Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2010

30
Σεπτ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 32. Δήμητρα Κολλιάκου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Διαβάζω, αλλά δυστυχώς ξεχνάω – τι έγινε όλος ο Μπόρχες που είχα διαβάσει κάποτε τόσο συστηματικά; Στα πρώτα εφηβικά διαβάσματα συγκαταλέγονται ο Χάινχριχ Μπελ και «ο Νεαρός Τέρλες» του Μούζιλ, ο Βαλτινός, ο Κουμανταρέας, η «Αρχαία Σκουριά» της Μάρως Δούκα, τα θεατρικά της Αναγνωστάκη. Όταν πρωτοπήγα στην Αγγλία μου είχε αρέσει η Άντζελα Κάρτερ, που τώρα μου φαίνεται δε θα μπορούσα να τη διαβάσω, πέρα από τις συλλογές των παραμυθιών της. Είναι στιγμές που θέλω ν’ ανοίξω κάτι που θα μου δώσει δύναμη, εδώ θα έβαζα τους Ρώσους κλασικούς, τον Τζόζεφ Ροθ, τον Κάφκα, τον Μπέκετ. Από σύγχρονους, τον Κούτσι και τον Ζέμπαλντ. Είδα πρόσφατα μια αγγλική μετάφραση των μυθιστορημάτων του Κάφκα που στο εξώφυλλό της είχαν μοστράρει μια κουβέντα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: «ο Κάφκα μου έδειξε ότι μπορεί να γράψει κανείς διαφορετικά». Ωραίο, αλλά μου φάνηκε σχεδόν αστείο να βάζουν τον Μάρκες να ‘συστήνει’ στο κοινό τον Κάφκα! Κι όμως, μια εποχή όχι και τόσο μακρινή λάτρευα τον Μάρκες, και το πρώτο μου βιβλίο έχει στοιχεία μαγικού ρεαλισμού. Πέρασα από διάφορα μονοπάτια, αυτήν την αναγνωστική πορεία όμως δεν μπορώ να την ανασυνθέσω με ακρίβεια, να πω πώς και σε ποιο βαθμό διαμόρφωσα προσωπική αισθητική. Ενώ έκανα σπουδές κλασικής φιλολογίας, αυτά τα κείμενα μπορώ να τα προσεγγίσω αντιπαραβάλλοντας πάντα με το πρωτότυπο τη μετάφραση. Υπήρξα από νέα πιστή αναγνώστρια της Βιβλιοθήκης του Απολλοδώρου, κι έχω μια μικρή συλλογή από μύθους διαφόρων προελεύσεων.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Η Δίκη» (Κάφκα), «Η τύφλωση» (Κανέτι), «Ο άρχοντας των μυγών» (Γκόλντινγκ), «Ο Μάστερ και η Μαργαρίτα» (Μπουλγκάκοβ), «Λάναρκ» (Άλιστερ Γκρέι), «Η πόρτα» της Ουγγαρέζας Magda Szabó.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Οι Νεκροί» του Τζόις, ο «Καθεδρικός ναός» του Κάρβερ, το «Ήλιος και Φεγγάρι» της Μάνσφιλντ, «everything that rises must converge» της Φλάνερι Ο’Κόνορ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Υπάρχουν ενδιαφέροντα βιβλία και φερέλπιδες συγγραφείς. Δυσκολεύομαι να περιοριστώ σε ένα όνομα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πρόσωπα σημαντικά στη ζωή μου, που ενέπνευσαν κάποιους χαρακτήρες στα γραπτά μου, μου φαίνεται πάντα θα με ακολουθούν. Μεγαλώνοντας όμως τους «ήρωες» αυτούς τους βλέπω με άλλο μάτι και τα νέα τους δεν παύουν να με εκπλήσσουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε καφέ, σε δημόσιες βιβλιοθήκες ή φιλοξενούμενη από φίλους, προτιμώ το γραφείο μου και το σπίτι μου πάντως.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Κατά καιρούς χρησιμοποιώ τετράδια για να σημειώνω ιδέες ή το βασικό σκελετό μιας ιστορίας. Συνήθως όμως γράφω απευθείας στον υπολογιστή. Οι ιδέες έρχονται δουλεύοντας. Καμιά φορά σε φάση μεγάλης «ανομβρίας» σηκώνομαι να πάω μια βόλτα και τότε καταφθάνει μια ιδέα, λες και περίμενε το σώμα μου να σηκωθεί απ’ την καρέκλα. Εννοείται πρέπει να μάθει κανείς να ξεχωρίζει τις ιδέες από τους συμβιβασμούς ή τις λύσεις ανάγκης, αν και μου φαίνεται ότι και οι τελευταίες μπορούν να προαχθούν σε «ιδέες» έτσι και τους δώσει κανείς την απαιτούμενη προσοχή.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Για να μπω σ’ ένα κλίμα όταν επιχειρώ να στρωθώ στις εννιά το πρωί και έχοντας μόλις αφήσει τα παιδιά στο σχολείο -αυτές είναι οι συνθήκες, εννεά με τρεις ή τέσσερις, και όχι κάθε μέρα, ίσως και κάποια βράδια-, ακούω μοντέρνους κλασικούς του εικοστού αιώνα – Άλμπαν Μπεργκ, Σοστακόβιτς, Γκία Καντσέλι, Toru Takemitsu, τα δωδεκάφθογγα έργα του Σκαλκώτα. Δε δουλεύει πάντα το σύστημα, κάποιες φορές εκνευρίζομαι, αλλά συχνά με βοηθάει ν’ ακούω τέτοια κομμάτια με τα οποία έχω μια εξοικείωση. Δεν ακούω μουσική όταν διαβάζω. Όσο για τις γενικότερες μουσικές μου προτιμήσεις, δεν παρουσιάζουν μου φαίνεται ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Το πρώτο μου βιβλίο, «Το Μαγείο», είναι μυθιστόρημα ενηλικίωσης όσον αφορά την αφηγήτρια – πρωταγωνίστρια, αλλά κι εμένα την ίδια. Άρχισα να το γράφω λίγο μετά το θάνατο της μητέρας μου κι ενώ είχα μόλις εκλεγεί λέκτορας γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Newcastle. Με συμβατικά κριτήρια, ήμουν επιτυχημένη, παρόλ’ αυτά ένιωθα βαθιά ανικανοποίητη, μισός άνθρωπος. Ήταν η πρώτη σοβαρή απόπειρα να αποδείξω στον εαυτό μου ότι μπορούσα να γράψω. Συμφωνώ με την άποψη ότι το δεύτερο βιβλίο είναι ένα δύσκολο βήμα – εκεί θα φανεί αν υπάρχουν αποθέματα για περαιτέρω. Εμένα το βήμα αυτό μου πήρε επτά ολόκληρα χρόνια! Βέβαια τελικά πήγε καλά, η «Θερμοκρασία Δωματίου» τιμήθηκε με δύο βραβεία. Είναι ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται το θέμα μου – ατομική/ομαδική ταυτότητα και ανεστιότητα. Έχω ζήσει πολύ «έξω» και «απ’ έξω», ανήκω και σε μια γενιά που δεν έχει μια συναρπαστική ιστορία να αφηγηθεί. Ποιοι είμαστε, πού ανήκουμε και γιατί δυσκολευόμαστε να ανήκουμε, σε αντίθεση με άλλους που επιδιώκουν ακριβώς αυτό, πλήρη ενσωμάτωση στην όποια ομάδα. «Η αρρώστια των βουνών», μια σύνθεση από τέσσερις ομόκεντρες νουβέλες, με ήρωες ανάμεσα στα τριάντα και στα σαράντα που βρίσκονται σε μεταβατική στιγμή, εξερευνά το θέμα του πόθου και εν τέλει της επιθυμίας να είναι κανείς διαφορετικός. Δεν ξεχωρίζω ανάμεσα στα βιβλία μου. Τα βλέπω ως στάδια μιας πορείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μέχρι στιγμής από τη δουλειά μου στο πανεπιστήμιο. Έχω καταφέρει να πάρω κατά καιρούς μεγάλες άδειες που χρησιμοποίησα κυρίως για να γράψω. Τα τελευταία χρόνια το έχω γυρίσω σε παρτ τάιμ για να έχω χρόνο να γράφω.

