Αρχείο για Φεβρουαρίου 2012

29
Φεβ.
12

Μαρία Κουγιουμτζή – Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;

Στην άκρη του πόνου κι ακόμα παραπέρα

…αισθάνθηκε τη φθορά των λόγων του και σταμάτησε. Ένα ανήσυχο χέρι βρήκε απ’ τη σκέψη του, μάζεψε τα λόγια και τα έκρυψε βιαστικά. (σ. 206)

Τα λόγια, με τη συνεχή επανάληψη, τα ένιωθε αποφλοιωμένα από κάθε νόημα, σαν να ξεφλουδίζονταν οι λέξεις, και τα γράμματά τους έπεφταν κάτω σαν πιτυρίδα. (σ. 184)

Πράγματι: στις οριακές καταστάσεις τα λόγια μένουν ήδη πίσω, αφήνοντας τις πράξεις να ολοκληρώσουν τα ειπωμένα και τα μη ειπωμένα. Κι όταν οι πράξεις είναι κατάφορτες και ξεχειλισμένες από βία και σκληρότητα, από θάνατο ή φθορά κι από τα ατυχή και αναπότρεπτα γυρίσματα της ζωής, δεν μένει παρά εκ των υστέρων πια να επανέλθουν οι λέξεις, αργοπορημένες κι αδύναμες να προλάβουν την καταστροφή αλλά αναγκαίες για να την διασώσουν στο χαρτί. Κάπως έτσι και τα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή αποτελούν βυθίσεις σε παντός είδους πόνους, εκδοχές φυσικού ή ψυχικού θανάτου, θεάσεις του αναπότρεπτου ή της σκληρότερης δυνατής ζωής.

Οι τρεις σελίδες του «Πρέπει» συμπυκνώνουν δυο διαφορετικές στάσεις ζωής (εκδίκηση – συγχώρεση) απέναντι σ’ έναν ανελέητο πατέρα – δυνάστη, ανήμπορο πλέον στα χέρια των δυο του κορών. Στις «Ενοχές» το ελάττωμα του μικρού κοριτσιού της σκληρότατης δεύτερης μητέρας του μετενσαρκώνεται ως νέμεση στο δικό της παιδί της. «Η ομορφιά που μορφάζει», «Το κοριτσάκι» και «Η άτυχη» συμπυκνώνουν στις λιγότερες δυνατές σελίδες την πλέον ανείπωτη βία.

«Τα κλειδιά» ηχούν τις αναπότρεπτες συνέπειες μιας τραγικής επιλογής. Ένας πατέρας λυγίζει από την κακομεταχείριση και προδίδει τους συντρόφους του και προδίδει κλείνεται στο σπίτι συντετριμμένος και μετανιωμένος, με τα μάτια του γυρισμένα προς τα μέσα πηγάδια του. Όταν αποφασίζει να βγει κανείς δε στέκεται μπροστά του, παρά μόνο κοιτάζεται μ’ εκτροχιασμένα μάτια πίσω από τις παραμερισμένες κουρτίνες. Ακόμα κι όταν δεν ζητά συγχώρεση αλλά τιμωρία, κι εκεί παραμένουν οι κουρτίνες κλειστές κι η ψυχή του άδεια.

Ένα ξένο μπαλκόνι αποτελεί τον πιο κατάλληλο τόπο αυτοχειρίας, όπως συμβαίνει με τον απρόσκλητο επισκέπτη που έρχεται από την απέναντι κλινική ηλικιωμένων σαν να κάνει το φυσικότερο πράγμα του κόσμου, για να υπενθυμίσει στην εμβρόντητη οικοδέσποινα την θλιβερή θέα του οικήματός τους, να της μιλήσει για την συμβίωση με την σάπια σάρκα και να της μεταφέρει τον απροκάλυπτα ωμό διάλογό του με τον διευθυντή: Τι θα κάνω μ’ εσένα, μου κουνάει το δάχτυλο ο διευθυντής. Αναστατώνετε και τους υπόλοιπους. Είναι πολύ απλό, του είπα, σκοτώστε μας όλους. Θα πάρει κακή φήμη η κλινική, είπε σκεφτικός, θα πάψουν να φέρνουν τροφίμους. Κάνετε λάθος, του είπα, το αντίθετο, θα τρέχουν σωρηδόν σ’ εσάς. Θα λύσετε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Τι του μένει; Ούτε ο Θεός – Κι απ’ την άλλη…έχω την εντύπωση πως μεγαλώνει κι ο Θεός μαζί μας κι αλλάζει κι αυτός. Τρελαίνεται σαν κι εμάς. Ωριμάζει, ίσως να σαπίζει… – ούτε ο ορθολογισμός – Όλοι μας κουβαλάμε έναν Εβραίο κι έναν ναζί μέσα μας….ούτε τα όνειρα – ακόμα και στην ονειρική της επίσκεψη η νεκρή του κόρης του μεταφέρει την θλίψη της νέας της «κατοικίας» («Το μπαλκόνι»).

Αν γίνεται η αυτοχειρία να αποτελεί σωτηρία,  μπορεί και ο θάνατος να αποτελεί ευτυχία; Μπορεί, όπως «Ο θάνατος του στρατιώτη Μαβί» σ’ έναν πόλεμο που γινόταν χωρίς μίσος, χωρίς προσωπικό πάθος, απλώς σαν μια υπηρεσία όπως όλες οι δημόσιες υπηρεσίες, που απαιτούσε συνέπεια, υπακοή και αποτέλεσμα. Ο στρατιώτης που διακρίνει την ματαιότητα της πολεμικής ευτυχίας έναντι της άλλης, της ευτυχίας του να είσαι νεκρός δισεκατομμύρια χρόνια, σκέφτεται πως μπορεί ο θάνατος να είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μας, η πιο έντονη ηδονή …πριν χαθεί η συνείδησή του.

Εκείνο που στροβιλίζεται γύρω από τις περιοχές του άφατου κι αφάνταστου πόνου είναι μια πλήρης σχετικότητα των πάντων και ιδιαίτερα των όρων που ο ανθρώπινος έλεγχος και ο κοινωνικός έλεγχος όρισαν ως ανήθικο, ανώμαλο ή απαγορευμένο. Η όποια σκληρότητα ή και βία των χαρακτήρων δεν πηγάζει από τις κοινωνικές συνθήκες αλλά από τα ίδια τους τα βάθη τους, σαν να ανοίγει μια τρύπα και να ξεχειλίζει κάθε αρνητικό συναίσθημα που σιγόβραζε στα σωθικά τους. Ο ίδιος πόνος όμως μπορεί να προσφέρει και τη μέγιστη ευχαρίστηση, αποκαλύπτοντας και τις πλέον κρυμμένες μαζοχιστικές ή αυτοκαταστροφικές πλευρές του. Άλλοτε δεν υπάρχει πόνος, παρά ένας τρόμος που γίνεται γλυκός, ένα χάδι λιγωτικό, και μια σύγχυση ένοχη αλλά ηδονική, όπως στον  «Εραστή της λαίδης Τσάτερλη». Η «συγκίνηση» του άσεμνου βιβλίου που διαβάζει, αλλά και κάθε μελλοντικού της αναγνώσματος, συμπίπτει με την «συγκίνηση» της τιμωρίας που επιφυλάσσεται στο μικρό κορίτσι που τόλμησε και διάβασε σελίδες άσεμνου βιβλίου, από τον θείο της.

Εν τέλει ακριβώς εκείνη η διαρκής διαμάχη ανάμεσα στο ναι και το όχι, που ειπώθηκε ή δεν ειπώθηκε στις οριακές στιγμές να είναι το απόσταγμα και των δικών μας ζωών. Μια άλλη μικρή ηρωίδα εδώ όλο λέει ναι, ενώ σχεδόν πάντα θέλει να λέει όχι. Το μόνο ναι που εννοεί πραγματικά αφορά την περιοχή όπου βρίσκεται το σπίτι της θείας της. Αυτό το ναι το κρατάει για τον εαυτό της, φοβάται ότι θα το χάσει αν το πει, γι’ αυτό σιωπή, ό,τι δεν ξέρουν οι άλλοι είναι ασφαλές. Οι ξαδέλφες την μυούν σε μυστικά μέρη κι ακόμα μυστικότερα παιχνίδια: οι λέξεις βουίζουν ολόγυρά της, ζεστά χέρια που χαϊδεύουν. […] Το σεντόνι τα σκεπάζει όλα. Και τα ναι και τα όχι. Με την ενηλικίωση η ξαδέλφη την εισάγει και στα της ερωτικής προσέλκυσης, ώσπου χώνεται μέσα σ’ εκείνο το σύννεφο της παραφοράς, όπου σχοινιά την ανεβάζουν και αιώρες την κουνούν πάνω από έναν γκρεμό που ο ίλιγγός του τη γοητεύει. …την αφήνει μετέωρη χωρίς ναι και όχι. Υπάρχει ένα ατέλειωτο άφημα σ’ αυτή την έλλειψη του ναι και του όχι. Νοιώθει σαν εκείνο τον κόκκο της σκόνης στο φως του ήλιου….(«Οι ξαδέρφες»).

Δεκαετίες μετά το ξύπνημα του ερωτικού συναισθήματος, τη θύελλα γλυκασμούς και ερέβη, το όχι στην ξαδέλφη (που έχασε την ορμή και την ανεξαρτησία του ελεύθερου ωραίου ζώου κι έγινε «ζώο οικόσιτο, εξημερωμένο») και τον χωρισμό των δρόμων τους, δεν μένουν παρά οι φωτογραφίες με τα πρόσωπά τους γελαστά, ανέμελα, ανύποπτα για τις ρωγμές που θα υποστούν, θα φθαρούν πιο γρήγορα κι απ’ το χαρτί της φωτογραφίας. Κι όταν στο κρεβάτι του γηροκομείου αναλογίζεται την φύση του ερωτικού ρίγους και βυθίζεται στο γλυκό μούδιασμα του ύπνου, προφέρει το οριστικό ναι, σε μια από τις αισθαντικότερες λογοτεχνικές περιγραφές της αποδοχής του Αναπότρεπτου.

Αλλά το χρώμα των τριανταπέντε ολιγοσέλιδων διηγημάτων δεν είναι μόνο μαύρο, ένα μαύρο άλλωστε που ποτέ δεν σου μαυρίζει τη ψυχή, αντίθετα σου ανοίγει ορθάνοιχτο παράθυρο μέσα σε έναν αληθινό κόσμο που οφείλεις να δεις και σ’ έναν λόγο που σου προσφέρει την πιο γλυκιά παραμυθία. Κάποτε επικρατούν εδώ άλλα χρώματα, εκείνα που αποκτά η νοσταλγία και η ο Χρόνος που γίνεται Κρόνος και μας καταβροχθίζει. Δεν χωρίζει κανείς απ’ αυτά που έχει αγγίξει. Υπάρχει μια μετάγγιση, ένα νήμα που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και δένει τα πράγματα. Πάντα εισχωρεί μέσα σου κάτι απ’ αυτό που ακούμπησε το βλέμμα σου και κάτι αναχωρεί από σένα για να το ανταμώσει («Διαζύγιο»).

 Άλλωστε, τώρα ακόμα κι οι φωτογραφίες αρνούνται τους νεκρούς. Είναι έγχρωμες, γελαστές, λάμπουν τα πρόσωπα, λες κι είναι σε τραπέζι γιορτής και όπου να ’ναι θα γυρίσουν σπίτι. Ενώ οι παλιές, οι ασπρόμαυρες, που κιτρινίζουν με τα χρόνια, φύγανε, φωνάζουν, πάνε, δεν θα γυρίσουν πια («Το Μπαλκόνι»).

 Πόσο σπάνιο, η σκληρότητα να γράφεται με τέτοια τρυφερότητα!

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, σ. 212.

28
Φεβ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 53

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιοδικό Υπόστεγο, τεύχη 1 (Ιούνιος 1987), 4 (Νοέμβριος 1988), 6 (Καλοκαίρι 1992), Καβάλα.

Η αίσθηση του χειροποίητου και η υποδειγματική αισθητική της πρόσοψης: δυο από τις θεμέλιες αρετές των περιφερειακών λογοτεχνικών περιοδικών – πνευμόνων της εν τω γίγνεσθαι ελληνικής λογοτεχνίας.

27
Φεβ.
12

Εντευκτήριο – Ειδικό Τεύχος Δεκέμβριος 2011

Οδυσσέας Ελύτης. 100 χρόνια από τη γέννησή του

Η πολυσήμαντη παρασημαντική

Αντιλαμβάνομαι την ποίηση σαν μια πηγή αθωότητας γεμάτης από επαναστατικές δυνάμεις, που αποστολή μου είναι να τις κατευθύνω επάνω σ’ έναν κόσμο απαράδεκτο για τη συνείδησή μου· ελπίζοντας, μέσ’ από συνεχείς μεταμορφώσεις, να τον κάνω πιο σύμφωνο με τα όνειρά μου. Μιλώ για μια σύγχρονου τύπου μαγεία, που ο μηχανισμός της τείνει κι εκείνος στην ανακάλυψη της βαθύτερής μας πραγματικότητας… [Εν λευκώ, 207]

Συγκεντρωτικός τόμος του «Εντευκτηρίου» με όλα τα κείμενα, δοκίμια και μελετήματα για τον ποιητή που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό (1990-2005) τόσο στο μεγάλο αφιέρωμα του διπλού ―και εξαντλημένου από χρόνια― διπλού τεύχους 23-24 [1993] όσο και στις «Σελίδες για τον Ελύτη» του τεύχους 70 [2005]) αλλά  και τέσσερα πρόσφατα. Η πλούσια εικονογράφηση είναι δεδομένη, το πολύτιμο διπλό περιεχόμενο ακριβό. Αν ο ποιητής μιλάει με διαισθήσεις, προκαλεί μυήσεις, ασκεί μαγεία, όπως έγραψε ο ίδιος ο Ελύτης, τότε εδώ η προσφερόμενη εδώ μέθεξη αισθήσεων και συναισθήσεων είναι ευπρόδεκτη όσο ποτέ.

Ένα τοπίο δεν είναι διόλου το άθροισμα μερικών δέντρων και βουνών αλλά μια πολυσήμαντη παρασημαντική, δεν είναι κι εκείνο διόλου το άθροισμα μερικών λέξεων – συμβόλων των πραγμάτων αλλά μια ηθική δύναμη που η ανθρώπινη διάνοια την κινητοποιεί, ωσάν να προϋπάρχει από τα πράγματα, για να δημιουργήσει ίσα ίσα, και μόνο έτσι αυτά να υπάρξουν. [«Το χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά, σ. 328-329]

Οι άνθρωποι, τα σπίτια, τα ρούχα, τα έπιπλα, όλα γίνονται μέρη ενός νοερού αρχιτεκτονήματος που, ενώ το κάθε του στοιχείο ανταποκρίνεται με απόλυτη ακρίβεια στην πραγματικότητα, το σύνολό του την ξεπερνάει σε τέτοιο βαθμό, που δε μας μένει τελικά παρά ένα αίσθημα θεϊκής τάξης και θεϊκού μυστηρίου. [Εν λευκώ, σ. 188]

Περιλαμβάνονται κείμενα των Αλέξανδρου Αργυρίου, Αλέξη Ζήρα, Ξ. Α. Κοκόλη, Γ. Π. Σαββίδη, Νικήτα Παρίση, Μαρίας Στασινοπούλου, Δανιήλ Ιακώβ, Θεόδωρου Παπαγγελή, Τζίνας Πολίτη, Πάολα Μαρία Μινούτσι, Γιάγκου Ανδρεάδη, Γιώργου Παπαντωνάκη, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Μαρίνου Πουργούρη, Λέλης Μπέη, κ.ά., καθώς και τέσσερα πρόσφατα κείμενα των Κικής Δημουλά,  Γιάννη Ευθυμιάδη και ξανά των Πάολα Μαρία Μινούτσι και Ντέιβιντ Κόνολι. Το ειδικό τεύχος ολοκληρώνεται με εκτενείς παρουσιάσεις, από τον Γιώργο Κορδομενίδη, πρόσφατων εκδόσεων για τον Ελύτη και το έργο του.

Μια αυλή σπιτιού με τα πέτρινα σκαλάκια, με τους ασβεστωμένους τοίχους, με τα γεράνια στον τενεκέ, ή ένας περίβολος μοναστηριού με το πηγάδι, με τα κελιά, με τις καμάρες, είναι πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που γέννησε τους Απόλλωνες και τις Νίκες ή τις Θεομήτορες και τους Οσίους, παρά οι ποιμενικές σκηνές και τα ροζ αγγελάκια που έκαναν οι μετρ της Αναγεννήσεως. [Αυτοπροσωπογραφία, σ. 21-22]

…η ηλιακή μεταφυσική…

Τα πανύψηλα όρη/ας πούμε οι Άνδεις/έχουνε το αντίστοιχό τους/μέσα μας (όπως το Σύμπαν)/υποτίθεται/κάποιο άλλο από αντιύλη)/όπου όταν προχωρούμε προς την κορυφή τους/αραιώνει κι εκεί ο αέρας/τόσο που λιποθυμάς/τα ανθρώπινα όργανα δεν αντέχουνε τόση καθαρότητα [«Ο κήπος βλέπει»]

«Το ελεγείον και ο θρήνος είναι κατ’ εξοχήν φυλετικά γνωρίσματα. Ακόμη και όταν μονολογεί ο ποιητής, στην πραγματικότητα απευθύνεται στους άλλους. Γι’ αυτό και πίσω τους στήνει τα αδιάφθορα τοτέμ της φύσης μεγεθύνοντάς τα, ώστε να μπορούν να καλέσουν τις καλές δυνάμεις από τις οποίες – και μόνο – μπορεί ν’ αντλήσει παρηγορία αλλά και να προχωρήσει σε μια αυτογνωσία η οποία να μην εξαντλείται στον εαυτό της», γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης με το βλέμμα προς το Ελυτικό Κοσμοείδωλο.«Γιατί η βίωση του τοπίου στον Ελύτη», συνεχίζει, «είναι η ποιητική του αυτογνωσία. Το πεδίο αναφορά της η κοσμολογική αρμονία, το πολύχρωμο και πολύφωτο ψηφιδωτό που καλύπτει το φάσμα του χρόνου. Η καταβύθιση στο κρόνειο σκοτάδι είναι ομόλογο της έκπτωσης και της αμαρτίας και ο Ελύτης είναι ειδωλολάτρης και παγανιστής, ένας ποιητής που έχει αποφασίσει, τελευταία, όχι να μιλήσει για αλλά να φωτίσει τη νύχτα, απεικονίζοντας τα επίπεδά της και περιγράφοντας το θόλο της – γι’ αυτό και ο κύριος όγκος των μεταφορών του παραμένει οπτικός, αφού στην καρδιά της εικόνας λάμπει το φως, ακόμα και το άλλο φως, το μόνο που φανερώνει τη μορφή. Όταν μίλησε παλιότερα για ηλιακή μεταφυσική, ο Ελύτης όριζε, στην πραγματικότητα, την ίδια του τη μορφολογία».

Κι από τα χόρτα έφτιαχνα ονόματα κι από τα ονόματα γυναίκες που τις αγκάλιαζα κι ένιωθα τη μέση τους ν’ αναδίνει τρεμούλα και δροσιά σαν το τρεχούμενο νερό. Στο τέλος, έφτασα να συλλογίζομαι μονάχα κάτι, και να το βλέπω να χαράζεται με κεφαλαία στην πέτρα. [«Πρώτα πρώτα η ποίηση», Ανοιχτά Χαρτιά, σ. 15]

«Μέσα από τη μαγική χρήση της γλώσσας κινείται ολόκληρος ο μηχανισμός μαγείας που επιμένει να υπάρχει στη φύση σε πείσμα των πολιτισμών. Αν ένα μυστήριο παραμένει άλυτο και θα παραμένει εσαεί, είναι το μυστήριο της ύπαρξης και αυτού όψεις δίνει κάθε φορά ο ποιητής, χρησιμοποιώντας ως μόνη οδό τη φύση και όργανο να πορευτούμε τις αισθήσεις. Τη φύση ως σταθερή αναφορά, ως βαθύτερη και διαρκέστερη πραγματικότητα, ως λειτουργία, ως δομή, ως συμπεριφορά»γράφει η Ιουλίτα Ηλιοπούλο στο δικό της Μικρό Ιχνογράφημα.

…και η ταχύτης των λυρικών εικόνων

Ε, κατόπιν τούτων πρέπει να πάρουμε όλοι το αυτοκίνητο για μια εκδρομή ακριβώς στην Ελύτεια Φύση. Με τι αμάξι όμως και ποιον οδηγό; Μα φυσικά με τον Δημήτρη Καλοκύρη, μηχανικό αυτοκίνητο και χειροκίνητων λέξεων, που μας διασώζει πρώτα μια κατοχική συνέντευξη του ποιητή, ο οποίος μιλούσε για τις πρώτες του εξορμήσεις στην ύπαιθρη Ελλάδα με το αυτοκίνητο: Σ’ αυτό χρωστάω την πολυτιμότερη πείρα μου, την λεπτομερέστατη γνωριμία μου με την Ελλάδα…όπου μου δόθηκε η ευκαιρία ν’ αφομοιώσω έναν καινούργιον κινητικό τρόπο ερμηνείας της φύσης, μια καινούργια αντίληψη για τη ρύθμιση της ταχύτητας των λυρικών μου εικόνων.

Πιονέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμόλοφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι’ αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε μπορούσαν να δικαιολογήσουν… [«Χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά]

Κι αφού ο Καλοκύρης μας θυμίσει το στιχούργημα της τρίτης έκδοσης των Ρω του Έρωτα [«Η Alfa Romeo»] – Θαύμασα τον Παρθενώνα/και στην κάθε του κολόνα/βρήκα τον χρυσό κανόνα/Όμως σήμερα το λέω/βρίσκω το καλό κι ωραίο/σε μια σπορ Άλφα Ρομέο – μας οδηγεί και σε άλλες αποθησαυρισμένες αυτοκίνητες αισθήσεις και καταλήγει: «αργά ή γρήγορα στα κέντρα του λόγου θα τεθεί και πάλι κυκλοφοριακό ζήτημα».

«Τη μνήμη δεν την εμπιστεύομαι. Έχει τόσο μεγάλη ζήτηση, από τα προσφιλή ιδίως, που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ακριβή διαφύλαξή τους. Και συχνά αναγκάζεται, όχι μόνο να παραλείπει και να παραποιεί, αλλά, για ν’ αερίζεται κάπως ο κλειστός χώρος, την έχω δει να διαπράττει εγκλήματα, δίνοντας με τα ίδια της τα χέρια στη λήθη πολλά δυσαναπλήρωτα, τάχα προς φύλαξη. Γι’ αυτό ξαναδιάβασα όλη την ποίηση του Ελύτη, κι ας μην την είχα ξεχάσει. Και την ξαναδιάβασα όλη και πάλι, και μετά στίχο στίχο ξεχωριστά. Και ξαναπήρα όλα μαζί, όλα ωραία συσκευασμένα μέσα στη μοναδικότητά τους, όλα με τη λικνιστική πολυσημία τους, όλα ονειρευτικά, μακρόβια, επηρεαστικά…» έχει γράψει ήδη στην αρχή η Κική Δημουλά αλλά προτιμώ να το κρατήσω για το τέλος, μήπως και μείνει περισσότερο στη δική μου μνήμη.

[σ. 320]

Σημ.: Τα έργα είναι του ποιητή. Στην τελευταία φωτογραφία, με την Μαρίνα Καραγάτση στο Μπατσί της Άνδρου.

26
Φεβ.
12

Ηλεκτρονική Ποπ ’80

Αφιέρωμα

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του Mic (17.2.2003), σε καρναβαλικές ημερονύχτες.

Ιt’s time we should talk about it/ there’s no secret kept in here…

Πού να το ’ξερε ο Gary Daly των China Crisis, πως οι πρώτοι στίχοι ενός απ’ τα πανέμορφα συνθ ποπ του (Wishful thinking) θα ταίριαζαν γάντι στην απόφαση να ξεκλειδώσουμε το ομώνυμο συρτάρι της ντουλάπας των ειδών. Πού να βρίσκονται τώρα αυτός κι οι τόσοι όμοιοι του; Είτε καλλιεργούν φάρμες στα χάιλαντς, είτε ασχολούνται σε χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, είτε άλλαξαν ζωή και συνήθειες, είτε σκαρώνουν ακόμα συνθέσεις σ’ άλλα ή παρόμοια (χλωμό…) στυλ, σ’ ένα μέρος τους εντοπίζουμε σίγουρα: στη μνήμη μας! Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή και δεν χανόμαστε να τους αναζητούμε στις σκονισμένες δισκοκασετοσυλλογές… Και αναφέρομαι και στην οπτική μνήμη, όπως π.χ. στην θύμηση της εμφάνισης όλων αυτών στο Top of the Pops της βρετανικής τηλεόρασης (στο εξής: TOTP), ένα εσωτερικό ποπ σώου με σχετικά σκοτεινή σκηνή και ζωντανό κοινό με χρωματιστά καπελάκια από κάτω. Τα βλέπαμε στο Μουσικόραμα (πού είστε κύριε Γκούτη με το αξέχαστο χαμόγελο;) και σε βιντεοκασέτες που μας έστελναν αφιονισμένοι φίλοι απ’ την Αλβιόνα.

Είναι μάλλον δύσκολο να περιγράψω την αρχική εντύπωση που μου προξένησαν τα πρώτα τέτοια τραγούδια πίσω στο 1981, τη δική μου χρονιά ηλεκτροσυνθετικής ενηλικίωσης. Πάντα θα παραμένει το μικρόβιο που κατατρέχει κάθε δύστυχο που παλεύει με το λόγο: η απόσταση ανάμεσα στις λέξεις και σ’ αυτό που θέλει να εκφράσει απ’ τα θυμούμενα. Θυμάμαι την αρχική ευφορική αίσθηση της μελωδίας, τις κοφτές αλλά πιασάρικες φράσεις και την αίσθηση μιας ηλεκτρονικής εποχής που δεν ήξερες τελικά αν θα ήταν εφιαλτική ή παραδεισένια. Α, και το ότι μπορούσαν να βγάλουν όλα τα συναισθήματα πού βγαζε και το ροκ εντ ρολλ. «Δεν έχει ηλεκτρικές κιθάρες»; Και τι πειράζει;

Τα συγκροτήματα:

1. Είμαστε οι Νέοι Ευρωπαίοι και στεκόμαστε μόνοι! – Ultravox

The voice, We stand alone: αριστουργήματα ενός είδους που θα ονόμαζα επική ηλεκτροπόπ. Και ένα απ’ τα εντυπωσιακότερα openings ενός δίσκου. Στην αποκαλυπτική λοιπόν χρονιά του ’81, ένας δίσκος με τίτλο Οργή στον Παράδεισο με βούτηξε βαθιά σε μια ποπ μελαγχολική, ρομαντική και επιθετική σε ισόποσες δόσεις, μ’ ένα μόνιμο ονειρικό μείγμα από συνθεσάιζερς στα νώτα της. Οι τέσσερις τύποι μου τράβηξαν αμέσως την προσοχή: δεν είχαν ηλίθιες φάτσες σαν τους υπόλοιπους του σιναφιού, δεν πέταξαν στη σοφίτα τις κιθάρες ως άχρηστες και, το κυριότερο, είχαν ένα τιμημένο παρελθόν, με ρίζες σε πανκ, πειραματισμό και μπόλικο, μπόλικο new wave, αποτυπωμένο σε 3 δίσκους : System of Romance, New Europeans,Vienna.

O Midge Ure, με το α λα Clark Gable μουστάκι και τις κινηματο – γραφικές εκφράσεις έγινε αμέσως ο υπό ταύτισιν ήρωας. Δεν ξέφτισε ποτέ – αντίθετα, ακόμα και με σόλο δίσκο το ’83 (Τhe gift), έβγαλε έναν υπέροχο ερωτικό μέηνστρημ ποπ ύμνο, το If I was… Τους βάζω πρώτους γιατί εκτός απ’ το λαμπρό παρελθόν ήταν απ’ τα ελάχιστα σχήματα που αγαπούσαν εξίσου μαζί κριτικοί και κοινό, κάτι σαν οι Jam του είδους δηλαδή. Ένα ακόμα κοινό με τη μπάντα του Weller είναι πως από ένα σημείο κι έπειτα όλοι περίμεναν το καινούργιο κάθε φορά single τους, με την βεβαιότητα πως θα φωτίσει την κορφή του βρετανικού τοπ αλλά και τη δική τους σκούρα καθημερινότητα, είτε με την μελαγχολία ενός Vienna, είτε με το έπος ενός Hymn. Μόνο οι Tuxedo Moon από άλλα μετερίζια τίμησαν έτσι την ευρωπαϊκή θλίψη! Θλίψη που άλλωστε είχαν προοιωνίσει το 1977 με το αλησμόνητο Hiroshima Mon Amour. Somehow we drifted οff so far/communicate like distant stars….

2. Αρχιτεκτονική, Ηθική και άλλες υπέροχες επιστήμες – The Orchestral Manoeuvres In The Dark

Μια απ’ τις πρώτες επαφές όλων μας μαζί τους ήταν το Εnola Gay, από μόνο του μια σπάνια περίπτωση τέτοιων δραματοπολεμικών στίχων σε μαζικό χιτ. Αλλά οι OMD (με το φωβιστικό – ζωγραφικό όνομα-τραίνο) έφτιαξαν δυο εξαιρετικά άλμπουμς: το Organisation και το Architecture and Morality. Το Organisation δεν έπαυε να είναι ένα άλμπουμ ζοφερό, όπως και το τοπίο του εξωφύλλου, αλλά μ’ ευφυή συγκερασμό διαφορετικών ηλ-στυλ. Ακόμα μουρμουρίζω το θερμά απλοϊκό πλην θερμότατο Motion and Heart, το επικών διαστάσεων The Misunderstanding και την ψυχρή α λα Kraftwerk μετρονομία του Statues. Ο Andy McCluskey είχε μια πηγαδίσια φωνή και σκάρωνε γερές μελωδίες, ο Pete Humphreys πρέπει να ’χε άπειρα σύνθια να ταχυδακτυλουργεί. Είχα εκπλαγεί για δεύτερη φορά!

