα παρά να γράψω κι εγώ μια ιστορία, να βάλω μέσα όλο αυτό που μου περίσσευε και πήγαινε χαμένο. Και πήρα ένα πρόχειρο. Και πήρα ένα πρόχειρο, από κείνα με τα κίτρινα φύλλα και σηκωνόμουνα πρωί – χαράματα, πριν φύγω στο σχολείο κι έγραφα ασταμάτητα χωμένος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, χαμένος και φευγάτος μέσα στην ιστορία μου, όπου, μικρό παιδί, ακολουθούσα τους ήρωες του’ 21, βήμα το βήμα και τα ’βλεπα  όλα και τα διηγόμουνα όπως τα βλέπει και τα νοιώθει ένα μικρό παιδί.

 Στον Μίμη Σουλιώτη

22
Μάι.
10

Sambassadeur – European (Labrador, 2010)

Κανονικά αποφεύγω εδώ στο πάρκο των reviews ν’ ασχοληθώ δυο φορές με το ίδιο όνομα και μάλιστα όσον αφορά συνεχόμενους δίσκους, αλλά αν είναι να περιμένω από τους υπόλοιπους άκαρδους, σκοταδόψυχους, νοτιοημίσφαιρους, αντιμέλωδους, πειραματολάγνους και έτερους μονομανιακούς συνεργάτες, άστο καλύτερα. Ο τρίτος δίσκος (υπήρχε και το ομότιτλο του 2004) του σχήματος που εν αγνοία του βάφτισε ο Serge Gainsbourg ας είναι πάλι για μένα. Απ’ το προηγούμενο σημείωμά μου για το προ τριετίας  τους Migration θα κρατήσω τις λέξεις ευεξία, ψυχαγωγία και χαροποίηση, θα επαναλάβω το λούστρο της παραγωγής, θα διαπιστώσω πως εξωφυλλιακά επιμένουν σε εικόνα διακοπών (τότε το αντίσκηνο στο δάσος, τώρα το κατάστρωμα του πλοίου) και θα φωνάξω τα εξής:

Του Stranded η έναρξη είναι τόσο μα τόσο Cinerama (σταδιακή ανάπτυξη ταχύτητας, προήγηση εγχόρδων, αέρινη συνέχεια) που θες να κοιτάξεις τα credits, αλλά ξέχασα πως δεν υπάρχουν πρόχειρα τέτοια πράγματα, ούτε εξώφυλλα, ούτε μυρωδιές χαρτιού, δεν βλέπω πεταμένα βινύλια στο πάτωμα, πρέπει να ξυπνήσω ή να κάνω το κορόιδο. Του Days η έναρξη είναι ακόμα πιο σινε(με ρα ή χωρίς)ματικότερη και δεν ξέρω αν πρέπει να φωνάξω έτσι, έτσι προχωρήστε, μαγέψτε μας κι άλλο με τα απλά και τα ευμέλωδα ή να σκεφτώ πως με τέτοιο highlight, τα υπόλοιπα θα ναι κατώτερα. Του I can try η γραμμή είναι τόσο εγκεφαλοκαρφωτική που αναρωτιέμαι αν το έχω ακούσει και αγαπήσει στην προηγούμενη ζωή μου ή αν απλώς είναι χαρακτηριστικό του όμορφου τραγουδιού να προκαλεί το συναισθηματικό deja vu. Τέτοια γλυκοφόρα εισαγωγική τριπλέτα ούτε σαν πρώτη μπουκιά δροσερής λεμονόπιτας.

Ε τώρα, το περίμενα πως θα ελαττώσουν ταχύτητα στο τέταρτο ενώ είναι νωρίς για τέτοια, μόνο σαν διάλειμμα για αναψυκτικό θα το δεχόμουν αλλά εκείνοι το συνεχίζουν και στα επόμενα τρία αλλά δεν μπορώ να μην συγχωρήσω ένα ακουστικοκίθαρο ινστρουμένταλ (A remote view) και νωρίτερα την θρηνητική απειλή της ανδρόγυνης μετατροπής της Anne: I was happier alone / Cut my hair just like a boy (Albatross). Κι ας πρέπει να φτάσω ως το προτελευταίο Sandy tunes με τα φτερωτά 60ς ντραμίνια να κυνηγούν τα βιολιά και τις συλλαβές της δέσποινας για να κουνηθώ ξανά. Πάλι καλά που ο επίλογος δεν είναι νταουνάτος αλλά μοιράζει τις διαθέσεις στο μισό.

