Αρχείο για Μαΐου 2010

31
Μάι.
10

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Εχθροί. Μια ερωτική ιστορία

Μνήμη, θρησκεία, λαγνεία: Διαφυγή αδύνατη

«Ο Χέρμαν είχε δύο συζύγους κι ετοιμαζόταν να αποκτήσει και τρίτη. Και μολονότι φοβόταν τις συνέπειες των πράξεών του και το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε, κάπου μέσα του απολάμβανε το ρίγος που του δημιουργούσε η αδιάκοπη προοπτική μιας απειλητικής καταστροφής. Σχεδίαζε τις κινήσεις του και αυτοσχεδίαζε ταυτόχρονα. Το «Ασυνείδητο», όπως το ονόμαζε ο Φον Χάρτμαν (σημ.: Γερμανός φιλόσοφος που έγραψε την Φιλοσοφία του Ασυνειδήτου, 1869), δεν έκανε ποτέ λάθη. Τα λόγια του Χάρτμαν έμοιαζαν να ξεπηδούν μόνα τους μέσα απ’ το στόμα του, και μόνο κατόπιν καταλάβαινε κι ο ίδιος τι στρατηγήματα και υπεκφυγές είχε κατορθώσει να επινοήσει. Πίσω από αυτό τον τρελό αχταρμά συναισθημάτων, ένας δαιμόνιος παίκτης αναπτυσσόταν μέσα απ’ το καθημερινό ρίσκο». (σ. 149).

Ο Χέρμαν Μπρόντερ και οι τρεις γυναίκες αποτελούν τυπικούς χαρακτήρες του Σίνγκερ: αγωνίζονται ταυτόχρονα να επιβιώσουν από τις Μνήμες του Ολοκαυτώματος και να υπάρξουν σ’ ένα καινούργιο κόσμο χωρίς τα αλλοτινά ηθικά και πολιτισμικά τους υποστυλώματα. Εκείνος εργάζεται ως συγγραφέας – φάντασμα για έναν ραβίνο αλλά μοιάζει ο ίδιος να κινείται σ’ ένα φασματικό βίο, φανταζόμενος εναλλακτικές ζωές και αναζητώντας δυνητικές κρυψώνες σε περίπτωση εισβολής των Ναζί στην Νέα Υόρκη. Η σωτηρία του από την Γιάντβιγκα, που τον έκρυβε επί τριετία στο πατάρι ενός αχυρώνα («ένα κενό στη ζωή του που ποτέ δεν θα μπορούσε να αναπληρωθεί»), εξαργυρώθηκε σιωπηλά με συζυγική σχέση και εστία στο Μπρούκλιν, ενώ στο Μπρονξ τον περιμένει η Μάσα, ένας ηδυπαθής έρωτας που συνοδεύεται ακόμα και στις πιο προσωπικές στιγμές του από ιστορίες των γκέτο, των στρατοπέδων και των περιπλανήσεων στην ερειπωμένη Πολωνία. Η εμφάνιση της νομιζόμενης νεκρής πρώτης συζύγου του, Ταμάρα, ολοκληρώνει την ενοχική του παθητικότητα: δίγαμος, άβουλος και αποκομμένος από την προσωπική του ηθική, ο Μπρόντερ αισθάνεται αμαρτωλός απέναντι στον ιουδαϊσμό και τον αμερικανικό νόμο, «ένας μοιρολάτρης ηδονιστής που ζει σε μια προ-αυτοκτονική δυστυχία». Η ζωή του πλέον χαρακτηρίζεται από τον φόβο των συνεπειών, την λαγνεία για τις συντρόφους του και την βεβαιότητα πως «ο μεταφυσικός του μπαλαντέρ παίζει εις βάρος του μια μοιραία φάρσα» .

