Αρχείο για Οκτώβριος 2010

31
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 74

Τίμπορ Φίσερ, Η φοβερή τροπή των πραγμάτων, εκδ. Πατάκη, 2001, μτφ. Αντώνης Γαλαίος, σ. 234 – 236 (Tibor Fischer, Under the frog, 1992)

Αυτό δεν τους εμπόδισε να πάνε μια βόλτα. Είχε σκοτάδι, κρύο και φυσούσε. Και ο ήλιος να έλαμπε βέβαια, δεν υπήρχε τίποτα να δεις στο Σέγκεντ. Ο Γιούρι ήταν απτόητος. Ένιωθε σαν να του είχαν χώσει ένα παπούτσι στο λαιμό, αλλά ο περίπατος μέσα στο σκοτάδι τον ευχαριστούσε. Το περιβάλλον τού πρόσφερε έναν ανταγωνισμό. Αυτοί έδιναν κίνηση στο σύμπαν, ζωή στο ερημωμένο σκοτάδι. Το περπάτημα για τον Γιούρι ήταν το ποταπότερο είδος ψυχαγωγίας, αυτόν τον περίπατο όμως με τη Γιάντβιγκα δεν τον άλλαζε με τίποτα στον κόσμο…

Το επόμενο Σαββατοκύριακο βρήκε τον Γιούρι να μετατρέπεται σε πραγματικό ειδήμονα της σιδηροδρομικής γραμμής Βουδαπέστη – Σέγκεντ. Αναγνώριζε πια όλες τις θημωνιές και τα δέντρα της διαδρομής…

Ανασκοπώντας τα γεγονότα, ο Γιούρι απόρησε που αισθανόταν τόση ηδονή, ενώ φορούσε ακόμα τα ρούχα του και μια τάφρος οξυγόνου τον χώριζε από το κάστρο που ήθελε να κατακτήσει.

Στον Ηλία Κουτσούκο

30
Οκτ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 10

David Lodge, Nice work (1988)

H στερεότυπη Βρετανία εικονισμένη: τα ενδύματα, οι εκφράσεις, τα φουγάρα, το πράσινο, κάποιος αμήχανος αυτοσαρκασμός, ένα αδιόρατο φλέγμα, . Ο τίτλος του αδιόρατα φλεγματικού συγγραφέα ας πάει και στον μακετίστα.

29
Οκτ.
10

Micah P. Hinson & The Pioneer Saboteurs – S/T (2010)

 

Το εναρκτήριο διαπεραστικό εγχορδικό ινστρουμένταλ που επαναλαμβάνει την μελωδία του με φωνητική έκδοση (The Letter At Twin Wrecks) θυμίζοντας οπωσδήποτε στιγμή This Mortal Coil και το δεύτερο (Sweetness) Take that dress of me που προσκαλεί τις φασματικές μορφές των Roy Orbinson και Richard Hawley σε συναδέλφωση γενεών, προοιωνίζουν: θα είναι ένας γλυκασμένος δίσκος του Hinson. Κι ας ξεσπάει το 2’s and 3’s σε μια οργιαστική westernάδα.

Τα She’s Building Castles In Her Heart και Seven Horses Seen (με την ήρεμη καλπαστική ματιά στην αυτοκτονία ενός φίλου) θα διασκευάζονται μετά από 40 χρόνια από έναν μελλοντικό Nick Cave στο δικό του Kicking Against the Pricks. To κιθαριστικό The Cross That Stole The Heart Away είναι η ίδια η φωνή της ερήμου ενός μελαγχολικού σούρουπου ή ενός μελαγχολικού σούρουπου της ερήμου. Ομοίως τα υπέροχα πένθιμα πνευστά του The Hero Will Never Hang. Διακρίνω μια στροφή σε κάτι πιο παλαιωμένο, ορθόδοξο, αναφορικό στις μεγάλες φωνές του είδους. Ακόμα κι η βραχνάδα του άστεγου περιπλανώμενου έχει φύγει. Αλλά παραμένει η στοιχειωτική φωνή που σέρνει πίσω της μια συναρπαστική Μαύρη Κάντρι. Οι πολυπληθείς αναφορές κομματιών σαν το The Striking Before the Storm πιστοποιούν πολλαπλά ακούσματα στις φλέβες του. Cash, Elvis, Nelson, Diamond, Waits, τόσοι άλλοι.

Ο πρώην Τεξανός ετοιμοθάνατος έφτασε αισίως στον πέμπτο του δίσκο μετά τα Micah P Hinson and the Gospel of Progress, … and the Opera Circuit, … and the Red Empire Orchestra κι έναν δίσκο διασκευών (All Dressed Up And Smelling Of Strangers) και, προτού κλείσει την δεκαετία των 20 του, ανήκει οριστικά στις καταραμένες φωνές της μπαλαντόμορφης ροκ εντ ρολλ σκοτεινιάς. Αυτός ο τροβαδούρος των Western Ερήμων λες κι αποφάσισε να τραγουδοποιήσει όλες τις ιδιωτικές – και όχι μόνο – δυστυχίες της ηπείρου του, αρχινώντας: O, Lord, I don’t know what you’re saying to me. Ένας μουσικός Cormac McCarthy;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

27
Οκτ.
10

Τέρρυ Ήγκλετον – Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική

 Το νόημα μιας άξιας ζωής

Ένας καθολικός ιρλανδικής καταγωγής, σε μια προτεσταντική Αγγλία, με προέλευση από την εργατική τάξη, στην καρδιά ενός θεσμού της άρχουσας τάξης (το Οξφορδιανό Πανεπιστημιακό Άβατο) και με επαναστατικές μαρξιστικές ιδέες: οι ταυτοτικές «αντιφάσεις» όχι μόνο δεν βραχυκύκλωσαν τον Τέρρυ Ήγκλετον αλλά και τον ενέπνευσαν προς την διεύρυνση της προσωπικότητας, της ιδεολογίας, των λογοτεχνικών και πολιτικών του απόψεων. Ο παρών τόμος αποτελεί ιδανική χειραψία γνωριμίας και πρόσκληση εισαγωγής στο έργο του, καθώς περιλαμβάνει κείμενα από και για τον περίφημο θεωρητικό, ή, καλύτερα, αντι-θεωρητικό, εφόσον εξέθεσε την κενότητα και την έλλειψη χρησιμότητας ενός μεγάλου μέρους της κριτικής θεωρίας.

Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται η μια από τις τρεις διαλέξεις που έδωσε στην Αθήνα (που αφορά την τέχνη της ποίησης) και έξι, αμετάφραστα στα ελληνικά, κείμενά του για διανοούμενους, κλασσικούς του 20ού αιώνα και σύγχρονους (Ζακ Ντεριντά, Τ.Σ.Ελιοτ, Εριχ Άουερμπαχ κ.ά.), ενώ, επιπρόσθετα, ο ίδιος απαντά στις καίριες ερωτήσεις του Δημήτρη Δημηρούλη. Στην δεύτερη ενότητα οι Γιάννης Βαρουφάκης, Αθηνά Bογιατζόγλου, Κώστας Βούλγαρης, Ρένα Δούρου, Τάκης Καγιαλής, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Γιώργος Μέρτικας, Νίκολας Ρο, Νικόλας Σεβαστάκης και Ευκλείδης Τσακαλώτος παρουσιάζουν απόψεις για το έργο (ή με αφορμή αυτού) που κατέθεσαν σε δυο συνεχόμενα αφιερώματα στο ένθετο «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής.

Αποτελώντας, κατά τον φίλο του Ταρίκ Άλι, ένα είδος διττής ύπαρξης, ο Ήγκλετον (Σάλφορντ, 1943) έμαθε να απολαμβάνει μια ζωή στην κόψη, στο σημείο τομής διαφορετικών κόσμων, ενώ, πολύ περισσότερο, στο λογοτεχνικό πεδίο ελίχθηκε με δεξιοτεχνία ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, απόψεις και πολιτικές και επεδίωξε το φαινομενικά αδύνατο: την διατήρηση της εξάρτησης από τον αγγλικό εμπειρισμό, τον επιτονισμό της ιρλανδικής «ιδιαιτερότητάς» του, την συντήρηση της βιωματικής του σχέσης με τον καθολικισμό και την προώθηση ενός δικής του επινόησης ριζοσπαστικού μαρξισμού. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «όλες οι κατηγορίες μπορούν να είναι ανοικτές, πορώδεις και διαπερατές».

Χάρη στον Ήγκλετον αναγνωρίστηκαν πολλά ξεχασμένα λογοτεχνικά κείμενα, υποδείχθηκαν νέοι τρόπο ανάγνωσης των ήδη αναγνωρισμένων, φωτίστηκαν οι δευτερεύοντες μυθιστορηματικοί χαρακτήρες και αναδείχθηκε το έργο γυναικών συγγραφέων και συγγραφέων έγχρωμων ή προερχόμενων από την εργατική τάξη. Είχε άλλωστε επισημάνει τον αποκλεισμό των μελών της από την απόλαυση της λογοτεχνίας: «[οι εργαζόμενοι] όντας φιμωμένοι για γενιές, έχουν διδαχθεί να θεωρούν τη λογοτεχνία μια ελιτίστικη δραστηριότητα που ξεπερνά τα όρια της αντίληψής τους» (από την «Εισαγωγή στη Θεωρία της Λογοτεχνίας»).

Όμως πέρα από τις λέξεις της πολιτικής ο Ήγκλετον επιμένει (ιδίως στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο The Gatekeeper: A Memoir (2001)) στον άμεσο μετασχηματισμό της θεωρίας σε «υλική δύναμη». Βέβαιος πως η αριστερά δεν έχει μόνο τα καλύτερα οράματα αλλά και τον μεγαλύτερο ρεαλισμό, αντλεί αισιοδοξία από τις δυο σύγχρονες επαναστάσεις που συνέβησαν χωρίς πολλή αιματοχυσία (την πτώση του απαρτχάιντ και του σταλινισμού). Στις αιτιάσεις περί επανάστασης της πολυθρόνας το «κακό παιδί» της Οξφόρδης και «ο γνωστότερος βρετανός αντάρτης πανεπιστημιακός» απαντά πως πάντα υποστήριζε περιθωριακές απόψεις μέσα στα μεγάλα ιδρύματα και πως δεν υπάρχει καμία καθαρή και καθαρά ασυμβίβαστη θέση. Αξιώνοντας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, να δρα ως δημόσιος διανοούμενος έχει πάντα ως οδοδείκτη πνευματικής και πολιτικής πορείας την επίτευξη μιας εύλογης δικαιοσύνης. Πρόκειται για στοιχείο που τον συνδέει τόσο με τον Έντουαρντ Σαΐντ όσο και με τον Σλαβόι Ζίζεκ, στους οποίους αφιερώνει εγκωμιαστικά κείμενα: αμφότεροι διαπερνούσαν τα σύνορα κάθε είδους κουλτούρας αλλά περισσότερο από τους απεγνωσμένους προσδιορισμούς ταυτοτήτων τους ενδιέφερε η καθολική απονομή της δικαιοσύνης.

Στο Νόημα της Ζωής (The Meaning of Life, 2007) ο Ήγκλετον προχωρά ένα βήμα πιο πέρα Στην κοινωνία μας, γράφει, έχει επικρατήσει η ιδανική «εικόνα» του αυτόνομου ατόμου. Για τους συντηρητικούς φιλελεύθερους, ο «άλλος» όχι μόνο δεν είναι απαραίτητος για να υπάρχει «εγώ», αλλά αποτελεί απειλή για την ύπαρξή μας. Όμως το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται εντός του ατόμου μας αλλά διαβιεί στις σχέσεις των ανθρώπων. Το ζητούμενο είναι η ανοικοδόμηση μιας κοινωνίας που να θυμίζει ένα μουσικό συγκρότημα τζαζ όπου οι μουσικοί «…αυτοσχεδιάζουν, διαισθανόμενοι όμως ο ένας τον άλλο, παράγοντας έτσι μια σύνθετη αρμονία, που προέρχεται όχι από κάποια κεντρικά σχεδιασμένη παρτιτούρα αλλά από την ελεύθερη μουσική έκφραση του κάθε μουσικού, που όμως έχει ως προϋπόθεση την ελεύθερη έκφραση των υπολοίπων».

