Αρχείο για Φεβρουαρίου 2012

29
Φεβ.
12

Μαρία Κουγιουμτζή – Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;

Στην άκρη του πόνου κι ακόμα παραπέρα

…αισθάνθηκε τη φθορά των λόγων του και σταμάτησε. Ένα ανήσυχο χέρι βρήκε απ’ τη σκέψη του, μάζεψε τα λόγια και τα έκρυψε βιαστικά. (σ. 206)

Τα λόγια, με τη συνεχή επανάληψη, τα ένιωθε αποφλοιωμένα από κάθε νόημα, σαν να ξεφλουδίζονταν οι λέξεις, και τα γράμματά τους έπεφταν κάτω σαν πιτυρίδα. (σ. 184)

Πράγματι: στις οριακές καταστάσεις τα λόγια μένουν ήδη πίσω, αφήνοντας τις πράξεις να ολοκληρώσουν τα ειπωμένα και τα μη ειπωμένα. Κι όταν οι πράξεις είναι κατάφορτες και ξεχειλισμένες από βία και σκληρότητα, από θάνατο ή φθορά κι από τα ατυχή και αναπότρεπτα γυρίσματα της ζωής, δεν μένει παρά εκ των υστέρων πια να επανέλθουν οι λέξεις, αργοπορημένες κι αδύναμες να προλάβουν την καταστροφή αλλά αναγκαίες για να την διασώσουν στο χαρτί. Κάπως έτσι και τα διηγήματα της Μαρίας Κουγιουμτζή αποτελούν βυθίσεις σε παντός είδους πόνους, εκδοχές φυσικού ή ψυχικού θανάτου, θεάσεις του αναπότρεπτου ή της σκληρότερης δυνατής ζωής.

Οι τρεις σελίδες του «Πρέπει» συμπυκνώνουν δυο διαφορετικές στάσεις ζωής (εκδίκηση – συγχώρεση) απέναντι σ’ έναν ανελέητο πατέρα – δυνάστη, ανήμπορο πλέον στα χέρια των δυο του κορών. Στις «Ενοχές» το ελάττωμα του μικρού κοριτσιού της σκληρότατης δεύτερης μητέρας του μετενσαρκώνεται ως νέμεση στο δικό της παιδί της. «Η ομορφιά που μορφάζει», «Το κοριτσάκι» και «Η άτυχη» συμπυκνώνουν στις λιγότερες δυνατές σελίδες την πλέον ανείπωτη βία.

«Τα κλειδιά» ηχούν τις αναπότρεπτες συνέπειες μιας τραγικής επιλογής. Ένας πατέρας λυγίζει από την κακομεταχείριση και προδίδει τους συντρόφους του και προδίδει κλείνεται στο σπίτι συντετριμμένος και μετανιωμένος, με τα μάτια του γυρισμένα προς τα μέσα πηγάδια του. Όταν αποφασίζει να βγει κανείς δε στέκεται μπροστά του, παρά μόνο κοιτάζεται μ’ εκτροχιασμένα μάτια πίσω από τις παραμερισμένες κουρτίνες. Ακόμα κι όταν δεν ζητά συγχώρεση αλλά τιμωρία, κι εκεί παραμένουν οι κουρτίνες κλειστές κι η ψυχή του άδεια.

Ένα ξένο μπαλκόνι αποτελεί τον πιο κατάλληλο τόπο αυτοχειρίας, όπως συμβαίνει με τον απρόσκλητο επισκέπτη που έρχεται από την απέναντι κλινική ηλικιωμένων σαν να κάνει το φυσικότερο πράγμα του κόσμου, για να υπενθυμίσει στην εμβρόντητη οικοδέσποινα την θλιβερή θέα του οικήματός τους, να της μιλήσει για την συμβίωση με την σάπια σάρκα και να της μεταφέρει τον απροκάλυπτα ωμό διάλογό του με τον διευθυντή: Τι θα κάνω μ’ εσένα, μου κουνάει το δάχτυλο ο διευθυντής. Αναστατώνετε και τους υπόλοιπους. Είναι πολύ απλό, του είπα, σκοτώστε μας όλους. Θα πάρει κακή φήμη η κλινική, είπε σκεφτικός, θα πάψουν να φέρνουν τροφίμους. Κάνετε λάθος, του είπα, το αντίθετο, θα τρέχουν σωρηδόν σ’ εσάς. Θα λύσετε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Τι του μένει; Ούτε ο Θεός – Κι απ’ την άλλη…έχω την εντύπωση πως μεγαλώνει κι ο Θεός μαζί μας κι αλλάζει κι αυτός. Τρελαίνεται σαν κι εμάς. Ωριμάζει, ίσως να σαπίζει… – ούτε ο ορθολογισμός – Όλοι μας κουβαλάμε έναν Εβραίο κι έναν ναζί μέσα μας….ούτε τα όνειρα – ακόμα και στην ονειρική της επίσκεψη η νεκρή του κόρης του μεταφέρει την θλίψη της νέας της «κατοικίας» («Το μπαλκόνι»).

Αν γίνεται η αυτοχειρία να αποτελεί σωτηρία,  μπορεί και ο θάνατος να αποτελεί ευτυχία; Μπορεί, όπως «Ο θάνατος του στρατιώτη Μαβί» σ’ έναν πόλεμο που γινόταν χωρίς μίσος, χωρίς προσωπικό πάθος, απλώς σαν μια υπηρεσία όπως όλες οι δημόσιες υπηρεσίες, που απαιτούσε συνέπεια, υπακοή και αποτέλεσμα. Ο στρατιώτης που διακρίνει την ματαιότητα της πολεμικής ευτυχίας έναντι της άλλης, της ευτυχίας του να είσαι νεκρός δισεκατομμύρια χρόνια, σκέφτεται πως μπορεί ο θάνατος να είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μας, η πιο έντονη ηδονή …πριν χαθεί η συνείδησή του.

Εκείνο που στροβιλίζεται γύρω από τις περιοχές του άφατου κι αφάνταστου πόνου είναι μια πλήρης σχετικότητα των πάντων και ιδιαίτερα των όρων που ο ανθρώπινος έλεγχος και ο κοινωνικός έλεγχος όρισαν ως ανήθικο, ανώμαλο ή απαγορευμένο. Η όποια σκληρότητα ή και βία των χαρακτήρων δεν πηγάζει από τις κοινωνικές συνθήκες αλλά από τα ίδια τους τα βάθη τους, σαν να ανοίγει μια τρύπα και να ξεχειλίζει κάθε αρνητικό συναίσθημα που σιγόβραζε στα σωθικά τους. Ο ίδιος πόνος όμως μπορεί να προσφέρει και τη μέγιστη ευχαρίστηση, αποκαλύπτοντας και τις πλέον κρυμμένες μαζοχιστικές ή αυτοκαταστροφικές πλευρές του. Άλλοτε δεν υπάρχει πόνος, παρά ένας τρόμος που γίνεται γλυκός, ένα χάδι λιγωτικό, και μια σύγχυση ένοχη αλλά ηδονική, όπως στον  «Εραστή της λαίδης Τσάτερλη». Η «συγκίνηση» του άσεμνου βιβλίου που διαβάζει, αλλά και κάθε μελλοντικού της αναγνώσματος, συμπίπτει με την «συγκίνηση» της τιμωρίας που επιφυλάσσεται στο μικρό κορίτσι που τόλμησε και διάβασε σελίδες άσεμνου βιβλίου, από τον θείο της.

Εν τέλει ακριβώς εκείνη η διαρκής διαμάχη ανάμεσα στο ναι και το όχι, που ειπώθηκε ή δεν ειπώθηκε στις οριακές στιγμές να είναι το απόσταγμα και των δικών μας ζωών. Μια άλλη μικρή ηρωίδα εδώ όλο λέει ναι, ενώ σχεδόν πάντα θέλει να λέει όχι. Το μόνο ναι που εννοεί πραγματικά αφορά την περιοχή όπου βρίσκεται το σπίτι της θείας της. Αυτό το ναι το κρατάει για τον εαυτό της, φοβάται ότι θα το χάσει αν το πει, γι’ αυτό σιωπή, ό,τι δεν ξέρουν οι άλλοι είναι ασφαλές. Οι ξαδέλφες την μυούν σε μυστικά μέρη κι ακόμα μυστικότερα παιχνίδια: οι λέξεις βουίζουν ολόγυρά της, ζεστά χέρια που χαϊδεύουν. […] Το σεντόνι τα σκεπάζει όλα. Και τα ναι και τα όχι. Με την ενηλικίωση η ξαδέλφη την εισάγει και στα της ερωτικής προσέλκυσης, ώσπου χώνεται μέσα σ’ εκείνο το σύννεφο της παραφοράς, όπου σχοινιά την ανεβάζουν και αιώρες την κουνούν πάνω από έναν γκρεμό που ο ίλιγγός του τη γοητεύει. …την αφήνει μετέωρη χωρίς ναι και όχι. Υπάρχει ένα ατέλειωτο άφημα σ’ αυτή την έλλειψη του ναι και του όχι. Νοιώθει σαν εκείνο τον κόκκο της σκόνης στο φως του ήλιου….(«Οι ξαδέρφες»).

