Αρχείο για Μαρτίου 2012

31
Μαρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 110

William Burroughs – Allen Ginsberg, Οι επιστολές του Γιαχέ, εκδ. Απόπειρα, 2010, εισαγ. – επιμ. Oliver Harris, μτφ. Γιώργος Γούτας, σ. 134-136 [The Yage Letters Redux,1963/2006].

To Γιαχέ είναι ταξίδι στο χωροχρόνο. Το δωμάτιο μοιάζει να τρέμει και να πάλλεται από κίνηση. Το αίμα κι η ουσία πάμπολλων φυλών, Νέγρων, Πολυνήσιων, Μογγόλων, Ορεσίβιων, Νομάδων της Ερήμου, Πολύγλωσσων της Εγγύς Ανατολής, Ινδιάνων και Ινδών  – φυλών νέων που επίκειται η σύλληψις και η γέννησίς τους, συνδυασμοί που δεν πραγματοποιήθηκαν ακόμα διατρέχει το κορμί σου. Μεταναστεύσεις, απίθανα ταξίδια μέσ’ από ερήμους και ζούγκλες και βουνά (στάσις και θάνατος σε περίκλειστες ορεινές κοιλάδες όπου φυτά ξεπετάγονται μέσα απ΄το πουλί συ και πελώρια οστρακόδερμα επωάζονται μέσα στο σώμα και σπάζουν το κέλυφός του για να βγουν), διασχίζοντας πάνω σε μονόξυλο με πλαϊνό πλωτήρα τον Ειρηνικό ως το Νησί του Πάσχα. Η Σύνθετος Πόλη όπου το σύνολο των εκδοχών του ανθρωπίνου είδους βρίσκεται καταγής αραδιασμένο σε μια πελώρια βουβή αγορά.

Όλα τα σπίτια της Πόλης είναι μεταξύ τους ενωμένα. Σπίτια από χορτόπλινθες με Ορεσίβιους Μογγόλους να βλεφαρίζουν τα μισόκλειστα μάτια τους στο άνοιγμα της πόρτας που καπνίζει, σπίτια από μπαμπού και ξύλο τικ, σπίτια από πλίθρες, πέτρα, και κόκκινο τούβλο, σπίτια των Μαορί και του Νοτίου Ειρηνικού, σπίτια πάνω σε δέντρα και σπίτια σε ποταμόβαρκες, ξύλινα σπίτια 30 μέτρα μάκρος που στεγάζουν ολόκληρες φυλές, σπίτια από παλιόκουτες κι αυλακωτές λαμαρίνες με γέρους τυλιγμένους σε κουρέλια που σαπίζουν να μονολογούν και να προσπαθούν να βράζουν παστίλιες οινοπνεύματος, τεράστιες σκαλωσιές από σκουριασμένο σίδερο 60 μέτρα ύψος που ορθώνονται μέσ’ από βάλτους και σκουπίδια με διαμερίσματα επισφαλής κατασκευασμένα σε πολυώροφος πλατφόρμες κι αιώρες που ταλαντεύονται πάνω από το κενό.

30
Μαρ.
12

Νόρμαν Μανέα – Οκτώβρης, οχτώ το πρωί

Η ζωή σε σαρκοφάγους

Εκείνη έφευγε πάντα Δευτέρα με δάκρυα αποχαιρετισμού και γύριζε Παρασκευή, όπως αρμόζει σε ταξιδευτές που επιστρέφουν από τον άλλο κόσμο. Ή πάλι, πριν από την Παρασκευή, τη μέρα της επιστροφής της, αυτός ο αχανής, ο τεφρός ουρανός θα γκρεμιζόταν πάνω μας για να μας καταπιεί ή για να μας λυτρώσει, αυτός ο ουρανός που περιμέναμε μια και καλή να κάνει κάποτε κάτι, ώστε όλα να τελειώσουν. Ποια είναι η γυναίκα που εμφανίζεται μέσα από τις πάχνες της στέπας σαν οπτασία, έχοντας καταφέρει να πάρει άδεια ώστε να δουλέψει στα γύρω χωριά; – πώς θα μπορούσε άλλωστε να δραπετεύσει; Και ποιοι ήταν εκείνοι της το επέτρεψαν υποκύπτοντας στις παρακλήσεις της με κυνική μεγαθυμία – ένα παιχνίδι που έπαιζε κανείς μόνο και μόνο για να το διακόπτει ξαφνικά με ακόμα μεγαλύτερη αναλγησία;

Η επιστροφή της γυναίκας που έπλεκε για τους χωρικούς σήμαινε, κάθε φορά, για όσους ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν τον αγώνα για επιβίωση, ανανέωση της ελπίδας, μια επιπλέον αναστολή. Εκείνη τη φορά έφερε μαζί της ένα πλεχτό, περιζήτητο αγκάλιασμα για τις κρύες νύχτες με τα ψειριασμένα σκεπάσματα, αλλά το πολύχρωμο πουλόβερ προοριζόταν για την Μάρα: ένα κοριτσάκι που βρέθηκε τυχαία ανάμεσα στην οικογένεια, που τώρα αισθάνεται υποχρέωση να την κρατήσει στη ζωή – κι ο μικρός αφηγητής μένει απλά να το θαυμάζει με τις ώρες.

Όμως σ’ εκείνη τη ζωή του πυρετού και των θανάτων, το κοριτσάκι που κάποτε «φώλιαζε στην αγκαλιά του για προστατευτεί από την παγωνιά του σπιτιού» πεθαίνει. Είναι σειρά του αφηγητή να φορέσει το πουλόβερ, ανεπιθύμητο πια: τα μανίκια του κρέμονται από τους ώμους του ξεψυχισμένα. Δεν τον προστατεύει, δεν τον ζεσταίνει: αυτό έφερε την αρρώστια μαζί του. Τώρα του μένει το σφιχταγκάλιασμα των μανικιών του, για την ανάμνηση των χεριών της που κουλουριάζονταν στο σώμα του να ζεσταθούν.  Και το ερώτημα ανυπομονησία επιτάχυνε το θάνατό της. Από τη στέπα οι ανεμοθύελλες όλο και σίμωναν για να επιλέξουν το θύμα τους. Το αδηφάγο τους ουρλιαχτό κατέπνιγε την αίσθηση του φόβου. Πώς ν’ ακουστεί το λυπημένο, το συνεσταλμένο μου, το ένοχο αναφιλητό; Το πλεχτό»)

Από τις πρώτες σελίδες γίνεται φανερό πως σ’ αυτό το σώμα διηγημάτων ο Μανέα επανέρχεται σε γραφή φασματική, φευγαλέα, με χρόνους δυνητικούς και παρατατικούς, με εκφράσεις και στίξεις που προσπαθούν να μεταδώσουν κάτι από το κλίμα μιας αιώνιας ανησυχίας και την αίσθηση ενός μακρόσυρτου φόβου. Οι μέρες των ηρώων κυλούν «λευκές» και «στραφταλίζουν να τους τρομάξουν». Ελπίζαμε πως ο φόβος στοίχειωνε τις μέρες και τις νύχτες μας – φόβος για τους ανθρώπους, τις ψείρες, τις στολές, την πείνα – θα αποδεικνυόταν τελικά ανυπόστατος, γιατί εμείς θα ήμασταν πάντα τρεις, ίσως και τέσσερις. Ήδη βρισκόμαστε στο δεύτερο διήγημα («Μπορεί να ήμασταν τρεις»), όπου ελλειπτικά περιγράφεται η απόδραση μιας ομάδας ανθρώπων που δεν αγωνίζονται μονάχα να ξεφύγουν από τον τόπο τους αλλά και από την ντροπή, την αηδία και τους φόβους μέσα στους οποίους έμαθαν να ζουν και να εξευτελίζονται. Άραγε θα αποδράσουν από τους τελευταίους;

Στα «κουβάρια από μαλλί ξεθωριασμένο» ο αφηγητής διηγείται τις συνεχείς του επιστροφές σε περιοχές όπου άλλοτε διώκονταν, πλημμυρισμένες τώρα από αγνώστους, όπου οι επιστροφείς ζουν πλέον παγιδευμένοι ανάμεσα στην ασφάλεια και την πλήξη στο εσωτερικό του σπιτιού και στην κακία των έξω χώρων. Τελικά πνίγει την απελπισία του στο ριψοκίνδυνο παιχνίδι της κλοπής των γοητευτικών ζωηρόχρωμων κουβαριών τα οποία κλέβει ανάλογα με το είδος των περιορισμών που του επιβάλλουν.

Στο βήμα ο τιμώμενος απήγγελλε τον λόγο του. Ο χωρισμός στα δύο του εαυτού του γινόταν εύκολα. Κάποιος άλλος ήταν που στεκόταν εκεί μπροστά του και απήγγελλε το ίδιο αξιολύπητο λογύδριο. Είχε εθιστεί σ’ αυτό που του συνέβαινε. [σ. 57] «Η ακριβής ώρα» έχει ως κεντρικό της χαρακτήρα της ίδιες τις λέξεις. Εδώ ένας καταστηματάρχης που δεν υποχρεώθηκε να φύγει από την πατρίδα αντιλαμβάνεται την σπουδαιότητά τους για την επιβίωσή του. Οι λέξεις θα γίνουν καύκαλο ασφάλειας αλλά και επικίνδυνο παιχνίδι σε τυχόν απρόσεκτο στόμα· έτοιμες πάντα να προστατεύσουν, να κρύψουν, να εκθέσουν…

Έχει αναπτύξει μια μέθοδο σε σχέση με τις λέξεις, μια κάποια εξοικείωση· τώρα ταυτίζει τα αντικείμενα με τ’ όνομά τους, και τις καταστάσεις επίσης, και τις διαθέσεις και τις λειτουργίες, ακόμα και όταν οι λέξεις παραμένουν σε απόσταση, πράγμα που τις κάνει να μοιάζουν ασαφείς, αντιφατικές. Πάντα, αν είναι δυνατόν, το κάνει ψάχνοντας την προέλευσή τους, επιχειρώντας να τις αντικαταστήσεις, χωρίς όμως να διαταράξει την ισορροπία, το χάος και την ομίχλη απ’ τα οποία προέκυψαν. Απ’ όπου κι εκείνος προέκυψε… [σ. 73]. Οι λέξεις καταδυναστεύουν με την παρουσία ή την απουσία τους την ζωή ενός δασκάλου που κάποτε «υπέκυψε» («Ο παιδαγωγός»). Με λέξεις υποχρεώνεται να επιβιώσει στα θρανία ο αφηγητής στο «Πορτρέτο μιας κίτρινης βερικοκιάς». Μέσα σ’ ένα μελαγχολικό εφιαλτικό όνειρο, βρίσκεται σε μεγάλη πλέον ηλικία μαζί με τους παλιούς του φίλους, υπόχρεοι όλοι τους σε κρίσιμες και αγχωτικές εξετάσεις.

Αντίθετα, κάθε λάθος λέξη μπορεί να είναι επικίνδυνη σε όλους όσοι ζουν στο καταθλιπτικό συγκρότημα πολυκατοικίας («Ο μεσότοιχος»), υπό τον έλεγχο του επόπτη που κάνει ερωτήσεις, κρατά σημειώσεις και δέχεται εξηγήσεις για τα πάντα: σε ποιο διαμέρισμα, για ποιο λόγο, για πόσην ώρα. Ο επόπτης ελέγχει καθημερινά το ποίμνιό του: τον ρυθμό βαδίσματός σου, κάποιο δισταγμό, το ελάχιστο δείγμα κακοκεφιάς. Ποιος είναι αυτός που αρνήθηκε να προσφέρει την αναλογούμενη σ’ αυτόν εθελοντική εργασία προτιμώντας να πληρώσει το πρόστιμο των είκοσι λεβ; Ποιος αρνήθηκε την πρόταση να γράψει περί ηθικής και δικαιοσύνης στην εφημεριδούλα του κτηρίου;

Οι κάτοικοι κρυφοκοιτάζουν από τις κλειδαρότρυπες και ακούνε τα πάντα μέσα από τις λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο μεσοτοιχίες. Ουρές για το τυρί, για φάρμακα, για φακούς, για κουμπιά, για τηλεοράσεις. Μια ουρά εδώ, μια άλλη παρακάτω: βιβλία, λαμπτήρες, λουκέτα, παπούτσια, ματογυάλια, κι έτσι ακριβώς ως να νυχτώσει. Το λυκόφως ανακουφίζει απ’ την εξάντληση. Ανεβαίνουν απ’ το κλιμακοστάσιο, τυποποιημένα κτίρια, τσιμεντένια κουτιά, οι ώρες που απόμειναν περνούν χαζεύοντας: πολυθρόνα, τηλεόραση, θερμοσίφωνας, σιδέρωμα, η νυχτερινή σαρκοφάγος. [σ. 195]

Διαμερίσματα σαρκοφάγοι, η ζωή ως σαρκοφάγος, σ’ ένα «κράτος» με δικτάτορα σαρκοφάγο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Ισμήνη Καπάνταη, σελ. 227 [Norman Manea, October, Eight O’ Clock, 1992].

…Εδώ το βίντεο των τελευταίων στιγμών της  σύλληψης του ζεύγους Τσαουσέσκου. Η κραυγή της πανικόβλητης Έλενας Τσαουσέσκου όταν συνειδητοποιεί τι την περιμένει, προκαλεί έκπληξη. Προφανώς απέφευγε να φανταστεί πως αντίστοιχες κραυγές πανικού έβγαζαν χιλιάδες άλλοι συνάνθρωποί της στα χρόνια της δικτατορίας της. Και εξαιτίας της.  Τουλάχιστον πρόλαβε να ζήσει την δόξα της νομισματικής της αποτύπωσης. Αν και με τις ίδιες περίπου αναλογίες πρέπει να κόπηκε και το αληθινό της κεφάλι. 

29
Μαρ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 86. Μαρία Ξυλούρη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μακρύς o κατάλογος: Πολ Όστερ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Γιόκο Ογκάουα, Χαρούκι Μουρακάμι, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Πέρσιβαλ Έβερετ, Λίντια Ντέιβις, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν (ειδικά της πρώτης, πιο μακάβριας περιόδου του). Δίνω μάχη με τον Τόμας Πίντσον (προφανώς, κερδίζει ο Πίντσον). Ακόμα: Αλεχάντρο Σάμπρα, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Νικόλ Κράους.

Από Έλληνες, Αντρέας Φραγκιάς, Στρατής Τσίρκας, Ζυράννα Ζατέλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Λένος Χρηστίδης· και Σώτη Τριανταφύλλου, επειδή πέρασα την εφηβεία μου με τα βιβλία της.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μακρύς κατάλογος #2: Η Ιερή Πείνα του Άνσγουορθ· Η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Όστερ (όπως και αρκετά ακόμα από τα βιβλία του Όστερ)· 2666 του Μπολάνιο· Infinite Jest του Γουάλας· Ωκεανός του Μπαρίκο· Περί τυφλότητας του Σαραμάγκου· Το κουρδιστό πουλί του Μουρακάμι· Ο Άτλας του ουρανού του Μίτσελ· Us του Κίμπολ· Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά του Φόερ· Όταν όλα καταρρέουν της Κράους.

Από ελληνικά βιβλία: Η χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· Το Πλήθος του Φραγκιά· Το διπλό βιβλίο του Χατζή· Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζατέλη· Ο άγιος της μοναξιάς της Καρυστιάνη· Οι τέσσερις τοίχοι του Χατζηγιαννίδη· Η Ανάκριση του Μαγκλίνη· το μόνιμο αντικαταθλιπτικό μου, το Λοστρέ του Χρηστίδη· Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης της Τριανταφύλλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πολλά από τα διηγήματα του Τσίρκα, του Κάρβερ και του Γουάλας. Σχεδόν όλα τα διηγήματα της Λίντια Ντέιβις, αλλά ιδίως τα πιο σύντομα – όπως, για παράδειγμα, το “Collaboration With Fly” από τη συλλογή Varieties of Disturbance:

I put that word on the page,

but he added the apostrophe.

Το Orientation του Ντανιέλ Ορόζκο. Περσινή Αρραβωνιαστικιά και Μανιώδης του καπνού της Ζατέλη. Και ζήλεψα πολλά από τα διηγήματα της συλλογής How They Were Found του Ματ Μπελ που διάβασα πρόσφατα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στο Πώς τελειώνει ο κόσμος υπάρχουν αρκετά πρόσωπα που οι αναγνώστες θα θυμούνται από το Rewind· τα δύο βιβλία επικοινωνούν, αν και δεν είναι συνέχεια το ένα του άλλου. Απλώς η διαδικασία ήταν κάπως ανάποδη – το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι βιβλίο που το γράφω και το ξαναγράφω πολύ πριν γεννηθεί το Rewind, οπότε δεν μπήκαν οι ήρωες του Rewind στο Πώς τελειώνει ο κόσμος, αλλά το αντίστροφο. Το είχαν συνηθίσει, εξάλλου, να εμφανίζονται σε ό,τι κι αν έγραφα με το έτσι θέλω. Ελπίζω τώρα, που με την έκδοση του Πώς τελειώνει ο κόσμος η ιστορία τους οριστικοποιήθηκε (όσο μπορεί, τέλος πάντων, να οριστικοποιηθεί μια ιστορία), να μην ξανασυναντηθούμε.

(Ξέρω, βέβαια, πως όλα αυτά είναι παραμύθια: πλάσματα του μυαλού μου είναι, εγώ τους ελέγχω· άρα δεν μ’ ακολουθούν αυτοί, εγώ τους ακολουθώ μέχρι να ξεμπερδέψω μαζί τους. Μα αν δεν μπω στη διαδικασία να ξεγελαστώ ότι μόνοι τους τα σκέφτονται και μόνοι τους τα κάνουν, θα πρέπει να τους ελέγχω συνειδητά, και φοβάμαι ότι θα μοιάζουν με μηχανάκια.)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Φλώρα από τη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· ο Φάνσοου από το Κλειδωμένο δωμάτιο και ο Έκτορ Μαν από το Βιβλίο των ψευδαισθήσεων του Όστερ· ο Αρτσιμπόλντι από το 2666 του Μπολάνιο· η Madame Psychosis από το Infinite Jest του Γουάλας· το ζευγάρι Ρότζερ και Τζέσικα από το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Πίντσον.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχει συμβεί να γράψω στις αεροπορικές θέσεις στα καράβια από και προς την Κρήτη, ώρες που οι συνεπιβάτες κοιμούνταν του καλού καιρού· με τα χρόνια, όμως, ανέπτυξα μια δυσανεξία, τόσο στις αεροπορικές θέσεις, όσο και στο γράψιμο σε δημόσιους χώρους. Προτιμώ την ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις, δοκιμές για διηγήματα, παρατηρήσεις για χαρακτήρες που δεν έχουν ακόμα όνομα ή βιβλίο, περιστατικά από τη ζωή τους. Οργανώνω τις ιστορίες μου ή σκηνές από τις ιστορίες μου στα μέσα μεταφοράς, παρατηρώντας τους συνεπιβάτες μου κι ακούγοντας μουσική. Καθετί που ακούω, βλέπω, σκέφτομαι ή διαβάζω μπορεί να είναι υλικό για βιβλίο, ακόμα κι αν δεν το αναγνωρίζω ως τέτοιο στην ώρα του.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η πρώτη γραφή γίνεται πάντα με χαρτί και στιλό – δυσκολεύομαι πολύ μπροστά στην οθόνη. Ξεκινάω τη δακτυλογράφηση μονάχα όταν το βιβλίο είναι –κατά το μεγαλύτερο μέρος του, τουλάχιστον– ολοκληρωμένο στο χειρόγραφο· μόνο μικρές παράγραφοι και φράσεις του Rewind και του Πώς τελειώνει ο κόσμος γράφτηκαν απευθείας στον υπολογιστή. Αλλά και μετά τη δακτυλογράφηση, πάλι στο χαρτί και το στιλό επιστρέφω – τυπώνω, περνάω τις διορθώσεις στο τυπωμένο, μετά τις περνάω και στο ηλεκτρονικό αρχείο, ξανατυπώνω, ξαναδιορθώνω. Στην κόλαση θα θέλω να τυπώσω και δεν θα έχω χαρτί.

Δεν επιδιώκω να δημιουργήσω μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα για να γράψω. Απλώς, αποφεύγω συστηματικά το γραφείο – είναι πιθανότερο να με βρεις να γράφω και να δακτυλογραφώ στο τραπέζι της κουζίνας ή στον καναπέ. Από εκεί και πέρα δεν νομίζω ότι έχω άλλες παραξενιές – για παράδειγμα, το ότι γράφω κυρίως βραδινές ώρες έχει να κάνει με τις απαιτήσεις του οκταώρου κι όχι με δική μου προτίμηση.

Μουσική άλλοτε ακούω όταν γράφω (συχνά το ίδιο τραγούδι, ξανά και ξανά), άλλοτε όχι – τα τελευταία χρόνια, συχνότερα όχι. Αλλά είναι σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας, αφού πολλές σκηνές ή κι ολόκληρα κεφάλαια οργανώνονται στο μυαλό μου με σάουντρακ συγκεκριμένα τραγούδια. Αρκετές από τις μουσικές αναφορές του Rewind, για παράδειγμα, είναι τραγούδια που μου χρησίμευσαν στο στήσιμο κεφαλαίων του βιβλίου. Αντίστοιχα δούλεψα και στο Πώς τελειώνει ο κόσμος. Εκτός από τα τραγούδια που αναφέρονται στο βιβλίο, το σάουντρακ περιλαμβάνει το Suicide Dream 2 από How to Dress Well, και το Tonight We Fly των Divine Comedy στην εκδοχή του Νιλ Χάνον με τον Ντιουκ Σπέσιαλ.

Στο mp3 player μου αυτό τον καιρό υπάρχουν Tindersticks, Walkabouts, Wu Lyf, Tarnation, Weeknd, Μαρκ Λάνεγκαν, ΠιΤζέι Χάρβεϊ, Τόρι Έιμος και Τομ Γουέιτς, Νικ Κέιβ και Μπρους Σπρίνγκστιν.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του πρώτου σας βιβλίου (Rewind);

Ευχαρίστως, αλλά την ξενάγηση θα σας την κάνει ο Πέτρος· αυτόν ν’ ακολουθήσετε. Παρά τις φήμες που τον θέλουν πολλά κιλά μαλάκα, είναι, νομίζω, καλό παιδί.

Ναι, το στόμα της κοπέλας δίπλα του είναι ραμμένο. Αυτός της το έραψε, γιατί δεν άντεχε να την ακούει.

Σε λίγο θ’ ανέβει στο μηχανάκι του για να πάει στο πατρικό του, όπου ο πατέρας του ζει με μια γυναίκα που είναι νεκρή και ζωντανή ταυτόχρονα.

Ακολουθήστε τον, δεν κινδυνεύετε.

Νομίζω, δηλαδή.

Θα μας ανοίξετε και τα παράθυρα του δεύτερου βιβλίου σας που μόλις κυκλοφόρησε;

Το καλοκαίρι του 2000 εξαφανίζεται μια έφηβη, η Άννα· το φθινόπωρο του 2007 αυτοκτονεί ο αδελφός της, ο Δημήτρης. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι ένα περίγραμμα αυτών των δύο απουσιών· με κέντρο την εξαφάνιση της Άννας και τον θάνατο του Δημήτρη ξετυλίγεται μια σπείρα από ιστορίες ανθρώπων οι οποίοι βρέθηκαν στη σκιά που άφησαν τα δύο αδέλφια φεύγοντας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα μια ανάγνωση του Infinite Jest, έναν γάτο ονόματι Χαρούκι, μια κοπέλα που τη φωνάζουν Κατσαρίδα, ταξίδια με πλοίο και ταξίδια με τρένο, λυπημένους επιβάτες λεωφορείων και τρόλεϊ, γυναίκες που ερωτεύονται κτίρια, έναν γέρο που τον επισκέπτεται η μακαρίτισσα η γυναίκα του στον ύπνο του για να του ανακοινώσει ποιος είναι για θάνατο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως κειμενογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ομολογώ ότι πλην του Διαβάζω δεν παρακολουθώ με συνέπεια κάποιο άλλο ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό (αυτό να καταγραφεί σαν δική μου αδυναμία, κι όχι σαν αδυναμία των περιοδικών). Παρακολουθώ κυρίως σάιτ και μπλογκ που ασχολούνται με την αμερικάνικη λογοτεχνία (The Millions, Biblioklept, Moby Lives κ.ά.).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μάλλον τον Αντρέα Φραγκιά.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Κινηματογράφο όχι τόσο όσο παλιότερα· θέατρο σχεδόν καθόλου. Η Κόκκινη ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι είναι από τις αγαπημένες μου – ίσως επειδή την είδα ακριβώς τον καιρό που έπρεπε. Άλλη αγαπημένη μου είναι το Hedwig and the Angry Inch του Τζον Κάμερον Μίτσελ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Στη δική μου περίπτωση η ποίηση ήταν μια εφηβική αρρώστια που παρατράβηξε· στα 22-23 μου αναγκάστηκα να το παραδεχτώ και την εγκατέλειψα. Προφανώς η ποίηση δεν έχασε απολύτως τίποτα. (Όπως δεν θα έχανε κι η πεζογραφία αν σταματούσα να γράφω· απλώς την απώλειά της δεν θα την άντεχα εγώ.)

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα το Rien ne va plus της Μαργαρίτας Καραπάνου, και το Fire Season του Φίλιπ Κόνορς.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια και με άφησαν ήσυχη οι προηγούμενοι ήρωες, μπαινοβγαίνω στα σπίτια νέων και καταγράφω τα χούγια τους (με το φόβο μην κι επιστρέψει κάνας Ορέστης να μου ζητήσει τα ρέστα). Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις κι αφετηρίες ιστοριών και περιμένω να δω ποιος απ’ όλους θα με πείσει ότι η δική του ιστορία είναι πιο επείγουσα για ν’ αφοσιωθώ σ’ αυτήν.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο, διαδρομή, βιβλίο, λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα στο μετρό το Last Days του Μπράιαν Έβενσον. Ο ήρωας του βιβλίου έχει πρόσφατα χάσει το χέρι του και βρίσκεται παγιδευμένος σε μια αίρεση. Για να φύγει από εκεί ζωντανός, πρέπει να διαλευκάνει έναν φόνο. Στην αίρεση όλοι είναι μανιακοί του ακρωτηριασμού· όσο περισσότερους ακρωτηριασμούς έχει κάποιος, τόσο πιο ψηλά βρίσκεται στην ιεραρχία. Μια και του λείπει μόνο ένα χέρι, ο ήρωας δεν μπορεί να μιλήσει με πιο υψηλόβαθμα στελέχη και δεν έχει πρόσβαση σε σημαντικές πληροφορίες που θα τον βοηθούσαν να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Είναι προφανές ότι έχει μόνο μια επιλογή, αν θέλει να βγει από κει μέσα: να αρχίσει να αυτοακρωτηριάζεται ώστε να ανέβει στην ιεραρχία και να συνεχίσει την έρευνα.

Διαβάζω, λοιπόν, την περιγραφή μιας συνάντησης των μελών της αίρεσης· κάθε μέλος είναι ένας κατάλογος ελλείψεων: δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο χεριού, αριστερό χέρι, μάτι. Όταν τους λείπει μάτι δεν βάζουν γυάλινο, απλώς το βλέφαρό τους είναι μόνιμα κλειστό. Ο συρμός σταματά στο Σύνταγμα κι επιβιβάζεται μια κοπέλα παραπατώντας. Έτσι όπως είμαι βουτηγμένη στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, σκέφτομαι ότι παραπατά επειδή της λείπουν δάχτυλα του ποδιού και δεν μπορεί να ισορροπήσει καλά. Έρχεται και στέκεται δίπλα μου, με στριμώχνει κιόλας με την τσάντα της σα να μην μπορεί να υπολογίσει την απόσταση από μένα (ο συρμός είναι σχεδόν άδειος, δεν είναι ότι δεν έχει χώρο να σταθεί). Κάνω λίγο στην άκρη και συνεχίζω το διάβασμα, αριστερό πόδι, δεξί πόδι, αριστερό χέρι, δάχτυλο χεριού, δάχτυλο χεριού, μισή γλώσσα, αφτί, μάτι, και εκείνη γυρνά και με ρωτάει αν πάει καλά για Ευαγγελισμό και βλέπω ότι το ένα βλέφαρό της είναι κλειστό.

Δεν έχω τολμήσει να ξαναγγίξω το βιβλίο από τότε.

(Για την ιστορία, δεν πήγαινε καλά για Ευαγγελισμό – ήμασταν στο συρμό για Άγιο Δημήτριο. Προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε με έναν κύριο ότι έπρεπε να κατέβει Ακρόπολη, να γυρίσει στο Σύνταγμα και από εκεί να πάρει τη μπλε γραμμή. Δεν καταλάβαινε. Εντέλει την πείσαμε να βγει στην Ακρόπολη. Κατέβηκε παραπατώντας πάλι, σχεδόν έπεσε πάνω σε ένα ζευγάρι. Ακόμα αναρωτιέμαι τι της συνέβαινε.)