Πώς να γράψω τώρα ότι αυτό είναι πραγματικά καλοκαιρινό άκουσμα χωρίς να περιοριστεί ο δίσκος σε εποχιακά καλάθια;

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

20
Μάι.
10

Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή

Για ποιο λόγο να ταξιδεύεις αν όχι σαν ένα παιδί; (σ. 145)
Οι σπουδαίοι «ταξιδιώτες – πεζογράφοι» (Kerouac, Blaise Cendrars, Henry Miller, Paul Bowles) δε σταματούν ποτέ να ταξιδεύουν και να μας ταξιδεύουν. Όπως ο Κέρουακ, που έζησε την καθημερινότητα σαν περιπέτεια, αρνούμενος την ιδέα της μόνιμης κατοικίας και οιασδήποτε μονιμότητας εν γένει. Όμως η λογοτεχνία του δεν ήταν απλώς λογοτεχνία της διαφυγής ή της περιπλάνησης αλλά και του πειραματισμού και της έρευνας. Μια συνεχής αναζήτηση. Το βιβλίο περιλαμβάνει τα κείμενα της τρίτης και τελευταίας ενότητας του Desolation Angels [Οι άγγελοι της ερημιάς], όπου χρησιμοποίησε για πρώτη φορά αυτούσια (με ελάχιστες παρεμβάσεις) τα σημειωματάριά του από τα ταξίδια της περιόδου 1956-1960. Αυτά τα κείμενα ήταν σύμφωνα με τον ίδιο τα πιο ολοκληρωμένα ως προς το ύφος και τα πιο φιλόδοξα.

Μεξικό: Επιστροφή εκεί όπου είχε ζήσει εμπνευσμένα κι ευχάριστα ένα χρόνο πριν. Με μόνη περιουσία τα φτηνά ταξιδιωτικά τσεκ που εξαργύρωσε δουλεύοντας ως πυροφύλακας στους ορεινούς όγκους της πολιτείας Ουάσινγκτον, καίγεται να αποδράσει από το βάρος της περσόνας του. Όταν ανακάλυψαν πως είχα πάνω μου αρκετά χρήματα για να πάω σε κάποιο ξενοδοχείο ζήτησαν να μάθουν γιατί κοιμόμουν στην έρημο…ήμουν ένας αδάμαστος νέος, ψημένος στον ήλιο…και μπορούσα να περπατήσω χιλιόμετρα με το σακίδιο γεμάτο πάνω στην πλάτη μου… ύστερα απ’ όλο αυτό τον τρόμο της λογοτεχνικής μου φήμης, τις μπανιέρες του αλκοόλ που έχουν περάσει από το λαρύγγι μου… (σ. 15-16)

Σεργιανίζει ανενόχλητος σε δρόμους και βουλεβάρτα, του αρκεί ένα φως κεριού στο μοναχικό του δωμάτιο και η γραφή για τον κόσμο. Αλλά βλέπει πως είχε ξεχάσει το ζοφερό, ακόμα και θλιμμένο σκότος της πόλης του Μεξικού: την όψη ενός Ινδιάνου με κοστούμι στο χρώμα της σκουριάς, το λεωφορείο με το θλιβερό εσωτερικό, που τραντάζεται στις λασπερές λακκούβες των φτωχικών ινδιάνικων συνοικιών όπου η βρωμιά των νεκρών ζώων και του σκατού παραμένει για πάντα – και μετά ένα χαρούμενο κοριτσάκι με φανταχτερά γλυκά στο χέρι: ζωή και θάνατος μαζί. Ανεβαίνει στην ταράτσα και διαλογίζεται αλλά τίποτα δεν είναι όπως πριν. Η νεαρή Ινδιάνα Τριστέσσα που του ενέπνευσε το ομώνυμο βιβλίο βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Ο γέρος τοξικομανής «δάσκαλος» είναι στα τελευταία του. Έχει μια ανάποδη θερμάστρα για βραστήρα, και καθώς μιλάει φτιαγμένος με μορφίνη τον παίρνει ο ύπνος στη μέση μιας πρότασης και συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε όταν ξυπνήσει. Από την καταθλιπτική διάθεση του Μεξικού ο Ginsberg τον τραβά προς τη Νέα Υόρκη, μεταβατικό σταθμό για το Μαρόκο των Burroughs, Corso, Orlovsky.