Δεκαετίες μετά το ξύπνημα του ερωτικού συναισθήματος, τη θύελλα γλυκασμούς και ερέβη, το όχι στην ξαδέλφη (που έχασε την ορμή και την ανεξαρτησία του ελεύθερου ωραίου ζώου κι έγινε «ζώο οικόσιτο, εξημερωμένο») και τον χωρισμό των δρόμων τους, δεν μένουν παρά οι φωτογραφίες με τα πρόσωπά τους γελαστά, ανέμελα, ανύποπτα για τις ρωγμές που θα υποστούν, θα φθαρούν πιο γρήγορα κι απ’ το χαρτί της φωτογραφίας. Κι όταν στο κρεβάτι του γηροκομείου αναλογίζεται την φύση του ερωτικού ρίγους και βυθίζεται στο γλυκό μούδιασμα του ύπνου, προφέρει το οριστικό ναι, σε μια από τις αισθαντικότερες λογοτεχνικές περιγραφές της αποδοχής του Αναπότρεπτου.

Αλλά το χρώμα των τριανταπέντε ολιγοσέλιδων διηγημάτων δεν είναι μόνο μαύρο, ένα μαύρο άλλωστε που ποτέ δεν σου μαυρίζει τη ψυχή, αντίθετα σου ανοίγει ορθάνοιχτο παράθυρο μέσα σε έναν αληθινό κόσμο που οφείλεις να δεις και σ’ έναν λόγο που σου προσφέρει την πιο γλυκιά παραμυθία. Κάποτε επικρατούν εδώ άλλα χρώματα, εκείνα που αποκτά η νοσταλγία και η ο Χρόνος που γίνεται Κρόνος και μας καταβροχθίζει. Δεν χωρίζει κανείς απ’ αυτά που έχει αγγίξει. Υπάρχει μια μετάγγιση, ένα νήμα που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και δένει τα πράγματα. Πάντα εισχωρεί μέσα σου κάτι απ’ αυτό που ακούμπησε το βλέμμα σου και κάτι αναχωρεί από σένα για να το ανταμώσει («Διαζύγιο»).

 Άλλωστε, τώρα ακόμα κι οι φωτογραφίες αρνούνται τους νεκρούς. Είναι έγχρωμες, γελαστές, λάμπουν τα πρόσωπα, λες κι είναι σε τραπέζι γιορτής και όπου να ’ναι θα γυρίσουν σπίτι. Ενώ οι παλιές, οι ασπρόμαυρες, που κιτρινίζουν με τα χρόνια, φύγανε, φωνάζουν, πάνε, δεν θα γυρίσουν πια («Το Μπαλκόνι»).

 Πόσο σπάνιο, η σκληρότητα να γράφεται με τέτοια τρυφερότητα!

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, σ. 212.

Advertisements
28
Φεβ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 53

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιοδικό Υπόστεγο, τεύχη 1 (Ιούνιος 1987), 4 (Νοέμβριος 1988), 6 (Καλοκαίρι 1992), Καβάλα.

Η αίσθηση του χειροποίητου και η υποδειγματική αισθητική της πρόσοψης: δυο από τις θεμέλιες αρετές των περιφερειακών λογοτεχνικών περιοδικών – πνευμόνων της εν τω γίγνεσθαι ελληνικής λογοτεχνίας.

27
Φεβ.
12

Εντευκτήριο – Ειδικό Τεύχος Δεκέμβριος 2011

Οδυσσέας Ελύτης. 100 χρόνια από τη γέννησή του

Η πολυσήμαντη παρασημαντική

Αντιλαμβάνομαι την ποίηση σαν μια πηγή αθωότητας γεμάτης από επαναστατικές δυνάμεις, που αποστολή μου είναι να τις κατευθύνω επάνω σ’ έναν κόσμο απαράδεκτο για τη συνείδησή μου· ελπίζοντας, μέσ’ από συνεχείς μεταμορφώσεις, να τον κάνω πιο σύμφωνο με τα όνειρά μου. Μιλώ για μια σύγχρονου τύπου μαγεία, που ο μηχανισμός της τείνει κι εκείνος στην ανακάλυψη της βαθύτερής μας πραγματικότητας… [Εν λευκώ, 207]

Συγκεντρωτικός τόμος του «Εντευκτηρίου» με όλα τα κείμενα, δοκίμια και μελετήματα για τον ποιητή που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό (1990-2005) τόσο στο μεγάλο αφιέρωμα του διπλού ―και εξαντλημένου από χρόνια― διπλού τεύχους 23-24 [1993] όσο και στις «Σελίδες για τον Ελύτη» του τεύχους 70 [2005]) αλλά  και τέσσερα πρόσφατα. Η πλούσια εικονογράφηση είναι δεδομένη, το πολύτιμο διπλό περιεχόμενο ακριβό. Αν ο ποιητής μιλάει με διαισθήσεις, προκαλεί μυήσεις, ασκεί μαγεία, όπως έγραψε ο ίδιος ο Ελύτης, τότε εδώ η προσφερόμενη εδώ μέθεξη αισθήσεων και συναισθήσεων είναι ευπρόδεκτη όσο ποτέ.

Ένα τοπίο δεν είναι διόλου το άθροισμα μερικών δέντρων και βουνών αλλά μια πολυσήμαντη παρασημαντική, δεν είναι κι εκείνο διόλου το άθροισμα μερικών λέξεων – συμβόλων των πραγμάτων αλλά μια ηθική δύναμη που η ανθρώπινη διάνοια την κινητοποιεί, ωσάν να προϋπάρχει από τα πράγματα, για να δημιουργήσει ίσα ίσα, και μόνο έτσι αυτά να υπάρξουν. [«Το χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά, σ. 328-329]

Οι άνθρωποι, τα σπίτια, τα ρούχα, τα έπιπλα, όλα γίνονται μέρη ενός νοερού αρχιτεκτονήματος που, ενώ το κάθε του στοιχείο ανταποκρίνεται με απόλυτη ακρίβεια στην πραγματικότητα, το σύνολό του την ξεπερνάει σε τέτοιο βαθμό, που δε μας μένει τελικά παρά ένα αίσθημα θεϊκής τάξης και θεϊκού μυστηρίου. [Εν λευκώ, σ. 188]

Περιλαμβάνονται κείμενα των Αλέξανδρου Αργυρίου, Αλέξη Ζήρα, Ξ. Α. Κοκόλη, Γ. Π. Σαββίδη, Νικήτα Παρίση, Μαρίας Στασινοπούλου, Δανιήλ Ιακώβ, Θεόδωρου Παπαγγελή, Τζίνας Πολίτη, Πάολα Μαρία Μινούτσι, Γιάγκου Ανδρεάδη, Γιώργου Παπαντωνάκη, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Μαρίνου Πουργούρη, Λέλης Μπέη, κ.ά., καθώς και τέσσερα πρόσφατα κείμενα των Κικής Δημουλά,  Γιάννη Ευθυμιάδη και ξανά των Πάολα Μαρία Μινούτσι και Ντέιβιντ Κόνολι. Το ειδικό τεύχος ολοκληρώνεται με εκτενείς παρουσιάσεις, από τον Γιώργο Κορδομενίδη, πρόσφατων εκδόσεων για τον Ελύτη και το έργο του.