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί βάφτισα μια ηρωίδα του καινούργιου βιβλίου Κατσαρίδα και πώς είναι το πραγματικό της όνομα. Μόνο και μόνο για να έχω τη διεστραμμένη χαρά να μην απαντήσω, όπως αρνούμαι συστηματικά ν’ απαντήσω τι περιέχουν τα κουτιά που μεταφέρει ο Πέτρος του Rewind.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Αναγνωστικά μου είναι, πλέον, απαραίτητο, αφού μέσω διαδικτύου ενημερώνομαι για βιβλία και συγγραφείς και συζητάω με άλλους αναγνώστες. Συγγραφικά σου προσφέρει εξαιρετικά εργαλεία, τόσο για να εμπλουτίσεις τη δουλειά σου (είναι, για παράδειγμα, πολύ πιο εύκολο να κάνεις έρευνα πια), όσο και για να την παρουσιάσεις και να «συναντηθείς» με το κοινό. Το κλειδί, βέβαια, είναι ακριβώς η δουλειά σου: τα βιβλία είναι πάντα σημαντικότερα για έναν συγγραφέα από τη διαδικτυακή του παρουσία.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορώ να συζητήσω την πρόταση, καθώς δεσμεύομαι ήδη από αποκλειστικό συμβόλαιο με το διάβολο: του πούλησα την ψυχή μου σε αντάλλαγμα ενός magnum opus. (Μάλλον κορόιδο πιάστηκα, αλλά ας ζήσω λίγο ακόμα με τις ψευδαισθήσεις μου.)

Στις εικόνες: Πολ Όστερ, Αλεχάντρο Σάμπρα, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Νικόλ Κράους, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Χαρούκι Μουρακάμι, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν, οι 2 αγαπημένες ταινίες, Ζοζέ Σαραμάγκου.

Προσφορά της συγγραφέως: εικαστικό του Narita (UbahnCode) για το Πώς τελειώνει ο κόσμος, βασισμένο σε φωτογραφίες του TheSkyEtc, φωτογραφία του TheSkyEtc για το Πώς τελειώνει ο κόσμος και προσωπική της φωτογραφία από τον Παναγιώτη Γαβριήλογλου.

28
Μαρ.
12

Ολιβιέ Ρολέν – Χάρτινη τίγρη

Φιλία 5- 68

Το κείμενο του παρελθόντος στη μνήμη μου είναι εντελώς παραμορφωμένο, τσαλακωμένο. [σ. 37]

Ένα αυτοκίνητο διασχίζει μέσα στη νύχτα τον περιφερειακό του Παρισιού. Εκφράσεις και σύμπλοκα συντροφεύουν την μεταφερόμενη προς εμάς εικόνα: περιφερειακή ροή ομαλή ροή· διαφημίσεις την καταφωτίζουν: ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ, PEUGEOT, ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΒΕΝΖΙΝΗΣ, Α4-Α104, CANON, VOLVO, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ, ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ, ΘΕΡΑΠΕΙΑ, SECURITAS. Ο αφηγητής απευθύνεται στη Μαρί, κόρη του Δεκατρία, αλλοτινό του σύντροφο σ’ ένα άλλο Παρίσι, στον συναρπαστικότερο Μάιο της Ιστορίας του. Γνωρίζει καλά πως «νιώθουμε την επιθυμία να ακούσουμε να μιλούν για πράγματα μόνο όταν οι φωνές που θα μπορούσαν να μας τα μάθουν έχουν σωπάσει» και τώρα που ο πατέρας της δεν βρίσκεται στη ζωή αναλαμβάνει να της διηγηθεί όλα όσα έζησαν· στην ουσία να φέρει μαζί της κι ερήμην της εις πέρας «ένα πειραματικό πρόγραμμα σχετικά με τη μνήμη σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας». Θα ξετυλίξουμε όλη ετούτη την ιστορία σαν μια μολυβένια σφαίρα στην άκρη μιας σφενδόνας που πετά μακριά. ΛΟΓΙΣΜΙΚΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ, JVC, FORMULE 1, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ, ΕΤΟΙΜΟΠΑΡΑΔΟΤΑ ΦΑΓΗΤΑ, ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ, ΠΤΥΣΣΟΜΕΝΟΙ ΚΑΝΑΠΕΔΕΣ, ΑΣΙΑΤΙΚΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ… Τότε το σύνορο ανάμεσα στην πόλη και την περιφέρεια ήταν ακόμα έτσι όπως το είχαν περιγράψει ο Σελίν κι ο Σαντράρ, τώρα το ορίζουν οι νέον επιγραφές.

Πώς ξεκίνησαν όλα; Από την αποστροφή για τους επιφανείς την δυσπιστία για τους πιο επιφανείς, ακόμα κι απ’ την πλευρά των διανοούμενων. Ενάντια στην ανανδρία όλων. Η Αντίσταση με τα κανόνα έμοιαζε πιο άξια σεβασμού και πιο χρήσιμη από εκείνες του Σαρτρ, του Μπρετόν και του Αραγκόν. Η μνήμη μειγνύει τα πάντα: τις συνομιλίες με τους κατοίκους των συνοικιών για τον «λαϊκό αγώνα», τις βραδινές φιλοτεχνήσεις των πολύχρωμων αφισών και τα ελαφρά μαστουρώματα από την μυρωδιά της κόλλας, τις νυχτερινές εξορμήσεις για αφισοκόλληση, με την αίσθηση ότι έκαναν περιπολία στο Πέτρογκραντ το 1917, ως Οι Δώδεκα του Αλεξάντρ Μπλοκ. Ο πατέρας της παραμένει φίλος του (εφόσον ο φίλος είναι αιώνιος), κι αμφότεροι ήταν οι τελευταίοι στον κόσμο δονικχώτες που ενδιαφέρονταν για την αιωνιότητα.

Τότε η επανάσταση ήταν «ένας τρόπος για να μάθει κανείς να πεθαίνει παρά προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας». Εκείνες τις μέρες θεωρούσαν τον ύπνο επινόηση της αστικής τάξης, άρα οι νύχτες έμεναν ξάγρυπνες– συνήθεια που διατήρησε ως σήμερα, και την ώρα που οι ηλεκτρινές λυχνίες και οι φωτεινές διαφημίσεις στην κορυφή των πολυκατοικιών αναβοσβήνουν, όπως κι όλοι οι κάτοικοι, αυτός αρχίζει να διαβάζει, να μείνει ζωντανός. Τότε σταμάτησαν να πηγαίνουν στον κινηματογράφο γιατί η Επανάσταση δεν είχε καιρό για χάσιμο, ζούσαν σαν σε ταινία έστω και μικρού προϋπολογισμού. Μέσα στον αχό της αναταραγμένης πόλης οι δυο φίλοι έζησαν στο έπακρο την διαπλοκή αλλά και την αιώνια συμπλοκή έρωτα και επανάστασης – ενός έρωτα που άλλοτε άνθιζε στα οδοφράγματα κι άλλοτε σε τραβούσε μακριά απ’ τις μάχες να προλάβεις να τον χαρείς:

Αριστερά σου, μετά από ένα τμήμα της βιβλιοθήκης όπου εκτείνεται ακατάστατα μια ολόκληρη ανθολογία βιβλίων σχετικά με τον πόλεμο στην Ισπανία, την Αντίσταση, την Κούβα, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τους εξεγερμένους της Μαύρης Θάλασσας, τον πόλεμο στην Αλγερία, την Κίνα, το Βιετνάμ, τον αναρχοσυνδικαλισμό και άλλα τονωτικά θέματα, λοιπόν, μετά από αυτό το πολύ ταιριαστό προοίμιο ή προθάλαμο υπάρχει μια ανοιχτή πόρτα όπου εγγράφεται διαγωνίως το μισό μέρος ενός κρεβατιού πάνω στο οποίο διακρίνονται οι γυμνές γάμπες της Κλοέ, όχι το υπόλοιπο κορμί της. Και αυτές οι γάμπες κινούνται […] Διπλώνονται, ξεδιπλώνονται, γλιστρούν, τρίβονται η μία πάνω στην άλλη. Όσο ηλίθιος κι αν είσαι, δεν σου διαφεύγει ότι αυτές οι γάμπες μιλάνε, και πιο συγκεκριμένα ότι μιλάνε σε σένα: και μάλιστα με αρκετή ειλικρίνεια. Δεν μιλούν με την ξύλινη γλώσσα των «συγκεντρώσεων» ούτε εκείνη στην οποία γράφεις το προπαγανδιστικό σου φυλλάδιο. [σ. 39]

Αυτή τη φορά ο Ρολέν διαλέγει έναν ακόμα πιο δαιδαλωτό αφηγηματικό τρόπο: απευθύνεται στην κόρη τού «13», γράφοντας όμως δευτεροπρόσωπα. Έτσι σε πλέκει ήδη σε μια συνεχή εγρήγορση, να μην ξεχνάς δηλαδή πως όσα θέλει να γράψει για το 68 κι όσα θέλει να πει στον φίλο του, πρώτα τα μεταφέρει στην κόρη εκείνου, της τα εμπιστεύεται ως παρακαταθήκη, κι ύστερα όλη αυτή την οδυνηρή και καθαρτήρια διαδικασία μάς την μεταφέρει μιλώντας στον …εαυτό του. Η αυτοκίνητη πλοήγηση στο υπερμοντέρνο πια Παρίσι δημιουργεί την αίσθηση της ζάλης, η ίδια η γραφή γίνεται ζαλιστική, με πλάνα πάντα κινηματογραφικά, όπως άλλωστε και η ίδια η ζωή των τυχερών companieros – κάποια στιγμή ο αφηγητής μονολογεί πως θα του καλάρεσε να δει τον «ρόλο» του να παίζεται από τον Τρεντινιάν.

Κι έτσι η ιστορία της σχέσης των δυο αντρών είναι και ιστορία μιας εποχής, μιας επανάστασης κι ενός ονείρου που δεν ήταν απλά χειροπιαστό αλλά κατοικούσε στα χαρακώματα των αστικών δρόμων, στα καφενεία, στις ταραχώδεις συνελεύσεις, στις διαδηλώσεις, στα διαβάσματα, στις εξάψεις για την Κόκκινη Ανατολή και τη Ρεαλιστική Ουτοπία και πάνω απ’ όλα στην ιστορία μιας φιλίας, όχι μόνο του Μαρτέν και του Δεκατρία αλλά και της υπόλοιπης παρέας, της Ζυντίν, της Κλοέ, του Βέλγου, το Ζυλό και των υπολοίπων. Όλοι τους αφιέρωσαν της νεότητά τους εναντίον της ιμπεριαλιστικής τίγρης, μια τίγρη που έβλεπαν χάρτινη κι ίσως γι’ αυτό κρατούσαν μόνο ψαλίδια.

ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ, ΚΑΖΙΝΟ, COMPUTERS, ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ, INTERNET, ΣΤΕΡΕΟΦΩΝΙΚΑ, NOKIA, ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΑ, ΤΡΑΠΕΖΑ, ….

Εκδ. Άγρα, 2005, μτφ. Άννα Τσέα, σελ. 302 [Olivier Rolin, Tigre en papier, 2002].

Πρώτη δημοσίευση σε mic.gr

27
Μαρ.
12

Ναντιέζντα Μαντελστάμ – Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας. Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ

Έγκλημα και τιμωρία

Βλαδιβοστόκ, Βορειοανατολικά Αναμορφωτικά Στρατόπεδα Εργασίας, 11ο Παράπηγμα, 1938. Από εκεί προέρχεται το τελευταίο γράμμα του Όσιμ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ προς τη σύζυγό του Ναντιέζντα και τον αδελφό του Αλεξάντρ. Ο ποιητής είχε ήδη εξοριστεί σε Τσερντίν και Βορόνεζ (1934-1937) και τώρα εκ νέου καταδικαστεί σε πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα στην Κολυμά της Σιβηρίας για αντεπαναστατική δράση. Το έγκλημα: ένα σατιρικό ποίημα για τα μουστάκια του Στάλιν, που διάβασε σ’ ένα κύκλο ομότεχνων, ένας εκ των οποίων τον κατέδωσε, στον γνωστό φαύλο κύκλο του καθεστώτος διώξεων και καταδόσεων: καταδίδεις πρώτος για να μη σε καταδώσουν ή να μη φανεί πως συγκαλύπτεις τον άλλον. Στην Σοβιετική Ένωση του ’30 αρκούσε μια και μόνο φράση για να καταστρέψει για πάντα την ζωή ενός ανθρώπου.

Ταφικό μνημείο

1-nadezhda-mandelstamΟ τάφος του Μαντελστάμ είναι άγνωστος, πιθανός ομαδικός και κάτω από τον πάγο. Αλλά το κενοτάφιό του, όπως γράφει στην εισαγωγή ο Α. Βιστωνίτης, είναι ακριβώς το βιβλίο της γυναίκας του, ένα σπάνιο επίτευγμα της ρώσικης μεταπολεμικής πεζογραφίας. Το χειρόγραφο στάλθηκε κρυφά στη Δύση και εκδόθηκε το 1970 προκαλώντας πολιτικοπολιτισμικό σοκ. Εννοείται πως στη Σοβιετική Ένωση κυκλοφόρησε σε σαμιζντάντ και οι δεκάδες συγγραφείς και διανοούμενοι που αναφέρονταν με όλη τους την μικρότητα, την ρουφιανιά και την δειλία έχασαν τον ύπνο τους. Από την άλλη πλευρά, η μνήμη πολλών σπιλώθηκε, χωρίς ποτέ να αποδειχτεί η εμπλοκή τους, πέρα από φήμες που έφτασαν στα αυτιά της συγγραφέως. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η οργή και ο πόνος της για τον θάνατο του Ο.Μ. και για την κατεστραμμένη της ζωή παρέκαμπτε, όπως υποστηρίχθηκε, την ακρίβεια των πληροφοριών της.

«Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία…»

Η συγκλονιστική της αφήγηση αρχίζει το 1934 με την πρώτη σύλληψη του ποιητή και τελειώνει με το θάνατό του το 1938, την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου. Αυτή η αφήγηση είναι Μαρτυρία, Ιστορία, Βιογραφία, Χρονικό, Πραγματεία πάνω σε κάθε μορφή ατομικής εξόντωσης, στη συντριβή της ατομικότητας από την εξουσία. Είναι Έπος σκοτεινό και αθέατο επί δεκαετίες, Ψυχολογία της αλλοίωσης των συνειδήσεων και της παραμόρφωσης των συναισθημάτων. Μελέτη Σοβιετικού Ολοκληρωτισμού και Απόλυτη Ιστορία Αγάπης, Αφοσίωσης, Διάσωσης, Απόδοσης Δικαιοσύνης.

Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία, αλλά για μια δειλή απόπειρα να περιγράψω τη μεταβολή της συνείδησής που, πιθανότατα, υφίσταται η πλειονότητα των ανθρώπων που πέρασαν τα μοιραία όρια. Η μεταβολή αυτή εκφραζόταν πρωτίστως με την πλήρη αδιαφορία για όλα όσα έμεναν πίσω, καθώς αναδυόταν η απόλυτη βεβαιότητα ότι όλοι μας παίρναμε τον δρόμο προς τον αναπότρεπτο χαμό. […] Πρόσφατα αγωνιούσα για τους δικούς μου, τη δουλειά μου, όλα όσα υπεράσπιζα. Τώρα χάθηκε η ανησυχία και διαλύθηκε ο φόβος. Τον διαδέχτηκε η οδυνηρή επίγνωση της καταδίκης, κι αυτή γέννησε μια αδιαφορία σωματικά αισθητή…Και τότε αποδείχτηκε πως ο χρόνος δεν υπάρχει πια, μόνο προθεσμίες για την πραγματοποίηση του αναπόφευκτου… [σ. 79 – 80]

Η σύζυγος του εχθρού του λαού στον χιλιοπερπατημένο δρόμο

Αν η Ναντιέζντα δεν ήταν δίπλα του στην εξορία του Βορόνεζ, δουλεύοντας σε εργοστάσιο (καθώς σ’ εκείνον δεν έδιναν δουλειά, παρά τις απεγνωσμένες του προσπάθειες) δεν θα είχε γράψει τα εξαίσια ποιήματα εκείνης της περιόδου (1934-1938) και τίποτα από την ποίησή του δεν θα είχε διασωθεί αν η ίδια δεν την απομνημόνευε και δεν την επαναλάμβανε μέσα της αμέτρητες φορές, ζώντας στην αφάνεια για να μην αφήνει ίχνη, διδάσκοντας σε επαρχιακά σχολεία, άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Έζησε γνωρίζοντας πως ανά πάσα στιγμή μπορούσε να συλληφθεί ως σύζυγος «εχθρού του λαού». Ούτως ή άλλως οι μεγάλες πόλεις της ήταν απαγορευμένες. Κρυβόταν στο καθεστώς της ανύπαρκτης προσωπικότητας χωρίς την ελάχιστη περιουσία, χωρίς ούτε ένα βιβλίο στα χέρια της. Σε κάθε περίπτωση το χαρτί ήταν επικίνδυνη κατοχή. Μόνο η νυχθημερόν επανάληψη των στίχων του την έκανε να εμβαθύνει στην ποίησή του και να συνομιλεί μαζί του. Το μόνο πράγμα που είχε γράψει μέχρι τότε ήταν γράμματα σε φίλους και αιτήσεις προς το Ανώτατο Δικαστήριο.

Έπρεπε να διαφυλάξω δυνάμεις, για να διαβώ όλους τους δρόμους που είχαν ήδη διασχίσει άλλες γυναίκες. Αλλά εκείνη τη νύχτα του Μάη μού ανατέθηκε άλλη μια αποστολή, χάρη στην οποία έζησα και ζω ακόμη. Δεν είχα τη δυνατότητα ν’ αλλάξω τη μοίρα του Ο.Μ., διέσωσα όμως ένα μέρος των χειρογράφων του, πολλά διατηρήθηκαν στη μνήμη μου, αλλά μονάχα εγώ μπορούσα να τα διασώσω – και γι’ αυτό άξιζε να συγκεντρώσω δυνάμεις. [σ. 47]

Οι σύζυγοι των συλληφθέντων έπαιρναν τον «χιλιοπερπατημένο δρόμο» για τον Πολιτική Ερυθρό Σταυρό, ο οποίος όμως δεν είχε την παραμικρή επιρροή, άρα στην ουσία πήγαιναν εκεί για να εκτονωθούν και να αποκτήσουν την αυταπάτη της δράσης, τόσο απαραίτητη στις περιόδους της καταθλιπτικής αναμονής. Μετά το κλείσιμό του, όλες ζούσαν μόνο με τις φήμες, μέρος των οποίων διαδιδόταν ειδικά για την κατατρομοκράτησή τους. Οι συμβουλές που δεχόταν απ’ όσους γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις αφορούσαν τον Ο.Μ.: να μην δραστηριοποιείται πουθενά, να μη ζητά τη μεταγωγή του σε άλλο μέρος, να, μην υπενθυμίζει την ύπαρξή του, να μην συμπεριληφθεί σε κανένα έγγραφο το όνομά του, να τους αφήσει να τον ξεχάσουν.

Τα Σοβιετικά Επαγγέλματα

Οι συχνές «νυχτερινές επιχειρήσεις» ονομάζονταν έτσι στη γλώσσα των μυστικών αστυνομικών – τσεκιστών, από τον μύθο και ευσεβή τους πόθο ότι θα μπορούσαν να συναντήσουν αντίσταση και να γευτούν τον κίνδυνο. Όπως πάντα, η ηλιθιότητα τους κατά τις έρευνες ήταν παροιμιώδης. Μπορεί να έψαχναν σε συρτάρια και ράχες βιβλίων, αλλά ποτέ σε μια κατσαρόλα: εκεί ένα χειρόγραφο θα μπορούσε να ζήσει αιώνες. Άλλοτε τους αρκούσε να κάνουν αισθητή την παρουσία τους: όταν έμενε με την Άννα Αντρέγεβνα (:Αχμάτοβα) στην Τασκένδη, γυρνώντας σπίτι έβρισκαν το σταχτοδοχείο γεμάτο γόπες. Η παρουσία κάποιου σε συλλήψεις με την ιδιότητα του μάρτυρα έγινε σχεδόν επάγγελμα. Ορισμένοι αναλάμβαναν εργολαβικά ως μάρτυρες έναν συγκεκριμένο δρόμο ή συνοικία.

Ιδιαίτερο είδος χαφιέ αποτελούσε ο «θαυμαστής», κατά βάση εκπρόσωπος του ίδιου επαγγέλματος, ομότεχνος, συνάδελφος ή γείτονας αλλά και ο «υπασπιστής», που κάνει διατριβή στην ποίηση. Οι επαγγελματίες εξολοθρευτές επινόησαν μια παροιμία: Αν βρεθεί ο άνθρωπος, θα βρεθεί και η υπόθεση. Ο Ο.Μ. επαναλάμβανε συχνά τους στίχους του Χλέμπνικοφ: Μεγάλη υπόθεση το αστυνομικό τμήμα! Είναι το μέρος όπου συναντιέμαι με το κράτος. Οι έμπειροι των ανακρίσεων έλεγαν πως είναι απαραίτητο στην αρχή να κάνεις κάποιες ελάχιστες ομολογίες, ειδάλλως αρχίζει η «πίεση» και αποδυναμωμένος αρχίζεις και αραδιάζει ένα σωρό απίθανα (ψεύτικα και ενοχοποιητικά) πράγματα για τον εαυτό σου.

Οι Διαβρωτικοί Φόβοι

Συνήθως, ύστερα από μια ακόμα είδηση για τη σύλληψη κάποιου, υπήρχαν αυτοί που σώπαιναν και χώνονταν ακόμα πιο βαθιά στο λαγούμι τους, το οποίο, με την ευκαιρία, δεν γλίτωσε κανέναν, ενώ άλλοι έβριζαν εν χορώ τον συλληφθέντα. [σ. 63]

Η Μαντελστάμ γράφει για τις μοιραίες περιόδους που η ατμόσφαιρα γινόταν πιο βαριά κι απ’ το μολύβι, για τη βουβαμάρα και τα πρώτα συμπτώματα του λήθαργου, για τον φόβο που υπήρχε ακόμα και για το αν κάποιος κρυφακούει τις πιο μύχιες σκέψεις σου, για την μανία καταδίωξης που βασάνιζε τον καθένα. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 ο ψίθυρος της κοινής γνώμης γινόταν όλο και πιο αδύναμος κι έπαψε να μετουσιώνεται σε οποιαδήποτε ενέργεια. Πολύ περισσότερο στην υπόθεση του Ο.Μ. κανείς δεν τολμούσε να εκφέρει γνώμη ή να αναμιχθεί, εφόσον είχε θιγεί το πλέον επίφοβο πρόσωπο στη χώρα. Ένας λόγος παραπάνω εδώ να εκτιμήσει τον Παστερνάκ, που ήρθε στο σπίτι της με την Αχμάτοβα (που ούτως ή άλλως δε σταμάτησε να ενεργεί από την δική της πλευρά, αν και η σχέση των δυο γυναικών υπήρξε αμφιλεγόμενη) για να μάθει πώς μπορεί να βοηθήσει.

Ζούσαμε ανάμεσα σε ανθρώπους που χάνονταν τον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση, κι ανάμεσα σ’ αυτούς που τους έστελναν στον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση. Ήταν επικίνδυνο να συνδέεσαι με ανθρώπους που εξακολουθούσαν να σκέπτονται και να δουλεύουν. [σ. 73 – 74]

Κάρφωσε πρώτος, μη σε καρφώσουν πρώτοι

Είναι γνωστές οι μορφές εκβιασμού για να στρατολογηθείς ως χαφιές: προβλήματα στην οικογένεια, στη δουλειά, διασπορά φημών ότι είσαι χαφιές. Οι περιγραφές για το πώς κάθε οικογένεια μελετούσε τους γνωστούς της γυρεύοντας ανάμεσά τους υποψήφιους ή νυν προδότες είναι ανατριχιαστικές. Στους εργασιακούς χώρους το «ξεσκέπασμα» αποτελούσε καθημερινότητα. Αναπόφευκτα οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν την ικανότητα επικοινωνίας, οι δεσμοί να χαλαρώνουν κι ο καθένας να ζαρώνει στη γωνιά του σιωπηλός, ανεκτίμητο πλεονέκτημα για παντός είδους εξουσίες.

Στον αγώνα υπέρ της ιδεολογικής καθαρότητας, οι αρχές ενθάρρυναν με κάθε τρόπο όσους «είχαν τη γενναιότητα να ξεσκεπάζουν» αυτούς οι οποίοι «χωρίς κανένα σεβασμό στην προσωπικότητα» αποκάλυπταν τα υπολείμματα της παλιάς ψυχολογίας μεταξύ των συναδέλφων τους. Υπολήψεις συντρίβονταν σαν σαπουνόφουσκες, και οι αποκαλύπτοντες σκαρφάλωναν στα ύψη της υπηρεσιακής κλίμακας. Κάθε σημαντικό πρόσωπο που αναδείχτηκε εκείνα τα χρόνια χρησιμοποίησε αυτή τη μέθοδο, το «ξεσκέπασμα» δηλαδή του προϊσταμένου του, μια φορά τουλάχιστον. Ειδάλλως, πώς θα έπαιρνε τη θέση του; [σ. 141]

Ανύπαρκτο όριο, άφαντο λαγούμι

Αναρωτιόμουν γιατί στον τόπο μας όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον χαμό. Τι πρέπει να είναι κανείς για να σωθεί; Πού βρίσκεται εκείνο το λαγούμι όπου μπορείς να τρυπώσεις για να σωθείς; [σ. 90]

Ήδη με την πρώτη εμπειρία στο Τσερντίν αποκαλύφθηκε η τεράστια ειρωνεία: στις συνθήκες των κάτεργων και της εξορίας η λέξη σύντροφος έπαιρνε ιδιαίτερη σημασία, κάτι που οι εκτός των φυλακών είχαν από καιρό ξεχάσει. Εκεί αντιλήφθηκαν πως το σημαντικότερο όλων ήταν η εσωτερική πειθαρχία: δεν πρέπει να περιμένεις τίποτα από το μέλλον. «Να βλέπεις το Τσερντίν σαν την ύστατη ανάπαυλα. Και να είσαι έτοιμος και να περιμένεις να αντιμετωπίσεις τα πάντα». Οι γνωστοί τους εκεί είχαν ως μοναδικό στόχο τη διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αλλά ακόμα κι εκεί, πόσοι πίστευαν πραγματικά πως το ζεύγος βρίσκεται πράγματι εξόριστο εκεί και δεν ήταν φυτεμένοι από το κράτος; Η απώλεια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, γράφει η Μαντελστάμ, είναι η πρώτη ένδειξη διχασμού της κοινωνίας σε δικτατορίες όπως εκείνη.

Που βρίσκεται λοιπόν σε εποχές σαν την δική μας το όριο μεταξύ ψυχικής ομαλότητας και αρρώστιας; [σ. 112] Ποιος ανάμεσά μας δεν σκεφτόταν τον εαυτό του στο γραφείο του ανακριτή, ποιος δεν σκεφτόταν με την παραμικρή αφορμή απαντήσεις σε ερωτήσεις που θα του κάνουν εκείνοι;

Η Νέα Ηθική

Η Μαντελστάμ γράφει για την ύπνωση του παρόντος, το κήρυγμα του ιστορικού ντετερμινισμού που στέρησε απ’ όλους τη θέληση και την ελεύθερη κρίση, για εκείνους που στο όνομα της Νέας Ηθικής και της Νέας Εποχής διέπρατταν τα τρομερότερα εγκλήματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός από τα ισχυρότερα στελέχη της Τασκένδης που μετά την σύνταξή του αυτοκτόνησε, καθώς δεν άντεξε την δοκιμασία των συνεχών κατ’ αντιπαράσταση εξετάσεων όσων επιβίωσαν στα στρατόπεδα. Σύμφωνα με το γράμμα της αυτοχειρίας του, όσο εργαζόταν ως αφοσιωμένος κομσομόλος δεν έβλεπε άλλον από τους συναδέλφους του και τους ανακρινόμενους, εργαζόταν νυχθημερόν χωρίς ανάπαυλα, έπαιρνε προαγωγές και παράσημα και μόνο όταν συνταξιοδοτήθηκε βρήκε το χρόνο να σκεφτεί όσα συνέβαινα και να αναρωτηθεί μήπως δεν υπηρετούσε το λαό όπως νόμιζε τόσα χρόνια… Οι σοβιετικοί είχαν αγγίξει τον υψηλότερο βαθμό ψυχικής τύφλωσης. Όσοι διατηρούσαν υγιή ψυχισμό έκλειναν τα μάτια τους μπροστά στην πραγματικότητα. Το ταξικό αίσθημα είχε αντικαταστήσει κάθε συνείδηση.

Αυτοχειρία, εφόδιο σε εφεδρεία

Σε άλλες εξίσου συγκλονιστικές σελίδες η συγγραφέας γράφει για τις σκέψεις του Ο.Μ., που από ένα σημείο κι έπειτα βρισκόταν συνεχώς σε επιφυλακή για τον φόβο της εξόντωσής του, να δώσει τέλος στη ζωή του αντί να θανατωθεί με τους όρους των διωκτών του. Δεν τον πείραζε να πεθάνει, αρκεί να μην ήταν από το χέρι του εκτελεστή. Η αυτοκτονία ήταν και για τους δυο τους ένα εφόδιο που κρατούσαν σε εφεδρεία. Η σκέψη της έσχατης λύσης παρηγορούσε και καθησύχαζε κυρίως την Ναντιέζντα στις περισσότερο αφόρητες περιόδους της ζωής τους. Ο Όσιπ ήταν περισσότερο αισιόδοξος: Πώς ξέρεις τι θα γίνει μετά; Η ζωή είναι ένα δώρο που κανείς δεν θα τολμήσει ν’ απορρίψει. Γιατί σου έχει κολλήσει ότι οφείλεις να είσαι ευτυχισμένη; Αν και λάτρευε τη ζωή, ο Μαντελστάμ ποτέ δεν αναζήτησε την ευδαιμονία, ούτε και στηριζόταν την αποκαλούμενη ευτυχία. Γι’ αυτόν τέτοιες έννοιες ήταν ανύπαρκτες.