Η επιστημονική σας ενασχόληση με την Γλωσσολογία σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Ήταν πάντα ένα ζήτημα αυτό, τι από τα δύο θέλω να κάνω, κατά πόσο μπορώ να τα κάνω και τα δύο. Ας πούμε ότι αυτή η ενασχόληση μου έδωσε μια πειθαρχία κι έναν αναλυτικό τρόπο σκέψης. Κάποια στιγμή ξεκαθάρισα ότι αυτό που θέλω πιο πολύ είναι το γράψιμο, κι η γλωσσολογία (συγκεκριμένα, η ερευνητική ενασχόληση με τη γλωσσολογία, όχι τόσο η διδασκαλία) άρχισε να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διάβασα πρόσφατα τη Φιλανδή Τόβε Γιάνσον από αγγλική μετάφραση. Μου φαίνεται ότι μόνο κάποια από τα παιδικά της έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά (με εξαιρετική εικονογράφηση της ίδιας – εκτός από συγγραφέας ήταν ζωγράφος και καθηγήτρια φιλοσοφίας), έχει όμως γράψει και κάμποσα βιβλία για μεγάλους. Δεν την ενδιαφέρει πολύ η πλοκή ούτε καν η δομή, και τα κεφάλαια των μυθιστορημάτων της συχνά δίνουν την εντύπωση αυτόνομων κειμένων. Όμως ξέρει να γράφει για την ουσία μ’ έναν πολύ ευθύ και διαυγή τρόπο – πουθενά δεν την πιάνεις να κολακεύει ή να υποτιμά τον αναγνώστη.

Τι γράφετε τώρα;

Ελπίζω ένα μυθιστόρημα. Ξέρω λίγο τους ήρωες και τα τοπία, αν και δεν έχω βρει τις φωνές τους ακόμα. Εκτυλίσσεται στο Νιούκασλ. Τώρα που φύγαμε από την Αγγλία, σχεδόν τη νοσταλγώ.

Στην πρόσφατη συλλογή «Ελληνικά Ονόματα» (εκδ. Κέδρος, 2010) επιλέξατε ως πρόσωπο τον Νίκο Σκαλκώτα. Ανάμεσα σε ποιες άλλες επιλογές επικράτησε και ποιος ήταν ο κυριότερος λόγος;

Καταρχήν η ιστορία του Σκαλκώτα είναι πολύ «ελληνική»: ήταν μεγάλο ταλέντο κι έκανε λαμπρές σπουδές στο Βερολίνο, όμως παρά την αναγνώρισή του στη Δύση παραγκωνίστηκε από το μουσικό κατεστημένο επιστρέφοντας στην Ελλάδα. Ακόμη και ο χρόνος ήταν εναντίον του: πέθανε αιφνιδίως στα σαράντα πέντε του, αφήνοντας σημαντικό αλλά δυσπρόσιτο έργο. Τον είδα περισσότερο σαν αφορμή να γράψω για τη δημιουργικότητα και τη δημιουργία – η μεν ως διάθεση ή βαθύτερη ανησυχία, και η δε ως ροή και απτό αποτέλεσμα με διάρκεια στιγμής ή αιώνων. «Έχει νόημα αυτό που κάνω;» Αυτό το ερώτημα βασανίζει στο διήγημα έναν καλλιτέχνη πολύ μικρότερου διαμετρήματος από του Σκαλκώτα. Πρόκειται για τον αφηγητή – έναν συγγραφέα που στην εφηβεία του ερωτεύτηκε την εγγονή του Σκαλκώτα (φανταστικό πρόσωπο), από την κόρη που ο Σκαλκώτας είχε αποκτήσει με μια Γερμανίδα βιολονίστρια (ιστορικά πρόσωπα και οι δυο). Δε θυμάμαι καθόλου πια αν είχα εξετάσει άλλους «υποψηφίους», μόνο ότι είχα αποκλείσει τους συγγραφείς…

Η επιλογή σας για μια άλλη συλλογή διηγημάτων («Έκδυσις», εκδ. Πατάκη, υπό έκδ.) είναι εξίσου ενδιαφέρουσα. Εδώ τι «συνέβη»;

Εδώ η ιστορία έπρεπε να περιλαμβάνει έναν λογοτεχνικό ήρωα που προσκαλεί τον αφηγητή ή προσκαλείται από κείνον σε δείπνο. Διάλεξα τον Γκρέγκορ Σάμσα από τη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα, ως αλησμόνητο χαρακτήρα του διεθνούς ρεπερτορίου, κι επίσης για τη «δυσκολία» του πράγματος – τι μπορεί να τρώει ένας τύπος σαν τον Σάμσα και ποιος μπορεί να είναι ο ομοτράπεζός του; Ήταν μια άσκηση που την ευχαριστήθηκα πολύ, όχι μόνο γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να πειραματιστώ με άλλους τρόπους γραφής, αλλά και γιατί έτσι ξαναδιάβασα Κάφκα, που τον είχα αμελήσει τα τελευταία χρόνια.

 Φωτ. Jonathan Ginzburg και Γιώργος Οικονομόπουλος αντίστοιχα.

28
Σεπτ.
10

Έλενα Χουζούρη – Πατρίδα από βαμβάκι

Ιστορίας Ιστόρημα

«Η Ιστορία δεν ενδιαφέρει τον μυθιστοριογράφο καθαυτήν, σαν αντικείμενο που μπορεί να το απεικονίσει, να το καταγγείλει, να το ερμηνεύσει· ο μυθιστοριογράφος δεν είναι υπηρέτης των ιστορικών· η Ιστορία τον μαγεύει επειδή είναι σαν προβολέας που περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και τη φωτίζει, φωτίζει τις απρόσμενες δυνατότητές της, που σε ήρεμους καιρούς, όταν η Ιστορία είναι ακίνητη, δεν αξιοποιούνται, παραμένουν αθέατες και άγνωστες». (Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, μτφ. Γιάννης Χάρης, εκδ. Εστία, σ. 85-86)

Κάπως έτσι φωταγωγείται εδώ ένα υποφωτισμένο, από μυθιστορηματική άποψη, ιστορικό πεδίο, εφόσον η ζωή των μετεμφυλιακών πολιτικών μεταναστών, πλούσια «ιστορημένη» και εκ των έσω «αφηγημένη», παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθησαύριστη όσον αφορά μια περισσότερο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη μυθοπλαστική ανασκαφή. Μόνο πρόσφατα η έκδοση των μυθιστορημάτων του Γιώργου Πρασσά «…και έτσι έκλεισε ο κύκλος» και του Αλέξη Πάρνη «Η Οδύσσεια των διδύμων» (εκδ. Νεφέλη και Καστανιώτη αντίστοιχα) αλλά και η έντονη παρουσία του πολιτικού πρόσφυγα στην «Μνήμη της πολαρόιντ» της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο) πιθανώς σηματοδοτούν την ωρίμανση του σχετικού ενδιαφέροντος.

Η συγγραφέας εδώ δοκιμάζει κάθε μέσο προς τον προαναφερθέντα στο παράθεμα χειρισμό: διαβάζει το δίγλωσσο σημειωματάριο του κεντρικού χαρακτήρα Στέργιου Χ., επιστρατεύει διηγήσεις τρίτων και φωνές «που έχουν εισβάλλει μέσα της», απευθύνεται στον αναγνώστη ή στους ήρωές της, μαντεύει τι θα διαβάζαμε αν κατέγραφαν τις σκέψεις τους, τους τοποθετεί σε κάδρακαι καρέ, τοπογραφεί το περιβάλλον με τις λεωφορειακές τους διαδρομές, εισχωρεί στα ενύπνιά τους, περιγράφει φωτογραφίες που διαθέτει ή φαντάζεται άλλες, ανατρέχει στον Τύπο της εποχής και πάντοτε υποθέτει χωρίς ποτέ να είναι σίγουρη. Οι χρόνοι του ξεφυλλίσματος των σημειώσεων, της συγγραφής του μυθιστορήματος (που με κάθε ευκαιρία τονίζει πως γράφει) και του ταξιδιού του Στέργιου ταυτίζονται σε παράλληλη σιδηροδρομική και μυθοπλαστική τροχιά.

Ο Στέργιος ταξιδεύει με την σύζυγο και τις κόρες του «πολιτικός πρόσφυγας από θέληση και πεποίθηση, δεύτερη φορά σε δεκαοχτώ χρόνια», αντιστρέφοντας την διαδρομή που έκανε το 1949, με αφετηρία τώρα την Τασκένδη και προορισμό τα Σκόπια, τον πλησιέστερο στην δικτατορική Ελλάδα τόπο. Η εποχούμενη α-τοπία του τρένου αποτελεί πρόσφορη σχεδία αναδρομής και ανατομής της ζωής του σε μια από τις δεκατέσσερις «Ελληνικές Πολιτείες» του Ουζμπεκιστάν, από την αμήχανη άφιξη στην Εδέμ των δικών τους Γραφών και τους πρώτους ενθουσιασμούς στις συνεχείς υπενθυμίσεις του χρέους και της άμιλλας και στην προοπτική διάρκειας που συγκρουόταν με τον πόθο της επιστροφής.