Μια αυλή σπιτιού με τα πέτρινα σκαλάκια, με τους ασβεστωμένους τοίχους, με τα γεράνια στον τενεκέ, ή ένας περίβολος μοναστηριού με το πηγάδι, με τα κελιά, με τις καμάρες, είναι πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που γέννησε τους Απόλλωνες και τις Νίκες ή τις Θεομήτορες και τους Οσίους, παρά οι ποιμενικές σκηνές και τα ροζ αγγελάκια που έκαναν οι μετρ της Αναγεννήσεως. [Αυτοπροσωπογραφία, σ. 21-22]

…η ηλιακή μεταφυσική…

Τα πανύψηλα όρη/ας πούμε οι Άνδεις/έχουνε το αντίστοιχό τους/μέσα μας (όπως το Σύμπαν)/υποτίθεται/κάποιο άλλο από αντιύλη)/όπου όταν προχωρούμε προς την κορυφή τους/αραιώνει κι εκεί ο αέρας/τόσο που λιποθυμάς/τα ανθρώπινα όργανα δεν αντέχουνε τόση καθαρότητα [«Ο κήπος βλέπει»]

«Το ελεγείον και ο θρήνος είναι κατ’ εξοχήν φυλετικά γνωρίσματα. Ακόμη και όταν μονολογεί ο ποιητής, στην πραγματικότητα απευθύνεται στους άλλους. Γι’ αυτό και πίσω τους στήνει τα αδιάφθορα τοτέμ της φύσης μεγεθύνοντάς τα, ώστε να μπορούν να καλέσουν τις καλές δυνάμεις από τις οποίες – και μόνο – μπορεί ν’ αντλήσει παρηγορία αλλά και να προχωρήσει σε μια αυτογνωσία η οποία να μην εξαντλείται στον εαυτό της», γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης με το βλέμμα προς το Ελυτικό Κοσμοείδωλο.«Γιατί η βίωση του τοπίου στον Ελύτη», συνεχίζει, «είναι η ποιητική του αυτογνωσία. Το πεδίο αναφορά της η κοσμολογική αρμονία, το πολύχρωμο και πολύφωτο ψηφιδωτό που καλύπτει το φάσμα του χρόνου. Η καταβύθιση στο κρόνειο σκοτάδι είναι ομόλογο της έκπτωσης και της αμαρτίας και ο Ελύτης είναι ειδωλολάτρης και παγανιστής, ένας ποιητής που έχει αποφασίσει, τελευταία, όχι να μιλήσει για αλλά να φωτίσει τη νύχτα, απεικονίζοντας τα επίπεδά της και περιγράφοντας το θόλο της – γι’ αυτό και ο κύριος όγκος των μεταφορών του παραμένει οπτικός, αφού στην καρδιά της εικόνας λάμπει το φως, ακόμα και το άλλο φως, το μόνο που φανερώνει τη μορφή. Όταν μίλησε παλιότερα για ηλιακή μεταφυσική, ο Ελύτης όριζε, στην πραγματικότητα, την ίδια του τη μορφολογία».

Κι από τα χόρτα έφτιαχνα ονόματα κι από τα ονόματα γυναίκες που τις αγκάλιαζα κι ένιωθα τη μέση τους ν’ αναδίνει τρεμούλα και δροσιά σαν το τρεχούμενο νερό. Στο τέλος, έφτασα να συλλογίζομαι μονάχα κάτι, και να το βλέπω να χαράζεται με κεφαλαία στην πέτρα. [«Πρώτα πρώτα η ποίηση», Ανοιχτά Χαρτιά, σ. 15]

«Μέσα από τη μαγική χρήση της γλώσσας κινείται ολόκληρος ο μηχανισμός μαγείας που επιμένει να υπάρχει στη φύση σε πείσμα των πολιτισμών. Αν ένα μυστήριο παραμένει άλυτο και θα παραμένει εσαεί, είναι το μυστήριο της ύπαρξης και αυτού όψεις δίνει κάθε φορά ο ποιητής, χρησιμοποιώντας ως μόνη οδό τη φύση και όργανο να πορευτούμε τις αισθήσεις. Τη φύση ως σταθερή αναφορά, ως βαθύτερη και διαρκέστερη πραγματικότητα, ως λειτουργία, ως δομή, ως συμπεριφορά»γράφει η Ιουλίτα Ηλιοπούλο στο δικό της Μικρό Ιχνογράφημα.

…και η ταχύτης των λυρικών εικόνων

Ε, κατόπιν τούτων πρέπει να πάρουμε όλοι το αυτοκίνητο για μια εκδρομή ακριβώς στην Ελύτεια Φύση. Με τι αμάξι όμως και ποιον οδηγό; Μα φυσικά με τον Δημήτρη Καλοκύρη, μηχανικό αυτοκίνητο και χειροκίνητων λέξεων, που μας διασώζει πρώτα μια κατοχική συνέντευξη του ποιητή, ο οποίος μιλούσε για τις πρώτες του εξορμήσεις στην ύπαιθρη Ελλάδα με το αυτοκίνητο: Σ’ αυτό χρωστάω την πολυτιμότερη πείρα μου, την λεπτομερέστατη γνωριμία μου με την Ελλάδα…όπου μου δόθηκε η ευκαιρία ν’ αφομοιώσω έναν καινούργιον κινητικό τρόπο ερμηνείας της φύσης, μια καινούργια αντίληψη για τη ρύθμιση της ταχύτητας των λυρικών μου εικόνων.

Πιονέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμόλοφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι’ αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε μπορούσαν να δικαιολογήσουν… [«Χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά]

Κι αφού ο Καλοκύρης μας θυμίσει το στιχούργημα της τρίτης έκδοσης των Ρω του Έρωτα [«Η Alfa Romeo»] – Θαύμασα τον Παρθενώνα/και στην κάθε του κολόνα/βρήκα τον χρυσό κανόνα/Όμως σήμερα το λέω/βρίσκω το καλό κι ωραίο/σε μια σπορ Άλφα Ρομέο – μας οδηγεί και σε άλλες αποθησαυρισμένες αυτοκίνητες αισθήσεις και καταλήγει: «αργά ή γρήγορα στα κέντρα του λόγου θα τεθεί και πάλι κυκλοφοριακό ζήτημα».

«Τη μνήμη δεν την εμπιστεύομαι. Έχει τόσο μεγάλη ζήτηση, από τα προσφιλή ιδίως, που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ακριβή διαφύλαξή τους. Και συχνά αναγκάζεται, όχι μόνο να παραλείπει και να παραποιεί, αλλά, για ν’ αερίζεται κάπως ο κλειστός χώρος, την έχω δει να διαπράττει εγκλήματα, δίνοντας με τα ίδια της τα χέρια στη λήθη πολλά δυσαναπλήρωτα, τάχα προς φύλαξη. Γι’ αυτό ξαναδιάβασα όλη την ποίηση του Ελύτη, κι ας μην την είχα ξεχάσει. Και την ξαναδιάβασα όλη και πάλι, και μετά στίχο στίχο ξεχωριστά. Και ξαναπήρα όλα μαζί, όλα ωραία συσκευασμένα μέσα στη μοναδικότητά τους, όλα με τη λικνιστική πολυσημία τους, όλα ονειρευτικά, μακρόβια, επηρεαστικά…» έχει γράψει ήδη στην αρχή η Κική Δημουλά αλλά προτιμώ να το κρατήσω για το τέλος, μήπως και μείνει περισσότερο στη δική μου μνήμη.

[σ. 320]

Σημ.: Τα έργα είναι του ποιητή. Στην τελευταία φωτογραφία, με την Μαρίνα Καραγάτση στο Μπατσί της Άνδρου.

26
Φεβ.
12

Ηλεκτρονική Ποπ ’80

Αφιέρωμα

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του Mic (17.2.2003), σε καρναβαλικές ημερονύχτες.

Ιt’s time we should talk about it/ there’s no secret kept in here…

Πού να το ’ξερε ο Gary Daly των China Crisis, πως οι πρώτοι στίχοι ενός απ’ τα πανέμορφα συνθ ποπ του (Wishful thinking) θα ταίριαζαν γάντι στην απόφαση να ξεκλειδώσουμε το ομώνυμο συρτάρι της ντουλάπας των ειδών. Πού να βρίσκονται τώρα αυτός κι οι τόσοι όμοιοι του; Είτε καλλιεργούν φάρμες στα χάιλαντς, είτε ασχολούνται σε χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, είτε άλλαξαν ζωή και συνήθειες, είτε σκαρώνουν ακόμα συνθέσεις σ’ άλλα ή παρόμοια (χλωμό…) στυλ, σ’ ένα μέρος τους εντοπίζουμε σίγουρα: στη μνήμη μας! Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή και δεν χανόμαστε να τους αναζητούμε στις σκονισμένες δισκοκασετοσυλλογές… Και αναφέρομαι και στην οπτική μνήμη, όπως π.χ. στην θύμηση της εμφάνισης όλων αυτών στο Top of the Pops της βρετανικής τηλεόρασης (στο εξής: TOTP), ένα εσωτερικό ποπ σώου με σχετικά σκοτεινή σκηνή και ζωντανό κοινό με χρωματιστά καπελάκια από κάτω. Τα βλέπαμε στο Μουσικόραμα (πού είστε κύριε Γκούτη με το αξέχαστο χαμόγελο;) και σε βιντεοκασέτες που μας έστελναν αφιονισμένοι φίλοι απ’ την Αλβιόνα.

