Αρχείο για Μαΐου 2010

31
Μάι.
10

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Εχθροί. Μια ερωτική ιστορία

Μνήμη, θρησκεία, λαγνεία: Διαφυγή αδύνατη

«Ο Χέρμαν είχε δύο συζύγους κι ετοιμαζόταν να αποκτήσει και τρίτη. Και μολονότι φοβόταν τις συνέπειες των πράξεών του και το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε, κάπου μέσα του απολάμβανε το ρίγος που του δημιουργούσε η αδιάκοπη προοπτική μιας απειλητικής καταστροφής. Σχεδίαζε τις κινήσεις του και αυτοσχεδίαζε ταυτόχρονα. Το «Ασυνείδητο», όπως το ονόμαζε ο Φον Χάρτμαν (σημ.: Γερμανός φιλόσοφος που έγραψε την Φιλοσοφία του Ασυνειδήτου, 1869), δεν έκανε ποτέ λάθη. Τα λόγια του Χάρτμαν έμοιαζαν να ξεπηδούν μόνα τους μέσα απ’ το στόμα του, και μόνο κατόπιν καταλάβαινε κι ο ίδιος τι στρατηγήματα και υπεκφυγές είχε κατορθώσει να επινοήσει. Πίσω από αυτό τον τρελό αχταρμά συναισθημάτων, ένας δαιμόνιος παίκτης αναπτυσσόταν μέσα απ’ το καθημερινό ρίσκο». (σ. 149).

Ο Χέρμαν Μπρόντερ και οι τρεις γυναίκες αποτελούν τυπικούς χαρακτήρες του Σίνγκερ: αγωνίζονται ταυτόχρονα να επιβιώσουν από τις Μνήμες του Ολοκαυτώματος και να υπάρξουν σ’ ένα καινούργιο κόσμο χωρίς τα αλλοτινά ηθικά και πολιτισμικά τους υποστυλώματα. Εκείνος εργάζεται ως συγγραφέας – φάντασμα για έναν ραβίνο αλλά μοιάζει ο ίδιος να κινείται σ’ ένα φασματικό βίο, φανταζόμενος εναλλακτικές ζωές και αναζητώντας δυνητικές κρυψώνες σε περίπτωση εισβολής των Ναζί στην Νέα Υόρκη. Η σωτηρία του από την Γιάντβιγκα, που τον έκρυβε επί τριετία στο πατάρι ενός αχυρώνα («ένα κενό στη ζωή του που ποτέ δεν θα μπορούσε να αναπληρωθεί»), εξαργυρώθηκε σιωπηλά με συζυγική σχέση και εστία στο Μπρούκλιν, ενώ στο Μπρονξ τον περιμένει η Μάσα, ένας ηδυπαθής έρωτας που συνοδεύεται ακόμα και στις πιο προσωπικές στιγμές του από ιστορίες των γκέτο, των στρατοπέδων και των περιπλανήσεων στην ερειπωμένη Πολωνία. Η εμφάνιση της νομιζόμενης νεκρής πρώτης συζύγου του, Ταμάρα, ολοκληρώνει την ενοχική του παθητικότητα: δίγαμος, άβουλος και αποκομμένος από την προσωπική του ηθική, ο Μπρόντερ αισθάνεται αμαρτωλός απέναντι στον ιουδαϊσμό και τον αμερικανικό νόμο, «ένας μοιρολάτρης ηδονιστής που ζει σε μια προ-αυτοκτονική δυστυχία». Η ζωή του πλέον χαρακτηρίζεται από τον φόβο των συνεπειών, την λαγνεία για τις συντρόφους του και την βεβαιότητα πως «ο μεταφυσικός του μπαλαντέρ παίζει εις βάρος του μια μοιραία φάρσα» .