Μα ήταν με την Αρχιτεκτονική και Ηθική τους (τι τίτλος!) με την οποία έλιωναν τους πάγους, έστρεφαν στην ηδονή των τεχνών κι έφτιαχναν κομψότατες στυλιστικές δημιουργίες: τo Joan of Arc (προσοχή! όχι το βαλσοειδές Joan of Arc με τον υπότιτλο Maid of Orleans που επίσης βρίσκεται στο δίσκο) αποτελεί ένα απ’ τα αριστουργήματά τους με τη σταδιακή του ανάπτυξη και τη φωνητική κλιμάκωση μιας επουράνιας μελωδίας, ενώ το Souvenir μάλλον αποτελεί ένα απ’ τα αγνωστότερα μα πανέμορφα ποπ τρίλεπτα (κατ’ εξαίρεση μάλιστα με τη φωνή του Humphreys). Στη συνέχεια έβγαλαν δίσκους παιδικής ή παιδαριώδους πoπ. Εκτός όμως απ’ τα δύο παραπάνω LP υπάρχει και το ομώνυμο ντεμπούτο τους (και με το Electricity μέσα). Μπορεί να μη συμφωνώ με πολλούς που θεωρούν πως είναι το καλύτερό τους, αλλά σ’ αυτό ίσως κρυβόταν όχι μόνο το καλύτερο OMD τραγούδι αλλά κι ένα προφητικό άσμα της ηλεκτρονικής εποχής που θα ερχόταν: The Messages. Κι ήταν μόλις 1980… So don’t ask me if I think it’s true/ That communication can bring hope to those/Who have gone their separate ways…

3. Arrogance gave you up? Μια στοργική γροθιά θα σας σώσει. The Associates

Αγόρασα το Sulk απ’ το στούντιο 27 της Πατησίων, μαζί με μια κασέτα της Sigma Fay (το παραδέχομαι). Είχα το εξώφυλλο με τους δυο νεορομαντικούς ιππότες στα δερμάτινα, πνιγμένους στα πλαστικά λουλούδια, είχα παρατηρήσει τον τίτλο Arrogance Gave Me Up που μου τράβηξε την περιέργεια (ποιος κάνει τέτοιο outing;), είχα διαβάσει για τα προγενέστερα νεορομαντικά, νεοκυματικά, νεονέα κυκλοφορήματά τους (το ΕP Fourth Drawer Down και το LP The Affectionate Punch) απ’ τον Γιώργο Μαλαθρώνα και τα είχα σημειώσει σ’ ένα μπλε τετράδιο κάτω απ’ τον τίτλο «υπ’ όψιν» – με λατινικό αλφάβητο. Σ’ εκείνο τον ολογυάλιστο δίσκο το Party Fears Two ήταν το απαύγασμα της δεκαετίας πάνω στο είδος. Η οριστική ποπ κομψοτεχνία. Οι βαθύτατα υποψιασμένοι Billy McKenzie – Alan Rankine που έγραφαν για τα τρίσβαθα των κατάμαυρων ψυχών τους περιτυλιγμένα σε πλήρη αλαζονεία και κλαυθμό (δεν είχα καταλάβει ακόμα πώς συνδυάζονται τα δυο), που εννοούσαν πέρα για πέρα, τουλάχιστο ο πρώτος, που αυτοκτόνησε χρόνια αργότερα (έχοντας βγάλει όμορφα προσωπικά LP). Μέχρι σήμερα το ολόλαμπρο κομψοτέχνημα του Party Fears Two θα αντανακλά τις ψυχικές μέθεις του αξέχαστου BmK, εραστή εκτός των άλλων και του Morrissey.

4. Όταν όλα έχουν γίνει κι έχουν ειπωθεί, τα χέρια μου ακόμα θα δουλεύουν τη φωτιά και το ατσάλι! – China Crisis

Δεν είναι τσιτάτο από αφίσα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ούτε μότο ρώσου συγγραφέα, αλλά στίχος από Λιβερπουλιανό σχήμα με εποχικές φράντζες και ωραίους ποπ δίσκους. Ομολογώ πως ικανοποίησαν την επιθυμία μου για βαθύ περιεχόμενο σε εύπεπτα τραγούδια. Ν’ αρχίσω απ’ τα εξώφυλλα και τους τίτλους των δίσκων τους; Το ντεμπούτο τους Difficult shapes and passive rythmes, some people think it’s fun to entertain (!) του 1982 είχε γεωμετρικά αντικείμενα σε κυβιστικές φωτοσκιάσεις. Μόνο οι Nits θα έδειχναν αργότερα τέτοια εξωφυλλιακή καλλιτεχνική αντίληψη. Θυμάμαι το γλυκό τρακ Christian και τα παιδιά του TOTP με τα καπέλα να κουνούν νωχελικά τα σημαιάκια τους.

Μα ήταν το δεύτερό τους, το εμπνευσμένο Working with steel and fire / Possible pop songs (ξανά θαυμαστικό) του ’83, το οποίο αγόρασα για πεντακόσιες δραχμές, τιμή τότε των δίσκων εγχώριας κοπής. Μέσα από το (ξανά) πρωτοφανές για ποπ εξώφυλλο βιομηχανικής αισθητικής συνυπήρχαν αριστεροί στίχοι, ζοφερές εικόνες πυρηνικής καταστροφής (ο αντίποδας των Crass!) στο Papua (Children turn away just before the blast, falling to the floor, smiling for their last time) και πανέμορφα love songs όπως το Wishful Thinking. Mετά εμπορικοποιήθηκαν κι αυτοί και μπλατάνεψε η μουσική τους. Είχαν προλάβει να προφητεύσουν όμως στο ομώνυμο έπος : Fashion play her part, to be work of the reds! Φανταστείτε: εργάτες των κόκκινων, με ρωσική μετάφραση του τίτλου στην αρχή του τραγουδιού, κι όλα τούτα στο απογευματινό σώου της θατσερικής τηλεόρασης!

5. These are the things that dreams are made of Human League

Ικανότεροι για το ωραιότερο και το χειρότερο τρακ, όπως οι Παναγιώτης Κελεσίδης και Πήτερ Σράιβερς ήταν ικανοί για τη δυσκολότερη απόκρουση και το πιο κοροϊδίστικο γκολ. Ήμουν έφηβος όμως τότε, και φανταστείτε με πόση ζέση δεχόμουν τις θηλυκές φωνές τους που έσπαγαν την αρσενική μονοτονία όλων των άλλων ηλεκτροπόπ σχημάτων. Στο αρχικό σχήμα τους (ως κουαρτέτο με 4 άντρες) υπήρξαν απ’ τους προδρόμους του είδους συνδυάζοντας τη δική τους βρετανική ποπ με πειραματισμό, αλλά η επιτυχία τους έγινε όταν οι Ware / Marsh (μετέπειτα Heaven 17 – βλ. παρακάτω) αντικαταστάθηκαν με τις δυο θηλυκές κοντόμαλλες. Τότε βγήκε λοιπόν το Dare, η εμπορικότερη synthpop του έτους όχι όμως κι η πιο εμπνευσμένη. Πριν τον εκφυλισμό τους πέρασαν και στην πολιτική καταγγελία με το Lebanon (απ’ το Hysteria του ’84). Μα ήταν ο βαθύς ερωτισμός του Don’t you want me baby ? (του  Dare) που έμεινε. Ι was working as a waitress in a cocktail bar, when I met you …

6. Αποκάλυψη Τότε: Tο συγκρότημα του Γιάννη Παλαμίδα, έβγαλε στις αρχές των 80s ένα δίσκο με τίτλο Νο – με αυτή τη λέξη ξεκινούσαν κι οι τίτλοι όλων των κομματιών, σε ένα ιδιόρρυθμο αρνητικό – και προφανώς όχι μόνο τιτλικό – concept. Η ιδιόμορφη οπερετική του φωνή έδενε γάντι με τις πανέξυπνες συνθετητικές συνθέσεις και τους εφιαλτικούς στίχους. Αποκάλυψη, εν μέσω μιας ανύπαρκτης σκηνής. Θυμίζω πως ο Παλαμίδας έκανε την ίδια εποχή φωνή με τη Σαββίνα στο κλασσικό Σαμποτάζ της Πλάτωνος και σ’ άλλα της κι άλλους δίσκους μακριά απ’ τα φώτα των μήντια. Το καλύτερο εδώ ήταν ένα που νομίζω λεγόταν No art. Τέλειωσε η συνθ ποπ ή θα έρθουν άλλα παιδιά με μάτια λέηζερ και μαλλιά τυρκουάζ και θα κάνουνε σαμποτάζ;

Τα τραγούδια

It’s such a shame/When I’m out in the rain/All the curtains are closed/Its a sad scene I know…

Θ’ αφήσουμε τον Marc Almond να υποφέρει στη βροχή, με τις κουρτίνες μας κλειστές; Οπωσδήποτε όχι, πόσο μάλλον όταν το «κρυφό» του σχήμα Marc And The Mambas, πολύ μακριά απ’ τις κακογουστιές των Soft Cell, έβγαλε μια πορφυρή, θεατρινίστικη ποπ σαδομαζοχιστικών προβολών, με άτιτλο ύμνο [Untitled][εδώ]. Αφήνοντας αυτονόητα εκτός συναγωνισμού τα αριστουργήματα που αναφέρονται παραπάνω, δηλαδή τα Hiroshima Mon Amour, We Stand Alone, The voice [Ultravox], Messages, Joan of Arc, Souvenir [OMD], Wishful Thinking [China Crisis], Party Fears Two [Associates], και παραλείποντας τους αυτονόητους βασιλείς Depeche Mode New Order και Pet Shop Boys (των οποίων πάντως αμφισβητώ τις πρωτοκαθεδρίες τους στους δίσκους αλλά προκρίνω ως κορυφαία άσματα τα See You, Bizzare Love Triangle και Liberation αντίστοιχα), τι μένει;

1. Erasure: Blue Savannah Soul

Ο Vince Clark ήταν ταλέντο και δεν γνωρίζω πώς θα εξελίσσονταν οι Depeche αν συνέχιζε μαζί τους. Ξέρω όμως πως είναι απ’ τους ικανότερους ελεκτροπόπερς της πίστας κι ένας πανούργος μαιτρ των συνθετητών. Το Blue savannah soul ήταν το μοναδικό ταξιδιάρικο κομμάτι του είδους που θυμάμαι, σε γράπωνε απ’ το δωμάτιό σου και σ’ έριχνε σε ταχύτητες με orange suns, clouds and thunders. Somewhere across the desert, sometime in the early hours, feel the restless world from the open highway, My home is where the heart is ..

2. Tears for fears: Mad world

Όταν οι άνθρωποι τρέχουν σε κύκλους, τότε είναι ένας πολύ τρελός κόσμος. Ακόμα τους θυμάμαι στο TΟTP σκυμμένους πάνω στα κήμπορντς, βυθισμένους στον «κόσμο» τους. Εμας που ψάχναμε την απαισιοδοξία περισσότερο κι απ’ την αμφισβήτηση, κι οι Cure δεν επαρκούσαν, μας έθελγαν τέτοια μικρά σχήματα με ευγενείς, απελπισμένους νέους. Ο τρελός κόσμος (που σήμερα φαντάζει αφάνταστα αθώος) ξεκινά γυμνά, φορτίζει στο ρεφραίν και στο τέλος τα εγχορδόπληκτρα στροβιλίζονται. Επιτέλους οι ηλεκτροποπ Μπωντλαίρ είχαν φτάσει! I find it kind of funny, I find it kind of sad/ the dreams in which I’m dying are the best I’ve ever had”.

3.Talk Talk: It’s my life

Ποιος θα το περίμενε πως ακόμα θα ασχολούμασταν μαζί τους… Με αστείες φάτσες, ακόμα αστειότερες γκριμάτσες (γιατί ο ντράμερ ανοιγόκλεινε το στόμα του ακατάπαυστα;) και κλαψιάρικα τραγούδια, υποχρεωθήκαμε και να τους ανεχτούμε τότε στο Rock in Athens το ’85. Αυτό θα πει live με το ζόρι….. Μα έριχναν μια στις τόσες κάτι συνθεσάρες που δεν ξέραμε από πού μας έρχονταν, όπως το Ιt’s my life. Απλές αλήθειες και απρόσμενες αρχιτεκτονικές στα κομμάτια τους. Η ζωή είναι όπως την φτιάχνεις. Η συνέχεια γνωστή: ο Mark Hollis, καθιερωμένος επιστήμονας ερευνητικών ινστιτούτων (σοβαρά) έβγαλε ιδιαίτερους προσωπικούς δίσκους, πάντα καλυπτόμενους από «ψαγμένα» έντυπα τύπου Wire. Life was what he made it.

4. Assembly: Never never

Η νεότης κλωτσά ! (έστω και διακριτικά). Ημιφωτισμένη σκηνή, δυο φιγούρες: μια μορφή με βαθουλωμένα μάγουλα σαν ένας μοντέρνος Αρτώ κι ένας σχεδόν σπανός νεαρός – μινιατούρα. Ένα κήμπορντ ανάμεσά τους κι ο ηλεκτρονικός θρήνος αρχίζει. Τον υποκινεί ο Feargall Sharkey, που είχε διαπρέψει με μια εκ των δυνατότερων νεορόκ ιρλανδέζικων μπαντών, των Undertones (Teenage kicks!), τον ενορχηστρώνει ο Vince Clark που αποχώρησε απ’ τους πρώτους και καλύτερους Depeche. Ένα όμορφο πράγμα ποτέ δε συμβαίνει σε μένα, it never happens to me, it never happens to me…

5. Twins: Face to face, heart to heart

Γραβατωμένοι Γερμανοί στο εξώφυλλο, μετρονομημένη μουσική στα ενδότερα, κοινό σημείο τα ηλεκτρονικά gadgets σε εικόνα και ήχο αντίστοιχα. Μακριά απ’ το σινάφι των αγαπημένων του NME/MM, περισσότερο εμπορικοί και ραδιοφωνικοί, έδωσαν έναν απ’ τους δίσκους εκείνους που βγαίνουν μια στις χίλιες: όλα τα κομμάτια φλώρικα ξεφλώρικα έχουν μια καλή μελωδία. Το παραπάνω μαζί με το Αnother loving game ακόμα τα θυμάμαι. Μελοδραματική ηλεκτροπόπ για teens…και ήδη βρισκόμαστε στα χωράφια της italo – disco.

6. Naked Eyes: Always something there to remind me

Ή πως δυο αντι – συνθποπ φάτσες (με χαίτη και εμφάνιση αμερικανικού κολλεγίου) επηρεάζονται απ’ το είδος και μπολιάζουν με computer arrangements ακόμα και μια Burt Bacharach διασκευή. Απ’ το Burning Bridges του 1983, ένα ιδανικό χιτάκι με καμπανάκια, μελό και διάχυτη 80ς ατμόσφαιρα, με άσπρες κάλτσες και φωτορυθμικά τέρατα.

7. A Flock Of Seagulls: The more you live the more you love

Δεν συμπάθησα τους γλάρους την εποχή που ο τραγουδιστής Mike Score είχε χτένισμα σαν το μεγάλο κέρατο της Κνωσσού. Λίγο αργότερα όμως, μείωσε τη σημασία που έδινε στην βιτρίνα, απέκτησε πικρό βλέμμα, πρόσθεσε κιθάρες α λα Big Country και κινήθηκε και σε πιο έξυπνες συνθέσεις, κρατώντας πάντα πρωτοφανείς φιλοσοφίες τύπου The more you live the more you love, the more you love the more you’re growing. Αυτό απ’ το The story of a young heart του 1984, χρονιά που συμπτωματικώς έληγαν την όμορφη πορεία τους τα παιδιά του 1981.

8. HEAVEN 17: Let me go / We don’t need this fascist groove thang

Με έγχρωμη co – singer στα λάϊβ (πολύ πριν τους Style Council και τους Massive), και ισάξιες δυνάμεις τόσο στο ερωτικό όσο και στο πολιτικό τραγούδι – μια πρωτιά στο χώρο. Έχαναν όμως στη συνθετική σούμα. Έστω: ζαβολίζω και διαλέγω ένα από κάθε είδος. Είχαν άλλωστε και την αίγλη των διαφωνούντων που αποχώρησαν απ’ τους αρχικούς Human League. Εξώφυλλα νεόπλουτης διαφημιστικής (ειρωνικά, υποθέσαμε) αισθητικής και εμφανής υπεροψία. Temptation!

8-1377. Φυσικά άψογα ηλεκτρονικά ποπίσματα έβγαλαν αναρίθμητοι άλλοι επισκέπτες των ψυχισμών μας, οι οποίοι όμως δεν παρέμειναν αποκλειστικά στο είδος. Από το Lament των Cure (και το απ’ άκρη σ’ άκρη συνθετητικό τους Japanese Whispers LP) … κι από το Don’t talk to me about love των Altered Images …στο Small Mercies των Fra Lippo Lippi στο Waves των Blancemange…

Κίτρινη Ειδική Περίπτωση:  Ελβετοί γκαλερίστες – υπερευκατάστατοι – gamblers (αληθείς ιδιότητες που μοιράζεται ή σωρεύει το ντούο) που απλώς έπαιζαν με τα ηλεκτρονικά τους όργανα σαν τσιρκολάνοι κονφερασιέ  κι έβγαζαν χρυσοσκονισμένα αριστεία, όπως το Lost Again ή το Blazing Saddles, ή το Otto di Catania.

ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ…
They were riding the Metro into town/listening to the latest noise/Modern girls with headphones on their heads/modern European boys…

Βέβαια το οριστικό ηλεκτροπόπ τραγούδι ανήκει στον Man Behing the Curtains, που τα τελευταία χρόνια ζει ανάμεσά μας. Γράφτηκε το 1984, για τις πόλεις που έχουν ήδη έρθει, οι άνθρωποι θα ζουν το μεταιχμιακό τους χρόνο στα μετρό με μόνιμα φυτεμένα ακουστικά στα κεφάλια τους, λάπτοπ στα γόνατα και την πιο προηγμένη τεχνολογία στον ψυχισμό τους

Βusinessmen in leather overcoats/staring at their wrist T.V.’s/Pale accountants balancing the books/computers resting on their knees…

Κύριε Blaine Reinninger, ανάμεσα στα διαμάντια σας, το Mystery and confusion απ’ το Night Air, το πρώτο προσωπικό σας, ήταν το πιο λαμπερό. Αν αλληγορούσατε και για τον χαρακτήρα εκείνης της όμορφης κι αλλόκοτης μουσικής της εποχής της, είχατε δίκιο:

Modern Europe in between wars/wears Japanese technology…/Why start a war when the future’s just arrived?/It’s a mystery to me…

Αλλά δεν προσέξαμε τις τελευταίες σας λέξεις, κι εκεί το χάσαμε…και τα χάσαμε όλα.

Mystery and confusion, History as illusion …

Η αρχική δημοσίευση, ως δεύτερο μέρος του αφιερώματος, εδώ. H πανδοχειακή αναδημοσίευση περιλαμβάνει αρκετές προσθήκες και λιγότερες αφαιρέσεις. Το υπόλοιπο αφιέρωμα εδώ (μέρος 1, μέρος 3, μέρος 4). Σταδιακά θα προστίθενται στα τραγούδια σύνδεσμοι για διαδικτυακή ακρόαση στο youtube.

Οι φωτογραφίες (που θα αλλάζουν συνεχώς μέχρι να καταλήξουν οι πλησιέστερες στο πνεύμα) δεν αντιστοιχούν πάντα στις παράπλευρες λέξεις. Η αληθής ταυτότητα των εικονιζομένων εμφανίζεται με το άγγιγμα του κένσορα πάνω τους. Γνωστά και ηλεκτρονικά (ποπ) πράγματα.

Στη μνήμη του Billy McKenzie και της Ηλεκτρονικής μας Νεότητας.

25
Φεβ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Ευγενία Μπογιάνου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

«Το μυστικό» εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Ροές. Είναι μια συλλογή διηγημάτων με κεντρικό άξονα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, καταστάσεις απώλειας, προδοσίας, εκδίκησης, πάθους στη ζωή ανθρώπων ασήμαντων και καθημερινών.

Η πρόσφατη «Κλειστή πόρτα» από τις εκδόσεις Πόλις είναι μια σειρά διηγημάτων για ανθρώπους που διασταυρώνονται μεταξύ τους χωρίς να συναντιούνται και που αποτελούν το καθημερινό μας σύμπαν.

Για ποιο λόγο επιλέξατε τη φόρμα του διηγήματος;

Επιλέγουμε τις φόρμες ή μας επιλέγουν; Όπως και να έχει μου αρέσει να διαβάζω και να γράφω διηγήματα. Η πυκνότητα που απαιτείται και η ένταση που πρέπει να εκδηλώνεται στην περιορισμένη έκταση του διηγήματος με γοητεύει και με προκαλεί.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φυσικά οι προτιμήσεις μου αλλάζουν κατά καιρούς, όμως μερικές αξίες παραμένουν ίδιες. Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Κάφκα, Πόε, Γουλφ, Μωπασάν, Σάμπατο, Ναμπόκοφ, Κάρβερ, Ντίκινσον, είναι μερικές από αυτές. Επίσης Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Χατζής, Κουμανταρέας, Νόλλας, Κυριακίδης, Παπαδημητρακόπουλος, Γονατάς, Πανσέληνος, Δούκα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αισθηματική αγωγή (Φλωμπέρ), Η δίκη και Η μεταμόρφωση (Κάφκα), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Περί ηρώων και τάφων (Σάμπατο), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Ναμπόκοφ), Το λευκό όρος (Σεμπρούν), Κάτω από το ηφαίστειο (Lowry), Οι υπνοβάτες (Μπροχ), Η καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Στο Φάρο (Γουλφ), Μπούντενμπροκ (Τόμας Μαν), Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ), Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν), Τρόμος (Μακάνιν), Ο δρόμος (Μακ Κάρθυ), Οι ξεριζωμένοι (Sebald), Δούναβης (Μάγκρις).

Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Επιτάφιος θρήνος (Γιώργος Ιωάννου), Βιοτεχνία υαλικών (Μ. Κουμανταρέας), Το πλατύ ποτάμι (Γιάννης Μπεράτης), Το τέλος της μικρής μας πόλης και Το διπλό βιβλίο (Δ. Χατζής), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Ονειρεύομαι τους φίλους μου (Νόλλας), Η βραδυπορία του καλού (Δημητρίου), Θερμά θαλάσσια λουτρά (Παπαδημητρακόπουλος), Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν  (Βαλτινός), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζ.Ζατέλη).

Είναι τόσα πολλά τελικά που θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες. Γι’αυτό σταματώ εδώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Πόε, του Κάρβερ. Ο Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόις. «Η ιστορία του περιστεριώνα μου» του Μπάμπελ. Ο Καλβίνο.

Φυσικά όλος ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, «Το γατί» του Μητσάκη, Το «Πίστομα» του Θεοτόκη, ο Μάριος Χάκκας, «Η προετοιμασία» του Γονατά, τα κομψοτεχνήματα του Παπαδημητρακόπουλου, ο Νόλλας, ο Κυριακίδης και ο Σκαμπαρδώνης.

Πάντως από τον Τσέχωφ μέχρι τα αστυνομικά διηγήματα του Χάμετ και του Τσάντλερ και από τον Παπαδιαμάντη και το Βιζυηνό μέχρι το Νόλλα και το Μηλιώνη ο δρόμος είναι πάρα πολύ μακρύς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου με το εξαιρετικό «Κάτι θα γίνει θα δεις», η Κάλια Παπαδάκη, ο Σπύρος Γιανναράς και οι λίγο παλιότεροι Ηλίας Παπαμόσχος,  Κώστας Καβανόζης και  Πέτρος Κουτσαμπασιάκος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όσο γράφω για αυτούς τους κουβαλάω πάνω μου. Μπορεί και για αρκετό καιρό. Τους εγκαταλείπω αμέσως μόλις θεωρήσω πως τους ολοκλήρωσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Γκρέγκορ Σάμσα και ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω πάντα μαζί μου χαρτί και μολύβι. Σημειώνω ιδέες, γράφω φράσεις που άκουσα ή που σκέφτηκα οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι. Την ολοκληρωμένη του μορφή όμως το κείμενο την παίρνει πάντα στο γραφείο μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν πιστεύω τόσο σε αυτό που λέγεται έμπνευση. Πιστεύω πως το πιο σημαντικό είναι η παρατήρηση. Παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, τις κινήσεις των ανθρώπων, τις χειρονομίες, τα βλέμματα, πράγματα φευγαλέα που όμως για κάποιο λόγο με συγκινούν.

Συνήθως έχω στο μυαλό μου μια εικόνα, καθώς η πρωταρχική μου ιδιότητα έχει να κάνει με τη φωτογραφία. Θέλω να φωτίσω λοιπόν αυτή την εικόνα με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να στρέψω το βλέμμα προς τα εκεί που επιλέγω εγώ, προς αυτό το κάτι, το μικρό συνήθως, που σε άλλη περίπτωση δεν θα τραβούσε την προσοχή.

Άλλοτε η αφετηρία μου είναι μια φράση που άκουσα ή κομμάτια εκφράσεων από διηγήσεις άλλων. Φράσεις που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου και που με τη σειρά μου θέλω να αφηγηθώ την ιστορία τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω συνήθως νωρίς το πρωί, στον υπολογιστή, σε απόλυτη ησυχία, με τη συνοδεία καφέ.

Ακούω κλασική μουσική και τζαζ. Ποτέ όμως γράφοντας ή διαβάζοντας.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Από τα ενεργά το «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδομενίδη και η «Λέξη» του Θ. Νιάρχου και του Α. Φωστιέρη.  Σταθερές αξίες.

Από τα «μη ενεργά» ο «Εκηβόλος» του αξέχαστου Βασίλη Διοσκουρίδη. Πρωτοποριακό και κλασικό συγχρόνως.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα έγραφα για τον Μιχαήλ Μητσάκη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολλές φορές μια εικόνα ή συχνότερα ή ατμόσφαιρα μιας ταινίας μου δίνουν το ερέθισμα για να γράψω. Παρακολουθώ μετά μανίας σύγχρονο κινηματογράφο. Τελευταία ταινία που με γοήτευσε, Το λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι. Ζηλευτή απλότητα. Κανένα στολίδι. Μια απλή ιστορία ειπωμένη με την πιο χαμηλότονη τρυφερότητα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δεν γράφω και δεν έγραψα ποτέ ποίηση, γιατί δεν έχω την ικανότητα να το κάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

«Μπάρτλμπυ, ο γραφέας» του Μέλβιλ.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω διηγήματα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν έχω σκεφτεί να γράψω μυθιστόρημα; Ναι, το έχω σκεφτεί.

24
Φεβ.
12

Λίνα Πανταλέων – Θαυμαστικά και αποσιωπητικά

Η λογοτεχνημένη κρίση

Η λογοτεχνική κριτική οφείλει να είναι υποκειμενική, όχι μόνο για τη διασφάλιση άλλοθι αλλά πρωτίστως για να λαμβάνει υπόψη πως υπόκειται στο κείμενο. Η ανάγνωση οφείλει να υποτάσσεται στο κείμενο, να ακολουθεί και όχι να προτρέχει. […] Κάθε λογοτεχνικό βιβλίο διαθλάται καθώς το διαβάζουμε μέσα από ασύνειδες προσδοκίες, αμφιβολίες, προηγούμενες διαψεύσεις και εκπλήξεις, εν ολίγοις διαβάζεται μέσα από το φίλτρο όλων των σελίδων που έχουν διαβαστεί πριν από αυτό…

γράφει η κριτικός στο συστατικό σημείωμά της, προοικονομώντας τη μορφή της κριτικής που υποστηρίζει και που, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι και η μόνη που αξίζει να υπάρχει. Όμως πέρα από αυτό το στοιχείο, δυο πρόσθετες αρετές της κριτικής της γραφής κάνουν αυτή τη συλλογή αξιανάγνωστη. Από τη μία, το έργο του εκάστοτε συγγραφέα παρουσιάζεται συνολικά, πάντα σε συνάρτηση με το υπό κρίση βιβλίο, αλλά και με ιδιαίτερη αναφορά στο θέμα της κάθε πλοκής, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να αισθάνεται πως πλοηγείται εν τάχει στους μυθοπλαστικούς κόσμους του συγγραφέα. Από την άλλη η γλώσσα εδώ βρίσκει ένα πρόσφορο πεδίο να αναπτυχθεί με απολαυστικό τρόπο, αναζητώντας μέσα από την αστείρευτη γλωσσική μας δεξαμενή τις ιδανικότερες λέξεις, εμπλουτίζοντας την εκφραστική της με σύμπλοκα και γενικά δημιουργώντας ένα κείμενο που από μόνο του παρουσιάζει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Στο τέλος ο αναγνώστης έχει περιηγηθεί στην λογοτεχνία του συγγραφέα με ένα απαιτητικό αλλά απολαυστικό κείμενο.

Στο έργο του Γιάννη Μακριδάκη, πέρα από μυθοπλασίες που μοιάζουν «δοξολογίες στην ηθική» και σελίδες – «εικονοστάσια καλόψυχων και ενάρετων ανθρώπων», η κριτικός διαπιστώνει τον προσχηματικό χαρακτήρα μιας πρόχειρα σχεδιασμένης θεματολογίας, την επανάληψη κοινών μοτίβων και την κατάχρηση συγκινησιακής φόρτισης, που συχνά απολήγει σε θρηνητική φρενίτιδα και σπαραξικάρδιες φαιδρότητες, κρίνοντας πως ο συγγραφέας βιάστηκε με ασθματικές εκδόσεις να κατοχυρώσει μια συγγραφική ταυτότητα. Παραθέτοντας συγκεκριμένα χωρία (συνήθης μορφή των κειμένων της) διατυπώνει τις αντιρρήσεις της για την, ανεπίτρεπτη σε ορισμένες περιπτώσεις, συνάρτηση της μυθοπλαστικής συνθήκης με τη νωπή επικαιρότητα, ορισμένους απλοϊκούς συσχετισμούς και παιδαριώδεις παραλληλισμούς και τις παρεμβάσεις με επεξηγηματικά σχόλια σε προφανείς συλλήψεις. Όσον αφορά την «προφορική» του γλώσσα γράφει: στη λογοτεχνία προφορικότητα σημαίνει επίμοχθη επεξεργασία του προφορικού λόγου και όχι άκοπη αναπαραγωγή του. Η προφορικότητα στον γραπτό λόγο δεν είναι γλωσσική ευκολία αλλά υφολογική επεξεργασία.