2.000, 42

Σερζ (βλ. εδώ και εδώ), Πλατόνοφ, Αχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Πιλνιάκ, Μπάμπελ, Χαρμς, Σαλάμοφ αλλά και οι περισσότερο «γνωστοί» Μπουλγκάκοφ και Μαγιακόφσκι: τα τελευταία χρόνια το έργο των μείζονων ρώσων πεζογράφων και ποιητών γνώρισε ιδιαίτερη διάδοση. Ακόμα και σε πιο «ελεύθερα» καθεστώτα, η αφάνειά τους κρίθηκε προτιμότερη, σίγουρα από τις Αριστερές που δεν επιθυμούν να απογαλακτιστούν από το σταλινικό παρελθόν, όπως η ελληνική, όπως εύστοχα γράφει στην εισαγωγή του ο Α. Βιστωνίτης. Κι εμείς, μένει ακόμα να μάθουμε και να διαβάσουμε τους 2.000 συγγραφείς που συνελήφθησαν και τους 1.500 που εκτελέστηκαν, ή πέθαναν στη φυλακή και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή χάθηκαν, χωρίς ποτέ να μάθουμε πώς έχασαν τη ζωή τους, όπως ο Όσιπ Μαντελστάμ.

Ναντιέζντα Μαντελσταμ: 42 χρόνια χήρα του ποιητή, συνομιλήτρια της σκιάς του, 42 χρόνια αφοσίωσης στη διατήρηση της μνήμης του ζωντανής, στην περίσωση του έργου του, στην παράδοσή του σ’ όλους εμάς που διατεινόμαστε πως ενδιαφερόμαστε (ορισμένοι κιόλας πως ζούνε) για την ποίηση.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, σελ. 578, με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη και νεκρολογία από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι («Ναντιέζντα Μαντελστάμ (1899-1980)». Το παράρτημα περιλαμβάνει σημειώσεις της μεταφράστριας, ευρετήριο ονομάτων και λογοτεχνικών κινημάτων και οργανώσεων και δυο ποιήματα: του Μαντελστάμ για τον Στάλιν και της Αχμάτοβα για τον Μαντελστάμ [Nadhezda Madelstam, Vospominania [Αναμνήσεις], 1970].

 Στις εικόνες: Τα έγγραφα (όπως η ενυπόγραφη κατάθεσή του) είναι από τον Φάκελο του Μαντελστάμ, από την εξαιρετική ιστοσελίδα http://www.mandelstam-world.org/

26
Μαρ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 85. Λίνα Φυτιλή

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο σας βιβλίων;

Οι νύχτες της άχρωμης  κιμωλίας, Καστανιώτης. Ένα ταξίδι σε άγνωστο προορισμό, κατά τη διάρκεια του οποίου οι επιβάτες ξεδιπλώνουν τις ιστορίες  τους, ένα υπαρξιακό ταξίδι πρωτίστως με απροσδόκητο τέλος. Τώρα είναι αργά, Απόπειρα. Όταν η νοσταλγία είναι τόσο δυνατή, που οι ήρωες ζούνε εγκλωβισμένοι στο παρελθόν τους, αναζητούν μια ευκαιρία για να ξεφύγουν. Ίσως μέσα στην ευδαιμονία του καλοκαιριού βρουν αυτή την ευκαιρία…

Αγαπημένοι σας παλιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πάρα πολλοί. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς: Τόμας Μαν, Χειμωνάς, Ντοστογιέφσκι, Ταμπούκι, Κούτσι, Τζόις, Προυστ, Χάισμιθ, Καλβίνο, Άτγουντ, Έιμις, Μπαρνς, Γουλφ, Έρση Σωτηροπούλου, Τζόις, Κάφκα, Ίαν Μακ Γιούαν…

Αγαπημένα σας βιβλία.

Το μαγικό βουνό, Η θάλασσα, Δαμάζοντας το κτήνος, Ο τυφλός δολοφόνος, Ιδιωτικές συναντήσεις, Ο μαιτρ κι η Μαργαρίτα, Περί τυφλότητας, Στην ακτή, Οδυσσέας, Ο πύργος, Αόρατες πόλεις, Στην καρδιά της χώρας, όλα του Ταμπούκι…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχωφ, του Καλβίνο, αρκετά της Σωτηροπούλου, του Χάκκα, της Ζατέλη, του προσφάτως βραβευμένου Χρήστου Οικονόμου…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Αρκετοί. Ενδεικτικά αναφέρω το Δημήτρη Σωτάκη για τους φανταστικούς κόσμους που στήνει, τον Κυριάκο Γιαλένιο για την ευαίσθητη ματιά του, τον Χρήστο Οικονόμου για το ύφος…

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε νέα τους;

Οι ήρωες με ακολουθούν σε όλη τη διάρκεια της σκέψης και της συγγραφής ενός βιβλίου. Έπειτα τους αφήνω οριστικά κι αυτοί εμένα. Θέλω να τους φαντάζομαι ελεύθερους.

Αγαπημένος ή και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του σπιτιού σας;

Όχι, αλλά θα το ήθελα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερος σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η πρώτη γραφή γίνεται συνήθως σε ένα τετράδιο. Έπειτα αναλαμβάνει ο υπολογιστής. Η μετάβαση γίνεται αυτόματα, με ένα μαγικό τρόπο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το βασικό είναι να επιλέξω το θέμα, τους ήρωες και την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Η γραφή είναι μια εγκεφαλική και σύνθετη ψυχοσυναισθηματική διαδικασία. Οι λέξεις είναι απλώς το μέσον. Όταν γράφω, θέλω ν’ ακούω τους ήχους της πόλης, συχνά γράφω με ανοιχτά παράθυρα. Άλλοτε θέλω απόλυτη ησυχία. Η μουσική με συνοδεύει το διάστημα της συγγραφής αλλά όχι τη στιγμή που γράφω. Σε κάθε βιβλίο έχω κάποιες μουσικές εμμονές. Στο Τώρα είναι αργά άκουγα συνέχεια Calexico. Γενικά ακούω από κλασσική μουσική μέχρι ρεμπέτικα, ροκ ακούσματα, ορχηστρικά, σάουντρακ από ταινίες, ανάλογα τη διάθεση πάντα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη δουλειά μου στην Εκπαίδευση.

Αγαπημένο σας λογοτεχνικό περιοδικό;

Οδός Πανός, Εντευκτήριο, Το Δέντρο, αλλά όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι αξιόλογα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία- παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;

Θα επέλεγα τον Κάφκα ή τη Βιρτζίνια Γουλφ.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θεατρικά πάντα με γοητεύει ο Λευτέρης Βογιατζής. Κινηματογραφικά τράβηξε την προσοχή μου, το προκλητικό «Κορίτσι με το τατουάζ¨.

Γράφετε ποτέ ποίηση, κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα γράφοντας ποίηση στα δεκάξι. Στην πορεία με κέρδισε η πεζογραφία. Όταν σκεφτώ έναν ωραίο στίχο μπορώ και τον ενσωματώνω στο κείμενό μου.

Τι γράφετε τώρα;

Διανύω μια εξαιρετικά δημιουργική περίοδο. Βρίσκομαι στην ολοκλήρωση μιας σειράς διηγημάτων, ενώ μόλις ξεκίνησα ένα μυθιστόρημα. Αλλά είναι νωρίς να μιλήσω γι’ αυτό, έχω γράψει μόνο τα πρώτα δύο κεφάλαια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Μου αρέσει το διαδίκτυο. Μιλάω καθημερινά με πολύ κόσμο, ανταλλάσσω απόψεις, ενημερώνομαι. Αρκεί να μπαίνει ένα όριο, για να μη χάνεται η ανθρώπινη επαφή, που φυσικά δεν υπάρχει πίσω από μία οθόνη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Κλαρίσε Λισπέκτορ «Κοντά στην άγρια καρδιά», που μου πρότεινε ένας φίλος συγγραφέας.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Τις παρακολουθώ όσο μπορώ, είτε από εφημερίδες και περιοδικά, είτε από το ίντερνετ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο- διαδρομή- βιβλίο- λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα το Νυχτερινό στην Ινδία του Ταμπούκι, ταξιδεύοντας με υπεραστικό λεωφορείο για τον Βόλο. Στη στάση με πλησίασε ένας μεταπτυχιακός φοιτητής και με ρώτησε τι διαβάζω. Του έδειξα. Με ξαναρώτησε, αν μου έμεινε κάτι από το βιβλίο και του απάντησα «Η ατμόσφαιρά του, “γιατί η μνήμη είναι μια καταπληκτική πλαστογράφος», όπως αναφέρει κι ο συγγραφέας. Από εκείνη τη στιγμή γίναμε φίλοι. Γενικά αγαπώ τα ταξίδια με λεωφορείο. Σ’  ένα λεωφορείο εμπνεύστηκα κάποτε τις Νύχτες της άχρωμης κιμωλίας.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Ένας μονίμως ατσαλάκωτος, από το χρόνο, άνθρωπος δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την.

Όλες οι ερωτήσεις ήταν εξαιρετικές, οπότε θα βάλω τελεία.

Στις εικόνες: Marcel Proust, Virginia Wolf, J.M. Coetzee, Antonio Tabucchi.

25
Μαρ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 55

                                                                                                                                                                                                               Η Κυψέλη του Κ.Χ.Θ. σε τρεις εκδοχές: ιδωμένη υπό το φως των φαναριών του δρόμου, κρυμμένη κάτω από τις στέγες, συμβολισμένη σε παιγνιακές φιγούρες.

24
Μαρ.
12

Αφιέρωμα: Δίσκοι – Συλλογές

Το μυστικό σας είναι ακόμα ασφαλές μαζί μας

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr [18/11/2007]

Φαντάζομαι το είδος «συλλογή» [: δίσκος που συνήθως περιέχει ένα τραγούδι από κάθε συγκρότημα ή καλλιτέχνη, ως ένα συλλογικό δείγμα κάποιου ήχου, τάσης, του δυναμικού μιας δισκογραφικής, και – στο προσωπικό μας λεξικό – κατά βάση ανεξάρτητης εταιρείας] σαν κάτι παρωχημένο, σχεδόν ξεπερασμένο. Ίσως επειδή οι συλλογές έχουν διανύσει ολόκληρη την απόσταση ανάμεσα στο πρωτόγνωρο και πολυποίκιλο του τότε με το προβλέψιμο και δεδομένο του σήμερα. Σαφώς λοιπόν ένα τέτοιο αφιέρωμα εμπεριέχει μεγάλη δόση νοσταλγίας και παρελθοντολογίας, όμως στο συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: Υπήρχε όντως μια εποχή όπου γνώριζες τάσεις, είδη και αναρίθμητα σχήματα μέσα από συλλογές ενώ σήμερα ισχύει μόνο το τελευταίο. Υπήρχαν όντως δίσκοι που σε έφερναν σε επαφή με άσημους μα συναρπαστικούς δημιουργούς με τους οποίους δεν υπήρχε περίπτωση να γνωριστείς με άλλον τρόπο – σήμερα υπάρχουν και άλλοι τρόποι. Υπήρχε τέλος τότε μια πρωτόγνωρη ηδονή στο να έρχεσαι επαφή με εντελώς άγνωστα σχήματα, κάτι που σήμερα αποτελεί τον κανόνα.  Κάπως έτσι γνωρίζαμε και τον ήχο μιας ολόκληρης πόλης ή κωμόπολης – ενδεικτικές και με εύγλωττους τίτλους οι περίφημες Avon Calling- The Bristol Compilation (Heartbeat, 1979), Bouquet Of Steel (Sheffield, 1980), Welcome to Norwich, a Fine city (1981), Where The Hell Is Leicester (S&T, 1981) και East of Croydon (Nothing Shaking Shak 1, 1981) κ.ά.

Όμως ο πυρήνας όλης αυτής της αίσθησης ήταν αντικειμενικός: δεν χαιρόμασταν επειδή θα γνωρίζαμε ονόματα που δεν γνώριζε ο διπλανός μας και θα του κάναμε τον έξυπνο, αλλά επειδή σε κάποιες θαυμαστές συγκυρίες τα παραπάνω σχεδόν ταυτίζονταν με έννοιες όπως υψηλή ποιότητα και κορυφαία συνθετουργία. Ναι, υπήρχε μια εποχή όπου ολόκληρα μπουκέτα αλλόκοτων σχημάτων ανθισμένα κάτω από υπόστεγα άξιζαν να ακουστούν! Εφόσον υπάρχει αριθμητικός περιορισμός θα δώσω περισσότερο βάρος σε εκείνες που με έφεραν σε πρώτη γνωριμία με κάποιο όνομα ή και ολόκληρο label. Στην πρώτη θέση μπαίνει εκείνη που άντεξε περισσότερο στο χρόνο. Στις επόμενες η σειρά είναι αλφαβητική.

1. Your secret’s safe with us (Statik, 1982)

Ακόμα θυμάμαι την προσμονή μου μπροστά σε εκείνον τον συνωμοτικό τίτλο, καθώς και τα πρωτότυπα έως εξωφρενικά ονόματα που μόνο σε τέτοιους δίσκους έβρισκες: I Scream Brothers, Blue Chips of Ashama, Seep Maier’s Gloves, Atom Spies, Sun Yama (με μια προσωπική εκτέλεση του Subterranean Homesick Blues). Η εξέλιξη ενός εντελώς «ανεξάρτητου» ήχου περνούσε μέσα από πανέξυπνες πινελιές συνθεσάιζερ. Εκεί γνώρισα τους Chameleons (Here Today), τους Pulp (What do you say, ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έγραψαν ποτέ) και τους παραγνωρισμένους Indians in Moscow στο εκπληκτικό I wish I had. Ακούς εκεί Ινδιάνοι στη Μόσχα ή Τα γάντια του Ζέπ Μάγιερ! Επρόκειτο για διπλή συλλογή που η εδώ Πόλυγκραμ κυκλοφόρησε μονή και πετσοκομμένη. Αχρείοι, ε αχρείοι! Αγαπημένα κομμάτια: Makaton Chat – The shape of song, Gentle Ihor – Psalm 151. Συμμετέχουν ακόμα: Τhe Unamerican, Thrash!, Soul on ice, Celestial Fireworks, The Vets, High (2), Pressure, Fast Cakes.

2. Ghosts from Christmas past (Les disques du Crepuscule, 1981)

Η εταιρεία που μας μετέφερε από τα γκρίζα υπόγεια της μουντής Αγγλίας στις φαντασμαγορικές κεντροευρωπαϊκές μητροπόλεις ήταν η βελγική Les disques du Crepuscule που νομίζω, συγκεντρωτικά, έχει την μεγαλύτερη αναλογία παραγωγής συλλογών και ποιότητας. Το Ghosts κυκλοφόρησε αρχές Δεκέμβρη του 1981 και από τότε οι γιορτές μου ήταν διαφορετικές: ένας δίσκος όχι με χριστουγεννιάτικες διασκευές αλλά με κομμάτια ακριβώς γραμμένα για την μελαγχολία των εορτών. Την άκουγα μόνο εκείνες τις ημέρες, σαν ένα δώρο που έκανα στον εαυτό μου κάθε Χριστούγεννα.

Εδώ έχουμε δυσεύρετα κομμάτια από κορυφαίους δανδήδες της διεθνούς avant garde ελίτ του Λυκόφωτος: The Durutti Column, Tuxedomoon, The Names. Εδώ πρωτογνώρισα τον Michael Nyman που τότε έστελνε στις συλλογές του label μικρά μινιμαλιστικά διαμάντια. Ακολούθησαν νέες εκδόσεις μεταξύ 1982 και 1986, εννιά κομμάτια από τις οποίες περιλαμβάνονται στην σημερινή cd έκδοση. Σε αυτά τα remakes άλλαζαν και οι συμμετέχοντες κατά την προσφιλή τακτική της εταιρείας (The Pale Fountains, Antena, The French Impressionists, Winston Tong, The Arcadians (στην ουσία ο Louis Philippe) κ.ά. Αγαπημένο κομμάτι: Paul Haig – Scottish Christmas (ένα από τα ομορφότερα instrumentals ever!). Συμμετέχουν ακόμα: Wim Mertens, Aztec Camera, Cabaret Voltaire, Thick Pigeon, Simon Topping (από τους A Certain Ratio).

3. From Brussels with love (Les disques du Crepuscule, 1983)

Είναι η πρώτη συλλογή που αγοράζω σε κασέτα και την έχω στην εσωτερική μου τσέπη σαν το πολυτιμότερο διαβατήριο για την λυκοφωτισμένη Ευρώπη που μόλις μου είχαν γνωρίσει οι Tuxedomoon. Έρχομαι για πρώτη φορά σε επαφή με την προσωπικότατη ηλεκτρονική ποπ του John Foxx και με δυο παραγνωρισμένες διάνοιες (Gavin Bryars και Richard Jobson – ο τελευταίος εδώ και μόνος και με τους Τuxedomoon) και αποκωδικοποιώ δεκάλεπτες συνομιλίες με Brian Eno και Jeanne Morreau. Και βέβαια η πόλη στον τίτλο «εικόνιζε» ομιχλώδεις ατμόσφαιρες με ελαφρά κατασκοπευτικό χαιρετισμό κι όχι την σημερινή τεχνοκρατική ευρωκομμούνα. Αγαπημένο κομμάτι: The durutti column – Sleep will come. Συμμετέχουν ακόμα: Antena, A Certain Ratio, Kevin Hewick & New Order, Karel Goeyvaerts, Bill Nelson, The Border Boys, Thomas Dolby, Harold Budd, Michael Nyman, Soft Verdict.

4. Battle of the Garages vol 3_The Paisley Underground (Voxx, 1984)

Την περίοδο της ψυχεδελικής αναβίωσης οι συλλογές έκαναν ακριβώς τη δουλειά τους. Διαλέγω το τρίτο Battle επειδή όχι απλώς έδωσε την πλέον αντιπροσωπευτική (και πολύχρωμη!) εικόνα του τότε paisley ήχου αλλά και για δύο από τις ομορφότερες στιγμές του είδους, τα The Mystery Machine – She’s Not Mine και SS-20 – No Matter What. Εδώ έχουμε στιγμές υψηλής έμπνευσης από τους The Tell-Tale Hearts, The Eyes Of Mind, The Things, Hidden Peace, Electric Peace. Συμμετέχουν ακόμα: The Pandoras, The Tories, The Young Lords, Lee Joseph, Zebra Stripes, Thee Fourgiven, The Gravedigger V, The Mutts, The Untold Fables.

5. Myths 2 (Sub Rosa, 1985)

Έξι τίτλοι μόνο, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται και ως EP. Έξι «κομμάτια» … που όμως απλώνονται στο άπειρο της μουσικής δημιουργίας. Που μετά το τέλος τους δεν χρειάζεσαι περισσότερα γιατί έχουν ήδη αποδομήσει τον ήχο τους σε απειράριθμα μέλη για να τον ξανασυνθέσουν σε κάτι άλλο. Οι SPK στο αποκορύφωμά τους με τα Romanz in Moll και In the Dying Moments, οι Hula με την τελειωτική τους δήλωση έκφραση περί ηλεκτρονικού καταιγισμού και από το αρχείο της εταιρείας απόκοσμες θιβετιανές – βουδιστικές τελετουργίες, ηχογραφημένες δεκαετίες πριν (Les Archives Sonores Sub Rosa). Συμμετέχουν ακόμα: General Strike. Αν υπήρχαν και οι Controled Bleeding/Paul Lemos & Joe Pappa θα ήταν το ιδανικό μανιφέστο της εταιρείας.

6. A Diamond Hidden in the Mouth of a Corpse (Giorno Poetry Systems 1985)

Εθισμένοι πλέον στον θόρυβο και τον κάθε είδους πειραματισμό δε γινόταν να περιοριστούμε στις ευρωπαϊκές σκοτο/δίνες. Η απέναντι πλευρά γνώριζε πολύ καλά την μουσικής της καρδιάς του θηρίου. Εδώ βρίσκουμε τους Sonic Youth (με το Halloween) και την Diamanda Galas (με το Excerpt from Eyes Without Blood) στο αποκορύφωμά τους, μας καθοδηγούν οι γκουρού John Giorno και William S. Burroughs, ο Michael Gira βγαίνει στην επιφάνεια μόνος του και χαιρόμαστε που επιβίωσε και οι Husker Du αποδεικνύουν γιατί ήταν μία από τις καλύτερες ροκ εντ ρολλ μπάντες όλων των εποχών. Συμμετέχουν ακόμα: Jessica Hagedorn, Cabaret Voltaire, Coil, David Johansen, David Van Tieghem

7. Fight! (Cathexis, 1987)

Πίσω από τα φουγάρα των μεταβιομηχανικών αγγλικών πόλεων μαύριζαν σχήματα όπως οι Astronauts, οι Blue Aeroplanes και οι Three Johns. Εγκληματικά άγνωστοι εκείνου του ήχου ήταν και οι Shock Headed Peters (με προσφιλές τους θέμα τα δολοφονικά ένστικτα του καθενός μας). Δεν πρωτογνωρίζω εδώ τους κορυφαίους στο είδος τους In the Nursery, Clair Obscur και Pink Industry αλλά αποτέλεσαν εγγυητική παρουσία για να την αγοράσω. Η αποκάλυψη εδώ ήταν η ηχητική τρομοκρατία των Zoviet France. Συμμετέχουν ακόμα: Hula, Revolting Cocks, Project GK, Young Gods, Click Click, Tiokoala.

8. Ashes And Diamonds (The Underground Educational Entertainment Program 2) (Red Flame/Ink, 1988)

Κάθε πλευρά και μια εικόνα δύο μαγικών βρετανικών labels των 80ς (η δεύτερη θυγατρική της πρώτης). Υπήρξα μανιώδης ακροατής των Phillip Boa and The Voodooclub, περίεργος ωτακουστής των Severed Head και πιστός φίλος του Patrik Fitzgerald (εδώ με το σπαρακτικό Drifting Towards Violence) – όλοι τους χαμένοι ανάμεσα στους άγνωστους της Ροκ Ιστορίας. Όμως η πραγματικά αδικημένη μπάντα της Μελάνης ήταν οι C Cat Trance, εκείνο το πολύπλευρο funkdubelectroworldbeat σχήμα. Αγαπημένο κομμάτι: Tactics – Frozen Park. Συμμετέχουν ακόμα: Charles Hayward, Anne Clarke, Moodists, Ruby Blue, The Room, Slab!, Pinkie Maclure.

9. Hare, Hunter, Field. The Secret Passion of Rudolf Peterson. Α compilation of sad love songs (Johnny Blue, 1992)

Απρόσμενη κυκλοφορία από μια πορτογαλέζικη εταιρεία, που μου έφτασε τυχαία στα χέρια μου από ταξιδιάρα φίλη. Σκέφτομαι πως δεν έχουν κυκλοφορήσει πολλές συλλογές με ενιαίο θέμα όπως αυτή. Προσπαθήστε να φανταστείτε πώς ακούγονται κομμάτια με τίτλο The Future Looks More And More Just Like The Past (Jon Rose) και Saudade From Faust’s Other : An Idyll (Architects Office). Περιέχει σχεδόν τα πάντα, από φωνητικά samples έως τρυφερές μπαλάντες και κάθε μορφή πειραματισμού, συν μια θυελλώδη live εκτέλεση του Malhaya (saeta) από τον Von Magnet. Ο δίσκος τελείωνε με το εκπληκτικό 14λεπτο Zarm, συνεργασία μεταξύ Hesskhe Yadalanah και εκείνου του κορυφαίου σχήματος με το όνομα Muslimgauze (χρησιμοποιώ πληθυντικό αν και ο Bryn Jones ήταν εκείνος που ηγείτο της αινιγματικής αυτής ομάδας…). Συμμετέχουν ακόμα: Helene Sage, The Grief, Katharina Klement, Syllyk, Das Synthetische Mischgewebe, Durutti Column, Asmus Tietchens, Bel Canto Orchestra, Alfred 23 Harth, Elizabeth Schimana, Tenko & Kenichi Takeda, Violence And The Sacred.

10. Marconi Point (Iris Light Records, 1999)

Σαν παράξενη επιτομή των παραπάνω, αυτός ο δίσκος αφιερωνόταν στον προαναφερθέντα Bryn Jones που πέθανε την ίδια χρονιά. Εδώ υπάρχουν ορισμένες αποκλειστικά γραμμένες γι αυτόν συνθέσεις από τους αεί πειραματιζόμενους Zoviet France, από ένα side project τους (Penumbra) και άλλους. Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο ο λόγος της δημιουργίας της συλλογής ή το artwork που απεικονίζει μεταξύ άλλων το μέρος από το οποίο ο Marconi μετέδωσε τις πρώτες ραδιοσυχνότητες μεγάλων αποστάσεων, όμως σπάνια ένοιωσα τόσο φορτισμένο συναίσθημα από τόσο abstract experimental δημιουργίες. Συμμετέχουν ακόμα: Muslimgauze, Rapoon, Marineville, Zuvuya, Lucha, Filter, Kweens, Marineville.

11. Μια συλλογή συλλογών. Ειδικές κατηγορίες: samplers, after death, fanzines.

Μεταξύ των samplers που επιδιώκω να ακούω από κάθε νέο ή και παλαιότερο label, ιδιαίτερη αίσθηση μου είχε κάνει το πρώτο της Καναδέζικης Noise Factory (Noise Factory Sampler 1, 2003) με περίτεχνα post και ηλεκτρονικά κομμάτια από Beef Terminal, KC Accidental and Broken Social Scene Naw, Tinkertoy, Robin Judge και Sparrow Orange. Το ακούω με την ίδια διάθεση και σήμερα. Υπάρχουν, ακόμη, compilations που δεν με έφεραν σε πρώτη επαφή με τα ονόματα που περιείχαν αλλά που θα τις πρότεινα ανεπιφύλακτα επειδή συγκεντρώνουν τα καλύτερα κομμάτια των συμμετεχόντων· ενδεικτικές περιπτώσεις αποτελούν η αποχαιρετιστήρια 100ή κυκλοφορία της Sarah Records There And Back Again Lane (1995) με το βιβλιαράκι της ιστορίας της και με η πολύ μεταγενέστερη της εποχής της Red Heaven από την Cherry Red Records.

Τέλος, οι συλλογές που συνόδευαν περιοδικά και fanzines αποτελούν μια ειδική κατηγορία από μόνες τους που ίσως ξανακοιτάξουμε όταν μας στερέψουν τα θέματα για αφιερώματα, δηλαδή in the year twenty five twenty five. Μια αίσθηση προσωπικής ανακάλυψης κρυμμένων διαμαντιών μου έδιναν π.χ. οι συλλογές του ψυχεδελικού fanzine Ptolemaic Terrascope. Ειδικά στο # 16 έβρισκα τους Martyn Bates και Nikki Sudden παρέα με άλλους χαμένους στον κόσμο τους ψυχεδελιστές αγνώστου πατρός και χρονολογίας.

Αγαπητοί φίλοι, μαζευτήκαμε όλοι εδώ σήμερα για να προχωρήσουμε στην ίδρυση Συλλόγου Συλλεκτών Συλλογών. Ζητώ συγνώμη που μακρηγόρησα και καλώ στο βήμα τους επόμενους, στο συλλογικό αφιέρωμα εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.  Στις φωτογραφίες, αντί για ακριβή αντιστοίχηση εξωφύλλων και αναφερόμενων συλλογών, προτιμήθηκαν ορισμένα ιδιαίτερης αισθητικής, όπως εκείνα της Sarah Recorsds (Shadow Factory, Engine Common, Glass Arcade και το οπισθόφυλλο της Fountain Island)  αλλά και κασεττών όπως η Bethel.

23
Μαρ.
12

Συλλογικό – Η δική μας Αμερική. Η αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα

[επιμ. Έλενα Μαραγκού – Θεοδώρα Τσιμπούκη]

Η μερική Αμερική

Ο πολυσέλιδος πρόλογος των επιμελητριών είναι σαφής: η πολιτισμική σχέση Ελλάδας και Αμερικής δεν εμφανίζεται στην ελληνική βιβλιογραφία με την συχνότητα που θα άρμοζε στο αντικείμενο, πολύ δε περισσότερο όσον αφορά διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις στη μελέτη των πολλαπλών διαδικασιών μέσω των οποίων η ελληνική κουλτούρα αλληλοεμπλέκεται, αλληλοτροφοδοτείται και συνδιαλέγεται με την αμερικανική. Και τελικά αυτό που συμβαίνει είναι μια σχέση υποτέλειας ή ένας γόνιμος διάλογος; Φυσικά η μανιασμένη διατράνωση της ανωτερότητας του αμερικανικού τρόπου ζωής εκ μέρους των αμερικανών είναι δεδομένη και εκφράζεται ιδανική με τα λόγια του Pinter: Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιδοθεί σε μια αδιάκοπη, συστηματική, αδίστακτη και εντελώς κυνική άσκηση ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ την ίδια στιγμή φορούν τη μάσκα του εκπροσώπου της παγκόσμιας ηθικής τάξης. Αλαζονική, αδιάφορη, με έκδηλη περιφρόνηση προς το διεθνές δίκαιο, υποτιμώντας και χειραγωγώντας τα Ηνωμένα Έθνη, είναι πλέον  πιο επικίνδυνη δύναμη που υπήρξε ποτέ στον κόσμο. Η υπεραπλούστευση όμως που θέλει την Αμερική ως πολιτισμικό εισβολέα αποτελεί μια γενικευμένη εδώ και αλλού αντίληψη που συσκοτίζει, τονίζεται στην εισαγωγή, την πολυφωνία και την πολυμέρεια της αμερικανικής κουλτούρας.