Νέα Υόρκη: Τρεις χιλιάδες μίλια σ’ ένα συνωστισμένο αυτοκίνητο, με τον ουρανό φορτωμένο αποσκευές και τις σούστες έτοιμες να σπάσουν. Τέξας, Σαν Αντόνιο, ημέρα των Ευχαριστιών, θλιμμένες επιγραφές στις καφετέριες που διαφήμιζαν γεύμα με γαλοπούλα. Οι ακούραστοι Αμερικανοί ταξιδιώτες του δρόμου τρομάζουν με τη σκέψη να ξεκουραστούν ακόμα κι ένα λεπτό. Ρίο Γκράντε, πευκόφυτα χερσοτόπια του Αρκάνσας, Μέμφις, Βιρτζίνια, Νέο Τζέρσεϋ, Νέα Υόρκη. Φιλοξενία στη Ρουθ (ο ένας όργωσε τον άλλον με λύσσα). Μια νύχτα ανοίγει το παράθυρο για καθαρό αέρα από τη χιονοθύελλα και ξυπνάει μες το χιόνι. Σκέφτεται πως έχει προβλέψει την κατήφεια όλης του της λογοτεχνικής επιτυχίας. Ένα βράδυ κοιμάται σ’ ένα λεωφορείο, στη θέση του συνοδηγού και σε μια στάση κάποιος του κλέβει τα πράγματα: τους Αγγέλους, μια συλλογή ποιημάτων, τα τελευταία κεφάλαια της Τριστέσσα, ζωγραφιές, και τον μοναδικό του προσωπικό – ταξιδιωτικό εξοπλισμό. Ράκος, έσχατη απελπισία, άδειος από κάθε τέχνασμά μου να κάνω υποφερτή τη ζωή μου. Οι εφιάλτες ξαναζωντανεύουν αλλά η ζωή συνεχίζεται. Απόφαση για φυγή στην Ταγγέρη, με το Σλοβενία, ένα γιουγκοσλαβικό εμπορικό πλοίο.

Ταγγέρη: Μυείται στον κόσμο του Μπάρροουζ, του δακτυλογραφεί το Γυμνό Γεύμα, μασουλάνε για ώρες το μανζούν που φτιάχνουν οι ίδιοι (γλυκό με μέλι, μπαχαρικά και ακατέργαστη μαριχουάνα (κιφ)). Όλα όσα ξέρουμε για την μυθική πόλη γράφονται εδώ: ένα δώμα στην ταράτσα πάνω απ’ το νέο του βασίλειο, περιπλανήσεις στα μουσουλμανικά τεϊοποτεία, χαοτικές συζητήσεις. Μερικές γραμμές για τους διπλωματικούς υπαλλήλους του αμερικανικού προξενείου που ποτέ δεν ασχολήθηκαν με οποιονδήποτε δεν φορούσε γραβάτα. Όμως εξαιτίας μιας υπερδόσης οπίου βίωσε μια «ολοκληρωτική ανατροπή» όπως την ονόμαζε, την μεταστροφή από την γενναιότητα της περιπέτειας σε μια ναυτιακή, συνολική ανησυχία για τον κόσμο. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αισθάνεται ακόμα και την επιθυμία της επιστροφής στην Αμερική, να βρει μια εστία! Σύντομο πέρασμα από Παρίσι και Λονδίνο. Το Nieuw Amsterdam αναχωρεί από την προβλήτα του Σάουθάμπτον για την Αμερική κι ο Κέρουακ δεν το σκέφτεται ούτε λεπτό.

Επιστροφή στην Αμερική: … έκανα αυτό το μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη ακριβώς τη λάθος εποχή στη ζωή μου, όταν άρχισα να απεχθάνομαι κάθε καινούργια εμπειρία οποιουδήποτε είδους. Στριμωγμένος στην πάνω κουκέτα διαβάζει μέρα νύχτα μέχρι να φτάσει στην αφετηρία της Ματαιότητας και της δύσκολης τελευταίας δεκαετίας του. Νέοι τόνοι ταξιδιωτικών ωρών, αυτή τη φορά με την 62χρονη μητέρα του: Φλόριδα, τρία μερόνυχτα στην ίδια θέση του λεωφορείου, σταματώντας σε κάθε πόλη κι εκεί που έχεις επιτέλους κοιμηθεί τρεις τα χαράματα, ανάβουν τα φώτα (κι εδώ τα ίδια Τζακ). Νέα Ορλεάνη, «σουίτες» δίπλα στους σταθμούς λεωφορείων. Μεξικό, νέα αμέτρητα μίλια ερημιάς, Λος Άντζελες, Όκλαντ, Μπέρκλεϋ, μερικοί παλιοί φίλοι, μερικές ζωγραφιές με χρώματα για βαφή σπιτιών. Σαν Φρανσίσκο, και ξανά πίσω στη Φλόριδα, ξανά πίσω στο Μεξικό των Νεκρών, ξανά πίσω στη Νέα Υόρκη, ο Κέρουακ δε σταμάτησε ποτέ να ταξιδεύει.