Για την Άλωση της Κωνσταντίας ειδικότερα, βασικά προβλήματα εντοπίζονται αφενός στην προβληματική οπτική και τις κραυγαλέες κοινοτοπίες όσον αφορά τις σχέσεις των δύο όμορων λαών [Ελλήνων και Τούρκων] και τον γλυκερό εναγκαλισμό του «Άλλου» κι αφετέρου σε μυθοπλαστικές ασυνέπειες και απίθανες συμπτώσεις που καταστρατηγούν κάθε σύμβαση περί αληθοφάνειας και οδηγούν σε υπολειτουργία κάθε κοινή λογική. Σε κάθε περίπτωση, ο Μακριδάκης, που εξαρχής προσανατολίζεται στην χορεία κείνων που αρύονται από τον γενέθλιο τόπο τους για να ζωογονήσουν τα μυθοπλαστικά τους τοπία και τα ψυχικά φορτία των χαρακτήρων τους αντιμετώπισε κάτι πολύ δύσκολο για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, την ανεπιφύλακτη αποδοχή και δείχνει να βιάζεται να σπαταλήσει και να τσαλαπατήσει τις δυνατότητές του. Ενδεχομένως, καταλήγει η Πανταλέων, από τη στιγμή που τα χειροκροτήματα δεν έπαυσαν να καλωσορίζουν κάθε νέα έκδοση, ο συγγραφέας να έχει όλο το δίκιο με το μέρος του.

Η βασική ένσταση όσον αφορά τις Λοξές ιστορίες αλλά και παλαιότερα έργα του Παναγιώτη Κουσαθανά είναι το γεγονός ότι επί δεκάδες διηγήματα ο συγγραφέας σπαράζει για την κακοποίηση της γενέτειράς του και την αχρειότητα πολλών εκ των συντοπιτών του. Ο ακαταδάμαστος θυμός τους για τα εκτρωματικά ήθη που άλωσαν τον γενέθλιο τόπο σπάνια καταφέρνει να μεταποιηθεί σε μυθοπλαστική σύλληψη ενώ η επίμονη επίκληση της μνήμης συντείνει στη μονοτονία των διηγημάτων και στην συγγραφική αγκύλωση. Στο τέλος οι αιτιάσεις του συγγραφέα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με τα δονκιχωτικά πυρά κατά των ανεμόμυλων και ατέρμονη αλυσίδα παραινέσεων, επαναλαμβανόμενων επικήδειων και καταγγελιών γίνεται ο βρόχος του αναγνώστη. Όμως η λογοτεχνία ιδωμένη μονομερώς ως πεδίο κατήχησης έχει κόψει εξαρχής τις γέφυρες επικοινωνίας με τον αναγνώστη, στο μέτρο που ο κατηχητής σπανίως διερωτάται για την αλήθεια την οποία κηρύσσει. Εκείνο που επιδεινώνει την επιλογή του συγγραφέα να μιλήσει «από άμβωνος» και επαγωγικά την αδιαφορία του για ένα προσχηματικό, έστω, λογοτεχνικό ντύμα που θα προσέδιδε θέρμη και ζωηρότητα στα κηρύγματά του, είναι οι υφολογικά συναφείς αναφορές στη γραφή που την παρουσιάζουν σαν ιερό καθήκον και καθαρτήρια δοκιμασία. Η καλλιέπεια και τα λεκτικά συνταιριάσματα δεν μπορούν να υπερκεράσουν την πληκτικότητα όσων λένε.

Στα έργα του Χρήστου Χρυσόπουλου (Ο βομβιστής του Παρθενώνα) ο θάνατος αποτελεί ένα σταθερό μοτίβο της προβληματικής του ενώ το αστικό τοπίο αποτελεί ένα «παράλογο άσυλο» που υποθάλπει τις εμμονές, τα πάθη και τις νευρώσεις των χαρακτήρων· είναι ο τόπος της εξώκοσμης ιδιώτευσής τους, τους δημιουργεί την καθησυχαστική εντύπωση της διαφυγής. Ο πεζογραφικός του κόσμος είναι ένας κόσμος εμμονών, όπου οι χαρακτήρες πλαταίνουν ολοένα την εσωτερική τους ζωή και ιχνηλατούν στο ημίφως όπου ζουν ένα αυστηρά ιδιωτικό, μονήρες σύμπαν. Η πολεοδομία αυτών των πόλεων δεν συνίσταται παρά σε επτασφράγιστα δωμάτια, προορισμένα αποκλειστικά για μυθοπλαστικές υπάρξεις με συμπτώματα ανίερου μαζοχισμού, για χαρακτήρες που μετεωρίζονται μεταξύ ονειροφαντασίας και πραγματικότητας, σε μια διαρκή αμφιταλάντευση της γραφής ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η σύγκριση της νέας αναθεωρημένης έκδοσης του βιβλίου με την προ δεκαπενταετίας παλαιότερη.

Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη (Κωμωδία) η γλώσσα, πανούργα, δαιμόνια στην καταδολίευση, καθ’ έξιν αμφίσημη, ανείπωτα πλαστική και με δεξιοτεχνία στην έκπληξη, ασπαίρει στα κείμενά του απαυγάζοντας την τόλμη της ευρηματικότητάς του και την ίδια στιγμή σκιάζοντας τους κόπους των επιτεύξεών της. Πέρα από την γλωσσική εντέλεια των γραπτών του και τα ευφυή ψεύδη της γραφής που δυναμιτίζουν σχεδόν σε κάθε φράση την αληθοφάνεια, στα γραπτά του το παρελθόν αποδεικνύεται ο πιο αφερέγγυος χρόνος, στο μέτρο που επαφίεται στη μνήμη, και μνήμη ίσον επινόηση και αυταπάτη, «η μόνη δυνατότητα που διαθέτει ο άνθρωπος για να εξαπατά το χρόνο», όπως έγραψε ο συγγραφέας στη Μικρή του περιοχή.

Όμως και η προηγούμενη συλλογή κριτικών της Λ.Π. (Αναγνωστικά Δικαιώματα, βλ. εδώ) έτσι και ετούτη συγκεντρώνει τα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Νέα Εστία. Παρουσιάζονται ακόμα τα βιβλία: Η Εβραία νύφη (Νίκος Δαββέτας), Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα (Ρέα Γαλανάκη), Πατρίδα από βαμβάκι (Έλενα Χουζούρη), Απόψε δεν έχουμε φίλους (Σοφία Νικολαΐδου), Το ξυπόλητο σύννεφο (Τάκης Θεοδωρόπουλος), Σναφ (Ελένη Γιαννακάκη), Τα σακιά (Ιωάννα Καρυστιάνη), Ο τελευταίος Βαρλάμης (Θανάσης Βαλτινός), Η φάρσα (Έρση Σωτηροπούλου).

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 401.

Φωτογραφία της κριτικού: Ηλίας Κοσίντας.

23
Φεβ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 107

Λόγος του Λόρδου Μπάυρον στην Βουλή των Λόρδων (1812)

Ονομάζετε τους ανθρώπους αυτούς όχλο, απελπισμένο, επικίνδυνο και αγράμματο· και μοιάζετε να σκέπτεστε ότι ο μόνος τρόπος να ηρεμήσει η “Bellua multorum capitum” (το «ζώο με τις πολλές κεφαλές») είναι να κρεμάσετε μερικές από τις κεφαλές αυτές. Αλλά ακόμα κι ένας όχλος μπορεί καλύτερα να μπει στον δρόμο της λογικής μ’ ένα κράμα διαλλακτικού πνεύματος και σταθερού χεριού παρά με πρόσθετο εξερεθισμό και αυξημένες ποινές. Έχουμε, τάχα, συνειδητοποιήσει τι οφείλουμε σ’ αυτόν τον όχλο; Είναι ο όχλος που δουλεύει στους αγρούς σας και υπηρετεί στα σπίτια σας -που επανδρώνει τον στόλο σας και προμηθεύει άνδρες στον στρατό σας- που σας έκαμε ικανούς να αψηφήσετε ολόκληρο τον κόσμο, και που μπορεί, επίσης, να αψηφήσει και σας, όταν η παραμέληση και η δυστυχία θα τον οδηγήσει σε απόγνωση! Ονομάστε, αν θέλετε, τους ανθρώπους αυτούς όχλο· αλλά μην ξεχνάτε ότι ένας όχλος εκφράζει πολύ συχνά τα αισθήματα του λαού.

[Αναφορά από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος), αναδημοσίευση στο ιστολόγιο Λογομνήμων, ο πλήρης λόγος εδώ.]

22
Φεβ.
12

Λάκης Παπαστάθης – Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα

Ολιγοσέλιδα προσωπικά ντοκιμαντέρ

Υπάρχει μια αντίληψη την οποία πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμα και οι ειδικοί του κινηματογράφου, που λέει πως το ντοκιμαντέρ είναι η τέχνη κυρίως του πραγματικού. Λες και η πραγματικότητα μιλάει από μόνη της, πως είναι τέχνη από μόνη της, και δεν έχεις παρά να την κινηματογραφήσεις απλώς! Μέγα λάθος. Πιστεύω ότι το ντοκιμαντέρ είναι τέχνη αυστηρότατα προσωπική, που απαιτεί τη λεπτότατη συνάντηση του ρευστού της ζωής με το βλέμμα του κινηματογραφιστή. Δεν σε σώζει το τρομερό, το εντυπωσιακό θέμα, ούτε πιθανόν οι τρομερές πληροφορίες και τα σοκ που περιέχει, γιατί αυτή η ταπεινή τέχνη δεν είναι τηλεγράφημα με εντυπωσιακές ειδήσεις, δεν είναι πρωτοσέλιδο σε εφημερίδες. Ζητάει απ’ τον κινηματογραφιστή το άνοιγμα της ψυχής του, που θα επιλέξει και θα ανασυνθέσει την πραγματικότητα, δίνοντας στην οθόνη σχήματα, αρμούς, ήχους και ψιθύρους ενός πνευματικού οικοδομήματος που δεν υπήρχε πριν, ούτε στη ζωή, ούτε μέσα του.

Το έξω και το μέσα χτίζονται προϊούσης της δημιουργικής διαδικασίας και το έργο εκπλήσσει και τον ίδιο το σκηνοθέτη, γιατί αυτό που κάνει είναι μια νέα πραγματικότητα που στέκεται από μόνη της, όταν η άλλη πραγματικότητα της ζωής έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Αυτό άλλωστε είναι και η ποίηση. Είναι δηλαδή αυτό που μένει στην ψυχή μας και στο βλέμμα μας, όταν τα γεγονότα που τη γέννησαν φεύγουν βιαστικά. Η ποίηση καθιστά ορατό αυτό, που στην καθημερινότητά μας δε φαίνεται. Άρα και στο ντοκιμαντέρ βλέπουμε αυτό που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει

….γράφει ο Λάκης Παπαστάθης στις Σκέψεις για ένα μελλοντικό μάθημα σε υποψήφιους ντοκιμαντερίστες, στην ιστοσελίδα του (εδώ, στην κατηγορία «Βιβλία – Κείμενα») και οι μινιατούρες των κειμένων που συνεχίζει να εκδίδει σε συλλογές διηγημάτων δικαιώνουν αλλά και επαληθεύουν τα λόγια του. Πράγματι, τα ολιγοσέλιδα γραπτά του αποτυπώνουν στιγμές που από τη μια μοιάζουν να αναβλύζουν από το προσωπικό του ημερολόγιο κι από την άλλη να στιγμιοτυπώνουν πλάνα και καρέ από την κοινή μας κινηματογραφική, θεατρική και σε κάθε περίπτωση καλλιτεχνική ιστορία και μικροϊστορία. Όταν λοιπόν ο ίδιος παραθέτει προ των ιστοριών του μικρά υπότιτλα που επιθυμούν μια κουβέντα μαζί μας, εκεί που μας ρωτά «Τι κάνει το κείμενο αυτό διήγημα και όχι ιστορική μαρτυρία;» η απάντηση – τουλάχιστο η δική μου ως αναγνώστη – είναι, τίποτα δεν κάνει αυτό το κείμενο (και πολλά άλλα) αποκλειστικά διήγημα αλλά είναι ταυτόχρονα και μαρτυρία, που όταν αφορά πρόσωπα και γεγονότα της πολιτισμικής μας ιστορίας, γίνεται και ιστορική.

«Κύτταρο» μπουάτ λοιπόν, 1973, κι ένας ολόκληρος «θίασος σκιών» επί σκηνής, με ρεμπέτικες φωτογραφίες του Η. Πετρόπουλου, ζωγραφιές του Πεντζίκη, εικόνες των Βαλκανικών πολέμων, κινούμενα σχέδια του Κυριτσόπουλου, Καραγκιόζη, πολυθέαμα πρωτοφανέρωτο. Η Σωτηρία Μπέλλου τραγουδάει με αεροπλάνα και βαπόρια αλλιώς: η παλιά ηχογράφηση έλεγε σ’ αυτό τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί… αλλά εκείνη είχε μάθε να λέει σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί… Το Τμήμα Λογοκρισίας καλεί τον Διονύση Σαββόπουλο: Δεν έχουμε καθαρά φουρνάρικε, κύριε Σαββόπουλε; Τι εννοείτε; Γιατί τρώμε βρώμικο ψωμί; Μήπως φταίει το αλεύρι ή εννοείτε κάτι άλλο; Άλλαξέ το. Τελικά ο τόπος γίνεται κόσμος κι όταν χρόνια μετά ο Παπαστάθης παραδέχεται στον ίδιο τον συνθέτη: Προτιμώ το σ’ αυτόν τον κόσμο, γίνεται πιο συμπαντικό το τραγούδι…Λες το φασιστόμουτρο να έκανε καλό στο τραγούδι χωρίς να το θέλει;

Τις ίδιες μέρες κάποιοι ξεκινούσαν ένα Ελεύθερο Θέατρο, όνομα αυθόρμητο κι αληθές, καθώς έβλεπαν το θέατρο ακριβώς σαν κίνηση ελευθερίας, κι ένας ελευθεριακός παράδεισος βλασταίνει στο Άλσος Παγκρατίου: παραστάσεις με συμβολικές παραβολές άλλου τόπου και χρόνου, κατάργηση της εξουσίας του σκηνοθέτη, ομαδική συγγραφή και σκηνοθεσία, απουσία υπογραφών στα κείμενα, συμμετοχή όλων με προσθαφαιρέσεις λόγων, ανατροπή αρχετύπων του ελληνικού μελοδραματισμού, ο Τυχοδιώκτης του Χουρμούζη να κυκλοφορεί στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας του 75 σαν νεκραναστημένο φάντασμα. Κι εσύ χτενίζεσαι, μια ζωή Γκόλφω!  («Άλσος Παγκρατίου»).

Αυτές οι συζητήσεις, κάτω από την ψωραλέα ακακία, στο μισοσκόταδο, σαν να είχαν κάτι από αρχαία συμπόσια. Ακουγόταν λόγος προφορικός και ελεύθερος, που δεν στερεωνόταν με τη γραφή. Εκείνος δεν μιλούσε σαν δοκιμιογράφος, ούτε σαν σοφός, αλλά σαν μουσικός και ποιητής. Οι σκέψεις του είχαν πάντα κάτι ρευστό, συγκινητικό και ερωτικό. Όταν τον άκουγες ενεργοποιούσες το είναι σου για να επωφεληθείς από τα λεγόμενά του. Μια ευθεία πιο κάτω στην κατηφόρα, αναμένει ο «Μαγεμένος αυλός» όπου σύχναζε εκείνος, σαν «πρύτανης ενός προφορικού πανεπιστημίου του καφενείου, που λειτουργούσε μόνο τις βραδινές ώρες με επιλεγμένους ακροατές» και ταυτόχρονα μια ευκαιρία να γραφτεί το σπάνιο περιστατικό της συγχώρεσης του επίδοξου κλέφτη φίλου του.

Αλλά η πένα των πλάνων του συγγραφέα εστιάζει και στους ταπεινούς, «άσημους» ή άγνωστους της θεατρικής πάλης, όπως «Ο αντικαταστάτης του Τειρεσία», που αληθινά τυφλός από τα εικοσιπέντε του από έκρηξη στα νταμάρια, τώρα δεν κουράζεται ποτέ, γιατί δεν χρειάζεται να προσποιηθεί γιατί έχει μέσα του τον χώρο του θεάτρου και των γύρω τόπων. Αλλά δεν θα μείνει για πολύ· θα αποχωρήσει για να επιστρέψει στα φιστίκια του, αφήνοντας τη θέση σε κάποιον που θα αξίζει να διδαχτεί να μάθει να παίζει τον τυφλό. Άλλος, απόμαχος της σκηνής, ήρωας, παλεύει με τους χαλαρωμένους αρμούς μιας μνήμης όπου πηγαινοέρχονται μορφές από την αρχαία τραγωδία και «πραγματικές και επινοημένες από την τέχνη υπάρξεις» που ζουν πλέον μόνιμα δίπλα του, φτάνει στο σημείο, σε παράσταση των Βακχών το Ευρυπίδη, να μην αναγνωρίζει πια τι σημαίνει αναπαράσταση στο θέατρο, να πιστεύει πως ό,τι βλέπει είναι πραγματικό, να μην μπορεί να αντέξει την ακραία ένταση της σκηνής («Το μάρμαρο ζεστό από τον ήλιο»).

Εκείνη που «Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα» πρωταγωνιστεί στο μεγαλύτερο διήγημα και εκπροσωπεί τον κόσμο του σκηνοθέτη, που μας εισάγει στην ξάγρυπνη προετοιμασία της, έξι μήνες πριν την Επίδαυρο. Η ηρωίδα αρχίζει να παρατηρεί τους ανθρώπους, κυρίως τις γυναίκες (Ήξερε πως στην καθημερινότητα κρύβονταν βασίλισσες έστω και αν ζούσαν στο λαϊκό ή τον μικροαστικό κόσμο) και ν’ αναζητά το αρχαίο μέτρο που διαλύθηκε στη μετάφραση, τους ποιητές που πρέπει να φέρουμε απ’ τον Άδη γιατί τους χρειάζεται σήμερα η πόλη, την τραγωδία που δεν χρειάζεται εφέ, μόνο τον λόγο, τον ρυθμό, τον ήχο, το μέτρο και το νόημα των λέξεων. Και στην Επίδαυρο, πλέον, αντιμέτωπη με το σκοτάδι της, το μυστηριακό, το πιο συγκινητικό σκοτάδι της ζωής της, «αναγκαίο πέρασμα της ψυχής της από το σήμερα στα κείμενα της αρχαιότητας», φαντάζεται το μέλλον του ρόλου της όταν η αυλαία πέφτει, σκέφτεται πως «το φως και τότε ίδιο θα ’ταν», το βράδυ στο ξενοδοχείο μιλάει στην ίδια την Κλυταιμνήστρα και δεν σταματάει ν’ αναζητά το πρόσωπο αυτής της φοβερής γυναίκας που η σκιά της τώρα περιπλανιέται στο καμαρίνι της. Να μετατρέψει τις πληροφορίες σε υλικό θεατρικής ερμηνείας. Σε ρυθμούς, σε κινήσεις, στον τόνο της φωνής αλλά και σε κάτι άλλο, που δεν έχει όνομα…

Πώς να γεφυρώσω το χάος, τα χρόνια που μας χωρίζουν. /Σαν να κολυμπάμε μέσα τους, να πηγαίνουμε και να ερχόμαστε σε αργή κίνηση, όπως στα όνειρα. Μπορεί η ψυχή μας να το αντέξει;

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 200.

Στις φωτογραφίες: Ο συγγραφέας μαζί με τον Αλέξη και την Αρτεμούλα Δαμιανού, που χρηματοδοτούσε τα όνειρα του συντρόφου της. Δ. Σαββόπουλος και Λ. Παπαστάθης σε αντιμέτωπα προφίλ στο Κύτταρο. Στιγμιότυπο από την παράσταση «Η ιστορία του Αλή Ρέτζο» του Πέτρου Μάρκαρη, το έργο με το οποίο το Ελεύθερο Θέατρο κατήργησε τον σκηνοθέτη. Ο συνθέτης των μαγικών αυλών. «Έκθετοι στις αμφιθυμίες του χορού». Στιγμιότυπο από την παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν (1982) και από τον Αγαμέμνωνα του Αισχύλου από το Θέατρο Μηχανή (Βαλέρια Χριστοδουλίδου, 2012).

ΥΓ. «Η Κλυταιμνήστρα έζησε εφτά ή δώδεκα χρόνια με τον Αίγισθο στο παλάτι, έκανε τρία παιδιά μαζί του. Αυτά δεν τα ’γραψε η ιστορία. Όταν φτάνει ο Ορέστης της, θα ξεπερνούσε τα σαράντα, σίγουρα. Και είχε το μισό δίκιο με το μέρος της.»

Δημοσίευση και σε mic.gr.

21
Φεβ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Έλενα Πέγκα

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα, Εκδόσεις Άγρα, 2011. Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει σαν αφετηρία μέρη που βρέθηκα, πρόσωπα και σώματα που συνάντησα, σκέψεις που έκανα, αλλά δεν θεωρώ αυτά καθοριστικά στο γράψιμο του με την έννοια πως αντί για αυτά θα μπορούσαν να είναι άλλα.  Η διάθεση με ενδιέφερε, η ματιά πάνω σε όλα, οι αντιθέσεις, το μπανάλ που αίφνης γίνεται δραματικό, το άσχημο που γίνεται όμορφο, το εξημερωμένο που γίνεται άγριο και βίαιο.

Αυτή τη συλλογή μικρών ιστοριών την αποκαλώ νουβέλα  γιατί νιώθω πως η μία ιστορία συμπληρώνει την άλλη και πως όλες μαζί αποτελούν τα κεφάλαια ενός βιβλίου. Διαρκώς μεταβαλλόμενα σκηνικά, κατακερματισμός, ένας κόσμος ταυτοχρονικός.

Σχετικά με τον τίτλο.  Η ζώνες μας προστατεύουν στην οδήγηση, στην ορειβασία, στις πτήσεις, και μας περιορίζουν.  Επίσης, οι ζώνες κρατούν τα ρούχα πάνω στο σώμα μας, ώστε αυτά να μην μας φύγουν.  Παπούτσια, τσάντες, ζώνες.  Η ζώνη είναι το πιο παράξενο αξεσουάρ.  Και το δέρμα είναι η επιφάνεια ενός σώματος.   Μέσα από την επιφάνεια αυτή το ζώο άνθρωπος εισπράττει καταρχήν τα ερεθίσματα του κόσμου που κατοικεί με το σώμα του.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΕΖΑ

1997: ΣKOYΩΣ – ΣTIΓMEΣ ANTPIKEΣ KAI ΓYNAIKEIEΣ, νουβέλα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα. Aποσπάσματα έχουν μεταφραστεί στα Σουηδικά και Γερμανικά, και εκδοθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά της κάθε χώρας.

 1986: AYTH ΘEPINH, διήγημα, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Άγρα.

ΘΕΑΤΡΙΚΑ & το ανέβασμά τους

2011: ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ, μονόλογος για έναν άντρα ηθοποιό και 15 άντρες εθελοντές. Εκδόθηκε στο Βερολίνα από την Queich Verlag στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά.  Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο του 2011.

2009: ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ, βασισμένο στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ανέβηκε στην Αθήνα, στο Θέατρο Ροές σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου και παραγωγή Γιώργου Λυκιαρδόπουλου. Tο ίδιο έργο σε παραλλαγή είχε ξανανέβει στην Αθήνα το 1999 με μεγάλη επιτυχία.

2006: ΠOIOI EINAI OI KAINOYPΓIOI MAΣ ΦIΛOI; ανέβηκε από το KΘBE σε σκηνοθεσία Aleksandr Popovski στην Θεσσαλονίκη Nοέμβριο, Δεκέμβριο, Iανουάριο 2007 στο Mικρό Θέατρο της Mονής Λαζαριστών.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Τον Μάη του 2009, το ίδιο έργο, μεταφρασμένο στα Αγγλικά, παρουσιάστηκε σε αναλόγιο στο Λονδίνο, στο Bates Theatre, Covent Garden. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά και στα Γαλλικά.

2003: H NELLY’S BΓAZEI BOΛTA TON ΣKYΛO THΣ, ανέβηκε για 19 παραστάσεις σε συνσκηνοθεσία της συγγραφέως με τον Γρηγόρη Aποστολόπουλο στο Δημοτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ANETON, ως επίσημη συμμετοχή ΔHMHTPIA 2003.  Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tον Δεκέμβρη του 2005 παίχτηκε στα Hνωμένα Aραβικά Eμιράτα, ως επίσημη συμμετοχή της Eλλάδας στο Διεθνές Φεστιβάλ Mονολόγων της Φουτζέηρα. Το ίδιο έργο έχει μεταφραστεί στα Ιταλικά.

2002: OTAN XOPEYOYN OI GO-GO DANCERS, ανέβηκε στον χώρο tribal BOOZE σε σκηνοθεσία της συγγραφέως, στην Aθήνα, για 35 παραστάσεις. Παίχτηκε στην Kομοτινή, και στην Θεσσαλονίκη, Θέατρο AXIΛΛEION, για 11 παραστάσεις. Kυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Tο ίδιο έργο μεταφράστηκε στα Oλλανδικά και παίχτηκε από λλανδικό θίασο στο Φεστιβάλ Verse Waar της Oλλανδίας, και εκδόθηκε στα Oλλανδικά σε ανθολογία σύγχρονων ευρωπαϊκών έργων, από το Film and Theatre Press, Holland.

2000: 3-0-1 METAΦOPEΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη.Aνέβηκε από το Eθνικό Θέατρο (Πειραματική Σκηνή) σε σκηνοθεσία της συγγραφέως.  Παίχτηκε για 32 παραστάσεις.

1999: TA KAINOYPΓIA POYXA TOY AYTOKPATOPA, έργο βασισμένο στο γνωστό παραμύθι του Xανς Kρίστιαν Άντερσεν, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Oξύ. Aνέβηκε σε συνσκηνοθεσία Kωνσταντίνου Pήγου, Mάνθου Σαντοριναίου, και της συγγραφέως στο κλαμπ +Soda της Aθήνας. Παίχτηκε για 3 μήνες (sold out) και έδωσε μια παράσταση στη Θεσσαλονίκη.

1998: H KAITE KOΛΛBITΣ ΠAPOYΣIAZEI MIA ΣYNTOMH IΣTOPIA THΣ MONTEPNAΣ TEXNHΣ, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά, σε ανάθεση της αμερικανίδας σκηνοθέτιδας Sherry Teitelbaum.  Παρουσιάστηκε στο Nada Theater της Nέας Yόρκης. Στα ελληνικά, παίχτηκε για έναν μήνα στο Θέατρο Φούρνος, της Aθήνας, σε σκηνοθεσία Mάνθου Σαντοριναίου.

1997: BAΛΣ EΞITAΣION, κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Nεφέλη. Έργο με τραγούδια & μουσική, γράφτηκε σε ανάθεση του Θεάτρου του Nότου της Aθήνας & του ΔHΠEΘE Bόλου.  Σε σκηνοθεσία Γιάννη Xουβαρδά κ Έφης Θεοδώρου παίχτηκε 6 εβδομάδες στην Aθήνα, 2 στον Bόλο. Tαξιδεψε για 2 παραστάσεις στην Φραγκφούρτη της Γερμανίας.

1999: GORKY’S WIFE, έργο στα αγγλικά, παίχτηκε για 4 εβδομάδες στη Nέα Yόρκη, σε παραγωγή του The Present Company Theater και σκηνοθεσία της αμερικανίδας Julia Barclay.   Tο ίδιο έργο είχε ανέβει στο 18ο Bay Area Playwrights’ Festival στο Θέατρο Magic στο Σαν Φρανσίσκο, το 1995. Tο 2005 στα ελληνικά παρουσιάστηκε στο Aναλόγιο 2005 στο Θέατρο Άλεκτον και εκδόθηκε σε ειδική έκδοση του Aναλογίου. Το 2011 ανέβηκε στα ελληνικά στο Studio Kinitiras στην Αθήνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μου αρέσει να γράφω τις νύχτες και προτιμώ όταν δουλεύω να είμαι ή να νιώθω μόνη. Γι’ αυτό μου αρέσει να δουλεύω τον Αύγουστο στην Αθήνα που είναι ήσυχη. Οι ιδέες μου έρχονται ξαφνικά, σα να με επισκέπτονται. Αν και συνήθως κάνω έρευνα σχετικά με το θέμα που με απασχολεί.

Έχετε γράψει πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο στη δημιουργικότητά σας;

Ναι θα συνεχίσω. Το θέατρο διεκδικεί αναπόφευκτα μεγαλύτερο μερίδιο καθώς με την ιδιότητα μου ως σκηνοθέτης περνώ άπειρο χρόνο σε πρόβες και ανεβάσματα έργων. Αγαπώ πολύ την πράξη του Θεάτρου, την πρακτική του πλευρά.

Φανταστήκατε ποτέ τον εαυτό σας πάνω στη σκηνή, σε έργο δικό σας ή άλλων; Το δοκιμάσατε, θα τα δοκιμάζατε;

Έχω σπουδάσει υποκριτική και στα νεανικά μου χρόνια έπαιζα.  Σιγά σιγά άρχισα και να γράφω και να σκηνοθετώ και σταμάτησα να παίζω.  Τώρα έχω μείνει πίσω ως ηθοποιός, έτσι θα έπαιζα πάλι μόνο σε κάτι ειδικό, εκτάκτως.

Με ποιο τρόπο εμπλακήκατε στη συγγραφή κινηματογραφικού σεναρίου; Πώς ήταν η εμπειρία; Θα υπάρξει συνέχεια;

Θαυμάζω τον Λάκη Παπαστάθη και όταν μου πρότεινε να συνεργαστούμε στην ταινία Το Μόνον Της Ζωής του Ταξίδειον δέχτηκα και ήταν ωραία.  Δύσκολα θα ξαναέγραφα σενάριο, το βρίσκω πολύ τεχνικό και περιοριστικό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό για μένα είναι η απομόνωση. Δεν έχω τελετουργία. Αρχίζω να γράφω, σταματώ, ξαναρχίζω, σταματώ, σκέφτομαι.  Έτσι μπορούν να περάσουν μέρες και νύχτες. Προτιμώ την ησυχία. Ακούω μουσική άλλες ώρες. Από Μπαχ και Μοντεβέρντι έως πάνκ-ροκ. Μου αρέσει και να χορεύω.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι δεν γράφω ποίηση.  Είναι ένα απαιτητικό είδος με μακριά ιστορία που δεν το κατέχω.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πολλοί.  Καλβίνο, Μπολάνο, Μάρκες, Μόρισον, Γούλφ, Ντυράς, Μπέκετ, Ίψεν, Μουρακάμι, Καριλ Τσέρτσιλ, Ταχτσής, Ευριπίδης, Σαπφώ, Σαίκσπηρ,

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Εραστής Της Λαίδη Τσάτερλυ, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος, Ξενοδοχείο Ίρις, Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, Το Κουρδιστό Πουλί και πολλά θεατρικά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δύσκολοι Έρωτες του Καλβίνο, Πουτάνες και Φόνισσες του Μπολάνο αλλά και του John Cheever.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Αναγνωστάκη, ο Στάικος, ο Ξανθούλης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κάποιοι από τους ήρωες μου βασίζονται σε πρόσωπα που γνώρισα.  Ενθουσιάζομαι όταν μαθαίνω νέα τους.  Κάποιοι το ξέρουν πως έγιναν ήρωες μου, κάποιοι όχι.  Μια φορά την μέρα που θα έκανε πρεμιέρα στο Κρατικό ένα έργο μου με ήρωα τον Όγκι από τα Σκόπια, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο πραγματικός Όγκι.  Το είχε μάθει και με πήρε από τον Καναδά.   