Είναι μάλλον δύσκολο να περιγράψω την αρχική εντύπωση που μου προξένησαν τα πρώτα τέτοια τραγούδια πίσω στο 1981, τη δική μου χρονιά ηλεκτροσυνθετικής ενηλικίωσης. Πάντα θα παραμένει το μικρόβιο που κατατρέχει κάθε δύστυχο που παλεύει με το λόγο: η απόσταση ανάμεσα στις λέξεις και σ’ αυτό που θέλει να εκφράσει απ’ τα θυμούμενα. Θυμάμαι την αρχική ευφορική αίσθηση της μελωδίας, τις κοφτές αλλά πιασάρικες φράσεις και την αίσθηση μιας ηλεκτρονικής εποχής που δεν ήξερες τελικά αν θα ήταν εφιαλτική ή παραδεισένια. Α, και το ότι μπορούσαν να βγάλουν όλα τα συναισθήματα πού βγαζε και το ροκ εντ ρολλ. «Δεν έχει ηλεκτρικές κιθάρες»; Και τι πειράζει;

Τα συγκροτήματα:

1. Είμαστε οι Νέοι Ευρωπαίοι και στεκόμαστε μόνοι! – Ultravox

The voice, We stand alone: αριστουργήματα ενός είδους που θα ονόμαζα επική ηλεκτροπόπ. Και ένα απ’ τα εντυπωσιακότερα openings ενός δίσκου. Στην αποκαλυπτική λοιπόν χρονιά του ’81, ένας δίσκος με τίτλο Οργή στον Παράδεισο με βούτηξε βαθιά σε μια ποπ μελαγχολική, ρομαντική και επιθετική σε ισόποσες δόσεις, μ’ ένα μόνιμο ονειρικό μείγμα από συνθεσάιζερς στα νώτα της. Οι τέσσερις τύποι μου τράβηξαν αμέσως την προσοχή: δεν είχαν ηλίθιες φάτσες σαν τους υπόλοιπους του σιναφιού, δεν πέταξαν στη σοφίτα τις κιθάρες ως άχρηστες και, το κυριότερο, είχαν ένα τιμημένο παρελθόν, με ρίζες σε πανκ, πειραματισμό και μπόλικο, μπόλικο new wave, αποτυπωμένο σε 3 δίσκους : System of Romance, New Europeans,Vienna.

O Midge Ure, με το α λα Clark Gable μουστάκι και τις κινηματο – γραφικές εκφράσεις έγινε αμέσως ο υπό ταύτισιν ήρωας. Δεν ξέφτισε ποτέ – αντίθετα, ακόμα και με σόλο δίσκο το ’83 (Τhe gift), έβγαλε έναν υπέροχο ερωτικό μέηνστρημ ποπ ύμνο, το If I was… Τους βάζω πρώτους γιατί εκτός απ’ το λαμπρό παρελθόν ήταν απ’ τα ελάχιστα σχήματα που αγαπούσαν εξίσου μαζί κριτικοί και κοινό, κάτι σαν οι Jam του είδους δηλαδή. Ένα ακόμα κοινό με τη μπάντα του Weller είναι πως από ένα σημείο κι έπειτα όλοι περίμεναν το καινούργιο κάθε φορά single τους, με την βεβαιότητα πως θα φωτίσει την κορφή του βρετανικού τοπ αλλά και τη δική τους σκούρα καθημερινότητα, είτε με την μελαγχολία ενός Vienna, είτε με το έπος ενός Hymn. Μόνο οι Tuxedo Moon από άλλα μετερίζια τίμησαν έτσι την ευρωπαϊκή θλίψη! Θλίψη που άλλωστε είχαν προοιωνίσει το 1977 με το αλησμόνητο Hiroshima Mon Amour. Somehow we drifted οff so far/communicate like distant stars….

2. Αρχιτεκτονική, Ηθική και άλλες υπέροχες επιστήμες – The Orchestral Manoeuvres In The Dark

Μια απ’ τις πρώτες επαφές όλων μας μαζί τους ήταν το Εnola Gay, από μόνο του μια σπάνια περίπτωση τέτοιων δραματοπολεμικών στίχων σε μαζικό χιτ. Αλλά οι OMD (με το φωβιστικό – ζωγραφικό όνομα-τραίνο) έφτιαξαν δυο εξαιρετικά άλμπουμς: το Organisation και το Architecture and Morality. Το Organisation δεν έπαυε να είναι ένα άλμπουμ ζοφερό, όπως και το τοπίο του εξωφύλλου, αλλά μ’ ευφυή συγκερασμό διαφορετικών ηλ-στυλ. Ακόμα μουρμουρίζω το θερμά απλοϊκό πλην θερμότατο Motion and Heart, το επικών διαστάσεων The Misunderstanding και την ψυχρή α λα Kraftwerk μετρονομία του Statues. Ο Andy McCluskey είχε μια πηγαδίσια φωνή και σκάρωνε γερές μελωδίες, ο Pete Humphreys πρέπει να ’χε άπειρα σύνθια να ταχυδακτυλουργεί. Είχα εκπλαγεί για δεύτερη φορά!

Μα ήταν με την Αρχιτεκτονική και Ηθική τους (τι τίτλος!) με την οποία έλιωναν τους πάγους, έστρεφαν στην ηδονή των τεχνών κι έφτιαχναν κομψότατες στυλιστικές δημιουργίες: τo Joan of Arc (προσοχή! όχι το βαλσοειδές Joan of Arc με τον υπότιτλο Maid of Orleans που επίσης βρίσκεται στο δίσκο) αποτελεί ένα απ’ τα αριστουργήματά τους με τη σταδιακή του ανάπτυξη και τη φωνητική κλιμάκωση μιας επουράνιας μελωδίας, ενώ το Souvenir μάλλον αποτελεί ένα απ’ τα αγνωστότερα μα πανέμορφα ποπ τρίλεπτα (κατ’ εξαίρεση μάλιστα με τη φωνή του Humphreys). Στη συνέχεια έβγαλαν δίσκους παιδικής ή παιδαριώδους πoπ. Εκτός όμως απ’ τα δύο παραπάνω LP υπάρχει και το ομώνυμο ντεμπούτο τους (και με το Electricity μέσα). Μπορεί να μη συμφωνώ με πολλούς που θεωρούν πως είναι το καλύτερό τους, αλλά σ’ αυτό ίσως κρυβόταν όχι μόνο το καλύτερο OMD τραγούδι αλλά κι ένα προφητικό άσμα της ηλεκτρονικής εποχής που θα ερχόταν: The Messages. Κι ήταν μόλις 1980… So don’t ask me if I think it’s true/ That communication can bring hope to those/Who have gone their separate ways…

3. Arrogance gave you up? Μια στοργική γροθιά θα σας σώσει. The Associates

Αγόρασα το Sulk απ’ το στούντιο 27 της Πατησίων, μαζί με μια κασέτα της Sigma Fay (το παραδέχομαι). Είχα το εξώφυλλο με τους δυο νεορομαντικούς ιππότες στα δερμάτινα, πνιγμένους στα πλαστικά λουλούδια, είχα παρατηρήσει τον τίτλο Arrogance Gave Me Up που μου τράβηξε την περιέργεια (ποιος κάνει τέτοιο outing;), είχα διαβάσει για τα προγενέστερα νεορομαντικά, νεοκυματικά, νεονέα κυκλοφορήματά τους (το ΕP Fourth Drawer Down και το LP The Affectionate Punch) απ’ τον Γιώργο Μαλαθρώνα και τα είχα σημειώσει σ’ ένα μπλε τετράδιο κάτω απ’ τον τίτλο «υπ’ όψιν» – με λατινικό αλφάβητο. Σ’ εκείνο τον ολογυάλιστο δίσκο το Party Fears Two ήταν το απαύγασμα της δεκαετίας πάνω στο είδος. Η οριστική ποπ κομψοτεχνία. Οι βαθύτατα υποψιασμένοι Billy McKenzie – Alan Rankine που έγραφαν για τα τρίσβαθα των κατάμαυρων ψυχών τους περιτυλιγμένα σε πλήρη αλαζονεία και κλαυθμό (δεν είχα καταλάβει ακόμα πώς συνδυάζονται τα δυο), που εννοούσαν πέρα για πέρα, τουλάχιστο ο πρώτος, που αυτοκτόνησε χρόνια αργότερα (έχοντας βγάλει όμορφα προσωπικά LP). Μέχρι σήμερα το ολόλαμπρο κομψοτέχνημα του Party Fears Two θα αντανακλά τις ψυχικές μέθεις του αξέχαστου BmK, εραστή εκτός των άλλων και του Morrissey.

4. Όταν όλα έχουν γίνει κι έχουν ειπωθεί, τα χέρια μου ακόμα θα δουλεύουν τη φωτιά και το ατσάλι! – China Crisis

Δεν είναι τσιτάτο από αφίσα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ούτε μότο ρώσου συγγραφέα, αλλά στίχος από Λιβερπουλιανό σχήμα με εποχικές φράντζες και ωραίους ποπ δίσκους. Ομολογώ πως ικανοποίησαν την επιθυμία μου για βαθύ περιεχόμενο σε εύπεπτα τραγούδια. Ν’ αρχίσω απ’ τα εξώφυλλα και τους τίτλους των δίσκων τους; Το ντεμπούτο τους Difficult shapes and passive rythmes, some people think it’s fun to entertain (!) του 1982 είχε γεωμετρικά αντικείμενα σε κυβιστικές φωτοσκιάσεις. Μόνο οι Nits θα έδειχναν αργότερα τέτοια εξωφυλλιακή καλλιτεχνική αντίληψη. Θυμάμαι το γλυκό τρακ Christian και τα παιδιά του TOTP με τα καπέλα να κουνούν νωχελικά τα σημαιάκια τους.