Το πρώτο μυθιστόρημα του Σίνγκερ που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στις ΗΠΑ, πάντα γραμμένο στα γίντις (1972), περιλαμβάνει όλα τα γνώριμα στοιχεία της γραφής του: σταδιακή ανάπτυξη του μύθου με απλές πλην λεπτοδουλεμένες φράσεις, ισομερή εναλλαγή εσωτερικών κι εξωτερικών σκηνών, διαλόγους άλλοτε με ψήγματα σοφίας κι άλλοτε περίτρανες αποδείξεις της φαυλότητας της ανθρώπινης σκέψης. Τα πρόσωπα του σινγκερικού κόσμου φιλοσοφούν για το κακό, ψάχνουν απαντήσεις για την μετά Χίτλερ ζωή και τρομάζουν με κάθε κουδούνισμα πόρτας, λες και οι ναζιστές εξακολουθούν να βρίσκονται παντού, ενώ στα όνειρά τους οι πρόγονοι τους φωνάζουν στο αυτί χωρία της Βίβλου. Αναρωτιούνται αν ο Θεός ενέκρινε τη σφαγή (και τέλος πάντων «ο Θεός τίνων;»), τον μνημονεύουν διαρκώς αλλά απιστούν κατά το συμφέρον τους. Όταν η θρησκεία δεν είναι πειστική και η φιλοσοφία έχει χάσει κάθε νόημα, αναρωτιούνται μήπως ο αποκρυφισμός μπορεί να κρύβει αλήθειες, ενώ ο Μπρόντερ φτάνει στο σημείο να φαντασιωθεί μια καινούργια μεταφυσική ή ακόμα και μια νέα θρησκεία. Προσπαθούν να διαβάσουν αλλά τα βιβλία δεν τους λένε τίποτα: «Τι μπορούσε να σώσει τον ίδιο τον Χέρμαν από το βύθισμά του όλο και βαθύτερα το βούρκο όπου είχε παγιδευτεί; Ούτε η φιλοσοφία, ούτε ο Μπέρκλεϊ, ο Χιουμ, ο Σπινόζα, ούτε ο Λάιμπνιτς, ο Χέγκελ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε ή ο Χούσερλ. Όλοι τους διδάσκουν κάποιου είδους ηθική, που όμως δεν είναι ικανή να βοηθήσει στην αντίσταση κατά του πειρασμού. Μπορεί κανείς να είναι Ναζί και να ακολουθεί τον Σπινόζα· ένας μυημένος στη φαινομενολογία του Χέγκελ μπορεί να είναι και σταλινιστής· κάποιος μπορεί να πιστεύει στις μονάδες, στο Zeitgeist, στην τυφλή θέληση, στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, και να εξακολουθεί να διαπράττει εγκλήματα». (σ. 190)

Η τυπολογία των γυναικείων χαρακτήρων καλύπτει τρεις διαφορετικές περιπτώσεις: η παράδοση αντιπροσωπεύεται από την αγοραφοβική Γιάντβιγκα που δεν εμπιστεύεται τίποτα γραμμένο ενώ η Ταμάρα έχει χάσει κάθε πίστη σε οτιδήποτε την στήριζε και το μόνο που νοιώθει πως έχει σίγουρο είναι η σφαίρα στον αριστερό της γοφό, γι’ αυτό και δεν θέλει να την βγάλει. Το τραυματικό παρελθόν επιβιώνει στην Μάσα μέσα από έναν σκοτεινό ερωτισμό: όταν δεν υποδεικνύει τις πληγές της στον εραστή της τού δηλώνει απερίφραστα πως έχει αναγκαστεί να κάνει τόσα πολλά, που δεν μπορεί να κάνει τίποτα πια χωρίς την θέλησή της, παρά μόνο με τη σκέψη πως κάποιος την σημαδεύει με όπλο. Οι αντιφάσεις τους εκφράζονται εκπληκτικά στη μορφή της Σίφρα Πουάχ, μητέρας της Μάσα: καθώς μουρμουρίζει πως μετά το Ολοκαύτωμα οι Εβραίοι δεν έχουν το δικαίωμα να γιορτάζουν, ταυτόχρονα επιθεωρεί την εμφάνιση της κόρης της, προτείνοντας βελτιωτικές αλλαγές.