Στη χώρα μας το αντιαμερικανικό αίσθημα γιγαντώθηκε μεταπολιτευτικά για ευνόητους λόγους. Τόσο αριστερές και δεξιές αντιλήψεις εμμένουν σε γνωστά συγκεκριμένα στερεότυπα τα οποία λειτουργούν ως ιδεολογικά φίλτρα που εμποδίζουν την κατανόηση των περίπλοκων ιστορικοκοινωνικών μηχανισμών που δημιουργούν την αμερικανική πολιτισμική παραδοξότητα. Σε κάθε περίπτωση ο «αντιαμερικανισμός» σχοινοβατεί ανάμεσα σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα και σε συλλογικό φαντασιακό συντηρούμενο από ιδεολογικές αντιφάσεις. Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν η παρούσα συλλογική έκδοση επιχειρεί να αναδείξει «την πολυπολιτισμική βάση και τα πλουραλιστικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού πολιτισμού και της αμερικανικής κοινωνίας», επιβεβαιώνοντας και τα λόγια του Edward Said πως καμιά κουλτούρα δεν λειτουργεί ως αυτόνομη και αυτάρκης αφού στην πραγματικότητα αφομοιώνει περισσότερα “ξένα” στοιχεία απ’ όσα αποκλείει και πως κάθε πολιτισμός είναι υβριδικός, ετερογενής και μη μονολιθικός.

Πώς άρχισε να διαμορφώνεται η «αμερικανική ταυτότητα»; Ένα σύντομο διάγραμμα όσων επιχείρησαν να την αποτυπώσουν περιλαμβάνει την συστηματική μελέτη της αμερικανικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής και την κριτική της «τυραννίας της πλειοψηφίας» και της άποψης πως «η αλήθεια βρίσκεται από την πλευρά των περισσοτέρων» από τον Αλέξις ντε Τοκβίλ, τον αισθητισμό και τις επιφυλάξεις του ταξιδευτή της Όσκαρ Ουάιλντ, τον ορατό κίνδυνο της κυριαρχίας του όχλου που διείδε ο Φρόιντ, την συναφή δυσπιστία των Σαρτρ και ντε Μποβουάρ για την αποστέρηση της εσωτερικότητας και τον αμερικανικό ίλιγγο του Μπερνάρ Ανρί Λεβύ που αναστοχάστηκε την στερεότυπη ευρωπαϊκή άποψη περί αμερικανικού φονταμενταλισμού, νεοσυντηρητισμού για ένα ετερόκλητο πορτρέτο του «πληθυντικού έθνους». Ένας άλλος κοινότοπος ισχυρισμός υπογραμμίζει την πολυσυλλεκτική πληθυσμιακή σύνθεση των ΗΠΑ ως στοιχείο μοναδικότητας και βασικό επιχείρημα της «αμερικανικής εξαιρετικότητας» [american exeptionalism]

Στον αντίποδα, η νέα διεθνική τάση εξετάζει την Αμερική στο πλαίσιο της παγκόσμιας μεταναστευτικής ιστορίας αρνούμενη την αποκλειστικότητα της ιδιότητάς της ως του μοναδικού «έθνους μεταναστών» και ακυρώνοντας την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η αφομοίωση των διαφόρων εθνοτικών ομάδων υπήρξε πλήρης. Ακριβώς πάνω στον άξονα του μεταναστευτικού χαρακτήρα του αμερικανικού έθνους αναπτύσσεται σήμερα ένας σύνθετος διάλογος με κύριο αίτημα το «δικαίωμα στη διαφορετικότητα». Κάπως έτσι και η μεταφορική εικόνα της χοάνης [melting spot] που σημασιοδοτεί μια εκούσια και πλήρη αφομοίωση αντικαταστάθηκε από εκείνη του μωσαϊκού, που συμβολίζει την διατήρηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εθνοτικών ομάδων.

Ο Γιώργος Βέης (Μανχάταν: Η ποιητική του χρόνου), που έζησε κι εργάστηκε έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, μας κοινοποιεί κομμάτια από το ημερολόγιο της Ανατολικής Ακτής και της εποχής όπου διάβαζε εξαντλητικά αμερικανική λογοτεχνία, κι από διπλό αντίτυπο το Walden του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, έναν εσωτερικό οδηγό που σπάνια έσφαλλε και τον μυούσε στην εντοπιότητα και «την ιθαγένεια εκείνη που τίμησαν οι Γουόλτ Γουίτμαν και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ». Στο Μανχάταν ο ποιητής (που όπως πάντα εδώ παραθέτει τους στίχους που γράφτηκαν στις οικείες περιστάσεις) βίωσε προοδευτικά την πορεία απεξάρτησης από τον μαθηματικό χρόνο, ενθυμούμενος τον Τζορτζ Στάινερ: Σκοτώνουμε τον χρόνο αντί, μέσα στα όριά του, να νιώθουμε σαν στο σπίτι μας και δανειζόμενος τα μάτια του Σελίν, του συγγραφέα που υπογράμμισε τον ερωτισμό του Μανχάταν όσο ελάχιστοι: Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη ορθή. …στους τόπους μας είναι ξάπλα οι πόλεις, πλαγιάζουν στο τοπίο, περιμένουν τον ταξιδιώτη, ενώ τούτη δω, η Αμερικάνα, δεν λίγωνε, όχι, στεκόταν ντούρα, εκεί…

Τι είναι όμως η Αμερική για τον ανήσυχο νέο που μεγαλώνει στην επαρχιακή Ελλάδα στα δεύτερα μισά του ’60 και τα πρώτα του ’70; Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης (Η μικρή μου Αμερική) σ’ ένα από τα πάντα ενδιαφέροντα αυτοβιογραφικά του κείμενα θυμάται το συσσίτιο της αμερικανικής βοήθειας στο δημοτικό: Στα κουτιά με τη σκόνη γάλακτος αναγράφονται επιγραφές με μαύρα γράμματα, σαν στρατιωτικά προστάγματα που δεκαετίες μετά θα τα βλέπω σαν γουρχολικές λετριστικές απεικονίσεις. Οτιδήποτε εκμυστηρευτικό γράφεται στην αγγλική γλώσσα και η δική του Αμερική είναι φτιαγμένη από αγγλικές φράσεις, κακομεταφρασμένες προτάσεις, διαλυμένα βιβλία, δανεισμένα κείμενα, ρούχα ενός λήξαντος βεστιαρίου κι αργότερα με τα διαβάσματα, με τις θάλασσες του Μέλβιλ, τις σκοτεινές κόχες του Χόθορν, τις απέραντες γλωσσικές εκτάσεις του Φόκνερ, τα μεθυσμένα βήματα του Χέμινγουεϊ,  επιβεβαιώνοντας πως «η αληθινή επίδραση ενός άλλου πολιτισμού είναι απόλυτα προσωπική υπόθεση»

Η εικόνα των ΗΠΑ στη μυθοπλασία, στα δημοσιογραφικά και δοκιμιακά κείμενα απασχολεί τη Σώτη Τριανταφύλλου που διαπιστώνει την σθεναρή αντίσταση της Ευρώπης στις αμερικανικές σπουδές εξαιτίας μιας αμφιθυμίας δικαιολογημένης σε πολιτικό επίπεδο αλλά εντελώς ασυνάρτητης σε πολιτισμικό, με αποτέλεσμα τη βαθιά μας άγνοια για τις ΗΠΑ. Η συγγραφέας υποστηρίζει πως αντίθετα από ό,τι πιστεύει η ελληνική αριστερά (που δεν είναι καθόλου «επαναστατική» αλλά μια μικροαστική φασιστοειδής παράταξη) οι αμερικανικές σπουδές δεν είναι δάκτυλος του αμερικανικού Πενταγώνου και παρατηρεί τον αντιαμερικανισμό ως κυρίως αμερικανικό φαινόμενο που βασίστηκε στο μύθο και την πραγματικότητα της βαρβαρότητας και συνοδεύτηκε από τον στο μύθο και την σχετική πραγματικότητα της Γης της Επαγγελίας και του αυτοδημιούργητου πολίτη.

Η Αμερική είναι η αυθεντική έκδοση της νεωτερικότητας, εμείς [η Ευρώπη] είμαστε η μεταγλωττισμένη ή με υπότιτλους έκδοση. Η Αμερική εξορκίζει το ζήτημα της καταγωγής, δεν καλλιεργεί προέλευση ή μυθική αυθεντικότητα δεν έχει παρελθόν ούτε αυθεντική αλήθεια. Επειδή δεν έχει γνωρίσει τη συσσώρευση του χρόνου, ζει σε μια αέναη επικαιρότητα. Επειδή δεν έχει γνωρίσει την αργή και από αιώνα σε αιώνα συσσώρευση της αρχής της αλήθειας, ζει στην αέναη επικαιρότητα των σημείων…

έγραφε ο Jean Braudrillard [Αμερική] και βρισκόμαστε ήδη στην επικράτεια τεσσάρων συνομιλητών που επιλέγει ο Χρήστος Χρυσόπουλος για το κομμάτι του America is what ’u make of it. Η λόγια Αριστερά, ο πραγματισμός και οι προσλαμβάνουσες της αμερικανικής πολυμέρειας. Στους τομείς της ανθρώπινης διάνοιας και στο πολιτισμικό τοπίο η Αμερική δεν αποτελεί μια συμπαγή οντότητα αλλά ένα πληθυντικό φαινόμενο με πολυάριθμες διαφορετικές εκφάνσεις – μια Αμερική όχι ως κατηγορία αλλά μάλλον ως συνάρτηση. Ακολουθώντας τον λόγο του Cornell West διαπιστώνουμε πως ό,τι σήμερα προσλαμβάνουμε ως «αμερικανικό» δεν διαθέτει μια καταγωγική γενετική αφετηρία αλλά απλώς και μόνο προέρχεται από την Αμερική, πράγμα που οδηγεί στο ζήτημα επιλογής ποια Αμερική καταδικάζουμε και με ποια συνομιλούμε. Οι Richard Rotry και Laura (R.) Jackson συμπληρώνουν την τετράδα των συνομιλητών.

Η ενότητα των λογοτεχνών συμπληρώνεται με Ιδέες για διηγήματα από την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Στους τομείς των μαζικών μέσων και της ποπ κουλτούρας εξετάζονται θέματα όπως οι αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα (Μελένια Αρούχ), η αμερικανική μουσική στην Ελλάδα, 1954-2000 (Νίκος Μποζίνης) και οι επιρροές του αμερικανικού φιλμ νουάρ στον ελληνικό κινηματογράφο. Στην κατηγορία «Λογοτεχνία, Γλώσσα, Σκέψη» αφιερώνονται κείμενα για τους αμερικανισμούς στην ελληνική γλώσσα (Σοφία Ζευγώλη), τις θεατρικές διαδρομές από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα, από το 1960 στο 2000 (Κωνσταντίνος Μπλατάνης), την αμερικανική εμπειρία του Α.Ρ. Ραγκαβή (Έρη Σταυροπούλου) και τον αμερικανικό πραγματισμό σε σχέση με την ελληνική φιλοσοφία.

Στο κεφάλαιο των Ιστορικών Επιρροών ερευνώνται οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 (Σμάτη Γεμεντζή – Μαλαθούνη) και η επιρροή των ΗΠΑ στη μεταπολεμική Ελλάδα και γενικότερα οι αλληλεπιδράσεις πολιτικής και πολιτισμού (Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου). Τέλος οι Ευρυδίκη Αντουζλάτου – Ρετσίλα, Κωνσταντίνα Δριακοπούλου και Κωνσταντίνος Β. Πρώιμος ερευνούν τα του Χώρου της Τέχνης με αντίστοιχη θεματολογία την Αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα, την πορεία του graffiti από την Νέα Υόρκη στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή και την αμφίσημη σχέση του Γιάννη Κουνέλη με τον βορειοαμερικανικό μινιμαλισμό.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, σελ. 600, με σύντομα βιογραφικά των συγγραφέων και 16σέλιδο με εικονογραφικό υλικό (γκράφιτι – έργα τέχνης) σε γυαλιστερό χαρτί.

Στις εικόνες: Alexis de Toqueville, Henry David Thoreau, Jean Braudrillard, Cornell West και στα ενδιάμεσα οι λογοτέχνες – οδηγοί μας στην δική τους Αμερική: J.D. Salinger, Charles Bukowski, W. Faukner, William Burroughs, Kurt Vonnegut Jr.

Δημοσίευση και σε mic.gr, σε συντομότερη μορφή.

22
Μαρ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 84. Διονύσης Μαρίνος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι χρονικές κατηγοριοποιήσεις ποτέ δεν με απασχόλησαν (ένας συγκαιρινός μπορεί να μοιάζει αναπάντεχα “παλιός” και το ανάποδο) ως εκ τούτου απαντώ ως εξής: Κάφκα, Σελίν, Φώκνερ, Χειμωνάς, Κάρβερ, Βόνεγκατ, Καμύ, Γιόσα, Μπέκετ, Μπάροουζ, Κλάους, Μούλις, Φάντε, Μπουκόφσκι και κάμποσοι άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όπως και στην προηγούμενη ερώτηση, έτσι και σε αυτήν, θα απαντήσω με το πρίσμα της λογοτεχνικής πληρότητας. Ήτοι: “Μεταμόρφωση”, “Βουή και Μανία”, “Γυμνό Γεύμα”, “Sheltering Sky”, “Η πόλη και τα σκυλιά”, “Η θλίψη του Βελγίου”, «Η ανακάλυψη του ουρανού», «Catch 22», και επίσης κάμποσα άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Σχεδόν όλα του Χέμινγουεϊ, του Μπουκόφσκι, του Τσέχοφ, του Σάλιντζερ, του Μανέα, του Καπότε και του Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αναμφίβολα η αιρετική ματιά του Χρηστίδη και η υπερβατική γραφή (με λελογισμένα όρια) του Σωτάκη είναι άξια δείγματα της νέας σοδειάς Ελλήνων συγγραφέων. Εξαίρετο δείγμα του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος είναι και το «Στην άκρη του κόσμου», του Γιώργου Ξενάριου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Φοβάμαι ότι τους ακολουθώ και με ακολουθούν. Πρόκειται για μια συμπεφωνημένη σκιαμαχία, στην οποία εξαρχής έχουμε δηλώσει, πως ο μοναδικός κανόνας του παιχνιδιού, θα είναι ένας: ουδείς άτρωτος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Χμ, με μια πρόχειρη σταχυολόγηση: ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο Χένρι Τσινάσκι, ο Γκρέγκορ Σάμσα, ο Τζον Γιοσάριαν, όλοι της οικογενείας Σαρτόρις. Με τη βεβαιότητα πως έχω λησμονήσει εκατοντάδες.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε διάφορα σημεία του ορίζοντα, πάνω σε χαρτιά, χαρτόκουτα, πακέτα, στην παλάμη μου, στο σημειωματάριο που θα διατηρώ εδώ και 10 χρόνια. Εντέλει όπου βρω, αδιακρίτως.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως ξεκινώ από την πρώτη πρόταση. Πως θα ήθελα να ήταν. Μετά αρχίζω να φτιάχνω έναν χαλαρό σκελετό και εν συνεχεία αφήνω το χάος να εισέλθει. Όταν αρχίζει να ξεφουσκώνει και όλες οι σκέψεις έχουν καταλαγιάσει, ξεκινάω την πρώτη γραφή και όπου με βγάλει. Ευτυχώς υπάρχει πάντα μια δεύτερη -ενδελεχής- ματιά που βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αν και η μουσική έχει παίξει καίριο ρόλο στη ζωή μου, όταν γράφω δεν θέλω να ακούω  τίποτα. Οι νότες στη φάση της σύνθεσης, λειτουργούν διαλυτικά. Σε αποσπούν. Ωστόσο ο μουσικός παλμός υπάρχει εντός μου. Πάντως, η καλύτερη μουσική για κάποιον που γράφει, είναι ο ήχος των πλήκτρων του κομπιούτερ. Δείγμα ότι οι λέξεις είναι με το μέρος του και οι Θεοί έχουν στριμωχθεί στην άμυνα. Κατά τα λοιπά ιεροτελεστικά… κόλπα δεν υπάρχουν. Κάθεσαι, γράφεις, καπνίζεις, βαράς το κεφάλι σου, αδειάζεις το κεφάλι σου, γεμίζεις χρυσάφι, τρως άνθρακες και πάλι από την αρχή.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα “Χαμένα Κορμιά” (εκδ. Τετράγωνο) εκδόθηκε το 2011 και ήταν το βάπτισμα του πυρός. Όλα ξεκίνησαν από έναν πίνακα που άρχισα να ζωγραφίζω. Όταν τον τελείωσα συνειδητοποίησα ότι είχα φτιάξει μορφές που πάλευαν να υπάρξουν, δίχως όμως να είναι σίγουρες για το ευτυχές του εγχειρήματός τους. Ο πίνακας αυτός με στοίχειωσε με την έννοια ότι αυτές οι μορφές ήθελαν κάτι παραπάνω για να αποκτήσουν υπόσταση. Αυτήν τους την έδωσε το βιβλίο.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για την “Τελευταία Πόλη” (εκδ. Γαβριηλίδης) το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες. Πρόκειται για μια έσχατη δυστοπία που αγγίζει τα πέρατα της ανθρώπινης αντοχής. Είναι η πορεία αυτογνωσίας και σωτηρίας μιας οικογένειας, κατά την περίοδο του πολέμου στη Βοσνία. Δεν το κρύβω, βασίζεται σε σπαράγματα αληθινών ιστοριών, με ένα τρόπο όμως – σκόπιμα- αποδραματοποιημένο και περισσότερο μυθοπλαστικό. Ο πόλεμος υπάρχει στο βάθος του κάδρου, ως υπόμνηση ενός σκληρού τέλους. Στο προσκήνιο εμφανίζονται μόνο οι ταλαντώσεις της ανθρώπινης υπόστασης και οι διαδικασίες μετάλλαξής της, σε κάτι εντελώς ξένο και άγριο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα πρώτα χρόνια έλεγα πως ασκώ το λειτούργημα του δημοσιογράφου, έπειτα από 17 χρόνια πείστηκα να λέω κάτι λιγότερο διθυραμβικό: δουλεύω ως δημοσιογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που έπιασα στα χέρια μου ήταν η “Οδός Πανός”. Ήμουν πιτσιρικάς, ριγμένος για τα καλά στο μελάνι της ροκ και νομίζω ότι με τράβηξε αυτή η ανατροπή που πρόσφερε (και συνεχίζει να προσφέρει) ο Γιώργος Χρονάς. Φυσικά το Δέντρο, το Εντευκτήριο και η Λέξη ποτέ δεν έλειψαν από τη βιβλιοθήκη μου.  Εξαίσια δείγματα αγάπης για τη λογοτεχνία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω πως ο πιο αινιγματικός όλων (τόσο με το έργο του όσο και με τη ζωή του) είναι ο Γιώργος Χειμωνάς. Ωστόσο, δεν θα το πραγματοποιούσα. Πολλές φορές η γνωριμία με το δημιουργό, εάν δεν είναι άσκοπη, ενδέχεται να λειτουργήσει επιβαρυντικά για την άποψη που έχεις για το έργο του.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος, ναι, παρακολουθώ. Προσφάτως ήμουν μια έξοχη παράσταση, έναν σπαραχτικό μονόλογο πάνω στη διαφορετικότητα. Πρόκειται για το έργο του Εμανουέλ Νταρλέ “Την Τρίτη στο σούπερ μάρκετ” με τον εκπληκτικό Φαίδων Καστρή.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω υποπέσει και σε αυτό το αμάρτημα. Διατηρώ ένα blog (adespotosskylos.blogspot.com) το οποίο περιέχει μόνο ποίηση. Αρχικά ξεκίνησε ως παιχνίδι, ένα παιδικό παιχνίδι άσκησης και οικονομίας του λόγου. Κατέληξε πάλι ως παιδικό παιχνίδι. Σαν να βουτάω που και που μέσα στα σπλάχνα μου (και στα σπλάχνα των άλλων) και εν συνεχεία να γράφω τι είδα και τι μου έκανε εντύπωση.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη “Δουβλινιάδα” του Ενρίκε Βίλα – Μάτας.

Τι γράφετε τώρα;  

Αυτή τη στιγμή έχω περάσει τη φάση της πρώτης πρότασης και βρίσκομαι σε εκείνη του χαλαρού σκελετού. Επί της ουσίας είμαι στο δρόμο για το τρίτο μυθιστόρημά μου, αλλά με εντελώς χαλαρούς ρυθμούς.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ανάμεικτες. Υπάρχει μια αίσθηση ελευθερίας, αλλά και ασυδοσίας εξαιτίας της απροσχημάτιστης ανωνυμίας ενός εκάστου. Μπορείς να δηλώσεις ότι θέλεις και να μην πληρώσεις… φόρο. Από την άλλη σε όλο αυτό το ηλεκτρονικό δάσος, φύονται και καλά άνθη. Μένει να τα βρεις και να τους φερθείς με τον πρέποντα σεβασμό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Βεβαίως. Υπάρχουν κριτικοί λογοτεχνίας που αξίζει τον κόπο να τους διαβάζεις. Τόσο από τη σκοπιά του αναγνώστη, όσο και του συγγραφέα. Προσωπικά δεν ψάχνω ούτε εχθρούς, αλλά ούτε και φίλους σε μια κριτική. Η κριτική δεν είναι τίποτα άλλο από το απόσταγμα αυτών που διάβασε ένας συστηματικός αναγνώστης και ο τρόπος που μετέτρεψε το βίωμά του σε λέξεις. Οι παρουσιάσεις είναι ένα εντελώς άλλο πράγμα, περισσότερο ουδέτερο αλλά αρκετά χρηστικό.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Είμαι 17 χρονών και έχω πιάσει την πρώτη μου δουλειά. Είναι χάραμα και βρίσκομαι στο τελευταίο κάθισμα ενός λεωφορείου. Διαβάζω Χένρι Μίλερ (αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν το Sexus) και μέσα στη νύστα μου, νομίζω ότι βλέπω στο μπροστινό μου κάθισμα έναν από τους ήρωες του βιβλίου. Τρίβω τα μάτια μου, βέβαιος πως κολυμπάω στον πάτο μιας γαλάζιας παραίσθησης. Αποτέλεσμα; Έχασα τη στάση στην οποία έπρεπε να κατέβω, άργησα στη δουλειά, έφαγα κατσάδα και τελικώς ποτέ δεν διαπίστωσα αν όντως ο μπροστινός μου ήταν ένας από τους ήρωες του φίλτατου Χένρι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει ούτε η αιωνιότητα, ούτε η νιότη. Μια χαρά είμαι και έτσι. Επαναλαμβάνω: ποτέ, ποτέ, ποτέ. Ψάξτε αλλού για Φάουστ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν απογοητεύομαι γιατί δεν περιμένω ποτέ κάτι να συμβεί. Έρχεται και με βρίσκει η καταιγίδα από μόνη της. Άρα μια χαρά ήταν οι ερωτήσεις.

Στις φωτογραφίες: Louis Ferninard Celine, Samuel Beckett, Harry Mulisch, Kurt Vonnegut Jr., William Burroughs, Hugo Claus, Italo Calvino.

21
Μαρ.
12

Εντευκτήριο, τεύχος 95 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011)

Αφιέρωμα Ντίνος Χριστιανόπουλος

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας/κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, /έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, /ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,//κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχίας σας,/έστω και μια φορά;/Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή/για τους απεγνωσμένους; [Ανυπεράσπιστος καημός]

Με το λογοτεχνικό του έργο (ποιήματα και πεζά, δοκίμια, μελέτες και βιβλιογραφικές εργασίες), ο Ντίνος Χριστιανόπoυλος έχει κατακτήσει από νωρίς διακεκριμένη θέση στη νεοελληνική γραμματεία του 20ού αιώνα· ειδικότερα στην πνευματική ζωή της γενέτειράς του συγκροτεί από μόνος του ένα ιδιαίτερο και πλούσιο κεφάλαιο της πνευματικής της ζωής, καθώς ―εκτός από το προσωπικό του έργο― δημιούργησε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό Διαγώνιος (που άφησε βαθύ αποτύπωμα στα μεταπολεμικά μας Γράμματα) και τις «παραφυάδες» του: τις Εκδόσεις Διαγωνίου, τη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος» και το καλλιτεχνικό φυλλάδιο Κόσκινο, όπως γράφει στο ιστολόγιο του Εντευκτηρίου ο Γιώργος Κορδομενίδης.

Ο πολυπράγμων χειρώνακτας των ελληνικών γραμμάτων, που πάντα λειτουργεί με πνεύμα μελισσιού, κήδεψε εξακολουθητικά, με τον προσήκοντα σεβασμό, τους τεθνεώτες, των νεότερων χρόνων, άξιους γραφιάδες της Θεσσαλονίκης και της μακεδονικής γης ευρύτερα, πολλοί απ’ τους οποίους ήταν σπρωγμένοι στην αναγνωστική αφάνεια και την ακαδημαϊκή υπεροψία και μικρότητα γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης (Όταν το βίωμα γίνεται ποίημα πριν γραφεί). Άνθρωπος που δεν ισορροπεί αν δεν μοιράσει και δεν μοιραστεί ό,τι πολύτιμο αναβλύζει απ’ την ψυχή του, ο Χριστιανόπουλος έγκαιρα κατάλαβε πως η καλή λογοτεχνία, ιδιαιτέρως η ποίηση, γράφεται σβήνοντας, σκίζοντας, απορρίπτοντας κι έχτισε ένα έργο με ποιητικό ρεαλισμό, στεγνό, σταράτο και γυμνό. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνεις χαρακτηρίζει την ποίησή του αντι-ποιητική, γράφοντας για μια ουσία που προκύπτει τελικά από την γενική κατάσταση που εκπέμπει το ποίημα, κρυμμένη καλά στα κουφώματα…για να φτιάξει ένα μαρτυρολόγιο του εαυτού του, έναν ερωτικό Γολγοθά, και πίνει θεληματικά το όξος, που κατόπιν μετατρέπει σε γευστικό αψύ κρασί μπρούσκο.

Μα ήταν γυμνό δίχως εσέ το ταβερνάκι, /ήταν απάνθρωπα τα ξένα μάτια/και τα τραγούδια βούιζαν τόσο τρομαχτικά, /που γλίστρησα και πάλι απαρηγόρητος/στις γειτονιές της εγκατάλειψης να ξεχαστώ. [Ξένα γόνατα]

Η μορφή του Ντίνου Χριστιανόπουλου εμπνέει στη Μαρία Κουγιουμτζή «παράλληλες σκέψεις, συνειρμούς και λοξοδρομήσεις» και «αφηγήσεις ψηγμάτων από ερεθίσματα, επιρροές και σκέψεις». Η Μαρία η Αιγυπτία που τραγουδούσε ρεμπέτικα και το αθώο άγγιγμα της Αγίας Αγνής με τον Άγιο Σεβαστιανό της αποκάλυψαν τη δύναμη της σάρκας και της έσκισαν το πέπλο της άγνοιας. Το κράμα πάθους και ηθικής που κατέκλυζε την ποίηση του Χριστιανόπουλου την έμαθε να μην ενδιαφέρεται για τα ξεφωνητά της αμαρτίας αλλά για τους λυγμούς της.

Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέρφια μου·/κι αυτοί κι εμείς διαρκώς κατατρεγμένοι:/αυτοί για το ψωμί – εμείς για το κορμί,/αυτοί για λευτεριά – εμείς για έρωτα,/για μια ζωή δίχως φόβο και χλεύη./ Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέρφια μου,/παρόλο που κι αυτοί μας κατατρέχουν. [Κατατρεγμένοι]

Μαρία Ιατρού, Χρήστος Καββαδάς, Roberto Capel Badino, Crescenzio Sangilio, Δημήτρης Κόκορης, Περικλής Σφυρίδης, Νίκος Δαββέτας, Τάσος Καλούτσας, Παναγιώτης Σ. Πίστας, Θανάσης Μαρκόπουλος, Κωνσταντίνος Ν. Πλαστήρας, Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Δημήτρης Χουλιαράκης, Άρις Γεωργίου, Νίκος Καρατζάς, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Γιώργος Κορδομενίδης, Θωμάς Κοροβίνης, Ηλίας Κουτσούκος, Σπύρος Λαζαρίδης, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιώργος Χρονάς προσφέρουν κείμενά τους για τον Ν.Χ. και το αφιέρωμα συμπληρώνεται με επιλογή επιστολογραφίας (1950 – 1954) από το αρχείο του ποιητή, με επιστολές ή μπιλιέτα που του έστειλαν ομότεχνοί του (Γιώργος Θέμελης, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Ζωή Καρέλλη, Τριαντάφυλλος Πίττας, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Μάριος Βαϊάνος, Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Δ. Π. Παπαδίτσας, Ρένος Αποστολίδης, Μίλτος Σαχτούρης, Γ. Τσιτσιμπίκος, Οδυσσέας Ελύτης, Ν. Γ. Πεντζίκης, Κ. Ι. Δεσποτόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Τ. Κ. Παπατσώνης) ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης συντάσσει κι ένα συνοπτικό όσο και τεκμηριωμένο χρονολόγιο με τους σημαντικότερους σταθμούς του έργου και της ζωής του.

Ο τελευταίος μας κοινωνεί κι ένα πολύτιμο αφηγηματικό και φωτογραφικό πεντασέλιδο για τα δέκα χρόνια «Underground Εντευκτήριο». Τόσο ωραία πράγματα σ’ εκείνο το υπόγειο, και κρίμα που ξεκίνησαν ακριβώς την εποχή που εγκατέλειπα την Θεσσαλονίκη μετά από δεκαπενταετία στην αγκάλη της.

… Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε./Τ’ αγκάθια τσιμπούν και τα τριβόλια κολνούν και προδίδουν//Το λασπωμένο ρέμα, όλο κουνούπι και κακό,/δε μοιάζε τα ολοκάθαρα ρυάκια του χωριού σου.//Εδώ δεν είναι τόπος να ξανάρθουμε./Έχτισαν κι άλλο σπίτι, βλέπω φως στο παράθυρο./Ο χωματόδρομος περνάει σχεδόν δίπλα μας./Ζευγάρια επιστρέφουν με το μοτοσακό./…/Εδώ δεν είναι τόπος για μας./Ακόμα κι εξοχή έχει τον τρόπο της να μας πληγώνει.  [202 σελ.]

Στις φωτογραφίες (από το ιστολόγιο του Εντευκτηρίου και βέβαια από το αφιέρωμα του τεύχους): ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ταξινόμος στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (1958), με τη Ζωή Καρέλλη στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης (1959) και με τους Κάρολο Τσίζεκ και Ν.Γ. Πεντζίκη στον Άγιο Πρόδρομο Χαλκιδικής (1976, φωτ. Γιάννης Βανίδης).

20
Μαρ.
12

Διαβάζω, τεύχος 527 (Μάρτιος 2012)

Αφιέρωμα: Ποίηση και Δημόσια Ανάγνωση

Ο λογοτεχνικός συγγραφέας είναι ένας ψεύτης, όταν μου μιλάει για κάποιον Γιάννη Αγιάννη ή κάποια Ναστάσια Φιλίπποβνα, γιατί τα πρόσωπα αυτά δεν υπήρξαν ποτέ. Ολόκληρη η λογοτεχνία από καταβολής είναι μια οργανωμένη απάτη που επιδεινώνει το πρόβλημα του υπερπληθυσμού με το εφευρημένο πρόσωπό της. Το μόνο που ξεχωρίζει τον λογοτεχνικό συγγραφέα από τον κοινό απατεώνα είναι ότι δεν διαπράττει τις απάτες του με τη συναίνεση των θυμάτων. Κι εγώ βαρέθηκα να ανήκω πια σ’ αυτά…

… εξομολογούνταν σε παλαιά [2002], μέχρι σήμερα ανέκδοτη συνέντευξη ο Αλέξανδρος Σχινάς, ο ολιγογράφος και καίριος συγγραφέας της επιδραστικότατης Αναφοράς περιπτώσεων, που περιηγήθηκε στην Ευρώπη προτού καταλήξει στην τότε Ομοσπονδιακή Γερμανία και ταυτιστεί με την αντιδικτατορική δράση από τα μικρόφωνα της ελληνικής υπηρεσίας Deutsche Welle. Και συνεχίζει:

Εμένα μ’ ενδιαφέρει πάντα η πραγματικότητα της επιστήμης. Σήμερα, η κοσμολογία είναι μια σαγηνευτική επιστήμη που ανακινεί προβλήματα της μεταφυσικής, πώς έγινε, πού πηγαίνει, τι θα γίνει το Σύμπαν, ή η κβαντομηχανική που επεκτείνεται ως την υπόθεση συνυπάρξεως αναρίθμητων συμπάντων, ή η νευροφυσιολογία, που προσπαθεί να εξηγήσει πώς δημιουργείται η σκέψη και η αυτοσυνείδηση από την ηλεκτροχημεία του εγκεφάλου. Τέτοια ερωτήματα με δαιμονίζουν μέχρι σήμερα και δεν παίρνουν καμιά απάντηση από κανένα λογοτεχνικό βραβείο.

Φυσικά μια τέτοια μορφή αναίρεσης έχει τους λόγους της και τη σημασία της αλλά η συνομιλία με τον Κώστα Καλφόπουλο δεν περιορίζεται μόνο στην λογοτεχνία, αν και την αφορά μια ακόμα βαθιά διαπίστωση: Η ανώτερη φανταστική λογοτεχνία, παρόλο που υπάρχει και στη Γερμανία, δεν ζητιέται σήμερα, οι περισσότεροι θέλουν κάτι «ρεαλιστικό», ένα ρεαλισμός, θα ’λεγα, που αγνοεί τη μεγάλη αλήθεια, ότι το πιο ρεαλιστικό είναι εντέλει όλη αυτή η λεγόμενη ρεαλιστική πραγματικότητα, διευρυμένη, αλλοιωμένη, αποκαλυπτικά και όχι δουλικά φωτογραφημένη. Ο Σχινάς, που έφερε για πρώτη φορά την Ελλάδα στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, αναφέρει την επικράτηση το 2001 της αστείας έκφρασης «τιμώμενη χώρα» αντί της καθιερωμένης γερμανικής «κέντρο βάρους», με τα γνωστά αποτελέσματα και δηλώνει την ευρωπαϊκή του συνείδηση σε αντίθεση με την στενά ελληνική, τη συνυφασμένη με τους γνωστούς φανατικούς εναντίον γειτονικών λαών:

…υπάρχουν παντού άνθρωποι ηλίθιοι, πολιτικά και ανθρώπινα, και άνθρωποι με τους οποίους μπορώ να ανταλλάξω κάτι, όχι μόνο με τη στενή πνευματική έννοια, που έχουν μια κοινή αίσθηση του χιούμορ, είναι πολύ βασικό αυτό, και πλείστα όσα κοινά αισθήματα, και που μου είναι πολύ πιο κοντινοί απ’ όσο κάποιοι Έλληνες που διαδηλώνουν για τη μεταβάπτιση της Βορείου Μακεδονίας ή για τη χριστιανικότητα των ταυτοτήτων. Γενικότερα: το χρώμα των ανθρώπων δεν είναι για μένα λευκό ή μαύρο ή κίτρινο, αλλά γκρίζο: το χρώμα της φαιάς ουσίας.

Στο αφιέρωμα του τεύχους συνομιλούν ανά ζεύγη οι ποιητές Χάρης Βλαβιανός – Γιάννης Δούκας, και Λίνα Νικολακοπούλου – Κωνσταντίνος Βήτα και συμπεριλαμβάνονται κείμενα για τη νεότερη γενιά ποιητών στη χώρα μας, ανέκδοτα ποιήματα, η Αυτοπροσωπογραφία στα Είκοσι του Ρομπέρτο Μπολάνιο, μια εκτενής ποιητική σύνθεση της Anne Carson και μεταφράσεις ροκ ποιημάτων των Τομ Γουέιτς και Τζον Λένον. Το αφιέρωμα σχετίζεται άμεσα, όπως γράφει ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος, με την σημερινή πολιτικού χαρακτήρα αφύπνιση των διανοούμενων και τις αυξανόμενες κινήσεις που έχουν στον πυρήνα τους ανθρώπους των γραμμάτων. Ο ίδιος περνά ένα πρωινό στο Παγκράτι με τον Τίτο Πατρίκιο συζητώντας για την επικαιρότητα. [120 σελ.]

19
Μαρ.
12

Κάρλος Φουέντες – Η πορτοκαλιά ή οι κύκλοι του χρόνου

Οι Μάγια της ακτής μού έλεγαν αυτά που εγώ μετέφραζα στα ισπανικά, ή τα έλεγαν στη Μαλίνσε αλλά εκείνη εξαρτιόταν από μένα για να τα μεταφέρω στον Κορτές. Ή μάλλον, οι Μεξικάνοι έλεγαν στη γυναίκα αυτά που εκείνη έλεγε σ εμένα στη γλώσσα των Μάγια ώστε εγώ να τα μεταφράσω στα ισπανικά. Και παρόλο που αυτό ήταν ήδη ένα πλεονέκτημα για κείνη, γιατί μπορούσε να επινοήσει ό,τι ήθελε περνώντας από τα νάουατλ στα μάγια, εγώ εξακολουθούσα να είμαι ο κύριος της γλώσσας. Η καστιλλιάνικη εκδοχή που έφτανε στ’ αυτιά του κατακτητή ήταν πάντοτε η δική μου. [σ. 33-34]

Ξανά η γλώσσα βασιλεύουσα κι ο προνομιούχος χρήστης της τροπέας των πραγμάτων, ακόμα και σε συνθήκες τόσο οριακές, όπως της κατάκτησης της Λατινικής Αμερικής. Ο διερμηνέας του Κορτές με την ιδιότητα του μεσολαβητή μετατρέπει την απάτη σε αλήθεια, σε μια εξουσία που εμπιστεύεται τις λέξεις για να υπάρξει, την επόμενη μέρα της ήττας καθώς άρχισε το χτίσιμο των χριστιανικών εκκλησιών με τις πέτρες των ινδιάνικων ναών. Πόσο θα κρατήσουν τα καινούργια ανάκτορα του μοναδικού Θεού μας, που είναι χτισμένα πάνω στα ερείπια όχι ενός αλλά χίλιων θεών; Αν λοιπόν σ’ αυτή τη συνάντηση δυο «γέρικων, υπεραιωνόβιων κόσμων», του Νέου Κόσμου και της Ευρώπης που επιθυμεί να σημαδέψει για πάντα το πρόσωπό του οι σχέσεις καθορίζονται από την γλώσσα, μπορεί ο προνομιούχος αποκλειστικός χρήστης της ν’ αλλάξει δια παντός την ιστορική τροπή;

Ο αφηγητής διχασμένος ανάμεσα στην Ισπανία και τον Νέο Κόσμο γνωρίζει και τις Δύο Όχθες (τίτλος άλλωστε της πρώτης νουβέλας εδώ, αφιερωμένης στον Juan Coytisolo) προσφέρει στο Βασιλιά το μυστικό της αδυναμίας του Κορτές, όπως η δόνια Μαρίνα του είχε προσφέρει το μυστικό της αδυναμίας των Αζτέκων: ο διχασμός, η διχόνοια, ο φόβος, οι αδελφοκτόνες μάχες: το ένα μισό της χώρας διαρκώς να σκοτώνεται από το άλλο μισό. Κι έτσι όλες του οι πράξεις συνδέονται με την ελπίδα της νίκης των αυτοχθόνων, στο θρίαμβο των Ινδιάνων ενάντια στους Ισπανούς. Αυτό που πράγματι θέλησα ήταν να εμποδίσω το μοιραίο σχέδιο, μέσω των λέξεων, της φαντασίας και του ψέματος.

Καθώς η δόξα και η ταπείνωση είναι εξίσου παρούσες στις περιπέτειες της Κατάκτησης, τη στιγμή που οι μεν και οι δε «έπρεπε να χτίσουν έναν καινούργιο κόσμο με βάση την κοινή τους ήττα» αλλά κάποιων τα θαύματα δεν είναι παρά τα άλογα και τα κανόνια ο Μοντεσούμα χάνει σιγά σιγά την κυριαρχία του πάνω στις λέξεις, ακόμα περισσότερο απ’ ότι στους ανθρώπους. Οι λέξεις του Βασιλιά δεν ήταν πια κυρίαρχες. Επομένως ούτε ο ίδιος ήταν κυρίαρχος. … Άλλοι, οι ξένοι, αλλά κι εκείνη η προδότρα από το Ταμπάσκο, ήταν κύριοι ενός λεξιλογίου απαγορευμένου στον Μοντεσούμα. Σε πόσους ακόμα θα κατάφερνε να εξαπλωθεί η εξουσία του λόγου;

Προτού οι περισσότεροι επιστρέψουν απ’ την Κατάκτηση ή μείνουν στο Μεξικό χωρίς να αποταμιεύσουν ούτε ένα νόμισμα, πριν κάποιος ψελλίζει «σκοτώσαμε κάτι περισσότερο από τη δύναμη των Ινδιάνων: τη μαγεία που τους περιέβαλλε» και αναρωτηθεί «πόσο αξίζει λοιπόν ένα ακόμα πεπρωμένο εν μέσω τέτοιας παρέλασης δόξας και δυστυχίας;» η «κυβέρνηση» των λέξεων θα φτάσει στο αντίθετό της, ώστε να ακουστεί το: Ποτέ δεν ένιωσα στη ζωή πως τόσα πράγματα ειπώθηκαν χωρίς να ακουστεί ούτε λέξη.

Στην επόμενη νουβέλα, αφιερωμένη τώρα στον José Emilio Pacheco Οι γιοι του κατακτητή Κορτές, κληρονόμοι τόσης σάρκας κι άλλης τόσης γης, εναλλάξ μιλούν κι αντιμιλούν: ο Μαρτίν Ι και ο Μαρτίν ΙΙ, μπάσταρδος γιος του πατέρα του και της Ινδιάνας Μαλίντσε, αδικημένος ως Δεύτερος ενώ έπρεπε να είναι Πρώτος. Κοινή η ανάμνηση της τελευταίας πίκρας του πατέρα: να έχει αγωνιστεί τόσο, και με τόση επιτυχία, με στόχο να κερδίσει για λογαριασμό του Βασιλιά εδάφη εννιά φορές μεγαλύτερα από την Ισπανία, για να φτάσει στο τέλος να περιπλανιέται από πανδοχείο σε πανδοχείο, χρωστώντας χρήματα σε ράφτες και υπηρέτες, στόχος χλευασμών και επιθέσεων… Κι όλα τα πράγματα του σπιτιού να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές στα σκαλοπάτια του καθεδρικού της Σεβίλλης. Έτσι λοιπόν θα κατέληγε ο καρπός της Κατάκτησης του Μεξικού, ένας πλειστηριασμός στρωμάτων και παλιών κατσαρολικών;

Γιατί ο πατέρας αντί να παραμείνει στην πόλη και να σταθεροποιήσει την εξουσία του αναγκάστηκε να ριχτεί σε μια παράλογη και θορυβώδη περιπέτεια για να καταλήξει να χαθεί στα δάση της Ονδούρας; Τι σκουλήκι τον έτρωγε ώστε να αναζητά κι άλλη περιπέτεια κι άλλη δράση; Γιατί δεν μπορούσε να σταθεί να θαυμάσει αυτό που είχε κάνει αλλά έπρεπε να διακινδυνεύει τα πάντα για να αξίζει τα πάντα; Ο αντιστικτικός, ορμητικός, καταιγιστικός κι αντικρουόμενος λόγος των δυο αδελφών επιχειρεί να ανασυνθέσει την μεγάλη απάντηση για τον Ερνάν Κορτέζ, αυτόν που έφτιαξε μόνος του τη μοίρα του και πληθωρικός καθώς ήταν, την έφτιαξε δυο φορές: μια φορά άνοδος, μια φορά πτώση.

Εγώ μιλάω για χαρτιά. Γιατί κάθε πράγμα που ανέφερες, Μαρτίν αδελφέ μου, έχασε την πραγματική του υπόσταση για να μετατραπεί σε χαρτί, βουνά από χαρτί, λαβύρινθους από χαρτί, χαρτί που ξεράστηκε από αιώνιες αγωγές και δίκες, λες και το κάθε πράγμα που κατέκτησε ο πατέρας μου να είχε μόνο έναν τελικό προορισμό: τη συσσώρευση φύλλων χαρτιού στα δικαστήρια των δύο Ισπανιών, της παλαιάς και της νέας. Θύμα μιας δίκης που αιώνια αναβαλλόταν, όπου καθετί το υλικό κατέληγε να αποκαλύπτει ότι έκρυβε μες στην ψυχή του έναν σωσία από χαρτί, εύφλεκτο και αποπνικτικό. […] Το βουνό των περγαμηνών θάβεται για πάντα στα αρχεία όπου είναι ο νεκρός προορισμός της ιστορίας. [σ. 79, 80]

Εξουθενωμένοι προχωρούμε στις Δύο Νουμαντίες, την τρίτη νουβέλα αφιερωμένη στον Plácido Arango. Αιώνες μετά, οι Ρωμαίοι στην Ιβηρική μιλούν για έναν άξεστο, άγριο και βάρβαρο λαό που πρέπει να οδηγήσουν στον πολιτισμό: τους χερσονησιώτες Ισπανούς που έβλεπαν τον εαυτό τους ως την άκρη μιας ηπείρου κι ως το τέλος του κόσμου. Διηγούνται πώς υποτάξανε την ανυπάκουη Ισπανία, έτοιμοι να νικήσουν τον μόνο θύλακα αντίστασης: την περήφανη ξεροκέφαλη Νουμαντία. Ο λόγος δίδεται σ’ αυτόν που του ανατέθηκε το έργο, κι είναι λόγος συγκλο(γο)νισμένος.

Ξάφνου, την τελευταία στιγμή των προετοιμασιών, όλα εκείνα τα σημεία ενώθηκαν μέσα μου, προσφέροντάς μου μια διπλή οπτική του κόσμου. Τι είχα κάνει εγώ εκεί; Μονάχα μια στιγμή ακριβώς πριν ξεκινήσει η πολιορκία, μες στο καταμεσήμερο του νου μου, το συνειδητοποίησα. Μπροστά στα μάτια μου απλωνόταν η Νουμαντία, η ακατάκτητη πόλη. Γύρω από τη Νουμαντία, εγώ είχα κατασκευάσει το καθαρά χωρικό είδωλο της Νουμαντίας, την αναπαραγωγή της περιμέτρου της, έναν καινούργιο χώρο απόλυτα συγκρίσιμο με το πρότυπό του. Τώρα κοιτούσα, στον διπλασιασμένο χώρο, το κενό, άχρονο, φάντασμα της πόλης. Ποια ήταν, στην έτσι διαιρεμένη Νουμαντία, η ψυχή της πόλης; Ποιο ήταν το κορμί της; [σ. 155 – 156]

Οι τελευταίες δυο νουβέλες, ο Απόλλων και οι πουτάνες (αφιερωμένο στους Carlos Payan και Federico Reyes Heroles) και οι δυο Αμερικές (για τους Barbara και τον Juan Tomás de Salas) μας μεταφέρουν στο Τέλος του Χρόνου, στο Τερματισμένο Σήμερα, σε μια σύγχρονη θέα του απόλυτου χάσματος ανάμεσα σε δυο Αμερικές. Για άλλη μια φορά η γραφή του Φουέντες ανασκάπτει το Παρελθόν και ξαναγράφει την Ιστορία υπό αμέτρητες φωνές, πρωτόφαντες κραυγές, κυνικές ματιές, σπαρακτικές αλήθειες, ασίγαστες εικόνες και με εκφραστικές από τις πιο παλιές ως τις πλέον νεωτερικές.

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 271 [Carlos Fuentes, El Naranjo O Los Circulos Del Tiempo, 1994]. Στις εικόνες, η συνάντηση Μοντεζούμα – Κορτέζ, το σπίτι του τελευταίου, χτισμένο το 1500 από γηγενείς εργάτες και η μάσκα του πρώτου.

18
Μαρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 109

Ευγένιος Αρανίτσης, «Ποιος θυμάται τον Ζενέ;», Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 256, 16.5.2003,  σελ. 25.

Το βιβλίο του Τίμοθι Λίρι με τίτλο Σχεδιασμός θανάτου που ξαναδιάβασα με αρκετή καθυστέρηση στη μετάφραση του Φώτη Τερζάκη (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) προσφέρει ένα καλό παράδειγμα της θανατολαγνείας που πλήττει τη δυτική διανόηση, οι εμπροσθοφυλακές της οποίας είναι όλο και πιο φανερά προσανατολισμένες στο φετιχισμό της ιδέας ενός κόσμου νεκρών. Το περιεχόμενο αυτής της έλξης, που υπακούει οφθαλμοφανώς σε μια γενικευμένη αδυναμία πένθους, τυπική του πολιτισμού μας, διέσχισε ήδη τη φάση του μακάβριου (ρομαντισμός), καθώς και τη φάση της ουδέτερης αποδοχής, όπου ο θάνατος ήταν κάτι οικείο, το οποίο έπρεπε να αντιλαμβάνεσαι δίχως ίχνος απέχθειας ή φόβου (μοντερνισμός), και παρελαύνει υπό τη σημαία ενός εξεζητημένου, σχεδόν «αναρχικού» εξωραϊσμού. Όχι επειδή το υποκείμενο έχει συμφιλιωθεί στο ψυχικό επίπεδο με την έννοια του τέλους αλλά εν ονόματι εκείνης της αλληλέγγυας φυσικότητας που καθιστά αγαπητούς τους δεινόσαυρους, τους εξωγήινους και τα ζόμπι. Βρισκόμαστε στην καρδιά του οχυρού της απόλυτης, της σχεδόν εργαστηριακής λατρείας του σώματος, όπου κυβερνά η βιολογία. Τρόπον τινά, ο Λίρι οδηγεί την ψυχρότητα του Μπέκετ στις έσχατες συνέπειες. Εντούτοις, πρόκειται για κείμενο διάσπαρτο με τις αναλαμπές μιας ιδιοφυΐας. Δεν μπορείς να αγνοήσεις τη δαιμονική του σαγήνη.

17
Μαρ.
12

Jean Echenoz – Δρόμος αντοχής

Ο άτοπος Ζάτοπεκ

Όταν οι Γερμανοί μπαίνουν στη Μοραβία και καταλαμβάνουν την Οστράβα, πόλη του άνθρακα και του χάλυβα, ο Εμίλ Ζάτοπεκ είναι εσωτερικός στο τεχνικό λύκειο και βοηθός στο δυσώδες τμήμα του καουτσούκ, με τον αποπνικτικό αέρα, τους εξοντωτικούς ρυθμούς και τις ακαριαίες τιμωρίες αφαίρεσης μισθού για το παραμικρό λάθος, αργότερα δε στο χημικό ινστιτούτο, σ’ ένα παγωμένο υπόστεγο γεμάτο νταμιζάνες με οξέα και στα νυχτερινά μαθήματα της ανωτέρας χημικής σχολής. Οι επιχειρήσεις οργανώνουν έναν ετήσιο αγώνα δρόμου (Γύρος του Ζλιν) που ο ίδιος υποχρεώνεται να συμμετάσχει αλλά απεχθάνεται, καθώς όλοι είναι υποχρεωμένοι να φορούν τη φανέλα με το λογότυπο της εταιρείας. Οι σβαστικοφόροι επιθυμούν να δείξουν πως ο στρατός κατοχής είναι υποδειγματικός και οργανώνουν «υποχρεωτικές» αθλητικές εκδηλώσεις και αγώνες για τους νέους. Στην πρώτη κούρσα ανωμάλου δρόμου εννέα χιλιομέτρων απέναντι σε μια αλαζονική γερμανική ομάδα τερματίζει δεύτερος, υπό την έκδηλη δυσαρέσκεια των αρίων. Ένας προπονητής τοπικού συλλόγου ενδιαφέρεται γι’ αυτόν: Παράξενα τρέχεις, αλλά δεν τρέχεις άσχημα. Ο Εμίλ αγνοεί την πρώτη φράση και συγκρατεί τη δεύτερη.

…ίσως το τρέξιμο επιτρέπει να σκέφτεσαι άλλα πράγματα….

Αρχίζει να τρέχει μόνος του, από απλή ευχαρίστηση. Όταν νυχτώνει και δεν μπορεί κανείς να τον δει, κάνει όσο πιο γρήγορα μπορεί την διαδρομή εργοστάσιο – δάσος και πίσω. Αρχίζει ν’ αγαπά το στάδιο, κι ας είναι εγκλωβισμένο στη βιομηχανική ζώνη, απέναντι από το εργοστάσιο ηλεκτρισμού, κι ας φέρνει τον καπνό απ’ τις τσιμινιέρες στα μάτια των αθλητών. Το τρέξιμο είναι γι’ αυτόν ψυχαγωγία, που αντιλαμβάνεται όμως πως πρέπει να την μάθει. Τον χειμώνα προπονείται αψήφιστα, ενόσω οι άλλοι ξεκουράζονται στα σπίτια τους. Τρέχει στις δημοσιές, στα χωράφια, παντού και σε οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Αρνείται κάθε χρήση τεχνικής: «αφού τρέχω που τρέχω, αρκεί που τρέχω γρήγορα». Σύντομα επινοεί το άγνωστο μέχρι τότε τελικό σπριντ. Μια πειθαρχική ποινή τον οδηγεί στο πόστο της κονιοποίησης πυριτικών αλάτων, και σκεπασμένος με άσπρη σκόνη μοιάζει με φάντασμα εν διαρκεί απνοία.

Στο Ζλιν τρέχει τα πέντε χιλιάδες μέτρα σ’ ένα τέταρτο. Κανείς δεν το πιστεύει· θεωρούν ότι πρόκειται για τηλετυπικό λάθος ή για πειραγμένο χρονόμετρο. Στον κοιτώνα της τεχνικής σχολής ζεσταίνονται με σόμπα από τα σκουπίδια και απαγορευμένα ξύλα από τα ερείπια. Το στάδιο είναι κλειδωμένο λόγω κατοχής αλλά εκείνος σκαρφαλώνει τη μάντρα, μπαίνει στα αποδυτήρια κι από εκεί στο αγριοχορταριασμένο γήπεδο για να προπονείται. Στην τελετή έναρξης του πρώτου μεταπολεμικού πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος στο Όσλο αναγκάζεται να παρελάσει χωρίς φόρμες προπόνησης, μόνο με φανέλα και σορτσάκι. Στο πρωτάθλημα των συμμαχικών ενόπλων δυνάμεων στο Βερολίνο ψάχνει μόνος του το στάδιο κι αγωνίζεται να πείσει τους φύλακες πως συμμετέχει στους αγώνες.

Ευχαρίστως θα τα παρατούσε τώρα, αλλά είναι λίγο αργά. Πολύ αργά: η μπάντα παιανίζει τις πρώτες νότες από ένα εμβατήριο. Οι αθλητές μπαίνουν στο στάδιο από την κεντρική πύλη κι αρχίζουν να παρελαύνουν μπροστά στις κερκίδες κάτω από ζητωκραυγές, όλοι ζωηρά ντυμένοι με τις ωραίες τους φόρμες. Αλλά όταν μόνο ένα άτομο εμφανίζεται πίσω από την πινακίδα Czechoslovakia, μόνο του και ντυμένο μόνο μ’ ένα σορτσάκι και μια ξεθωριασμένη φανέλα, το στάδιο πέφτει κάτω από τα γέλια. Οι έκτακτοι απεσταλμένοι βγάζουν το σημειωματάριό τους απ’ την τσέπη τους και σαλιώνουν τα χείλη τους στιλβώνοντας τα επίθετά τους για ν’ αποδώσουν καλά τη σκηνή… [σ. 45]

Λίγο αργότερα, με τον εξωφρενικό τρόπο τρεξίματος, ξεχύνεται στη τελική ευθεία και κόβει το νήμα, συνεχίζοντας και μετά τον τερματισμό να τροχάζει χαμογελαστός, σαν να ’θελε να ξαναβρεί τη φόρμα το μετά απ’ τη δοκιμασία. Το τρέξιμο του Εμίλ είναι βαρύ, άχαρο, μαρτυρικό, εντελώς ακανόνιστο. Η ένταση γράφεται στο πρόσωπό του με ζάρες, μορφασμούς και μια μόνιμη σύσπαση στο σώμα· ένα σώμα του κλυδωνίζεται αδιάκοπα, ταλαντευόμενο εκ δεξιών προς τα αριστερά. Αλλά μόλις έχει αρχίσει η βασιλεία του τρεξίματος του, η βασιλεία της αδιανόητης τροχιάς του στο κοσμικό αθλητικό σύμπαν.

Αυτήν ακριβώς την τροχιά του Τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων (1922 – 2000), πρωταθλητή στα πέντε, στα δέκα και στα μαραθώνια χιλιόμετρα, τριπλού χρυσού μεταλλίστα σε οκτώ ημέρες στο Ολυμπιακό Ελσίνκι, του ανθρώπου – ατμομηχανή (κάθε φορά έδινε την εντύπωση πως ετοιμάζεται να καταρρεύσει, πράγμα που δεν έγινε ποτέ) ξαναγράφει ο Γάλλος συγγραφέας, με ελλειπτικό τρόπο και για επιλεγμένα της σημεία. Φυσικά ο λεπτοείρων Εσνόζ αδιαφορεί για κάθε ηρωοποίηση ή εξιδανίκευση ενός υποτιθέμενου νιτσεϊκού υπεράνθρωπου. Αντίθετα επιφυλάσσει ζεστή ματιά για τον αθλητή άνθρωπο και παγερή, ειρωνική για το πολιτικό του περιβάλλον. Τον ξέρουμε άλλωστε καλά τον Εσνόζ: διαβάζεται «εύκολα» και μας ψυχογραφεί το ίδιο εύκολα, ώστε να μας παρουσιάσει τις πλευρές που επιθυμεί χωρίς να το πάρουμε είδηση. Το έχει ξανακάνει με τις Ψηλές ξανθές, με τον Ραβέλ κι όλους όσους πέφτουν στην πένα του. Άλλο βέβαια αν μας διαφεύγουν κι άλλες, δεύτερες και υπογειώτερες αναγνώσεις της γραφής του.