Σύμφωνα με τον ίδιο οι Άγγελοι της ερημιάς ήταν τρία βιβλία σε ένα, με κοινό σημείο αναφοράς την Κενότητα που βίωσε σε τρεις φαινομενικά ανόμοιες εμπειρίες: την απομόνωση στο βουνό, την αδειοσύνη της μεγαλούπολης και την ματαιότητα της απομάκρυνσης. Ίσως πίστευε, πως εναλλάσσοντας ακατάπαυστα κατευθύνσεις, θα κατάφερνε εν τέλει να βρει ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στον πόθο του για πρωτοτυπία και συντροφικότητα και στην τάση για ασκητική ζωή, όπως γράφει στην εισαγωγή ο μεταφραστής. Δεν ξέρω αν οι δυο αυτές ενεργειακές ροπές συνεργάστηκαν ποτέ ή χτυπήθηκαν μέχρι θανάτου (του). Το μόνο που βλέπω είναι πως βρήκαν όμως μέσα του ιδανικό πεδίο για μάχη. Πού γυρνάς τώρα Τζακ Κέρουακ;

Εκδ. Απόπειρα, 2007, εισαγ. – μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, 253 σελ., με εργοβιογραφία και εκδοτικό χρονολόγιο (Jack Kerouac, Passing through, από το βιβλίο Desolation Angels, 1965).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

16
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 61

Κολέτ – Η θεατρίνα, εκδ. Printa, 2002, [Σειρά: Έρωτες και πεπρωμένο] μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Αλεξάνδρα Δημητριάδη, σ. 226-227 (Colette – La vagabonde, 1910).

Ζω ανάμεσα σε καταιγίδες σκέψεων που δεν ξεσπούν. Ξαναβρίσκω με πόνο και υπομονή τη διάθεσή μου για σιωπή και εσωστρέφεια. Μου είναι και πάλι εύκολο να ακολουθώ τον Μπραγκ μέσα σε μια πόλη, πάνω κάτω, στους μικρούς δημόσιους κήπους, τους καθεδρικούς ναούς και τα μουσεία, μέσα στον καπνό των μικρών μπουάτ όπου «τρώμε καταπληκτικά»! Μιλάμε λίγο, χαμογελάμε σπάνια (…)

Είμαστε και οι δυο ειλικρινείς, αλλά όχι πάντα απλοί… Όπως συνηθίζαμε πάντοτε, κάνουμε κάποια αστεία που μας ανεβάζουν το κέφι: το αγαπημένο του Μπραγκ – που με εξοργίζει – είναι το Παιχνίδι του Σάτυρου, τον οποίο μιμείται μέσα στα τραμ, επιλέγοντας για θύμα άλλοτε μια νέα ντροπαλή γυναίκα, άλλοτε μια επιθετική γεροντοκόρη. Καθισμένος απέναντί της, με μια στάση τολμηρή, την περιβάλλει μ’ ένα ξαναμμένο βλέμμα κι εκείνη κοκκινίζει, βήχει, τακτοποιεί το βέλο της και γυρνά το κεφάλι. Το βλέμμα το «σάτυρου» επιμένει, λάγνα, μετά όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, στόμα, ρουθούνι, φρύδια, συγκλίνουν στο να εκφράσουν την ιδιαίτερη ηδονή ενός ερωτομανούς…(…)

Γελάω με την καημένη την κυρία που, τρελαμένη, κατέβαινε πάντα πολύ γρήγορα απ’ το τραμ, αλλά η τελειότητα των γκριματσών αυτού του βάρβαρου παιχνιδιού με εκνευρίζει. Το κορμί μου, κάπως καταπονημένο, περνά παράλογες κρίσεις απίστευτης σεμνοτυφίας, απ’ τις οποίες βυθίζομαι σ’ ένα καμίνι που ανάβει αστραπιαία από την ανάμνηση ενός αρώματος, μιας χειρονομίας, μιας τρυφερής κραυγής· ένα καμίνι που φωτίζει τις απολαύσεις που δεν ένιωσα ποτέ και που στις φλόγες του σιγοκαίγομαι, ακίνητα με τα γόνατα ενωμένα, λες και με την παραμικρή κίνηση, θα κινδύνευα να μεγαλώσω τα εγκαύματά μου.