Σ’ ένα περιβάλλον που μοιάζει να έχει όλα τα κοσμικά χαρακτηριστικά του πολωνο-εβραϊκού παρελθόντος, όπου από τη μια «η Τρεμπλίνκα είναι παντού» κι από την άλλη ο φόβος αφορά και το μέλλον («Με τη σωστή προπαγάνδα, το πλήθος αυτό θα μπορούσε να υποκινηθεί και να γίνει όχλος που ζητά νέα πογκρόμ» (σ. 235)) οι χαρακτήρες αγωνίζονται να ισορροπήσουν σε εαυτούς που αποτελούν αίνιγμα και για τους ίδιους. Κι αν τη μια στιγμή κυνικά αναρωτιούνται «από τι συνίσταται ο πολιτισμός, αν όχι από έγκλημα και συνουσία;» (σ. 139), δεν παύουν τουλάχιστον να θυμούνται: «Η αλήθεια είναι πως όσο κι αν υποφέραμε, χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε αν θα ’μαστε ζωντανοί την επόμενη μέρα ή ακόμη και μετά από μία ώρα, την αγάπη τη χρειαζόμασταν. Τη γυρεύαμε περισσότερο από παλιά, που όλα ήταν εντάξει. Άνθρωποι ξάπλωναν σε καταφύγια ή σε σοφίτες, πεινασμένοι και ψειριασμένοι, αλλά φιλούσε ο ένας τον άλλον, πιάνονταν από το χέρι. Ποτέ δε θα φανταζόμουν πως οι άνθρωποι μπορούν να βγάλουν τόσο πάθος κάτω από τέτοιες συνθήκες». (σ. 95).

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. από τα αγγλικά Βασίλης Αμανατίδης, 305 σελ. (Isaac Bashevis Singer, Enemies, A Love Story, 1972). Η τελευταία εικόνα: Silvia Ary, 1935

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21, άνοιξη 2010.

30
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 63

Ήβλιν Γουώ, Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ, εκδ. Νεφέλη, 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου, σ. 289-290 (Evelyn Waugh, Brideshead Revisited, 1945)

Τώρα, όσο είχα δύναμη, θα πήγαινα σε εκείνα τα άγρια μέρη όπου ο άνθρωπος είχε εγκαταλείψει τη θέση του και η ζούγκλα γλιστρούσε αθόρυβα να καταλάβει τα παλιά της οχυρά.

Έτσι, ακολουθώντας μια αργή αλλά διόλου εύκολη πορεία, ταξίδεψα μέσω Μεξικού και Κεντρικής Αμερικής σε ένα κόσμο που διέθετε όλα αυτά που είχα ανάγκη και η αλλαγή αυτή από τις περίφρακτες, ιδιωτικές εκτάσεις και τις επαύλεις θα έπρεπε να με είχε αναζωογονήσει και να με είχε βοηθήσει να τα ξαναβρώ με τον εαυτό μου. Αναζητούσα την έμπνευση ανάμεσα σε λεηλατημένα παλάτια και αυλές μοναστηριών πνιγμένες στα αγριόχορτα, έρημες εκκλησιές όπου οι νυχτερίδες κρέμονταν από τον τρούλο σαν ξεραμένα περικάρπια και όπου μόνο τα μυρμήγκια βρίσκονταν διαρκώς σε κίνηση ανοίγοντας στοές στα πολυτελή στασίδια· σε πόλεις στις οποίες δεν σε έβγαζε δρόμος και σε μαυσωλεία όπου έβρισκαν καταφύγιο από τις βροχές μοναχικές οικογένειες Ινδιάνων που τις θέριζαν οι θέρμες. Στα μέρη αυτά με πολύ κόπο, αηδία και συχνά με σχετικό κίνδυνο έκανα τα πρώτα σχέδια για το λεύκωμα Η Λατινική Αμερική κατά Ράιντερ. Σε τακτά χρονικά διαστήματα έκανα ένα διάλειμμα μερικών εβδομάδων για ξεκούραση και ξαναβρισκόμουν στη ζώνη του εμπορίου ή του τουρισμού, ανακτούσα τις δυνάμεις μου, έστηνα το εργαστήρι μου, μετέφερα τα σκίτσα μου στον καμβά, τα πακετάριζα γεμάτος αγωνία με το που τα ολοκλήρωνα και τα έστελνα στον πράκτορά μου στη Νέα Υόρκη, για να ξεκινήσω και πάλι αμέσως μετά με τη μικρή μου συνοδεία για τους ερημότοπους.