Πιστός στην ιδεολογία του μέχρι το τέλος, παρόλο που το Κόμμα καθόρισε δις την συναισθηματική – προσωπική του ζωή (στον γάμο του με την Σταυρούλα, συναγωνίστρια στα βουνά, και στον χωρισμό με την ρωσίδα Όλγα) αλλά και την ιατρική του ειδίκευση, θα κλυδωνιστεί από αμφιβολίες για τους εφαρμοστές της. Η αποσταλινοποίηση του εικοστού συνεδρίου, η άγνοια και η συνενοχή, η ντιρεκτίβα της απαγόρευσης των «βλαβερών» βιβλίων, οι κομματικές επαναξιολογήσεις της «Ανακαταγραφής», η καχυποψία στους κόλπους της κοινότητας, το ενδεχόμενο της διαγραφής και του κενού της μετέπειτα ζωής που συντρίβει τους συντρόφους που ζητούν την στήριξή του, όλα σηματοδοτούν την οριστική απώλεια της παλιάς χαρούμενης ατμόσφαιρας και των κοινών αυλών. Ενδεικτικές είναι οι αδύναμες στιγμές του κάτω από τα κολοσσιαία αγάλματα των Λένιν – Στάλιν που με την πέτρινη αδιαφορία τους τον αφήνουν αδιαφώτιστο. Θερινός εθελοντής στις απέραντες ουζμπέκικες βαμβακοφυτείες αναρωτιέται «αν όλοι έγιναν καινούργιοι άνθρωποι, αν ο ίδιος είναι πια ένας καινούργιος άνθρωπος», πάντα βασανιζόμενος από την ανεκπλήρωτη επιθυμία να γράψει σε απαγορευμένα αγαπημένα πρόσωπα και γενικότερα την συναισθηματική ενοχή για την οικογένεια πίσω στην πατρίδα (η ζωή της οποίας παρουσιάζεται συγχρονικά κι ενίοτε αντιστικτικά όπως π.χ. ο εξαιτίας του τερματισμός της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του αδελφού του).

Η Σταυρούλα αντιπροσωπεύει μια διαφορετική, εξαρχής δύσπιστη στάση καθώς, ακόμα κι όταν το άλγος του νόστου καταλαγιάσει, αρνείται να διαβεί την κύρια θύρα προς τη νέα χώρα: την εκμάθηση της γλώσσας. Η εκφραστική της αισθητοποιείται μόνο όταν τραγουδάει «με αγνώριστη, βαθιά από τα έγκατα φωνή». Ο μύθος κυκλώνεται και ανακυκλώνεται από επαναλήψεις και υπενθυμίσεις, ενώ στο περιθώριό του αναπνέει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα με τις ζωογόνες ανατάσεις της καθημερινότητας (όπως οι θεατρικές παραστάσεις της πολιτείας ή ο πρώτος περίπατος στην πόλη), το ζοφερό κλίμα της ημέρας του θανάτου του Στάλιν ή των «γεγονότων» της Τασκένδης αλλά και οι φευγαλέες εικόνες των ερήμων του Καζακστάν και των χρωμάτων της φθινοπωρινής Ανατολής ή οι αντηχήσεις της αρχαιότερης ιστορίας της περιοχής ως και των ποιημάτων της Αχμάτοβα.

Τελικά το βαμβάκι της Νέας Χώρας δεν αντικατέστησε την πέτρα της Παλαιάς κι εκείνοι που ταξίδεψαν ως εκεί καταγεγραμμένοι ως «κάρβουνο» στα αμπάρια του πλοίου, δεν συμμετείχαν μόνο «στην συμπαντική κίνηση προς τα εμπρός για ένα υπέροχο μεγαλόπρεπο αύριο» αλλά και, κατά μεγάλη ειρωνεία, αποτέλεσαν το ιδανικότερο πολιτικό καύσιμο. Ο Στέργιος παραμένει σταθερός στην εξαρχής επιλογή «της αβύσσου αντί της σωφροσύνης» και δεν μετανιώνει για τίποτα· συνειδητοποιεί όμως ότι αδυνατεί να εναντιωθεί στην Ιστορία. Τι μένει στις κατά Κούντερα «ήρεμες» εποχές; Ένα ερώτημα αν όλα έγιναν νομοτελειακά και αν κάθε άπιαστο όραμα «σκοντάφτει στην ίδια την άχαρη ανθρώπινη φύση». Τουλάχιστο τότε είναι, όπως καταλήγει η συγγραφέας, καιρός για μυθιστορήματα.

Εκδ. Κέδρος, 2009, σελ. 372.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 22 (καλοκαίρι 2010). Στις φωτογραφίες, κτίσματα από τις αλλοτινές γειτονιές των Ελλήνων της Τασκένδης.

26
Σεπτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 69

Ανδρέας Εμπειρίκος, Μέγας Ανατολικός, τ. ΣΤ΄, εκδ. Άγρα, 1991, σ. 207.

Μεταλλωρύχοι, ψυχαναλυταί και ποιηταί της δράσεως και του λόγου, όσοι δεν περιορίζεσθε σε έστω και ωραία φληναφήματα της παρακμής, της «ντεκαντέντζας», χειρώνακτες και πνευματικοί, εργάτες απάντων των εγκάτων, σύντροφοι, συνοδοιπόροι, συνερασταί και αδελφοί εν όπλοις, εργάται και ερευνηταί του απείρου βάθους, άνευ της κατακτήσεως του οποίου θα ήτο αδύνατον να συλλάβωμεν καν την έννοιαν του απείρου ύψους, σας απευθύνω, πριν συνεχίσω την αφήγησίν μου, κατά τρόπον που τα λόγια αυτά να αποτελούν μέρος αδιαίρετον και αναπόσπαστον του όλου έργου, σας απευθύνω, επάνω και μέσα από τας οικουμενικάς και ατομικάς μας τρικυμίας, επάνω από όλας τας αβαθείς και αρνητικάς διδασκαλίας και επάνω από τας απατηλάς και καταστρεπτικάς των πάντων, ταπεινότατα υλιστικάς δημοκοπίας, προς υμάς, τους απανταχού της γης εργάτας όλων ανεξαρτήτως των «εγκάτων», προς υμάς τους φανερούς ή αφανείς γεννήτορας παντός μεταγενεστέρου κλέους των ηλιολούστων επιφανειών της γης και πάσης εν τω παρόντι και εν των μέλλοντι οφθαλμοφανούς χαράς και δόξης των ανθρώπων, σας απευθύνω, εκ βάθους καρδίας, ένθερμον και παλλόμενον χαιρετισμόν ευγνωμοσύνης και αλληλεγγύης.

Μνήμη Χρήστου Βακαλόπουλου

Σημ. Η φωτογραφία του Ταξιδευτή και Επιστροφέα, έμπροσθεν του Εμπειρίκειου Δημοτικού Γηροκομείου και Νοσοκομείου της Άνδρου, είναι του Πανδοχέα και δύναται να χρησιμοποιηθεί από οιονδήποτε κατέχει έστω μια εκ των αναφερόμενων ιδιοτήτων.