Εκδ. Το Πέρασμα, 2009, επιμέλεια – πρόλογος Ρένα Δούρου, σελ. 187.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 23 (φθινόπωρο 2010)

24
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 73

Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ο άγιος ζιγκολό, εκδ. Αστάρτη, 2005, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού, σ. 187 (Pascal Bruckner, L’ amour du prochain, 2004)

Πάντα μου ονειρευόμουν να αλαφρύνω, τόσο πολύ φοβόμουν μην πνιγώ κάτω από το βάρος των όντων, των πραγμάτων. Βλέποντας τους γονείς μου να συσσωρεύουν χρόνο με τον χρόνο έπιπλα και μικροαντικείμενα, και τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου να φεύγουν για διακοπές με εφτά ή οχτώ βαλίτσες τη μια πλάι στην άλλη, ένοιωθα εξουθενωμένος. Δεν υπάρχει παρά μονάχα ένα έγκυρο επιχείρημα ενάντια στην αρχή της ιδιοκτησίας: αυτό που κατέχουμε μας κατέχει. Πολύ νωρίς δεν ήθελα πια κανένα φορτίο, λαχταρούσα να γίνω ευέλικτος, υδραργυρικός. Να μη βαραίνω, μα μη με βαραίνει τίποτα, να μη με δεσμεύει τίποτα: έφερα σε πέρας αυτό το πρόγραμμα. Είχα λύσει τα δεσμά που με κρατούσαν ενωμένο με την οικογένειά μου, τους φίλους μου, την ερωμένη μου, για να αφοσιωθώ στο μοναδικό μου πάθος. Αποτινάζοντας από πάνω μου κάθε αλυσίδα δεν είχα επίσης θυσιάσει και το ουσιώδες;

Στον Σπύρο Καρυδάκη

23
Οκτ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 9

 

Friedrich Dürrenmatt, The possible is monstrous. Selected poems

Το πιθανό είναι ούτως ή άλλως τερατώδες, όσο εφιαλτικό είναι και το πραγματικό. Ίσως πάλι η λεπτή διαφοροποίηση στην εξπρεσιονιστική απεικόνιση του εφιάλτη να είναι απλώς ότι άλλοι διαλέγουν τον θάνατό τους και άλλοι όχι.

21
Οκτ.
10

Midnight Juggernauts – Crystal Axis (Siberia, 2010)

 

Για άλλη μια φορά, με τέτοιους θαυματουργούς πληκτροφορτωμένους μετεωρίτες μάς πλημμυρίζει η ψευδαίσθηση πως οι Electric Light Orchestra συμπλέκονται με τους Blue Oyster Cult και τους Hawkwind, που ειρήσθω εν παρόδω, αυτά βλέπουν κι έβγαλαν νέο δίσκο εντός του 2010! Αλλά έτσι είναι με το Μελβουρνέζικο Τρίο (γενν. 2004) στον δεύτερο μετά το Dystopia δίσκο του (2007) και την πομπώδη, διαστημοπερατική του μουσική. Τα πιασάρικα τραγούδια και οι πηχτές ορχηστρώσεις τους δεν αντανακλούν απλώς τα τεχνοκρατικά και τεχνοπαιχνιδιάρικα σέβεντις αλλά και έναν μοντέρνο προσομοιωτή πτήσης στο είδος. Στον γαλαξία του οποίου λάμπουν σαν αστεροειδείς τα Vital Signs, Lifeblood Flow, This New Technology, ακόμα και το Dynasty (που δυο στροφές πιο αργά θα έμοιαζε αβάσταχτα φλοϋδικό). To The Great Beyond βέβαια θα μπορούσε να είναι σάουντρακ ενός Φαρενάιτ 451 των 70ς.

Κι όμως όλη αυτή η φωτεινή επικότητα μπορεί να στραφεί από τις αεροδρομικές προς τις χορευτικές πίστες Το Lara Versus The Savage Pack σβήνει τα λαμπάκια και φωσφορίζει τα φάνκικα δόντια του, ανακαλώντας, με αντίστροφη χρονολογική σειρά τους MGMT, τη σχολή των Daft Punk και τους κλώνους του George Clinton, ενώ το Virago φτιάχνει ένα κουπλέ α λα Yello και το αντιστρέφει σε κάπως παρατονισμένο μαύρο ρεφρέν. Γενικά πάντως τηρούνται όλοι οι κανόνες: η επιρρέπεια στον γιγαντισμό (ενώ σχεδόν πλησίαζαν έναν δίσκο πλήρη κομψοτεχνιών, εκτροχιάστηκαν σ’ έναν συμπληρωματικό με 3 πρόσθετα κομμάτια συν επανεκτελέσεις ή μίξεις τεσσάρων του πρώτου) και τα εναρκτήρια ινστρουμένταλ (το Fantastic Valleys του δευτέρου αφήνει την σκόνη του στο προκάτοχο).

Η διαφορά με το Dystopia (εκτός από τις μονάδες των εξτρα-φαντασιακών κομματιών) είναι ένας ήχος περισσότερο live, με ακόμα περισσότερες επιστρωματώσεις. Οι ΜJ άπλωσαν την φήμη τους σαν βούτυρο μετά το Glastonbury αλλά στοιχηματίζω πως περισσότερο θα κοιτούσαν στον ουρανό για κανένα διαστημόπλοιο παρά στα πέτρινα μενίρ για έμπνευση. Κι ο Vince Vendetta γίνεται ο νέος μας πλοηγός στον φωταψιασμένο ουρανό του synth – rock.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

19
Οκτ.
10

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 511 (Οκτώβριος 2010)

 

Οι χωρισμοί σε λογικό και σε παράλογο, συνειδητό και ασυνείδητο είναι προϊόντα της δικής μας νοοτροπίας, εμείς που ζούμε την αλλοτρίωση και την ειδίκευση ως πληγές και ως αποξένωση από τον πραγματικό μας εαυτό, έγραφε ο τιμώμενος του τεύχους Νάνος Βαλαωρίτης στην εισαγωγή της ελληνικής μετάφρασης της Nadja του Μπρετόν. Ιδιότυπο σημείο αναφοράς στην ελληνική λογοτεχνία, ένας διαρκώς σύγχρονος δημιουργός – καλλιτέχνης – λογοτέχνης σε διαρκές τράνζιτ μεταξύ Ευρώπης – Αμερικής αλλά και ημισφαιρίων και παραδόσεων, καλλιεργητής όλων των ειδών γραφής, διέσχισε τις δύσκολες επικράτειες όπως η μετάφραση των άγγλων μοντερνιστών και η αμερικάνικη μπητ αλλά κυρίως εισήλθε μυητικά στον γαλλικό υπερρεαλισμό. Ο «εκ Λευκάδος ποιητής αυγερινός κι αποσπερίτης» (όπως τον αποκαλούσε ο Ανδρέας Εμπειρίκος) ανακάλυψε στον υπερρεαλισμό την ανάποδη και σκοτεινή πλευρά του κλασικού πνεύματος και κατήργησε τα στεγανά μεταξύ ξένης και ελληνικής μοντέρνας ποίησης (μπολιάζοντας γόνιμα την τελευταία με τις σπορές του). Με τα θεωρητικά του γραπτά του μπορεί ο έλληνας αναγνώστης να προσεγγίσει καλύτερα το έργο των Κάλας, Εμπειρίκου και Εγγονόπουλου και γενικώς να εισέλθει στην υπερρεαλιστική κοσμοθεωρία που μόνο να βιωθεί μπορεί. Μετράω 22 σελίδες, 3 κείμενα, 1 συνέντευξη, 1 εργοβιογραφικό σημείωμα, 9 φωτογραφίες και 2 σκίτσα.

 Το μετααφηγηματικό, ταυτοτικό χαρακτηριστικό της γραφής μου, κατά την έκφραση του Δημήτρη Ραυτόπουλου, είναι μια καλή βάση για να συνειδητοποιήσω σε ποια ειδολογικά πλαίσια κινούμαι. Προσπαθώ να παρακολουθήσω τα γεγονότα εκκινώντας από τα προτάγματα του μοντερνισμού, του αντιμυθιστορήματος, του θεάτρου του παραλόγου, της ποιητικής και κινηματογραφικής λογικής αναφέρει ο Τάσος Γουδέλης, συζητώντας με τον Γιάννη Μπασκόζο σχετικά με την φρέσκια διηγηματική του συλλογή («Η παρουσία»). Δηλωμένος πολέμιος, όπως αναφέρει, των μακροσκελών αφηγήσεων, πεπεισμένος πως ο κινηματογράφος έχει υποκλέψει «ύλη» από το μυθιστόρημα («Εάν ο Σταντάλ είχε δει σινεμά δεν θα έκανε τις εκτενείς περιγραφές που ξέρουμε»), ανοίγει ένα θύρωμα στην γραφή του: Θέλω να κρατήσω μια στάση που να καταλήγει στην περιγραφή αυτής της «δραματικής αφωνίας» απέναντι σε έναν κόσμο πολτώδη, άμορφο και αφασικό.

Η συζήτηση είναι σύντομη και πυκνή, όπως και το βιβλίο του, ενώ μια μακρύτερη συνομιλία με την Λάιονελ Σράιβερ, ακολουθεί την μορφή του δικού της. Η συγγραφέας του πολυσυζητημένου Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν διαπιστώνει πως πολύ λίγα παιδιά μεγαλώνουν με τον τρόπο που μεγάλωσε εκείνη: τεμπελιάζοντας μια καλοκαιρινή μέρα, κουλουριασμένα σε μια σκιερή γωνιά μ’ ένα βιβλίο. Ο Κέβιν εφευρίσκει μια μάσκα για κοινή θέα, ένα από τα στοιχεία που τον κάνουν ενδιαφέροντα χαρακτήρα είναι το πόσο μη αναγνωρίσιμος είναι, ο αναγνώστης αναγκάζεται να κατασκευάσει αυτό που γίνεται μέσα στο κεφάλι του, όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες. Κατά τα άλλα, λέει η Σράιβερ, υπάρχει ένα πράγμα που πουλά λιγότερο από τη λογοτεχνία στις ΗΠΑ, κι αυτό είναι η λογοτεχνία που είναι γραμμένη από κάποιον ξένο.

Ακόμη, μεταξύ άλλων, τα προεόρτια της μάχης για το Goncourt ανάμεσα στους τέσσερις πρέσβεις της γαλλικής αφήγησης (Ουελμπέκ, Αλεξάκης, Εσνόζ, Τουσέν), μια ενδιαφέρουσα φρέσκια λίστα με τα κόμικς που ζωγράφισαν την 11/9 κι ένας ερευνητικός φάκελος που ψάχνει αδιακρίτως τι κάνει ένα βιβλίο μπεστ σέλερ και τι συμπεράσματα βγάζουν πέντε εκδότες που «ευτύχησαν» να διαθέτουν κάποιο μοσχοπούλητο βιβλίο. [112 σελ.]

 

18
Οκτ.
10

Πολ Θερού – Οι στήλες του Ηρακλή

Ένα άδειο μέρος, όταν το επισκεφτείς εκτός τουριστικής περιόδου φαίνεται πιο άδειο και πιο εκτεθειμένο από κάθε άλλη εποχή, αλλά τότε είναι ο πραγματικός εαυτός του (σ. 218).

Το σχέδιο του Θερού είναι να ξεκινήσει από τις Ηράκλειες Στήλες που κάποτε σημάδευαν το τέλος του ταξιδιού και τα όρια του πολιτισμού για την αρχαιότητα και να κυκλώσει την Μεσόγειο περνώντας από 17 χώρες και 50 γλώσσες. Να παραμείνει στις ακτές και να κινηθεί με κάθε πλωτό μέσο, συμπληρώνοντας με τρένα και λεωφορεία αλλά αποφεύγοντας τα αεροπλάνα. Πώς απέκτησε την επιθυμία της Μεσογείου; Είχε πρώτα «δει» τις ακτές της Ιταλίας στο Set this house on fire του Γουίλιαμ Στάιρον, το Οράν στην Πανούκλα του Καμύ, την Καρχηδόνα στην Σαλαμπώ, την Ριβιέρα στον Κόνολι, το Έμπολι (δηλαδή το Αλιάνο) στον Λέβι, όλη την Μεσόγειο στο Labels του Ίβλιν Γουό, είχε διαβάσει Χέμινγουεϊ, Καβάφη, Κόνραντ (που έγραψε τον Μυστικό πράκτορα στο Μονπελιέ στη νότια Γαλλία) – όλοι του άναψαν την επιθυμία του μεσογειακού πλου.