 Στην Κατερίνα Χρυσανθοπούλου

14
Μάι.
10

Chumbawamba – ABCDEFGH (No Masters, 2010)

 

Παίρνω οριστικό συναισθηματικό διαζύγιο από τους Chumbawamba και δεν πρόκειται να ξανασχοληθώ. Δεν υπάρχει τίποτα που να συνδέει την σημερινή, προφανώς κατακουρασμένη μπάντα μ’ εκείνη την σπάνια περίπτωση που με συγκλόνισε 25 χρόνια πριν. Ακόμα θυμάμαι τις αλληλογραφίες μας, το δισέλιδο αφιέρωμα στο Rollin Under (όταν πρωτοκατάλαβα ότι οι λέξεις μου κάθονται δύσκολα και σηκωνόμουν απ’ το γραφείο να ξαναχτυπηθώ με τις λαχανιαστές εναλλαγές τους), την κατατεθειμένη πρόθεσή μου να τους μοιράσω παντού, την έκπληκτη απορία μου γιατί τέτοιες περιπτώσεις παραμένουν άγνωστες στην εγχώρια πολιτικώς «προοδευτική» νεότητα. Ανάμεσα στις αδιάφορες μουσικές συμπληγάδες του επιθετικού πολιτικού τραγουδιού (καταθλιπτικό χάρντκορ και πανκ από τη μια, νερόβραστη φολκ από την άλλη, συν τα ανεξέλικτα global ethnic και hip hop) οι Chumbawamba είχαν την ιδανικότερη πρόταση: οι φλογερές στιχομυθίες τους εκτοξεύονταν με την πιο σαγηνευτική μουσική που διέτρεχε όλα τα απαραίτητα είδη: πανκ, ποπ, μπαλάντα, φολκ, ντανς – και λίγα λέω.

Ο 17ος δίσκος τους παίρνει όπως συνήθως ένα θέμα (εδώ είναι η μουσική, έτσι γενικά) και του αλλάζει τα φώτα με «αιρετικές» ματιές και εξωφρενικές πολιτικές ιστορίες από πίσω. Αλλά τι να το κάνεις όταν ήδη τα τελευταία χρόνια συνθετικά πάνε απ’ το κακό στο χειρότερο και οι δίσκοι τους μοιάζουν με ένα ενδιαφέρον πολιτικό δημοσιογραφικό ένθετο; Ποιος ο λόγος να τους ακούσεις όταν μπορείς να τους διαβάσεις και ακόμα περισσότερο όταν να βρεις άφθονες ιστορίες πολιτικής παράνοιας σε πλείστους όσους δίσκους; Τι νόημα έχει ας πούμε εδώ να διαβάσουμε για την χιλιοειπωμένη ιστορία «Στάλιν εναντίον Σοστακόβιτς», τις μνήμες των στρατοπέδων συγκέντρωσης, την περίπτωση του συγκροτήματος του κομμουνιστικού κράτους που του αφαιρέθηκε κάθε ίχνος ότι υπήρξε (περίπτωση που αναφέραμε στο κείμενο για το Stasiland της Anne Funder), το κράξιμο για το δεξιό British National Party που προσπαθεί να οικειοποιηθεί την αγγλική φολκ για να περάσει τις ρατσιστικές του κορώνες;

Και μια και λέμε για φολκ, η συνεργασία με διάφορους τέτοιους μουσικούς και τους No Masters Collective κάνει ακόμα πιο νερόβραστο τον λαπά τους. Φτάσαμε στο 2010 για να πολιτικοποιούμαστε μέσω φολκ;;; Η βαρετή, σχεδόν ακαπελλοειδής σήμα κατατεθέν γυναικεία τους ερμηνεία κλαψομουνιάζει αφόρητα στα You don’t exist και Missed ενώ τα New York Song και Dance Idiot Dance δεν είναι παρά ιρλανδική τραγουδοποιία που βρίσκεις σε οποιοδήποτε παραδοσιακό ή μη δίσκο. Τι ειρωνεία, ο τίτλος ενός τραγουδιού χαρακτηρίζει κάλλιστα τα υπόλοιπα: That Same So-So Tune.

Ο δίσκος όμως γίνεται ιδιαίτερα εξοργιστικός όταν αρχίζουν εκείνο το θλιβερό δήθεν στρατιωτικο – πατριωτικό εν είδει παρωδίας των εθνικών τραγουδιών της αυτοκρατορίας marchάρισμα. Τα Singing out the days, The song collector, Wagner at the Opera δεν κάνουν ούτε για αυτοσχέδια τραγουδιστική διαμαρτυρία του δρόμου. Ίσως για καμιά επετειακή εκδήλωση νηπιαγωγείου. Βρε μπας και, τώρα που το σκέφτομαι, εδώ δεν υπάρχει καμία παρωδία, αλλά απλώς γουστάρουν το συγκεκριμένο είδος; Γιατί και πανεύκολο είναι, και έχει την επίφαση της κοροϊδίας, αλλά και ταιριάζει στο εμβατηριακό στιλάκι που λατρεύουν όλες οι στρατευμένες μουσικές, από την μια άκρη ως την άλλη (ένα ακόμα κοινό σημείο των άκρων). Εκτός αν αυτό το τριπλό μαρτύριο ανακαλεί τα αλλοτινά «επαναστατικά» τραγούδια (εφόσον μοιάζει με το παλαιότερο English Rebel Songs τους), μόνο που τότε υπήρχε το άλλοθι της κατάθεσης ιστορικών τραγουδιών – ντοκουμέντων (αν και μουσικά εξίσου αβάσταχτων – δεν γνωρίζω κανέναν που ακούει ολόκληρο εκείνο τον δίσκο σήμερα – άλλο αν τον τοποθέτησε ευλαβικά στο ράφι).