Είναι γνωστή η πτώση του Ζάτοπεκ: σ’ ένα σχεδόν νομοτελειακό κλείσιμο του κύκλου των έξωθεν επεμβάσεων, η ανοιχτή του συμπαράσταση στον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ μετά την Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία του ξήλωσε τα κομμουνιστικά του αξιώματα και τον έστειλε απολυμένο, διαγραμμένο κι αποστρατευμένο οδοκαθαριστή στους δρόμους, ώστε να αποδείξει έμπρακτα την μετάνοιά του και την υποταγή του στο ανθρωπιστικότατο κράτος. Το να σταθείς δίπλα στον εξεγερμένο λαό της Πράγας αποτελούσε βέβαια έγκλημα εσχάτης προδοσίας. Ούτε που το σκέφτηκε να αυτοεξοριστεί: αποδέχτηκε την θέση του αποθηκάριου σε ορυχεία ουρανίου και αργότερα στα υπόγεια του Αθλητικού Κέντρου Πληροφοριών. Άραγε η δήλωση ομολογίας, η υπογραφή της αυτοκριτικής του και η φράση «μπορεί και να μην άξιζα για παραπάνω» δείχνουν συμβιβασμό ή ήρεμη αποδοχή κάθε αναπότρεπτης κατάστασης που απαρτίζει την ζωή ονοματίζοντάς την;

Η εξουσία επιχειρεί να ταπεινώσει, αλλά η ταπεινότητα αντιστέκεται…

… γράφει στο τέλος ο Αχιλλέας Κυριακίδης σ’ ένα είδος επίμετρου που καθίσταται απαραίτητο σε κάθε έκδοση. Ο επιμετρών μάς θυμίζει την φράση του Μπορίς Βιαν το χιούμορ είναι η ευγένεια της απελπισίας, μας υποδεικνύει την τεχνική του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ (που διαφέρει απ’ το ρεπορτάζ καθώς εδώ υπεισέρχεται η άποψη του δημιουργού ήδη από το μαιευτήριο του μοντάζ) – ήταν καιρός ο κινηματογράφος ν’ αρχίσει να επιστρέφει στη λογοτεχνία λίγα λίγα απ’ τα χρωστούμενα – τον γνωστό εκμυστηρευτικό τόνο και την ειρωνική λεπτομερειακότητα (για να κρύβει την βαθιά υπαρξιακή μελαγχολία) του Εσνόζ και μας θυμίζει πώς μετασκευάζεται με στιλ σε περιπέτεια λόγου μια ζωή κλειστοφοβική εντός οκτώ απαράλλαχτων κουλουάρ στίβου από έναν εκ των δυο [ο έτερος είναι ο Περέκ] κορυφαίων γάλλων μοντερνιστών συγγραφέων του 20ού αιώνα.

Αν ο Ζάτοπεκ εντυπωσίασε και αγαπήθηκε για την αυτονόητη σχεδόν αποδοχή μιας αδιανόητης ικανότητας, η κοσμική του τροχάδην τροχιά ακόμα φωτίζει μια συνηθισμένη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου που έκανε το τρέξιμο ευχαρίστηση. Δεν σταμάτησε να τρέχει για την ευχαρίστησή του, ακόμα κι όταν η Λαϊκή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας τον χρησιμοποιούσε όπως την βόλευε για να θριαμβεύει σε αγώνες και να προσωποποιεί τον ακούραστο εργάτη, ακόμα κι όταν οι απλοί τσεχοσλοβάκοι πολίτες  τον έβλεπαν στο δρόμο να μαζεύει τα σκουπίδια κι έσπευδαν οι ίδιοι ν’ αδειάσουν τους κάδους: έτρεχε γύρω από το απορριματοφόρο για να ευχαριστηθεί και να τους ευχαριστήσει. Τα συνολικά χιλιόμετρα που έτρεξε αντιστοιχούν στο γύρο της γης επί τρεις φορές.

Ιδού ένα βιβλίο που μπορεί αν διαβαστεί απ’ τον οποιοδήποτε κι ο οποιοσδήποτε μπορεί να το διαβάσει αλλιώς.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 162 σελ., με οκτασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή [Jean Echenoz – Courir, 2008]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr υπό τον [εσνοζικώς εμπνευσμένης ειρωνείας] τίτλο: Run, Emil, run!

 

14
Μαρ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 54

 

 

Gustav Meyrink – Der Golem (1914). Όταν το Παράξενο και το Εφιαλτικό δεν εμφανίζεται σε κανένα εξπρεσιονιστικό εξώφυλλο, παρά περιμένει υπομονετικά στο μέσο των σελίδων…

13
Μαρ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 83. Αννίτα Παναρέτου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς, βιβλία, διηγήματα. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Προτιμώ να μην απαντήσω στις παραπάνω ερωτήσεις. Συνήθως δεν θυμόμαστε όλους τους συγγραφείς ή τα βιβλία που αγαπούμε ή που μας γοήτευσαν, με πιθανό αποτέλεσμα να δημιουργούμε άθελά μας αντιπάθειες. Εξ άλλου, εδώ και αρκετά χρόνια διαβάζω ελάχιστη αμιγή λογοτεχνία – με έχουν κερδίσει η ιστορία και οι προσωπικές μαρτυρίες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πάντα μας ακολουθεί ο εαυτός μας, ο όσος εαυτός ενσαρκώνεται ή ενσωματώνεται στους ήρωές μας. Μάλλον εκείνοι υπαινίσσονται συχνά τα νέα της ζωής μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένο δεν θυμάμαι. Το «ζηλευτός» χρειάζεται μια διευκρίνιση: εννοείτε χαρακτήρα που θα ήθελα να έχω αποδώσει συγγραφικά, ή χαρακτήρα με τον οποίο θα ήθελα η ίδια να ταυτιστώ ή να τείνω ως προσωπικότητα;

Στην πρώτη περίπτωση, ναι, υπάρχουν χαρακτήρες που θα ήθελα να είχα «πλάσει» η ίδια (πολύ πρόχειρα παραδείγματα, ο Αλέξης Ζορμπάς και η Ελένη Μπούκουρα – Αλταμούρα –παρ’ ότι και οι δύο υπήρξαν υπαρκτά πρόσωπα και όχι δημιουργήματα του Νίκου Καζαντζάκη και της Ρέας Γαλανάκη).

Αν εννοείτε το δεύτερο, και αν υποθέσουμε ότι ζηλεύω, αυτό θα αφορά υπαρκτούς και όχι λογοτεχνικούς χαρακτήρες, με την εξαίρεση, ίσως, των Ροβινσώνα Κρούσου και Φιλέα Φογκ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Ω, ναι, υπάρχει μια που θα μου μείνει αξέχαστη. Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για ανάγνωση, αλλά για λαθρανάγνωση: βρισκόμουν όρθια στο τρόλεϊ. Στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής αποφάσισα (αν και ήξερα ότι δεν μπορώ να διαβάσω μέσα σε κινούμενο όχημα) να ρίξω μια ματιά στην εφημερίδα που διάβαζε καθήμενος συνεπιβάτης –είχα σταθεί πάνω από το κεφάλι του και μερικοί πειρασμοί αποδεικνύονται ακατανίκητοι. Ύστερα από λίγο άρχισα να αισθάνομαι ναυτία. Έκανα δυο στάσεις υπομονή και κατέβηκα στον Ευαγγελισμό, κρατώντας το στομάχι μου στα δόντια.

Πάντως, την ανάγνωση μέσα σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο την αντιμετωπίζω ως αντίδοτο στην πιθανή ανία της διαδρομής. Την οποία –ανία- μπορώ να αντιμετωπίσω είτε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο είτε κοιτάζοντας μέσα μου. Έτσι, δεν «χαραμίζω» τη σαγήνη ενός ελκυστικού βιβλίου –στην ανάγκη προτιμώ να λύνω σταυρόλεξα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει λίγες αράδες και έχω κρατήσει σημειώσεις οπουδήποτε. Από το τρόλεϊ όταν είναι σταματημένο σε φανάρι, ως κινηματογραφικές αίθουσες σε ώρα προβολής, ακόμα και οδοιπορώντας στην εξοχή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο συνειρμικός, που –θαρρώ- είναι και ο κύριος, για να μην πω ο μόνος, τρόπος. Οι ιδέες μου είναι συγκερασμοί πολλών εσωτερικών και εξωτερικών παραμέτρων, απρόβλεπτων και συχνά ασύνδετων. Και συνήθως παγιδεύονται από τη λειτουργία της μνήμης, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε σημείο του χώρου και του χρόνου. Ατυχώς υπάρχουν και οι αναμενόμενες απώλειες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Πρέπει να μπω στο κλίμα. Δηλαδή να προσαρμόσω τη ματιά μου και την ψυχική μου διαθεσιμότητα σε αυτό που θέλω να γράψω, έτσι ώστε να αποτελέσει το κλίμα μέσα στο οποίο ζω· έτσι ώστε διάφορα ερεθίσματα -φαινομενικά άσχετα- να βρουν τρόπο να συναφθούν και να αξιοποιηθούν. Όταν καταφέρνω να μετατρέψω τα ερεθίσματα σε αξιοποιήσιμο υλικό, τότε ξέρω ότι «το έχω». Όταν το υπό συγγραφή βιβλίο φτάσει στο σημείο να κυριεύσει και να χρωματίσει την καθημερινότητά μου, όταν νιώσω ότι με ελέγχει, τότε αισθάνομαι ότι το ελέγχω.

Η μουσική αποτελεί την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, επειδή γενικώς ακούω μουσική (αδιάκοπα, ακόμα και μέσα μου, πράγμα που γίνεται και λίγο τυραννικό, όταν μου «κολλάει» ένα τραγούδι για μια ολόκληρη μέρα και ιδίως αν το τραγούδι με εκνευρίζει, αλλά αδυνατώ να το αποδιώξω).

Κάθε φορά που γράφω, υπάρχει μια συγκεκριμένη μουσική (ή και περισσότερες, αλλά πάντα συγκεκριμένες μουσικές), με την οποία υποσυνείδητα ή συνειδητά ή κατ΄ επιλογή συσχετίζω αυτό που γράφω. Αλλά ως εκεί. Όταν γράφω και όταν διαβάζω δεν ακούω μουσική, κυρίως δεν ακούω τραγούδια με στίχους που με ταξιδεύουν, γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

Προτιμώ την ελληνική μουσική, σε κάθε της διαχρονική έκφραση, με την ξένη μουσική να ακολουθεί σε μικρή απόσταση και την κλασική να έπεται σε λίγο μεγαλύτερη.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Ως ένα σημείο πρόκειται για μια αλυσιδωτή αντίδραση:

Η διδακτορική μου διατριβή, με θέμα τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου πυροδότησε το αδιάλειπτο ενδιαφέρον μου για την ελληνική ταξιδιωτική πεζογραφία, με καρπό το πεντάτομο έργο Ελληνική Ταξιδιωτική Λογοτεχνία (ευρεία εισαγωγή και ανθολόγιο κειμένων από την ομηρική Οδύσσεια ως το 1990), καθώς και τον μεταγενέστερο ομότιτλο μικρό τόμο, όπου παρακολουθείται η εξέλιξη της ελληνικής ταξιδιωτικής γραφής ως το 2000.

Η προσπέλαση, στο πλαίσιο της διατριβής μου, ολόκληρου του έργου του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου οδήγησε και στη συγγραφή της μονογραφίας Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, συνολική θεώρηση του έργου του. Η εργασία αυτή υποβλήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών, ύστερα από προκήρυξη σχετικού βραβείου λίγο μετά τον θάνατο του Παναγιωτόπουλου. Είχα σκεφτεί τότε ότι θα ήταν μια καλή ευκαιρία να αξιοποιήσω το υλικό που είχα συγκεντρώσει (και που, εξαιρουμένων των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ήταν καταδικασμένο να μείνει ανεκμετάλλευτο), ενώ και το χρηματικό έπαθλο ήταν ένα ακόμα κίνητρο. Έτσι γνώρισα τον Παντελή Πρεβελάκη, μέλος της Ακαδημίας, καθώς διένυε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του.

Αυτή η αποφασιστικής σημασίας γνωριμία κατέληξε στη συγγραφή του βιβλίου Παντελής Πρεβελάκης. Οι δρόμοι του ζωντανού χρόνου.

Τα υπόλοιπα βιβλία ήταν αποτέλεσμα συμπτώσεων και προσωπικών επιθυμιών:

Χάρη στην φιλική οικογενειακή γνωριμία μας, ο βιβλιοδέτης Ανδρέας Γανιάρης μου εμπιστεύθηκε το αρχείο του πατέρα του Χρυσόστομου Γανιάρη, πρωτοποριακού εκδότη της δεκαετίας του 1920, ποιητή και βαθύτατα καλλιεργημένου, ευαίσθητου και πονεμένου ανθρώπου. Όταν ολοκλήρωσα τη μελέτη, το αρχείο δωρήθηκε από την οικογένεια στο Ε.Λ.Ι.Α., απ΄ όπου και εκδόθηκε Η ηδονή και η οδύνη των βιβλίων: Χρυσόστομου Γανιάρη βίος και έργα.

Η παρηγορία των επιστολών σου… (Ευανθία Καΐρη και Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: αλληλογραφώντας όπως θα ήθελαν) προέκυψε όταν, την εποχή που ξαναδιάβαζα την Αυτοβιογραφία της Ελισάβετ, έφτασαν στα χέρια μου τα πρακτικά ενός συνεδρίου για την Ευανθία. Οι δυο τους, συνομήλικες και σύγχρονες, μπροστά από την εποχή τους, μόνες και ουσιαστικά αδικαίωτες, θα έβρισκαν αποκούμπι και στήριγμα στη μεταξύ τους φιλία, που ποτέ δεν κατορθώθηκε. Την παραμυθία αυτής της φιλίας θέλησα να τους προσφέρω, έστω και με μια καθυστέρηση σχεδόν 180 χρόνων.

Αφορμή για Τα πορτραίτα της υπήρξε μια συνεργασία που δεν ευοδώθηκε -φτάνω να πιστεύω ότι ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της ήταν να μου προσφέρει το έναυσμα για τη συγγραφή των Πορτραίτων.

Το παιδικό αφήγημα Μια ιστορία καλοκαιρινή με ένα σκύλο, πέντε γάτες, περιβόλια κι ακρογιάλια περιγράφει τις προσωπικές μου εμπειρίες από τη θερινή συμβίωση με έξι υπέροχα ζώα. Χάρη στις χάρες τους, έζησα έναν γλυκύτατα αποκαλυπτικό Αύγουστο, είκοσι χρόνια πριν.

Και το δίγλωσσο λεύκωμα Ελλάδα, διαδρομή αιώνων προέκυψε από την ανάγκη ή την παρόρμηση να δω, συγκεντρωμένες και τυπωμένες, εικόνες και όψεις της Ελλάδας που επιχειρούν να εκδιπλώσουν ένα ελληνικό πανόραμα: πρόκειται για πλήθος ετερόκλητων κειμένων (χρονικά, ποιήματα, περιγραφές, ιστορικά τεκμήρια, άγνωστο αρχειακό υλικό, αυτοβιογραφικά αποσπάσματα) που μπερδεύονται με την προσωπική μου αφήγηση, και ζωντανεύουν και διανθίζονται από πλήθος εξαίρετων φωτογραφιών του Βελισσάριου Βουτσά.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα Πορτραίτα της: Μεσοπόλεμος (πρόσφυγες του ΄22, Βενιζέλος, Μεταξάς, αναψηλάφηση της ελληνικότητας), τέχνη, εικαστική ματιά και έρωτας, αδιέξοδα, πάθος και κάθαρση, αυθεντικά γεγονότα και πρόσωπα της Αθήνας σε αγαστή –θέλω να πιστεύω- διαπλοκή.

(Σας έδωσα το κλειδί, μπορείτε να εισέλθετε).

Πώς βιοπορίζεστε;

Όχι από τα συγγραφικά μου δικαιώματα. Και, πλέον, εδώ και κάμποσο καιρό, ούτε από το ενοίκιο ενός πατρικού ακινήτου.

Επομένως κοντεύω να μη βιοπορίζομαι…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αφαιρώντας τα περί προτάσεως (η προσωπική επιλογή είναι πολύ πιθανότερο ενδεχόμενο), μου αρέσει πολύ αυτή η ερώτηση, καθώς χαρακτηρίζει τη συγγραφική μου ροπή, τόσο στα φιλολογικά όσο και στα λογοτεχνικά μου έργα.

Υπάρχουν άνθρωποι που ήδη μου κέντρισαν το ενδιαφέρον στο πλαίσιο όχι μόνο μιας φιλολογικής μονογραφίας (όπως έκανα για τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Παντελή Πρεβελάκη, Χρυσόστομο Γανιάρη), αλλά και ενός ιστορικού μυθιστορήματος (όπως έκανα με την Ευανθία Καΐρη και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου).

Επιπλέον, η μακρά ερευνητική θητεία μου σε διαφορετικά πεδία με φιλοδώρησε με τερπνές συναντήσεις:

Στην ενασχόληση με την ταξιδιωτική πεζογραφία διασταυρώθηκα με δεκάδες ταξιδιωτών και ταξιδιογράφων, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Θα μου άρεσε λοιπόν να γράψω για τον Νίκανδρο Νούκιο (συναρπαστική προσωπικότητα πλάνητος του 16ου αιώνα) ή για τον Κωνσταντίνο Γεράκη, (πρωθυπουργό του Σιάμ τον 17ο αιώνα).

Στην ενασχόληση με τη χρονογραφία (αναζητώντας στοιχεία για ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο που δεν προχώρησε) διασταυρώθηκα με πολλούς, ανώνυμους και μη, χρονικογράφους, σε μια τεράστια περίοδο 5 αιώνων. Οι ομιχλώδεις μορφές τους συνιστούν συγγραφική πρόκληση.

Στην ενασχόληση με την ιστορία του ελληνισμού υπό βενετική κυριαρχία  (υλικό για ένα βιβλίο υπό συγγραφή) με συγκίνησαν οι Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανειώτης (Έλληνας ποιητής και στρατιώτης του 15ου αιώνα, που έζησε στην Ιταλία, έγραψε στα λατινικά και πορτραίτο του φιλοτεχνήθηκε από τον Boticelli), Άννα Νοταρά (θυγατέρα του Μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά, πιθανώς μνηστή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η οποία, στα 1453, φυγαδεύτηκε στη Βενετία, όπου και ανέπτυξε ποικίλη ελληνοκεντρική δραστηριότητα) και Αικατερίνη Κορνάρο (βενετικής καταγωγής βασίλισσα της Κύπρου).

Ψαχουλεύοντας την τοπική μικρο-ιστορία της Ζακύνθου, της Άνδρου και της Σύρου μέσα στην ευρύτερη συγκυρία του αγώνα της παλιγγενεσίας (όταν έγραφα την Παρηγορία των επιστολών σου), στάθηκα στην περίπτωση του Θεοδοσίου Δημάδη, δασκάλου, μέλους της Φιλικής Εταιρείας, διαφωτιστή και αγωνιστή της Επανάστασης.

Τέλος, η περιδιάβαση στον χώρο της τέχνης και της πολιτικής κατά την περίοδο του μεσοπολέμου (προκειμένου να γράψω Τα πορτραίτα της) μου αποκάλυψε χαρισματικές προσωπικότητες, που μπορούν να στηρίξουν συναρπαστικά βιβλία. Παράδειγμα ο ζωγράφος Νίκος Λύτρας και ο επιχειρηματίας, βιομήχανος, καθηγητής της Ανωτέρας Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών Πειραιώς και υπουργός, Επαμεινώνδας Χαρίλαος.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει ο αγγλικός και ο αμερικάνικος κινηματογράφος. Παρ΄ όλα αυτά, μια ταινία που με γοήτευσε και μου έρχεται τώρα στο νου είναι γιαπωνέζικη –οι «Αναχωρήσεις».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Αποπειράθηκα κάποτε, αλλά εκ του αποτελέσματος έκρινα ότι θα ήταν καλύτερα να μην το κουράσω περισσότερο…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Ανασύρω από μια στοίβα βιβλίων και αποκομμάτων από εφημερίδες, πάντα με ιστορικό περιεχόμενο (για οποιαδήποτε περίοδο –ελληνικής, συνήθως- ιστορίας μου πέσει στα χέρια). Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό ονομάζεται συστηματική ανάγνωση, είναι πάντως θελκτικό και διεγερτικό.

Τι γράφετε τώρα;

Σχεδόν τίποτα – απλώς κρατώ σημειώσεις. Περνάω μια περίοδο αποδιοργάνωσης, με μύριους όσους περισπασμούς. Υπάρχουν όμως κατά νου τρία συγγραφικά σχέδια, για μια σειρά μικρών διηγημάτων, για μια σειρά μελετημάτων-δοκιμίων πάνω στην ταξιδιωτική πεζογραφία, καθώς και το φιλόδοξο σχέδιο ενός μυθιστορήματος που καλύπτει ευρύ ιστορικό φάσμα, ξεκινώντας από τους μεταβυζαντινούς χρόνους και καταλήγοντας στον 19ο αιώνα, για το οποίο, όπως ανέφερα και πιο πάνω, έχει ήδη γίνει ερευνητική προεργασία πολλών μηνών. Ελπίζω να επανακάμψω απτόητη σύντομα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Οι δυνατότητες του διαδικτύου είναι ανεκτίμητες. Τόσο για τον οποιοδήποτε φιλοπερίεργο άνθρωπο, όσο και –ακόμα περισσότερο- για έναν ερευνητή.

Υπάρχει βέβαια και η μαγεία (από λευκή, πολύχρωμη, έως μαύρη) που ονομάζεται facebook: από τη μια σκέφτομαι την εικόνα που παρουσιάζουμε, ιδίως απογεύματα ή Κυριακές, τόσοι άνθρωποι κλεισμένοι στο σπίτι τους με τα μούτρα σε μια οθόνη πληκτρολογώντας, και θλίβομαι γιατί σκέφτομαι ότι, αντί γι αυτό, θα μπορούσαμε, οι ίδιοι άνθρωποι, να είμαστε έξω, στους δρόμους, στη θάλασσα, στην Ακρόπολη. Και από την άλλη σκέφτομαι ότι είμαστε μια τόοοοοοσο μεγάλη (και σε πολλές περιπτώσεις πολύ ενδιαφέρουσα) παρέα, πράγμα αδύνατο σε άλλη περίπτωση κι αυτό μου αρέσει.

Και από τη μια αισθάνομαι ότι χάνω πολύτιμο χρόνο και ότι σκορπίζομαι, και από την άλλη ότι, με τρόπο επιλεκτικό και ελεγχόμενο, κερδίζω ανθρώπινες παρουσίες, πορείες και περιπέτειες.

Μάλλον κάποιο ισοζύγιο υπολογίζω ότι προκύπτει.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Η αιώνια, δηλαδή στατική, νιότη θα πρέπει να καταντά κάποτε πληκτική και μονότονη. Η συγγραφική ιδιότητα ποτέ. (Αν όμως μου πρότειναν μια νεότητα απλώς κάπως μεγαλύτερης διάρκειας, δεν θα το σκεφτόμουν ούτε λεπτό –χωρίς απώλεια της συγγραφικής ιδιότητας, εννοείται…)

Η επιστημονική ενασχόλησή σας με πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Εξαργυρώνεται πολλαπλώς. Απομυζώ τόσο τα πρόσωπα, όσο και τα θέματα. Τα εκμεταλλεύομαι αγρίως, σχεδόν τα λεηλατώ, για να ανακαλύψω ή και να κατασκευάσω υλικό για λογοτεχνικότερα συγγραφικά εγχειρήματα. Όταν συμβεί αυτό, ξεκινά μια αντίστροφη φορά: με εκμεταλλεύονται και με λεηλατούν εκείνα –εννοώ ότι εκμεταλλεύονται και λεηλατούν δημιουργικά τον χρόνο μου, τις διαθέσεις μου, τη νόηση, το συναίσθημα και τη βούλησή μου. Διπλή, μάλλον πολλαπλή εξαργύρωση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Απόλαυσα τις ερωτήσεις σας. Δεν βρίσκω καμιά άλλη αυτή τη στιγμή.

Ευχαριστώ το Πανδοχείο για τη φιλοξενία στο αίθριό του –πραγματικά με ενέπνευσε…

12
Μαρ.
12

Λίζυ Τσιριμώκου – Εσωτερική ταχύτητα. Δοκίμια για τη λογοτεχνία

Η αυτοκτονία αποτελεί αναντίλεκτα έναν από τους πιο ενδιαφέροντες τόπους στην ευρεία περιοχή της λογοτεχνικής θανατογραφίας. Δεν υπάρχει λογοτεχνική παράδοση, μικρή ή μεγάλη, που να μη διαθέτει αυτοκτονολογικά κείμενα, ενώ η σύγχρονη συστηματική της προσέγγιση από ψυχαναλυτική, κοινωνιολογική και θεματολογική σκοπιά, αλλά και από την ιστορία των ιδεών, έχει διαμορφώσει ιδιαίτερη ερευνητική περιοχή, την αυτοκτονολογία [suicidology, suicidologie]. Η συγγραφέας – θεωρητικός της λογοτεχνίας βέβαια ενδιαφέρεται για την αυτοκτονία ως λογοτεχνικό μοτίβο, για την διάθλασή της αυτοκαταστροφικής χειρονομίας στα λογοτεχνικά κείμενα. Έτσι στο Φάσμα της αυτοχειρίας επιχειρείται ένα σύντομο διάγραμμα της νεοελληνικής λογοτεχνικής της «πορείας», από την θεωρητική συνηγορία της αυτοκτονίας από τον Κάλβο και το σημάδι της στις απαρχές του νεοελληνικού μυθιστορήματος με τον Λέανδρο το Π. Σούτσου μέχρι την τριανδρία του νεοελληνικού διηγήματος, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη και Μητσάκη. Το μελέτημα εστιάζει ακριβώς στα αντίστοιχα κείμενά τους, στις Συνέπειες της παλαιάς ιστορίας, στον Αυτοκτόνο και τον Αυτόχειρα, αλλά και στην φυσική απόληξή τους, το ποιητικό αφήγημα του Ρώμου Φιλύρα, Ο θεατρίνος της ζωής.

Μεταξύ χαράς και πένθους εξετάζεται ένα κείμενο του Μιχαήλ Μητσάκη, μια από τις ελάχιστες επιτάφιες ελεγειακές σελίδες του κατεξοχήν εραστή της πολύβουης καθημερινής κίνησης, σε συνομιλία με Το νεκροταφείο των Αθηνών του Δημητρίου Βικέλα και Το παράπονο του νεκροθάπτου του Εμμανουήλ Ροΐδη. Υπό την συκήν λοιπόν γινόμαστε μάρτυρες μιας σπάνιας συνύπαρξης, σ’ έναν απόμερο ναΐσκο, σφηνωμένο στο βράχο του Λυκαβηττού, στις παρυφές της λαϊκής συνοικίας της Νεάπολης: στην ίδια επιτάφια στήλη γειτνιάζουν το ονοματεπώνυμο της νεκρής γραίας του μνήματος κι εκείνα των οκτώ ζωντανών κορασίδων που τα συμπλήρωσαν με μολυβδοκόνδυλο μαζί με την δέσμευση για την άκρα μέχρι τάφου φιλία τους. Ένα βήμα πιο κάτω, μας περιμένει η Νεκρομαντική τέχνη, εδώ η επιτάφια καβαφική ποίηση, ενώ λίγο πριν, το πιστόλι και το δηλητήριο ερευνά την αρσενική και «θηλυκή» αυτοχειρία, όπως αποτυπώνονται στον Βέρθερο του Γκαίτε και στην Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.

…μέναμε κολλητά σχεδόν στη Βαγγελίστρα, από την πίσω φυσικά μεριά. Ένας χωματένιος δρόμος χώριζε την κουζίνα μας από τα μνήματα. Όταν κουραζόμουνα από το παιχνίδι, πηδούσα τη μάντρα κι ώρες ολόκληρες στεκόμουν αμίλητος πλάι σε γυναίκες που έκλαιγαν δικούς τους, μπροστά σε μαύρα, άσπρα ή γκρίζα κάγκελα. Το χρώμα έδειχνε την ηλικία, που σπάνια ήταν γραμμένη στο σταυρό. Στη δική μας μεριά δεν υπήρχαν μνήματα χτισμένα, από πέτρα ή μάρμαρο γράφει ο Δημήτρης Μαρωνίτης κι ένα άλλο τριμερές σώμα κειμένων αφορά την πόλη και την διάθλασή της σε κείμενα, θέμα για το οποίο η γράφουσα διατηρεί μια «ευαισθησία»: Λογοτεχνία της πόλης/Πόλεις της λογοτεχνίας. Στα Παράθυρα στον μέσα χώρο τα γραπτά του Δ.Μ. [από την αντιστασιακή Συνέχεια του Κέδρου και αλλού] που εστιάζουν σε μια αλλοτινή Θεσσαλονίκη χωρίς ίχνος ρηχής νοσταλγίας και γλυκερής αισθηματολογίας ενεργοποιούν ξανά το ερώτημα τι είναι λογοτεχνία, δηλαδή τέχνη του λόγου, και τι όχι, ποια είναι τα όρια του στοχαστικού ή δοκιμιακού λόγου και ποια τα αντίστοιχα του δημιουργικού ή λογοτεχνημένου λόγου.

Ένας σύντομος Αναγνωστικός περίπατος στην πόλη ξεκινά με τις συμβουλές του μανιακού περιπατητή/flâneur και λάτρη των εφευρετικών διαδρομών της πόλης, Georges Perec και καταλήγει στον Ν.Γ. Πεντζίκη, γνήσιο απόγονο της ευφάνταστης ταξιθεσίας ενός Καισάριου Δαπόντε. Ακούγεται και γράφεται συχνά ότι η κάθε πόλη είναι ένα μυθιστόρημα, λογοτεχνικό γένος άλλωστε αδιανόητο χωρίς την ύπαρξη των πόλεων, που αντικατέστησαν το συλλογικό ακρόαμα (π.χ. το παραμύθι) με την πράξη της μοναχικής ανάγνωσης. Η εγγραφή της Αθήνας στο σώμα της ελληνικής αστικής λογοτεχνίας υπήρξε μονοπωλιακή, όπως ακριβώς και με το Παρίσι ή το Λονδίνο στις αντίστοιχες κουλτούρες, μέχρι τον 20ό αιώνα, οπότε και διακρίθηκε η ευκρινής οντότητα της Θεσσαλονίκης στην λογοτεχνική παραγωγή, της μόνης άλλωστε πόλης που συνέδεσε το όνομά της με διακριτό λογοτεχνικό ρεύμα, την περιλάλητη μεσοπολεμική «Σχολή Θεσσαλονίκης».