Στην Χρύσα Σπυροπούλου

29
Μάι.
10

I΄m From Barcelona – 27 songs from Barcelona(Dolores Recordings, 2010)

 

Υπάρχουν πολλοί αναγνώστες που έχουν μανία με τις συλλογές, πέρα από το … συλλεκτικό του είδους. Οι λόγοι είναι γνωστοί: η ποικιλία, η συνύπαρξη πολλών ειδών και τάσεων, το απρόβλεπτο ή αταίριαστο ή διαφορετικό του επόμενου κομματιού, και πολλά άλλα εξίσου γνωστά. Ε λοιπόν αυτός ο δίσκος είναι πρώτιστα γι’ αυτούς. Τι κι αν υπογράφεται από ένα μόνο όνομα; Η αίσθηση της συλλογής με όλα τα παραπάνω στοιχεία εδώ είναι κυριαρχική. Και υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό: τα 27 κομμάτια εδώ φτιάχτηκαν και τραγουδήθηκαν από το κάθε μέλος της μπάντας ξεχωριστά. Έμπνευση υπήρξαν τα 4 ταυτόχρονα LP των Kiss το 1978. Έτσι η 27μελής πανηγυρική μπάντα με το εξτραβαγκαντικό παρεΐστικο στιλ που μας ξεσήκωσε ψυχοσωματικά με το Let Me Introduce My Friends (2006) (και κυρίως το έξοχο ομώνυμο τραγούδι, ενώ το Who Killed Harry Houdini του 2008 δεν αποτέλεσε αναμενόμενη συνέχεια) μετατρέπεται σε σύλλογο συλλογής ειδών και στιλ.

Πολυχρωμία: το Lower My Head υποδειγματίζει την shoegaze αισθητική, το But Hey Even Though Your Horses Went Away την κοπάνησε από τις σπιτικές καναδέζικες μπάντες της Arts & Crafts, το Baby let’s go θα εξαπατούσε έναν λάτρη των girl group των 60ς αν δεν είχε λιγότερο σουηδική ποπ παραγωγή. Άραγε τι απωθημένο τραγούδι φτιάχνει ο καθένας και ποιο είδος συγκεντρώνει τις περισσότερες δοκιμές άρα προτιμήσεις των μελών;

Προς μεγάλη έκπληξη η ηλεκτροπόπ: το Pet Duet στην πλευρά των Saint Etienne για να μην πω Human League, το Tour de France για το οποίο δεν αναρωτιέμαι σε ποιους αποδίδει φόρο τιμής και ακόμη τα Be the same και Kosmonaut. Ο Gary Numan θα χαμογελάει με όλα τα ευμνημόνευτα πληκτροριφφάκια. Προς ακόμα μεγαλύτερη, ηλεκτρορόκ ροπή και κοπή στο στιλ των Soundtrack of Our Lives κι ό,τι αυτοί αντιγράφουν (Silence, Troublemaking και το καλύτερο του δίσκου Nothin Like the Mornin). Παραδόξως οι δυο Ljung (αδέλφια;) που τα καταφέρνουν καλύτερα συνθετικά και φωνητικά, στο σχήμα παίζουν μόνο … πνευστά. Ακόμα και η ακουστική φολκ διεκδικεί προς στιγμήν δάφνη πλειοψηφίας με τα The Return of the Ape και το α λα Neil Young τελείωμα και το Make Me a Cowboy Again for a Day. Στην μειοψηφία έχουμε από ένα: σουεντικό (όχι σουηδικό) μελόδραμα (What Should I Do), σχεδόν παιδικό (Hej Hej Ivar), πειραματικό (Zapatista), jazzy piano (Alice in Wonderland), «eastern» έθνικ (The Wave), ψιλο-σλάκερ ροκ (My BPM …), καντράκι (Sick of love). Το UHOH αλιεύει απ’ την ίδια δεξαμενή με τους MGMT και δυο μπαλάντες αφήνουν περίφημη επίγευση στην σαλάτα (Hang On, Dreaming My Dreams).