Το πρώτο μυθιστόρημα του Σίνγκερ που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στις ΗΠΑ, πάντα γραμμένο στα γίντις (1972), περιλαμβάνει όλα τα γνώριμα στοιχεία της γραφής του: σταδιακή ανάπτυξη του μύθου με απλές πλην λεπτοδουλεμένες φράσεις, ισομερή εναλλαγή εσωτερικών κι εξωτερικών σκηνών, διαλόγους άλλοτε με ψήγματα σοφίας κι άλλοτε περίτρανες αποδείξεις της φαυλότητας της ανθρώπινης σκέψης. Τα πρόσωπα του σινγκερικού κόσμου φιλοσοφούν για το κακό, ψάχνουν απαντήσεις για την μετά Χίτλερ ζωή και τρομάζουν με κάθε κουδούνισμα πόρτας, λες και οι ναζιστές εξακολουθούν να βρίσκονται παντού, ενώ στα όνειρά τους οι πρόγονοι τους φωνάζουν στο αυτί χωρία της Βίβλου. Αναρωτιούνται αν ο Θεός ενέκρινε τη σφαγή (και τέλος πάντων «ο Θεός τίνων;»), τον μνημονεύουν διαρκώς αλλά απιστούν κατά το συμφέρον τους. Όταν η θρησκεία δεν είναι πειστική και η φιλοσοφία έχει χάσει κάθε νόημα, αναρωτιούνται μήπως ο αποκρυφισμός μπορεί να κρύβει αλήθειες, ενώ ο Μπρόντερ φτάνει στο σημείο να φαντασιωθεί μια καινούργια μεταφυσική ή ακόμα και μια νέα θρησκεία. Προσπαθούν να διαβάσουν αλλά τα βιβλία δεν τους λένε τίποτα: «Τι μπορούσε να σώσει τον ίδιο τον Χέρμαν από το βύθισμά του όλο και βαθύτερα το βούρκο όπου είχε παγιδευτεί; Ούτε η φιλοσοφία, ούτε ο Μπέρκλεϊ, ο Χιουμ, ο Σπινόζα, ούτε ο Λάιμπνιτς, ο Χέγκελ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε ή ο Χούσερλ. Όλοι τους διδάσκουν κάποιου είδους ηθική, που όμως δεν είναι ικανή να βοηθήσει στην αντίσταση κατά του πειρασμού. Μπορεί κανείς να είναι Ναζί και να ακολουθεί τον Σπινόζα· ένας μυημένος στη φαινομενολογία του Χέγκελ μπορεί να είναι και σταλινιστής· κάποιος μπορεί να πιστεύει στις μονάδες, στο Zeitgeist, στην τυφλή θέληση, στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, και να εξακολουθεί να διαπράττει εγκλήματα». (σ. 190)

Η τυπολογία των γυναικείων χαρακτήρων καλύπτει τρεις διαφορετικές περιπτώσεις: η παράδοση αντιπροσωπεύεται από την αγοραφοβική Γιάντβιγκα που δεν εμπιστεύεται τίποτα γραμμένο ενώ η Ταμάρα έχει χάσει κάθε πίστη σε οτιδήποτε την στήριζε και το μόνο που νοιώθει πως έχει σίγουρο είναι η σφαίρα στον αριστερό της γοφό, γι’ αυτό και δεν θέλει να την βγάλει. Το τραυματικό παρελθόν επιβιώνει στην Μάσα μέσα από έναν σκοτεινό ερωτισμό: όταν δεν υποδεικνύει τις πληγές της στον εραστή της τού δηλώνει απερίφραστα πως έχει αναγκαστεί να κάνει τόσα πολλά, που δεν μπορεί να κάνει τίποτα πια χωρίς την θέλησή της, παρά μόνο με τη σκέψη πως κάποιος την σημαδεύει με όπλο. Οι αντιφάσεις τους εκφράζονται εκπληκτικά στη μορφή της Σίφρα Πουάχ, μητέρας της Μάσα: καθώς μουρμουρίζει πως μετά το Ολοκαύτωμα οι Εβραίοι δεν έχουν το δικαίωμα να γιορτάζουν, ταυτόχρονα επιθεωρεί την εμφάνιση της κόρης της, προτείνοντας βελτιωτικές αλλαγές.