Μα ήταν το δεύτερό τους, το εμπνευσμένο Working with steel and fire / Possible pop songs (ξανά θαυμαστικό) του ’83, το οποίο αγόρασα για πεντακόσιες δραχμές, τιμή τότε των δίσκων εγχώριας κοπής. Μέσα από το (ξανά) πρωτοφανές για ποπ εξώφυλλο βιομηχανικής αισθητικής συνυπήρχαν αριστεροί στίχοι, ζοφερές εικόνες πυρηνικής καταστροφής (ο αντίποδας των Crass!) στο Papua (Children turn away just before the blast, falling to the floor, smiling for their last time) και πανέμορφα love songs όπως το Wishful Thinking. Mετά εμπορικοποιήθηκαν κι αυτοί και μπλατάνεψε η μουσική τους. Είχαν προλάβει να προφητεύσουν όμως στο ομώνυμο έπος : Fashion play her part, to be work of the reds! Φανταστείτε: εργάτες των κόκκινων, με ρωσική μετάφραση του τίτλου στην αρχή του τραγουδιού, κι όλα τούτα στο απογευματινό σώου της θατσερικής τηλεόρασης!

5. These are the things that dreams are made of Human League

Ικανότεροι για το ωραιότερο και το χειρότερο τρακ, όπως οι Παναγιώτης Κελεσίδης και Πήτερ Σράιβερς ήταν ικανοί για τη δυσκολότερη απόκρουση και το πιο κοροϊδίστικο γκολ. Ήμουν έφηβος όμως τότε, και φανταστείτε με πόση ζέση δεχόμουν τις θηλυκές φωνές τους που έσπαγαν την αρσενική μονοτονία όλων των άλλων ηλεκτροπόπ σχημάτων. Στο αρχικό σχήμα τους (ως κουαρτέτο με 4 άντρες) υπήρξαν απ’ τους προδρόμους του είδους συνδυάζοντας τη δική τους βρετανική ποπ με πειραματισμό, αλλά η επιτυχία τους έγινε όταν οι Ware / Marsh (μετέπειτα Heaven 17 – βλ. παρακάτω) αντικαταστάθηκαν με τις δυο θηλυκές κοντόμαλλες. Τότε βγήκε λοιπόν το Dare, η εμπορικότερη synthpop του έτους όχι όμως κι η πιο εμπνευσμένη. Πριν τον εκφυλισμό τους πέρασαν και στην πολιτική καταγγελία με το Lebanon (απ’ το Hysteria του ’84). Μα ήταν ο βαθύς ερωτισμός του Don’t you want me baby ? (του  Dare) που έμεινε. Ι was working as a waitress in a cocktail bar, when I met you …

6. Αποκάλυψη Τότε: Tο συγκρότημα του Γιάννη Παλαμίδα, έβγαλε στις αρχές των 80s ένα δίσκο με τίτλο Νο – με αυτή τη λέξη ξεκινούσαν κι οι τίτλοι όλων των κομματιών, σε ένα ιδιόρρυθμο αρνητικό – και προφανώς όχι μόνο τιτλικό – concept. Η ιδιόμορφη οπερετική του φωνή έδενε γάντι με τις πανέξυπνες συνθετητικές συνθέσεις και τους εφιαλτικούς στίχους. Αποκάλυψη, εν μέσω μιας ανύπαρκτης σκηνής. Θυμίζω πως ο Παλαμίδας έκανε την ίδια εποχή φωνή με τη Σαββίνα στο κλασσικό Σαμποτάζ της Πλάτωνος και σ’ άλλα της κι άλλους δίσκους μακριά απ’ τα φώτα των μήντια. Το καλύτερο εδώ ήταν ένα που νομίζω λεγόταν No art. Τέλειωσε η συνθ ποπ ή θα έρθουν άλλα παιδιά με μάτια λέηζερ και μαλλιά τυρκουάζ και θα κάνουνε σαμποτάζ;

Τα τραγούδια

It’s such a shame/When I’m out in the rain/All the curtains are closed/Its a sad scene I know…

Θ’ αφήσουμε τον Marc Almond να υποφέρει στη βροχή, με τις κουρτίνες μας κλειστές; Οπωσδήποτε όχι, πόσο μάλλον όταν το «κρυφό» του σχήμα Marc And The Mambas, πολύ μακριά απ’ τις κακογουστιές των Soft Cell, έβγαλε μια πορφυρή, θεατρινίστικη ποπ σαδομαζοχιστικών προβολών, με άτιτλο ύμνο [Untitled][εδώ]. Αφήνοντας αυτονόητα εκτός συναγωνισμού τα αριστουργήματα που αναφέρονται παραπάνω, δηλαδή τα Hiroshima Mon Amour, We Stand Alone, The voice [Ultravox], Messages, Joan of Arc, Souvenir [OMD], Wishful Thinking [China Crisis], Party Fears Two [Associates], και παραλείποντας τους αυτονόητους βασιλείς Depeche Mode New Order και Pet Shop Boys (των οποίων πάντως αμφισβητώ τις πρωτοκαθεδρίες τους στους δίσκους αλλά προκρίνω ως κορυφαία άσματα τα See You, Bizzare Love Triangle και Liberation αντίστοιχα), τι μένει;

1. Erasure: Blue Savannah Soul

Ο Vince Clark ήταν ταλέντο και δεν γνωρίζω πώς θα εξελίσσονταν οι Depeche αν συνέχιζε μαζί τους. Ξέρω όμως πως είναι απ’ τους ικανότερους ελεκτροπόπερς της πίστας κι ένας πανούργος μαιτρ των συνθετητών. Το Blue savannah soul ήταν το μοναδικό ταξιδιάρικο κομμάτι του είδους που θυμάμαι, σε γράπωνε απ’ το δωμάτιό σου και σ’ έριχνε σε ταχύτητες με orange suns, clouds and thunders. Somewhere across the desert, sometime in the early hours, feel the restless world from the open highway, My home is where the heart is ..

2. Tears for fears: Mad world

Όταν οι άνθρωποι τρέχουν σε κύκλους, τότε είναι ένας πολύ τρελός κόσμος. Ακόμα τους θυμάμαι στο TΟTP σκυμμένους πάνω στα κήμπορντς, βυθισμένους στον «κόσμο» τους. Εμας που ψάχναμε την απαισιοδοξία περισσότερο κι απ’ την αμφισβήτηση, κι οι Cure δεν επαρκούσαν, μας έθελγαν τέτοια μικρά σχήματα με ευγενείς, απελπισμένους νέους. Ο τρελός κόσμος (που σήμερα φαντάζει αφάνταστα αθώος) ξεκινά γυμνά, φορτίζει στο ρεφραίν και στο τέλος τα εγχορδόπληκτρα στροβιλίζονται. Επιτέλους οι ηλεκτροποπ Μπωντλαίρ είχαν φτάσει! I find it kind of funny, I find it kind of sad/ the dreams in which I’m dying are the best I’ve ever had”.

3.Talk Talk: It’s my life

Ποιος θα το περίμενε πως ακόμα θα ασχολούμασταν μαζί τους… Με αστείες φάτσες, ακόμα αστειότερες γκριμάτσες (γιατί ο ντράμερ ανοιγόκλεινε το στόμα του ακατάπαυστα;) και κλαψιάρικα τραγούδια, υποχρεωθήκαμε και να τους ανεχτούμε τότε στο Rock in Athens το ’85. Αυτό θα πει live με το ζόρι….. Μα έριχναν μια στις τόσες κάτι συνθεσάρες που δεν ξέραμε από πού μας έρχονταν, όπως το Ιt’s my life. Απλές αλήθειες και απρόσμενες αρχιτεκτονικές στα κομμάτια τους. Η ζωή είναι όπως την φτιάχνεις. Η συνέχεια γνωστή: ο Mark Hollis, καθιερωμένος επιστήμονας ερευνητικών ινστιτούτων (σοβαρά) έβγαλε ιδιαίτερους προσωπικούς δίσκους, πάντα καλυπτόμενους από «ψαγμένα» έντυπα τύπου Wire. Life was what he made it.