Τα καμάρια του υπερβόρειου Jonkoping φαίνεται να το διασκεδάζουν με την ψυχή τους, αν κρίνω από τις φωτογραφίες των ταξιδιών, των φαγοποτίων και των ηχογραφήσεων. Ξανασκέφτομαι πως κατόρθωσαν το ελαφρώς απίθανο: μέσα σ’ ένα συνωστισμό που φαίνεται ότι τους πάει πολύ, ο καθένας έβγαλε το ατομικό του ιδιαίτερο «σινγκλάκι». Ωραία ιδέα, να την ακολουθήσει κάθε μπάντα απαριθμεί από τέσσερα μέλη και πάνω. Βινυλιακώς ο δίσκος είναι τριπλός με μικρά εικαστικά όλων των μελών (άντε πάλι) και διαδικτυακώς ελεύθερος απ’ το website τους.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στην πρώτη φωτογραφία: ο εφιάλτης του σερβιτόρου. Στην επόμενη: ο «πάντα κάποιος κάνει κάτι περισσότερο απ’ τους υπόλοιπους». Στις τελευταίες: τα εξώφυλλα του παρόντος και του παρελθόντος – οι διαφορές εμφανείς. 

27
Μάι.
10

Δημοσθένης Βουτυράς – Τα σύμβολα στα όνειρα. Μία διάλεξη, έξι διηγήματα, τριανταεννέα όνειρα

Λοιπόν θαυμάζει κανείς την ειρωνεία και τον σαρκασμό! Τον σαρκασμό που έχει το όνειρο, όταν αναγγέλλει ή προλέγει τα κακά που θα πάθει το σώμα. Σαν κάτι ξένο, ολότελα ξένο απ’ το σώμα, απ’ τον άνθρωπο, μια Πυθία, Σίβυλλα χωμένη, τρυπωμένη μέσα μας, που προλέγει το κακό με συμβολικές λέξεις και παραστάσεις. (σ. 23)

Ταξίδι στον σκοτεινό κόσμο των ονείρων, σε τέσσερις στάσεις. Στον προθάλαμο ο Βάσιας Τσοκόπουλος, γνώστης – μελετητής και ανθολογητής του Βουτυράειου Έργου μας εφοδιάζει με τις απαραίτητα κλειδιά για να μπούμε στα ενδότερα. Πώς «ο εισηγητής του μοντερνισμού στην ελληνική λογοτεχνία» (χωρίς σχετικά διαβάσματα, θεωρητικό υπόβαθρο ή πρότυπα μίμησης) γοητεύτηκε από την φροϋδική περί ονείρων επανάσταση, προσπέρασε την λαϊκή ονειροκριτική και την συμβολιστική τους υποβολή και έφτιαξε τον δικό του ονειρικό λόγο. Στα διηγήματά του ο ύπνος συχνά καθορίζει την διάθεση των ηρώων, τα όνειρά τους μιλάνε και τους μιλάνε, επηρεάζουν την πλοκή, αποτελούν αντίστιξη της πραγματικότητας, γίνονται αγωγοί σάτιρας και ειρωνείας. Όπως έλεγε ο ίδιος, τα όνειρα είναι μια άλλη ζωή παράδοξη, όπου περνάμε ένα μεγάλο μέρος της «πραγματικής» μας ζωής. Ερωτικά, μισάνθρωπα, σατιρικά, σχιζοφρενικά, παράλογα – όλα αποτέλεσαν χρήσιμο υλικό για τις διηγηματικές του κατασκευές αλλά και εργαλεία ανίχνευσης ενός εσώτερου εαυτού.