Ξεκινά από την «τελευταία αποικία της Ευρώπης», την ιδιάζουσα περίπτωση του Γιβραλτάρ («σαν μια φυλή μικροσκοπικών ειδωλολατρών που ζουν γαντζωμένοι πάνω στον κολοσσιαίο πέτρινο ναό τους») και του ιδιόρρυθμου τριχασμού του μεταξύ αυτονομίας, Αγγλίας και Ισπανίας. Εδώ έχασε την παρθενιά της η Μόλι Μπλουμ, σε «μια από τις πιο παθιασμένες περιγραφές στη λογοτεχνία». Δεν υπάρχει Περιήγηση της Διακόρευσής στον Βράχο αλλά ο Θερού επιμένει πως ακούει μια αισθησιακή φωνή. Στην Ανδαλουσία, ένα φέρι μποτ φεύγει για την Ταγγέρη: το Μαρόκο είναι απέναντι αλλά ο συγγραφέας θα βρεθεί εκεί …ένα χρόνο μετά, καθώς είναι η άλλη άκρη του κύκλου. Παίρνει τον Αυτοκινητόδρομο της Μεσογείου (δυο λωρίδες, με παρατημένα χωράφια και φορτηγά στις άκρες!) προς τα ισπανικά παράλια, κρατώντας μόνο το Οργουελικό Προσκύνημα στην Καταλονία και το Ισπανικό Ταμπεραμένο του Β.Σ. Πρίτσετ – άλλωστε η τουριστικοποιημένη ακτή δεν έχει καμία σχέση με την Ισπανία του Θεβάντες.

Η κουβέντα για τον Φράνκο είναι από τις λιγότερο δημοφιλείς στη χώρα. Παραδόξως παραμένει ένας από τους λιγότερο γνωστούς δικτάτορες του εικοστού αιώνα, προστατευμένος από το προπέτασμα καπνού των αγιογράφων του – άλλη μια χώρα που δεν θέλει να θυμάται το παρελθόν της. Αντίθετα κανείς δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα με το αποτρόπαιο θέαμα των ταυρομαχιών, μια σκηνοθετημένη δολοφονία για την οποία ο Θερού απορρίπτει κάθε επιχείρημα, μαζί και τις σχετικές ανοησίες του Χέμινγουεϊ.

Στο φέρι μποτ για την Πάλμα της Μαγιόρκα εκπλήσσεται (ενώ εμείς όχι) με την μυρωδιά λαδιού μηχανής, τις πόρτες που κοπανιούνται, το εξαφανισμένο πλήρωμα. Όπως πολλοί συγγραφείς επέλεξαν να μείνουν σε εκπληκτικούς άγνωστους τόπους βγάζοντάς τους από τον χάρτη της αφάνειας (ο Χένρι Μίλερ στο Μπιγκ Σουρ, ο Ντ. Χ. Λόρενς το Τάος, ο Ρ.Λ. Στίβενσον στα νησιά Σαμόα) έτσι και στη Λογοτεχνική Μεσόγειο ο Φιτζέραλντ εισήγαγε την Ριβιέρα, οι Ντάρελ και Καβάφης την Αλεξάνδρεια, ο Ρόμπερτ Γκρέιβς την Μαγιόρκα. «Είναι παράδεισος αν μπορείς να τον αντέξεις» του είχε πει η Γερτρούδη Στάιν κι εκείνος έζησε για πάντα εκεί, επίτιμος δημότης από το 1969, ο μοναδικός σε όλη την ιστορία το χωριού. Εκεί ζουν ακόμα τα παιδιά του, αλλά ο Θερού ντράπηκε να τους ενοχλήσει. Στην Βαλντεμόσα η Γεωργία Σάνδη έφερε τον εραστή της Σοπέν – φεύγοντας έγραψε ένα ιδιαίτερα σκληρό βιβλίο για την διαμονή της.

Μάλαγα, Αλμερία (όπου γυρίστηκαν πολλά από τα σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε), Καρθαγένη, Βαλένθια, Κόστα δελ Σολ – ολόκληρη η παράκτια γραμμή αποικείται επιθετικά, σε μια εξευτελιστική αστικοποίηση των παραλίων όπου όλα τα κτίσματα μοιάζουν με λευκές ηλεκτρικές κουζίνες και ψυγεία. Άδειοι δρόμοι, ανεμόδαρτες παραλίες, έλλειψη πελατών, χορταριασμένες αυλές: οι ισπανικές πόλεις από την Κόστα Μπράβα και πέρα νεκρώνονται όταν τελειώσει η τουριστική σεζόν αλλά αυτό αρέσει στον Θερού, που και πάλι έχει επιδιώξει να ταξιδέψει σε «τέλος εποχής». Ούτως ή άλλως λίγο πιο πίσω απ’ τη θάλασσα οι περιοχές παραμένουν αγροτικές στην κουλτούρα και την νοοτροπία.

Μια στάση στην Φιγκέρες, όπου γεννήθηκε και μουσειώθηκε η «προσωποποίηση του ισπανικού χαρακτήρα», ο επιδειξιομανής ερεθιστής κλόουν Νταλί και ακολουθεί η Νίκαια του Ματίς και του Γκαριμπάλντι, η Αντίμπ όπου προτίμησε να ζήσει 20 χρόνια ο Γκράχαμ Γκρίν, η Ναρμπόν (εδώ ο Τ.Ε.Λόρενς έγραψε «έφτασα επιτέλους στο δρόμο για το Νότο και την Ανατολή) κι όλος ο Γαλλικός Νότος από τα προάστια της Τουλόν μέχρι το Μόντε Κάρλο, κι από την Μασσαλία ως τις Κάννες και το Σεν Τροπέ. Μόνο που η Ριβιέρα των λογοτεχνών του ’30, σήμερα έχει ηλικιωμένους, συνταξιούχους, απατεώνες που έχουν πάει για να αποφύγουν του φόρους στην πατρίδα τους – ο συγγραφέας γνωρίζει πως αυτοί οι υπερεκτιμημένοι φορολογικοί παράδεισοι είναι εκ φύσεως πληκτικά μέρη.

Η Κορσική, μοιάζει με αποικία που έχει τη μυστική ζωή που έχουν όλες οι αποικίες: την παράλληλη κουλτούρα που επιβιώνει μέσα από μια άλλη γλώσσα. Ο Κορσικανός εθνικισμός όταν δεν εκφράζεται με γραπτές εκκλήσεις για αυτονομία, τοποθετεί βόμβες ή καίει τα σπίτια των ξένων. Εδώ ένας νέος Φλομπέρ έγραψε δεκαεννιά τετράδια, ενώ ο Μεριμέ την αλώνισε ψάχνοντας για τοποθεσίες όπου να διαδραματίζονται τα μυθιστορήματά του. Το καλύτερο βιβλίο για το μέρος έχει γραφτεί από την Ντόροθι Κάρινγκτον (Νησί από γρανίτη) και ο Θερού επιδιώκει την συνάντηση με την 80χρονη πλέον κυρία που έκανε την Κορσική πάθος της.

Αρκεί ένα φέρι για να σε πάει σε άλλη «χώρα» κι ας μοιάζει η Σαρδηνία με μια απομακρυσμένη ιταλική επαρχία – δεν είναι όμως περισσότερο Ιταλία απ’ όσο η Κορσική Γαλλία: και τα δυο παράξενα νησιά της Τυρρηνικής ενδιαφέρονται περισσότερο για τις διαφορές παρά για τις ομοιότητες. Εδώ στην δεκαετία του ’70 οι απαγωγές αλλοδαπών αποτελούσαν εθνική βιομηχανία – ο Θερού δεν τον αναφέρει, αλλά είναι γνωστή η περίπτωση του Fabrizio De Andre, που απήχθη επί τετράμηνο στο Σουπραμόντε. Αργότερα στη δίκη είχε εκφράσει την υποστήριξή του στους φτωχούς απαγωγείς (όχι στους εγκέφαλους των συμμοριών) δηλώνοντας πως εκείνοι ήταν οι αληθινοί φυλακισμένοι. Λίγο μετά έβγαζε τον άτιτλο δίσκο που έμεινε γνωστός ως ο «Ινδιάνος». Αλλά νομίζω μιλούσαμε για το βιβλίο – που συνεχίζει την διαδρομή του μέσω Σικελίας (στο Τσεφαλού ψάχνει το σπίτι του Άλιστερ Κρόουλι αλλά κανείς να γνωρίζει το όνομα), Καλαβρίας και βενετικής Κιότζας, στο κροατικό Ζάνταρ, το ισραηλινό Λεβάντε, την συριακή Λατάκια, κι ολοκληρώνει με περάσματα από Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρο, Τυνησία και Μαρόκο.

Για τον συγγραφέα οι μεγαλουπόλεις μοιάζουν συνήθως σαν προορισμοί που δεν σου προσφέρουν τίποτε εκτός από την αίσθηση ότι έφτασες τελικά κάπου. Υπήρχε μάλιστα μια εποχή που ήθελε να δει μόνο «άγρια» μέρη, για τα οποία δεν είχε ακόμα γραφτεί κάτι, αλλά τελικά μπορούσε να δει τα μέρη για τα οποία είχαν γράψει οι πάντες σαν κάτι εντελώς καινούργιο. Το είχε ζήσει και νωρίτερα: η δική του Αγγλία ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι είχε διαβάσει μέχρι τότε. Έτσι κάθε προορισμός αναμένεται νέος και αποκαλυπτικός, όπως εκφράζει και η μεταξύ ταξιδιωτών στιχομυθία:Εσείς για ποιο λόγο ήρθατε; – Επειδή δεν έχω ξανάρθει.

Στα γερμανικά υπάρχει η λέξη Kunstlerschuld, που σημαίνει «ενοχή του καλλιτέχνη», το συναίσθημα που νιώθει ο καλλιτέχνης για την ελαφρότητα με την οποία μπορεί να βρίσκει γραφικό έναν κόσμο ο οποίος για όσους ζουν σ’ αυτόν που μπορεί να είναι θλιβερός και μίζερος. Ίσως υπάρχει και η ενοχή του ταξιδιώτη, την οποία νιώθει καθώς περνάει, αυτάρκης και απομονωμένος, από το ένα μέρος στο άλλο, αμέτοχος στη θλίψη του τόπου που διασχίζει. (σ. 183)

Εκδ. Κέδρος, 2007, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 724 σελ. (Paul Theroux, The pills of Hercules, 1995). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες, εκτός του συγγραφέα: οι Φιτζέραλντ στην Ριβιέρα (σελίδα από το αυτοσχέδιο τετράδιό τους) και ο Ρόμπερτ Γκρέιβς στην Μαγιόρκα. Τα έξι παράθυρα βλέπουν την Κορσική.

17
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 72

Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου, εκδ. Κέδρος – Ράππα, 1983, μτφ. Βασίλης Παπαβασιλείου, σ. 116-119 (Roland Barthes, Fragments d’ un discours amoureux, 1997).

Έρωτας ανέκφραστος.
1. Δυο παντοδύναμοι μύθοι μας έκαναν να πιστέψουμε ότι ο έρωτας μπορούσε, όφειλε μάλιστα να εξιδανικευτεί σε αισθητική δημιουργία: ο σωκρατικός μύθος («ο έρωτας σε βοηθάει να γεννοβολάς πολλούς, ωραίους και υπέροχους λόγους») και ο ρομαντικός μύθος (θα φτιάξω ένα έργο αθάνατο γράφοντας το πάθος μου).
Ωστόσο ο Βέρθερος, που άλλοτε σχεδίαζε και πολύ και καλά, δεν μπορεί να φτιάξει το πορτρέτο της Καρλότας (μόλις που σκιτσάρει τη σιλουέτα της, δηλαδή ακριβώς αυτό που τον αιχμαλώτισε στη γυναίκα αυτή) «Έχασα, τη θεία δύναμη, τη ζωοδότρα, που μ’ αυτήν έπλαθα κόσμους ολόγυρά μου».
(…)
3. Δεν μπορώ να γράψω τον εαυτό μου. Ποιο είναι, άλλωστε, το εγώ που θα γραφόταν στην περίπτωση αυτή. Ενόσω θα εισχωρούσα στη γραφή, η γραφή θα το αποδυνάμωνε, θα το αχρήστευε (…)
4. Θέλω να γράψω τον έρωτα, σημαίνει έρχομαι αντιμέτωπος με τον κυκεώνα της γλώσσας: αυτήν την περιοχή ταπεινοφροσύνης, όπου η γλώσσα είναι περίσσια και ταυτόχρονα λειψή, υπερβολική (εξαιτίας της απεριόριστης διαστολής του εγώ και της συγκινησιακής πλημμυρίδας) και συνάμα φτωχή (εξαιτίας των κωδίκων μέσω των οποίων ο έρωτας τη συρρικνώνει και την ισοπεδώνει).