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πολλοί.  Τόσοι πολλοί στις αρχαίες τραγωδίες, στον Σαίκσπηρ, η Εντα Γκάμπλερ, η Νόρα στο Κουκλόσπιτο, ο/η Ορλάντο της Γουλφ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξένα σπίτια.

Πώς βιοπορίζεστε;

Το Θέατρο είναι πιο αποδοτικό από την πεζογραφία.  Επίσης, διδάσκω. Έχω εργαστεί και στο Θέατρο σε θέσεις άλλες όχι μόνο ως καλλιτέχνης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν γνωρίζω καλά τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν το έχω σκεφτεί.  

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή

Ναι παρακολουθώ. Ζούσα στη Νέα Υόρκη χρόνια και με γοήτευε η εκεί πρωτοπορία. Θαυμάζω την Ανν Μπογκαρτ, τον Ταντάσι Σουζούκι, τον Πήτερ Μπρουκ. Μου αρέσει ο ανεξάρτητος κινηματογράφος.  Επίσης, μου αρέσει πολύ ο σύγχρονος χορός, γι’ αυτό και έχω συνεργαστεί επί σειρά ετών με τον Κωνσταντίνο Ρήγο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Oliver Sacks – Ο Άνθρωπος Που Μπέρδεψε την Γυναίκα του με Ένα Καπέλο.

Τι γράφετε τώρα;

Ένα θεατρικό με Υπερήρωες.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την! 

– «Τι ανεβάζετε αυτόν τον καιρό;» – Το Χέρι του Τιμ Κράουτς στο Θέατρο Του Νέου Κόσμου κάθε Δευτέρα και Τρίτη!

Στις φωτογραφίες σκηνές από τα έργα: Νάρκισσος, 3-1-0 μεταφορές, Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα, Η Νelly’s βγάζει βόλτα το σκύλο της και η αφίσα από Το χέρι του Τιμ Κράους

Σημ. Πανδοχείου: τηρήθηκε η γραφή της φιλοξενούμενης.

20
Φεβ.
12

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 526 (Φεβρουάριος 2012)

Όψεις της κρίσης. Ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφικός στοχασμός.

Η σημερινή κρίση φέρνει ξανά στην επικαιρότητα δύο κείμενα ελλήνων στοχαστών (που όλως τυχαίως διέπρεψαν στο εξωτερικό;) που επεσήμαναν έγκαιρα τις παθογένειες και τις αγκυλώσεις της νεοελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που επέβαλε τον παραγκωνισμό του φιλοσοφείν, που από τέχνη βίου που πραγματώνει την συνάφεια θεωρίας και πράξης αναγνωρίστηκε ως θεωρητική σπουδή ανίκανη να επέμβει πρακτικά επί του ιστορικού γίγνεσθαι κι έτσι, όταν η φιλοσοφική σκέψη αναμετριόταν καιρό τώρα με τις «ασθένειες» της νεοελληνική δημοκρατίας κανείς δεν διέθετε ευήκοα ώτα. Το κείμενο του Νίκου Ταγκούλη αφορά ακριβώς τον «νεωτερικό «μύθο» της κρίσης» στο παραπάνω πλαίσιο και εντός του ευρύτερου αφιερώματος του τεύχους.

Ο Κώστας Αξελός έθετε (Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας) ήδη στα τριάντα του τα ερωτήματα που θέτουμε σήμερα κατόπιν εορτής. Η σύγχρονη Ελλάδα τρέφεται με τη δυτική σκέψη αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις. Στην πραγματικότητα, η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελώς. Οι Νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν»…κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα – της σκέψης, της επιστήμης, της τεχνικής ή της τέχνης – δεν βλέπουν το φως της ημέρας. Στην έλλειψη δημιουργικής φαντασίας του νεοέλληνα έρχονται να προστεθούν οι αυταπάτες της αυτοσυνείδησης του έθνους, όπως ο ελληνοκεντρισμό που ουδέποτε πραγματώθηκε σε πολιτικό, πολιτισμικό ή αισθητικό επίπεδο. Η ελληνοκεντρική αντίληψη ήταν αυτή που επέτρεψε τον νεοέλληνα από την αυτοσυνειδησία. Δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει ένα νέο άνοιγμα στον κόσμο, παρά τον άφησε να επαναπαύεται στον μιμητισμό και στην προγονοπληξία.

Το δεύτερο κείμενο, που επίσης επανεκδόθηκε την χρονιά που μας πέρασε και μας θυμίζει ο μελετητής είναι Οι αιτίες παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας του Παναγιώτη Κονδύλη που εστίασε, μεταξύ άλλων, στην εξής αντίθεση: ενώ στην υπόλοιπη Δύση η εμφάνιση της αστικής κουλτούρας συνδέθηκε στη συλλογική συνείδηση ως το αντίπαλο δέος της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, στον ελλαδικό χώρο ετέθη στον αντίποδα της εργατικής τάξης. Η φερόμενη ως αστική τάξη δεν διέρρηξε στο ελάχιστο τους δεσμούς της με το φεουδαρχικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης και διατήρησε το πατριαρχικό σχήμα εξουσίας (σχέση πατέρα – γιου, πολιτικού – ψηφοφόρου, υπακοής – προστασίας), ενώ το κράτος διογκώθηκε με την είσοδο μιας μεγάλης μάζας υπαλλήλων χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, με σοβαρές επιπτώσεις στην λειτουργία της κρατικής μηχανής, που εφεξής προσκρούει στην αγραμματοσύνη, τη στενοκεφαλιά, την κουτοπονηριά και την συμπλεγματικότητα.

Ο Λευτέρης Καλοσπύρος αναζητά «τα πρόσωπα της νεοελληνικής παρακμής» και τα εντοπίζει μέσα σε τέσσερα λογοτεχνικά έργα (Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δ. Χατζή, Βιοτεχνία υαλικών του Μ. Κουμανταρέα, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά και Εις τον πάτον της εικόνας Μ. Δούκα) που συνθέτουν άτυπα ακριβώς μια μικρή ιστορία της νεοελληνικής παρακμής, ο Γιάννης Δούκας εστιάζει στους στίχους του Λευτέρη Πούλιου, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στην «ελληνική πεζογραφία μπροστά στην κρίση (τώρα και άλλοτε)» και οι Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ιωάννα Μπουραζοπούλου και Μάκης Καραγιάννης για την πώς βλέπουν την κρίση στο έργο τους.

Στα μηνιαία του Οξύτονα ο Αλέξης Ζήρας βλέπει στο πρόσωπο του Γ. Γραμματικάκη έναν από τους ελάχιστους ακαδημαϊκούς που δεν είναι περιχαρακωμένος στη φοβική ή στη συμφεροντολογική αυτάρκεια των εκατοντάδων συναδέλφων του αλλά διατυπώνει δημόσιο λόγο και υπογραμμίζει την ανάγκη να βγούμε από την αδράνεια, την αυτοκαταστροφική λογική και την απόδοση ευθυνών στο πολιτικό και μόνο σύστημα. Αντί η κρίση να φέρει στη χώρα την σοβαρότητα και την ευθύνη, έχει εκτραπεί σε μια περιδίνηση περί το μηδέν, σε μια αφόρητη φλυαρία με λίγο περιεχόμενο. Αρνούμαι στο εξής να ακούσω όσους επαγγέλλονται διαρκώς την «σωτηρία» μας. Με εξοργίζουν εκείνο που δήθεν υπερασπίζονται τα ιερά και όσια του τόπου – ή την εθνική κυριαρχία μας – ενώ είμαστε οι Έλληνες που τον παραδώσαμε στο μπετόν και την ασχήμια. Δεν με συγκινεί πια ο θρήνος των συνδικαλιστών και των λογής «εκπροσώπων»: την εξουσία τους υπερασπίζονται μόνο, για την δική τους βολή ενδιαφέρονται….

Ο Γιάννης Μπασκόζος, τέλος, μοιράζεται μια εκ βαθέων συζήτηση με τον Αλέξη Πανσέληνο, για το «πώς λίγες εκατοντάδες που ήρθαν από την εξορία κατάφεραν να υποτάξουν στην αντιδημοκρατική νοοτροπία τους τις γενιές που είχαν μεγαλώσει με το ροκ αλλά και με τον θαυμασμό στους αγώνες της αριστεράς» αλλά και για τις Σκοτεινές Επιγραφές του:  Η απώλεια της Χλόης, η αίσθηση του ανθρώπου που φεύγει από πλάι σου, που εν μέρει το αισθάνεσαι και σαν προδοσία, ξυπνάει μέσα σου και τις αναμνήσεις της σχέσης, μιας σχέσης που, όπως ξέρουμε, ποτέ δεν είναι η πλήρης κατάκτηση του άλλου. Πάντοτε ο άλλος είναι ένα σύμπαν που από ένα σημείο και μετά δεν κατακτιέται. Αυτή είναι και η βάσανος του έρωτα και η διαρκής προσπάθεια του έρωτα για την κατάκτηση του άλλου. Για άλλους τελειώνει με έναν συμβιβασμό και για άλλους παραμένει μια εσαεί αναζήτηση. Όλες οι σχέσεις είναι η προσπάθεια προσέγγισης δύο μοναχικών ανθρώπων, που παραμένουν μοναχικοί. Ακουμπάνε ο ένας τον άλλον, αγγίζουν σημεία, αλλά μένει ανέγγιχτος ο πυρήνας του καθενός. [120 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Κ. Αξελός, Π. Κονδύλης.

19
Φεβ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 52

Ptolemaic Terrascope [περιοδικό/fanzine]: μακριά από τα φώτα κάθε δημοσιότητας, αισθητηριακότατες εκλάμψεις μιας ψυχεδελικής αναβίωσης, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, με την ψυχή για πάντα χωμένη στα τέλη της δεκαετίας του ΄60.

18
Φεβ.
12

Γιώργος Μητάς – Ιστορίες του Χαλ

Οι αδιόρατες ουσίες της ζωής

H κυρία Ρότζερς είναι ταξιθέτρια της Κινηματογραφικής Λέσχης της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του Χαλ. Έχει από χρόνια χηρέψει κι απ’ το αναπότρεπτο χάσει και την καλύτερή της φίλη. Ο κύκλος της πλέον είναι οι επισκέπτες της λέσχης που σπεύδουν να «σωθούν» απ’ τα ψυχρά βόρεια απογεύματα και να μπουν στο σινεμά με την χαρακτηριστική μυρωδιά του κλειστού χώρου. Έχει μάθει να ζει ολομόναχη και να απολαμβάνει τις καθημερινές της χαρές: το ποδήλατο, τις βραδινές βόλτες στο σούπερ μάρκετ που μένει ως αργά ανοιχτό, την κουβέντα με τα κορίτσια πίσω από τις αριθμομηχανές, την πολυθρόνα δίπλα στην θερμάστρα, το διάβασμα. Οι αργές, περιεκτικές στιγμές της καθημερινότητας ενσταλάζουν την ουσία τους στην αργή, φιλοσοφημένη της ζωή – ακόμα κι ο εγκαταλειμμένος μικρός κήπος της αποτελεί μια όαση και κρατά ζωντανή μια υπόσχεση ζωής. Όταν η ευάλωτη υγεία της επιβαρύνεται μ’ ένα ατύχημα που την βρίσκει ακίνητη στο κρεβάτι της ν’ αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας, τής λείπει ακόμα και «ο ψίθυρος της βροχής και το νανούρισμα του νερού που σκέπαζε την πόλη». Ακόμα και η ησυχία, υποθέτω, σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι ανησυχητική.

Όμως είτε ξαπλωμένη στο κρεβάτι είτε βουλιαγμένη στην πολυθρόνα, η κυρία Ρότζερς παρατηρεί  τη ζωή της να ξεφτίζει, σε μια ηλικία που δεν αφήνει καθόλου χώρο στην ελπίδα να ριζώσει καλά. Αξίζει να συνεχιστεί η ζωή χωρίς τη λέσχη, τις δίκυκλες βόλτες, τις έστω και φευγαλέες συναντήσεις με γείτονες ή πιστούς του σινεμά; Η επιθυμία να καλέσει για τσάι τον νεαρό μοναχικό Ισπανό που από καιρό παρατηρεί να μπαίνει βιαστικός και πάντα μόνος στη σκοτεινή αίθουσα, τώρα πιο έντονη από ποτέ. Υπήρχαν ξαφνικές στιγμές έντονης χαράς – η πιθανότητας μιας τέτοιες περιπέτειας φαινόταν να ξυπνά μέσα της, ύστερα από πολύν καιρό, την προοπτική μιας χειροπιαστής ευτυχίας. Αυτή θα είναι η δική της «εκτροπή»: μια πρόσκληση σε φώτα ανοιχτά και θερμάστρα ζεστή, στον καναπέ που θα έμενε για χρόνια αχρησιμοποίητος περιμένοντας μάταια επισκέπτες. Τώρα το φτωχικό σαλόνι με την ξεθωριασμένη ταπετσαρία, τον παλιομοδίτικο καναπέ, τις γερασμένες κουρτίνες, το καταφύγιο – φυλακή τόσων χρόνων θα ξαναζήσει μια ξεχασμένη από χρόνια ενεργητικότητα. Και υπάρχει άραγε το μετά; Μένει μόνο η στιγμή και αποκρυσταλλώνεται σε όνειρο; Τι άλλο μπορεί να περιμένει κανείς;

Στη δεύτερη ιστορία ο αφηγητής με το προνόμιο του μοναχικού παρατηρητή βλέπει μια μικρή δραματική σκηνή στην αίθουσα εστίασης του πανεπιστημίου όπου βρίσκεται νεοφερμένος, μόλις τρεις βδομάδες στη Βόρεια Αγγλία. Ένας τυφλός φοιτητής με σκύλο – οδηγό χάνει τον προσανατολισμό του και δέχεται βοήθεια όχι με ντροπή αλλά με ανακούφιση. «Ντόναλντ και Τζόυ» απορροφούν πλέον το ενδιαφέρον και την προσοχή του αφηγητή και  τα κλειστά του ματιά μονοπωλούν το βλέμμα του χωρίς να το θέλει: Θα μπορούσε να είναι το κεφάλι ενός παιδιού, αν δεν υπήρχαν οι σβησμένες κόγχες των ματιών· οι κόγχες των ματιών που σαν δίδυμες ρουφήχτρες του Μάλεστρομ, έμοιαζαν να έχουν στραγγίξει από το πρόσωπο του Ντόναλντ την αθωότητα και τη γαλήνη που άρμοζαν στην ηλικία του.

Ο καθένας τους αγωνίζεται για την δική του προσαρμογή στην νέα του ζωή, ξένοι κι οι δυο στον νεανικό επίκεντρο μιας πόλης που γρήγορα κλείνει τις κουρτίνες πίσω απ’ τα φοιτητικά διαμερίσματα. Καθώς το ερωτικό συναίσθημα επιτρέπει στον Ντόναλντ να ονειρεύεται τα στοιχειώδη για την κοπέλα που επιθυμεί– ένα φιλί στη μέση της γέφυρας, έναν χορό στο κλαμπ, έναν εναγκαλισμό – δεν μπορεί παρά να απευθυνθεί στον νέο του φίλο για απαντήσεις: «Μπορείς να βεβαιωθείς για τα αισθήματα κάποιου χωρίς να δεις τα μάτια του»; Εκείνος απ’ την πλευρά του αναζητά «ένα κρυφό παράθυρο στον κόσμο» του Ντόναλντ ή ένα παράθυρο σε κρυφό κόσμο. Ο ένας αγγίζει με τα ακροδάχτυλα το πρόσωπό του άλλου (τώρα ξέρω πώς είσαι), ο άλλος πείθεται πως μπορείς με κλειστά μάτια να δεις μια καταιγίδα. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η επικοινωνία των τριών και μέχρι ποιο σημείο μπορεί ο Ντόναλντ να συνεχίσει να τον εκπλήσσει;

Ο συγγραφέας ζωγραφίζει ατμόσφαιρες και φωτογραφίζει σκηνικά, τόσο τοπογραφικά όσο και ψυχογραφικά. Οι χαρακτήρες του ζουν μόνοι και μοναχικοί αλλά γνωρίζουν πως η ζωή έχει κι άλλες ομορφιές που τους περιμένουν πίσω από τη στροφή ή έξω απ’ το παράθυρο. Αλλά τι υπάρχει έξω απ’ τα θολωμένα τζάμια; Ο χειμώνας του Γιόρκσαϊρ, που εξομοιώνει όλες σχεδόν τις ώρες της ημέρας κάτω από ένα θλιβερό ημίφως, ο παγωμένος βοριάς και μια βροχή μουλιάζει τους κατοίκους. Έρημοι δρόμοι, καπνίζουσες βιομηχανίες, καταθλιπτικοί όγκοι εργατικών μπλοκ, γειτονιές που σκόρπισαν όταν το πανεπιστήμιο αγόρασε όλα τα κοντινά σπίτια και ακίνητα. Μένει το σπάνιο γλυκό φως προτού η πόλη ξαναπάρει την καθημερινή παγερή της όψη και καλυφθεί από τον μολυβένιο ουρανό. Και με τέτοιο φόντο παίρνει σίγουρα άλλη όψη όταν βλέπεται με πόνο.

Η μουντή πολιτεία με το πρόσωπο στη βόρεια θάλασσα ακολουθεί την παρακμή των αλλοτινών βρετανικών βιομηχανικών πόλεων που αναγκάστηκαν να αφήσουν το παρελθόν τους για ένα αποβιομηχανοποιημένο παρόν. Ο ποταμός Χάμπερ που παγώνει με τα πλοία να μένουν κολλημένα σ’ ένα βρόμικο στρώμα πάγου, σαν σε υδατογραφία εποχής. Το τελευταίο επεισόδιο του αγγλοϊσλανδικού πολέμου για τον μπακαλιάρο την δεκαετία του ’70 αφάνισε την αλιευτική βιομηχανία της περιοχής ερήμωσε τις όχθες του ποταμού, ρήμαξε τα πολύβουα στέκια των ψαράδων και αφάνισε ολόκληρες γειτονιές. Κι όμως, στις σιωπηλές αποβάθρες πολλοί ισχυρίζονται πως ακούνε τις φωνές εκείνων που επέστρεψαν με κραυγές ενθουσιασμού ή εκείνων που χάθηκαν…

Κάπου εκεί κοντά βρίσκεται το τρίτο ιδιόρρυθμο δίδυμο της πόλης, στο 4 της Vermont Street, όπου ο Τούρκος φοιτητής Αζίζ νοικιάζει ένα δωμάτιο στο σπίτι του πενηντάχρονου ντόπιου Στηβ, στις παρυφές της φοιτητικής γειτονιάς. Και πάλι ένας ξένος καλείται να εγκλιματιστεί στις βορειοαγγλικές ομίχλες αλλά και «στη βαριά ατμόσφαιρα ενός αρχαίου λίβινγκ ρουμ, την ταγγή μυρωδιά από ξανατηγανισμένο λάδι, την αποφορά στοιβαγμένων άπλυτων ρούχων και την αόρατη βρόμα μιας υπέργηρης μοκέτας». Ο σπιτονοικοκύρης πολυτεχνίτης του Γιόρκσαϊρ καυχιέται δεκάδες επαγγέλματα και αμέτρητες ιστορίες, με χειμαρρώδη λόγο και αστείες μιμήσεις, χωρίς παραδόξως να έχει κάποιο τεκμήριο ή φωτογραφία από αυτές…

Το μόνο που κάνει ο μυστηριώδης Στηβ είναι να προσκαλεί τον Αζίζ σε μονομαχία με μπύρες και βελάκια στην παμπ της περιοχής. Και μπορεί η φωτισμένη της πρόσοψη να προβάλλει σαν αδύναμος φάρος μέσα στο σούρουπο αλλά δεν είναι ποτέ εκεί, όπως ισχυρίζεται. Καθώς ο Αζίζ αρχίζει διακρίνει νεκρά σημεία στο βλέμμα του συγκατοίκου του και μυστηριώδεις σιωπές, αποφασίζει να τον παρακολουθήσει στις κρυφές του διαδρομές στις παρόχθιες γειτονιές με τις βρόμικες βιτρίνες, τις έρημες παιδικές χαρές, τις ρημαγμένες προβλήτες με τους σκουριασμένους γερανούς και τα ασάλευτα πλοιάρια, ως την επίσκεψή του σε κάποιο σπίτι. Και τόσο εκεί όσο κι αργότερα, θα ακουστεί εκκωφαντικά η «άγρια τρομακτική του αλήθεια».

Καθεμιά από τις τρεις ιστορίες τιμάται με καλοσμίλευτη γλώσσα και με πλοκή που δεν βιάζεται και μοιάζει να έρχεται απ’ τα παλιά. Τα μικρά υπαινικτικά παραθέματα που τις προλογίζουν [Κάθρην Μάνσφηλντ, Μπερνάντο Σοάρες, Ε.Α. Πόε] εστιάζουν ακριβώς σε αδιόρατες ουσίες μιας ζωής που δεν είναι μόνο όσα ζούμε αλλά και όσα αισθανόμαστε και περιμένουμε να αισθανθούμε.

Ο Γιώργος Μητάς (γεν. 1966) έχει εργαστεί στον τομέα της βιολογικής ωεκανογραφίας και στην φαρμακευτική βιομηχανία (διεθνείς κλινικές μελέτες), έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με εναλλακτικές θεραπείες, δοκιμάζει την λατρεία του στην μαύρη μουσική (soul και jazz) ως ακροατής και dj και, βέβαια, έχει περάσει ένα φεγγάρι από το Χαλ, την πόλη που εδώ περιγράφει από και με πρώτο χέρι.

Εκδ. Κίχλη, 2011, σελ. 140, με σχέδια του Χρήστου Μητά.

Δημοσίευση και σε mic.gr, με τίτλο Loneliness – Hull 0-3, τίτλο  – μακρινό νεύμα, όπως κάποιοι θα κατάλαβαν, στους συντοπίτες Housemartins [θυμάστε την τεσσάρα του δικού τους δισκότιτλου;] και Beautiful South, που ακούγονται κάποια στιγμή ανάμεσα στις λέξεις. Τότε το Hull είχε προκριθεί με 4-0 του Λονδίνου. Χρόνια μετά παίζει στον επόμενο γύρο, με δυσκολότερο αντίπαλο: τον εαυτό του. Μπορεί να έγραψα λανθασμένα το σκορ και τελικά νικητής να είναι η μοναξιά. Αλλά τι σημασία έχει; Τουλάχιστο ο αγώνας έγινε…

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

17
Φεβ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 80. Δημήτρης Στεφανάκης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Φρούτα Εποχής το 2000 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Οι τεχνητοί τρόποι διαφυγής του σύγχρονου ανθρώπου με φόντο τον θρίαμβο του φωτός και της Μεσογείου. Όταν η Μύκονος γίνεται λογοτεχνικός προορισμός.

Λέγε με Καΐρα. Η νοσταλγία της χαμένης Ελλάδας του ΄50 και του ΄60 θέτει αναπάντητα πολιτικά ερωτήματα και όχι μόνο.

Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία: Αθηναϊκό μυθιστόρημα. Ένας κύκλος αίματος και παρανοήσεων για ένα κόσμο που αρνείται επίμονα ν’ αλλάξει.

Μέρες Αλεξάνδρειας: Η τοιχογραφία του εικοστού αιώνα. Η πόλη του Καβάφη καλειδοσκόπιο του κοσμοπολιτισμού στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Το βιβλίο που με σύστησε στο ευρωπαϊκό κοινό και που μου χάρισε εσχάτως δύο διεθνή βραβεία, το Prix Méditerranée Etranger και το βραβείο Καβάφη.

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι. Επιστροφή στη Μύκονο με κεντρικό ήρωα τον Καμύ.

Θα πολεμάς με τους Θεούς. Ένα κοντινό μυθιστορηματικό πλάνο στον Λεωνίδα, τον πρώτο ήρωα της Ιστορίας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στον υπολογιστή μου. Είμαι δύσπιστος σ’ αυτό που γράφει το χέρι. Αφήνω που ο γραφικός μου χαρακτήρας γίνεται όλο και πιο δυσανάγνωστος ακόμα και από μένα τον ίδιο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η διαδικασία είναι περίπου ίδια κάθε φορά. Θα σας πω μόνο ότι το τελικό στάδιο της συγγραφής του μυθιστορήματος αποδεικνύεται πάντα το πιο εύκολο απ’ όλα.

Η μουσική που επιλέγω εξαρτάται συνήθως από το θέμα. Προτιμώ πάντως κλασική μουσική ή όπερα.

Οι προτιμήσεις μου; Μικρές δημιουργίες για πιάνο: Σονάτες, πρελούδια, αυτοσχεδιασμοί. Σούμπερτ, Μπετόβεν, Σοπέν, Ντεμπυσύ αλλά και Μπαχ και Μότσαρτ ή Ραχμάνινοφ.

Άριες από τις όπερες του Πουτσίνι.

Πιανίστες της τζαζ όπως ο Μπιλ Έβανς, ο Κηθ Τζάρετ

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Κάποιες φορές ναι. Κατά κανόνα πάντως γράφω στο σπίτι.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Το έχω κάνει ήδη κι εννοώ το Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι με ήρωα τον Καμύ.

Αν το έκανα ξανά θα σκεφτόμουν τον Ντοστογιέφσκι.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ντοστογιέφσκι, Τολστόι Μπαλζάκ, Προυστ, Τζόυς, Βιρτζίνια Γουλφ, Μούζιλ, Κάφκα, Καμύ,

Σωλ Μπέλοου, Τζον Μπάνβιλ, Χαβιέρ Μαρίας, Κλαούντιο Μάγκρις από τους σύγχρονους.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αδελφοί Καραμαζόφ, Ο Ξανακερδισμένος χρόνος, Άννα Καρένινα, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, Ο ξένος, Η Θάλασσα, Το πρόσωπό σου αύριο, Μικρόκοσμοι…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχοφ, του Κάφκα, του Τζόυς και του Χεμινγουέη

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πιστεύω σε δυο τρεις νέους λογοτέχνες μας.  Περιμένω απλώς τη συνέχεια.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μερσώ, ο Ντιμίτρι Καραμάζοφ και η Άννα Καρένινα

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω το Εντευκτήριο  για την διαχρονικότητά του,  το Book’s Journal για το στυλ του και την Κλεψύδρα γιατί συμμετέχω κι εγώ στην προσπάθεια. Επίσης την Οδό Πανός. Όμως τα καλά λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα είναι πολλά.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προσπαθώ να μεταφέρω το πρωτότυπο στο δικό μας γλωσσικό περιβάλλον χωρίς να «τραυματίσω» τα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλευε ανέκαθεν ο Φόρστερ γιατί συνήθως χρησιμοποιεί τις λέξεις με την τέταρτη ή πέμπτη σημασία τους. Με έθελξε ο Μπέλοου και ο Απντάικ αλλά και ο ιστορικός Τομ Χόλλαντ με τα άρτια Αγγλικά του.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ο Χέρτσογκ  του Μπέλλοου είναι πραγματικό αριστούργημα. Γερτρούδη και Κλαύδιος του Απντάικ είναι μια ανατροπή της σαιξπηρικής ματιάς, γραμμένο από ένα μεγάλο μαιτρ της λογοτεχνίας. Η Κάρμεν τουΜεριμέ αλλά και η Περσική φωτιά του Τομ Χόλλαντ αξίζει να διαβαστούν, όπως και το Καφέ με τον Πλάτωνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα πω μόνο πως η μετάφραση είναι πραγματικό σχολειό για τον λογοτέχνη. Για αυτό και μόνο νομίζω πως αξίζει να καταπιαστεί με αυτή κάθε επίδοξος συγγραφέας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Εργάζομαι πολύ, συνδυάζοντας τα ενδιαφέροντά μου με την εργασία και την εξέλιξή μου. Θα επαναλάβω αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν: «Η λογοτεχνία είναι μόχθος». Η μουσική που επιλέγω είναι αυτή που ήδη προανέφερα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα μ’ ενδιέφερε να μεταφράσω την σύγχρονη αγγλόφωνη λογοτεχνία στις καλύτερες στιγμές της (Μπάνβιλ, Μπαρνς, Μακ Γιούαν, Έιμις) και κάποιους κλασικούς γάλλους συγγραφείς.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν είναι εύκολο να ανατραπεί η εκδοτική και αναγνωστική νοοτροπία δεκαετιών. Είναι σίγουρα άδικο να περιθωριοποιείται ο μεταφραστής, αλλά αυτό γίνεται κατά κόρον στην Ελλάδα και δεν βλέπω πώς μπορεί ν’ αλλάξει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Ο καλός επιμελητής είναι αναντικατάστατος. Η ποιότητα της συνεργασίας εξαρτάται από την ποιότητα συγγραφέα και επιμελητή και βέβαια από την καλή πρόθεση αμφοτέρων.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Οι ήρωες των καλών βιβλίων πάντα μας ακολουθούν είτε τα γράφουμε εμείς είτε τα μεταφράζουμε.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τα βιβλία μου.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω πολλά πράγματα μαζί. Γράφω και ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα για το σκοτεινό πρόσωπο του κοσμοπολιτισμού.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Με ενθουσίασε η ιδέα του the Artist.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο διευκολύνει, υπό όρους,  την μετάδοση της γνώσης και υποκαθιστά ένα μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας. «Μέτρον άριστον» όπως σε όλα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ταυτίζω την αιώνια νιότη με την αιώνια πλήξη. Προτιμώ να κρατήσω την εμπειρία του χρόνου που περνά και τις άλλες μου ιδιότητες.

16
Φεβ.
12

Διαμαντής Αξιώτης – Λάθος λύκο

Η κόλαση είναι οι πάντες και τα πάντα

Όσο μπορείς και λες «Να το χειρότερο», δεν έχεις ζήσει ακόμα το χειρότερο (σ. 49).