Υπάρχει «πιο κάτω» πιο κάτω; Φυσικά: το Ratatatay θα μπορούσε κάλλιστα να βγαίνει από την σειρά των παιδικών δίσκων για τα χρώματα που διαφημίζει το Alter. Το μέγιστο γέλιο βέβαια γίνεται με το Torturing James Hetfield, που αφορά τις δηλώσεις του Μετάλλικου πως θα επιθυμούσε τα τραγούδια του ν’ αποτελούν μουσική υπόκρουση στο Γκουαντάναμο. Οι φίλοι μας αντιστρέφουν τους όρους, βάζουν τον James στην θέση των βασανιζόμενων και απαντούν με τους βαθυστόχαστους στίχους: James, James, James, give us names, names, names. Τι να πω, ο James θα χάσει τον ύπνο του μετά απ’ αυτό. Κανείς δεν σκέφτηκε πως αυτός ο διακαώς επιθυμών διαφήμιση θλιβερός περιφερόμενος έκανε την «τελευταία ευκαιρία για δημοσιότητα» δήλωση της χρονιάς; Και αν θυμάμαι καλά οι C. κάποτε αποκάλυπταν κρυμμένες φασιστικές συμπεριφορές, όχι γνωστές τοις πάσι δημόσιες δηλώσεις!

Τα μόνα που αξίζουν εδώ μοιάζουν με αντιγραφές παλαιότερων αντίστοιχων (Voices That’s All και Hammer Stirrup And Anvil). Τόση βαρεμάρα για σύνθεση, όταν θες να φωνάξεις για μερικά πράγματα είναι αδικαιολόγητη. Θα έκανα τα πάντα για τους προσλάβω στο New Left Review, αλλά δεν θα έδινα ούτε σεντ να τους έχω στην εταιρεία μου. Εδώ και καιρό chumba καίει η wamba. Ούτε για ρέκβιεμ στους τάφους των συντρόφων σας, σύντροφοι.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Παλαιότερα προσωπικά κείμενα για τους Chumbawamba βλ. εδώ κι εκεί.

 

12
Μάι.
10

Γκορ Βιντάλ – Μεσσίας

Οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει την τυραννία. Περιμένουν από τις κυβερνήσεις να διεκδικήσουν τις ψυχές τους, κι έχουν παραιτηθεί από την ευθύνη της λήψης αποφάσεων σε πλείστα όσα επίπεδα, από αγάπη για την ασφάλεια. (σ. 181)

Βρίσκομαι στον πειρασμό να ομολογήσω πως η ιστορική αλήθεια είναι ανέφικτη – Μόνο η κρίση για την οποία θα κάνω λόγω υπήρξε αληθινή λέει στις πρώτες σελίδες o αφηγητής Ευγένιος Λούθερ, καθώς αντικρίζει την έρημο της άνυδρης Λιβύης απ’ το παράθυρό μιας πανσιόν στην Άνω Αίγυπτο. Οι μέρες του λιγοστεύουν κι εκείνος ετοιμάζεται να επιχειρήσει την σκιαγράφηση κάποιου που ντύθηκε με αληθοφάνεια στην ιερή ιδέα που ακόμα φέρει το ηχηρό και αρχαίο της όνομα: θεός. Έχουν περάσει πενήντα περίπου χρόνια από «τα συμβάντα», από την εποχή του Τζόν Κέιβ (aka J.C.). Η ήττα του φόβου είναι η μοναδική νίκη των γηρατειών του, κι ας συντρίβεται όταν μαθαίνει από κάποιον επισκέπτη πως δεν αναφέρεται καν στην Διαθήκη, που κάποτε είχε ο ίδιος γράψει, πως η ύπαρξή του έχει διαγραφεί κι είναι σαν να μην έχει ζήσει ποτέ.