Στον Γιώργο Γιατρομανωλάκη

16
Οκτ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 8

                                                         Italo Svevo – La Coscienza di ZenoΟ Ζήνων ή ένας άλλος ανάβει το τσιγάρο του με την ηδονή της βεβαιότητας πως θα είναι το τελευταίο. Το μυαλό του, ένα ατέλειωτο μελανοδοχείο. Ή κάποιος αδιάκριτος συγγραφέας άρχισε να μουτζουρώνει τις σκέψεις του.

14
Οκτ.
10

Πολ Θερού – Το μεγάλο σιδηροδρομικό παζάρι. Διασχίζοντας την Ασία με τρένο

Το σφύριγμα των τρένων υπήρξε σταθερή οικιακή υπόκρουση για τον Θέροου (ή Θερού όπως συνήθως προφέρεται και θα τον αποκαλούμε), λόγω γειτνίασης του σπιτιού του με σιδηροδρομική γραμμή. Συνεπώς το τετράμηνο σιδηρότροχο ταξίδι του ως την άλλη άκρη του κόσμου του, με ξεκίνημα τον Σεπτέμβριο του 1973 ήταν θέμα χρόνου, όπως και τα 30 κεφάλαια που αντιστοιχούν σε ισάριθμες διαδρομές με οποιοδήποτε είδος τρένου μπορεί κανείς να φανταστεί. Ξεκινώντας από τον Λονδίνο και σταθμεύοντας σε Βενετία, Βελιγράδι και Κωνσταντινούπολη, ο συγγραφέας εισήλθε στο κύριο σώμα της τροχήλατης περιπλάνησής του, την Ασία, όπου για δυο συνεχόμενους μήνες προς μεγάλη του χαρά θα βλέπει ήλιο, μέχρι τους μουσώνες του Μαδράς.

Ο Θερού είναι πανέτοιμος: γνωρίζει καλά πως το ταξίδι είναι εξίσου φυγή και αναζήτηση ταυτόχρονα. ΄Πάντα βλέπει τα κρεμασμένα ρούχα έξω στα σπίτια σαν σημαίες που στέλνουν σινιάλα στους επιβάτες των περαστικών τρένων και ζηλεύει τον Ιταλό συνταξιούχο σιδηροδρομικό που ανταμείφθηκε με μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών και ζει μόνιμα μέσα στα κινούμενα βαγόνια. Άλλοτε νοιώθει θεατής μιας συνεχόμενης παράστασης, άλλοτε ένοικος μιας κινητής κρεβατοκάμαρας, άλλοτε επισκέπτης γκαλερί με εναλλασσόμενους πίνακες, όλα όσα βλέπει απ’ το παράθυρο.

Φυσικά ένα μεγάλο κομμάτι της αφήγησης ανήκει στους ανθρώπους που γνωρίζει ταξιδεύοντας. Όταν δεν ανταλλάζει «τις (συνηθισμένες ανάμεσα σε μοναχικούς ταξιδιώτες που διανύουν μεγάλες διαδρομές) ματιές της ανεκτικής αναγνώρισης», συζητά μαζί τους με αβίαστη ειλικρίνεια, που οφείλεται στο γεγονός ότι συνταξιδεύουν, έχουν παρόμοιο προορισμό, τρώνε μαζί και ξέρουν πως δεν θα ξανασυναντήσουν ο ένας τον άλλον. Όπως ο Γερμανός μαραθωνοδρόμος που κατεβαίνει βιαστικά στις αποβάθρες και ασκείται για να μη χάσει τη φόρμα του, ο Σαδίκ που αλλάζει βαγόνι και προορισμό για να ακολουθήσει μια γυναίκα που απλώς του άρεσε, ένας Καναδός που κλείστηκε από λάθος σ’ ένα Άσυλο Ψυχοπαθών στο Αφγανιστάν αλλά του φάνηκε καλύτερο απ’ το να γυρίσει στον Καναδά, ο μυστήριος γερο – Ντάφιλ που ξεχάστηκε σ’ ένα σταθμό, άλλοι που «απλώς ταξιδεύουν».

Στην Καισάρεια του φαίνεται πως οι κάτοικοι – απόγονοι του Ταμερλάνου που κάθονται έξω απ’ τα χαμηλά σπίτια κοιτάζουν τον ορίζοντα μήπως φανεί ο επόμενος κατακτητής, στην Τεχεράνη εκπλήσσεται που τα μπαρ έχουν την ατμόσφαιρα των σαλούν της άγριας Δύσης, προς ψυχαγωγία των εργαζόμενων στις πετρελαιοπηγές, εφτά μέρες μέσα εφτά έξω. Μια Αγγλίδα στο Μαδράς, πόλη με ανύπαρκτο πλούτο, εκπορνεύεται για λίγα χρήματα και εκείνος αναρωτιέται τι την οδήγησε σ’ ένα μέρος ξεχασμένο από τον Θεό αλλά και την βλέπει σαν μια απόκληρη φυγάδα, σαν την Λένα στη Νίκη του Κόνραντ.

Ο Θερού όμως ενθουσιάζεται από τις αμέτρητες εικόνες: μια εγκαταλειμμένη ατμομηχανή με αγριόχορτα στο φουγάρο της, τις παράγκες των αμέτρητων απόμερων σταθμών. Ο Γιασάρ Κεμάλ να φτιάχνει χαρταετούς για τα μικρά παιδιά στο Μεναξέ, στον κόλπο του Μαρμαρά, απλοί άνθρωποι που κάθονται να δουν τα τρένα να περάσουν ή στέκονται με μπεκετική αδιαφορία μπροστά στην τροχήλατη κίνηση. Αφήνει από περιέργεια έναν ταξιτζή – νταβατζή να τον συνοδεύσει σε μια φωτεινή καλύβα μέσα σε σκοτεινές ερημιές για υπόσχεση χιλίων και μιας νύχτας (ενώ ξέρει πως θα φύγει τρέχοντας). Απορεί με τους πωλητές εταιρειών που πουλάνε αδιανόητα πράγματα σε πάμφτωχες κοινωνίες, λαστιχάκια για ντοσιέ ή αδιάβροχες πλαστικές θήκες για αλυσοπρίονα και εκπλήσσεται με τους ταξιδιώτες που ζουν σαν τους πιο φτωχούς κατοίκους του Ιράν και του Αφγανιστάν υπό άθλιες συνθήκες ζωής, επειδή δεν θέλουν να αποδεχτούν την κοινωνική πραγματικότητα της…χώρας τους, διαλέγοντας ακόμα και να πεθάνουν από την αρρώστια τους «ανώνυμοι μέσα στη γενικευμένη αθλιότητα, στις φρικτές παραγκουπόλεις της Ανατολής».

Φυσικά το ίδιο το (εκάστοτε) βαγόνι του επιφυλάσσει εκπλήξεις, περιπέτειες, απρόοπτα. Θα απογοητευτεί από τραγικές σιδηροδρομικές υπηρεσίες, θα στηθεί σε γραφεία Πληροφοριών και Κρατήσεων που αντιγράφουν τα στοιχεία των εισιτηρίων σε χοντρά τετράδια ή που μένουν κλειστά με …χορταριασμένα πρεβάζια. Θα φάει άπειρες φορές άθλιο φαγητό ή τίποτα, θα ξυπνήσει από τα ζωώδη βογκητά μιας κοπέλας που σεξουαλείται ακριβώς στο διπλανό κρεβάτι, θα κοιμηθεί σε κουκέτες και ξύλινες κλινάμαξες που τρίζουν ασταμάτητα όλη νύχτα και μοιάζουν έτοιμες να διαλυθούν. Ο Θερού αισθάνεται πως σε κάθε τρένο του επιτίθεται κάθε τερατώδες χαρακτηριστικό της χώρας που περνά.

Η εικόνα της Λαχώρης που μέσα του προερχόταν από τον Κίπλινγκ (που ωρίμασε ως συγγραφέας στην πόλη) σήμερα δεν έχει πολλές διαφορές από τις πρώτες ιστορίες του ή τον Κιμ. Στον οδοντωτό για την Κάλχα (ένα αμάξωμα παλιού λεωφορείου με την μούρη φορτηγού Φορντ) οι Βεγγαλέζοι βουτάνε από την αποβάθρα με το κεφάλι μέσα από τα παράθυρα για να πιάσουν τις καλύτερες θέσεις. Οι Ινδοί έχουν μεταφέρει τα χωριά τους στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, γίνονται ένοικοί τους με κανονική κατάληψη του χώρου, κοιμούνται, τρώνε, ζητιανεύουν στις αποβάθρες, ενώ οι χωρικοί αφοδεύουν καθιστοί στις γραμμές, θεωρώντας τις το όριο του κόσμου τους. Εδώ αναθυμάται το περί αυτών σχόλιο του Μαρκ Τουέιν: Είναι παράξενος λαός. Φαίνεται να θεωρούν ιερή την κάθε μορφή ζωής εκτός από την ανθρώπινη.

Καθώς το τρένο περνάει από την Βομβάη οι επιβάτες τραβούν τον μοχλό ασφαλείας οπουδήποτε τους βολεύει μετατρέποντας το εξπρές σε τοπικό λεωφορείο. Παντού καταυλισμοί με σκεπές από λάστιχα αυτοκινήτου και κομμάτια πλαστικού, πλήθος κόσμου που βρίσκεται ξαπλωμένος στα πεζοδρόμια, σώματα ακίνητα με μαξιλάρι τα χέρια τους, ξανά σαν περιγραφή του Μαρκ Τουέιν. Σ’ ένα σταθμό της Βομβάης άλλωστε ο Β.Σ. Ναϊπόλ τρομοκρατήθηκε: Θα μπορούσε κανείς να βυθιστεί και να χαθεί χωρίς κανένα ίχνος μέσα στα πλήθη των Ινδών (An Area of Darkness) – κι όμως εδώ υπάρχει μια διάτρητη μητροπολιτική υπεροψία που βρίσκει κανείς μόνο στην Καλκούτα.

Καθώς ο Θερού διαβάζει το Martin Chuzzlewit διαπιστώνει πως η Καλκούτα είναι μια πόλη ντικενσιανής αθλιότητας, πολύ περισσότερο ντικενσιανή από όσο ήταν ποτέ το Λονδίνο. Πλήθη αστέγων στριμώχνονται ανάμεσα στους σωρούς από σκουπίδια που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι, οικογένειες ολόκληρες ζητούν καταφύγιο κάτω από πάγκους και μέσα σε καρότσια αποσκευών. Με τόσους ρακοσυλλέκτες, τα σκουπίδια της Καλκούτας «ανακυκλώνονται» σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο σουρεαλισμός υπάρχει παντού: Στο τοπικό για το Ραμεσβαράμ με τις … 94 στάσεις, σε κάθε σταθμό ορμούν μέσα στην κλινάμαξα για να πάρουν με τενεκεδάκια νερό από τις τουαλέτες, κάπου υπάρχουν οι τάφοι των …. Κάιν και του Άβελ, ένα σεμινάριο στην Κεϋλάνη σχετικά με την αμερικανική λογοτεχνία είναι γεμάτο – ευνόητο, εφόσον προσφέρονται τρία γεύματα ημερησίως και η αίθουσα είναι γεμάτη με φτωχούς αλλά χορτασμένους, μισοκοιμισμένους συνέδρους.

Στην γραφειοκρατούμενη σοσιαλιστική Βιρμανία εκπλήσσεται με την κινηματογραφική μανία του πληθυσμού και υφίσταται για άλλη μια φορά φρικτά ξύλινα καθίσματα και σπασμένα παράθυρα. Κόκαλα κοτόπουλου και κελύφη από γαρίδες στο διάδρομο, μουσική στη διαπασών από γιγάντια παλιά ηχεία. Το Μανταλέι είναι ένα μαγικό όνομα, αλλά τίποτε άλλος εκτός απ’ αυτό. Το ποίημα του Κίπλινγκ είναι ανεξήγητο – εκείνος δεν έφτασε ποτέ ως εδώ. Όμως του αρκεί το θέαμα των γυναικών που λούζονται σ’ ένα ποτάμι στην Άνω Μπούρμα και για μια στιγμή σκέφτεται να πηδήξει από το τρένο και να ζήσει με μια από αυτές στην υπόλοιπη ζωή του. Καθώς θεόρατες γέφυρες ενώνουν τις βουνοκορφές της ζούγκλας, μια ένοπλη ομάδα στο τελευταίο βαγόνι προστατεύει στο τρένο από τους ληστές, με αρχαία όπλα – οι ληστές το γνωρίζουν και ορμούν μόνο στο πρώτο.