Και η σειρά των χειρότερων για τον κεντρικό χαρακτήρα δεν σταματά πουθενά. Ανεπιθύμητο τέκνο της μεγαλοαστικής του οικογένειας, με τα σημάδια του διαφορετικού και το στίγμα του διαταραγμένου, ο τριαντάρης Στέφανος ζει μια μοναχική, ανέσπερη ζωή, άδεια από αγάπη και βεβαρημένη με φόβο, φαντασιακά παραληρήματα, μεσσιανικές παραισθήσεις, συγκεχυμένες απόψεις για το πνεύμα του κακού και φροϋδικά υπολειπόμενα. Η καταστροφική επίδραση της οικογένειας (μέσα από τους μηχανισμούς της ενοχής, της βαρύνουσας κοινωνικής εικόνας και της τιμωρίας, ιδίως του ερωτισμού) είναι καθολική· η απουσία της γονεϊκής αγάπης δεν υποκαθίσταται ούτε από την τρυφερή προσέγγιση της άκληρης θείας του, η επιθυμία της οποίας να τον υιοθετήσει αποτελεί το ηλεκτρισμένο μυστικό ανάμεσα στις δυο αδελφές. Μέσα του βλασταίνει η επιθυμία της εκδίκησης και της κάθαρσης. Η κόλαση είναι οι άλλοι, κι έχουν όλοι τη μορφή λύκου.

Η στάση των οικείων του, κυμαινόμενη ανάμεσα στο υπερφίαλο και το άβουλο, το επιθετικό και το ηττοπαθές θυμίζει την αντίστοιχη οικογενειακή τοιχογραφία στις Πλωτές Γυναίκες (παλαιότερου μυθιστορήματος του συγγραφέα). Στο σπίτι ούτως ή άλλως ο Στέφανος υπήρξε πάντα «διαφορετικός»: Επειδή κάποτε μιλούσε πολύ, τον θεωρούσαν παράξενο, κι ούτε σταμάτησαν να τον θεωρούν τώρα που πια δεν μιλάει καθόλου. Ο τρόμος μην μαθευτεί η προϊστορία του ανεπιθύμητου βλαστού δεν είναι ανάλογος και στις περιπτώσεις των εξώγαμων σχέσεων του δεσπότη – δυνάστη της οικογένειας. Χαρακτηριστική η περιγραφή της μητέρας του Ευγενίας μπροστά στο αναπόδραστο ξέσπασμά του: Το βλέμμα της είναι σαν βλέμμα βαριά άρρωστου που υποπτεύεται την αλήθεια και σε κοιτά επί ώρες χωρίς να μιλά. Σε εκλιπαρεί με ένα πελώριο ερωτηματικό λες και απαιτεί να μάθει, και συνάμα ελπίζει να μη μιλήσεις αν πρόκειται να επιβεβαιώσεις τους φόβους του.

Η επαρχιακή του πόλη έχει μετατραπεί σε τόπο εχθρικό, που στέκεται και κυριολεκτικά απέναντί του, καθώς την κοιτάζει από απόσταση το βράδυ που φεύγει ο αιώνας. Τι νόημα έχει το εορταζόμενο τέλος του κόσμου όταν το δικό σου τέλος είναι πιο εκκωφαντικό; Κάθε προστασία της υπήρξε προσωρινή, σαν εκείνη που του παρέχουν τα υπόστεγα και οι τέντες των καταστημάτων στις συνεχείς βροχές της. Όταν και οι τελευταίοι φίλοι αποχωρούν και η τέχνη αδυνατεί να απορροφήσει το αποπνικτικό δυναμικό οργής, η καταφυγή στην θρησκευτική και ναρκοληπτική παραμυθία προβάλλει για άλλη μια φορά ως μοναδική διέξοδος. Κι αν σ’ αυτή τη «βαλτωμένη σκατούπολη» η αυτοκτονία αναβάλλεται επ’ αόριστον, όπως λένε με την επικάλυψη του αστείου μερικοί νέοι, τότε κάποιοι πρέπει να πληρώσουν. Η αναζήτηση ενός πατέρα (πνευματικού και βιολογικού) αλλά και ενός εκδικητικού πρότυπου τον οδηγεί στη αφοσίωση σε θρησκευτικούς και κοσμικούς θαυματοποιούς: ο ερημίτης μοναχός και ο ταχυδακτυλουργός με τον νάνο του υπόσχονται εμμέσως πλην σαφώς μια διαφορετική αναδιάταξη του κόσμου έστω δια της μεταφυσικής και την νομιμοποιούμενη έκλυση της δολοφονικής του μανίας.

Ο Αξιώτης παραμένει πιστός στην πολύτροπη γραφή του: πολλαπλασιάζει τις χωροχρονικές γωνίες, αφήνει τις διαφορετικές φωνές των πρωταγωνιστών να ακουστούν (ακόμα και των ψυχρών επιστημόνων ή των νυσταλέων αρχών) και περιγράφει ακόμα και τις πιο μελανές όψεις μιας σκληρής πραγματικότητας με ελεγχόμενο ρεαλισμό και διάχυτη ποιητικότητα. Η λογοτεχνική ανατομία της φρενοβλάβειας που επιχειρεί δεν είναι μονοκόμματη ή απλουστευτική. Η φύση του κακού δεν πιστώνεται σε ατομική σπορά αλλά ανιχνεύεται μέσα στα οικογενειακά, κοινωνικά και τοπογραφικά περιβάλλοντα. Ούτως ή άλλως, σε μια κοινωνία που άκαμπτη και απόλυτη έχει προδιαγράψει ήδη τις δυνατότητες και τα όρια των μελών της, η παραμικρή κίνηση της στρόφιγγας πέρα από την επιτρεπόμενη θέση θεωρείται (και διανοητική) παράβαση και προκαλεί ανεπιθύμητες πλημμύρες.

Αποτελεί όμως ο Στέφανος μια ιδιάζουσα, σπάνια περίπτωση διαταραγμένου ψυχισμού ή μήπως εκπροσωπεί ένα σύγχρονο, διαδεδομένο παράδειγμα, ένα νέο «ανθρώπινο κανόνα»; Πόσοι άνθρωποι σήμερα δεν είναι μοναχικοί, ανασφαλείς, με αίσθηση κατωτερότητας, χωρίς συντροφιά, φιλία και έρωτα, με αγεφύρωτες έως δραματικές οικογενειακές σχέσεις, με μια διαρκώς αυξανόμενη αρνητική διάθεση απέναντι στον κόσμο, απέναντι στα πάντα; Μόνο εκείνος περιστοιχίζεται από πληθώρα εγγυήσεων που υπόσχονται την ελεύθερη εκδήλωση της κοινής σε όλους μας πλην λανθάνουσας σχιζοφρένειας; Μόνο το δικό του περιβάλλον είναι το ιδανικό για την ενεργοποίησή της. Ακόμα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις της αναρωτιέται κανείς ποιος δικαιούται τον τίτλο του λογικού και του σώφρονος.

Κάποια στιγμή ο Στέφανος φαντασιώνεται να μεταμορφωθεί σε θαλάσσιο χτένι βυθισμένο στην άμμο, σε στρείδι κολλημένο στη σχισμή κάποιου βράχου. Να κλειστεί μέσα σε σπίτι – κέλυφος, να μείνει εκεί για πάντα, φερέοικος, μακριά από φίλους και συγγενείς. Στο τέλος θα βρει μεν την πολυπόθητη απομόνωσή του, αλλά στην πιο ανελέητη μορφή της, στις πιο σκληρές συνθήκες εγκλεισμού σε θαλάμους πέραν πάσης αποδράσεως. Δεν τον βοήθησε κανείς: ο ιερέας του είχε ξεκαθαρίσει πως «μολονότι εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια υποσχόμαστε τον Παράδεισο, δεν κάναμε το λάθος να τον δείξουμε», ενώ από τις ιστορίες που ήξερε καμιά δεν ήταν όμορφη ή ελκυστική. Και πώς να πορευτεί κανείς χωρίς ούτε μια όμορφη ιστορία;

Αποσπάσματα του μυθιστορήματος δημοσιεύτηκαν σε πρώτη μορφή στα περιοδικά Εντευκτήριο και Εξώπολις.

Εκδ. Κέδρος 2010, σελ. 301.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 95 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011). Οι φωτογραφίες είναι του συγγραφέα.

15
Φεβ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 106

Τομ Ρόμπινς, Τρυποκάρυδος. Μια απίθανη ιστορία αγάπης, εκδ. Αίολος, 1998, μτφ. Ντίνος Γαρουφαλιάς, σ. 96 – 97 [Tom Robbins, Still Life with Woodpecker, 1980].

Όσο πιο καλή είναι μια ιδέα τόσο πιο ευμετάβλητη είναι. Αυτό συμβαίνει επειδή μόνο οι καλύτερες ιδέες γίνονται δόγματα και το κακό της όλης υπόθεσης είναι ότι ακριβώς μια φρέσκια, ζωντανή, ανθρώπινη, χρήσιμη ιδέα μετατρέπεται σε δογματικό ρομπότ. Από την άποψη της απελευθέρωσης επικίνδυνων ενδιάμεσων ξενιστών, η μετατροπή των ιδεών σε δόγματα ισοφαρίζει τη μετατροπή του υδρογόνου σε ήλιον, του ουρανίου σε μολύβι και της αθωότητας σε διαφθορά. Κι είναι σχεδόν εξίσου ευμετάβλητη. […] Οι ιδέες γίνονται απ’ τους δασκάλους, τα δόγματα απ’ τους μαθητές και ο Βούδας πάντα σκοτώνεται στο δρόμο.

Υπάρχει μια ιδιαίτερα απεχθής και απελπιστικά κοινή ασθένεια που λέγεται παρωπιδισμός και που προκαλεί τόσα κακά που θα ’πρεπε να βρίσκεται πάνω πάνω στον κατάλογο ασθενειών του Διεθνούς Οργανισμού Υγείας. Ο παρωπιδισμός είναι μια ασθένεια όπου η αντίληψη περιορίζεται από την άγνοια και διαστρεβλώνεται από τα συμφέροντα. Προκαλείται από ένα μύκητα του οπτικού, που πολλαπλασιάζεται όταν ο εγκέφαλος είναι λιγότερο δραστήριος απ’ τον εγωισμό. Παρουσιάζει επιπλοκές όταν εκτίθεται στην πολιτική. Όταν μια καλή ιδέα υποχρεώνεται να περάσει μες απ’ τα φίλτρα και τα κομπρεσέρ ενός κοινού παρωπιδισμού, όχι μόνο βγαίνει σε μειωμένη κλίμακα και αξία, αλλά η καινούργια δογματική της υπόσταση φέρνει το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα από εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε.

Γι’ αυτό ακριβώς οι ιδέες αγάπης του Ιησού Χριστού γίναν τα απαίσια κλισέ του Χριστιανισμού. Γι’ αυτό ακριβώς ουσιαστικά όλες οι επαναστάσεις της Ιστορίας έχουν αποτύχει: οι καταπιεσμένοι, μόλις πάρουν στα χέρια τους την εξουσία, γίνονται καταπιεστές και καταφεύγουν σε ολοκληρωτικές μεθόδους για να προστατέψουν την επανάσταση. Γι’ αυτό ακριβώς οι μειονότητες που ζητούν την κατάργηση των προκαταλήψεων πέφτουν στην αδιαλλαξία, οι μειονότητες που ζητούν την ειρήνη πέφτουν στην ένοπλη στράτευση…

14
Φεβ.
12

Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός

Το δικό μου ελληνόφωνο ροκ

[Κείμενο για το συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr στο ελληνόφωνο ροκ, Μάρτιος 2005].

Πουλάμε σώμα και ψυχή / δώστε μας λίγη προσοχή
στα υπόγεια μαύροι ποντικοί / λουφάζουνε δύο δύο
Παίρνουμε σβάρνα τους γιατρούς / αδύνατοι μπροστά στους δυνατούς
και συναντάμε ξέμπαρκους θεούς / που χάσανε το πλοίο

Αυτά τα αφιερώματα του Mic είναι βάσανο ψυχής. Δεν αντέχω τέτοιο άλεσμα μνήμης, καθιερώνω την αυτόματη ημερολογιακή γραφή. Ό, τι προλάβει και βγει στο χαρτί έχει κάποιο λόγο γι αυτό. Ό, τι μείνει πίσω, έχει μια ακόμα ευκαιρία, στις διηγήσεις στα εγγόνια μου.

Πρόλαβα λοιπόν τα παραπάνω λόγια του Παύλου, σε μια στιγμή που θα πάρω μέχρι τον τάφο μου. Ήταν από τις δύο φορές που τον είδα ζωντανά – και τις δύο ήταν νηφάλιος, στη δεύτερη μάλιστα, κυριακάτικο πρωί σε κινηματογράφο έκατσε κάτω απέναντι στο κοινό και συζητούσε, ώρες…. Τη δεύτερη φορά ήταν βαμμένα τα μάτια του, μα εξακολουθούσε να ζητάει πνοή, στέγη και τροφή, μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο. Από τότε ήξερα πως θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου να απολαμβάνω το ροκ του γούστου μου με ελληνική γραφή αλλά και συναρπαστική μουσική. Γιατί τα μπλουζ του πρίγκιπα δεν μπορούσα να τα κατεβάσω με τίποτα. Όταν εκείνος τραγουδούσε όμως εγώ θα σου μετρώ της πόλης το σφυγμό μ’ αγκαλιές / θα σου χαϊδεύω το μυαλό με χίλιες και μια νύχτες γλυκές ήθελα μουσική να με στέλνει στα ηλύσια πεδία ή στο τρίτο βάθρο της κόλασης, όχι σε δωδεκάμετρα μπλουζίσματα.

Ίσως γι αυτό και με ταρακούνησαν οι Metro Decay κάπου εκεί κοντά. Σ’ ένα γήπεδο μπάσκετ, φθινόπωρο του 82, τότε που πήγα να δω το νέο αίμα : τον Βερνάρδο των New Order να μας σημαδεύει με την μελλόντικά του – ο παραδιπλανός μου την έφαγε στο κεφάλι – κι έναν ανεξέλεγκτο Cave να δημιουργεί μέγιστη σύγχυση στο κοινό. Πιο πριν είχαν ανοίξει οι MD κι εγώ είχα σαστίσει, επειδή έπαιζαν το new wave που ήθελα, αλλά με προσλαμβάνουσες της ελληνικής μου ζωής. Ήταν απρόσμενη αίσθηση, να μη χρειάζεται να ψάξεις ένα γκρουπάκι από το Σέφιλντ να σου μιλήσει για τους βρεγμένους σου δρόμους. Δε με χωρούσε ο τόπος εκείνες τις δύο μέρες (το φεστιβάλ ήταν τριήμερο αλλά δεν ενδιαφέρθηκα για τους Fall), λούφαζα στις γωνίες, δίπλα στα σκοτεινά παράθυρα των πάνω διαζωμάτων, εκεί όπου χαμουρεύονταν τα πανκιά. Σε κάποιες άλλες γειτονιές παραδίπλα η Creep ήδη φτιαχνόταν.

Μετά είχα την τύχη να ζήσω προς το τέλος τη σκηνή της Σοφίτας κι ολόκληρο τον Πήγασο. Χαιρόμασταν το μεγάλωμα και ωρίμασμα μιας σειράς συγκροτημάτων, κάναμε τα στραβά μάτια στις ατέλειες και τις κακοτεχνίες – και ποιοι ήμασταν εμείς να τα κρίνουμε αυτά;. Bright Shoe, Rebound, Madd, κι ακόμα θυμάμαι πόσο χαίρονταν (οι ξεμέθυστοι) στα ελληνόφωνα ακούσματα. Μου φαινόταν βουνό όλο αυτό το μανίκι που τραβούσαν οι συνομίληκοι πιτσιρικάδες: να ψάχνεις να δανειστείς όργανα, να ζωγραφίζεις – φωτοτυπείς – κολλάς ο ίδιος την μικρή σου αφίσα, να προσπαθείς να συνεννοηθείς με τον άσχετο μαγαζάτορα, να έχεις το νου σου μην αρχίσουν τα μπουνίδια στο αψύ κοινό, να ποθείς να ξεπεράσεις τα διψήφια εισιτήρια, να αναρωτιέσαι γιατί πάλι τα μηχανήματα σε κάνουν ν’ ακούγεσαι σαν να παίζεις σε ψυγείο (ψυγείο).

Η σκηνή του πανκ είχε ήδη ανάψει σε απανταχού αυτοσχέδια λάϊβ που σου άφηναν αίσθηση περαιτέρω δίψας. Οκ, οι στίχοι ήταν πρόχειροι και ήξερα ότι μετά από λίγα χρόνια θα ακούγονταν αβάσταχτα απλοϊκοί. Μα η μουσική της πεντάδας Stress, Αδιέξοδο, Γενιά του Χάους, Panx Romana, Ex Humans έστελνε στον αγύριστο πλείστα πανκόγκρουπα του κόσμου. Το μελωδικό πανκ της Διατάραξης Κοινής Ησυχίας και της Ανώφελης Επιβίωσης αποτελεί ακόμα και σήμερα ιδανική εισαγωγή στο είδος για οποιονδήποτε εκκολαπτόμενο πανκ ρόκερ.

Το τρένο με τις κούκλες των ενοχών / και των αραχνιασμένων παραμυθιών / το λένε Happy-End-Express για καμουφλάζ / Σαμποτάζ! Θα του κάνουμε σαμποτάζ!

Σ’ ένα δισκάδικο κόλλησα στους τίτλους του Σαμποτάζ. Τίτλοι που θα ταίριαζαν σε ηλεκτρονικά κομμάτια, που, παραδόξως, δεν είχε ακόμα δημιουργήσει η μεγάλη σαμποτέρ. Συν το Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα, που, επίσης παραδόξως, δεν είχε γραπώσει κάνενα ροκ σχήμα μέχρι τότε. Για μένα το ομώνυμο παραμένει κορυφαίο τέκνο συνουσίας «ελληνικού τραγουδιού» και «ελληνικού ροκ». Κι αν αντί για το τραίνο εκτροχιαστούμε εμείς, ας πούμε πως ακόμα για μας είναι νωρίς, ίσως να’ ρθουν άλλα παιδιά….

Έφυγα από την Αθήνα με γερές αποσκευές, αν και τα αγγλόφωνα γκρουπάκια είχαν εξελιχθεί πολύ καλύτερα (ίσως σε κάποιο αφιέρωμα, κάπου αλλού). Αλλά ως φανς δεν καθόμασταν να μιζεριάσουμε «γιατί τόσοι πολλοί στο ένα και τόσοι λίγοι στο άλλο». Όταν όμως έβγαινε ένα διαμάντι από το εκείνο το «άλλο», παίρναμε θάρρος. Ακόμα θυμάμαι ένα από τα κινηματογραφικότερα κομμάτια της Λευκή Συμφωνίας, από το δεύτερό τους : Ποτέ δεν ξεπέρασαν το Φεγγάρι Που Αιμορραγεί. Πρόλαβα μόνο ως ακροατής τις εξαιρετικές κασετοκυκλοφορίες της Lazy Dog και της σκηνής των Ιωαννίνων, που μου στέρησαν οποιαδήποτε απαίτηση για σπιτική, έξυπνη και προσωπική δημιουργία.

Το όνειρο που σ’ έφερε μια μέρα ως εδώ / Σήμερα καίγεται, σκουριάζει και σε διώχνει / Μια σε κρατάει στη γη, μια σε ξερνάει στον ουρανό / Το ίδιο όνειρο σε τρώει και σε γλιτώνει…

Στη νέα πόλη βέβαια υπήρχαν οι Τρύπες. Υποθέτω είμαι ο τελευταίος στον κόσμο που αντιστάθηκα γερά στη μουσική τους. Ίσως γι’ αυτό τότε ο Αγγελάκας μου έκανε την τιμή να μου δώσει να παρουσιάσω στις εκπομπές μου το νέο του δίσκο. Ήξερε ότι δε θα του πω λέξη αν δεν το αφήσω να ωριμάσει γερά μέσα μου, περίμενε μήνες για να ακούσει γνώμη. Γνωρίζοντας προσωπικά και εκτιμώντας βαθέως τους δυο εξ αυτών (ο δεύτερος είναι ο Μπάμπης Παπαδόπουλος), θεωρούσα πως τέτοιες ιδιοσυγκρασίες πρέπει να βγάλουν το κορυφαίο των κορυφαίων. Φυσικά δε με διέψευσαν: στο Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι έδωσαν μερικά από τα ωριμότερα κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ στο είδος. Υπάρχει μια κλασική ερώτηση που κάνουν κατά καιρούς διάφορα έντυπα στα ευσύνοπτα πλην αποκαλυπτικά για τον συνεντευξιαζόμενο ερωτηματολόγια. Τι θα ακούγεται όταν σε θάβουν; Σημειώστε παρακαλώ για μένα, απερίφραστα, την Καινούργια Ζάλη (τους).

Το 1987 γνωρίζω τον Μπάμπη Αργυρίου (Rollin Under, Mic.gr). Ανταλλάζαμε κασέτες (εγώ άδειες κι αυτός γεμάτες) σε χαμαιτυπεία και ακόμα εκκρεμεί πρόταση μονομαχίας, επειδή μου έφαγε μέσα από τα χέρια αφιέρωμα στην Εlizabeth των Cocteau Twins. Του ζήτησα να φάει τον κόσμο και να βρει ένα δωδεκάϊντσο που τιτλοφορούνταν Το Φως και Η Σκιά του. Ήταν 3 μέλη των Last Drive [πρότζεκτ του κιθαρίστα Γιώργου – χαιρετισμός] κι ένας ξένος (;). Τέτοια ψυχεδελική αποθέωση μ’ έκανε να κοιτάζω αφ’ υψηλού κάθε αντίστοιχη αλλοδαπή προσπάθεια. Το υπερψυχεδελέστατο Λέμμινγκς, το έμοιαζε να βγαίνει, κρυμμένο για χρόνια, μέσα από τις σπηλιές των παιδιών των λουλουδιών.

Μήπως ξέρεις κανένα μέρος που να φοβάμαι λιγότερο;

Στο Ράδιο Κιβωτός προσπάθησα να μην αφήσω άπαιχτο οποιοδήποτε σχήμα παιδευόταν με το ελληνικό αλφάβητο. Εκεί κατάλαβα πως εντελώς ιδιαίτερα σχήματα όπως οι Χωρίς Περιδέραιο, οι Ήταν Είναι και Θα Είναι και οι Εν Πλω αποτελούσαν και για άλλους εντελώς μοναδικές περιπτώσεις. Για τους πρώτους νομίζω αρκεί η απίστευτη αίγλη που χαίρουν μέχρι και σήμερα σ’ όσους ήταν στη φάση από τότε. Για τους δεύτερους εκφράστηκα σε ένα μεγάλο κομμάτι συνoδευμόμενο με συνομιλία μαζί τους που περιλήφθηκε στο μοναδικό τους τότε δίσκο, μ’ όλα τα χρώματα στην τσέπη. Για τους Εν Πλω ελπίζω να γραφτούν εδώ από τους υπόλοιπους. Αν πω ότι έπαιξαν το shoegazing πριν παιχτεί αλλού, θα φαίνεται πως τους περιορίζω. Αν πω ότι ένωσαν μοναδικά παλιό και σύγχρονο ροκ, θα φαίνεται πως τους κλισαρίζω.

Για τους Στέρεο Νόβα έχουν γραφτεί τόσα που περιττεύει, ευτυχώς, η οποιαδήποτε λεκτική έκφραση. Απλά υποστηρίζω ακόμη πως, στο δικό μου αισθητήριο, η ελληνική γλώσσα μου ταιριάζει περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη σ’ αυτό το είδος μουσικής. Και τότε και τώρα. Παρομοίως για την καλή μας Λένα, της οποίας επιλέγω τις ηλιομάσκες απλά και μόνο επειδή ακούω μέχρι και σήμερα. Κάθε δίσκος της αποτελεί εξαιρετική, μη συγκρίσιμη περίπτωση με οιονδήποτε άλλον της.

Και τώρα φίλοι μου είναι αργά, μια καληνύχτα στη μαμά, και λίγη στάχτη στα μαλλιά, καιρός να πούμε αντίο… Όπως ξεκινούσε ο Παύλος το Εν Κατακλείδι του, τελείωνα τις εκπομπές κατά το ξημέρωμα. Και δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να στενοχωριέμαι, που όλη η σοδειά ήταν μεγάλη στην ποιότητα και μικρή στην ποσότητα. Κατά τ’ άλλα εσείς που ‘σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς βοηθήστε μας και λίγο, δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή, μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο..

Η υποχρεωτική εντεκάδα. Αλφαβητικά, πάντα αλφαβητικά: Αγγελάκας Γιάννης – Καρράς Γιώργος – Ένα υπέροχο τίποτα / Εν Πλω – S/T / Εx Humans – Ανώφελη Επιβίωση / Lost Bodies – Ζωή / Metro Decay – Υπέρβαση / Πλάτωνος Λένα – Μάσκες ηλίου / Πλάτωνος Λένα / Γιαννάτου Σαββίνα / Παλαμίδας Γιάννης – Σαμποτάζ / Σιδηρόπουλος Παύλος και Σπυριδούλα – Φλου / Στέρεο Νόβα – S/T / Το Φως και η σκιά του – S/T (EP) / Tρύπες – Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το αχανές συλλογικό αφιέρωμα ξεκινάει από εδώ, και το τέλος κάθε σελίδας οδηγεί στην επόμενη. Το κείμενο γράφτηκε μια κι έξω – ας συγχωρεθούν υπερβολικές ή άγαρμπες εκφράσεις.

Το τρένο με τις κούκλες των ενοχών συνεχίζει να τρέχει ιλιγγιωδώς, το φεγγάρι δεν σταμάτησε να αιμορραγεί, η ζάλη δεν τελείωσε ποτέ. Και συνεχίζει να μας ορίζει ένας μαύρος κύκνος.

 Μελαγχόλησες τώρα και φεύγεις;

13
Φεβ.
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Η τρέλα του Πινοτσέτ

Αφήγηση: αντίσταση

Δεν έχω πρόθεση να χαθώ μέσα στις παλιές αμφιβολίες που τυράννησαν και οδήγησαν σε σκέψεις τους αρχαίους φιλοσόφους, ούτε να πειραματιστώ με άλλες αμφιβολίες που δεν είναι κατ’ ανάγκην οι καταλληλότερες για να βαδίσει κανείς στον μοναδικό δυνατό δρόμο, αυτόν της γραφής, αυτό το χαράκωμα όπου έφτασα όταν πια όλα τα άλλα είχαν γκρεμιστεί, και κατέληξα να σκεφτώ ότι δεν υπήρχε πια κανένας τόπος για αντίσταση. Από τον Γκιμαράες Ρόσα έμαθα πως «αφήγηση σημαίνει αντίσταση», και σ’ αυτό το χαράκωμα της γραφής αντιστάθηκα […] κατά της απάρνησης των αξιών που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης. [σ. 122]

O Σεπούλβεδα πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Πινοτσέτ κι αμέσως έσπευσε να τηλεφωνήσει στην σύντροφό του, ευχόμενος να μάθει πρώτα από εκείνον την είδηση που θα την χαροποιούσε αλλά και θα την γύριζε στην κόλαση της Βίγια Γκριμάλντι και στα νιάτα τους που κόπηκαν στα δυο. Από την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 και τα χρόνια του Πινοτσέτ, της χιλιανής Δεξιάς, του Κίσιντζερ, των βασανισμών, των εξαφανίσεων και του Κακού μεσολάβησε ένας μακρύς, ατέλειωτος αγώνας, που δεν άφησε την δικτατορία σε χλωρό κλαρί. Η Αντίσταση επί δεκαεπτά χρόνια υπενθύμιζε στο δικτάτορα πως είχε να αντιμετωπίσει μια αξιοπρέπεια εμπνευσμένη από τον Κόμη Μόντε Κρίστο και τα λόγια του «Δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ».

Γράφω γιατί αναγνωρίζω στη γλώσσα μου τη μοναδική δυνατή πατρίδα, αφού η επικράτειά της δε γνωρίζει όρια και ο σφυγμός της είναι μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ο άγγλος ασθενής

Ο Πινοτσέτ συνελήφθη στο Λονδίνο την εποχή του δεύτερου μεταδικτατορικού «δημοκρατικού» προέδρου της Χιλής, Εδουάρδο Φρέι, που άφησε άθικτους τους νόμους της δικτατορίας και που ανέλαβε να υπερασπιστεί λυσσαλέα τον τύραννο ώστε να μην εκδοθεί στην Ισπανία. Όταν όμως επέστρεψε στη Χιλή με δόξα και τιμή δεν είχε υπολογίσει ότι το παράδειγμα του δικαστή Βαλτάσαρ Γκαρθόν θα το ακολουθούσαν και άλλοι χιλιανοί δικαστικοί κι ότι οι δικηγόροι του θα αναγκάζονταν να προσφύγουν στο αθλιότερο των τεχνασμάτων: να τον ανακηρύξουν παράφρονα, για να αποφύγει για μια ακόμα φορά τη δικαιοσύνη.

Το παραθυράκι που άνοιξε στη νομιμότερη των ελπίδων, να δικαστεί για τα προφανέστατα εγκλήματά του έκλεισε για μια ακόμα φορά. Η έκδοσή του στην Ισπανία, με όλες τις εγγυήσεις που είχαν στερηθεί τα θύματά του, δεν επιτεύχθηκε.  Ο Σεπούλβεδα δεν θα γευτεί την «ευτυχία του να δει τον τύραννο να ψελλίζει δικαιολογίες σαν γυναικούλα». Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, κρατούμενος. Του προσφέρω αυτό που εγώ δεν είχα ποτέ, που κανένα από τα θύματά του δεν είχε ποτέ: του πληρώνω ένα συνήγορο υπεράσπισης και του εγγυώμαι μια δίκαιη δίκη, με πλήρη σεβασμό της προσωπικότητάς του.

Το εμβόλιο της αμνησίας

To χιλιανό παρελθόν μεταξύ 1973 και 1989 επιχειρείται να διαγραφεί από τις μνήμες χάρη σ’ ένα αποτρόπαιο διάταγμα και στη βίαιη επιβολή της αμνησίας «δια λόγους εθνικής ασφαλείας». Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίχτηκε πως η άρση της ασυλίας του δικτάτορα δήθεν συνιστά κίνδυνο για την κοινωνική ειρήνη στη Χιλή και τη νεαρή «δημοκρατία» της· δημοκρατία που μοιάζει με θλιβερή φάρσα όσο ο Πινοτσέτ διατηρεί την έδρα του ισόβιου γερουσιαστή. Με αυτό τον τρόπο όμως παραμένει ορθάνοιχτο το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, την μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω τω τριών ατόμων, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, το χαφιεδισμό ως πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του «Κάτι θα ’χει κάνει» που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο· τότε που αρκούσε μια υποψία ή ένα «κάρφωμα» για να φυλακιστείς, να εξοριστείς ή να εξοντωθείς,

Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων, γιατί η λέξη είναι όντως μια θεμελιώδης πράξη και όλα τα πράγματα υπάρχουν από τη στιγμή που ονομάζονται.