23
Σεπτ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 31. Κώστας Καβανόζης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι αρκετοί και έρχονται κυρίως από παλαιότερα διαβάσματα. Δεν μπορώ, ας πούμε, να ξεχάσω τον Λουντέμη και την παρέα που μου έκανε στα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου, ούτε βεβαίως τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη. Τον Σολωμό, τον Καβάφη και τον Καρούζο επίσης, αν μου επιτρέπεται να αναφέρω και ποιητές, και ακόμα τον Γονατά, τον Βαλτινό, τον Χατζή, τον Φραγκιά. Οι «φίλοι» όμως που κάνω τελευταία είναι συνήθως ξένοι όπως ο Μούζιλ, ο Μισόν, ο Ζέμπαλντ, ο Ροτ, ο Σελίν.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με τη σειρά που τα διάβασα στη ζωή μου ξεκινάω από το «Ένα παιδί μετράει τα άστρα» του Λουντέμη, περνάω στο «Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων» του Μάρκες και στο «Περί τυφλότητας» του Σαραμάγκου και καταλήγω στο «Βίοι ελάσσονες» του Μισόν. Σίγουρα δε θα είχα τις ίδιες εντυπώσεις αν τα διάβαζα τώρα, νομίζω όμως ότι με καθένα από αυτά τα βιβλία συναντήθηκα ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε. Δε θα μπορέσω επίσης ποτέ να ξεχάσω το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν και το «Εμβατήριο του Ραντέτσκυ» του Γιόζεφ Ροτ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα αναφέρω «Το μοιρολόι της φώκιας» και «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον». Τα θεωρώ αξεπέραστα. Αναζητώ επίσης τον τίτλο ενός εξαιρετικού διηγήματος του Καστίγιο που διάβασα πριν από αρκετά χρόνια σε κάποιο έντυπο που δεν μπορώ να θυμηθώ. Δε με πειράζει όμως, ξέρω ότι υπάρχει και ότι το έχω διαβάσει.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Με γοήτευσε από το πρώτο του κιόλας βιβλίο και συνεχίζει να με γοητεύει η γραφή του Ηλία Παπαμόσχου. Θυμάμαι επίσης ότι παρακαλούσα να μην τελειώσει η «Λούπα» του Φώτη Θαλασσινού όπως και η «Σκεπή» του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Νέα τους μπορεί να μην έχω, με ακολουθούν όμως συχνά. Όταν έγραφα το «Του κόσμου ετούτου» ερχόταν και με έβρισκε η πεσμένη στις μαργαρίτες της αυλής της γριά ψάλτρα, γύρω απ’ το ανήμπορο σώμα της οποίας ξετυλίγεται όλη η ιστορία. Τώρα, όσο κι αν επιμένω να του υπενθυμίζω ότι είναι περίοδος αργίας, δεν παύει να επιζητεί την προσοχή μου ο σημαδεμένος άντρας της, την ώρα που έχοντας το μαχαίρι του στο λαιμό του επταδάκτυλου παπά τους τον αναγκάζει να του δώσει την ευλογία του για να βουτήξει για το σταυρό στο μανιασμένο ποτάμι. Υπάρχει επίσης κι ο κουλουρτζής Μπαμπανίκης από το «Όλα τα λάφια». Είχαμε περπατήσει παρέα ένα βράδυ που δεν ήμουν στα σπουδαία μου από ψηλά στην Αγία Παρασκευή ως κάτω στην Κηφισίας. Κι ακόμα εκείνη η κακομοίρα η Τούλα από το «Χοιρινό με λάχανο». Συμβαίνει καμιά φορά να νομίζω ότι τη βλέπω στο δρόμο, πάντα όμως συνειδητοποιώ τελικά ότι έκανα λάθος. Δεν ξέρω γιατί, θυμήθηκα την «Εφεύρεση του Μορέλ» του Κασάρες τώρα. Νομίζω ότι οι ήρωές μου είναι καταδικασμένοι να πηγαινοέρχονται ξανά και ξανά επαναλαμβάνοντας τα ίδια μέσα στα περιορισμένα όρια της ιστορίας τους και γι’ αυτό ίσως να αισθάνονται ασφυκτικά και να προσπαθούν να διαμαρτυρηθούν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Όποτε συναντώ κάποιον χαρακτήρα που με γοητεύει, ζηλεύω που δεν είναι δικός μου. Ξεπερνιέται, ας πούμε, ο Ρασκόλνικοφ ή η μαντάμ Μποβαρύ; Πάντως με κανέναν ποτέ δεν κατάφερα να ταυτιστώ όπως με τον Μέλιο από το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα». Ήμουν όμως δεκατεσσάρων και μπορούσα τότε. Και μια και γυρίσαμε τόσο πίσω, να σας εκμυστηρευτώ ότι στα δεκαοχτώ μου υπήρξα σφόδρα ερωτευμένος με τη Μαρίνα των βράχων. Ακόμα τη σκέφτομαι.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι, σε πολλά, ακόμα και δημοσίως, μολονότι ντρεπόμουν αρκετά γι’ αυτό. Ένιωθα κάπως σαν να ήμουν γυμνός, πίσω όμως δεν έκανα. Τελικά όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος. Παρόλ’ αυτά, χωρίς προσωπικό χώρο και απομόνωση, δε νομίζω ότι θα μπορούσα να λειτουργήσω μακροπρόθεσμα. Λογικό δεν είναι;

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μ’ αρέσει –δε νομίζω ότι μπορώ να κάνω κι αλλιώς δηλαδή–  να ξεκινάω κι όπου βγω. Να ξεκινάω από μια σύντομη φράση ή από μια εικόνα που έχει καρφωθεί στο μυαλό μου. Το «Του κόσμου ετούτου» για χρόνια ήταν μόνο η εικόνα της πεσμένης στις μαργαρίτες γριάς ψάλτρας, με τα ολόλευκα μακριά μαλλιά της αφημένα στον αέρα και το δαιμονικό γαντζωμένο πάνω τους. Τίποτα άλλο. Ήξερα όμως ότι η ιστορία ήταν κρυμμένη εκεί μέσα και ότι όφειλα να την ανακαλύψω. Σπανίως γνωρίζω, ακόμα και όταν έχω προχωρήσει αρκετά, τι θα συμβεί παρακάτω. Και δεν μπορώ ποτέ να φτάσω στο τι θα πω, αν ταυτόχρονα δε βρω το πώς θα το πω. Όταν μπλοκάρω, επιμένω ανοήτως να χτυπιέμαι στο γραφείο μου κι όταν κάποια στιγμή το συνειδητοποιώ αυτό, με παίρνω με το ζόρι απ’ το χεράκι και με βγάζω μια βόλτα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Κατά την ανάγνωση πάντα, κατά τη γραφή ποτέ. Όταν διαβάζω είναι σαν να ζητάω επίμονα συντροφιά, όταν γράφω είναι σαν να μη θέλω να δω άνθρωπο μπροστά μου. Εγωιστικό και αυτάρεσκο ίσως, δεν αντιλέγω. Όσο για μουσικές επιλογές, παρήλθε ο καιρός που διάλεγα τι θα βάλω στο σιντί ή στο πικάπ. Τώρα απλώς μου αρέσει να ακούω ραδιόφωνο και συχνά προτιμώ το «Τρίτο».

Το πρώτο σας πεζογραφικό βιβλίο «Χοιρινό με λάχανο» καλολογήθηκε δεόντως από αναγνώστες, επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Μετά εξαφανιστήκατε. Ποιος ο λόγος, ποιες οι ασχολίες σας;

Μολονότι δε βλέπω το κακό σε αυτό, δε θα έλεγα ότι εξαφανίστηκα. Έκανα πεντέμισι χρόνια να βγάλω βιβλίο, είχα όμως δημοσιεύσεις διηγημάτων σε περιοδικά, όπως και στον πρώτο τόμο της σειράς Hotel από τις εκδόσεις Πατάκη («Με τον Γ. Μ. Βιζυηνό, αλλά και χωρίς αυτόν»). Μπορούσα να έχω εκδώσει ένα βιβλίο με διηγήματα δυο τρία χρόνια πριν από το «Του κόσμου ετούτου», μάλλον όμως θα το κάνω εκ των υστέρων. Η αλήθεια είναι ότι κυρίως έγραφα αυτό το διάστημα και δεν είχα ούτε τη διάθεση ούτε το χρόνο να βγω προς τα έξω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

«Του κόσμου ετούτου» όπως προείπαμε, από τον «Κέδρο», μυθιστόρημα. Η ιστορία είναι από τη Θράκη, την πατρίδα μου, και μιλάει για ένα ποτάμι, ευνόητο ποιο. Οι ήρωες βγαίνουν κατευθείαν από την παιδική μου ηλικία, είναι μορφές υπαρκτές που ανακάλεσα και μου αφηγήθηκαν την αλλόκοτη ιστορία τους. Ο κουτσός γκαϊντατζής και ο πατέρας του που του έκοψε το πόδι και του έφτιαξε την γκάιντα μ’ αυτό, η στέρφα μαμή που τη σκότωσε ο άντρας της, ο σημαδεμένος από τη σφαγή του βουβαλιάρης που παντρεύτηκε την ψάλτρα, η ψάλτρα τέλος που την ίδια μέρα έχασε πρώτα το αβάφτιστο βρέφος της και μετά τον άντρα της στο ποτάμι κι έζησε χρόνια μονάχη με το αμίλητο δαιμονικό να πεταρίζει από γύρω της. Κι όλα αυτά μέσα στο διωγμό από τους αλλόπιστους, στο αναγκαστικό πέρασμα από την όχθη της γέννησής τους στην όχθη του θανάτου τους. Τα όσα γίνονται μπορεί να τα έχω επινοήσει, είναι όμως κατά κάποιο τρόπο αυτά που έβλεπα και άκουγα και φοβόμουν και αγαπούσα ως παιδί μαζί με την αίσθηση της οριστικής τους απώλειας. Είναι ο τόπος και ο χρόνος στον οποίο δε θα ξαναγυρίσω ποτέ. Η νοσταλγία της παιδικής ματιάς και η απάτη της μνήμης.

«Του κόσμου ετούτου» (Κέδρος, 2009) λοιπόν: Εδώ φτάνετε σε μια θυελλώδη χρήση της γλώσσας. Απαιτείτε τη μέγιστη προσοχή του διαβαστή, προτού κολυμπήσει σε πάσης φύσεως λέξεις, εκφράσεις και νοήματα. Πώς συνέβη όλο αυτό; Πόσο επίπονη ή μη ήταν η δημιουργία του; Τι πρέπει να γνωρίζουμε προτού εισέλθουμε;

Το βιβλίο είναι γεμάτο εικόνες που φτιάχνονται από λέξεις παράξενες. Σχεδόν στο σύνολό του είναι έμμετρο και με ιδιαίτερη γλώσσα, γλώσσα που απαιτεί, στην αρχή τουλάχιστον, κόπο. Έπρεπε όμως να γραφτεί έτσι, γιατί έτσι μόνο θα έλεγε αυτό που είχε να πει. Το περιεχόμενό του δεν είναι μόνο το τι συμβαίνει με τους ήρωες, είναι και το ύφος του και οι εικόνες που αυτό το ύφος φτιάχνει. Οι λέξεις του είναι επιλεγμένες μία προς μία. Αν αλλάξεις μια λέξη, αλλοιώνεται και η εικόνα την οποία αυτή η λέξη στηρίζει, αλλοιώνεται και το συμβάν το οποίο αυτή η λέξη εξιστορεί. Η συγγραφή του κράτησε περίπου εφτά χρόνια κι όταν το τέλειωσα ήμουν πανευτυχής που δε θα έγραφα πια. Το κλειδί για ορισμένους που δυσκολεύτηκαν ήταν να το διαβάσουν δυνατά, απαγγέλλοντάς το. Άλλοι πάλι το ξεκλείδωσαν μόλις βρήκαν το μέτρο ή τη μουσική του κι άλλοι ενέδωσαν από την πρώτη στιγμή στις εικόνες και τη γλώσσα του και προχώρησαν στην ιστορία, κι ας μην καταλάβαιναν όλες τις λέξεις. Υπάρχουν φυσικά και αυτοί που απλώς το εγκατέλειψαν.