Σ’ ένα περιβάλλον που μοιάζει να έχει όλα τα κοσμικά χαρακτηριστικά του πολωνο-εβραϊκού παρελθόντος, όπου από τη μια «η Τρεμπλίνκα είναι παντού» κι από την άλλη ο φόβος αφορά και το μέλλον («Με τη σωστή προπαγάνδα, το πλήθος αυτό θα μπορούσε να υποκινηθεί και να γίνει όχλος που ζητά νέα πογκρόμ» (σ. 235)) οι χαρακτήρες αγωνίζονται να ισορροπήσουν σε εαυτούς που αποτελούν αίνιγμα και για τους ίδιους. Κι αν τη μια στιγμή κυνικά αναρωτιούνται «από τι συνίσταται ο πολιτισμός, αν όχι από έγκλημα και συνουσία;» (σ. 139), δεν παύουν τουλάχιστον να θυμούνται: «Η αλήθεια είναι πως όσο κι αν υποφέραμε, χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε αν θα ’μαστε ζωντανοί την επόμενη μέρα ή ακόμη και μετά από μία ώρα, την αγάπη τη χρειαζόμασταν. Τη γυρεύαμε περισσότερο από παλιά, που όλα ήταν εντάξει. Άνθρωποι ξάπλωναν σε καταφύγια ή σε σοφίτες, πεινασμένοι και ψειριασμένοι, αλλά φιλούσε ο ένας τον άλλον, πιάνονταν από το χέρι. Ποτέ δε θα φανταζόμουν πως οι άνθρωποι μπορούν να βγάλουν τόσο πάθος κάτω από τέτοιες συνθήκες». (σ. 95).

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. από τα αγγλικά Βασίλης Αμανατίδης, 305 σελ. (Isaac Bashevis Singer, Enemies, A Love Story, 1972). Η τελευταία εικόνα: Silvia Ary, 1935

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21, άνοιξη 2010.

30
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 63

Ήβλιν Γουώ, Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ, εκδ. Νεφέλη, 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου, σ. 289-290 (Evelyn Waugh, Brideshead Revisited, 1945)

Τώρα, όσο είχα δύναμη, θα πήγαινα σε εκείνα τα άγρια μέρη όπου ο άνθρωπος είχε εγκαταλείψει τη θέση του και η ζούγκλα γλιστρούσε αθόρυβα να καταλάβει τα παλιά της οχυρά.

Έτσι, ακολουθώντας μια αργή αλλά διόλου εύκολη πορεία, ταξίδεψα μέσω Μεξικού και Κεντρικής Αμερικής σε ένα κόσμο που διέθετε όλα αυτά που είχα ανάγκη και η αλλαγή αυτή από τις περίφρακτες, ιδιωτικές εκτάσεις και τις επαύλεις θα έπρεπε να με είχε αναζωογονήσει και να με είχε βοηθήσει να τα ξαναβρώ με τον εαυτό μου. Αναζητούσα την έμπνευση ανάμεσα σε λεηλατημένα παλάτια και αυλές μοναστηριών πνιγμένες στα αγριόχορτα, έρημες εκκλησιές όπου οι νυχτερίδες κρέμονταν από τον τρούλο σαν ξεραμένα περικάρπια και όπου μόνο τα μυρμήγκια βρίσκονταν διαρκώς σε κίνηση ανοίγοντας στοές στα πολυτελή στασίδια· σε πόλεις στις οποίες δεν σε έβγαζε δρόμος και σε μαυσωλεία όπου έβρισκαν καταφύγιο από τις βροχές μοναχικές οικογένειες Ινδιάνων που τις θέριζαν οι θέρμες. Στα μέρη αυτά με πολύ κόπο, αηδία και συχνά με σχετικό κίνδυνο έκανα τα πρώτα σχέδια για το λεύκωμα Η Λατινική Αμερική κατά Ράιντερ. Σε τακτά χρονικά διαστήματα έκανα ένα διάλειμμα μερικών εβδομάδων για ξεκούραση και ξαναβρισκόμουν στη ζώνη του εμπορίου ή του τουρισμού, ανακτούσα τις δυνάμεις μου, έστηνα το εργαστήρι μου, μετέφερα τα σκίτσα μου στον καμβά, τα πακετάριζα γεμάτος αγωνία με το που τα ολοκλήρωνα και τα έστελνα στον πράκτορά μου στη Νέα Υόρκη, για να ξεκινήσω και πάλι αμέσως μετά με τη μικρή μου συνοδεία για τους ερημότοπους.

Στην Χρύσα Σπυροπούλου




Μαΐου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.123.602 hits

Αρχείο