Δημοκρα- τι;

Όσο ο Πινοτσέτ και οι 531 ένστολοι που αναφέρονται στην Έκθεση Ρέτιγκ [από το όνομα του Raul Rettig που ηγήθηκε των ερευνών για τις δολοφονίες και τις εξαφανίσεις] ως βασανιστές, απαγωγείς και δολοφόνοι άνω των τεσσάρων χιλιάδων Χιλιανών δεν τιμωρούνται, η κοινωνική ειρήνη παραμένει για τους Χιλιανούς μια ουτοπία. Η δημοκρατική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι μια αμείωτη δουλικότητα μπροστά στην οικονομική και την στρατιωτική εξουσία. Η δημοκρατία δεν είναι μια κατάσταση μεταβατική, μια παραχώρηση εκ μέρους αυτών που κατέχουν την εξουσία, ένα κενό ατιμωρησίας.

…όσο η Χιλή δεν ανακτά τον τελευταίο των εξαφανισμένων, όσο εξακολουθεί να αγνοεί πότε πέθανε, πώς πέθανε, ποιοι τον σκότωσαν και, πάνω απ’ όλα, πού είναι τα λείψανά του, η πληγή θα παραμένει ανοιχτή, κι είναι χρέος των έντιμων ανθρώπων να την κρατούν καθαρή κι ανοιχτή, γιατί αυτή η πληγή είναι η ιστορική μας μνήμη.

Οι μνήμονες

Αν όμως κάποιοι – κατονομαζόμενοι εδώ, γιατί ο Σεπούλβεδα μιλάει πάντα με ονόματα – προτίμησαν να εμβολιαστούν με το κρατικό βάλσαμο της αμνησίας, χιλιάδες έμειναν κρατημένοι απ’ τη ζωή χάρη και μόνο στην άσκηση της μνήμης, γνωρίζοντας γιατί βρέθηκαν εξόριστοι, διατηρώντας την επίγνωση όλων όσων έκαναν κι όσων μπορούσαν να κάνουν και δεν έκαναν, αναγνωρίζοντας τους τους ενόχους της χιλιανής τραγωδίας, ορκιζόμενοι πως κάποια μέρα θα δέχονταν την τιμωρία που τους άξιζε…

Μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης […] Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε – όλα τα είχαμε, εκτός από τα όπλα.

Ο Σεπούλβεδα διανθίζει τα σύντομα κείμενά του με μνήμες από αξέχαστα πρόσωπα και περιστατικά. Αναφέρεται στην στράτευσή του στην προσωπική φρουρά του Σαλβαδόρ Αγιέντε, την GAP [Gringo de Amigos Personales – Ομάδα Προσωπικών Φίλων], θυμάται περιστατικά όπως όταν, υπό τις διαταγές του ποιητή Σέρχιο Λέιβα που δολοφονήθηκε το 1973, απέτρεψαν με τα όπλα το να δηλητηριαστούν με τοξίνες βορειοαμερικανικής προέλευσης πολλά υδρευτικά αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τα οποία τροφοδοτούσαν το Σαντιάγο με λαχανικά.

Η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική

Το βιβλίο περιλαμβάνει είκοσι δύο άρθρα του που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου, διαβάστηκαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Χιλής και τυπώθηκαν σε φυλλάδια που μοιράστηκαν στους δρόμους της κατά τις ημέρες που ο «τρελός» ήταν κρατούμενος στο Λονδίνο· άρθρα «αγκιτατόρικα και ανατρεπτικά, γιατί η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική».

Γράφω γιατί έχω μνήμη και την καλλιεργώ γράφοντας για τους δικούς μου, για τους περιθωριακούς κατοίκους των περιθωριακών κόσμων μου, για τις ενσαρκωμένες ουτοπίες μου, για τους ένδοξους συντρόφους μου που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες χωρίς να φοβούνται τις ήττες.

Όσο, κάθε φορά που γίνεται λόγος για παγκοσμιοποίηση, παραλείπεται να αναφερθεί ότι η πειραματική φάση αυτού του άδικου σχεδίου διευθέτησης των σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε με πειραματόζωα δυο νοτιοαμερικανικές χώρες που είχαν υποστεί κτηνώδεις δικτατορίες, έργο εμπνευστών του ίδιου σχεδίου, κι όσο οι ένστολοι θρασύδειλοι κρύβονται στις τρύπες τους ή μεταμφιέζονται σε νομιμόφρονες «πολίτες» ο γκρίζος χιλιανός ουρανός της θα βρέχει ακόμα ακαθαρσίες, ο Σεπούλβεδα δεν θα πάψει να τονίζει: Ο εφιάλτης μας δεν τελείωσε. Ο δικός σας μόλις άρχισε.

 Σημ. Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματά του. Κατά μια μέγιστη ειρωνεία της Ιστορίας, πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου [2006] Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκδ. Opera, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 126 [Luis Sepúlveda, La locura de Pinochet, 2001]

Ένα τραγούδι για την περίσταση: εδώ.

12
Φεβ.
12

Poetix, τεύχος 5 (άνοιξη – καλοκαίρι 2011)

Πώς δεν αυτοκτονώ μπρος σ’ έναν καθρέφτη/και δεν εξαφανίζομαι για να ξαναφανώ στη θάλασσα/όπου ένα μεγάλο πλοίο θα με περιμένει/με τα φώτα αναμμένα;/Πώς δεν βγάζω τις φλέβες μου/Και δεν φτιάχνω μ’ αυτές μια σκάλα/για να αποδράσω στην άλλη πλευρά της νύχτας;

… έγραφε στο ποίημα «Το ξύπνημα» η αργεντινή Αλεχάντρα Πισαρνίκ, μια από τις πλέον πρωτότυπες ποιητικές φωνές του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική. Ποιήματά της μεταφράζονται εδώ από την γνώστρια του έργου της Αμαλία Ρούβαλη, που μας κοινωνεί και με τρισέλιδη εισαγωγή στην εξαιρετική της περίπτωση:  γεννημένη το 36 και αυτόχειρας στα 36, παιδί ρωσοεβραίων μεταναστών, άρα με έλλειψη εθνικών ριζών και έντονη βίωση του αισθήματος της εξορίας, αναχωρήτρια στο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του 60 που έζησε καταθλιπτικά, πάμπτωχα και ευτυχισμένα, φίλη του Χούλιο Κορτάσαρ και παρέα των Μπονφουά και Μισώ, μεταφράστριά τους αλλά και των Αντονέν Αρτώ και Αιμέ Σεζαιρέ, με ποίηση εμμονής στο σκοτάδι και τη νύχτα, στην οποία άλλωστε ζούσε σχεδόν αποκλειστικά, και την οποία θεωρούσα πραγμάτωση της ζωής, σε αντίθεση με το φώς – άρνησή της. Στα ποιήματά της ήδη ανιχνεύονταν δείγματα απελπισίας, εμμονών και παραληρημάτων, αλλά και, αργότερα, σε κάποια πεζά, σαδισμού, χυδαιολογίας και διαστροφής. Η αδυναμία αληθινής επικοινωνίας με τον έξω κόσμο ήταν φανερή. Το γράψιμο αντί να ισχυροποιεί το εγώ της και ενισχύει την προσωπικότητά της, έκανε το πρώτο ευθραυστότερο και αποδόμησε τη δεύτερη, όπως γράφει η μεταφράστρια.

Ένα 13σέλιδο ασθματικό κείμενο με τον τίτλο «Το ποιητικώς υπάρχειν και το ζην επικινδύνως» δια χειρός Άνταμ Κιρς αναφέρεται στον Ντύλαν Τόμας, με αφορμή και την επανέκδοση της βιογραφίας του από τον Πωλ Φέρις. Οι θρυλικές του απαγγελίες με την βαρύτονη φωνή, το λιβάνισμα απ’ τις αυλές και οι καταχρήσεις του, η συμμετοχή του στην άγρια συναλλαγή του σταρ σύστεμ που επιθυμούσε να χορτάσει τις φαντασιώσεις των αναγνωστών του και οι παραξενιές ως δικαιολογία για την μεγαλοφυΐα του (ή αντίστροφα; αναρωτιέμαι…) χαρακτηρίζουν αυτή την «ιδιάζουσα αμερικανική μορφή διασημότητας» ως «πρόδρομο των ροκ σταρ».

Τελικά ορίζεται ο ποιητής; Ποιητής γίνεται κάποιος και μόνο από το γεγονός ότι γράφει ποιήματα; Ο Ντίνος Σιώτης («Ο ποιητής στον κόσμο του;») συλλογίζεται για την ύπαρξη των ποιητών σε μια εποχή απίστευτης ενίσχυσης του εγωισμού, παγκοσμιοποιημένης μοναξιάς και υπαρξιακής ύφεσης. Ποιητής, γράφει, είναι εκείνος που γράφει για να κατανοήσει πρωτίστως τον εαυτό του, τον ρόλο του στη ζωή, την ίδια τη ζωή. Τον αυθεντικό ποιητή τον ενδιαφέρει η αλήθεια, η εσωτερική αλήθεια, η αλήθεια της ψυχής, όχι η δική του αλήθεια, όχι ο ιδιωτισμός του, αλλά η δημόσια, η κοινή αλήθεια που μπορεί να είναι ανήσυχη, συναρπαστική και αντισυμβατική. Ο ποιητής αναψηλαφεί συνεχώς τις αιώνιες αξίες, τις μεταφυσικές συνισταμένες τους, την περιρρέουσα πραγματικότητα και δεν τρέχει πίσω από την προσωπική του πραγματικότητα, βυθισμένος στα δικά του βιώματα, συνήθως αλαζονικά και αυτάρεσκα, επιβεβαιώνοντας, άλλωστε, την εικόνα που έχει σχηματιστεί στην εγχώρια κοινωνία γι’ αυτούς.

Βρέθηκα μια φορά σε ιδιωτικό λύκειο και έμεινα άναυδος από τη στάση των μαθητών και των μαθητριών που περίμεναν να έρθουν αντιμέτωποι με κάποιον όχι σαν εμένα. Νόμιζαν ότι εγώ θα παρουσίαζα τον ποιητή Ντίνο Σιώτη. Είχαν στο  νου τους κάποιον μακρυμάλλη, αξύριστο, με κασκόλ ριγμένο ατημέλητα στον λαιμό, με ύφος αφρόντιστο, βλέμμα απλανές, που κάπνιζε, ίσως να του έλειπε και κανένα δόντι, που πιθανόν ζούσε σε καμιά τρώγλη.

Χωρίς την ανάγνωση των μεγάλων και σπουδαίων ποιητών ποιήματα δεν γράφεται καλή πίεση, ούτε βέβαια χωρίς βιώματα, ή, όπως το θέτει ο Οκτάβιο Παζ, «πρέπει να ζούμε τα ποιήματα προτού γράψουμε». Αν ζεις στον κόσμο σου και όχι στον κόσμο, τότε ζεις για τον τίτλο του ποιητή και όχι για την ουσιαστική ποιητική ταυτότητα. Ποίηση έχουμε όταν τα πράγματα της ψυχής μας διαπερνούν, μας ενοχλούν και μας αποκαλύπτουν υπερβάσεις. Στο βασίλειο των λέξεων βρίσκονται τα ποιήματα που περιμένουν να γραφτούν, λέει σ’ ένα ποίημά του πάλι ο Οκτάβιο Παζ. Ποίημα είναι μια σύνθεση που φτάνει στα άκρα της γλώσσας, ξεπερνά το υπαρκτό και κοιτάζει τη ζωή από την άλλη πλευρά, καταλήγει ο Ντίνος Σιώτης.

Ακόμα: ποιήματα από Έιμυ Κλάμπιτ, Ραμόν Λόπες Βελάρδε, Γιόργκεν Λετ, Γιώργο Μπλάνα, Μάνο Στεφανίδη, Άννα Πετροπούλου, εκτενή κείμενα από Λίζα Ρος Σπάαρ [Υπερθέρμανση της παγκόσμιας ποίησης], Έλεν Βέντλερ [Σημειώσεις πάνω σ’ ένα ποίημα], Τζέι Παρίνι [Οι σχέσεις των ποιητών έχουν να κάνουν με κάτι περισσότερο από το άγχος], παλαιότερες συνεντεύξεις με Γιάννη Βαρβέρη και Έκτορα Κακναβάτο κείμενα από Χρήστο Οικονόμου, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, Γιάννη Παλαβό,  συνομιλία μεταξύ Ζέφης Δαράκη και Έλσας Κορνέτης και μεταξύ Δημήτρη Καλοκύρη και Γιάννη Ζέρβα, εκτεταμένες κριτικές αλλά και «μικρογεύματα». Ο Ρήγας Καππάτος, τέλος, μεταφράζει William Wordsworth και Edgar Alan Poe [Το κοράκι, Οι καμπάνες], αφιερώνοντας και ειδικό κείμενο για την μετάφραση των τελευταίων.

Έχω την ιδέα ότι κάθε ποιητής άξιος του ονόματός του είναι σε αντιδικία με το σύμπαν. Αυτό σημαίνει πως είναι ανατρεπτικός. Γιατί κόσμος δεν είναι ο κάλλιστος των δυνατών κόσμων, δεν είναι καλλιεπής έλεγε ο Νίκος Καρούζος εικοσιένα χρόνια πίσω. Αναρωτιέμαι σήμερα ποιοι ποιητές είναι σε αντιδικία με αυτό τον κόσμο. [240 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Alejandra Pizarnik, Dylan Thomas.

11
Φεβ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 51

                                                                                                                                                                                                                          Οrlando Guillén –  El Costillar de Caín (2001), O. Paz, A. Chumacero, J. E. Pacheco, H. Aridjis – Poesía en Movimiento. México 1915-1966, (1966), Octavio Paz – Posdata (1970).

Η αισθητική εκδόσεων που κάποτε ήταν μοντέρνες, η μυρωδιά εκείνου του χαρτιού, το πάχος της πολύτιμης σελίδας, ο σιωπηλός ήχος μιας μελωδικής γλώσσας, τρεις νέοι κόσμοι.

10
Φεβ.
12

Κόρμακ ΜακΚάρθυ – Πεδινές πολιτείες

Στην κόψη όλων των συνόρων

Σε πρόσφατη συλλογή διηγημάτων  ο Κάρλος Φουέντες τροχιοδρομεί τις τραγικές του ιστορίες γύρω από την συνοριακή γραμμή ΗΠΑ– Μεξικό. Όπως στα «Κρυστάλλινα Σύνορα» (εκδ. Καστανιώτη, 2010) έτσι κι εδώ, η ίδια μεθόριος δεν αποτελεί απλώς ένα εύθραυστο συμβολικό και κοινωνικό όριο αλλά κι έναν καθοριστικό παράγοντα του ψυχισμού των χαρακτήρων. Στο τελευταίο μέρος της Τριλογίας των Συνόρων, οι Τζων Γκρέηντυ Κόουλ και Μπίλλυ Πάρχαμ, πρωταγωνιστές αντίστοιχα των δυο προηγούμενων μερών της (Όλα τα Όμορφα Άλογα, Το Πέρασμα), βρίσκονται ενωμένοι με δεσμούς φιλίας. Έχουν επιστρέψει μόνοι τους, σωματικά και ψυχικά ράκη: ο πρώτος έχοντας περάσει δια πυρός και σιδήρου (και κυριολεκτικά) για την αγάπη μιας γυναίκας, ο δεύτερος κουβαλώντας τη σωρό του αδελφού του ύστερα από πολλαπλά λουτρά αίματος.

Οι δυο νέοι αρχίζουν να ξαναζούν συμφιλιωμένοι με την απώλεια αλλά και απολύτως βέβαιοι για την ζωή που θέλουν να ζήσουν: επιλέγοντας την ευφρόσυνη συμμαχία και την τίμια αντιμαχία με την φύση και τα ζώα. Ο εκτροχιασμός της μοίρας μοιάζει αναπότρεπτος, λες και όλα οδηγούν προς αυτόν: είναι θέμα χρόνου ο Κόουλ να συναντηθεί με την επιληπτική πόρνη Μαγδαληνή, να θέλει να την εντάξει στη Νέα του Ζωή και να φτιάξουν τον δικό τους κόσμο, μακριά από τον δυνάστη της. Η μετωπική σύγκρουση των δυο διαμετρικά αντίθετων κόσμων στην τροχιά του μαχαιριού είναι προδιαγεγραμμένη – σαν «Το όνειρο των ηρώων» του Κασάρες. Εδώ άλλωστε το κίνητρο είναι κάτι περισσότερο από τον έρωτα: πρόκειται για την σωτηρία ενός ανυπεράσπιστου πλάσματος, για μια προσωπική αποστολή ενός μάρτυρα που γνωρίζει το ενδεχόμενο αυτοκαταστροφής. Ο Πάρχαμ αντιλαμβάνεται την ασύμβατη τροπή των πραγμάτων αλλά θα σταθεί δίπλα του, πιστός στην αρχή της φιλίας, μια από τις αρχές που τιμούν ετούτοι οι έφιπποι περιπλανώμενοι.

Παρά την γλωσσική και μυθοπλαστική απογύμνωση ο συγγραφέας αποφεύγει να γλιστρήσει σε μελόδραμα. Διοχετεύει μια απαστράπτουσα λυρικότητα στις περιγραφές του περιβάλλοντος και προκρίνει την εξουθενωτικά λεπτομερή, νατουραλιστική απόδοση του αμεσότερου περίγυρου. Υπάρχει κάτι το αρχέγονο σ’ αυτές τις ιστορίες ζωής και θανάτου που σχεδόν εξαφανίζει την όποια χωροχρονική τους πλαισίωση. Οι εσχατιές της γης απλώς ζωγραφίζουν το φόντο τους και ζωγραφίζονται από τα συναισθήματά των ηρώων. Διόλου τυχαία άλλωστε οι εικόνες του φυσικού τους κόσμου συχνά χάνουν την «υλική» τους υπόσταση και μεταλλάσσονται σε φασματικές αντανακλάσεις της ιδιαίτερης φαντασίας του καθενός.

Οι ακαριαίοι διάλογοι περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, αφήνοντας χώρο σε μια βασιλική σιωπή. Έτσι κι αλλιώς στον κόσμο αυτών των ηρώων είναι οι πράξεις που έχουν σημασία· οι σκέψεις φεύγουν σαν τον αέρα των ερήμων ενώ τα γεγονότα μένουν όταν κατακάτσει η σκόνη. Οι όποιες επιγονικές αναφορές στον Φώκνερ είναι συζητήσιμες – εδώ αναπνέουν περισσότερο τα γουέστερν του Τζον Φορντ, ο μινιμαλισμός του Σαμ Σέπαρντ, τα αχρονικά σύμπαντα του Σαραμάγκο, οι μαγικές περιγραφές του Έσσε και οι ανανεωτές του αμερικανικού μυθιστορήματος (στους οποίους άλλωστε κατά καιρούς καταχωρείται ο Μ.). Αν όμως οι τελευταίοι διατρέχουν τους ερημότοπους του σύγχρονου ανθρώπου, αυτός μοιάζει να βρίσκεται ανέκαθεν εκεί, στα διαχρονικότερα τοπία της ανθρώπινης περιπέτειας.

Οι αληθινοί άνθρωποι βρίσκονται στο δρόμο, έχοντας πάντα ιστορίες να διηγηθούν και ετούτοι οι ερημίτες (ιδιότητα που υπήρξε δεύτερη φύση για τον συγγραφέα) τις κυνηγούν σαν άλλα θηράματα. Στις Πεδινές Πολιτείες (ευαγγελική αναφορά στα Σόδομα και τα Γόμορρα που απλώς επισφραγίζει την διάχυτη βιβλική αίσθηση) το κακό δεν αφανίζεται ποτέ κι έχει εξίσου ανθρώπινη μορφή. Στο τέλος ο γηραιός Μπίλλυ διηγείται την ιστορία του σε κάποιον άγνωστο οδοιπόρο: το βάλσαμο της αφήγησης απλώς γλυκαίνει την ματαιότητά ενός κόσμου που εξ’ ορισμού δεν μπορεί να γίνει καλύτερος.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Αλέκος Μπενρουμπής, σελ. 364 [Cormac McCarthy, Cities of the Plain, 1998].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο: To the valley below…

09
Φεβ.
12

Τζίνα Πολίτη – Η δοκιμασία της ανάγνωσης

Ευφρόσυνα αναγνωστικά παίγνια

Οι λέξεις! Θα ’πρεπε κανείς ν’ ακούει τις λέξεις και όχι τους ανθρώπους. Οι λέξεις ήταν ελεύθερες, ανήκαν σε όλους – εφόσον κανείς δεν έβλεπε το στόμα που τις πρόφερε. (Καίη Τσιτσέλη, The Hungry Man)

Η διχασμένη μεταξύ δυο «μητέρων – γλωσσών» Τσιτσέλη τυγχάνει εδώ ενός πλήρους σχεδιάσματος ανάγνωσης των διηγημάτων της, σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες μελέτες του τομιδίου. Χρησιμοποιώντας ως ερμηνευτικό μοντέλο την Φαινομενολογία του Πνεύματος (Χέγκελ) η Πολίτη εντοπίζει την νοστογεφσκική επίδραση στους αφηγηματικούς τρόπους αναπαράστασης της συντετριμμένης συνείδησης (που δημιουργείται από την επίγνωση του εαυτού ως διαιρεμένης φύσης σε συνεχή διαμάχη) και στην διαλεκτική σχέση αφέντη/δούλου που συνέχει όλο το έργο της. Στα μετά την μακρόχρονη σιωπή της «αντιδιηγήματα» η πάλη τους μετατίθεται στην ίδια την γραφή (που η μεταμοντέρνα στροφή προσωποποίησε ακυρώνοντας το πρόσωπο), μετωνυμία της οποίας αποτέλεσε η περίφημη «κυκλική» κάρτα που προκάλεσε σύγχυση στον συντάκτη της με την απουσία αρχής και τέλους και τον μαγνητισμό της προς ένα αβυσσαλέο κέντρο (στο αφήγημα Ευθυγράμμιση).

Στις «Ειδολογικές και ιδεολογικές παραμέτρους στο μυθιστόρημα Το 10 του Καραγάτση» η Πολίτη εκκινεί από την θέση πως τα λογοτεχνικά είδη είναι εξαρχής ιδεολογικά φορτισμένα και μπορούν να ιδωθούν ως κωδικοποιημένοι τρόποι ερμηνείας της πραγματικότητας και της Ιστορίας. Οι αισθητικές αντιθέσεις του 10 αντανακλούν ιδεολογικές και κοινωνικές αντιφάσεις της εποχής. Η πανοπτική ματιά του αφηγητή σαν κινούμενη κάμερα (αναπαραστατικός κώδικας του μοντερνισμού) διακόπτεται από την συστηματική χρήση εξιστορήσεων παρελθοντικών συμβάντων («αναλήψεων»), με αποτέλεσμα ο άνευ «κυρίαρχης πλοκής» εικοσιτετράωρος χρόνος του αφηγήματος να «τακτοποιείται» τελικά σε γραμμική χρονική ακολουθία, δημιουργώντας ένα δίπολο πρωτοπορίας/παράδοσης. Επιπρόσθετα, κτίσματα και όροφοι «αναλογούν» σε συγκεκριμένη ταξική – κοινωνική διαστρωμάτωση αλλά και διαφορετικά μυθιστορηματικά είδη: κωμικό – ηρωικό για το ισόγειο των εργατών (που εμφανίζονται ως ακίνδυνο λούμπεν – προλεταριάτο χωρίς ταξική συνείδηση, αλλά με έμφαση στον βιολογικό νόμο της γενετήσιας ορμής), αστικός ρεαλισμός και ρομαντικό μελόδραμα για τον όροφο των αστών και των μικροαστών αντίστοιχα, ενώ δεν λείπουν οι εγγεγραμμένοι στην αστική ιδεολογία μύθοι της κοινωνικής επιτυχίας και του φιλάνθρωπου καπιταλισμού.

Οι «Σκέψεις για την ποιητική της μετάβασης» (περιόδου όπου ο ιστορικός χρόνος μοιάζει διστακτικός μεταξύ «παλαιού» και «νέου») επικεντρώνονται στα περί Ιουλιανού καβαφικά ποιήματα και στον Ιουλιανό του Καζαντζάκη, όπου η απώλεια της όρασης ακυρώνει την ύπαρξη και το νόημα του κόσμου. Τα μάτια που ξεριζώνονται από το άγαλμα του Διονύσου και την εικόνα της Παναγίας χάνουν το φαντασιακό τους νόημα και μετατρέπονται σε αγοραίο αντικείμενο. Αμφισβητούνται έτσι οι αξιολογικοί όροι των δυο θρησκευτικών συστημάτων και κάθε μύθος αλλαγής ή προόδου. Το μεικτό είδος του κωμικού στοιχείου μέσα στην τραγωδία αποτελεί βασικό όρο της εν λόγω ποιητικής καθώς προβάλει την οπτική των απλών ανθρώπων που γνωρίζουν πως καμιά ουσιαστική «αλλαγή» δεν θα υπάρξει στην ζωή τους. Όμως η συλλογική λαϊκή φωνή γελοιοποιεί την εξουσία και είναι περισσότερο διαβρωτική απ’ οποιαδήποτε πυρά.

O James Joyce απορροφά ένα μεγάλο μέρος από την φιλοπαίγμονα διάθεση της μελετήτριας. «Το “κωμικώλον του πιπερωμένου” και η “προαντωνυμική κωμικηδεία”» αναφέρεται στην σχέση του με την ψυχανάλυση και στην αντανάκλαση του Finnegans Wake στην «παρα(ευ)φροσύνη» του. Αν η διασπορά του υποκειμένου επιφέρει καίριο πλήγμα στην αστική ιδεολογία της ατομικότητας, η παρωδία προκαλεί ανάλογη ζημιά σε κάθε αναπαράσταση. Η εμφάνιση του «γελωτοποιού» δημιουργεί ένα ζωηρό ετερογλωσσικό παιχνίδι που στρέφεται κατά των επίσημων γλωσσών πόσο μάλλον όταν ανακατασκευάζει τους εξουσιαστικούς λόγους διακωμωδώντας την φρασεολογία τους και αφαιρώντας την ισχύ τους. Ο ψυχαναλυτικός λόγος τελικά απορροφάται στο λογοτεχνικό είδος της απομυθοποιητικής παρωδίας. Σε άλλο κείμενο η αναζήτηση του μυστηριώδους Άντρα με το Μacintosh [αδιάβροχο] στα κειμενικά χνάρια της Οδύσσειας οδηγεί στην αποκάλυψη της παράλλαξης του περιπλανώμενου Λόγιου Τσιγγάνου και της συνένωσής του με τους Στήβεν Δαίδαλος και Λεοπόλδο Μπλουμ σε ομούσια τριάδα!

Ο τόμος των δεκατριών ερεθιστικών αναγνωστικών δοκιμών περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μια εφαρμοσμένη στην μεταπολεμική πεζογραφία γενεαλογία του ανδρικού και του γυναικείου λόγου (ιδίως στις δέλτους των Μ. Κρανάκη, Τ. Μιλλιέξ, Γ. Χειμωνά), ενώ «Ηη ρητορική της πόλης» παρακολουθεί την υποταγή του περί αυτής εγκωμιαστικού λόγου στην υποκειμενικότητα και την «ιδιοτροπία» του εσωτερικού βλέμματος αλλά και την οριστική μετάπλαση των σχετικών λέξεων σε εικόνες και στιγμιότυπα, με απρόσμενες ιδεολογικές σημάνσεις. Στις παιγνιωδέστερες σελίδες της η συγγραφέας αναλαμβάνει την ευθύνη ενός απολαυστικού προσωπικού και διακειμενικού λόγου: ένα επίμετρο περί Ντέιβιντ Λοτζ κι ένα Γράμμα της Αντιγόνης προς την Ισμήνη («αιώνες τώρα οι Αντίγονοι με σκηνοθετούν, με καρφώνουν πάνω στις σταυρωτές ερμηνείες τους») παρωδούν ακριβώς ανάλογες θεωρητικές μελέτες, κλείνοντας τον κύκλο ιδανικά.

Εκδ. Άγρα, 2010, σελ. 227.

 Στις φωτογραφίες: Καίη Τσιτσέλη, James Joyce (από τον Barry Maguire), Τζίνα Πολίτη και εικόνα από την παράσταση του Ιουλιανού στο Εθνικό Θεάτρο (1959, σκηνοθ. Κωστή Μιχαηλίδη): Νέλλη Αγγελίδου (Μαρίνα), Στέλιος Βόκοβιτς (Ιουλιανός) και Λυκούργος Καλλέργης (Γραφιάς).

08
Φεβ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 105

Antonio Tabucchi, «Πλαφ, πλόφ, πλάφ, πλόφ», Ο χρόνος περνάει γρήγορα. Εννέα ιστορίες, εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σ. 35-36, 48 [Il tempo invecchia in fresta, 2009].

Σκέφτηκε ότι αν φώναζε τον γιατρό, τον οποίο ήξερε πλέον πολύ καλά, θα του έλεγε πως ήταν άρρωστος από λογοτεχνία, παρατήρηση που την είχε κάνει ήδη και στο παρελθόν. Ήταν σαν να τον άκουγε: αγαπητέ μου, το πρόβλημα έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι παίρνεις λαθεμένες στάσεις, θα έλεγε κανείς ότι έπαιρνες λαθεμένες στάσεις σε όλη σου τη ζωή, για να γράψεις, γιατί το πρόβλημα δυστυχώς είναι ότι γράφεις, χωρίς παρεξήγηση, αντί να κάνεις μια ζωή που να συνάδει περισσότερο με την υγιεινή και την ευζωία…

Πόσο παρούσα μπορεί να είναι η νύχτα. Επιβάλλεται μόνο με την παρουσία της, μια παρουσία φτιαγμένη μόνο από τον εαυτό της, είναι απόλυτη, κάθε χώρος είναι δικός της, έχει την ίδια παρουσία με αυτή του φαντάσματος· που ξέρεις ότι βρίσκεται εκεί μπροστά σου αλλά βρίσκεται παντού, ακόμα και πίσω από την πλάτη σου, κι αν καταφύγεις σε έναν μικρό φωτεινό τόπο γίνεσαι φυλακισμένος του, γιατί ολόγυρα, σαν θάλασσα που περικυκλώνει τον μικρό σο φάρο, υπάρχει η ανυπέρβατη παρουσία της νύχτας.