Πώς βιοπορίζεστε;

Δούλευα χρόνια σε φροντιστήριο. Με το που τέλειωσα το βιβλίο έδωσα ΑΣΕΠ και τώρα ζω και δουλεύω ως φιλόλογος στη Σέριφο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το «Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο» του Νίκου Καρούζου. Και κάποιες μικρές ιστορίες του Φώκνερ.

Τι γράφετε τώρα;

Απολύτως τίποτα, ενάμιση χρόνο μετά ακόμα νιώθω μπουχτισμένος από το γράψιμο. Το έχω ρίξει (κυριολεκτικά) στο ψάρεμα. Αν είναι να έρθει, καλοδεχούμενο.

Τι άλλο θα θέλατε να σας ρωτήσουμε αλλά σας απογοητεύσαμε;

Αν έφτασα κάπου γράφοντας το «Του κόσμου ετούτου». Δεν ξέρω όμως να σας απαντήσω, οπότε μάλλον κι εγώ σας απογοητεύω. Ξέρω απλώς να πω ότι με τα μυαλά που έχω τώρα θεωρώ πως το να γράφεις δεν είναι και τίποτα σπουδαίο. «Πρώτα έρχεται να ζεις. Τη φτώχεια γράφοντας μαθαίνεις της γραφής», που λέει κι ο Λορεντζάτος. Όταν γράφεις, ωστόσο, δε γίνεται να μη νιώθεις ότι κάνεις το πιο σημαντικό πράγμα που θα μπορούσες να κάνεις.

21
Σεπτ.
10

J.G. Ballard – Θαύματα της ζωής. Αυτοβιογραφία

Μια απεριόριστη κατάφαση ζωής
Αν η βιογραφία αποτελεί το τελευταίο λάβαρο του ρεαλισμού, όπως είχε πει ο Μπρόντσκι, η αυτοβιογραφία ίσως διασώζει την ύστατη προσπάθεια συγκερασμού του με την μνήμη, την μεγαλύτερη, κατά Μπάλαρντ, γκαλερί του κόσμου. Ο συγγραφέας (1939-2007) καθορίστηκε αμετάκλητα από την Σανγκάη, όπου γεννήθηκε κι έζησε ως μέλος της κοινότητας των εκπατρισμένων Άγγλων, μια μητρόπολη των μίντια μπροστά απ’ την εποχή της, που αναπτύχθηκε στους βαλτότοπους έχοντας νωρίτερα καταπλήξει τους Σο, Όντεν, Ίσεργουντ, ένα λαμπερό αλλά ματωμένο καλειδοσκόπιο όπου συναισθηματικά αποστασιοποιημένοι Δυτικοί συνυπήρχαν με πόρνες, άστεγους, άταφους νεκρούς και παιδιά που έψαχναν στους κάδους των χημικών αποβλήτων. Αυτό το θεατρικό σκηνικό όπου οι επιδείξεις πυροτεχνημάτων συνοδεύονταν από την αποφορά των υπονόμων και τα πάντα ήταν πιθανά αποτέλεσε την πρώτη του συγγραφική έμπνευση:
«Στην Σαγκάη, το φανταστικό που για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχει μέσα στο κεφάλι τους, υπήρχε παντού γύρω μου…προσπαθούσα να βρω το πραγματικό μέσα σ’ όλη αυτή τη φαντασίωση».

Η Ιαπωνική εισβολή στην Κίνα αποτέλειωσε το όνειρο της βρετανικής αυτοκρατορίας στην Άπω Ανατολή ενώ οι άδειες πισίνες έμειναν να συμβολίζουν το τέλος ενός τρόπου ζωής μιας κοινωνίας «με συνεκτικό ιστό το μπριτζ, το αλκοόλ και τη μοιχεία». Όμως για τον νεαρό Μπάλαρντ τα ρημαγμένα καζίνο έμοιαζαν αληθινότερα και τα εγκαταλελειμμένα σπίτια αποκτούσαν σουρεαλιστική μαγεία. Τα οικιστικά συγκροτήματα αποδείχτηκαν ιδανικά στρατόπεδα μαζικού εγκλεισμού για τους υπηκόους των συμμάχων και η οικογένειά του οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Λονγκ Χουά (1943). Εκεί απέκτησε νέα εξερευνητικά πεδία και φίλους κάθε ηλικίας – περισσότερους απ’ όσους έκανε στην ενήλικη ζωή του. Οι παρτίδες σκακιού στα παραπήγματα συνδυάζονταν με ατέλειωτες ερωτήσεις για τον κόσμο, η συλλογή αντικειμένων (ακόμα κι ενός «ατσάλινου κομματιού βλήματος που άστραφτε σαν φλούδα ασημένιου μήλου») και τα αμερικανικά κόμικς και περιοδικά του πρόσφεραν «το είδος της σκληρής πληροφορίας που έτρεφε την φαντασία», η φυλακή του έδωσε την ελευθερία του.

Παρά το τέλος του πολέμου κανείς δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει την ασφάλεια του στρατοπέδου – κι αυτή η μετέωρη αίσθηση θα τον ακολουθούσε για πάντα, μαζί με την συνήθεια να επιδιορθώνει αντί ν’ αγοράζει οτιδήποτε και να ζει σε μικρά, ακατάστατα δωμάτια. Κάτω από τον μαύρο βιομηχανικό ουρανό της ερειπωμένης Αγγλίας βρήκε ένα έθνος με συμπεριφορά ηττημένου και βαθιά κατάθλιψη, που πιθανώς «πλήρωνε ένα φοβερό τίμημα για το σύστημα των ψευδαισθήσεων που στήριζε τη ζωή του». Ο ορθολογισμός είχε αποτύχει στην ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς ενώ η προοπτική της ψυχιατρικής, που τουλάχιστον αφορούσε υγιείς και μη υγιείς, του πρόσφερε, εκτός από μια χροιά επιστημονικού μυστικισμού στην σκέψη, έναν πρώτο ασθενή: τον ίδιο. Η μετάβαση στον Καναδά για αεροπορική εκπαίδευση στην ΡΑΦ υπήρξε αλλότροπα δημιουργική: ένας μονίμως χιονισμένος διάδρομος απογείωσης παρείχε άπλετο χρόνο διαβάσματος επιστημονικής φαντασίας, μοναδική επιλογή αγοράς στον σταθμό λεωφορείων. Η ΕΦ που είχε προβλέψει τις παθολογικές τάσεις της ευρωπαϊκής διανόησης που είχαν επιταχύνει την άνοδο της ναζιστικής εξουσίας, τώρα εστίαζε στους κινδύνους της εξουσίας των μίντια σ’ ένα πειθήνιο κοινό. Αν ο μοντερνισμός υπήρχε μόνο για τον «εαυτό», η ελλειπτική, αμφίσημη μυθοπλασία της αντιπρότεινε τον αντίπαλό του: ένα δυσοίωνο καθημερινό χάος, μια κοινωνία γραφείων, διαφημίσεων και σούπερ μάρκετ που απουσίαζε απ’ την «σοβαρή» λογοτεχνία. Το είδος πλησίαζε την πραγματικότητα περισσότερο απ’ ότι ο ρεαλισμός κι έμοιαζε ως «το μόνο μέρος όπου επιζεί το μέλλον», προσφέροντας παράλληλα μέγιστη ελευθερία συγγραφής για έναν κόσμο καταναλωτικού σχεδιασμού, τηλεοπτικού τοπίου και τεχνολογικής φρενίτιδας, «μια παρθένα ήπειρο άπειρων μυθοπλαστικών δυνατοτήτων».