Δυο πρόσωπα τον εισάγουν στον κόσμο του Κέιβ (πρώην βοηθό εργολάβου κηδειών στην Ουάσινγκτον): η φίλη του Κλαρίσα που ισχυρίζεται πως είναι χιλίων διακοσίων ετών και περιγράφει συναντήσεις με ακρίβεια, χωρίς καμία ικανότητα επινόησης και η συνομίληκή του Άιρις από την οποία ελκύεται σφοδρά. Παρά τις προκαταλήψεις τους για τους χιλιάδες προφήτες και σωτήρες που υπάρχουν σε κάθε χώρα κι εποχή, τους εν Αμερική μανιακούς με τη θρησκεία και τους ρήτορες υπνωτιστές, μπαίνει στο παιχνίδι. Δεν παραδέχεται την αυθεντία κανενός σ’ ένα επίπεδο όπου όλοι ανεξαιρέτως έχουν άγνοια, αν και γνωρίζει πως τα ανθρώπινα όντα μπορεί να πειστούν για το οτιδήποτε. Εκείνη την εποχή γράφει ένα βιβλίο για τον Ιουλιανό (ενδιαφέρον αυτοαναφορικό στοιχείο, εφόσον ο Βιντάλ λίγα χρόνια μετά εξέδωσε το συναρπαστικό ομότιτλο βιβλίο) και το τέλος των θεών, άσχετα αν μερικοί εξ αυτών επέστρεψαν στον Χριστιανισμό με διαφορετικά ονόματα – στοιχείο που θα παίξει τον ρόλο του στην ιστορία.

Όταν ο Κέιβ κηρύσσει, οι λέξεις φορτίζονται με νέα πνοή κι οι ακροατές αισθάνονται ως μέρος ενός όλου αντί για μεμονωμένα λογικά όντα. Ένας τύπος που έρχεται από τα βουνά μ’ ένα μήνυμα: ο θάνατος δεν είναι κάτι κακό. Να συναντήσουμε τον θάνατο με την ίδια γαλήνη που συναντήσαμε τη ζωή. Να πεθάνουμε χωρίς φόβο, να υποδεχτούμε με χαρά τον μακρύ, ανονείρευτο ύπνο. Ο θάνατος και η ανθρώπινη αποδοχή του, ιδού ο πυρήνας της νέας θρησκείας. Αν ο Καντ, οι Γνωστικοί, οι ανατολικές θρησκείες ή άλλοι συγγραφείς το είπαν νωρίτερα, τότε ήταν κατά βάθος πραγματικοί Κεϊβίτες! Επιτέλους, έφτασε το τέλος του φόβου!

Ο Κέιβ αδυνατεί να γράψει οτιδήποτε και αρνείται να μαγνητοφωνούνται τα μηνύματά του. Στις ομιλίες του προσλαμβάνει κάτι απ’ αυτούς που τον ακούνε – σαν δυο λοβοί στον ίδιο εγκέφαλο. Μέσα στον καθένα υπάρχει κάτι που αφυπνίζεται και ξυπνά με το άγγιγμα του Κέιβ. Ο αφηγητής καλείται να συντάξει μια βασική ιστορική και θεωρητική Εισαγωγή κι εφόσον τα πάντα έχουν γραφτεί, απλώς μετασκευάζει τις γνώσεις του. Εφόσον δεν είναι ούτε μαρξιστής, ούτε χριστιανός ούτε φροϋδιστής έχει λιγότερες αποσκευές να ξεφορτωθεί (χε, ειρωνεία). Η εταιρεία ονομάζεται Κέιβιτ Α.Ε. και διευθύνεται από την τριάδα με τον άβουλο και περιορισμένης μόρφωσης Κέιβ στην κορυφή. Η ευρύτερη ομάδα περιλαμβάνει διαφημιστή, επικοινωνιολόγο και ψυχοθεραπευτή. Μια Ομάδα Πίστης αναλαμβάνει την ψυχολογική κατήχηση των μαζών. Ο αφηγητής βέβαιος για το γελοίο του πράγματος και την αποτυχία του εμπλέκεται βαθιά στην ιστορία. Πειραματισμός; Περιέργεια για τα όρια; Κρυφή γοητεία;

Πώς θα διαδοθεί η θρησκεία; Με μια ημίωρη εβδομαδιαία τηλεοπτική εκπομπή. Με την δημοσίευση της προσωπικής του ιστορίας σ’ ένα από τα περιοδικά του συρμού. Μερικοί δυνατοί σπόνσορες, αλληλογραφία της Ομάδας με τον κόσμο, αποφυγή συνέντευξης με δημοσιογράφο, για να μην στριμωχτεί. Και μια ευφυής ιδέα: όχι ανταγωνισμός με τις άλλες θρησκείες. Ο Κέιβ, μια φυλετική, λαϊκή πατρική φιγούρα θα αποδέχεται τους πάντες και θα γίνεται προϊόν των δικών τους μυστικών φόβων κι αναστολών. Οι μετοχές εξαφανίζονται αμέσως, οι εισφορές εκτοξεύονται στα ύψη. Κεϊβιτικά κέντρα ιδρύονται στις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ. Φυσικά η πολιορκία των δημοσιογράφων και η αντίδραση των εκκλησιών δεν αργούν, ούτε οι μαζικές αυτοκτονίες, η δημιουργία ιδανικών χώρων αυτοχειρίας, η πολιτική εμπλοκή, η θεοποίηση του ενός δια του θανάτου του. Η προκάτ θρησκεία θα περάσει σαν οδοστρωτήρας πάνω απ’ όλους.