4. Assembly: Never never

Η νεότης κλωτσά ! (έστω και διακριτικά). Ημιφωτισμένη σκηνή, δυο φιγούρες: μια μορφή με βαθουλωμένα μάγουλα σαν ένας μοντέρνος Αρτώ κι ένας σχεδόν σπανός νεαρός – μινιατούρα. Ένα κήμπορντ ανάμεσά τους κι ο ηλεκτρονικός θρήνος αρχίζει. Τον υποκινεί ο Feargall Sharkey, που είχε διαπρέψει με μια εκ των δυνατότερων νεορόκ ιρλανδέζικων μπαντών, των Undertones (Teenage kicks!), τον ενορχηστρώνει ο Vince Clark που αποχώρησε απ’ τους πρώτους και καλύτερους Depeche. Ένα όμορφο πράγμα ποτέ δε συμβαίνει σε μένα, it never happens to me, it never happens to me…

5. Twins: Face to face, heart to heart

Γραβατωμένοι Γερμανοί στο εξώφυλλο, μετρονομημένη μουσική στα ενδότερα, κοινό σημείο τα ηλεκτρονικά gadgets σε εικόνα και ήχο αντίστοιχα. Μακριά απ’ το σινάφι των αγαπημένων του NME/MM, περισσότερο εμπορικοί και ραδιοφωνικοί, έδωσαν έναν απ’ τους δίσκους εκείνους που βγαίνουν μια στις χίλιες: όλα τα κομμάτια φλώρικα ξεφλώρικα έχουν μια καλή μελωδία. Το παραπάνω μαζί με το Αnother loving game ακόμα τα θυμάμαι. Μελοδραματική ηλεκτροπόπ για teens…και ήδη βρισκόμαστε στα χωράφια της italo – disco.

6. Naked Eyes: Always something there to remind me

Ή πως δυο αντι – συνθποπ φάτσες (με χαίτη και εμφάνιση αμερικανικού κολλεγίου) επηρεάζονται απ’ το είδος και μπολιάζουν με computer arrangements ακόμα και μια Burt Bacharach διασκευή. Απ’ το Burning Bridges του 1983, ένα ιδανικό χιτάκι με καμπανάκια, μελό και διάχυτη 80ς ατμόσφαιρα, με άσπρες κάλτσες και φωτορυθμικά τέρατα.

7. A Flock Of Seagulls: The more you live the more you love

Δεν συμπάθησα τους γλάρους την εποχή που ο τραγουδιστής Mike Score είχε χτένισμα σαν το μεγάλο κέρατο της Κνωσσού. Λίγο αργότερα όμως, μείωσε τη σημασία που έδινε στην βιτρίνα, απέκτησε πικρό βλέμμα, πρόσθεσε κιθάρες α λα Big Country και κινήθηκε και σε πιο έξυπνες συνθέσεις, κρατώντας πάντα πρωτοφανείς φιλοσοφίες τύπου The more you live the more you love, the more you love the more you’re growing. Αυτό απ’ το The story of a young heart του 1984, χρονιά που συμπτωματικώς έληγαν την όμορφη πορεία τους τα παιδιά του 1981.

8. HEAVEN 17: Let me go / We don’t need this fascist groove thang

Με έγχρωμη co – singer στα λάϊβ (πολύ πριν τους Style Council και τους Massive), και ισάξιες δυνάμεις τόσο στο ερωτικό όσο και στο πολιτικό τραγούδι – μια πρωτιά στο χώρο. Έχαναν όμως στη συνθετική σούμα. Έστω: ζαβολίζω και διαλέγω ένα από κάθε είδος. Είχαν άλλωστε και την αίγλη των διαφωνούντων που αποχώρησαν απ’ τους αρχικούς Human League. Εξώφυλλα νεόπλουτης διαφημιστικής (ειρωνικά, υποθέσαμε) αισθητικής και εμφανής υπεροψία. Temptation!

8-1377. Φυσικά άψογα ηλεκτρονικά ποπίσματα έβγαλαν αναρίθμητοι άλλοι επισκέπτες των ψυχισμών μας, οι οποίοι όμως δεν παρέμειναν αποκλειστικά στο είδος. Από το Lament των Cure (και το απ’ άκρη σ’ άκρη συνθετητικό τους Japanese Whispers LP) … κι από το Don’t talk to me about love των Altered Images …στο Small Mercies των Fra Lippo Lippi στο Waves των Blancemange…

Κίτρινη Ειδική Περίπτωση:  Ελβετοί γκαλερίστες – υπερευκατάστατοι – gamblers (αληθείς ιδιότητες που μοιράζεται ή σωρεύει το ντούο) που απλώς έπαιζαν με τα ηλεκτρονικά τους όργανα σαν τσιρκολάνοι κονφερασιέ  κι έβγαζαν χρυσοσκονισμένα αριστεία, όπως το Lost Again ή το Blazing Saddles, ή το Otto di Catania.

ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ…
They were riding the Metro into town/listening to the latest noise/Modern girls with headphones on their heads/modern European boys…

Βέβαια το οριστικό ηλεκτροπόπ τραγούδι ανήκει στον Man Behing the Curtains, που τα τελευταία χρόνια ζει ανάμεσά μας. Γράφτηκε το 1984, για τις πόλεις που έχουν ήδη έρθει, οι άνθρωποι θα ζουν το μεταιχμιακό τους χρόνο στα μετρό με μόνιμα φυτεμένα ακουστικά στα κεφάλια τους, λάπτοπ στα γόνατα και την πιο προηγμένη τεχνολογία στον ψυχισμό τους

Βusinessmen in leather overcoats/staring at their wrist T.V.’s/Pale accountants balancing the books/computers resting on their knees…

Κύριε Blaine Reinninger, ανάμεσα στα διαμάντια σας, το Mystery and confusion απ’ το Night Air, το πρώτο προσωπικό σας, ήταν το πιο λαμπερό. Αν αλληγορούσατε και για τον χαρακτήρα εκείνης της όμορφης κι αλλόκοτης μουσικής της εποχής της, είχατε δίκιο:

Modern Europe in between wars/wears Japanese technology…/Why start a war when the future’s just arrived?/It’s a mystery to me…

Αλλά δεν προσέξαμε τις τελευταίες σας λέξεις, κι εκεί το χάσαμε…και τα χάσαμε όλα.

Mystery and confusion, History as illusion …

Η αρχική δημοσίευση, ως δεύτερο μέρος του αφιερώματος, εδώ. H πανδοχειακή αναδημοσίευση περιλαμβάνει αρκετές προσθήκες και λιγότερες αφαιρέσεις. Το υπόλοιπο αφιέρωμα εδώ (μέρος 1, μέρος 3, μέρος 4). Σταδιακά θα προστίθενται στα τραγούδια σύνδεσμοι για διαδικτυακή ακρόαση στο youtube.

Οι φωτογραφίες (που θα αλλάζουν συνεχώς μέχρι να καταλήξουν οι πλησιέστερες στο πνεύμα) δεν αντιστοιχούν πάντα στις παράπλευρες λέξεις. Η αληθής ταυτότητα των εικονιζομένων εμφανίζεται με το άγγιγμα του κένσορα πάνω τους. Γνωστά και ηλεκτρονικά (ποπ) πράγματα.

Στη μνήμη του Billy McKenzie και της Ηλεκτρονικής μας Νεότητας.

25
Φεβ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 81. Ευγενία Μπογιάνου

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

«Το μυστικό» εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Ροές. Είναι μια συλλογή διηγημάτων με κεντρικό άξονα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, καταστάσεις απώλειας, προδοσίας, εκδίκησης, πάθους στη ζωή ανθρώπων ασήμαντων και καθημερινών.

Η πρόσφατη «Κλειστή πόρτα» από τις εκδόσεις Πόλις είναι μια σειρά διηγημάτων για ανθρώπους που διασταυρώνονται μεταξύ τους χωρίς να συναντιούνται και που αποτελούν το καθημερινό μας σύμπαν.

Για ποιο λόγο επιλέξατε τη φόρμα του διηγήματος;

Επιλέγουμε τις φόρμες ή μας επιλέγουν; Όπως και να έχει μου αρέσει να διαβάζω και να γράφω διηγήματα. Η πυκνότητα που απαιτείται και η ένταση που πρέπει να εκδηλώνεται στην περιορισμένη έκταση του διηγήματος με γοητεύει και με προκαλεί.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φυσικά οι προτιμήσεις μου αλλάζουν κατά καιρούς, όμως μερικές αξίες παραμένουν ίδιες. Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Κάφκα, Πόε, Γουλφ, Μωπασάν, Σάμπατο, Ναμπόκοφ, Κάρβερ, Ντίκινσον, είναι μερικές από αυτές. Επίσης Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Χατζής, Κουμανταρέας, Νόλλας, Κυριακίδης, Παπαδημητρακόπουλος, Γονατάς, Πανσέληνος, Δούκα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αισθηματική αγωγή (Φλωμπέρ), Η δίκη και Η μεταμόρφωση (Κάφκα), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Περί ηρώων και τάφων (Σάμπατο), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Ναμπόκοφ), Το λευκό όρος (Σεμπρούν), Κάτω από το ηφαίστειο (Lowry), Οι υπνοβάτες (Μπροχ), Η καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Στο Φάρο (Γουλφ), Μπούντενμπροκ (Τόμας Μαν), Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ), Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν), Τρόμος (Μακάνιν), Ο δρόμος (Μακ Κάρθυ), Οι ξεριζωμένοι (Sebald), Δούναβης (Μάγκρις).

Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Επιτάφιος θρήνος (Γιώργος Ιωάννου), Βιοτεχνία υαλικών (Μ. Κουμανταρέας), Το πλατύ ποτάμι (Γιάννης Μπεράτης), Το τέλος της μικρής μας πόλης και Το διπλό βιβλίο (Δ. Χατζής), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Ονειρεύομαι τους φίλους μου (Νόλλας), Η βραδυπορία του καλού (Δημητρίου), Θερμά θαλάσσια λουτρά (Παπαδημητρακόπουλος), Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν  (Βαλτινός), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζ.Ζατέλη).

Είναι τόσα πολλά τελικά που θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες. Γι’αυτό σταματώ εδώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Πόε, του Κάρβερ. Ο Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόις. «Η ιστορία του περιστεριώνα μου» του Μπάμπελ. Ο Καλβίνο.

Φυσικά όλος ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, «Το γατί» του Μητσάκη, Το «Πίστομα» του Θεοτόκη, ο Μάριος Χάκκας, «Η προετοιμασία» του Γονατά, τα κομψοτεχνήματα του Παπαδημητρακόπουλου, ο Νόλλας, ο Κυριακίδης και ο Σκαμπαρδώνης.

Πάντως από τον Τσέχωφ μέχρι τα αστυνομικά διηγήματα του Χάμετ και του Τσάντλερ και από τον Παπαδιαμάντη και το Βιζυηνό μέχρι το Νόλλα και το Μηλιώνη ο δρόμος είναι πάρα πολύ μακρύς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου με το εξαιρετικό «Κάτι θα γίνει θα δεις», η Κάλια Παπαδάκη, ο Σπύρος Γιανναράς και οι λίγο παλιότεροι Ηλίας Παπαμόσχος,  Κώστας Καβανόζης και  Πέτρος Κουτσαμπασιάκος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όσο γράφω για αυτούς τους κουβαλάω πάνω μου. Μπορεί και για αρκετό καιρό. Τους εγκαταλείπω αμέσως μόλις θεωρήσω πως τους ολοκλήρωσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Γκρέγκορ Σάμσα και ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω πάντα μαζί μου χαρτί και μολύβι. Σημειώνω ιδέες, γράφω φράσεις που άκουσα ή που σκέφτηκα οπουδήποτε κι αν βρίσκομαι. Την ολοκληρωμένη του μορφή όμως το κείμενο την παίρνει πάντα στο γραφείο μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν πιστεύω τόσο σε αυτό που λέγεται έμπνευση. Πιστεύω πως το πιο σημαντικό είναι η παρατήρηση. Παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, τις κινήσεις των ανθρώπων, τις χειρονομίες, τα βλέμματα, πράγματα φευγαλέα που όμως για κάποιο λόγο με συγκινούν.

Συνήθως έχω στο μυαλό μου μια εικόνα, καθώς η πρωταρχική μου ιδιότητα έχει να κάνει με τη φωτογραφία. Θέλω να φωτίσω λοιπόν αυτή την εικόνα με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να στρέψω το βλέμμα προς τα εκεί που επιλέγω εγώ, προς αυτό το κάτι, το μικρό συνήθως, που σε άλλη περίπτωση δεν θα τραβούσε την προσοχή.

Άλλοτε η αφετηρία μου είναι μια φράση που άκουσα ή κομμάτια εκφράσεων από διηγήσεις άλλων. Φράσεις που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου και που με τη σειρά μου θέλω να αφηγηθώ την ιστορία τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω συνήθως νωρίς το πρωί, στον υπολογιστή, σε απόλυτη ησυχία, με τη συνοδεία καφέ.

Ακούω κλασική μουσική και τζαζ. Ποτέ όμως γράφοντας ή διαβάζοντας.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Από τα ενεργά το «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδομενίδη και η «Λέξη» του Θ. Νιάρχου και του Α. Φωστιέρη.  Σταθερές αξίες.

Από τα «μη ενεργά» ο «Εκηβόλος» του αξέχαστου Βασίλη Διοσκουρίδη. Πρωτοποριακό και κλασικό συγχρόνως.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα έγραφα για τον Μιχαήλ Μητσάκη.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολλές φορές μια εικόνα ή συχνότερα ή ατμόσφαιρα μιας ταινίας μου δίνουν το ερέθισμα για να γράψω. Παρακολουθώ μετά μανίας σύγχρονο κινηματογράφο. Τελευταία ταινία που με γοήτευσε, Το λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι. Ζηλευτή απλότητα. Κανένα στολίδι. Μια απλή ιστορία ειπωμένη με την πιο χαμηλότονη τρυφερότητα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δεν γράφω και δεν έγραψα ποτέ ποίηση, γιατί δεν έχω την ικανότητα να το κάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

«Μπάρτλμπυ, ο γραφέας» του Μέλβιλ.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω διηγήματα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν έχω σκεφτεί να γράψω μυθιστόρημα; Ναι, το έχω σκεφτεί.

24
Φεβ.
12

Λίνα Πανταλέων – Θαυμαστικά και αποσιωπητικά

Η λογοτεχνημένη κρίση

Η λογοτεχνική κριτική οφείλει να είναι υποκειμενική, όχι μόνο για τη διασφάλιση άλλοθι αλλά πρωτίστως για να λαμβάνει υπόψη πως υπόκειται στο κείμενο. Η ανάγνωση οφείλει να υποτάσσεται στο κείμενο, να ακολουθεί και όχι να προτρέχει. […] Κάθε λογοτεχνικό βιβλίο διαθλάται καθώς το διαβάζουμε μέσα από ασύνειδες προσδοκίες, αμφιβολίες, προηγούμενες διαψεύσεις και εκπλήξεις, εν ολίγοις διαβάζεται μέσα από το φίλτρο όλων των σελίδων που έχουν διαβαστεί πριν από αυτό…

γράφει η κριτικός στο συστατικό σημείωμά της, προοικονομώντας τη μορφή της κριτικής που υποστηρίζει και που, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι και η μόνη που αξίζει να υπάρχει. Όμως πέρα από αυτό το στοιχείο, δυο πρόσθετες αρετές της κριτικής της γραφής κάνουν αυτή τη συλλογή αξιανάγνωστη. Από τη μία, το έργο του εκάστοτε συγγραφέα παρουσιάζεται συνολικά, πάντα σε συνάρτηση με το υπό κρίση βιβλίο, αλλά και με ιδιαίτερη αναφορά στο θέμα της κάθε πλοκής, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να αισθάνεται πως πλοηγείται εν τάχει στους μυθοπλαστικούς κόσμους του συγγραφέα. Από την άλλη η γλώσσα εδώ βρίσκει ένα πρόσφορο πεδίο να αναπτυχθεί με απολαυστικό τρόπο, αναζητώντας μέσα από την αστείρευτη γλωσσική μας δεξαμενή τις ιδανικότερες λέξεις, εμπλουτίζοντας την εκφραστική της με σύμπλοκα και γενικά δημιουργώντας ένα κείμενο που από μόνο του παρουσιάζει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Στο τέλος ο αναγνώστης έχει περιηγηθεί στην λογοτεχνία του συγγραφέα με ένα απαιτητικό αλλά απολαυστικό κείμενο.

Στο έργο του Γιάννη Μακριδάκη, πέρα από μυθοπλασίες που μοιάζουν «δοξολογίες στην ηθική» και σελίδες – «εικονοστάσια καλόψυχων και ενάρετων ανθρώπων», η κριτικός διαπιστώνει τον προσχηματικό χαρακτήρα μιας πρόχειρα σχεδιασμένης θεματολογίας, την επανάληψη κοινών μοτίβων και την κατάχρηση συγκινησιακής φόρτισης, που συχνά απολήγει σε θρηνητική φρενίτιδα και σπαραξικάρδιες φαιδρότητες, κρίνοντας πως ο συγγραφέας βιάστηκε με ασθματικές εκδόσεις να κατοχυρώσει μια συγγραφική ταυτότητα. Παραθέτοντας συγκεκριμένα χωρία (συνήθης μορφή των κειμένων της) διατυπώνει τις αντιρρήσεις της για την, ανεπίτρεπτη σε ορισμένες περιπτώσεις, συνάρτηση της μυθοπλαστικής συνθήκης με τη νωπή επικαιρότητα, ορισμένους απλοϊκούς συσχετισμούς και παιδαριώδεις παραλληλισμούς και τις παρεμβάσεις με επεξηγηματικά σχόλια σε προφανείς συλλήψεις. Όσον αφορά την «προφορική» του γλώσσα γράφει: στη λογοτεχνία προφορικότητα σημαίνει επίμοχθη επεξεργασία του προφορικού λόγου και όχι άκοπη αναπαραγωγή του. Η προφορικότητα στον γραπτό λόγο δεν είναι γλωσσική ευκολία αλλά υφολογική επεξεργασία.