Πίσω στο Λονδίνο και υπό την επίδραση του κινηματογράφου και των εικαστικών (Μπέικον, ποπ-αρτ, κολάζ) ο Μπάλαρντ δημοσίευε διηγήματα σε περιοδικά, εξερευνώντας κάθε φορά μια νέα ιδέα και διαμορφώνοντας σταδιακά ένα προσωπικό ύφος, σε αντίθεση με τους συγγραφείς που άπειροι οδεύουν στο μυθιστόρημα. Παρά την απώλεια της ενθαρρυντικής συζύγου του συνέχισε να γράφει και να βρίσκεται δίπλα στα παιδιά του (στην έκπληκτη ερώτηση «είσαι μόνος σου μ’ αυτά τα τρία παιδιά;» απαντούσε «μ’ αυτά τα τρία παιδιά δεν είμαι ποτέ μόνος»). Η συλλογή διαφημιστικών φυλλαδίων και ερευνητικών αναφορών πανεπιστημιακών εργαστηρίων και ψυχιατρικών ιδρυμάτων (ως αποτέλεσμα μιας τυχαίας ματιάς στο καλάθι των αχρήστων) αποτέλεσε έναν νέο ερεθιστικό θησαυρό, που θα γινόταν το «Εσώτερο Διάστημα» μετεξέλιξης της ΕΦ αλλά και εισδοχής νέων ερωτημάτων: Ποιος μπορεί να βεβαιώσει αν είμαστε υγιείς ή ψυχωτικοί και πως το καθημερινό μας περιβάλλον δεν αποτελεί γεννήτρια νευρικών κλονισμών;

Αν «Πλημμύρα» θεωρήθηκε κλοπή του Κόνραντ (που δεν είχε διαβάσει ποτέ), η «Έκθεση ωμοτήτων» προσπαθούσε να κατανοήσει την δεκαετία του ’60 και το «Crash» αναζητούσε το σημείο διασταύρωσης σεξ και θανάτου, η «Αυτοκρατορία του Ήλιου» αποτελούσε την λυτρωτική μνημονική επιστροφή στη Σανγκάη και βέβαια μια μεγάλη λογοτεχνική και κινηματογραφική επιτυχία. Αυτή η σπάνια περίπτωση του δημιουργικότερου δυνατού βίου υπό τις πλέον δύσκολες συνθήκες ανατέμνεται σε 23 μέρη απλής και οξυδερκέστατης γραφής. Στο τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας των 19 μυθιστορημάτων και των πενταπλάσιων διηγημάτων ευχαριστεί θερμά τον γιατρό που τον ενθάρρυνε να αυτοβιογραφηθεί και τον βοήθησε να περάσει ήρεμα τις τελευταίες του μέρες.

Εκδ. Οξύ, μτφ. Ηρακλής Ρενιέρης, σελ. 219, με εισαγωγή του Σάιμον Σέλλαρς, ιδρυτή, μεταξύ άλλων, του ballardian.com (J. G. Ballard – Miracles of life – Shanghai to Shepperton).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 621 , 18.9.2010 (και εδώ)

19
Σεπτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 68

Άντριου Κράμεϋ, Πφιτς, εκδ. Πόλις, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σ. 194 – 195 (Andrew Crumey, Pfitz, 1995)

Είσαι καθισμένος στο γραφείο σου. Σου αρέσει η μυρωδιά του μελανιού, σου αρέσει το χαρτί, σου αρέσει και η δερμάτινη πολυθρόνα που τη βρίσκεις τόσο άνετη. Σου αρέσει η υφή του χαρτιού, το τρέξιμο της πένας πάνω στο χαρτί. Σου έστειλαν άλλο ένα απόσπασμα που υποτίθεται ότι είναι γραμμένο απ’ αυτόν. Αισθάνεται ότι ήδη ξέρεις ποιος είναι, τι είναι, κι ωστόσο, καθετί που του προσθέτεις τον κάνει λιγότερο οικείο· τον απομακρύνει όλο και πιο πολύ από αυτό που ήθελες να δημιουργήσεις. Μα αυτός, ωστόσο, πέραν πάσης προσδοκίας σου, συνεχίζει να μεγαλώνει. Νόμιζες ότι θα μπορούσες να ελέγχεις την προσωπικότητά του, πλασμένη κατά μια εικόνα της επιλογής σου – φρούδη ελπίδα· εκείνος δεν θ’ αργήσει ν’ απαλλαγεί από τα δεσμά με τα οποία νόμισες ότι θα μπορούσες να τον συγκρατήσεις και να τον περιορίσεις. Οι λέξεις τον γεννούν, κι αυτός γεννάει εσένα. Σε λίγο, μπορεί να μεγαλώσει τόσο, ώστε να σε θεωρήσει αναλώσιμο.

Δεν είμαι εγώ ο συγγραφέας αυτών των λέξεων – τον έψαξα (τους έψαξα) κι εγώ. Τους βλέπω μέσα μου, στα σκοτεινά, όταν ξαπλώνω στο αχυρένιο στρώμα μου και κλείνω τα μάτια. Τους βλέπω να με δημιουργούν και να δημιουργούν όλους αυτούς τους άλλους που μπορεί ακόμα να γίνω.

Στον Κυριάκο Αθανασιάδη

17
Σεπτ.
10

Περιοδικό Το Δέντρο τεύχος 175 – 176 (Καλοκαίρι 2010)

Αφιέρωμα στον Κ.Γ. Καρυωτάκη

Στην θερινή σύναξη υπό το Δέντρο 32 έλληνες συγγραφείς ξαναδιαβάζουν το έργο και την εποχή του Κ.Γ. Καρυωτάκη, η πεισιθάνατη ποίηση του οποίου γέννησε τον παραφιλολογικό μύθο του ιδανικού αυτόχειρα. Ευτυχώς τα γραπτά του αυτοκτόνου της Πρέβεζας σταδιακά αποφορτίζονται από το συγκινησιακό, παραλογοτεχνικό τους χαρακτήρα και μελετώνται για την ουσία τους.

Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της έγραφε ο Βύρων Λεοντάρης στις «Θέσεις» του το 1973 και ο Κώστας Βούλγαρης (Αγαπητέ Βύρωνα Λεοντάρη) τιμά εκείνο το κείμενο όπως του αρμόζει. Τον Καρυωτάκη δεν τον «συναντάς» παίρνοντας μια καρέκλα για να καθίσεις μαζί του, αλλά μόνο με έναν τρόπο: πέφτοντας «στο βάραθρο το αγριωπό». «Καρυωτακισμός δεν υπήρξε» ούτε θα υπάρξει ποτέ – πρόκειται για το «πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης», τονίζει ο Βούλγαρης, βλέποντας πως οι «αντιπροσωπικότητες» έχουν ήδη περίοπτη θέση τον Κανόνα και την αγορά και πως ο Καρυωτάκης έχει πλέον «ενταχθεί» και γίνει αποδεκτός σαν μια «προσωπικότητα – περίπτωση». Όμως ο Λεοντάρης προειδοποιούσε: Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα, ορίζεται σαν πραγματικότητα. Άμεσα σχετιζόμενες είναι και οι αντιρρήσεις του Κ. Β. σχετικά για την τηλεοπτική σειρά που ενέταξε τον μέχρι πρότινος αποσυνάγωγο στην εβδομαδιαία καθημερινότητα κάθε νεοελληνικού νοικοκυριού, επιτυγχάνοντας την ευρύτερη δυνατή φιλολογική, λογοτεχνική και κοινωνική συναίνεση.

Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία πράξη όμως που μου αποδίδεται τη μισώ έγραφε ο ποιητής στην τελευταία αλογόκριτη επιστολή και ο Τάσος Ψαρράς (κατά φωνή) καταθέτει ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ανίχνευσης της αποδιδόμενης χυδαίας πράξης. Αποκλείοντας το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, την μαστροπεία ή τις σχέσεις με γυναίκες ελευθερίων ηθών, οι σχετικές πηγές οδηγούν στο ενδεχόμενο της (κατηγορίας) εσχάτης προδοσίας, όπως βέβαια οριζόταν από το καθεστώς της εποχής, εξαιτίας των σχέσεων με τον Πέτρο Πικρό, υπόδικο επί εσχάτη προδοσία, και ενός γενικότερου εφιαλτικού αντικομμουνιστικού κλίματος εκβιαστών και ψευδομαρτύρων, στην σκληρή πολιτική πραγματικότητα της χώρας και ιδίως της επαρχίας.