Για άλλη μια φορά ο Βιντάλ θαυματουργεί. Βασισμένος σε μια περίφημη ιδέα, την βγάζει εις πέρας σ’ ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα (γραμμένο στα 29 του!), με αρχή, μέση, τέλος, χαρακτήρες, διαλόγους, εναλλάξ κινήσεις στο παρόν και στο παρελθόν, με φιλοσοφία για τα πάντα και απομυθοποίηση για όλα. Ένα ακόμα βιβλίο με το οποίο εδώ δεν ασχολήθηκε κανείς (αν κρίνω από την βάση δεδομένων του βιβλιονέτ αλλά και την προσωπική μου μνημονέτ) με εξαίρεση το ιστολόγιο του Librofilo.

Ο Βιντάλ εκφράζει από την αρχή την βεβαιότητα πως κάποια στιγμή όλα τα σύγχρονα έθνη θα λατρεύουν έναν αμερικανικό θεό, για το οποίο θα έχουν γραφτεί πολλά στις εφημερίδες, και τα εικονίσματά του δεν θα είναι παρά φωτογραφίες. Όπως λέει κι ένας χαρακτήρας του: Όλα εκείνα τα θλιβερά εκατομμύρια που καίγονται να πιστέψουν κάπου, θα τον βρουν ό,τι πρέπει για την περίπτωσή τους και αλλού: Οι λέξεις δεν αποτελούν ποτέ οικείο έδαφος για τη μεγάλη μάζα, η οποία προτιμά τις εύπεπτες εικόνες ακόμα και από το προσφυέστερο κείμενο.Και ήταν 55 χρόνια πριν….

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2006, μτφ. Δημήτρης Ελευθεράκης, επιμ. Κώστας Βλησίδης, 316 σελ. (Gore Vidal, Messiah, 1954).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

02
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 60

 

Θανάσης Γεωργιάδης, Αλέξανδρος / Ο Θείος Γνόφος. Αφηγήματα, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2001, σελ. 58-59.

Ωστόσο υπάρχει έξω από δω ένας κόσμος άλλος, όπως υπάρχει πέρα από τη λίμνη Βρυγηίδα η Λυχνίτης και πέρα απ’ αυτήν κάποια άλλη. Και γίνεται όλο αγώνας γι’ αυτούς τους άλλους και για κάποιους άλλους, που ούτε τους είδαμε ποτέ, μα που μπορεί μια μέρα να πλακώσουν στα ξαφνικά, το ίδιο αιφνίδια με το πιο αιφνίδιο χαλάζι. Εξοικειώνομαι όσο γίνεται μ’ αυτή τη σκέψη, κι εξοικειώνομαι όσο γίνεται με τα όπλα· θα προτιμούσα τα ποιήματα όμως, τους ύμνους του Πινδάρου, μια τραγωδία του Ευρυπίδη, ένα χορικό του Αισχύλου, όπως προτιμώ στο κάτω κάτω το νερό απ’ το κρασί όταν είναι της πηγής κι όταν είναι κρύο. Και προτιμώ τίποτα σοβαρά ή δοξασμένα πράγματα, μικρές ασήμαντες επαναλήψεις, τη μονοτονία· να μοιάζει το σήμερα ίδιο με το χτές, να μην αλλάζει το τώρα με το τότε. Να, σαν τη βαλανιδιά στο ιερό των μουσών (πρέπει να είναι χιλιόχρονη), αντίκρυ από τον Αλιάκμονα. Θα ήθελα μια αυλή περιφραγμένη, ένα πηγάδι να μουρμουρίζει στον ίσκιο κάποιου δέντρου, μία σκιά, τειχιά μικρά να εμποδίζουν τους γείτονες να βλέπουν, γάλα άσπρο, αφρισμένο, κατσίκας ή αγελάδας αδιάφορο, ψωμί ζεστό. Πολλά ζητάω ωστόσο και το ξέρω. Και ξέρω ότι ο καθένας και η μοίρα του. Και η δική μου η μοίρα άλλα προστάζει.

Στον Γιάννη Καισαρίδη




Μαΐου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.043.915 hits

Αρχείο