Τα μπουρδέλα του Βιενάν στο Λάος είναι πιο καθαρά από τα ξενοδοχεία ενώ οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στην Μπανγκόγκ θεωρούνται φυσιολογικές από τους κατοίκους της. Η πόλη βασίζεται στους περαστικούς και διαφημίζεται ως το μέρος που οποιοσδήποτε άτολμος τουρίστας θα νοιώσει Καζανόβας. Για άλλη μια φορά αδιαπέραστοι δρόμοι, μαύρα κανάλια και εμπόριο έργων τέχνης κλαπέντων από απομονωμένους ναούς της χώρας. Και ο Θερού συνεχίζει σε Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Βιετνάμ και Ιαπωνία, παίρνει το Υπερ – Εξπρές Ηλιαχτίδα για το Κιότο και την δεκατετράλεπτη «Ηχώ» για την Οζάκα, καταλήγει στον Υπεσιβηρικό και στο τέλος του τετραμήνου επιβεβαιώνει πως τα πάντα μπορούν να συμβούν σ’ ένα τρένο: ακόμα και η παρόρμηση να κατέβεις.

Αν σκεφτεί κανείς πως ο ανήσυχος τροχιοδρόμος (Μασαχουσέτη, 1941) υπήρξε από καθηγητής σε Μαλάουι και Σιγκαπούρη έως πανεπιστημιακός στην Ουγκάντα, εγκατεστημένος επί 17ετία στην Βρετανία και νυν ζων στη Χαβάη, τότε είναι προφανές πως δεν θέλει και πολύ να ξαναφύγει κι άντε εμείς μετά να τον ακολουθήσουμε πάλι λαχανιάζοντας. Τι; Ξανάφυγε, ακολούθησε νέο βιβλίο και πέρασε από δω;

Όσο πιο μεγάλο ήταν το τρένο, όσο πιο μακρύ ήταν το ταξίδι, τόσο πιο ευτυχισμένος ένοιωθα εγώ – δεν είχα το άγχος που μου προξενούσαν τα τοπικά τρένα, που έπρεπε να βρίσκονται μια ορισμένη ώρα σε ορισμένο μέρος. Στα μεγάλα ταξίδια σπάνια κοιτούσα τους σταθμούς που περνούσαν έξω από το παράθυρό μου – η κίνηση του τρένου μέσα στο χώρο δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Είχα μάθει να συμπεριφέρομαι σαν μόνιμος ένοικος τους εξπρές…Το ταξίδι με το τρένο ζωντάνευε τη φαντασία μου και συνήθως μου παρείχε τη μοναξιά που χρειαζόμουν για να τακτοποιήσω και να καταγράψω τις σκέψεις μου. Μου ήταν εύκολο να ταξιδεύω σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα: πάνω στις επίπεδες σιδηροτροχιές, ενώ η Ασία άλλαζες αδιάκοπα έξω από το παράθυρό μου, και την ίδια στιγμή να περιφέρομαι στα άκρα ενός προσωπικού κόσμου αναμνήσεων και λέξεων. Δεν μπορώ να φανταστώ πιο πετυχημένο συνδυασμό. (σ. 251)

Εκδ. Κέδρος, 2005, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 510 σελ. (Paul Theroux, The Great Railway Bazaar, 1975). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

12
Οκτ.
10

The New Pornographers – Together (Matador, 2010)

 

Μήπως τελικά αυτή είναι μια νέα, ανεστραμμένη μορφή των supergroups του φρέσκου αιώνα; Όχι δηλαδή η σύναξη μουσικών από καταξιωμένες μπάντες αλλά η διάσπαση των μελών ενός καταξιωμένου γκρουπ σε νέα, εξίσου επιτυχή σχήματα. Όπως οι New Pornographers, που αντί να αρκούνται σε εξαιρετικά ενδιαφέροντες δίσκους και σε διαιώνιση του καλού ονόματος, διαχέονται σε άλλα σχήματα, projects και σόλο κυκλοφορίες, όλα υψηλής αναλογίας συχνότητας ηχογραφήσεων και ποιότητας, «εξαντλώντας» δυνάμεις.

Έτσι και στον πέμπτο τους δίσκο μάς περιμένει η χαρακτηριστική τους ιδέα περί μελωδίας και η γνώριμη ιδιαιτερότητα του Καναδέζικου ήχου, με τις πολλές φωνές και τα εύληπτα ποτέ απλοϊκά κομμάτια. Όμως αντίθετα από το προ τριετίας Challengers που έριχνε τους τόνους εδώ τα τραγούδια είναι αναβατόρια διάθεσης. Οι τρεις φωνές διεκδικούν ταυτόχρονα θέση κι όποιος προλάβει. Αρχικά ο A.C. Newman (που πάντα «ευχαριστεί» τον Brian Wilson) αποσύρεται διακριτικά, έχοντας όμως συνθέσει τα περισσότερα, ο Dan Bejar (πάντα αντηχητής του David Bowie) τσιμπάει την παράσταση στο Silver Jenny Dollar, αλλά είναι η εξαιρετικά φορμαρισμένη Neko Case που έχει την αδιαμφισβήτητη τραγουδιστική παρουσία.

Το μεγαλύτερο «λάθος» βέβαια είναι πως ξεκινάνε με τα δυο ακαταμάχητα τραγούδια του δίσκου (το πιανάτο Moves και το απαστράπτον Crash Years), και οι εντυπώσεις μετά ολισθαίνουν, είναι όμως αναμενόμενο κάθε υψηλό επίπεδο και ηθικό να έχει σκαμπανεβάσματα και ανισότητες. Τα My Shepherd, Sweet Talk και Sweet Talk δίνει τα ευχαριστήριά του στα ονόματα που όρισαν την δεκαετία των Abba και των Fleetwood Mac, το Bite Out of My Bed μοιράζει χρώματα με τα εμβατηριακά πνευστά του, το If You Can’t See My Mirrors αναλαμβάνει ρόλο σφήνας ακουστικής ποπ και όλες οι ενεργειακές (power) ποπ δυνατές περικλείονται στο ενωτικό (και των μελών;) ομώνυμο τελειωτικό κομμάτι. Συμμετέχουν οι St. Vincent, Beirut, Will Sheff (Okkervil River) και οι πνευστοί των Dap-Kings.

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Στις φωτ.: A.C. Newman και Neko Case σε στάση αναμονής…

10
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 71

Γιασάρ Κεμάλ, Χρώματα της ζωής και της γραφής. Συζήτηση με τον Alain Bosquet, εκδ. Θεμέλιο, 1994, μτφ. Μαρία Κουρούκλη, σ. 156 (Yachar Kemal, Entretiens avec Alain Bosquet, 1992)

Σας το έχω πει και με άλλη ευκαιρία, δεν παίρνω θέση με γνώμονα τον αναγνώστη. Ποιος είναι ο αναγνώστης; Ολόκληρη η ανθρωπότητα; Πώς να μαντέψει κανείς τι θα του αρέσει ή τι θα θελήσει να διαβάσει; Η δουλειά μου είναι να περιγράφω εκείνον τον μαγικό κόσμο και αυτά που συμβαίνουν εκεί, να αφήνομαι να με παρασύρει η αλήθεια της φύσης και του ανθρώπου, η μαγική αλήθεια της αφήγησης, η μαγεία των λέξεων. Να προσθέσω στην αλήθεια αυτού του μαγικού κόσμου μια πραγματικότητα πιο αληθινή από το πραγματικό. Είχαμε ένα μεγάλο ποιητή που έζησε το δέκατο τρίτο αιώνα, τον Yunus Emre. Λέει κάπου «Υπάρχει ένα εγώ μέσα στο εγώ, πέρα από το εγώ». Για να μιλήσω σαν κι αυτόν, λέω «Υπάρχει το αληθινό πέρα από την αλήθεια, υπάρχει η μαγεία πέρα από τη μαγεία».

Στον Θωμά Κοροβίνη

07
Οκτ.
10

Régis Debray – Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου

Η βιβλική μεταϊστορία

Μέρος Α΄

Ο αλλοτινός «ψηλαφιστής μιας θρησκείας εγκόσμιας σωτηρίας» (θυμίζουμε: φίλος και συνεργάτης του Τσε Γκεβάρα) οργώνει τους βιβλικούς τόπους σε μια ιδιότυπη αποστολή διερεύνησης των περιπετειών της μεγάλης θεολογικής υπόσχεσης. Εικονοπλαστικές περιγραφές, συζητήσεις με πρόσωπα κάθε άποψης και ταυτότητας και προσωπικές περιπλανήσεις μεταπλάθονται σε συναρπαστικό δοκιμιακό, πολιτικό, φιλοσοφικό και ταξιδιωτικό λόγο (που προλογίζεται από απαραίτητο εισαγωγικό και κριτικό σημείωμα του Σταύρου Ζουμπουλάκη). Τι απέγιναν οι Γραφές στην χώρα των τριών μονοθεϊσμών, των κληρονομικών μεσσιανισμών και του μέγιστου μίσους στην ελάχιστη επιφάνεια, όπου τρεις φωνές μοιάζουν να λένε η μια στην άλλη «δεν έχεις θέση εδώ»;

Το επιχείρημα της παλαιότητας συνεπάγεται την κυριαρχία στο παρόν. Το εκρηκτικό βραχυκύκλωμα χρονολόγησης και διεθνούς δικαίου (που θα ανάγκαζε πολλούς πληθυσμούς στον κόσμο να μετοικήσουν) εξηγεί γιατί η αρχαιολογία εδώ μυρίζει μπαρούτι. Το Ισραήλ κατατρυπά τη γη, ταυτίζει πηγές κι εξαφανίζει κάθε εχθρική προϊστορία. Οι χριστιανοί αναζητούν την επαλήθευση της βιβλικής αφήγησης σε χαλίκια και παπύρους. Οι μηδαμινές αρχαιολογικές πληροφορίες για τα πρωτοχριστιανικά χρόνια αναπληρώνονται από παραχαράξεις και οι βιβλικοί λόγοι συρράπτονται στα θραύσματα των σκαμμάτων: μια σχολαστική υψηλή ραπτική. Οι πιστοί μοιάζουν δεμένοι περισσότερο με τις τελετουργίες παρά με το δόγμα τους. Η θρησκεία περισσότερο δηλώνει την ταυτότητα της ομάδας παρά την αλήθεια ενός αισθήματος. Οι κληροδοτημένες χειρονομίες βαρύνουν περισσότερο από τις ιδέες.

Η βιομηχανία της μνήμης μετατρέπει τους βιβλικούς μη-τόπους σε «αυτόματους πωλητές του παγκοσμιοποιημένου μεταφυσικού. Ο επιμνημόσυνος τουρισμός μας επιστρέφει σε πηγές περισσότερο πλαστές παρά γνήσιες. Το λίκνο της χριστιανικής πίστης θεάται μόνο μέσα από τις επανειλημμένες επεμβάσεις της ενηλικίωσής της, Η σηματοδότηση ανθεί, το σημαινόμενο φθίνει. Τα μνημεία – πολυκαταστήματα της πίστης είναι για την ανάμνηση του Ιησού ό, τι είναι η φλυαρία για τον λόγο. Το μυθικό λειτουργεί με χρονοκαθυστέρηση. Ο προσκυνητές δημιούργησαν τον Άγιο Τόπο, όχι το αντίστροφο. Η Ιστορία αντικαθίσταται από μια εύπλαστη και πολυδύναμη μεταϊστορία.