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός (Ίδιοι άνθρωποι, άλλες εποχές…) συνδέει τις ιστορικές μορφές της Ηρωικής Τριλογίας και του Εις Ανδρέαν Κάλβον στο πρόσωπο του τελευταίου, που αποτέλεσε για τον Κ.Κ. διττό πρότυπο (του υμνητή επικών εποχών και του αντιρρησία, καταμηνυτή ιδιοτέλειας και διαφθοράς) και τώρα τον καλεί με ιδιότυπη «προτρεπτική αποτροπή» σε κοινό θρήνο. Η ποιητική της οδύνης του Θανάση Μαρκόπουλου εστιάζει στο μοτίβο της ζυγαριάς που χρησιμοποίησαν και οι Γιώργος Βαφόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, σε μια ενδιαφέρουσα τριπλή σύγκριση, ενώ η Λίτσα Χατζοπούλου επιδίδεται σε μια (κυριολεκτικά, μεταφορικά και γραμματολογικά) Ρομαντική ανάγνωση του καρυωτακικού έργου. Μεταξύ των υπό σκιά διαλεγομένων οι Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Κούλα Αδάλογλου, Γιώργος Βαρθαλίτης, Δημήτρης Δημηρούλης, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Στέφανος Ροζάνης, Συμεών Σταμπουλού, Κώστας Στεργιόπουλος κ.ά., όπως και οι πολύ παλαιότεροι, σε χρήσιμες αναδημοσιεύσεις (Τέλλος Άγρας, Τίμος Μπαλάνος)

Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Αντιλαμβάνεται (και συχνά μεταδίδει) άλλα πράγματα, ευστοχεί για άλλη μια φορά γράφοντας ο Κώστας Μαυρουδής, κι ένας νέος χώρος αποσκευών του, η στήλη Φέισμπουκ, ξεχειλίζει με προσωπικές σκέψεις, απανθίσματα εξαιρετικών λεχθέντων (Ντε Κίρικο, Σιοράν, Μπέρνχαρντ, Μοράν) και νεότερες ή παλαιότερες συγγραφικές αποτυπώσεις, όπως το εκ της Στενογραφίας του προερχόμενο: Εκείνοι που για χρόνια κατήγγελλαν τη στρατευμένη λογοτεχνία, δεν ενοχλούνταν, περιέργως, καθόλου από το ευτράπελο της στρατευμένης Ιστορίας και της εξίσου στρατευμένης αρχαιολογίας μας.

Στο τελευταίο βαγόνι του τρένου, αποσπάσματα από το τελευταίο, αυτοβιογραφικό βιβλίο της Χέρτα Μίλερ, αναγνώσεις Μίριελ Σπαρκ και Τζον Κουτσί, η διηγηματική άποψη του Μαρκές για την Ρώμη και η παρουσίαση μιας νέας βιογραφίας του Καίστλερ (που δίνει έμφαση και σε παραγνωρισμένες πλευρές του έργου του, όπως το δημοσιογραφικό, όπου ανήκει και μια εξαιρετική μελέτη του συγγραφέα για την αδυναμία της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών να αφομοιώσουν τον «άλλον», τον μετανάστη στους κόλπους του, το 1941!). Νωρίτερα, σχεδόν στην ατμομηχανή του τεύχους, έχουν διαπιστωθεί ενδιαφέρουσες αντιρρήσεις σχετικά με τις ομαδικές ποιητικές αναγνώσεις που αναιρούν την μονήρη φύση και τον ασκητικό χαρακτήρα της ποίησης και υποβιβάζουν τον αναχωρητικό της λόγο σε ένα κλίμα αναψυχής.

 

11
Σεπτ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 30. Γιώργος Παναγιωτίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.
Αγαπημένος πάει να πει σχέση πάθους, κάποιος που κάποτε και για κάποιους λόγους τον αγαπάς ενώ άλλοτε, ίσως και για τους ίδιους λόγους, τον μισείς. Δεν παραλείπω ν’ αναφέρω όταν με ρωτούν, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Δημήτρη Δημητριάδη και πηγαίνοντας πιο πίσω, ίσως και πιο μπροστά, στο χρόνο, τον Franz Kafka. Πατερούλη αποκαλώ το Διονύσιο Σολωμό, όχι βέβαια γιατί είναι ο «εθνικός» μας ποιητής αλλά για τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος»

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.
Η Κάθοδος των Εννιά του Θανάση Βαλτινού, Τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, Η κυρία Νταλογουέι της Virginia Woolf, Η Δίκη του Franz Kafka, Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου, η Έρημη Χώρα του T. S. Eliot και τα αναφέρω χωρίς σειρά, περισσότερο αυθόρμητα όπως το θέλει η ψυχανάλυση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Τα διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού «Το αμάρτημα της μητρός μου» και «Το μόνον της ζωής του ταξίδιον», τα διηγήματα του Anton Chekhov, του Edgar Allan Poe και του Franz Kafka.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Ο Γιώργος Χειμωνάς κι αντί να πω κάτι γι’ αυτόν, πέρα από το ότι έφυγε νωρίς, παραθέτω ένα απόσπασμα από το «Γιατρό Ινεότη». «Πρόκειται να έρθει το νέο είδος των ανθρώπων, ένα άλλο είδος ξαφνικό. Μια νέα ράτσα κι απόλυτοι θα έχουν μια αφάνταστη τελειότητα. Οι παλιοί άνθρωποι κι αυτός ο τρομαγμένος λαός θα πρέπει να εξαφανιστούν. Κανονίστηκε να πεθάνουν σε μια ορισμένη μέρα. Αλλά πρέπει να γυρίσουν ο καθένας στον τόπο του κι εκεί να πεθάνει. Ο Γιατρός Ινεότης βγαίνει και πηγαίνει κι αυτός με τον κόσμο. Έχει σύντροφο έναν γύφτο που ακόνιζε μαχαίρια. Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνουν , έμαθαν πως δεν θα πεθάνουν με φυσικό θάνατο και χωρίς να πονέσουν, όπως τους είχαν πει. Αλλά με υπολογισμένο και βασανιστικό θάνατο σαν να τους τιμωρούσαν…».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Το ότι γράφοντας ένα μυθιστόρημα, οι ήρωές του αποκτούν στην πορεία σάρκα και οστά και σε ακολουθούν, συζούν μαζί σου, δεν με εντυπωσιάζει. Είναι θαυμαστό όμως το πώς αυτονομούνται κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Μπορούν να σε αναγκάζουν ακόμα και ν’ αλλάξεις την εξέλιξη της ιστορίας σου. Πολλές φορές νιώθεις πως είσαι ένας υπηρέτης τους. Αφού τελειώσει το μυθιστόρημα παγιώνονται. Σα να κλείνονται σ’ ένα κιβώτιο και η τελεία στο τέλος του μυθιστορήματος τους κρατά εκεί μέσα άφθαρτους και σαν τιμωρημένους, να επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά τις ίδιες πράξεις. Βέβαια κάποιοι απ’ αυτούς θα επιστρέψουν στο επόμενο μυθιστόρημα να σε βρουν και πάλι, σα να δικαιούνται μια δεύτερη ζωή, μια δεύτερη ευκαιρία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Η μαντάμ Μποβαρί, η κυρία Νταλογουέι και ο Γκρέγκορ Σάμσα που ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Παλιότερα είχα ένα πρόβλημα ακόμα και με τα σπίτια. Έχω αλλάξει όχι και λίγα. Αργότερα έγραψα και σε ξενοδοχεία κάνοντας διακοπές. Το πιο περίεργο ήταν όταν φοιτώντας στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής «αναγκάστηκα» να γράψω σε μια αίθουσα μαζί με άλλους και μάλιστα κατά παραγγελία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Έχω τη διαστροφή του συγγραφέα να παρακολουθώ εξονυχιστικά και σε βάθος τις ζωές των άλλων αλλά και τη δική μου. Συλλέγω συνεχώς. Μ’ ενδιαφέρουν και τα ελάχιστα καθημερινά που συγκινούν τους ανθρώπους. Αφήνω πολύ καιρό πράγματα, καταστάσεις και ήρωες να ωριμάσουν μέσα μου πριν καθίσω να γράψω ή για να είμαι ακριβέστερος, να πληκτρολογήσω. Απεχθάνομαι την αταξία του χειρόγραφου. Μικρότερος έγραφα σε γραφομηχανή. Τώρα πια είμαι ερωτευμένος με την οθόνη των υπολογιστών.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Κάθε ποίημα έχει τη μουσική του την οποία και «ξανακούω» κάθε φορά που το διαβάζω μετά. Η μουσική μου είναι άκρως απαραίτητη όταν γράφω. Κάτι σαν soundtrack του κειμένου που γράφω. Μπορώ να εξομολογηθώ για παράδειγμα πως για το μυθιστόρημα «Ερώτων και αοράτων» άκουγα σχεδόν αποκλειστικά Dead can dance και Liza Gerrard.