Στον πρώτο δόμο «ακούμε» την διάλεξή  του σε αθηναϊκή τεκτονική στοά (με την οποία δεν είχε ιδιαίτερη σχέση) το 1933 με τίτλο «Τα σύμβολα στα όνειρα», όπου προς μεγάλη έκπληξη ο ομιλών επιχειρεί να συνδυάσει επιστημονικό και αυτοαναφορικό λόγο: κάνει λόγο ακόμα και για την αυτοκτονία του πατέρα του και αναφέρεται σε προσωπικά του όνειρα επιχειρώντας να τα κατηγοριοποιήσει. Από την άλλη το όλο κλίμα μοιάζει με πνευματιστική – παραψυχολογική συνάντηση της εποχής. Ούτως ή άλλως για τον Βουτυρά η μεταφυσική και ο παραλογισμός, αναπόσπαστα στοιχεία των ονείρων, έχουν αντίστοιχη θέση και στην πραγματικότητα. Στον κυρίως χώρο μας περιμένουν 6 ονειροπαρμένα και διηγήματα (των ετών 1902, 1916 -1937) και βγαίνοντας παίρνουμε 34 επιλεγμένα ενυπνιακά αποσπάσματα – κεράσματα απ’ το αχανές του έργο. Εδώ τα όνειρα είναι ιερά, η αδυναμία απόδρασης από την συνεχή τους πολιορκία δεδομένη, η λογοτεχνία γίνεται πραγματικότητα, τα εκατοντάδες όνειρα ισάριθμες λογοτεχνήσεις και ιδού μια εντελώς πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα θεματική «ανθολογία» αλλά και μια αλλόκοτη, μαύρη και σκοτεινή όψη γραφής του Βουτυρά.

Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2008, εισαγωγή Βάσιας Τσοκόπουλος, ανθολόγηση Διαμαντής Καράβολας, σελ. 103.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

25
Μάι.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 4

                                                   Ali Smith, Free love and other stories, 1995.

Άραγε οι τρεις εκφραστικές διαβαθμίσεις από το απόλυτο αγκάλιασμα στο συγκρατημένο χαμόγελο αντιπροσωπεύουν αντίστοιχες στάσεις ζωής; Ή απλώς μια φευγαλέα βόλτα με τη βάρκα συνοψίζει το πρόσκαιρο και το ευμετάβλητο των ίδιων των συναισθημάτων – ή μιας συντροφιάς;

24
Μάι.
10

Πάτρικ Γουάιτ – Ψεγάδια στον καθρέφτη. Μια αυτοπροσωπογραφία

Μια ζώσα ηδυπάθεια

«Σκέφτεται κανείς να δραπετεύσει, αλλά δεν το κάνει, ή όχι πλήρως: τα δαχτυλικά αποτυπώματα πάρθηκαν νωρίς. Το παρελθόν επανέρχεται στον καθρέφτη της τουαλέτας, κομματάκια απ’ αυτό σε καλά όνειρα, ή σ’ εκείνα τα ζοφερότερα, στα οποία ξεσπούν ανεκπλήρωτοι, μισολησμονημένοι πόθοι. Οι χειρότερες απ’ όλες είναι οι ενσυνείδητα δημιουργημένες μυθοπλασίες, επειδή είναι απτή απόδειξη όσων δεν τόλμησε κανείς να παραδεχτεί». (σ. 94)