Στο επίκεντρο της θεματικής ενότητας «Μυθοπλασία και ιστορία» τίθεται ο Άρης Αλεξάνδρου, με τρία επιμέρους κείμενα: Δρόμοι σημείων αδιέξοδοι. Η καφκική ηχώ στο περιφερόμενο Κιβώτιο, Το τελευταίο τσιγάρο και Ο συνήθης ύποπτος. Το τελευταίο εξετάζει την πρόσληψη του έργου του από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, που αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια στον πολλαπλώς αιρετικό και αποσυνάγωγο συναγωνιστή του, εστιάζοντας καταρχήν στο ποιητικό του τοπίο, άρα και αναδεικνύοντας την ποιητική του παραγωγή, που επισκιάστηκε από την κεραυνοβολία του Κιβωτίου· μια ποίηση που στοιχειοθετεί μια ιδιότυπη συνέχεια της καβαφικής και σεφερικής «ποιητικής πεζότητας»: μόνο πρόσεξε μην κλάψεις/ όπως βουρκώνουμε τα μάτια των ποιητών/που έχουν έτοιμο το δάκρυ.  Η «λευκή γραφή» του Κιβωτίου, ουδέτερη και αποστεγνωμένη, εξαντλεί μια και μοναδική ιδέα: την τραγική ενοχοποίηση του επιζώντος. Ο Ραυτόπουλος υποστήριξε την άποψη της διαθλασμένης αυτοβιογραφίας που προσπαθούσε να περισώσει ό,τι μπορούσε από μια ρημαγμένη προσωπική και συλλογική ζωή σε μια αφήγηση που ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει…

Μια άλλη τριάδα μελετημάτων αφορά Όψεις του Καρυωτακικού λυρισμού (δυο εκ των οποίων αγγίζουν και την λυρική μουσολογία και ποιητική αλχημεία του αυτόχειρα ποιητή και του Μπωντλαίρ) και ιδού ορισμένοι από τους υπόλοιπους τίτλους: Ιστορία λογοτεχνίας και ιστορική ποιητική, Πολυπολιτισμικές σπουδές και συγκριτική γραμματολογία στη στροφή του αιώνα, Δημόσιες βιβλιοσυστάσεις, Μικρά συγκριτολογικά, κ.ά. Αντί επιλόγου, ένα πυκνότατο κείμενο για το μέλλον της μνήμης: την αυτοβιογραφία και το απομνημόνευμα. Ακριβώς τη μνήμη μας έχει νωρίτερα ξεσηκώσει και το σύντομο μελέτημα Το παιχνίδι στη λογοτεχνία / η λογοτεχνία ως παιχνίδι. H παρούσα συστέγαση μικρών και μεγάλων μελετημάτων εικοσαετούς πανεπιστημιακής θητείας προσφέρει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ευρεία θεματολογία αλλά και μας ωθεί, ως οφείλει κάθε σχετικό σώμα μελετών, να αναζητήσουμε οι ίδιοι τα κείμενα και να τα διαβάσουμε με νέα ματιά.

Εκδ. Άγρα, 2000, σελ. 433, με ευρετήριο κύριων ονομάτων.

Στις φωτογραφίες: Μιχαήλ Μητσάκης, Ζωρζ Περέκ, Άρης Αλεξάνδρου και Καίτη Δρόσου, Κώστας Καρυωτάκης. 

11
Μαρ.
12

Τα τραγούδια της κηδείας μου

Θα συμβεί αύριο

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr [Ιούνιος 2006]

Έχω δει τόσες πολλές μεταθανάτιες τελετές σε κινηματογραφικές ταινίες, που σχεδόν δοκίμασα να την βιώσω ισάριθμες φορές. Είναι όμορφος ο θάνατος στο πανί, σκεφτόμουν, (κυρίως επειδή μετά ανάβουν τα φώτα κι επιστρέφεις στην προκινηματογραφική σου ζωή), και θα είχα τον καιρό να τον σχεδιάσω είτε να βρίσκομαι πίσω από αυτό, είτε τουλάχιστον στις σελίδες ενός βιβλίου. Μπαίνοντας στον πειρασμό να τις θυμηθώ όλες, με άλλον πρωταγωνιστή, στέκομαι στην αγαπημένη μου: στην αρχή της ταινίας του Τρυφώ, Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες (1977). Η κάμερα οριζοντιώνεται στο έδαφος, στο ίδιο ύψος με τόσες όμορφες γαμπούλες ολόγυρα, γουργουρίζουσες μικρά θρηνάκια.

Αν και φύσει αισιόδοξος, είμαι σχεδόν βέβαιος πως στην οριακότερη των οριακών στιγμών, το μυαλό μου θα διατρέξει ταχύτατα όσα δεν γεύτηκε, δοκίμασε, χόρτασε – εκείνα που δεν χάρηκε, κοινώς πάντα τα απραγματοποίητα και άζηστα· πως οι ματαιώσεις και οι διαψεύσεις θα υπερτερήσουν όλων. Ευτυχώς θα κονταροχτυπηθούν ακόμα και την ύστατη ώρα με τις άλλες κορυφαίες στιγμές. Νομίζω η μάχη θα είναι σκληρότατη.

Το Θα συμβεί αύριο ήταν τίτλος της πιο αισιόδοξης ταινίας που μπορώ να θυμηθώ: Domani accandra, Daniele Lucchetti, 1985. Με τον Nanni Moretti ηθοποιό, με τον Nicola Piovani μουσικό. Είναι επίσης η κλασική μου επωδός – επίκληση και ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του συνθέτη της, το Giorni Briganti, σ’ ένα αλησμόνητο πλάνο. Και παραδόξως, τα λευκοντυμένα παιδάκια που ζούσαν στην ευτυχισμένη κοινωνία τρώγοντας τις καλύτερες σοκολάτες, έδιναν μια παράξενα θανατηφόρα αίσθηση στο τραγούδι.

Οι τελευταίες Δώδεκα Σκέψεις μου ζευγαρωμένες με συνταιριάζοντα τραγούδια, θα είναι…

1. Για τους λάθος δρόμους.

The Go-Betweens – The wrong road [The liberty belle and the black diamond express LP].

Όταν η βροχή χτυπάει τη στέγη, με τον ήχο ενός φιλιού που μόλις τέλειωσε, όπως ένα χείλος σηκώνεται από χείλος, έτσι πήρα τον λάθος δρόμο… Χίλια συγκροτήματα αγάπησα, με λίγα ένοιωσα φίλος, με αυτούς εδώ από την πρώτη στιγμή. Οι εκφράσεις τους (εντελώς εμφανείς στα τραγούδια τους) μου θύμιζαν τις δικές μου: να γελάω στις σκληρές στιγμές και να είμαι ανέκφραστος στις ευτυχείς. Αλλά τέσσερα πέντε λάθος μονοπάτια να σου καθορίσουν τη ζωή; Αν γνώριζα… Άλλο ήθελα να σπουδάσω άλλο σπούδασα, άλλο ήθελα να κάνω για να ζω άλλα έκανα, η μία λάθος επιλογή έφερνε την άλλη. Ποτέ δε μπόρεσα να συμβιβαστώ με το «κάθε λάθος για καλό», γελούσα μ’ εκείνους που ισχυρίζονταν πως αγαπούν τα λάθη τους, εγώ ήθελα να τα γαζώσω.

What was that phrase / «Grace under pressure»? Αλλά τουλάχιστο μπόρεσα να βιώσω ένα τέτοιο τραγούδι, όσο μόνος ένας ομοιοπαθής… In the disjointed breaking light / The soft blue approach of the water / Makes a sound you won’t forget / I took the wrong road round… Φυλάξτε το τελευταίο αυτό βαλς για μένα, κι όταν φύγω παρακαλώ όταν ακούγονται τα έγχορδα αφιερώστε μια σκέψη σ’ εμένα…

2. Για τα προσωπικά μου παραμυθιάσματα.

Plasticland – Magic Rocking Horse [Color Appreciation LP].

Γι’ αυτά έζησα και ένοιωθα πως αξίζει η ζωή μου, ακόμα και περιμένοντάς τα, ακόμα και ως άπιαστες πεταλούδες. Όταν ο κόσμος τριγύρω μου με έκανε να αισθάνομαι μόνος. Δύο- τρεις τέχνες, μια – δυο δημιουργίες, ένα μπουκέτο φαντασιώσεις, κάποια ταξίδια. When the world begins to make me feel so lonely…

Όλη αυτή η ανικανοποίητη αίσθηση πως δεν έζησα την ψυχεδελική εποχή της εξύμνησης της ζωής, της οργιαστικής νεότητας, της συμφιλίωσης με την φύση, της αισιοδοξίας για καλύτερους κόσμους και καλύτερους εαυτούς, του έρωτα όπως θα έπρεπε να είναι (φυσικός, ελεύθερος, κοινός), των πολύχρωμων ρούχων, της διεύρυνσης του μυαλού και της άνοιξης της καρδιάς, των καλοκαιριών της αγάπης και των χειμώνων της ειρήνης…πώς θα μπορούσε να καταλαγιαστεί, πέρα από την ίδια την ψυχεδελική της μουσική, αυθεντική ή αναβιωθείσα;

3. Για τις Ιστορίες που δε μάθαμε.

The Astronauts – The Semaphore Men [Τhe seedy side of Astronauts LP].

Σε ποια Ιστορία γράφομαι; Χωρίς να μπορέσω ποτέ να το εξηγήσω, απέκτησα μια εμμονή με την Ιστορία. Την σπούδασα, την μελέτησα, την αμφισβήτησα, την αρνήθηκα, την βασάνισα και με βασάνισε. Κανείς δε μου είχε μιλήσει για την ασέληγηση του σώματός της, για την διαστρέβλωσή της ουσίας της, για την υποκειμενικότητα της γραφής της.

Τα ίδια και στην Μουσική Μικροϊστορία. Για χρόνια οι Αστροναύτες δεν αναφέρονταν σε καμιά ιστοσελίδα, σε καμία από τις (άχρηστες συνεπώς) διαδικτυακές εγκυκλοπαίδειες. Ακόμα και σήμερα οι αναφορές είναι ισχνές. Σα να μην σχηματίστηκαν ποτέ, σαν να τους άκουσα όνειρο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρξαν; Ότι η Ιστορία τους ξέβρασε, τους απέβαλε ως ξένο σώμα; Αλλά εγώ θυμάμαι έξι δίσκους (με αυτό το δωδεκάλεπτο μεταβιομηχανικό τεχνορόκ στον τέταρτο) όπου έδιναν τα πολλαπλά της κάτοπτρα, όσα και οι μυριάδες ζωές των ή οι θεάσεις τους. Σε ποια Ιστορία ποιών ανθρώπων θα γραφτούν και σε ποια Ιστορία αναφέρονται εδώ όταν ψελλίζουν ένα Distort History; To κομμάτι διασώζεται εδώ, το περί ου ο λόγος μέρος από το 5.39.

4. Για τις πλανητικές μου διαχύσεις.

Τhe Vietnam Veterans – Everywhere’s my nation [Ancient times LP, Green peas Live LP].

Θα μου λείψουν οι στιγμές που νοιώθεις πως γίνεσαι ρευστός οργανισμός και αισθάνεσαι υπερίπτασαι στα ύψη ή διαχέεσαι στα πλάτη. Αίσθηση που μου δημιούργησαν μόνο οι οργασμοί, η μέθη, κάποιες ραδιοφωνικές μου εκπομπές, και ορισμένες μουσικές, όπως της αγαπημένης μου νεοψυχεδελικής μπάντας, που προσέθετε και μια αίσθηση μοιράσματος με πλάνητες απανταχού του πλανητικού χωριού. Δε μπορώ να σου πω πού είναι το σπίτι μου, ούτε καν πού γεννήθηκα, είμαι ένας ξένος, γιατί το παντού είναι το έθνος μου.

Ενθύμηση: Με κάποιο τρόπο έμαθα πως στο προαναφερθέν live όλοι ήταν βαθιά λυπημένοι, καθότι ο γιος του Lucas Trouble, εκείνου του απίστευτου κημπορντίστα είχε πέσει σε κώμα – όλοι τους όμως βρίσκονταν μακριά του και το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να συνεχίσουν να παίζουν. Εκείνο το βράδυ η μπάντα έπαιξε όπως καμία άλλη φορά, σχεδόν κάθε κομμάτι απλωνόταν στο άπειρο, για να αποτελέσει επίκληση στους θεούς που εφημέρευαν. Όσο διαρκούσε η συναυλία, εκείνοι έπαιζαν ενάντια στην αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Όταν τελείωσε έμαθαν τα αποτελέσματα της κοσμικής τους επίκλησης.

5. Για την λύπη.

Damon and Naomi – Mirror Phase [Damon and Naomi with Ghost LP].

Τίποτα, μόνο άφεμα, σαν σε πλοίο. Να γινόταν να αδειάσει το μυαλό, να μην σε χτυπάει τίποτα. Το βάλσαμό μου.

6. Για την αίσθηση πως βλέπεις πράγματα που δε βλέπουν οι άλλοι.

Marshmallow Overcoat – Something about the sun [Inner mystique LP].

Μια μεγάλη ειρωνεία ήταν πως πάντα άκουγα και απολάμβανα μόνος κι έρημος την υποτιθέμενη κοινοτική μουσική, την ψυχεδελική. Οι ίδιοι οι προμηθευτές μου ήταν ακόμα μοναχικότεροι. Όμως έβλεπα τις εικόνες που ήθελα και ευχαρίστως να τις ξαναζούσα τώρα, αν αυτό δεν ήταν το αφιέρωμα του τέλους του χρόνου μου. Μια φωνή σαν μετεμψυχωμένος Morrison μου τραγουδά: Ξέρεις μερικές φορές, όταν είμαι πολύ πολύ μόνος, υπάρχει κάτι παράξενο σχετικά με τον ήλιο, είναι η ξεχωριστή μου φίλη…

7. Για την αβάσταχτη ομορφιά της αποτυχίας.

(Τhe Mighty) Wah!- The story of the blues part 1 [A word to the wise guy LP].

Υπήρξα ανέκαθεν υπερβολικός, εκδηλωτικός, απαιτητικός, εκλεκτικός, γκρινιάρης. Ακριβώς ο χαρακτήρας που έβγαζε στα τραγούδια του ο – αυτός τουλάχιστον είχε μία διέξοδο (γκρίνια πάλι!) – Pete Wylie. Αιωνίως φωνακλάς και κατά βάση άσημος, ο πιο αδικημένος ροκ σταρ της ιστορίας του σύγχρονου ροκ εντ ρολλ έβγαλε υπέροχα τραγούδια που δεν έφτασαν στα αυτιά των πολλών – κι όταν το άφηνε κατά μέρος, γυάλιζε κομψοτεχνήματα σαν και τούτο. Δε σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί, δεν πήρε ποτέ ό,τι άξιζε. Πάντα με κέρδιζαν οι ελάσσονες ήρωες της άγνωστης σε εμάς πραγματικότητας. Οι δημιουργοί που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί, οι δόξες που κατέληξαν στα γήπεδα της τρίτης εθνικής, οι αυτοκράτορες που εξορίστηκαν. Πρώτα σου παίρνουν την υπερηφάνειά σου, την γυρνάνε μέσα έξω, και μετά συνειδητοποιείς πώς δεν έχεις τίποτα πια ούτε για χάσιμο…

8. Για έναν ρομαντισμό που δεν εξέφρασα παρά σπάνια.

Cocteau Twins – Musette and drums [Head over heels LP], How to bring a blush to the snow [Victorialand LP].

Η ομορφότερη μουσική που άκουσα ποτέ, που κατέβαινα σε αρχαία ερείπια για να την ακούσω, που μου έδινε την πιο ιδεατή εικόνα του έρωτα. Οι Cocteau Twins, το οριακό και οριστικό συγκρότημα της ζωής μου, είναι ασύμβατοι μ’ αυτές τις σελίδες. Είναι γενικώς ασύμβατοι με τις λέξεις, υπεράνω λεκτικής περιγραφής. Τώρα συνειδητοποιώ πως την ίδια αίσθηση είχαν κι εκείνοι για τα τραγούδια τους: ήταν αδύνατο να έχουν πάντα στίχους, γι’ αυτό και προτιμούσαν τους γλωσσικούς ήχους.

9. Για τις στιγμές των φόβων.

John Cale – Fear Is The Man’s Best Friend [Vintage Violence LP].

Ορισμένοι ισχυρίζονται πως σώθηκε η ζωή τους χάρη στο διάβασμα μερικών καθοριστικών σελίδων. Εμένα μου άρκεσαν ένα μάτσο φράσεις του John Cale για να αισθανθώ πως αμφιβάλλουν ή φοβούνται και άλλοι εξίσου μ’ εμένα. Όπως εκείνη στο Gideon’s bible: Holding up … to things that don’t exist… Σε μια εποχή που οι ροκ εντ ρολλ ήρωες διατυμπάνιζαν τα ανδραγαθήματά τους, εκείνος ξεγυμνωνόταν από κάθε ηρωική του εικόνα. Και δε σταμάτησε να μιλάει για αντιφάσεις, αδυναμίες, φόβους. Πολεμώντας τους στα ίσια με ορισμένα λόγια. Και κονταροχτυπιέται ακόμα, με ισόπαλο αποτέλεσμα. Δε περίμενα να μου στείλει στεφάνι… ή είναι κι αυτό ευσεβής πόθος; You know it makes sense, don’t even think about it / Life and death are just things you do when you’re bored … / Say, fear is the man’s best friend…

10. Για μια απορία που δε λύθηκε ποτέ.

Tuxedomoon – The cage [Short Stories EP]

Πώς είναι δυνατό τα μέρη που εφευρέθηκαν για να γνωρίζονται οι άνθρωποι, να είναι μέρη που αισθάνεσαι μοναχικότερος από οπουδήποτε; Έμαθε λοιπόν να κρατά το τσιγάρο και ποτό στο ένα χέρι, αλλά δεν φαίνεται να τα καταφέρνει, όλοι είναι τελικά τόσο ηλίθιοι, αλλά δεν ξεχνάει το φεγγάρι έξω κι όλα τα αστέρια ψηλά. Bars…

11. Για τότε που ένοιωθα εύθραυστος.

Robyn Hitchcock – Glass [Fegmania LP].

Glass is all we’ re really made of / glass is all we’ll ever be… Μυριάδες τέτοιοι ήρωες της δικής τους πραγματικότητας ήταν όλοι οι χαρακτήρες των τραγουδιών του Ρόμπυν. Στη σπάνια περίπτωση που τραγούδησε για τον εαυτό του, έγινε διάφανος μια για πάντα. Είτε κρεμόμαστε από μια κλωστή, είτε σπάμε με το παραμικρό, είτε κολυμπάμε σε θάλασσες πανικού, είτε κρυβόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Glass protects you but glass can shatter / hear the sirens, hear the screams / in the end of, nothing matters cause / no one else can see your dreams.

12. Για τις αβύσσους των ερωτισμών.

Δέσμιος ορισμένων ανομολόγητων φετίχ και ερωτικών φαντασιών που πανομόρφυναν τον βίο, φαντασιακά ή πραγματικά. Ενίοτε διασταυρώθηκαν σε στίχους ημίφωτους κι ημιθανείς: Mark and Mambas – To catch a fallen star [Torment and torreros LP]. Sparks – More than a sex machine [Balls LP]. Winston Tong – Reports from the heart [Theoretically Chinese LP]. Pain and pleasure twisted by / contradicted body and mind. // But I’m much more than thins/more than a sex machine!

Υπάρχει κάποια επικότητα και μία αίσθηση δραματικού τέλους σε κομμάτια όπως το My Way, το Heroes και το All tomorrows parties. Tα άκουγα κι εγώ στο χείλος του γκρεμού κάποτε, ή απλά του μπαλκονιού μου. Αλλά δεν τα διαλέγω. Γιατί ήταν πολλά αυτά που δεν έγιναν με τον τρόπο μου, υπήρξαν φορές που ένοιωσα ήρωας αλλά ήταν ελάχιστες, και καμία σύναξη ομόψυχων δεν με ικανοποίησε ποτέ – τα πάρτυ του αύριο ήταν μια απάτη. Τίποτα δεν καλυτέρευσε ποτέ.

Η τελευταία ερώτηση θα ήταν από και προς κάποιον που γνώρισε πολλές περισσότερες «περιφορές», σύρθηκε στη γη και στα εξώφυλλά του, μου άνοιξε το μυαλό του και σχεδόν πήγα να πνιγώ εκεί μέσα. Τον Ιούλιο του Χάους: Ω βασιλιά του χάους, θα αγαπήσεις το γιο σου; / το μυαλό μου αποσυνδέθηκε, και δεν είναι το μόνο… Julian Cope – O King of chaos [Fried LP].

ΥΓ. Ο υιός Trouble είναι μια χαρά. Είναι αυτός που βλέπετε τρίτος από δεξιά στην τιμητική μου φρουρά. Ακούω τη φωνή του εκδότη: Είπαμε έντεκα και εσύ μας έφερες τη μισή δισκοθήκη σου. Μας οφείλεις απ’ τα πέρατα συνομιλίες με τους αγαπημένους σου, νεκρούς μεν, πάντα ενθυμούμενους δε: Andrian Borland, Billy McKenzie, David McComb, Grant McLennan, Nikki Sudden. Κι όσους Ramones βρεις.

Προτού φύγω ας θυμηθώ μερικές χρήσιμες επιγραφές – τίτλους που σήμαιναν κάτι παραπάνω από τα υπέροχα τραγούδια που σκέπασαν… …Knowledge comes with death’s release. Tonight by your side, it’s Such a heavenly way to die. Under neon loneliness, motorcycle emptiness….

Σύμφωνοι, το Καρναβάλι τελείωσε. Άρα, να καίνε οι φλόγες! My Funeral, My Trial. Απόψε πετάμε. Κυρίες και κύριοι πλοηγούμαστε στο διάστημα. Αφήστε με τώρα, είμαι στον Έβδομο Ουρανό. Εσείς, ακούστε τα Εμβατήρια του Νικόλα Πιοβάνι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Ολόκληρο το αφιέρωμα σε έξι μέρη, αρχίζει εδώ.

Εδώ η αυθεντική εκτέλεση του Magic Rocking Horse. Εδώ η ανώτατη διασκευή των Plasticland. Το Everywhere’s my nation διαδικτυώνεται εδώ. To Semaphore Men των Astronauts σώζεται μόνο εδώ, αρχίζοντας από το 5.40 αλλά μένει ανολοκλήρωτο.

10
Μαρ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 82. Γιώργος Μπλάνας

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θα πρέπει όμως να είστε έτοιμοι να μπείτε στην κόλαση. Στα Στασιωτικά, ακολουθώντας την αρχαία παράδοση του ιάμβου, καθυβρίζω την απάνθρωπη αδυναμία του ανθρώπου να σταθεί στο ύψος του πεπρωμένου του. Ο Άνθρωπος θα αφανιστεί κάτω από την εξουσία του άλογου σύμπαντος έτσι κι αλλιώς. Και αντί ν’ αντικρίσει με θράσος και γενναιότητα αυτή τη συντριβή, κλαψουρίζει άθλια, θέτει τη δειλία του στην υπηρεσία ιδεολογημάτων, καθεστωτικών φιλοσοφιών, δουλικών επιστημών και σφαγιάζει τον Άλλον, προκειμένου να κερδίσει μερικά λεπτά αφόρητης επιβίωσης. Φοβάται για τη ζωή του και η ζωή του δεν του αξίζει. Στο τέλος την χάνει με τον χειρότερο τρόπο. Αιώνες αθλιότητας και ποταπών ιδεολογιών, που προσπαθούν να αφανίσουν την τρέλα της δημιουργίας, για να κάνουν χώρο στον βόρβορο κάθε λογής εξουσίας – καθημερινής ή ιστορικής, μικροσκοπικής ή μακροσκοπικής. Φυσικά, δεν σέβομαι ούτε τους κανόνες με τους οποίους γράφεται η ποίηση. Δεν με ενδιαφέρει επί του προκειμένου αν το υλικό μου είναι ποιητικό, αλλά αν είναι αποτελεσματικό. Είναι ένα έπος κομματιασμένο και θα ήμουν ευτυχής αν αργότερα πουν πως απέτυχα σε αυτό το έργο. Θα έχω πετύχει να αποδείξω πως έχω δίκιο για όλα όσα λέω εκεί μέσα. Έχει και η ποίηση το μερίδιό της στην αθλιότητα της Ιστορίας. Πρέπει να πληρώσει, να αποδιαρθρωθεί και ν’ αρχίσει από το τέλος της.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν έγραψα τα ποιήματα του βιβλίου Η Ζωή Κολυμπά σαν Φάλαινα Ανύποπτη πριν τη Σφαγή, αισθανόμουν πως είχα αποκοπεί βίαια από ένα μυθικό περιβάλλον, που είχε ζωτική σημασία για την ύπαρξή μου. Πήγαινα κι ερχόμουν μέσα σε μια πόλη απάνθρωπη. Όλα όσα είχα μάθει δεν άξιζαν τίποτα. Τα ποιήματα του βιβλίου προσπαθούν να καταγράψουν μια μυθολογία. Φαίνονται λυρικά αλλά δεν είναι. Είναι μάλλον σημειώσεις οντολογίας. Θυμάμαι πως όταν είχα στείλει κάποια ποιήματα -που δεν συμπεριέλαβα στη συλλογή – σε κάποιον γηραιό Έλληνα ποιητή, ο οποίος φημίζεται για τη μοχθηρία του και την εγωπάθειά του, μου είχα απαντήσει: «Μα αυτά μοιάζουν με τα δικά μου. Γιατί να χαραμίζετε τόσο τραγικό βάθος σε λυρικές μορφές;» Τον άκουσα. Ήταν τίμιος μαζί μου. Δεν τον συνάντησα ποτέ μέχρι σήμερα. Και σκέφτομαι πως ίσως η μοχθηρία και η εγωπάθεια να μην είναι παρά αυτό που βλέπει στον άλλον η μοχθηρία και η εγωπάθεια για να ανακουφιστεί. Έκτοτε έπαψα να έχω ενοχές για τη «μόλυνση» της ποίησής μου από τη φιλοσοφία.

Και το δεύτερο βιβλίο μου, Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά σου, οντολογικές σημειώσεις περιείχε – με τη μορφή ψαλμών. Μόνο που εκεί μέσα η μυθολογία μου κινδύνευε και έτρεμε, όταν προσευχόταν. Η πραγματικότητα φαινόταν να νικάει. Εξάλλου και οι πολιτικοί μου οραματισμοί κατέρρεαν.

Ίσως η Νύχτα, το τρίτο βιβλίο να ήταν μια αντίδραση, ίσως να ήταν μια έρευνα. Πρόκειται για ένα σπάραγμα έπους στο οποίο ο Descartes, εκείνη την περίφημη νύχτα πριν ανακαλύψει «τις αρχές μιας υπέρτατης επιστήμης», ονειρεύεται πως είναι ο Οδυσσέας. Προσπαθεί να επιστρέψει, αλλά έχει χαθεί μέσα σε έναν εξαρθρωμένο κόσμο, έναν κόσμο που είναι κάθε στιγμή το αντίστροφό του, έναν κόσμο τελειωτικά διαλεκτικό. Ξαφνικά επιχειρεί μια στάση φαινομενολογική, μιαν «εποχή». Και ανακαλύπτει ή νομίζει πως ανακαλύπτει την καταγωγική εμπειρία του στη φύση. Με αυτόν τον χάρτη προσπαθεί να επιστρέψει. Ο ορθός λόγος είναι φενάκη. Μόνο το σώμα και οι δεσμοί του με τη φύση και τον άλλον άνθρωπο μπορούν να έχουν σταθερότητα.

Αλλά αυτή η σταθερότητα θα αποδειχθεί εύθραυστη μπροστά στην Ιστορία. Στο  επόμενο βιβλίο, το Παράφορο! αναγκάζομαι να αναγνωρίσω την κυριαρχία της Ιστορίας επί της ψυχής, αλλά όχι και να την αποδεχθώ. Τα ιστορικά πρόσωπα που με συνεπήραν από νεαρή ηλικία, παρουσιάζονται εδώ με κάθε διάθεση να αρθρώσουν τον λόγο τους και όχι τον λόγο τής επικυρωμένης ιστορικής παρουσίας τους. Ένιωθα πως το πρόσωπό μου είχε θρυμματιστεί σαν παρωχημένο, αποσαρθρωμένο προσωπείο, ένα προσωπείο σχεδιασμένο στη βάση των επίπλαστων βεβαιοτήτων που φιλοδοξούν να ελέγξουν το πέρασμά μου από τη ζωή. Η Ιστορία είχε παγώσει στην ομαλότητα που μου επέβαλλε η εξουσία, η κάθε εξουσία. Η ζωή ακινητούσε με το κύρος του παρελθόντος: το παρόν υποδυόταν μια κλασικότητα που με καθήλωνε. Ύστερα ήρθαν τα γεγονότα της δεκαετίας του 1990 και ανέτρεψαν την κλασικότητα της ακινησίας. Ο κόσμος πρόβαλλε μπροστά μου σαν μια στιγμή στη ροή του ιστορικού γίγνεσθαι. Οι κλονισμένες ισορροπίες μου έδωσαν την ευκαιρία να αποκολλήσω τα ιστορικά προσωπεία μου από τα ιδεολογικά πλαίσια, στα οποία τα είχε στερεώσει μια όποια κυρίαρχη πολιτισμική άποψη. Και άρχισα να αναζητώ τα πρόσωπα που κρύβονταν πίσω τους. Νομίζω πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να ορίσει κανείς τα νέα χαρακτηριστικά του. Ποιος είσαι; Τι είσαι; Τι κοινό έχεις ή δεν έχεις με τους ανθρώπους που έζησαν στο παρελθόν; Χρειάζονται νέες βεβαιότητες. Ήξερα, βέβαια πως το αποτέλεσμα θα ήταν η δημιουργία νέων προσωπείων. Αλλά το προσωπείο δεν είναι αναγκαστικά πάντα μια διάψευση του προσώπου. Μπορεί να σταθεί αποφασιστικά ανθρώπινο, δηλαδή αγριωπό, χωμάτινο και τελικά απελευθερωτικό.