Η τριπρόσωπη Πόλη μοιάζει με βιομηχανική έκθεση περιφράξεων και εμποδίων διέλευσης. Παντού κυριαρχεί η αγωνία του σωστού συνθήματος, της λάθος πινακίδας και του κλειστού περάσματος. Καμία άλλη πόλη δεν είναι τόσο κατακερματισμένη και οριοθετημένη. Η αποθέωση της τειχολογίας συμβαδίζει με την ταυτοτική σηματοδότηση: το ομοίωμα του ηγέτη κάθε κοινότητας γίνεται τελωνείο και πυξίδα ταυτόχρονα. Φωτογραφίες αγνοουμένων ή νεκρών στα μπάζα ή τους ηλεκτρικούς στύλους, αυτοσχέδια μνημεία, σημαίες στους αγρούς και τις σκεπές: μια έκρηξη εμβλημάτων, ένας αγιογραφικός ενθουσιασμός. Ο φόβος της όσμωσης δημιουργεί γωνίες λήψης που επιτρέπουν την απάλειψη των έτερων πλεοναζόντων πλησιαστών. Η κοινότητα και το τηλεοπτικό της κανάλι συνοψίζει τον μικρόκοσμο του καθενός, ενώ συχνά η εσωτερική ειρήνη εξαγοράζεται μ’ έναν εξωτερικό εχθρό ή με την υποχώρηση της δημοκρατίας.

Το Ισραήλ, σε μόνιμη κατάσταση εργοταξίου και προώθησης των συνόρων, δεν αναδεικνύει πόλεις αλλά μεγάλους άξονες κυκλοφορίας: οι μύθοι του χτίζονται με την μπουλντόζα, ο Μωυσής συμβαδίζει με το Κατερπίλλαρ. Χάρη στην τακτική του τετελεσμένου γεγονότος δεν αποτελούν οι ισραηλινοί εποικισμοί στίγματα ενός παλαιστινιακού φόντου, αλλά το αντίστροφο. Οι αναφορές των οργανισμών αγνοούν κάθε αξιολογική κρίση και προσωπική μαρτυρία. Ένα «μακελειό» καταχωρίζεται ως «συμβάν», η στατιστική μοιάζει πιο αξιόπιστη από τις φθαρμένες λέξεις. Καμιά σύγκρουση δεν είναι τόσο τεκμηριωμένη και χαρτογραφημένη. Οι λογιστές τους πένθους και της σφαγής γνωρίζουν πως τα μακροπρόθεσμα σενάρια αποτελούν ανυψωτές ηθικού και εργοδοτούν διπλωμάτες, μέσα και πολλές φάμπρικες απασχόλησης.

Ο Ντεμπρέ αισιοδοξεί παρατηρώντας την δικτύωση των προσφυγικών στρατοπέδων. Το Διαδίκτυο υποκαθιστά την εδαφική ένωση, παρακάμπτει τη λογοκρισία και οδηγεί σε μια εύπλαστη αντίληψη του ιερού. Η μεταφορά του ΟΗΕ («η τελευταία ασφάλεια, μαζί με τους Μ.Κ.Ο., πριν από την αυτοκτονία μιας κοινωνίας») στην πόλη, η επινόηση μιας πολιτικής οχυρώσεων και μιας ηθικής συνόρων και η λύση των δυο κρατών με μεγάλες εκατέρωθεν παραιτήσεις είναι απαραίτητες, όπως και η πεποίθηση πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον διάλογο ανάμεσα στις κουλτούρες και την συνύπαρξη ταυτοτήτων. Απαιτείται ένα «αυτοί» για να ζήσει ένα «εμείς». Η πολλαπλότητα των κόσμων και το ψηφιδωτό των πίστεων αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ζωής.

Μέρος Β΄

Η σημειολογία της Αγίας Χώρας
Σπίτια μισοτελειωμένα, εντύπωση ενός διαρκούς «υπό κατασκευή», ανοιχτοί τοίχοι, κατασκηνώσεις μέσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια, οικογένειες που κατασκηνώνουν μέσα στο μισογκρεμισμένο σπίτι τους, πάνω στα ερείπια. Στους τοίχους φωτογραφίες των νεκρών εφήβων ή κόκκινα τριαντάφυλλα αντί για τα πρόσωπα των κοριτσιών. Μια κοινωνία που εξαθλιώνεται και σαπίζει ζωντανή από έλλειψη δουλειάς, ελπίδας και εξαερισμού. Σμήνη παιδιών στη Αντ Ντεϊράτ, στην Δυτική Όχθη, υποδέχονται με κραυγές ενθουσιασμού τα σκουπιδιάρικα των εποίκων, για να βοηθήσουν στο οικογενειακό τσουκάλι: ο σκουπιδοτενεκές ως μέσο ταπείνωσης του εχθρού.

Η ειδωλολατρία της δύναμης
Στο Ισραήλ η θρησκεία είναι ένθετη στο έθνος και αντιστρόφως. Η συναγωγή κυριεύει τον στρατώνα και ο στρατώνας την κυβέρνηση. Εβραίοι εγκαταστάθηκαν άνευ όρων σ’ αυτή τη γη που τους είναι συγχρόνως ξένη και από τα πανάρχαια χρόνια πατρίδα τους. H επιστροφή ενός λαού στη γη του είναι νόμιμη, αλλά μπορεί να γίνεται δια του βίαιου διωγμού και της κατοχής ενός άλλου λαού; Εδώ εφαρμόζεται η εθνοκάθαρση και ανάγονται ως βασικοί δικαιικοί κανόνες το status quo και οι «νέες πραγματικότητες που ισχύουν επί τόπου». Ο Ντεμπρέ τονίζει πως αυτό το κράτος κινδυνεύει πρωτίστως από τον εαυτό του, από την «προσχώρηση στην ειδωλολατρία της δύναμης», στη δεισιδαιμονία της ισχύος. Είναι αξιοσημείωτο πως η αμερικανική εβραϊκή κοινότητα γίνεται όλο και πιο επιφυλακτική απέναντι στην πολιτική της ασταμάτητης φιλοπολεμικής τους δραστηριότητας, σε αντίθεση με την Γαλλία, στα λάθη της οποίας συχνά επανέρχεται ο συγγραφέας.

Οξύμωρα και υποκρισίες
Ενώ η Αμερική είναι η μεγαλύτερη χορηγός του Ισραήλ, η Ευρώπη είναι η πρώτη στην παροχή βοήθειας στην Παλαιστίνη: αφιερώνει εκατομμύρια ευρώ και τους καλύτερους εμπειρογνώμονες για την κατασκευή ενός σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας, ενός αεροδρομίου ή ενός επιστημονικού εργαστηρίου αλλά οι ίδιες χώρες δεν διαμαρτύρονται όταν η ισραηλινή αεροπορία ισοπέδωσε αυτές τις πολυδάπανες επενδύσεις σε τρία λεπτά! (σ. 372). Έτσι το Ισραήλ επωφελείται πρώτο από την βοήθεια προς την Παλαιστίνη, αφού η Ευρώπη πληρώνει στη θέση του τα έξοδα κατοχής που βαρύνουν τον κατακτητή. Από την άλλη, Παλαιστίνιοι κάνουν ουρά σε κάποιο check point για να τους προσλάβουν με τη μέρα στο χτίσιμο του τείχους που θα περικλείσει το χωριό τους. Ή νεαρές εργάτριες ράβουν τις στολές της Τσαχάλ.

Διασκέψεις και διάλογοι πραγματοποιούνται εκτός πεδίου πυροβολισμών και καρδιάς του προβλήματος. Η υποκρισία αποτελεί το απαραίτητο λιπαντικό για τους μηχανισμούς και των δύο. Όλοι επικρότησαν τις «συμφωνίες της Γενεύης» που δεν ισχύουν πλέον, λίγοι τις διάβασαν. Μεγάλες προσδοκίες, κανένα αποτέλεσμα. Οι ισραηλινές κυβερνήσεις μεριμνούν για τη χορήγηση τριμηνιαίας δόσης αναλγητικών (μονομερή πλάνα αποχώρησης, μερικές διαλύσεις εποικισμών, εξαγγελίες απραγματοποίητες). Η δημοσιότητα ζει στην επικαιρότητα και δεν έχει μνήμη. Είκοσι νεκροί στη Γάζα είναι σαν διακόσιους στην Βαγδάτη: ένα πλάνο, τρία δευτερόλεπτα, και περνάμε στην κλήρωση του λόττο.

Η εκβιομηχάνιση του συμβολικού

Δέκα χιλιάδες διδάκτορες για τον Πλάτωνα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι για τον Ιησού. Οι ιδέες και οι πράξεις μετράνε λιγότερο από την σιλουέτα που έχει εντυπωθεί.

Οι Άγιοι Τόποι σύντομα δεν θα είναι η Λούρδη που φοβόταν ο Φλωμπέρ αλλά μια νέα Ντίσνεϋλαντ – επισκέψιμα πνευματικά πάρκα αναψυχής με πάρκινγκ. Τα μνημεία μένουν όρθια μόνο χάρη στις αφηγήσεις με τις οποίες τα τεκμηριώνουμε, τη λάμψη μιας κοινής μνήμης που προβάλλουμε επάνω τους. Οι μυθικές πόλεις αποτελούν σημάδια μιας υπόσχεσης που απολαμβάνεις εκ του μακρόθεν. Τελικά τι είναι ο Ιορδάνης της γεωγραφίας μπροστά στον Ιορδάνη του προσωπικού μας χάρτη, των ονείρων μας για τον υμνωδό με τον ξύλινο σταυρό; Μόνον εκείνος είναι ωραίος γιατί δεν υπάρχει (σ. 136). Ευκολότερα μιλάς γι’ αυτόν παρά τον βλέπεις. Η Βηθανία της Βάπτισης είναι ένα εγκαταλειμμένο σημείο στο μέσο ενός ναρκοπεδίου. Τα κάμπινγκ της Άνω Γαλιλαίας, το φαστ-φουντ στη Ναζαρέτ, οι εργατικές κατοικίες στην κορυφή του Όρους των Ελαιών, τα ηχεία που ουρλιάζουν στην Εμμαούς εμποδίζουν κάθε επιστροφή στο παρελθόν, το οποίο ανασκευάζεται στη βάση των νοσταλγών του παρόντος.

Αυτό που πιστεύουμε ότι ήταν η εποχή του Χριστού είναι στην πραγματικότητα η εποχή των Βυζαντινών, που ήταν οι πρώτοι που προσδιόρισαν την τοποθεσία των ipsissimi loci της Γέννησης και των Αγίων Παθών. Στα αλλεπάλληλα στρώματα του υπεδάφους στοιβάζονται οι ευσεβείς φαντασιώσεις της οικουμενικής χριστιανοσύνης. Δελεαστικά φυλλάδια και προσκλήσεις σε τετραχρωμία μας καλούν σε επιστροφή σ’ αυτό που μας διαβεβαιώνουν πως είναι η αφετηρία μας. Καθώς τα λείψανα της πόλης στριμώχνουν τις εποχές και τους θεούς τον έναν πάνω στον άλλον, η ζωτική τέχνη της προχρονολόγησης και του αναχρονισμού αναλαμβάνει μια παντομίμα κουλτούρας, όπως οι γραφείς της φυλής που διηγούνται την ιστορία από εμπρός προς τα πίσω για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της στιγμής. Οι πρόγονοί μας, γράφει ο Ντεμπρέ, είχαν υπερεπάρκεια μνήμης και πενιχρότητα τόπων. Εμείς έλλειμμα μνήμης και πλεόνασμα τόπων. Δεν διαβάζουμε τις Γραφές, αλλά το προχρονολογημένο σκηνικό τους μας έχει γίνει πιο οικείο. Παραγνωρίζουμε ότι στην πραγματικότητα βρίσκονται μέσα μας, ότι είναι οι δικές μας αναμνήσεις και ελπίδες.

«Θεολογικές» και «λαϊκές» συλλογικότητες
Ένας τραγικός ποιητής θα χειροκροτούσε την ενότητα δράσης, τόπου και χρόνου. Πρωταγωνιστής ο Θεός, τόπος δυο τετραγωνικά χιλιόμετρα, επίδικο αντικείμενο η ίδια η αιωνιότητα. O Ντεμπρέ νοιώθει άβολα με την λατρευτική υστερία, τις ευσεβείς απάτες, «τα ασφαλιστικά συμβόλαια των σαλών του Θεού». Οι μονοθεϊστικές θρησκείες εξαγγέλλουν την συναδέλφωση και προκαλούν σφαγές στο όνομά τους. Αυτά που λέει ο Μπιν Λάντεν, περιέχονται στο Syllabus, την παπική εγκύκλιο του 1869!