Για την Άλωση της Κωνσταντίας ειδικότερα, βασικά προβλήματα εντοπίζονται αφενός στην προβληματική οπτική και τις κραυγαλέες κοινοτοπίες όσον αφορά τις σχέσεις των δύο όμορων λαών [Ελλήνων και Τούρκων] και τον γλυκερό εναγκαλισμό του «Άλλου» κι αφετέρου σε μυθοπλαστικές ασυνέπειες και απίθανες συμπτώσεις που καταστρατηγούν κάθε σύμβαση περί αληθοφάνειας και οδηγούν σε υπολειτουργία κάθε κοινή λογική. Σε κάθε περίπτωση, ο Μακριδάκης, που εξαρχής προσανατολίζεται στην χορεία κείνων που αρύονται από τον γενέθλιο τόπο τους για να ζωογονήσουν τα μυθοπλαστικά τους τοπία και τα ψυχικά φορτία των χαρακτήρων τους αντιμετώπισε κάτι πολύ δύσκολο για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, την ανεπιφύλακτη αποδοχή και δείχνει να βιάζεται να σπαταλήσει και να τσαλαπατήσει τις δυνατότητές του. Ενδεχομένως, καταλήγει η Πανταλέων, από τη στιγμή που τα χειροκροτήματα δεν έπαυσαν να καλωσορίζουν κάθε νέα έκδοση, ο συγγραφέας να έχει όλο το δίκιο με το μέρος του.

Η βασική ένσταση όσον αφορά τις Λοξές ιστορίες αλλά και παλαιότερα έργα του Παναγιώτη Κουσαθανά είναι το γεγονός ότι επί δεκάδες διηγήματα ο συγγραφέας σπαράζει για την κακοποίηση της γενέτειράς του και την αχρειότητα πολλών εκ των συντοπιτών του. Ο ακαταδάμαστος θυμός τους για τα εκτρωματικά ήθη που άλωσαν τον γενέθλιο τόπο σπάνια καταφέρνει να μεταποιηθεί σε μυθοπλαστική σύλληψη ενώ η επίμονη επίκληση της μνήμης συντείνει στη μονοτονία των διηγημάτων και στην συγγραφική αγκύλωση. Στο τέλος οι αιτιάσεις του συγγραφέα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με τα δονκιχωτικά πυρά κατά των ανεμόμυλων και ατέρμονη αλυσίδα παραινέσεων, επαναλαμβανόμενων επικήδειων και καταγγελιών γίνεται ο βρόχος του αναγνώστη. Όμως η λογοτεχνία ιδωμένη μονομερώς ως πεδίο κατήχησης έχει κόψει εξαρχής τις γέφυρες επικοινωνίας με τον αναγνώστη, στο μέτρο που ο κατηχητής σπανίως διερωτάται για την αλήθεια την οποία κηρύσσει. Εκείνο που επιδεινώνει την επιλογή του συγγραφέα να μιλήσει «από άμβωνος» και επαγωγικά την αδιαφορία του για ένα προσχηματικό, έστω, λογοτεχνικό ντύμα που θα προσέδιδε θέρμη και ζωηρότητα στα κηρύγματά του, είναι οι υφολογικά συναφείς αναφορές στη γραφή που την παρουσιάζουν σαν ιερό καθήκον και καθαρτήρια δοκιμασία. Η καλλιέπεια και τα λεκτικά συνταιριάσματα δεν μπορούν να υπερκεράσουν την πληκτικότητα όσων λένε.

Στα έργα του Χρήστου Χρυσόπουλου (Ο βομβιστής του Παρθενώνα) ο θάνατος αποτελεί ένα σταθερό μοτίβο της προβληματικής του ενώ το αστικό τοπίο αποτελεί ένα «παράλογο άσυλο» που υποθάλπει τις εμμονές, τα πάθη και τις νευρώσεις των χαρακτήρων· είναι ο τόπος της εξώκοσμης ιδιώτευσής τους, τους δημιουργεί την καθησυχαστική εντύπωση της διαφυγής. Ο πεζογραφικός του κόσμος είναι ένας κόσμος εμμονών, όπου οι χαρακτήρες πλαταίνουν ολοένα την εσωτερική τους ζωή και ιχνηλατούν στο ημίφως όπου ζουν ένα αυστηρά ιδιωτικό, μονήρες σύμπαν. Η πολεοδομία αυτών των πόλεων δεν συνίσταται παρά σε επτασφράγιστα δωμάτια, προορισμένα αποκλειστικά για μυθοπλαστικές υπάρξεις με συμπτώματα ανίερου μαζοχισμού, για χαρακτήρες που μετεωρίζονται μεταξύ ονειροφαντασίας και πραγματικότητας, σε μια διαρκή αμφιταλάντευση της γραφής ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η σύγκριση της νέας αναθεωρημένης έκδοσης του βιβλίου με την προ δεκαπενταετίας παλαιότερη.

Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη (Κωμωδία) η γλώσσα, πανούργα, δαιμόνια στην καταδολίευση, καθ’ έξιν αμφίσημη, ανείπωτα πλαστική και με δεξιοτεχνία στην έκπληξη, ασπαίρει στα κείμενά του απαυγάζοντας την τόλμη της ευρηματικότητάς του και την ίδια στιγμή σκιάζοντας τους κόπους των επιτεύξεών της. Πέρα από την γλωσσική εντέλεια των γραπτών του και τα ευφυή ψεύδη της γραφής που δυναμιτίζουν σχεδόν σε κάθε φράση την αληθοφάνεια, στα γραπτά του το παρελθόν αποδεικνύεται ο πιο αφερέγγυος χρόνος, στο μέτρο που επαφίεται στη μνήμη, και μνήμη ίσον επινόηση και αυταπάτη, «η μόνη δυνατότητα που διαθέτει ο άνθρωπος για να εξαπατά το χρόνο», όπως έγραψε ο συγγραφέας στη Μικρή του περιοχή.

Όμως και η προηγούμενη συλλογή κριτικών της Λ.Π. (Αναγνωστικά Δικαιώματα, βλ. εδώ) έτσι και ετούτη συγκεντρώνει τα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Νέα Εστία. Παρουσιάζονται ακόμα τα βιβλία: Η Εβραία νύφη (Νίκος Δαββέτας), Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα (Ρέα Γαλανάκη), Πατρίδα από βαμβάκι (Έλενα Χουζούρη), Απόψε δεν έχουμε φίλους (Σοφία Νικολαΐδου), Το ξυπόλητο σύννεφο (Τάκης Θεοδωρόπουλος), Σναφ (Ελένη Γιαννακάκη), Τα σακιά (Ιωάννα Καρυστιάνη), Ο τελευταίος Βαρλάμης (Θανάσης Βαλτινός), Η φάρσα (Έρση Σωτηροπούλου).

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 401.

Φωτογραφία της κριτικού: Ηλίας Κοσίντας.

23
Φεβ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 107

Λόγος του Λόρδου Μπάυρον στην Βουλή των Λόρδων (1812)

Ονομάζετε τους ανθρώπους αυτούς όχλο, απελπισμένο, επικίνδυνο και αγράμματο· και μοιάζετε να σκέπτεστε ότι ο μόνος τρόπος να ηρεμήσει η “Bellua multorum capitum” (το «ζώο με τις πολλές κεφαλές») είναι να κρεμάσετε μερικές από τις κεφαλές αυτές. Αλλά ακόμα κι ένας όχλος μπορεί καλύτερα να μπει στον δρόμο της λογικής μ’ ένα κράμα διαλλακτικού πνεύματος και σταθερού χεριού παρά με πρόσθετο εξερεθισμό και αυξημένες ποινές. Έχουμε, τάχα, συνειδητοποιήσει τι οφείλουμε σ’ αυτόν τον όχλο; Είναι ο όχλος που δουλεύει στους αγρούς σας και υπηρετεί στα σπίτια σας -που επανδρώνει τον στόλο σας και προμηθεύει άνδρες στον στρατό σας- που σας έκαμε ικανούς να αψηφήσετε ολόκληρο τον κόσμο, και που μπορεί, επίσης, να αψηφήσει και σας, όταν η παραμέληση και η δυστυχία θα τον οδηγήσει σε απόγνωση! Ονομάστε, αν θέλετε, τους ανθρώπους αυτούς όχλο· αλλά μην ξεχνάτε ότι ένας όχλος εκφράζει πολύ συχνά τα αισθήματα του λαού.

[Αναφορά από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος), αναδημοσίευση στο ιστολόγιο Λογομνήμων, ο πλήρης λόγος εδώ.]




Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

Blog Stats

  • 998.106 hits

Αρχείο

Advertisements