Ερώτων και αοράτων. Πότε γράφτηκε, υπό ποιες συνθήκες και πόθους; συγγράφηκε. Τώρα με μια χρονική απόσταση πώς σκέφτεστε την «αναπάντεχη», όπως χαρακτηρίστηκε, βράβευσή του;
Το «Ερώτων και αοράτων» ξεκίνησα να το γράφω το 2003 και τελείωσε μαζί με το 2006. Προέρχομαι από την ποίηση. Θεωρώ ότι στην εποχή μας είναι απολύτως ξεχασμένη. Τα νέα παιδιά δεν τη θέλουν και δεν τη γνωρίζουν. Έβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου να την παντρέψω με τη μορφή του μυθιστορήματος. Χρησιμοποίησα το μυθιστόρημα ως πολιορκητικό κριό. Υπήρξαν και κάποιες αντιδράσεις. Κάποιοι «θύμωσαν» όταν την διέκριναν σ’ ένα κείμενο που πρότεινα ως μυθιστόρημα. Στην ουσία η σκέψη μου είναι πάντα στη γλώσσα και στις δυνατότητές της. Η λογοτεχνικότητα είναι απλώς ένα αποτέλεσμα και μάλιστα ιδιαίτερα υποκειμενικό. Είχα στο νου μου την λογοτεχνική μας παράδοση, το Διονύσιο Σολωμό, τις παραλογές, το δημοτικό τραγούδι, την Αγία Γραφή. Οι περισσότεροι που γράψανε για το «Ερώτων και αοράτων» τα διέκριναν αυτά και ένιωσα δικαιωμένος. Το βραβείο μυθιστορήματος ήταν αναπάντεχο περισσότερο γιατί δεν υπήρξε ίχνος διαφήμισης για το βιβλίο μου σε αντίθεση με άλλα βιβλία της τότε short list του «Διαβάζω». Εκ των υστέρων θεωρώ σχεδόν επαναστατική την «απόφαση» της τότε κριτικής επιτροπής να το βραβεύσει.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Το «Ερώτων και αοράτων» έμοιαζε γλωσσικά και θεματικά λίγο παλαιικό. Αυτό που γράφω τώρα έρχεται από την αντίθετη πλευρά του χρόνου. Δεν θα μπορούσα ν’ αποκαλύψω το θέμα μου, περισσότερο γιατί προτιμώ να είναι ακόμα ρευστό. Ο ήρωάς μου είναι ένα δωδεκάχρονο παιδί. Εδώ και πολύ καιρό ζει μαζί μου.

Πώς βιοπορίζεστε;
Διδάσκω. Διδάσκω στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση κι επειδή θα ήταν αστείο να ισχυριστεί κανείς πως μπορεί έτσι να βιοποριστεί, θα πρέπει να ομολογήσω ότι επίσης διδάσκω ελληνικά σε ξένους ως δεύτερη γλώσσα και δημιουργική γραφή. Με μια λέξη, διδάσκω.

Η ενασχόλησή σας με την διδασκαλία σε δημοτικό σχολείο εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο στην συγγραφική διαδικασία ή πρόκειται για δυο χωριστούς κόσμους;
Θα ήταν ψέμα αν έλεγα πως η εργασία δεν επηρεάζει τη συγγραφή. Τα παιδιά είναι σπουδαίο υλικό και ισχυρή θετική κινητήρια δύναμη. Θυμάμαι το πόσο υπερήφανοι νιώθανε οι μαθητές μου τη χρονιά της βράβευσης του βιβλίου μου χωρίς να καταλαβαίνουν καλά καλά περί τίνος επρόκειτο. Να σημειώσω όμως πως η «αχαριστία» του ελληνικού κράτους, η «επιβράβευση» που επιφύλασσε σε όλους εμάς της εκπαίδευσης και όχι μόνο, με χρόνια προσφοράς, με ωραιότατες περικοπές και δεν αναφέρομαι μόνο στους μισθούς, είναι ένα γεγονός που με απογοητεύει βαθιά. Είμαστε οι τελευταίοι που ευθυνόμαστε για μια κρίση και οι πρώτοι που την πληρώσαμε. Πρόκειται για μια κρίση αξιών στην ουσία και δευτερευόντως οικονομική. Στην εκπαίδευση μικρός μπήκα από ιδεολογία. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα πλουτίσω αλλά ούτε ότι θα φτωχύνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Θα φανεί περίεργο αλλά αυτόν τον καιρό τη λογοτεχνία την παρακολουθώ κυρίως από τα λογοτεχνικά περιοδικά. Διαβάζω περισσότερο πράγματα που θα με βοηθήσουν στη συγγραφή του νέου μου βιβλίου. Η μελέτη και η έρευνα, όταν καταπιάνεσαι με ένα θέμα, θεωρώ πως είναι άκρως απαραίτητη. Διαβάζω λοιπόν βιβλία για την τεχνολογία.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.
Το ιστολόγιο είναι μια σπουδαία δυνατότητα. Με ενθουσιάζει η αμεσότητα και η δυναμική της επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάποιες φορές πανικοβάλλομαι στην ιδέα πως το βιβλίο πεθαίνει. Από την άλλη σκέφτομαι πως η λογοτεχνία θα είναι πάντα παρούσα με κάποιον τρόπο. Στον ιστό έχει τη δυνατότητα να το επιχειρήσει ο καθένας. Να «δημοσιεύσει» χωρίς να ψάξει εκδότη. Ίσως έτσι γεμίσουμε κάποια στιγμή με σκουπίδια. Από την άλλη είναι δικαίωμα του καθενός να γράφει και είναι επίσης απολύτως σεβαστός ο κόπος του. Το γράψιμο εξάλλου είναι εκτός των άλλων θεραπευτικό.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;
Δεν μπορώ να βάλω στεγανά στον τρόπο της έκφρασής μου. Πολλοί συνθέτες γράφουν και τους στίχους ή ακόμα και τραγουδούν οι ίδιοι. Πολλοί ηθοποιοί γράφουν ή σκηνοθετούν. Η ποίηση και η πεζογραφία δεν έχουν πιστεύω τελικά τόσο μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Η ισορροπία μεταξύ των δύο είναι ενδιαφέρουσα και δημιουργική.

Η συμμετοχή στην συντακτική ομάδα ενός λογοτεχνικού περιοδικού (στην δική σας περίπτωση ο Μανδραγόρας) τι είδους πνευματικές τέρψεις προσφέρει;
Μετά από δέκα χρόνια συμμετοχής μου στη συντακτική ομάδα του «Μανδραγόρα» διαπίστωσα έντρομος ότι με αναγνώριζαν ως κριτικό ποίησης. Αυτό δεν ήταν ποτέ μια από τις προσδοκίες μου. Έκρινα κάποτε αυστηρά, ψυχαναλυτικά, φιλολογικά, γλωσσικά τα κείμενα και δεν λογάριαζα τον παράγοντα άνθρωπο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως ο κόπος και ο πόνος του καθενός θα πρέπει να είναι σεβαστός. Κριτικός μπορεί να είναι μόνο ο χρόνος. Νιώθω όμως ικανοποιημένος γιατί με κάποιον τρόπο ανακάλυψα και μίλησα για νέους ποιητές που τώρα πια κάνουν σημαντικά πράγματα, όπως ο Γιάννης Αντιόχου, ο Βασίλης Αμανατίδης, ο Γιώργος Λίλης, και νιώθω δικαιωμένος μ’ αυτό.

Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τ. 21, άνοιξη 2010, αφιέρωμα στην Ζωή του Συγγραφέα) δημοσιεύεται ένα μεγάλο κείμενο του Louis Menand σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να διδάσκεται η δημιουργική γραφή. Ποια είναι η δική σας γνώμη και τι σχετικές εμπειρίες έχετε;
Η δημιουργική γραφή ασφαλώς και διδάσκεται. Η έμπνευση όχι. Ο πρώτος μου στόχος πάντως, όταν διδάσκω δημιουργική γραφή, είναι ο καλός αναγνώστης. Πάντως γίνεται λόγος για κάτι που στην Αμερική και την Ευρώπη είναι διαδεδομένο εδώ και δεκαετίες. Στην ουσία πρόκειται για συστηματική εξάσκηση και ανατροφοδότηση. Κάτι δηλαδή άκρως απαραίτητο για τους συγγραφείς. Σπούδασα δημιουργική γραφή μετά τη βράβευση του «Ερώτων και αοράτων». Με κάθε τρόπο νιώθω πολύ πιο στέρεο πια το έδαφος κάτω από τα πόδια μου ή πολύ πιο γεμάτες τις αποσκευές μου.

Φέτος ανέβηκε και το θεατρικό σας έργο «Η Γριά Μώρα». Ένα άλλο είδος γραφής διεκδικεί θέση ανάμεσα στα προηγούμενα δυο;
«Η γριά Μώρα» με «ω» από το μωρός ή με «ο» από τις σλάβικες καταβολές της, είναι ένα εκτενές ποίημα, δημοσιευμένο μάλιστα στην τελευταία «Ποιητική», που εξαιτίας ενός φίλου μπήκα στον πειρασμό να το μεταγράψω ως θεατρικό. Το αποτέλεσμα δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε. Όμως, το έχω ξαναπεί, δεν πιστεύω πως υπάρχουν στεγανά μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών. Ίσως ένας ορίζοντας που συνεχώς μετατίθεται, αλλά όχι στεγανά.

09
Σεπτ.
10

Οι εξαίρετες μπάντες

Ευρετήριο αφιερωμάτων

  1. Belle and Sebastian
  2. Cinerama
  3. M83
  4. Mercury Rev
  5. Red Snapper



Σεπτεμβρίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 1.034.954 hits

Αρχείο