Σε κάθε άνθρωπο, ας είναι και άθεος, υπάρχει ένας μουσουλμάνος, ένας χριστιανός και ένας εβραίος εν υπνώσει, που μια αναλυτική παρουσίαση μπορεί να τον ξυπνήσει φέρνοντας στην επιφάνεια ορισμένες αλλεργίες ή ενδόμυχες τάσεις που δεν υποψιαζόταν μέχρι τότε. Όλοι γνωρίζουν ότι η Βίβλος, το Κοράνι, ακόμα και τα Ευαγγέλια περιέχουν τα πάντα και τα αντίθετά τους, και ότι για κάθε μειλίχια παραίνεση των Γραφών αντιστοιχεί, τρεις σελίδες παρακάτω, μια άδεια για φόνο. (σ. 470, 472)

Οι χριστιανοί Άραβες διπλά παραμερισμένοι: στην πατρίδα ως χριστιανοί και στο εξωτερικό ως Άραβες. Οι Μαρωνίτες και οι κόπτες της Αιγύπτου αποδεικνύονται τα δυο πιο σταθερά αγκυροβόλια του ανατολικού χριστιανισμού. Δημιουργείται όμως η εντύπωση πως οι Χριστιανοί περισσότερο ενδιαφέρονται για την κλειδοκρατορία παρά για τον κίνδυνο οριστικής εξαφάνισης του χριστιανισμού στην περιοχή.

Το φράγμα των επτακοσίων χιλιομέτρων μοιάζει με την υπογραφή ενός μοιραίου πεπρωμένου «άπαξ και συγκροτηθούμε σε θίασο, εταιρεία, εκκλησία, σχολή, λέσχη, στοά, κόμμα, εθνότητα, έθνος ή κοινότητα». Εκεί όπου υπάρχει ένας εκλεκτός, υπάρχει και ένας απόβλητος. Ή απλώς «Μια εθνική μνήμη είναι η διαχείριση από κοινού μερικών βολικών παραλείψεων που θα έβλαπταν το ηθικό του έθνους». (σ. 257)

Τίτλοι τέλους (;)
Ο Ντεμπρέ είναι βέβαιος πως κάποια μέρα αυτό το σκουριασμένο καζάνι θα αυτοκαταστραφεί. Οι επιχειρήσεις αυτοκτονίας και οι απαγωγές ομήρων θα συνεχίζονται χωρίς τελειωμό, παρασυρμένες από μια τυφλή και νεανική παλίρροια, έναν ξέφρενο άνεμο συλλογικής και αυτοκτονικής ζωτικότητας. Όμως ελπίζει, καθώς το διαδίκτυο γίνεται εξισωτής δυνάμεων και νευρώνων, ευνοεί όσους έχουν χαμηλότερη μόρφωση, ενώνει τους εξόριστους, κάνει τις αποφάσεις συλλογικές και αφαιρεί από τα κράτη τον έλεγχο της αλήθειας, ελπίζει βλέποντας ένα εικονικό παλαιστινιακό μουσείο και γνωρίζοντας πως σε δέκα χρόνια από τώρα, όλοι, συμπεριλαμβανομένων των Βεδουίνων, θα είναι δικτυωμένοι. Εάν υπάρχει ένας μετα-ισλαμισμός, οφείλει πολλά στις δορυφορικές κεραίες και στους φορητούς υπολογιστές. Στον 21ο αιώνα όλοι μας θα έχουμε μια σύνθετη ταυτότητα και τόσο το καλύτερο. Ή όπως λέει ένας από τους συνομιλητές του: Είμαι Άραβας, μουσουλμανικής κουλτούρας, χριστιανικής θρησκείας, βυζαντινής μνήμης, σε εβραϊκό περιβάλλον. Είμαι όλα αυτά μαζί. Είμαι η ιστορία αυτού του τόπου εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Δεν μ’ αρέσουν οι ταυτότητες. Απλώς εντάσσομαι.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Άννα Καρακατσούλη, σελ. 516.

Πρώτη δημοσίευση: Α’ Μέρος : Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ). Β΄ Μέρος: αποκλειστικά εδώ στο Πανδοχείο.

Στις φωτογραφίες: Το Φράγμα των Επτακοσίων Χιλιομέτρων. Εξωτερικός (εξαεριζόμενος) τοίχος σπιτιού στη Γάζα. Πολύχρωμο «μνημείο» κατασκευασμένο από βλήματα που εκτοξεύτηκαν από άλλα βλήματα. Κόπτης μοναχός που μοιάζει με Σεκιούριτι. Η Οδός των Δακρύων (που δεκαπλασιάστηκε και περνάει μέσα από τουριστικά μαγαζιά). Ένα κορίτσι στη Γάζα. Κι ένας εγγυημένος τρόπος να θωρακίσεις την πόρτα σου.

06
Οκτ.
10

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 7

                                          Jean Paul Sartre – Existentialism is a humanism

Υπαρξισμός και ουμανισμός, απειράριθμα βότσαλα και μία καρέκλα, ανθρώπινη απουσία και φυσική υπερπαρουσία. Άραγε το υπαίθριο κάθισμα περιμένει να υποδεχτεί έναν φιλόσοφο – παρατηρητή ή έναν κοινό θνητό – παρατηρούμενο;

04
Οκτ.
10

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Έβενος, Το χρώμα της Αφρικής – Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου – Ταξίδια με τον Ηρόδοτο

Οδυσσέας της Αφρικής, του «Άλλου» συνομιλητής

Ο Καπισίνσκι (1932-2007) υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική. Οι ανταποκρίσεις του από τα δύσβατα πεδία της Ιστορίας συχνά συγκεντρώθηκαν σε βιβλία του, τρία από τα οποία επανεκδίδονται εδώ σε ενιαίο τόμο, προσφέροντας την ευκαιρία για μια εκ νέου αποτίμηση κρίσιμων και οριακών καταστάσεων. Η Έβενος (1998) αφορά την περιπέτεια της εμβύθισής του στην Μαύρη Ήπειρο, που έζησε από κοντά, από τις ελπιδοφόρες δεκαετίες της αποαποικιοποίησης (’50 – ’60) μέχρι τις οριακές πολιτικές συγκυρίες της τελευταίας τριακονταετίας. Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου (1988) επίσης εστιάζει κυρίως στην Αφρική, ενώ το φερώνυμο κείμενο αναφέρεται στον πόλεμο Ονδούρας – Σαλβαδόρ, που ξέσπασε με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, που αποτέλεσε ιδανική εστία έκρηξης «των εθνικιστικών διαθέσεων και της υπερπατριωτικής υστερίας, αναγκαίων για να ενισχυθεί η εξουσία των ολιγαρχικών καθεστώτων στις δυο χώρες». Στα Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (2004) επιστρέφει στις απαρχές της δημοσιογραφικής του περιπέτειας, βασική έμπνευση της οποίας υπήρξαν οι ηροδότειες ιστορίες. Η συνειδητοποίηση της άγνοιάς του κατά τις πρώτες αποστολές σε Ινδία και Κίνα (1956-1957) και η πεποίθηση πως κανένας πολιτισμός δεν θα αποκαλυφθεί χωρίς απροσμέτρητο κόπο, οδήγησαν στην επιλογή της «κατακερματισμένης, πιο διαφοροποιημένης στην απεραντοσύνη της» Αφρικής.

Ο Καπισίνσκι φωτίζει τόσο την ιστορία όσο και την καθημερινότητα, κινούμενος με άνεση από το δημόσιο στο ιδιωτικό. Εμβριθή κείμενα για την Ρουάντα, το Σουδάν, την Λιβερία, την Νιγηρία, την Ουγκάντα, την Αιθιοπία κ.ά. εναλλάσσονται με μικρότερα κομμάτια για ποικίλες πτυχές της αφρικανικής ζωής: ένα σχολείο προφορικό και ανοιχτό σε όλους κάτω από ένα δέντρο στον Γαλάζιο Νείλο, την οδύσσεια της αναζήτησης μιας γούρνας στη Σομαλία, τον αφανισμό της κοινωνίας των Τουαρέγκ. Ερμηνείες για την αποικιοκρατία και το Απαρτχάιντ συνυπάρχουν με προσωπογραφίες ηγετών που επιχείρησαν να κυβερνήσουν δίκαια και ειρηνικά στην μετα-αποικιακή συγκυρία και αντιπαρατέθηκαν με το αποικιακό παρελθόν, την διαφθορά και τις εξωτερικές επεμβάσεις (όπως ο Πατρίς Λουμούμπα στο Κονγκό, ο Κβάμε Νκρούμα στην Γκάνα, ο Μπεν Μπέλα στην Αλγερία). Η γραφή του θυμίζει το ειδολογικό και θεματολογικό εύρος σπουδαίων συγγραφέων της ταξιδευτικής λογοτεχνίας, όπως ο Μπρους Τσάτουιν ή ο Πωλ Θερού, εμπλουτισμένη με πρόσθετα νεωτερικά στοιχεία, καθώς καθίσταται ο ίδιος μέρος της αφήγησης και συμπεριλαμβάνει, ως «σχέδιο ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε ποτέ», σημειώσεις, συγγραφικά desiderata και υπενθυμίσεις προς εαυτόν, στην ουσία εξαρτήματα του εργαστηρίου του.

Αποφεύγοντας τις προστατευμένες περιοχές των λευκών και τα άνετα ξενοδοχεία, κοινώς οτιδήποτε έμοιαζε με ευρωπαϊκή προέκταση στην ήπειρο, ο Καπισίνσκι προτιμά να ζήσει σε αμιγώς αφρικανικές συνθήκες, ακόμα κι όταν η επιλογή του να μείνει σ’ ένα δωμάτιο σε μια Νιγηριανή συνοικία συνεπάγεται την σιωπηρή αποδοχή συνεχών κλοπών, με αντάλλαγμα την κοινωνική αποδοχή και ασφάλεια! Προσαρμόζεται στην διαφορετική αντίληψη για τον μη γραμμικό ή μετρήσιμο χρόνο και τον χώρο, που ιδίως στα χωριά δεν είναι διαιρεμένος αλλά ανοιχτός, χωρίς περιορισμούς. Συνηθίζει στην ανυπαρξία πινακίδων ή χαρτών, καθώς οι γηγενείς είναι γνώστες της γραφής του τοπίου και αποδέχεται διαφορετικές νοοτροπίες. Ενδεικτική είναι η περίπτωση μιας τεράστιας τρύπας στη μέση του δρόμου που δεν διορθώνεται ποτέ, ώστε να απασχολούνται πολλοί άνθρωποι στις ρυμουλκήσεις των φορτηγών και να δημιουργηθεί ολόκληρη εμπορική εστία τριγύρω! Περιπλανιέται στους προσφυγικούς καταυλισμούς – τόπους συλλογικού μαρτυρίου που, εκτός από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, κανείς δεν γνωρίζει ή δεν επιθυμεί να γνωρίζει, στα αφρικανικά μπαρ, που αποτελούν ταυτόχρονα το φόρουμ, το ενεχυροδανειστήριο, το καπηλειό και την βουλή του Αφρικανού, στα «μνημεία» των εξωτερικών επεμβάσεων, όπως η στρατιωτική νεκρόπολη του Ντέμπρε Ζέιτ της Ερυθραίας, μια αχανής πεδιάδα χιλιάδων τόνων οπλικών συστημάτων, αχρησιμοποίητα λόγω άγνοιας δώρα του Μπρέζνιεφ προς τον Μενγκίστου!

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασε κοντά στο θάνατο ή την εκτέλεση και εκτέθηκε σε κάθε κίνδυνο που συνεπαγόταν η παρουσία του σε κρίσιμες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, πόσο μάλλον ως ξένου. Βίωσε την μοναξιά του τρόμου απέναντι στη βία που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή τιμωρία. Το χρώμα του δέρματός του τον έφερνε πάντα αντιμέτωπο με τον φόβο ή το μίσος απέναντι στον Λευκό ή ως απολογητή της αποικιοκρατίας. Αντιμετώπισε πολλές ασθένειες αλλά και την «νόσο της τροπικής μελαγχολίας», καθώς ατέλειωτες μέρες κυλούσαν κενές και άπραγες. Έπρεπε να προσαρμοστεί στην καυτή σαβάνα ή την υγρή ελονοσιακή βιολογία των τροπικών, σε μέρη «εξόριστα μεταξύ ουρανού και γης» και σε πυρακτωμένα κλίματα όπου ήλιος γινόταν εχθρός, να βρίσκει προστασία κάτω από τα φορτηγά ή τις σκιές των θάμνων ή να περιπλανιέται άσκοπα, με «την ψευδαίσθηση και την αστάθεια της ύπαρξης». Επιπρόσθετα, βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση από τους συναδέλφους μεγάλων πρακτορείων (έλλειψη χρημάτων, μεταφραστών κ.λπ.),

Βασική είναι η διαπίστωση της εμπλοκής του πολυφυλετικού αφρικανικού πληθυσμού στο φυλετικό μίσος, την «τερατώδη, δαιμονική μονομανία της Αφρικής», που οδηγεί σε εμφύλιες συγκρούσεις οι οποίες προκαλούν σήμερα μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων σε σχέση άλλες. Εξετάζονται οι μηχανισμοί της διχόνοιας και των ενδοαφρικανικών αντιθέσεων και ερευνάται με ποιό τρόπο συγγενικοί πολιτισμοί κατέληξαν από την προσέγγιση και την αλληλεπίδραση στην εχθρότητα. Καθόλου άσχετο το παράδοξο που τόνισε ο Ρόναλντ Όλιβερ στην Αφρικανική Εμπειρία: ενώ λέγεται πως οι αποικιοκράτες διαίρεσαν την Αφρική, ουσιαστικά υπήρξε μια βάναυση ενοποίηση, με τον περιορισμό χιλιάδων οντοτήτων σε δεκάδες.