Ο Πάτρικ Γουάιτ (1912 – 1990) έζησε μια ζωή συνεχών εναλλαγών διαμάχης και συμφιλίωσης με το απαιτητικό πρόσωπο και τον ιδιόρρυθμο συγγραφέα που συναποτελούσαν τον εαυτό του. Λονδρέζος ή «αποικιακός» για τους Αυστραλούς, Αυστραλός για τους Άγγλους, προδότης της υψηλής κοινωνικής του τάξης για αμφότερους, ο ιδιαίτατος συγγραφέας συλλέγει οριστικά πλέον τα ψεγάδια και τα μαργαριτάρια αυτής ακριβώς της ζήσης σ’ ένα τριμερές, αυτοπρόσωπο καθρέφτισμα. Αυτοβιογραφούμενος με τον τρόπο των πολυεπίπεδων μυθιστοριών του και με γλώσσα πληθωρική, πάντα αναβλύζουσα πολύσημα υπονοήματα, στο πρώτο και μεγαλύτερο μέρος προσωπογραφεί κάθε άνθρωπο που συμβάδισε μαζί του στις παρακαμπτήριους του βίου («ο καθένας αποτελεί ένα κομμάτι του δικού μου θρυμματισμένου χαρακτήρα») ή ενέπνευσε μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, παρουσιάζοντας παράλληλα τις συνθήκες γραφής, τις αντλίες έμπνευσης των έργων του και το αενάως ποτιζόμενο προσωπικό πνευματικό υπέδαφος.

Ο Γουάιτ ποτέ δεν απέκρυψε πως η προσωπικότητά του γινόταν πολυεδρική και το σώμα του πρωτεϊκό σύμφωνα με το χρόνο, το κλίμα και τις απαιτήσεις της μυθοπλασίας, την οποία επέλεξε (αν και, όπως τονίζει, μάλλον εκείνος επιλέχθηκε απ’ αυτήν) ως «το μέσο για να παρουσιάσει σ’ ένα δύσπιστο ακροατήριο τους ηθοποιούς αντιφατικών χαρακτήρων απ’ τους οποίους αποτελείτο». Ποτέ δεν ξαναδιάβαζε τα βιβλία του αλλά αν συνέβαινε για κάποιο λόγο εκπλησσόταν από στοιχεία ενός εαυτού ελάχιστα γνωστού, που εισχώρησαν ωσάν εκείνος να βρισκόταν σε κατάσταση ύπνωσης. Πάντα περίεργος να ανοίξει οποιαδήποτε κλειστή πόρτα, καταδικασμένος να υποβάλει τα πάντα σε ειρωνικές καύσεις αλλά ουδέποτε περιφρονητικός, δεν διστάζει να αμφιβάλει για το αν πολλές σχέσεις του θα μπορούσαν να λειτουργήσουν υπό λιγότερο δύσκολες ή φρενιτιώδεις συνθήκες. Φωτίζοντας κάθε σκοτεινό υπόστρωμα της παρεκκλίνουσας σεξουαλικότητάς του, είναι σαφής: όχι μόνο δεν είδε αρνητικά την σεξουαλική του αμφιθυμία αλλά, αντίθετα, φρόντισε να απολαύσει την ελευθερία «να περάσει μέσα από κάθε παραλλαγή του ανθρώπινου νου, να παίξει τόσους πολλούς ρόλους στα αντιφατικά περιβλήματα της σάρκας». Αντί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε ερωτική χαρακτηρολογική κατάταξη, αισθανόταν περισσότερο ως ένα μυαλό που διακατέχεται από το πνεύμα του άντρα ή της γυναίκας σύμφωνα με τις καταστάσεις ή τους χαρακτήρες που υποδυόταν στα γραπτά του.