07
Φεβ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 79. Maurizio De Rosa

Μεταφράζετε ελληνική λογοτεχνία στα ιταλικά. Για τι είδους εκδόσεις πρόκειται; Ποιους συγγραφείς και έργα έχετε μεταφράσει;

Έχω μεταφράσει στα Ιταλικά περί τα 40 σύγχρονα Ελληνικά βιβλία. Ενδεικτικά αναφέρω Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας Ζατέλη, όλα τα μυθιστορήματα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Ουράνια Μηχανική της Μάρως Δούκα, Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, τη Μεγάλη Πομπή του Αλέξη Πανσέληνου, τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, το Διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, Μητρική Γλώσσα και Μ.Χ. του Βασίλη Αλεξάκη κ.ά. Τελευταία κυκλοφόρησε στην Ιταλία μια ανθολογία σύγχρονου Ελληνικού διηγήματος με 23 κείμενα, και ελπίζω κάποια στιγμή να εκδοθεί και δεύτερος τόμος γιατί έχω μαζέψει και άλλα αξιόλογα κείμενα. Επί το πλείστον συνεργάζομαι με μικρούς και μεσαίους, ποιοτικούς εκδοτικούς οίκους. Θεωρώ ευτύχημα το γεγονός ότι δουλεύω με τους συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους, παρά με μεγάλους, γιατί ο μεταφραστής δεν αντιμετωπίζεται ως αναγκαίο κακό, αλλά ως βασικός κρίκος της αλυσίδας που φέρνει το τελικό αποτέλεσμα.

Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους τίτλους σας; Έχετε στοιχεία όσον αφορά την κίνηση των συγκεκριμένων εκδόσεων και την πρόσληψη των έργων;

Σπάνια έχω την πολυτέλεια της επιλογής αν και βέβαια εκφράζω πάντα τη γνώμη πριν εκδοθεί (ή μη εκδοθεί) κάποιο βιβλίο και οπωσδήποτε κάνω προτάσεις στους εκδότες μου. Το τελευταίο διάστημα όμως προτάσεις γίνονται κυρίως από τους εκδοτικούς πράκτορες, κάτι που παλιά δεν γινόταν. Επίσημα στοιχεία για τα βιβλία που μεταφράζω δεν έχω. Θα πρέπει να απευθυνθείτε στους εκδότες. Σε γενικές γραμμές όμως ξέρω ότι τα βιβλία της Ζυράννας Ζατέλη και της Ιωάννας Καρυστιάνη πήγαν και πάνε καλά.

Διακονείτε λοιπόν το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Κοιτάξτε να δείτε, αν ο μεταφραστής δεν αγαπάει το συγγραφέα και κυρίως το προς μετάφραση κείμενο, η δουλειά δεν γίνεται. Με το συγγραφέα με δένουν πολλά. Πρέπει να περπατήσω ακολουθώντας τον ίδιο του το ρυθμό πάνω στο ίδιο μονοπάτι, ταυτόχρονα όμως πάνω σε αυτό το μονοπάτι θα πρέπει κι εγώ να βρω τη δική μου ανάσα. Αυτόματη μετάφραση δεν υφίσταται, αναγκαστικά το περπάτημα του συγγραφέα θα πρέπει να γίνει και δικό μου περπάτημα, βίωμα ει δυνατόν, πλην όμως το τελικό αποτέλεσμα θα φέρει αναπόφευκτα και τη δική μου σφραγίδα – απόδειξη ότι για το ίδιο κείμενο υπάρχουν τόσες μεταφράσεις όσοι είναι οι μεταφραστές. Το μετάφρασμα λοιπόν θα είναι μοιραία καρπός πολλαπλών συμβιβασμών – να μια περίπτωση που ο συμβιβασμός όχι μόνο δεν σε κάνει «προδότη» ή «δοσίλογο» (αν και βέβαια στα Ιταλικά υπάρχει το λογοπαίγνιο «traduttore-traditore», δηλαδή «μεταφραστής-προδότης») αλλά ίσα-ίσα αποτελεί βασική προϋπόθεση για ένα καλό αποτέλεσμα. Ως προς τον τρόπο δουλειάς, προσπαθώ να αφεθώ στον κυματισμό του κειμένου και να αφουγκραστώ όσο μπορώ καλύτερα την κρυμμένη του αρμονία πέρα από την εμφανή. Θεωρώ ότι η μετάφραση είναι κυρίως επικοινωνία, ένας τρόπος για να έρθω σε επαφή με τον Άλλο.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Η μετάφραση που με δυσκόλεψε περισσότερο είναι εκείνη που μου πρόσφερε και τις μεγαλύτερες ηδονές: Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου με την απελπιστική απλότητά του.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Πάλι θα αναφέρω Το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, που οπωσδήποτε ανήκει στην ιστορία του Ευρωπαϊκού μυθιστορήματος και όχι μόνο του Νεοελληνικού. Και τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, πραγματικό μνημείο ανθρωπιάς.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Αγαπώ ιδιαίτερα το Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας Ζατέλη. Εκτός του ότι πρόκειται για μεγάλο μυθιστόρημα, και ποσοτικά και ποιοτικά, είναι και το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα στην καριέρα μου ως μεταφραστή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν διαβάζω ούτε μεταφράζω ποτέ μετά μουσικής. Το μόνο απαραίτητο είναι να βρίσκομαι στο εκάστοτε γραφείο μου. Δεν μπορώ να δουλέψω πουθενά αλλού, ούτε σε άλλα σπίτια ούτε σε βιβλιοθήκες ούτε σε ξενώνες για συγγραφείς και μεταφραστές ούτε στη θάλασσα ούτε στο βουνό παρά μόνο στο δωματιάκι μου με το αγαπημένο μου MacBook. Συνήθως η μετάφραση γίνεται σε τρία στάδια: αφού διαβάσω το βιβλίο (αν δε το έχω ήδη διαβάσει) στο πρώτο μεταφράζω χωρίς να δίνω μεγάλη σημασία στο τι γράφω. Στο δεύτερο, και σημαντικότερο, δίνω την τελική μορφή λύνοντας τυχόν γλωσσικές απορίες, και με τη βοήθεια του συγγραφέα εφόσον κριθεί απαραίτητο· και στο τρίτο δίνω τις τελευταίες πινελιές, το τελευταίο «χτένισμα» πριν την παράδοση. Ρωτάτε για τις μουσικές μου προτιμήσεις: είμαι απαίδευτος μουσικά και ακούω οτιδήποτε φτάσει στο αυτί μου και μου αρέσει. Με συγκινεί όμως το παλιό Ελληνικό λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί! Ο Στρατής Τσίρκας, ο Γιάννης Πάνου, ο Νίκος Καχτίτσης αλλά και ο Βιτσέντσος Κορνάρος είναι στην κορυφή της λίστας.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Συμβαίνει με τους μεταφραστές κάτι που δεν συμβαίνει, ας πούμε, στο χώρο της μουσικής. Ενώ πάντα αναφέρουμε ότι την τάδε συμφωνία την διεύθυνε π.χ. ο Δημήτρης Μητρόπουλος και πρωταγωνίστρια στην δείνα όπερα ήταν π.χ. η Μαρία Κάλλας, και σχεδόν αγνοείται ποιος έγραψε τη μουσική και σχεδόν πάντα ο συγγραφέας του λιμπρέτο, στην περίπτωση ενός μεταφρασμένου βιβλίου θα ήταν αδιανόητο να αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή και να παραλείπεται εκείνο του συγγραφέα. Βέβαια, αυτό συμβαίνει λιγότερο στην περίπτωση της κλασικής λογοτεχνίας και για αυτό λέμε «η Ιλιάδα των Καζαντζάκη-Κακριδή» ή «η Οδύσσεια του Δημήτρη Μαρωνίτη». Μάλλον το φαινόμενο εξηγείται με το γεγονός ότι βγαίνουν πάρα πολλά βιβλία πια, η μετάφραση μπήκε στη λογική της μαζικής παραγωγής και φυσικά δεν είναι όλα τα βιβλία που μεταφράζονται αριστουργήματα – ανεξάρτητα από το πόσο καλός είναι ένας μεταφραστής, αν δεν αναμετρηθεί με απαιτητικά κείμενα, η αξία του δύσκολα θα αναδειχθεί. Αφ’ ετέρου υπάρχει και η απαξίωση εκ μέρους του ακαδημαϊκού χώρου, που θεωρεί τη μετάφραση πάρεργο σε σχέση με την «καθαρή έρευνα».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δόξα τω Θεώ, είχα πάντα άριστη συνεργασία με τους επιμελητές μου και ουκ ολίγες φορές με βοήθησαν να κάνω καλύτερα τη δουλειά μου. Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει με τους άλλους μεταφραστές. Θεωρώ ότι η δουλειά του επιμελητή είναι ύψιστης σημασίας. Μη ξεχνάμε άλλωστε ότι παλιά ο μεταφραστής, ο εκδότης και ο επιμελητής ήταν ο ίδιος άνθρωπος.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Καμιά φορά τους βλέπω στο όνειρό μου! Ειδικά όταν πλησιάζει η ημερομηνία της παράδοσης και η αντίστροφη μέτρηση μου προκαλεί άγχος, φόβο, ταχυπαλμίες και νευρικότητα. Άλλες φορές αναγνωρίζω κάποιους ήρωες σε ανθρώπους που συναντάω στους δρόμους. Αυτό μου συμβαίνει με τα βιβλία που μεταφράζω καθώς επίσης με τα βιβλία που διαβάζω. Είναι ένας τρόπος για τη λογοτεχνία για να εισχωρήσει στην πραγματική ζωή.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ωχ, είναι πάρα πολλοί! Όμηρος, Ηρόδοτος, Ξενοφών, Λουκρήτιος, Λουκιανός, Λουντοβίκο Αριόστο, Βοκκάκιος, Τζοβάνι Μπαζίλε, Φεντερίκο Ντε Ρομπέρτο, Λουίτζι Πιραντέλο, οι Ρώσοι πεζογράφοι, Jósé Lezama Lima, Διονύσιος Σολωμός, Εμμανουήλ Ροϊδης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Άρης Αλεξάνδρου, Νίκος Καρούζος. Το τελευταίο διάστημα με συναρπάζει ο Μ. Καραγάτσης. Και με μάγεψε το Έρωτος Αποτελέσματα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Οδύσσεια, το Συμπόσιο του Πλάτωνα, ο Οιδίποδας Τύραννος του Σοφοκλή, το Περί φύσεως του Λουκρητίου, τα Ηθικά του Πλούταρχου, η Κόλαση του Δάντη, ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου, η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, ο Παράδεισο του Lima, τα Ευαγγέλια, ο Συντίπας και οι Βυζαντινοί Ιστορικοί.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μεταξύ άλλων, του Raymond Carver, του Δημοσθένη Βουτυρά, του Τάσου Καλούτσα και του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Χωρίς καμιά αμφιβολία, ο Καβάφης. Είναι τόσο δικός μας, τόσο σύγχρονός μας που δεν το πιστεύεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρασκόλνικοφ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τρέφω απέραντο σεβασμό στη «Νέα Εστία» λόγω της ιστορίας της, του κύρους της και γιατί κρατάει ψηλά τον πήχυ της βιβλιοκριτικής σε μια εποχή που η έννοια της κριτικής περιορίζεται όλο και συχνότερα σε εκείνη της απλής παρουσίασης.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πιο δύσκολα απ’ ότι παλιά. Αλλά και πιο δημιουργικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Με γοητεύει πολύ ο Κωνσταντίνος Καβάφης όπως είπα προηγουμένως. Επίσης από το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα γράφω ένα μικρό δοκίμιο αφιερωμένο στη φαινομενολογία της σύγχρονης Ελλάδας. Μην πάει ο νους σας στον Αξελό όμως. Οι φιλοδοξίες μου είναι πολύ πιο περιορισμένες. Φέτος κλείνω 20 χρόνια που πρωτοήρθα στην Ελλάδα – ήμουν 21 χρονών, το 1992. Ύστερα από δυο δεκαετίες, και έχοντας επιλέξει να συνδέσω την τύχη μου με εκείνη αυτής της χώρας, νιώθω την ανάγκη να πω δυο λόγια σχετικά με αυτή και επίσης να δώσω κάποιες οδηγίες προς ναυτιλλομένους στους φίλους μου στην Ιταλία ειδικά τώρα που όλοι μιλάνε για την Ελλάδα χωρίς να τη γνωρίζει πραγματικά κανένας. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα όσα γράφω κάποτε θα δημοσιευθούν. Μάλλον πρόκειται περισσότερο για σκόρπιες σκέψεις που αφορούν την Ελλάδα έτσι όπως τη βλέπω και την αγάπησα εγώ. Προσωπικά νιώθω ότι ανήκω σε μια μεγάλη παράδοση: εκείνη των Ευρωπαίων που άφηναν τις εστίες τους για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα, ενίοτε και για το υπόλοιπο της ζωής τους, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με την Ελλάδα. Η σύγχρονη Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος βέβαια είναι πολύ διαφορετικοί από τότε, αλλά μόνο και μόνο το γεγονός ότι σε αυτή τη γωνία του πλανήτη μιλιούνται ακόμα τα Ελληνικά, για να μην αναφερθώ στον πλούτο των μνημείων και των τεκμηρίων που αφήσαν οι μεγάλοι πολιτισμοί που άνθησαν εδώ, είναι αρκετός λόγος, θαρρώ, για να θέλει κανείς να προσεγγίσει και τη σύγχρονη Ελλάδα. Με την Ελλάδα δεν έχουμε ξεμπερδέψει, μη γελιόμαστε!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθούσα μανιωδώς κινηματογράφο από 20 μέχρι 30 χρονών, ύστερα και μέχρι σήμερα πολύ πιο σποραδικά και χωρίς καμία συστηματικότητα. Θεατρόφιλος δεν ήμουν ποτέ, με την έννοια της σύγχρονης θεατρικής δημιουργίας, ίσως γιατί, λόγω της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη λογοτεχνία, πάντα θεωρούσα ότι το θέατρο είναι κάτι άλλο, διαφορετικό. Όμως μου αρέσει πολύ το κλασικό θέατρο. Πάντως, με αφορμή τον αιφνίδιο θάνατο του Αγγελόπουλου, σκέφτηκα πόσο βαθιά Ευρωπαίος και ταυτόχρονα Έλληνας ήταν – μάλλον ήταν Ευρωπαίος ακριβώς επειδή ήξερε να είναι Έλληνας. Τα περίφημα πλάνα του, χωρίς προοπτική, τα εμπνευσμένα από την Βυζαντινή ζωγραφική, τα θεωρώ συγκλονιστικά. Επίσης, αν και δεν μπορώ να πω ότι με ενέπνευσαν, δεν βαριέμαι ποτέ τις ιταλικές κωμωδίες του ’50 και του ’60. Από τότε που είδα τις πρώτες, μου αρέσουν πολύ και οι ελληνικές κωμωδίες της αντίστοιχης εποχής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Με ρωτάνε συχνά και η απάντηση είναι «όχι» σε όλα. Δεν έχω μπει ποτέ στον πειρασμό της συγγραφής, δεν έχω γράψει ποτέ τίποτα και ούτε πρόκειται να το κάνω. Έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένο πλάνο μεταφράσεων, δεν ξέρω αν και πότε θα το υλοποιήσω, είναι σίγουρο όμως ότι μόνο αυτό πρέπει να σκέφτομαι.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ξαναδιαβάζω την Κερένια Κούκλα του Χρηστομάνου και θα ήθελα πολύ να τη μεταφράσω. Διαβάζω επίσης το Σέργιος και Βάκχος του Μ. Καραγάτση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Απλά θα δώσω μια πινελιά lifestyle στο κείμενο λέγοντάς σας ότι μένω στη Νεάπολη Εξαρχείων, που την αγαπώ πολύ. Επίσης λατρεύω το κέντρο της Αθήνας και η ζωή μου εξελίσσεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό γιατί μου προσφέρει τα καλύτερα ταξίδια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θετικές θα έλεγα. Χωρίς να είμαι όλη την ήμερα στο Φέισμπουκ ή σε άλλα δίκτυα, ομολογώ ότι τα βρίσκω πολύ αποτελεσματικά εργαλεία έως απαραίτητα ακόμα και στη δουλειά μου. Προς το παρόν όμως δεν χρησιμοποιώ IPod, IPhone κτλ, αλλά φαντάζομαι ότι και για αυτά, όπως και για όλα, είναι μόνο θέμα χρόνου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν γίνεται να τα έχω όλα, ε; Εντάξει δεν πειράζει. Άλλωστε η συγγραφή και η μετάφραση είναι ένα είδος «αιώνιας νιότης».

06
Φεβ.
12

Ρέιμοντ Κάρβερ – Αρχάριοι

Οι ρημαγμένοι μιλούν ακόμα

«Θεέ μου» έλεγε. Όμως ο Θεός δεν είχε τίποτα να κάνει μ’ αυτά. Είχε νίψει τας χείρας του. (σ. 36)

Οι χαρακτήρες του Κάρβερ βρίσκονται στα όρια του πόνου και στις παρυφές της θλίψης αλλά δεν είναι αυτοκαταστρεφόμενοι μοιρολάτρες. Γνωρίζουν καλά πώς βρέθηκαν ως εδώ, κάποτε γνωρίζουν και πώς να βγουν απ’ την απόγνωση. Αλλά μένουν για να δουν το απώτατο όριο μιας ζωής ρευστής «όπου τη μια στιγμή είσαι εδώ κι όλα είναι μέλι γάλα και την άλλη βρίσκεσαι στο χείλος της αβύσσου». Άλλοτε τους λείπει ένα τρυφερό χέρι βοήθειας, άλλοτε συναισθάνονται ότι το φως δεν είναι καλύτερο απ’ το σκοτάδι τους.

Σε κάθε περίπτωση ξέρουν καλά τι υπήρξαν κάποτε και τι έχασαν τώρα. Το συντετριμμένο ζεύγος που ετοιμάζεται «άδειο από λέξεις» να χωρίσει μοιράζεται μνήμες της εποχής που εγκατέλειψαν τα πάντα για να αναλάβουν ένα μοτέλ: οι καλύτερες αναμνήσεις λειτουργούν ως αντίβαρο στη απωλεσθείσα αξιοπρέπεια («Κιόσκι»). Στην παραμυθητική ανασκόπηση ζωής (και στη σκέψη της παράφορης αγάπης του) προβαίνει κι ένα άλλο ζεύγος, με άπιστη αυτή τη φορά την γυναίκα («Πού έχουν πάει όλοι;»). Εδώ όμως ο μεθυσμένος σύζυγος εκφράζει μια ρέουσα, λανθάνουσα καλοσύνη, όπως και πολλοί καρβερικοί χαρακτήρες: αδυνατεί να μην εκφράσει, έστω και μονολογώντας, την συμπόνιά του στον εξίσου αλκοολικό εραστή της, άνεργο της βιομηχανίας διαστημοπλοίων, που περνάει την ώρα του επισκευάζοντας «κάθε λογής παλιοσυσκευές και εξαρτήματα που δεν επρόκειτο να πλύνουν, να μαγειρέψουν ή να παίξουν ξανά».

Κάποιοι επιδίδονται σε αυθόρμητες πράξεις γενναιοδωρίας όπως εκείνος που έχει αποθέσει όλα του τα υπάρχοντα στην αυλή και τα πουλάει φτηνά ή τα χαρίζει σ’ ένα νεαρό περαστικό ζευγάρι, μεταγγίζοντας τα έσχατα αποθέματα ηδονής του σ’ έναν τελευταίο προαύλιο χορό («Γιατί δεν χορεύετε;»). Άλλοι επιθυμούν να μοιραστούν το αλγεινό τους βάρος, όπως η γυναίκα που μοιράζεται την αϋπνία της με τον μονομανιακό γείτονα που θρηνεί οριακές απώλειες. «Στεκόμενη στη μέση της αυλής και κοιτώντας ολόγυρα την ήσυχη γειτονιά νοιώθει πολύ μακριά από οποιονδήποτε γνώριζε και αγαπούσε όταν ήταν μικρή» και επιστρέφει για να συνεχίσει την μεγάλη συζήτηση με τον κοιμώμενο άντρα της («Θέλεις να δεις κάτι;»). Την ίδια διάθεση αντιμετωπίζει ο φωτογράφος σπιτιών που πουλάει τις φωτογραφίες στους ιδιοκτήτες, που σπεύδουν να βεβαιωθούν πως συμπεριλαμβάνονται στο κάδρο ή εκφράζουν τα οικιακά τους συναισθήματα («Σκόπευτρο»).

Μέσα στα ρημαγμένα οικογενειακά ναυάγια οι νεαρότεροι ήρωες αναδύονται αναπνέοντες: είτε ξεκαρδίζονται βεβιασμένα με τους φίλους τους για την τρέλα και τους καυγάδες των γονέων τους («Πού έχουν πάει όλοι;») ή υιοθετούν πιο θαρραλέα οπτική, όπως η 15χρονη κόρη που φωνάζει στον επιθετικό απελπισμένο πατέρα: «Όλα είναι μέσα στο κεφάλι μας. Αν πεις στον εαυτό σου να σταματήσει, θα σταματήσει. Το μυαλό μπορεί να κάνει τα πάντα. …Είναι το πιο δυνατό όργανο του σώματος. Μπορεί να κάνει ό,τι του ζητήσεις» («Κάτι ακόμα»). Ακόμα και η συντετριμμένη πενθούσα μητέρα γνωρίζει πως «θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να πάει πιο πέρα απ’ αυτό το απέραντο κενό που ήξερε πως απλωνόταν μπροστά της» (στο συνταρακτικό «Μια μικρή παρηγοριά»).

Η παρούσα έκδοση της αρχικής εκδοχής των διηγημάτων της συλλογής What we talk about when we talk about love (1981) χωρίς τις εκτεταμένες επεμβάσεις και αφαιρέσεις του επιμελητή Gordon Lish (που αποδεικνύει πως το περίφημο αφαιρετικό καρβερικό ύφος υπήρξε δικό του δημιούργημα) αποτελεί το αντικείμενο μεγάλης συζήτησης. Ανεξάρτητα από τις πλείστες παραμέτρους του θέματος (αποκαθήλωση ενός μύθου, λάμψη της αλήθειας, φιλολογικό ενδιαφέρον, απαύγασμα συγκριτικής λογοτεχνίας, θέση του επιμελητή [editor] ως εταίρου του λογοτεχνικής συγγραφής) η κατάληξη είναι ίδια: η ευκαιρία προσωπικής ανάγνωσης ενός νέου, αυθεντικότερου Κάρβερ. Που δεν έπαψε να αναρωτιέται «πώς γίνεται και κάποιες αγάπες χάνονται, σβήνονται απ’ τον χάρτη» και να είναι βέβαιος πως «είμαστε όλοι αρχάριοι στην αγάπη». Τελικά για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη;

Παράξενο που ’ναι το ποτό. Τώρα που το σκέφτομαι, βλέπω πως όλες μας τις σημαντικές αποφάσεις τις πήραμε πίνοντας. Ακόμα κι όταν κουβεντιάζαμε πως έπρεπε να βάλουμε λίγο φρένο στο ποτό, καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας ή στο τραπέζι του πικνίκ στο πάρκο με ένα πάκο μπύρες ή ένα μπουκάλι ουίσκι μπροστά μας. (…) Κι αυτό το πρωινό που η Χόλι ισχυρίζεται ότι πρέπει να κάνουμε μια σοβαρή κουβέντα για τη ζωή μας, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να τρέξω στην κάβα για ένα μπουκάλι…(σ. 49, 50)

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. – επίμετρο: Γιάννης Τζώρτζης σ. 328, με σημειώσεις των επιμελητών Γουίλιαμ Λ. Σταλ και Μορίν Π. Κάρολ, και επίμετρο του μεταφραστή (Raymond Carver, Beginners, 2008 –William L. Stull – Maureen P. Carroll).

Σημ.: Η συλλογή «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη» εκδόθηκε εδώ πριν από μια εικοσαετία (εκδ. Απόπειρα, 1993, ίδιος μεταφραστής). Πρώτη δημοσίευση σε mic.gr. (δηλαδή εδώ).

05
Φεβ.
12

Βασίλι Αξιόνοφ – Οι ουρανοξύστες της Μόσχας

H ευδαιμονία του τεντωμένου σκοινιού
«Η ιδέα του Παραδείσου είναι το λογικό πέρας της ανθρώπινης σκέψης, υπό την έννοια ότι η σκέψη αυτή δεν προχωράει παρακάτω· γιατί μετά δεν υπάρχει τίποτα, δεν γίνεται τίποτα. Γι’ αυτό και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Παράδεισος είναι το αδιέξοδο· είναι η έσχατη θέαση του χώρου, το τέλος των πραγμάτων, η κορυφή του βουνού, από το ύψος της οποίας δεν μπορούμε να πάμε πουθενά…» έγραφε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι για το μυθιστόρημα Ο λάκκος του Αντρέι Πλατόνοφ (Αντισέξους, μτφ. Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδ. Αρμός, 2009, σ. 267) και είναι αδύνατο να μην κάνουμε τις συγκρίσεις του έσχατου πλατονοφικού (ου-) τόπου με τον πλατωνικό παράδεισο όπου αισθάνονται πως ζουν οι χαρακτήρες του Αξιόνοφ: τα διαμερίσματα του 18ου ορόφου ενός από τα επτά πολυώροφα μεγαθήρια κατοικιών, παραχωρηθέντα «για την υπερήφανη διαβίωση των καλύτερων πολιτών της αθεϊστικής Ένωσης των Δημοκρατιών».

Η επίλεκτη αυτή σύναξη ενοίκων εμπνέει στον συνταγματάρχη Κιρίλ Σμελτσακώφ, εραστή της γλωσσικής ηδονής και αγαπημένο των μαζών ποιητή, την ιδέα μιας νεοπλατωνικής πολιτείας που θα κατοικείται από φιλοσόφους και πολεμιστές, έχοντας στην κορυφή της ψηλότερα απ’ τον Πλάτωνα και «ανάλογο του ηλιακού φωτός» τον Στάλιν. Υποψήφια μέλη της είναι η Γκλίκα, ηγετικό στέλεχος της Κομσομόλ, ιδανικό πρότυπο Γυναίκας της Νέας Φάσης και ενσάρκωση της Παρθενίας του Σοσιαλισμού, αλλά και με αναβράζουσα διάθεση για ερωτικούς πειραματισμούς, οι γονείς της – αντιπροσωπευτικοί τύποι της ανώτερης τάξης, οι διαχειριστές του κυλικείου ως το μάτι του κράτους, μυστηριώδη πρόσωπα με διπλούς ρόλους και μια νεανική παρέα με δυτικές προτιμήσεις, βαφτίζοντας την τζαζ ως μουσική των αδυνάτων. Ο αρχικά αφανής αφηγητής εμπλέκεται σταδιακά στον μύθο, όπου εντάσσεται και ο ίδιος ο Στάλιν, με μεταμεσονύκτιες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον άσπονδο φίλο του Κίριλ ως μια … γιουγκοσλαβική απόβαση στην ντάτσα του, επαλήθευση ενός εμμονικού εφιάλτη.

Όμως κανείς δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα της υπό αίρεση ευδαιμονίας. Η ενδεχόμενη νίκη της Γκλίκα στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι θα αποτελέσει «οριστικό και αποφασιστικό μάθημα στους εκπροσώπους της μπουρζουαζίας» ενώ η ήττα «υποβοήθηση των αθλητικών φιλοδοξιών των επιθετικών χωρών του ΝΑΤΟ». Οι δηλώσεις της στον δυτικό τύπο θα θεωρηθούν μέγιστο ατόπημα, αφού εκτός από την αγάπη της για τον Ηγέτη, εκφράζει απόψεις περί ερωτικής απόλαυσης. Τα «αρχαιοελληνικά» ποιήματα του Σμελτσακώφ κρίνονται επικίνδυνα για την νεολαία και τον ίδιο: η ποίηση της εποχής απαγορεύεται να είναι κοσμοπολίτικη ή ζοφερή, να έχει «περιττή αισθαντικότητα» ή να αλληθωρίζει στο παρελθόν. Ο Στάλιν αντιλαμβάνεται πως ο στιχουργημένος «ανθρακί Μινώταυρος στην άκρη του σκοτεινού δωματίου» συμβολίζει τον ίδιο και πως ο Θησέας ταυτίζεται με τον ποιητή.

Ο Αξιόνοφ αφήνει ανολοκλήρωτα πολλά από τα ένθετα επεισόδια γιατί δεν τον ενδιαφέρει ένα ακόμα χρονικό των διώξεων, αλλά περισσότερο η απόδοση του κλίματος και της ατμόσφαιρας της εποχής, η εστίαση στις παραμορφώσεις της καθημερινής ζωής που βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί και η ψυχογραφία της συλλογικής παράκρουσης γύρω από τον Ηγέτη. Η παρωδιακή του πρόζα του κοιτάζει τόσο προς στην κλασική ρωσική παράδοση όσο και την σύγχρονη μετακομμουνιστική λογοτεχνία. Το πέρασμά του στην πλευρά των ανεπιθύμητων του καθεστώτος ξεκίνησε στα τρία του, με την δεκαετή καταδίκη των γονέων του σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας ως «εχθρών του κράτους» – στοιχείο που προσδίδει στον αφηγητή – και ολοκληρώθηκε με την αυτοεξορία του στην Αμερική το 1979, συνεπεία της αντιπαράθεσής του με την σοβιετική λογοκρισία και την επίσημη κριτική.

Η διττή ιδιότητα του θερμού στρατιωτικού και του ποιητή με τις μεγαλομανείς εκφράσεις ενός αφελούς ιδεαλισμού προκαλεί ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με τον βασανιστή – πιλότο (στην άκρως αντίθετη πολιτική πλευρά) στο Μακρινό Αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Μήπως κι εδώ υπονοείται πως οι φύλακες των σχετικών καθεστώτων ήταν απλώς παραμελημένοι ανίκανοι ποιητές; Ακόμα κι ο ίδιος ο Κιρίλ κάποια στιγμή αναρωτιέται: «Πώς μπορείς να τα δεις όλα αυτά δίχως μια ελαφρά ειρωνεία;» (σ. 99). Μένει η αιρετική φράση του Βίκτορ Γεροφέγιεφ (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε στην περίφημη χειρόγραφη ανθολογία Μετρόπολ το 1979, που αγνόησε την λογοκρισία και οδήγησε σε ανακρίσεις και διαγραφές) στον Καλό Στάλιν: «Ο Στάλιν περνούσε όλους τους Ρώσους για παιδιά και αυτοί ήταν πράγματι παιδιά». 42 χρόνια μετά ο εκπατρισμένος αφηγητής δίνει διαλέξεις περί ουτοπιών, οι ουρανοξύστες γέμισαν εμπορικά καταστήματα, και η «δυτικόφιλη» νεότητα, τα αλλοτινά «παράσιτα», έμεινε άνεργη, εξαντλημένη από τις διώξεις. Επιβεβαιώνοντας τα λόγια του Μπρόντσκι, η παραδείσια κορυφή κατέληξε σε τέρμα και αδιέξοδο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, εισαγωγή και μτφ. από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, 411 σελ. (Василий Павлович Аксёнов – Москва Ква-Ква / Vassili Axionov (απαντά και ως Vasily Pavlovich Aksyonov, Vasili Aksenov), Moscow-cow-cow (Les Hauts de Moscou), 2006).