Οι αφρικανικοί πόλεμοι, απροσπέλαστοι στα μέσα ή τους διεθνείς παρατηρητές, παραμένουν άγνωστοι στον Δυτικό κόσμο. Η Αφρική, εκτός του ισλαμικού βορρά, δεν γνώρισε τη γραφή, συνεπώς ούτε την συγγραφή της ιστορίας, που πάντα μεταδιδόταν προφορικά, με την μορφή μύθου από στόμα σε στόμα και όριο την μνήμη, γι’ αυτό και οι συνευρέσεις των τοπικών κοινωνιών είναι σημαντικές για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. Για εκατοντάδες χρόνια η ιστορία της ηπείρου υπήρξε «ανώνυμη»: τα ονόματα εκατομμυρίων σκλάβων και ξεριζωμένων παρέμεναν ακατάγραφα, άγνωστα. Σε τέτοιες οριακές καταστάσεις τα στρατιωτικά πραξικοπήματα γεννιούνται με επαναλαμβανόμενη νομοτέλεια και γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού βίου. Οι περιπλανώμενοι άνεργοι bayaye αποτελούν ιδανική δεξαμενή στρατολόγησης, με αντάλλαγμα φαγητό και οπλισμό, αλλά και την αίσθηση πως έχουν κάποια αξία. Ένας στρατός πλιατσικολόγων (lumpenmilitariat) που ληστεύει και λεηλατεί ατιμώρητος κι ένας δικτάτορας με αστείρευτη πηγή κέρδους την διεθνή βοήθεια, επιβεβαιώνουν πως όποιος έχει όπλο έχει τρόφιμα και όποιος έχει τρόφιμα έχει εξουσία. Ο στρατός αποτελεί συχνά τη μόνη λύση επιβίωσης για τα παιδιά. Καθόλου τυχαία τα αυτόματα όπλα γίνονται όλο και ελαφρύτερα και φτάνουν σε τόπους νωρίτερα από το τηλέφωνο ή το ηλεκτρικό ρεύμα.

Ο Αφρικανός είναι διαρκώς «στο δρόμο», λόγω πολέμου, ξηρασίας ή πείνας και η εικόνα του καθώς κουβαλά στο κεφάλι μια λεκάνη με τα απαραίτητα αγαθά κατά τις συνεχείς μετακινήσεις του είναι συνηθισμένη. Κάθε υλική ή εδαφική κοινότητα μοιάζει ρευστή και παροδική∙ η μόνη ζωντανή συνέχεια είναι πνευματική – φυλετική. Το εφήμερο της ζωής του κυριαρχεί ακόμα και σε ειρηνικές συνθήκες, στην πάλη με την εχθρική φύση και την διαρκή ισορροπία μεταξύ επιβίωσης και θανάτου, καθώς τα αποθέματα τροφής είναι ελάχιστα, ακόμα και εντός των ορίων της ημέρας, και η εξάρτηση από το βυτίο του νερού είναι ζωτική. Πιθανώς γι’ αυτό οι Αφρικανοί αποτελούν συλλογικές φύσεις∙ η ευρωπαϊκή αξία του ατομικισμού είναι συνώνυμη της κατάρας: ένας μοναχικός άνθρωπος εδώ είναι αδύνατο να επιβιώσει. Ο Καπινσίνσκι διαπιστώνει όμως και την γενικότερη κατάσταση ιδεολογικής ρευστότητας και την συνακόλουθη μεταφορά των πολιτικών αγώνων σε ατομικό επίπεδο. Αναρωτιέται πώς θα μπορέσει η Αφρική να αναπτυχθεί χωρίς την δική της πνευματική τάξη, εφόσον στην πλειοψηφία της η αφρικανική διανόηση ζει στα κέντρα της Δύσης. Επιχειρεί να γνωρίσει τον πολύπλοκο πνευματικό κόσμο του Αφρικανού, όπου το υπερφυσικό στοιχείο εμπνέει φόβο και δέος, οι πρόγονοι θάβονται στις αυλές για να εμψυχώνουν τους απογόνους και οποιοδήποτε ασήμαντο αντικείμενο μπορεί να γίνει ιερό ή συμβολικό. Πρόκειται για έδαφος πρόσφορο για τις αναρίθμητες χριστιανικές σέκτες και τους ναούς που αποτελούν τόπους κοινωνικών συγκεντρώσεων, ένα είδος κλειστών λεσχών όπου κυριαρχούν οι μεσσιανικές μορφές, αλλά και αντλίες χρηματικών επιχορηγήσεων.

Για τον Καπισίνσκι ο Ηρόδοτος αποτελούσε πρότυπο, ως ο «πρώτος θιασώτης της παγκοσμιοποίησης», ο συγγραφέας του «πρώτου μεγάλου ρεπορτάζ στην παγκόσμια λογοτεχνία», ο ιστορικός που ανακάλυψε την πολυπολιτισμική φύση του κόσμου και υποστήριξε ότι κάθε πολιτισμός απαιτεί αποδοχή και κατανόηση, και πως για να τον καταλάβεις, πρέπει πρώτα να τον γνωρίσεις. Ο Ηρόδοτος γνώριζε τον αντιφατικό χαρακτήρα της ιστορικής έρευνας: σπουδαιότερη και σχεδόν μοναδική πηγή γνώσης υπήρξε ο «άλλος», αλλά αποκλειστικά μέσω της μνήμης, κατεξοχήν μεταβλητού κι εφήμερου υλικού. Όμως εκείνος ο συνομιλητής αποτελούσε μοναδικό και αναντικατάστατο οδηγό προς αυτό τον κόσμο της έστω ρευστής και ασταθούς γνώσης. Κάπως έτσι προσέγγισε ο Καπισίνσκι την Αφρική και την ατέλειωτη ετερογένεια των πολιτισμών της: με την καθολική επικοινωνία με την οποιαδήποτε ετερότητα. Μολυσμένος με τη νόσο του πολυπολιτισμικού ταξιδιώτη, μοιράστηκε μαζί μας μια συναρπαστική, όσο και σκληρή περιπλάνηση, όπου Ιθάκη υπήρξε η Γνώση και Κατανόηση των Άλλων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2009, μτφ. Ζώγια Μαυροειδή, σελ. 840.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ).

03
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 70

 Τζων Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Νέο Χαμσαϊρ, εκδ. Μέδουσα, 1989, μτφ. Τάσος Δαρβέρης, σ. 91 (John Irving, The Hotel New Hampshire, 1981).

Μολονότι το Σχολείο του Γαλατάδικου μετά βίας συντηρούσε τους επιστάτες τους, ο πατέρας πίστευε ότι μπορούσε να στηρίξει ένα ολόκληρο ξενοδοχείο μέσα στην πόλη – και το γεγονός ότι η πόλη αυτή ήταν τόσο ψωραλέα, ώστε κανείς δεν είχε, μέχρι τότε, σκεφτεί να στήσει ένα κατάλυμα, δεν τον απασχολούσε διόλου. Οι θερινοί επισκέπτες του Νέου Χάμσαϊρ έμεναν στις παραλίες που απείχαν μόλις μισή ώρα. Τα βουνά (…) απείχαν μια ώρα. Η πόλη όμως του Γαλατάδικου ήταν χτισμένη σε κάμπο. Βρισκόταν μεν στα μεσόγεια, αλλά όχι σε ύψωμα. Ήταν αρκετά κοντά στην θάλασσα, ώστε να είναι υγρή, και αρκετά μακριά, ώστε να μην απολαμβάνει κανένα πλεονέκτημα δροσιάς και φρεσκάδας. Ο ζωογόνος αέρας του ωκεανού και του βουνού δεν μπορούσε να σκορπίσει την καταχνιά που ανέβαινε από τον ποταμό Σκοάμσκοτ – και το Γαλατάδικο ήταν πόλη αυτής της κοιλάδας, με διαπεραστικό από την υγρασία και το κρύο χειμώνα και με νοτερό ζεστό καλοκαίρι. Δεν ήταν ένα γραφικό χωριό της Νέας Αγγλίας, αλλά μια κωμόπολη (…) μ’ ένα νερόμυλο που έχασκε τώρα παρατημένος κι άσκημος…
«Πάντως αν υπήρχε ξενοδοχείο», είπε ο πατέρας, «θα υπήρχαν άνθρωποι για να μείνουν».

Στον Φαίδωνα Ταμβακάκη

02
Οκτ.
10

The Radio Debt – Clinging to a scheme (Labrador, 2010)

 

Σπάνια περίπτωση οι Radio Debt: σ’ ένα είδος όπου δύσκολα ξεχωρίζεις, αυτοί δεν έχουν μόνο κρυσταλλώσει ένα προσωπικό στιλ αλλά και συνεχίζουν εγγυημένα να παράγουν ξεχωριστά τραγούδια. Η ποπ τους βουτάει στην εθιστική επανάληψη του shoegaze και ενδύεται ένα πλουμιστό, ηλεκτρονικό background. Αν προσθέσει κανείς την ιδιαίτερη αίσθηση της μελωδίας και τον διασκορπισμό των διαμαντιών τους σε μικρούς ή μεσαίους δίσκους και συλλογές (ενώ τους 3 – μαζί μ’ αυτόν – μεγάλους τους θυμούνται να τους κυκλοφορούν κάθε … τρία ή τέσσερα χρόνια), τότε η αυτόματη καταχώρισή τους στα ιδιαίτερα ποπ σχήματα της δεκαετίας είναι δεδομένη.

Πιο «χαμένοι» και πιο ambient απ’ τους ορθόδοξους twee – poppers, πιο συμπαγείς από τους Field Mice, πιο διαρκείς από τους Orchids, πιο ηλεκτρονικοποιημένοι από τους Pale Fountains και με περισσότερες αναλογίες καλών τραγουδιών από τους My Bloody Valentine, από το 2002 που ξεκίνησαν έχουν την δική τους πρόταση περί του είδους. Που εδώ παρουσιάζουν ξανά, με μια σπάνια φρεσκότητα. Θέλετε μυρωδάτα ευκολομνημόνευτα τραγούδια; Never Follow Suit. Πεντακάθαρο καθρέφτινο ήχο; The Video Debt. Δροσερή μελωδική βρεξιά; This Time Around. Λικνιστικό – μεθυστικό ρυθμό; David (που προηγήθηκε – και μάλλον παρα-προηγήθηκε – ως σίνγκλ). Βάθος πεδίου και ήχου; Ακούστε το A token of gratitude που αιφνίδια παραδίδεται σ’ ένα τοπίο με υποδόρια μπάσα και υπόκωφες κιθάρες. O δίσκος κλείνει με το You Stop Making Sense που μοιάζει ιδανικό κομμάτι αποχώρησης: καθώς ο τραγουδιστής μοιάζει να ραψωδεί το ξύπνημά του από ένα όμορφο όνειρο, το συνθεσάιζερ κεντάει από μόνο του την σταδιακή εξαφάνιση των εικόνων.

Φυσικά μιλάμε για το ημιφωτισμένο είδος της ποπ, με έντονες μελαγχολικές ανταύγειες και νοσταλγικές ιστορίες για χαμένες παιδικότητες και ανεπίστροφες αισθήσεις. Αυτός ο δίσκος δύσκολα θα ήταν νοτιοευρωπαϊκός, αλλά από την άλλη, γιατί οι μεσογειακοί poppers αδυνατούν να φτάσουν σε τέτοια συναστρία μελωδημάτων – συναισθημάτων;

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




Οκτώβριος 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 1.047.338 hits

Αρχείο