Σε αυτή τη ζωή των βασανιστικών ασθματικών καλοκαιριών και των βρογχιτικών χειμώνων, του εναγκαλισμού με την ύπαιθρο («μιας σύνθεσης ζώσας ηδυπάθειας») και των γκροτέσκων επακόλουθων του Νόμπελ, τα αποτυχημένα του μυθιστορήματα ήταν εξίσου οδυνηρά όπως οι αποτυχημένοι έρωτες αλλά ένα στάδιο που αναγκαστικά διαβαίνεις, ενώ τα σπίτια, οι τόποι και τα τοπία πάντα σήμαιναν περισσότερα γι’ αυτόν απ’ ό,τι οι άνθρωποι, συχνά δε και σωσίβιες λέμβοι στα συναισθηματικά του χάη. Ο συγγραφέας συμπορεύτηκε με τον δύσκολο, αυτοσαρκαζόμενο πλην αυτάρκη εαυτό του αλλά και σε μοναδική συντροφικότητα με τον Μανώλη Λάσκαρη, σύντροφο και μυητή του στην Ελλάδα («μια χώρα για μαζοχιστές όπως κι εγώ») στην οποία έζησε και ταξίδεψε εθιστικά και καθοριστικά, ακόμα κι αν έβλεπε πως οι ελληνικές πόλεις δεν διέφεραν ιδιαίτερα η μια από την άλλη και πως οι εκκλησίες όφειλαν να είναι νοσοκομεία για αμαρτωλούς κι όχι ξενοδοχεία για αγίους. Σε αυτά τα ταξίδια και σε άλλα «αυτοτελή» ιδιαίτερα θέματα αφιερώνονται τα δυο τελευταία και μικρότερα μέρη ενός Γουάιτ Μέσα Απ’ τον Καθρέφτη. Καθώς όμως τελικά «φτάνεις σ’ ένα σημείο όπου είχες τα πάντα, και τα πάντα ισοδυναμούν με το τίποτα», ίσως μεγαλύτερη σημασία απ’ όλα έχει η παράθεση μιας λίστας στην ακροτελεύτια παράγραφο με όλα τα μικρά και απλά που διέγειραν την ύπαρξή μας. Τουλάχιστο «το παρελθόν μπορεί να αποσυντεθεί και ανασυγκροτηθεί, για να βολέψει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, που τελικά είναι η ζωή» (σ. 273)

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2008, εισ. – μτφ. – σημ. Γιάννης Βασιλακάκος, 459 σελ. (Patrick White, Flaws in the Glass. A Self – Portrait, 1981)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 604, 21.5.2010 (και εδώ)

23
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 62

Τόλης Καζαντζής. Κομμένη γλώσσα. «Ονόματα και ιστορίες». Ενηλικίωση. Από το βιβλίο: Η Παρέλαση –  Ενηλικίωση, εκδ. Ροές, Β΄ έκδ., 1988, σ. 192-193.

 Αυτά, μέχρι που αρχίνησε να μας μιλάει, κι έφευγε λόγο με το λόγο η ασχήμια κι η αχαμνάδα από πάνω του, καθώς μας ιστορούσε για την άλωση, για το ορφάνεμα του τόπου, για τους ηρωικούς νεομάρτυρες και για τον τυραννισμένο, τον τσαλαπατημένο τον κοσμάκη, για τους ντονμέδες και τους τσακανογλείφτες και κάτι άλλος προδότες και δοσίλογους της εποχής.

Από τη μέρα κείνη, στα έντεκα χρόνια μου, άλλο δε σκεφτόμουνα παρά να γράψω κι εγώ μια ιστορία, να βάλω μέσα όλο αυτό που μου περίσσευε και πήγαινε χαμένο. Και πήρα ένα πρόχειρο. Και πήρα ένα πρόχειρο, από κείνα με τα κίτρινα φύλλα και σηκωνόμουνα πρωί – χαράματα, πριν φύγω στο σχολείο κι έγραφα ασταμάτητα χωμένος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, χαμένος και φευγάτος μέσα στην ιστορία μου, όπου, μικρό παιδί, ακολουθούσα τους ήρωες του’ 21, βήμα το βήμα και τα ’βλεπα  όλα και τα διηγόμουνα όπως τα βλέπει και τα νοιώθει ένα μικρό παιδί.

 Στον Μίμη Σουλιώτη




Μαΐου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 1.017.820 hits

Αρχείο