04
Φεβ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 78. Τεύκρος Μιχαηλίδης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Tο πρώτο μου μη σχολικό βιβλίο είχε τίτλο «Μαθηματικά Επίκαιρα –  Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα» και περιλάμβανε 33 δοκίμια, γραμμένα από το Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Αύγουστο του 2004, τα οποία συνέδεαν την τρέχουσα επικαιρότητα με τα μαθηματικά. Για παράδειγμα η κατάκτηση του Euro 2004 συνδέθηκε με τα ημικανονικά πολύεδρα του Αρχιμήδη, η παράδοση του «δακτυλιδιού» στον ΓΑΠ με την οικογένεια Bernoulli που αριθμούσε επτά πρωτοκλασάτους μαθηματικούς, η σύλληψη στελεχών της 17 Νοέμβρη με την ασυμμετρία κλπ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2004.

Το πρώτο μου μυθιστόρημα, τα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» είναι μια αστυνομική ιστορία που εκτυλίσσεται στις αρχές του εικοστού αιώνα, στο Παρίσι της Belle Epoque και στην Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων και του Εθνικού Διχασμού. Κινητήρια δύναμη, συνδετικός κρίκος των αστυνομικών και ιστορικών τεκταινόμενων είναι το θεώρημα της μη πληρότητας του Γκέντελ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2006 και μεταφράστηκε στα Ιταλικά, Ισπανικά. Αγγλικά, Γαλλικά, Κορεάτικά και Κινέζικα.

Ακολούθησε, το 2009 το «Αχμές, γιος του φεγγαριού» μια απολύτως φανταστική βιογραφία του Αχμές, ενός Αιγύπτιου γραφέα που συνέταξε γύρω στα 1650 π. Χ. το πρώτο ενυπόγραφο μαθηματικό εγχειρίδιο, ένα πάπυρο με 84 λυμένα προβλήματα, που ανακαλύφθηκε σ’ ένα τάφο γύρω στα 1850 μ.Χ. Για το συγγραφέα δεν είναι, τίποτα γνωστό πέρα από το όνομά του. Το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέλος πρόσφατα (Νοέμβρης 2011) κυκλοφόρησε το «Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού»

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ο κύριος λόγος που γράφω είναι ότι θέλω να ταξιδέψω. Στη μαυρίλα της Ελλάδας των τελευταίων δυο χρόνων, χρειαζόμουν μια τονωτική ένεση. Το μυαλό μου πήγε στις διακοπές, σε καλοκαιριάτικους έρωτες, σε αγαπημένα τραγούδια της νιότης. Κάπως έτσι χωρίς καλά καλά να το καταλάβω βρέθηκε γραμμένο το βιβλίο, το πρώτο ερωτικό – μαθηματικό μυθιστόρημα μια και τα μαθηματικά παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πλοκή. Τα κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που μας επιβάλλουν οι κυβερνήσεις των δυο τελευταίων χρόνων και μου μας γυρνούν πίσω στον εργασιακό μεσαίωνα έφεραν τη σκέψη μου στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα κι αυτό έδεσε πολύ καλά με τη Σέριφο, τόπο διακοπών το 1970 αλλά  και τόπο επαναστατικών κινητοποιήσεων το 1916.

Η Σέριφος και η πρόσφατη ιστορία της αποτελούσαν, μέχρι σήμερα, – διορθώστε με αν κάνω λάθος – ανεκμετάλλευτο λογοτεχνικό υλικό. Πώς σας δημιουργήθηκε η σχετική έμπνευση; Διαβάσατε, ταξιδέψατε;

Από τη στιγμή που επέλεξα τη Σέριφο – τόπο της πρώτης νεανικής μου εξόρμησης – ως κέντρο της δράσης, ήταν φυσικό να ασχοληθώ με όλες τις πτυχές της ιστορίας της. Δεν έχω κι εγώ υπόψη μου άλλη αφηγηματική προσπάθεια με κέντρο τη Σέριφο, αυτό όμως μάλλον δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στην επιλογή μου.

Η λογοτεχνία σας κυκλοφορεί στα ανεξάντλητα μαθηματικά και αστυνομικά πεδία. Σας γοήτευσαν αναπόδραστα οι δυο χώροι; Σκέφτεστε καθόλου να αποδράσετε;

Τα μαθηματικά είναι η ζωή μου, η μία και μοναδική επιλογή σπουδών και επαγγέλματος που έκανα από τα 15 μου και δεν την άλλαξα ποτέ. Οι ιστορίες είναι η αγαπημένη μου διασκέδαση: Να τις ακούω, να τις διαβάζω, να τις αφηγούμαι, να τις γράφω. Κι αυτό είναι μια πολύ παλιά και όχι αναγκαστικά συνειδητή επιλογή μου. Δεν σκέφτομαι να αποδράσω. Αν αποδράσω, πρώτα θα το κάνω και μετά θα το συνειδητοποιήσω.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Σχεδόν παντού. Στις ουρές, στο αυτοκίνητο, λίγο πριν κοιμηθώ και ξανά το πρωί μόλις ξυπνήσω, στις διακοπές. Όταν μου έρχεται μια ιδέα, σπεύδω να κάνω την αναγκαία έρευνα και καθώς μαζεύω το υλικό στήνεται κι η ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς. Όταν  εργάζομαι δεν ακούω μουσική. Γενικώς αγαπώ τη μουσική των sixties, ελληνική και ξένη, τη τζαζ και την ελαφρή κλασική μουσική

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Αμέ! Σε αεροδρόμια, σε καράβια, σε ξενοδοχεία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Δε νομίζω ότι θα έγραφα πραγματική βιογραφία. Οι αγαπημένες μου ιστορίες είναι αυτές όπου οι φανταστικοί μου ήρωες συναντιούνται και αλληλεπιδρούν με πραγματικά πρόσωπα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Πέρα από τις πρώτες εφηβικές μου απόπειρες, ποτέ. Δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να εκφραστώ μέσω της ποίησης.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Jane Austin, Betty Smith, Alexandre Dumas, Mika Waltari

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πέρα από τα έργα των πιο πάνω, Το μαύρο Αλγέρι του Maurice Attia, H λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Jean-Michel Guenassia, Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας του Jean – Claude Izzo.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο Αμερικάνος του Παπαδιαμάντη, The Pit and the Pendulum  του Edgar Allan Poe.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί ή μάλλον πολλές: Αθηνά Κακούρη, Λία Μεγάλου Σεφεριάδη, Τιτίνα Δανέλλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Μάρω Δούκα, Ευγενία Φακίνου

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η ηρωίδα στην Ιδιαιτέρα της Ελιάνας Χουρμουζιάδου, ο Byron στο Winds of War.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω περιστασιακά αλλά δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Με τους περισσότερους συγγραφείς που έχω μεταφράσει μας συνδέει μια ειλικρινής σχέση φιλίας. (Andrew Crumey, Eli Maor, Marcus du Sautoy, και με τον Denis Guedj όσο ήταν ακόμα εν ζωή)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Περισσότερο με δυσκόλεψε το Οι μεγάλες εξισώσεις του εικοστού αιώνα (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) όπου χρειάστηκε να μεταφράσω δοκίμια κορυφαίων φυσικομαθηματικών του εικοστού αιώνα από μια ευρύτατη γκάμα κλάδων της επιστήμης.
Μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφερε το Θεώρημα του Παπαγάλου, όχι μόνο γιατί ήταν το πρώτο μου αλλά γιατί με ταξίδεψε πολλαπλά στο χώρο και το χρόνο.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα αστέρια της Βερενίκης του Ντενί Γκετζ είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάθε Έλληνας. Η απόδραση από το χρόνο του Gregory Benford είναι επίσης ένα συναρπαστικό βιβλίο. Η βιογραφία του Αϊνστάιν του Isaacson εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και στο επιστημονικό και στο προσωπικό επίπεδο.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Νομίζω ότι όλα τα βιβλία που έχω μεταφράσει ήταν ιδιαιτέρως αξιόλογα. Όλα μου έχουν δώσει από κάτι.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να κάνω κάποτε μια εκτενώς υπομνηματισμένη μετάφραση κάποιου από τα λογοτεχνικά έργα της λεγόμενης επιστημονικής επανάστασης. Για παράδειγμα το Somnium του Kepler ή κάποιο από τα έργα του Cyrano de Bergerac. Χρειάζεται όμως πολύς  χρόνος και αυτή τη στιγμή έχω άλλες προτεραιότητες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι λογικό. Το έργο ανήκει στο συγγραφέα. Η δουλειά του μεταφραστή είναι σημαντική αλλά δε μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του συγγραφέα. Ωστόσο νομίζω ότι το όνομά του έχει θέση στο εξώφυλλο του βιβλίου που έχει μεταφράσει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Όλοι έχουν τη θέση τους στην πυραμίδα παραγωγής ενός βιβλίου. Ιδανικό είναι να στοχεύουν όλοι στην παραγωγή του καλύτερου δυνατού βιβλίου, άσχετα με το από ποια και πόσα χέρια έχει περάσει. Η συνεργασία μου με τους επιμελητές υπήρξε κατά κανόνα άψογη, με μία μόνο εξαίρεση στην οποία ο επιμελητής με αντιμετώπισε ανταγωνιστικά και έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα να αναδείξει την ανεπάρκειά μου και όχι να παραχθεί ένα σωστό βιβλίο. Αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο να κυκλοφορήσει με  πολλά λάθη επιμέλειας και εγώ να σταματήσω κάθε συνεργασία μου με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Βλέπετε όμως πόσο αναδεικνύεται το κακό και σκεπάζει το καλό! Είχα πάνω από τριάντα άψογες συνεργασίες με επιμελητές και διορθωτές κι εγώ θυμάμαι ακόμα τη μία και μοναδική ατυχή συνεργασία κι ας συνέβη πριν δέκα χρόνια!

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Ο μισθός μου ως εκπαιδευτικού, τα δικαιώματα από τα βιβλία μου και οι αμοιβές από τις μεταφράσεις μου εξασφαλίζουν δόξα τω Θεώ μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε μέχρι πρόσφατα. Τα τελευταία δύο χρόνια το 90% των εσόδων μου πάει σε άμεσους και έμμεσους φόρους, δηλαδή σε νεοκλασσικά και πισίνες νυν και τέως υπουργών. Θα δούμε…

Το εκπαιδευτικό σας λειτούργημα σάς απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο;  

Θεωρώ ότι η βασική μου εργασία είναι αυτή του εκπαιδευτικού. Από αυτήν «κλέβω» ώρες για τη συγγραφή που είναι κατά βάση η ψυχαγωγία μου.

Ως εκπαιδευτικός – μαθηματικός έχετε την ευκαιρία να μιλήσετε στους μαθητές σας για την λογοτεχνία;

Συχνά.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω ένα νέο μυθιστόρημα (τη συγγραφή του οποίου διέκοψα γιατί ένιωσα την ανάγκη να γράψω τα Τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού), Πρόσφατα ολοκλήρωσα τη μετάφραση ενός σημαντικού βιβλίου (Naming Infinity). Παράλληλα σχεδιάζω δυο τρεις ακόμα ιστορίες που θα αρχίζω να τις δουλεύω αργότερα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει πολύ ο James Ivory. To Radio Days του Woody Allen είναι μια ταινία που δεν ξεχνώ. Από τις ελληνικές ταινίες βλέπω και ξαναβλέπω ευχαρίστως το Προξενιό της Άννας, το Πέπερμιντ, το Happy Day, τις Μέρες του 36 και το Θίασο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Δεν έχω όμως χρόνο για να συμμετέχω στο Facebook και το Tweeter ή να γράφω στα διάφορα blog. (Παρόλο που έχω λογαριασμούς σε όλα αυτά τα διαδικτυακά μέσα).

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της νεότητάς μου διαβάζοντας. Δυσκολεύομαι να φανταστώ τη νεότητα χωρίς αναγνωστική ιδιότητα. Κάντε μου όμως μια συγκεκριμένη προσφορά και θα το συζητήσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Τι γνώμη έχετε για τους υπουργούς που ισχυρίζονται ότι ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το διαβάσουν;
Πρόκειται για τακτικό ελιγμό. Όλοι τους έχουν διαβάσει μνημόνιο. Όμως ανάμεσα στο χαρακτηρισμό «προδότης» που θα αποδώσει η ιστορία σε όσους μας έβαλαν στο μνημόνιο και το χαρακτηρισμό «αφελής», «ανεύθυνος», «τεμπέλης» ή ακόμα και «βλαξ»  που επισύρει η δήλωση «το ψήφισα αλλά δεν το διάβασα» επιλέγουν ορθότατα να αποσείσουν από επάνω τους τον πρώτο. Φοβούμαι ότι θα τα καταφέρουν.

03
Φεβ.
12

Νόρμαν Μανέα – Η επιστροφή του χούλιγκαν

Η δικαίωση της εξορίας

στο ανοιξιάτικο Βουκουρέστι του 1986 η αθλιότητα είχε φτάσει σε επίπεδα για τα οποία οποιοσδήποτε σαρκασμός δεν ήταν πλέον αρκετός. Ούτε τα όνειρα δεν κατάφερναν πια να επιβιώσουν στα υπόγεια του βυζαντινού σοσιαλισμού. Αντιμέτωπος με τη μοίρα, ο συγγραφέας δεν είχε άλλη επιλογή παρά να γίνει ο ίδιος κάποιο φανταστικό πρόσωπο μέσα από τα βιβλία του ή να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά.  (σ. 150)

O Μανέα δοκίμασε και τα δυο. Καθόρισε την αιχμαλωσία του ως ελευθερία και φαντάστηκε τον εαυτό του «ως κάτοικο μιας γλώσσας και όχι μιας χώρας». Η γλώσσα πράγματι υπήρξε «το αληθινό του σπίτι, μια μορφή νομιμοποίησης, η πραγματική πολιτογράφησή του» σε μια ζωή ανυπαρξίας χώρου και χρόνου, από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την «πιο ασυνήθιστη σοσιαλιστική καινοτομία: την κρατική ιδιοκτησία του χρόνου, ένα αποφασιστικό βήμα προς την ιδιοκτησία των ανθρώπινων όντων» ως την φυγή στην Αμερική.

Στην αρχή της δεκαετίας του 80, και το γράψιμό μου είχε καταντήσει κουρέλι γεμάτο τρύπες και δεν κατάφερνε πια να σκεπάζει τη μιζέρια του τσίρκου. Η καινούργια φρίκη δεν αντικατέστησε την παλαιά, αλλά την αφομοίωσε: συνεργαζόταν. Όταν έκανα την ανακάλυψη αυτή δημόσια, βρέθηκα έξω από την αρένα. Τα μεγάφωνα γάβγιζαν, επαναλαμβάνοντας: ξένε, ξένε, ξενιτεμένε, μιαρέ, αντί… Είχα αποδειχθεί και πάλι ανάξιος της Πατρίδας… (σ. 45)

Συνεργάτης στο σχέδιο της παγκόσμιας ευτυχίας, ο Μανέα βρέθηκε στα εργοτάξια του Πλοϊέστι, στους άμβωνες των προπαγανδιστικών εορτασμών και στις αίθουσες των συνεδριάσεων (μοναδική λέξη στο λεξικό της νέας πραγματικότητας). Παγιδεύτηκε σε προνομιακά περιβραχιόνια που αργότερα αποποιήθηκε, στην λασπώδη κοινωνική πλήξη και την σκηνοθετημένη ομαδική ύπνωση. Μοναδική ατομική άμυνα σ’ εκείνη την συλλογική φάρσα απαλλαγής από την προσωπικότητα αποτελούσε η εσωτερική ζωή, μαζί με τον … μεσημβρινό ύπνο στο μικρό συμπιεσμένο κρατικό διαμέρισμα, πριν από τον δίωρο τηλεοπτικό παραλογισμό του Λευκού Κλόουν της Εξουσίας που μαζί με τον Τρελοαυγουστίνο αποτελούν τους δυο αρχετυπικούς χαρακτήρες της ανθρώπινης γελοιότητας: τον Δικτάτορα και τον Καλλιτέχνη, ήδη αντικείμενα του δοκιμιακού εργαστηρίου του συγγραφέα (βλ. εδώ). Το 1986 τα συμπτώματα της ραδιενέργειας δεν ήταν ισχυρότερα από εκείνα της καθημερινότητας.

Ο απογευματινός ύπνος, η σιέστα με την οποία ο απαθής σοσιαλισμός δείχνει την ανωτερότητά του μπροστά στην εκφυλισμένη Δύση. Μετά τον ύπνο η χαλαρή συζήτηση, η νευρωτική τρέλα των δυο ωρών της τηλεόρασης, με τον Κλόουν που τραυλίζει παίζοντας το ρόλο του προέδρου: ακόμα μια μέρα χωρίς επιστροφή. Το γεγονός Τσερνόμπιλ μεγιστοποίησε τις αβεβαιότητες. Με ένα διεστραμμένο τέχνασμα θα έπρεπε να χαστουκίσει κανείς την οποιαδήποτε μικροσκοπική, αργόστροφη αίσθηση της ελπίδας. Πονοκέφαλοι, πόνος στα μάτια, ταχυπαλμίες, τάση για εμετό; Αυτά ήταν συμπτώματα καθημερινότητας, όχι ραδιενέργειας. Ήταν απόβλητα που έχουν εισχωρήσει δεκαετίας στα σώματα και στις ψυχές. Την ανάγκη του άλματος στο κενό την αισθάνθηκαν πολλοί και από παλιά, αλλά η δύναμη της απάθειας είναι αμείωτη. (σ. 125)

Ο τρόμος της παραμονής συναγωνίζεται με τον δισταγμό της φυγής, που μοιάζει «σκάλα διαφυγής, έξοδος κινδύνου, τελευταία λύση». Και ξαφνικά, λίγο μετά την αμερικανική δεκαετία, προσκαλείται στην πατρίδα. Τι θα μπορούσε να περιμένει ο χαρακτηρισμένος αλλοδαπός, ετερόδικος και προπαντός χούλιγκαν (όρος που κάλυπτε κάθε αποκλίνουσα συμπεριφορά ή «προσβολή του ρουμανικού λαού») εκτός από την επιβεβαίωση της διπλής εξορίας; Εδώ υπάρχει περισσότερος φόβος (για δεσμούς από τους οποίους δεν έχει ακόμα ελευθερωθεί), περιέργεια (πώς θα τον δεχτούν «με τις δάφνες της εξορίας και τις κατάρες της πατρίδας»), αγωνία (να σκοτωθεί «ο δράκος του παρελθόντος»), «η τυραννία της συναισθηματικότητας» και η ενοχή που τον ακολουθούσε πάντα: ή επειδή δεν έφυγε νωρίτερα ή επειδή έφυγε – έστω καθυστερημένα.

Απλή και σαφής, η γλώσσα του Κόμματος παρέμεινε παρ’ όλα αυτά κωδικοποιημένη. Η ανάγνωση ανάμεσα στις γραμμές είχε γίνει κανονική πρακτική. Το βάρος των επιθέτων, η βία των ρημάτων, το μήκος του επιχειρήματος έδειχναν πόσο σοβαρή ήταν πραγματικά η κατάσταση και πόσο αυστηρή επρόκειτο να ήταν η θεραπεία. Οι σύντομες ανακοινώσεις για τις συνεδριάσεις του ηγέτη μας με τους δυτικοπευρωπαϊκούς πολιτικούς ή με τους ηγέτες της ανατολής ή με τον Σοβιετική πρεσβευτή στο Βουκουρέστι, επέτρεψαν στους εραστές των γρίφων και των σταυρόλεξων α διερευνήσουν και να καταλάβουν τις καββαλιστικές έννοιες των όρων: «εγκάρδιο», «συντροφικό», «θερμή φιλία», «αμοιβαία εκτίμηση και συμφωνία»… (σ. 179)

O συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του με διαδοχικές μνημονικές παλινδρομήσεις, διαπερνώντας απαγορευμένα ζητήματα, όπως η ευθύνη των Ρουμάνων διανοούμενων, ακόμα και δασκάλων του έθνους (μετά την δημοσίευση άρθρου για τον Μίρτσεα Ελιάντε οι εφημερίδες της Καινούργιας Δημοκρατίας τον κατηγόρησαν για βλασφημία και προδοσία) ή το βιαστικό δημοκρατικό λούστρο της μετακομμουνιστικής Ρουμανίας που υποκρύπτει παλαιότερους φασιστικούς χρωματισμούς (Κοντρεάνου, Αντονέσκου, Σιδηρά Φρουρά, ρατσισμός, αντισημιτισμός). Αυτός ο εσαεί παρείσακτος – ανεπιθύμητος και μόνο λόγω ιδιότητας, προέλευσης ή του ορθού (του) λόγου, μεταθανάτιος ναυαγός σε τόπους που δεν τον γεμίζουν, αποποιείται την στάμπα του θύματος (που χαρακτηρίζει πλείστους ομοιοπαθείς συγγραφείς και ήρωες), την περιχαράκωση στα γκέτο της ταυτότητας (και ποιας απ’ όλες άραγε;), την χρέωση της ιδιότητας του εχθρού στο πρόσωπο του Άλλου και αναθυμάται το μήνυμα του Γκομπρόβιτς, όταν ήταν κι εκείνος εξόριστος στην Αμερική («Να μείνεις πάντα ξένος»), βέβαιος πια πως η Οδύσσεια παραμένει εσαεί ανοιχτή και η «Μύηση» δεν τελειώνει ποτέ.

Είχα βρει τελικά το αληθινό σπίτι μου, την αληθινή κατοικία μου. Η γλώσσα υποσχέθηκε όχι μόνο την αναγέννηση, αλλά και μια μορφή νομιμοποίησης, την πραγματική πολιτογράφηση και την πραγματική ταυτοποίηση. (σ. 237)

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, μτφ. Ελευθερία Πρέντα – Ζήκου, σ. 446 [Norman Manea, Intoarcerea huliganului, 2003].

Με προστάτεψε πραγματικά, όπως ήλπιζα, η αναλυτική γεωμετρία, η αντίσταση των υλικών, η κατασκευή των κτηρίων και η μηχανική των ρευστών από τη δημαγωγία ου υπήρχε γύρω ή από τα ρήγματα στο μυαλό μου; Το σχολείο της υποκρισίας, το σχολείο της διασπασμένης προσωπικότητας και η σχιζοφρένεια έβαλαν τη συλλογική ιστορία βαθιά μέσα στην προσωπική ιστορία…. (σ. 236)

Στην τελευταία φωτογραφία: κτίρια στο Βουκουρέστι.

02
Φεβ.
12

Νικ Χόρνμπυ – Η Τζούλιετ γυμνή

Ροκ μύθος, ιδιωτικός θρήνος

Είχαν και οι τρεις τους την ίδια ανάγκη για το άγνωστο, την ίδια υποψία ότι όταν ένα μουσικό κομμάτι αγαπιέται από μεγάλο αριθμό ανθρώπων, χάνει την αξία του, με κάποιον περίεργο τρόπο. (σ. 210)

Βαθύς γνώστης της νεανικής κουλτούρας και του ροκ, ο Χόρνμπι καταδύεται στην μυθοποίηση που συνοδεύει μουσικές προτιμήσεις και μανίες. Το παραμύθιασμα δεν γνωρίζει ηλικίες και ο μεσήλικας Ντάνκαν εμπλέκεται παθολογικά με τον Τάκερ Κρόου, μουσικό του ’80, η ιστορία του οποίου περιέχει παν μυθοποιητικό στοιχείο: έναν μνημειώδη δίσκο («Τζούλιετ»), τον σπαρακτικό χωρισμό από την γυναίκα – μούσα και την οριστική «εξαφάνισή» του.

Θα περίμενε κανείς στην εποχή της διαδικτυακής πληροφοριο-κρατίας να μην υπάρχει χώρος για τέτοιες ιστορίες: τίποτα δε μένει αφώτιστο από τα πίξελ. Κι όμως! Το ίδιο το ίντερνετ, μέσω της συνάθροισης των φανς, μπορεί όχι απλώς να γιγαντώνει μύθους αλλά και να τους διασπέρνει σε απειράριθμες εκδοχές. Οι αυτοαποκαλούμενοι Κροουολόγοι συγκατοικούν στα λάπτοπ, αναγνωρίζουν ακόμα και αιρέσεις στο δόγμα τους, αναζητούν το εξαφανισμένο είδωλο, εικάζουν σχετικά με την σιωπή και τον δημιουργικό του θάνατο. Με την απρόσμενη κυκλοφορία μιας πρωτόλειας ακουστικής έκδοσης του δίσκου επιδίδονται στην ενδελεχή ανάλυση και υπερθεματισμό του, με εξαίρεση την Άννι. Σύντροφος του Ντάνκαν σε μια κουρασμένη σχέση που διατηρείται συγκολλημένη λόγω κοινών γούστων και απέχθειας για την κωμόπολή τους, είναι η πρώτη που διαρρηγνύει τον μύθο με μια ψύχραιμη κριτική. Κι ο Κρόου αυτοπροσώπως την δικαιώνει μέσω μέιλ!

Ο Χόρνμπι σαρκάζει χαϊδευτικά τους εμμονικούς της ροκ μυθολογίας που επιδιώκουν να ζήσουν τη (απολαυστικότερη;) ζωή κάποιου άλλου. Οι εκστατικοί υμνολόγοι της Τζούλιετ εκτίθενται καθώς η γυμνή εκδοχή της αποκαλύπτει έναν «αδυσώπητο χαρακτήρα απέχθειας». Ο χώρος μεταξύ Ντάνκαν και Άννι δεν καταλαμβάνεται πλέον, σαν κομματάκι ενός παζλ, από τον Τάκερ, αλλά μένει κενός. Εκείνη έχει να αντιμετωπίσει μια δεύτερη κενή συνύπαρξη: με αφορμή την οργάνωση μιας έκθεσης στο μικρό μουσείο όπου εργάζεται και την συμμετοχή των κατοίκων με κατάθεση ασήμαντων εκθεμάτων, συλλογίζεται πάνω στη σπατάλη του ανθρώπινου δυναμικού στον οποιοδήποτε μικρόκοσμο. Αναζητά απεγνωσμένα τον ενεστώτα χρόνο όταν όλοι μιλούν ασταμάτητα στον παρατατικό.

Ο Τάκερ, με πέντε παιδιά από τέσσερις διαφορετικές γυναίκες, προτιμά να αυτοσαρκάζεται παρά να ωριμάσει συναισθηματικά, ενώ σαστίζει με την εμμονή της σύγχρονης κοινωνίας για τον φυσικό πατέρα, προτιμώντας την ιδέα των τρυφερών πατριών των παιδιών του (από τους οποίους αισθάνεται ούτως ή άλλως κατώτερος). Ακόμα και στη νοσοκομειακή κλίνη, όπου γύρω του μαζεύεται «η ζωή του» περισσότερο αισθάνεται ως ο ηγέτης μιας θρησκευτικής κοινότητας ανασφαλών πιστών· μια άχρηστη καλλιτεχνική φύση χωρίς τελικό προϊόν, ένας πρώην «κάτι» που χαράμισε τα ταλέντα του και έχασε την ζωή μέσα από τα χέρια του. Η ζωή και η καριέρα του συνεχίζονται μόνο στο Google, όπου κανείς δεν ξεχνιέται. «Ίσως πρέπει να γράψεις ο ίδιος τη σελίδα σου στη Βικιπαίδεια, ώστε τα παιδιά σου να ξέρουν κάτι για σένα» του λέει μια κόρη του. Όμως η διαδικτυακή του εικόνα τον απέτρεπε να ξαναβγεί στον κόσμο. Όταν ο μύθος του ήταν τόσο συναρπαστικός, πώς να εμφανιστεί ως καλοξυρισμένος διοπτροφόρος πατέρας; Δικαιούται ένας ροκ μουσικός να ζει σαν δημόσιος υπάλληλος; Προτίμησε την εικόνα ενός σαλεμένου ερημίτη, αλλάζοντας «θέσεις» με κάποιον αγρότη.

Το αποστειρωμένο μάτι ενός καρχαρία – το σπουδαιότερο θέλγητρο της έκθεσης – συνοψίζει τους περίκλειστους μικρόκοσμους των κατοίκων (ο καθένας ζει στο παραμύθι του κόσμου του) αλλά και την συνειδητοποίηση πως το ζευγάρι δέθηκε ακριβώς εξαιτίας της περιφρόνησής για όλα αυτά. Η μονολογούμενη φράση «Φτάνει πάντοτε μια στιγμή που βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τις αυταπάτες σου, συνειδητοποιώντας πόσο αξιολύπητες είναι» εκφράζει και τους τρεις. Κι όταν αυτοί συναντιούνται, οι ειρωνείες διασταυρώνονται: ο Ντάνκαν γνωρίζει περισσότερα για τον Τάκερ απ’ ότι ο ίδιος («θέλω να δω πόσα ξέρω για την ίδια μου τη ζωή»), ο τελευταίος θα παίξει στην επαρχιακή έκθεση, η Τζούλι δεν του ήταν καν συμπαθής, ο δίσκος περιείχε ψέματα. Η σχέση του με την Άννι παρά την προ-οργασμική θλίψη και τον συνεχιζόμενο εθισμό στην διαδικτυακή επικοινωνία θρέφει αποφάσεις: εκείνη θα φύγει κι εκείνος θα ξαναδημιουργήσει, ακόμα κι αν «προδώσει» τους φανς. Τουλάχιστο αυτή τη φορά κανείς δεν θα προδώσει τον εαυτό του.

Πάλι έπιασε το κατάλληλο πόστο ο Νικ. Ακριβώς ανάμεσα στη μυθοποίηση και την απομυθοποίηση του ροκ.

Εκδ. Πατάκη, 2009, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, σελ. 385 (Nick Hornby, Juliet Naked, 2009).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

01
Φεβ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 50

Ίλιγγος πρώτος, να πετάς στα σύννεφα – κι όλα γύρω σου. Ίλιγγος δεύτερος, να στροβιλίζεσαι στα εσώτερα βάθη.

Κι άλλοι ίλιγγοι, ετεροκαθορισμένοι, θεαματικοί, οριακοί. ..

Koji Suzuki – Loop (1998), Hanif Kiureishi – The Buddha of Suburbia (1990), Arto Paasilinna – Petits suicides entre amis (1990) κι ένα περιοδικό από μια χώρα που κάποτε έλεγαν Γιουγκοσλαβία (1988).




Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

Blog Stats

  • 1.035.043 hits

Αρχείο