Η Απάντησή του, είναι μια εκτενέστερη έρευνα στην κατεύθυνση του Παράφορου! Κι άλλα ιστορικά πρόσωπα, αλλά η γλώσσα έμοιαζε κάπως αγριεμένη, οι ήρωες αγανακτισμένοι και πιο επιθετικοί απέναντι στη θέση τους σε μια παράδοση, η οποία αγνόησε τη διαφορετικότητά τους και τους μετέβαλε σε σύμβολα.

Στο Επεισόδιο θέλησα να δημιουργήσω μια μικρή τραγωδία με θέμα τη μεγάλη τραγωδία των εμφυλίων στα Βαλκάνια του τέλους του 20ου αιώνα. Τα πρόσωπα είναι πλαστά: ένας εγκληματίας πολέμου με σπουδές θεολογίας, ένας μοναχός με στρατιωτικές σπουδές, μια ερωτευμένη γυναίκα, ένας μετανάστης. Και η γλώσσα τους να τρεκλίζει ανάμεσα στη φιλοσοφία, την ποίηση, την πολιτική. Κάπου στα Βαλκάνια, εκεί όπου κανένας Descartes δεν έφτασε ποτέ.

Η προηγούμενη ποιητική σας συλλογή ήταν η Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Γιατί μια Ωδή ειδικά στο συγκεκριμένο πρόσωπο; Συνομιλείτε μαζί του; Τι είδους βίο διάγει σήμερα ανάμεσά μας εκείνος ο αγωνιστής;

Ο Καραϊσκάκης, ένα πρόσωπο «λειασμένο» από την καθεστωτική ιδεολογία που εγκαθιδρύθηκε βίαια στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1840. Αποτελεί μια μαύρη τρύπα με τεράστια βαρύτητα στην Ιστορία του λαού της Ελλάδας. Υπήρξε αυτονομιστής μέχρι τέλους. Σιχαινόταν την κεντρική διοίκηση και αδιαφορούσε για τις εντολές της. Δεν είμαι βέβαιος αν είχε συνειδητοποιήσει το γεγονός πως η ιδέα μιας κεντρικής διοίκησης ήταν ένας ελιγμός για τη δημιουργία μιας αποικίας.  Ωστόσο εξέφρασε μια δυναμική την οποία σήμερα θεωρούμε καταστροφική για τη χώρα, τη δυναμική της αυθαιρεσίας. Η αυθαιρεσία δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή. Εξαρτάται από το ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον. Όταν περιστέλλουν στοιχειώδεις ελευθερίες σου, όταν σε πλήττουν στον πυρήνα της ύπαρξής σου, θα αυθαιρετήσεις. Σήμερα, η αυτονομιστική γραμμή του Καραϊσκάκη –καίτοι δεν είχε την μόρφωση ούτε του Saint Just ούτε του Hébert ώστε να την καταθέσει θεωρητικά- βρίσκεται ζωντανή μέσα στις αντιεξουσιαστικές τάσεις, οι οποίες ερωτοτροπούν με τον κοινοτικό τρόπο ζωής. Ο Καραϊσκάκης είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος ζωντανό, το ίχνος ενός ιδιάζοντος πολιτικού και πολιτισμικού συμβάντος. Γι’ αυτό και η Ωδή ακολουθεί βορτιστική τακτική. Ο ποιητικός βορτισμός –γιατί υπήρξε και ζωγραφικός και γλυπτικός- που είναι δημιούργημα του Ezra Pound, θεωρεί πως στην αρχή κάθε ποιητικής δημιουργίας βρίσκεται η συγκίνηση, όπως ακριβώς την ορίζει η ψυχολογία: μια κατάσταση διέγερσης που χαρακτηρίζεται από υποκειμενικά αισθήματα, συνοδεύεται συχνά από φυσιολογικές μεταβολές και παρακινεί το υποκείμενο σε δράση. Κάθε έντονη συγκίνηση διαμορφώνει ένα θεμελιώδες διανοητικό σχήμα, μια πνευματική δομική μονάδα, η επανάληψη της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε μιαν εικόνα, υπό την έννοια ενός περίπλοκου συστήματος μορφών. Η βορτιστική «εικόνα» πλάθεται από τη συστηματική επανάληψη ενός θεμελιώδους πνευματικού στοιχείου, όμως το ποίημα δεν στηρίζεται στην παράθεση εικόνων με βάση την αναπτυσσόμενη συλλογιστική, όπου το πάθος διακοσμεί κατά κάποιον τρόπο την ανάπτυξη των ιδεών, αλλά στην ανάπτυξη εικόνων που γεννούν η μία την άλλη, ξεκινώντας από το πάντα απλησίαστο θεμελιώδες πνευματικό στοιχείο. Κατά βάση, η κίνηση των εικόνων προέρχεται από την ένταση των λέξεων, δεδομένου ότι οι λέξεις δεν είναι ερείπια μιας ψυχικής αρχαιότητας, που πρέπει να ανασκαφούν βαθύτερα, αλλά αρχαίες οντότητες που οικοδομούν συνεχώς κόσμους. Η αρχαιότητά τους είναι μία από τις μορφές που δημιουργούν, προκειμένου να χτίσουν τις προοπτικές τους. Η ηρωική προσωπικότητα του Καραϊσκάκη είναι μια δίνη που κινητοποιεί το παρόν, ανασυντάσσοντας τα γειωμένα στοιχεία του. Πράγματα που φαινομενικά δεν έχουν σχέση μεταξύ τους  συνδέονται και πυροδοτούν μια σύγχρονη δυναμική. Ολόκληρη η Ιστορία είτε είναι πάντα παρούσα είτε είναι αχρείο ιδεολόγημα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Θα ήταν κοινοτοπία να πω πως οι ιδέες με παγιδεύουν. Αλλά πραγματικά αυτό συμβαίνει, υπό την έννοια πως οι ποιητικές ιδέες παρουσιάζονται μπροστά μου ακαριαία. Φυσικά, μιλάμε για κάποιες ασυνείδητες διεργασίες που ξεπηδούν με την πρώτη ευκαιρία – παντού και πάντα. Τις αρπάζω και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι γιατί εμφανίστηκαν αυτήν ακριβώς την στιγμή, σε αυτές τις συνθήκες. Η σύνδεσή τους με την κατάσταση που βιώνω θα τους δώσει την πρώτη μορφή. Συμβαίνει κάποτε να βιώνω μια κατάσταση και ξαφνικά είτε δεν ικανοποιούμαι με το βίωμα είτε εμφανίζεται μια διαφορετική όψη του. Αν δεν ικανοποιούμαι, προσπαθώ να βρω εκείνα τα λόγια που αποκαλύπτουν την αλήθεια του βιώματος. Υποθέτω πως υπάρχει πάντα μια αλήθεια σε κάθε βίωμα. Αλλιώς δεν θα ήταν βίωμά μας, αλλά βίωμα κάποιου άλλου. Αν αυτή η αλήθεια αναδυθεί πριν προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε πάει καλά. Από εκείνη την στιγμή και έπειτα, η αλήθεια πρέπει να ρυθμοποιηθεί, να μυθοποιηθεί και να κινητοποιήσει το βίωμα. Θέλω να πω πως το έργο τέχνης, που είναι το ποίημα, πρέπει να διαθέτει την σφαιρικότητα μιας ρυθμικής ενότητας (που δεν είναι απαραίτητα ζήτημα σταθερής επανάληψης τονισμένων-άτονων συλλαβών), να έχει ενσωματώσει έναν μυθικό χρόνο και χώρο (υπό την έννοια πως κάποιος κάπου κάτι λέει συγκεκριμένα) και να απευθύνεται στον αναγνώστη με τη δύναμη του λόγου που τον αφορά άμεσα. Επειδή η ποίηση αποτελεί στοιχειακή μορφή επικοινωνίας ή τουλάχιστον στηρίζεται σε μια στοιχειακή μορφή επικοινωνίας, πριν απ’ όλα είναι κάτι που το λέει κάποιος, με τρόπο συμπαγή και ολοκληρωμένο, σε κάποιον που ενδιαφέρεται για τα λεγόμενα. Τα υπόλοιπα ανήκουν στη δύναμη με την οποία το σκοτάδι αναδεύεται στα σκοτάδια της ψυχής του ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Εργάζομαι πάντα με συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος αποτελείται από ένα πολύ γενικό σχέδιο, που εντός του τα πάντα είναι περιστασιακά. Όταν μου παρουσιαστεί μια ιδέα ποιητική, αναδύεται αυτόματα η δυνατότητα ύπαρξης ενός ποιήματος. Έχω την καρδιά του, που μπορεί να είναι η αρχή ή το τέλος. Αρχικά θα πρέπει να το σχεδιάσω πρόχειρα. Έπειτα θα πρέπει να σκεφτώ τον τρόπου ή τους τρόπους με τους οποίους αυτό που θέλω να γράψω με αφορά, γιατί καταπιάστηκα με αυτό, γιατί αυτή η ιδέα μου ανήκει, αφού δεν την επεξεργάστηκα συνειδητά. Αυτή η ενδοσκόπηση θα μου δώσει το υπόλοιπο υλικό του ποιήματος. Στη συνέχεια και αφού καταγράψω το υλικό που μου φαίνεται ενδιαφέρον, έχω μπροστά μου ένα πιθανό ποίημα. Θα επανέρχομαι για αρκετό καιρό σε αυτό και θα το στρογγυλεύω. Όλα αυτά τα στάδια μπορούν να ολοκληρωθούν με ενέργειες μεθοδικές ή τυχαίες – κατά κύριο λόγο τυχαίες. Σκέπτομαι το ποίημα συχνά, κάνοντας άλλες δουλειές. Οι τυχαίες και οι ασυνείδητες διαδικασίες έχουν για μένα μεγάλη σημασία· αλλά, αφού ολοκληρώσουν το έργο τους, γίνομαι πολύ αυστηρός κριτής – ίσως περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Είναι κάτι που το έμαθα από τους αρχαίους λυρικούς και τραγικούς και δεν μπορώ να ξεφύγω – δεν θέλω ίσως να ξεφύγω.

Όταν γράφω λειτουργεί μόνο η αίσθηση της όρασης. Ακόμα και αν υπάρχει μουσική, δεν την ακούω. Ακούω όμως όλες τις άλλες ώρες μουσική.

Οι μουσικές προτιμήσεις μου: το λαϊκό και το δημοτικό τραγούδι, η alternative και experimental μουσική, Meredith Monk ας πούμε ή  Calexico ή Tom Waits και ο Handel, ο Zelenka, ο Poulenc, ο Satie, ο Cesar Frank, o Shostakovich, ο Glass, ο Cage,  ο Nyman, ο Reich…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού. Κάθε ποίημα σε πολύ διαφορετικά μέρη, με πολύ διαφορετική γραφική ύλη.

Ερημικές παραλίες, δάση, σαλόνια, υπνοδωμάτια, καφενεία, κεφαλόβρυσα χωριών, νοσοκομεία, αποθήκες, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία… είναι μερικά από τα μέρη που μπορώ να θυμηθώ.

Ποια είναι η θέση της ποίησης σε τόσο δυσμενείς συνθήκες ζωής όπως οι σημερινές;

Νομίζω πως όλες οι συνθήκες ζωής, σε όλες τις ιστορικές περιόδους είναι δυσμενείς. Η ζωή είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στο άτομο και το σύνολο, ανάμεσα στις ομάδες, ανάμεσα στην ψυχή και την Ιστορία. Η ποίηση έπαιζε πάντα πολλούς ρόλους, έπαιρνε πολλές και πολύ διαφορετικές θέσεις – μέσα στην ίδια ιστορική περίοδο εννοώ. Έχει υπηρετήσει πολλούς τυράννους και έχει παρηγορήσει πολλές ψυχές. Ακόμα έχει εμπνεύσει επαναστάτες. Σήμερα νομίζω πως η θέση της είναι δίπλα στο άτομο που βιώνει την άνοδο των κοινωνιών του ελέγχου και δεν θέλει να αποδεχθεί τις ηγεμονικές απόψεις για την βελτίωση της ζωής του και της ζωής τού συνόλου. Η ποίηση μπορεί να ισχυροποιήσει την μέριμνα για τον εαυτό – που έλεγε κι ο Foucault. Γι’ αυτό βρίσκω υπέροχο το γεγονός πως όλοι προσπαθούν να γράφουν ποίηση: βελτιώνουν τον λόγο και την σκέψη τους. Όσοι «φρίττουν» με την «ανίερη» συνήθεια καθενός να θέλει να είναι ποιητής, κάνουν θεολογία. Και όταν η ποίηση γίνεται θεολογία, η θεολογία γίνεται πολιτική (ολιγαρχική). Αυτή η περίφημη ρήση πως τάχα δεν μπορεί να γραφεί ποίηση μετά τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης δεν είναι αληθής –άλλωστε ο Γερμανός ιδιοκτήτης της την πήρε πίσω- αλλά λέει πολλά άλλα πράγματα. Λέει, ας πούμε, πως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορεί να γραφεί ποίηση με τις ίδιες προϋποθέσεις που γραφόταν πριν. Το ποίημα δεν είναι πια μόνο μια μορφή συναισθηματικής χρήσης της γλώσσας -έστω και «supreme»- αλλά μια μορφή ευθύνης απέναντι στην ύπαρξη. Το ποίημα πρέπει να προσφέρει μιαν αλήθεια. Δεν μπορεί να κρύβεται πια στο καβούκι της αισθητικής. Η αισθητική σήμερα είναι θεολογία. Είναι η πολιτική του θεοποιημένου εμπορεύματος. Το έργο τέχνης δεν είναι ωραίο, είναι κεραυνοβόλο, συγκλονιστικό και χίλια δυο ακόμα, αλλά όχι ωραίο. Ωραία είναι τα προϊόντα, οι διαφημίσεις…

Η πεζογραφία σας αφήνει αδιάφορο; Θα παραμείνετε αποκλειστικά ποιητής;

Η πεζογραφία δεν με αφήνει αδιάφορο. Ίσα-ίσα την αγαπώ και νομίζω πως μπορεί να τροφοδοτεί την ποίηση με πλούτο πνευματικό και τεχνικό. Μπορεί κανείς να μάθει να γράφει ποίηση διαβάζοντας Κοσμά Πολίτη ή Μάριο Χάκα ή Καζαντζάκη ή Henry James ή Poe κι ακόμα Pynchon, Hemingway, Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό. Η ήδη κοπιαστική ενασχόλησή μου, όμως, με την ποίηση δεν μου επιτρέπει να ασχοληθώ με την πεζογραφία, που είναι επίσης πολύ κοπιαστική δουλειά με πολλές απαιτήσεις. Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά που ξέρει καλά. Αν παραμείνω αποκλειστικά ποιητής ή όχι, δεν το ξέρω. Πάντως δεν θα ήθελα να γράψω πεζογραφία, μεταφέροντας όλες τις συνήθειές μου από την ποίηση. Αν το κάνω κάποτε θέλω να το κάνω με τους όρους της πεζογραφίας.

Μας παρουσιάσατε σε δυο εκδόσεις την περίπτωση του Φώτη Αγγουλέ. Τι σας ώθησε στην παρουσίαση του συγκεκριμένου λογοτέχνη; Με ποιο τρόπο θα τον συστήνατε στους νέους αναγνώστες;

Ο Μάρκος Μέσκος με ώθησε. Κουβεντιάζαμε για την ψυχική δύναμη του Αγγουλέ. Αγράμματο παιδί και κατάφερε να γράψει όμορφη ποίηση. Λέγαμε και για τη δύναμη του ανθρώπου γενικά, κι έτσι αποφάσισα να κάνω την πρώτη ανθολογία. Ύστερα μου ζητήθηκε μια μονογραφία σε κάποια σειρά για τους «αφανείς», κι εγώ έδωσα ένα πεζογράφημα που αποτελείται από ψευδο-ντοκουμένα (μαρτυρίες ανύπαρκτων προσώπων, δημοσιεύματα εφημερίδων, επιστολές, αστυνομικές αναφορές…) τα οποία αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά. Όποιος νέος θέλει να δει πόσο δυνατός μπορεί να είναι ο άνθρωπος στις χειρότερες συνθήκες και με ανύπαρκτες προϋποθέσεις, ας ρίξει μια ματιά σε αυτά τα βιβλία. Η ποίηση μπορεί να ανθίσει εκεί που μόνο πέτρες και στάχτες υπάρχουν. Πραγματικά, όλα εκείνα τα ανθρωπάκια: χωροφύλακες, στρατιωτικοί, παπάδες, που βασάνισαν και καταδίωξαν τον Αγγουλέ έγιναν σκέτο λίπασμα. Ο Αγγουλές υπάρχει. Στα βιβλία που έφτιαξα γι’ αυτόν και σε άλλα. Η ποίηση θριάμβευσε.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Μπορεί ο αναγνώστης να ελπίζει σε κάποια συγκεντρωτική έκδοση;

Πέφτει στα χέρια μου ένα βιβλίο που με δονεί. Κάθομαι και γράφω μια φανταστική επιστολή στους αναγνώστες, με την οποία τους παρουσιάζω το βιβλίο και προσπαθώ να τους βοηθήσω να εντοπίσουν τη δύναμή του. Ύστερα απαλείφω τα επιστολικά στοιχεία και γίνεται… δημοσίευμα.  Σχεδόν πάντα, οι κριτικές μου είναι μια ευκαιρία να δημοσιοποιήσω τις απόψεις μου για την ποίηση, την πολιτική… τα πάντα. Για μένα η κριτική είναι παιδί της ανάγνωσης. Ανάγνωση σημαίνει αποδοχή των όρων που θέτει το κείμενο. Δεν γράφω ποτέ για βιβλία που δεν μου αρέσουν. Δεν έχει νόημα. Τα κακά βιβλία σε υποβάλουν σε μαρτύρια. Είναι σπατάλη ψυχής να μπαίνεις στο παιχνίδι τους. Εξάλλου, δεν ενοχλούμαι καθόλου από την ύπαρξή τους. Δεν θέλω να τα κατακρίνω. Κι αν κάποιος πει πως έτσι χάνεται η κοινωνική λειτουργία της κριτικής, θα πω κι εγώ πως μέχρι σήμερα η κοινωνική λειτουργία της κριτικής ήταν μια σφαγή που δεν μάτωνε. Φυσικά, θα συγκεντρώσω κάποτε τις κριτικές αυτές σε ένα βιβλίο. Ίσως πολύ σύντομα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου άλλου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μάρκο Μέσκο, αρχικά. Και θα το κάνω. Σιγά-σιγά. Όλα στον καιρό τους.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Descartes, ο Ezra Pound, ο William Blake, ο Dylan Thomas, ο Poe, ο Όμηρος, ο Αρχίλοχος, ο Σοφοκλής… Διαβάζω από 9 ετών λογοτεχνία, φιλοσοφία, επιστήμη…

Αγάπησα τους περισσότερους συγγραφείς. Από καθέναν κάτι πήρα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αμέτρητα, αλλά έχω τρεις «Βίβλους»: τη Βίβλο, την Ιλιάδα και τα Cantos του Ezra Pound.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το μοιρολόγι της φώκιας του Παπαδιαμάντη, The Murders of Rue Morgue του Poe…

Αγαπημένα σας ποιήματα.

Η μέρα της Λαμπρής του Σολωμού, Εις δόξαν του Κάλβου, Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, Αλαφροΐσκιωτος του Σικελιανού, Μαρία Νεφέλη του Ελύτη…

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ηρακλής του Ευριπίδη.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Διαβάζω το κείμενο, διαβάζω οτιδήποτε αφορά στον συγγραφέα και στο κείμενο και μπορώ να το εντοπίσω (το διαδίκτυο είναι πραγματικό θησαυροφυλάκιο), εξοικειώνομαι με τον συγγραφέα, και αφού τα έχω κάνει όλα αυτά, κάθομαι ένα διάστημα να εξοικειωθώ μαζί τους και να γίνουν κομμάτι της ζωής μου. Ύστερα   προχωρώ στην ερμηνεία του κειμένου και αρχίζω να διαβάζω και να φαντάζομαι πως είμαι ο συγγραφέας. Μετατρέπω τον συγγραφέα σε προσωπείο μου. Βέβαια θα μπορούσα να κάνω το αντίστροφο, αλλά -πώς να το κάνουμε;- εγώ είναι εκείνος που πρέπει να δώσει την παράσταση. Εμένα θα κατηγορήσουν οι θεατές. Και, συνήθως, αν δεν με κατηγορήσουν πως απομακρύνθηκα από τον συγγραφέα θα με κατηγορήσουν πως ήμουν τόσο κοντά του, ώστε να «στεγνώσω» τον λόγο του. Αλλά, φυσικά, ο συγγραφέας είναι μαζί μου. Πάντα. Το ξέρω. Έχουμε κουβεντιάσει πολύ μέσα στο κείμενο. Άλλωστε πιστεύω πως κάθε καλή μετάφραση οφείλει να είναι αμφιλεγόμενη. Δεν το λέω αυτό για να εντυπωσιάσω. Η μετάφραση επιτελείται σε έναν κοινωνικό τόπο ασυμμετρίας. Δεν μπορούμε να μιλάμε για σωστές μεταφράσεις. Τι σημαίνει μια σωστή μετάφραση; Προχειρότητες που αγνοούν την πολυπλοκότητα μιας γλωσσικής δράσης όπως η μετάφραση.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Poe, γιατί  αντιστεκόμουν στις αλήθειες τους. Ήταν μια οδυνηρή διαδικασία. Σαν να φοβάσαι το σκοτάδι και να σε έλκει βασανιστικά.  Προσπαθείς να προκαλέσεις αυτό που θέλεις να αποφύγεις μια ώρα αρχύτερα. Έλεγα στον Poe: «Φύγε από την γλώσσα μου, δαίμονα». Και μετά ένιωθα πως είχα μιλήσει στον εαυτό μου. Και άκουγα τον Poe να μου λέει: «Δεν είμαι εγώ για σένα». Και θύμωνα και προσπαθούσα να τον παρασύρω σε άλλες όψεις της ποίησης. Και το παρέσυρα, για να διαπιστώσω πως με είχε παρασύρει εκείνος όπου ήθελε.

Το ίδιο έπαθα και με τη μετάφραση του Αίαντα του Σοφοκλή. Ο Αίας ζητούσε να συμμεριστώ την απόφασή του να πεθάνει. Τη συμμερίστηκα. Πραγματικά τη συμμερίστηκα. Αλλά τον άφησα να πεθάνει μόνος. Τον κορόιδεψα. Αλλά δεν νομίζω πως θύμωσε. Με άφησε πίσω, για να βοηθήσω τον Τεύκρο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Να καταφέρω να μεταφράσω όλη την Ιλιάδα. Με τρέφει η μετάφρασή της, μου μαθαίνει όλο και περισσότερους τρόπους έκφρασης. Είναι ζήτημα… πατριωτικό. Η πατρίδα μου είναι η ελληνική γλώσσα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Πραγματικά, δεν έχω δει πουθενά να μην αναφέρεται ή να μην σχολιάζεται η δουλειά ενός πολύ καλού μεταφραστή. Εξαιρούνται ορισμένα έντυπα που επιβάλουν αυστηρούς περιορισμούς χώρου. Κατά τα λοιπά, ισχύει πάντα η λογική του «αναφέρουμε ό,τι πουλάει!» Όπως και να έχει, οι αναγνώστες σέβονται και αγαπούν τους καλούς μεταφραστές.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράσεις, επιμέλειες…

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω μικρά λυρικά ποιήματα. Καταβάλω μια προσπάθεια να αρχίσω από το τέλος της ποίησης. Να πάω, δηλαδή, στην αρχή. Διαβάζω το Μέλμωθ ο Περιπλανώμενος του Robert Maturin, του οποίου μια συντομευμένη έκδοση –δια χειρός Hawthorne υιού- είχα μεταφράσει κάποτε. Το βιβλίο ολόκληρο είναι συγκλονιστικό και εξαιρετικά μεταφρασμένο από την κυρία Χαρά Σύρου. Μεταφράζω το Ζωή και Πεπρωμένο του Vasily Grossman και προχωρώ στη μετάφραση της τρίτης ραψωδίας της Ιλιάδας.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βλέπω πολύ κινηματογράφο και θέατρο. Είμαι λάτρης των ταινιών του Lars von Trier, από το μαγικό The element of crime μέχρι την αριστουργηματική Μελαγχολία. Και ο Béla Tarr με μαγεύει. Πραγματικοί ποιητές.  Όσοι για το θέατρο, παρακολουθώ τα πάντα. Ακόμα και από τις μέτριες ή κακές παραστάσεις κάτι κερδίζω.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Λίγο βαρετές, αλλά συχνά ενδιαφέρουσες. Κάποτε χυδαίες, αλλά δημοκρατία σημαίνει να αντιμετωπίζεις καταπρόσωπο και σαν ίσο τον άλλον, όπως κι αν είναι.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Πάντα, όσο μπορώ περισσότερες, σε οποιοδήποτε μέσο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και δωρεάν να μου την έδινε δεν θα την ήθελα. Τι να την κάνω; Ο αιώνια νέος άνθρωπος μοιάζει λίγο με βράχο πλάι στη θάλασσα. Γιατί είναι πάντα μελαγχολικοί οι βράχοι πλάι στη θάλασσα;

05
Μαρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 108

Γιάννης Ρίτσος, «Όρκος», Αρίοστος ο προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του, εκδ. Κέδρος, 1983, β΄ έκδ. συμπληρωμένη, σ. 39-40.

Μα τούτη η ώρα του δειλινού είναι ένα φρέσκο χρωματιστό γραμματόσημο που πρέπει να το φέρεις σα χείλη σου, να το σαλιώσεις και να το κολλήσεις στο φάκελο μιας ερωτικής επιστολής. […] Μπαίνω στην κουζίνα μου. Ετοιμάζω το απογευματινό μου τσάι. Το σερβίρω σε δυο φλιτζάνια. Γιατί, βέβαια, κάποιος πρέπει να ’ρθει. Είναι απαραίτητο. Μια ωραία λυπημένη γυναίκα, κάπως κουρασμένη. Θα χει πολύ ταξιδέψει και θα λέει άγνωστο ονόματα πόλεων, λιμανιών, ποταμών, πλοίων, οροσειρών. Κι όλα φιλικά απ’ το σχηματισμό των χειλιών της. Μεταφέρω το δίσκο στο μεγάλο δωμάτιο. Θέλω να μοιραστώ μαζί της τα χρώματα του δειλινού που λάμπου ακόμη στο ανοιχτό παράθυρο. Αν βγάλει τα παπούτσια της θα φέξουν ρόδινα τα δάχτυλα των ποδιών της. Αυτό το θέλω. Θα καθίσουμε στον ίδιο καναπέ πίνοντας το τσάι μας και κουβεντιάζοντας για κήπους και έφιππα αγάλματα. […] Και σμίξανε τα σώματά μας μες το μαβί βελούδινο βράδυ, ενώ η μισή φετίτσα λεμόνι έπλεε στο μισοπιωμένο τσάι μου όπως το μισοφέγγαρο στον αθηναϊκό ουρανό.

04
Μαρ.
12

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27 (φθινόπωρο 2011)

Το τεύχος ξεκινάει επίσημα με μια δισέλιδη επίκληση στις δυνάμεις της ποίησης από το Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου. Συγκρατώ μια παράγραφο: Η ποίηση είναι η βιολογία του νου, η κινητήρια δύναμη των ονειροπόλων, τι εφαλτήριο εκείνων που φιλοδοξούν να πραγματοποιήσουν ένα άλμα προς μιαν άλλη διάσταση του Είναι: τη διάσταση στην οποία θα μπορούμε να ζήσουμε χωρίς το ασήκωτο φορτίο που μας κληροδότησε το παρελθόν. Είναι καιρός να τελειώσουν όλα αυτά. Στην επόμενη σελίδα ο (δε)κατοδείκτης που υποδεικνύει πως 4 στους 10 Ευρωπαίους πάσχουν από ψυχικά προβλήματα και πως 13 εκατομμύρια συγγραφείς υπάρχουν στις ΗΠΑ. Ποιο είναι άραγε πιο εφιαλτικό;

Κάποιος ανασκαλεύει σωρούς από παλιά γράμματα. Ένα παλιό γραμματόσημο, εκτός κυκλοφορίας πια, τραβάει την προσοχή του. Ε, λοιπόν, αυτό το γραμματόσημο μπορεί να του πει περισσότερα από την ανάγνωση αμέτρητων χειρογράφων σελίδων έγραψε κάποτε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, γοητευμένος από τις στοές [passages] κυρίως επειδή ήταν εκείνες βρίσκονταν υπό εξαφάνιση, δίνοντας τη θέση τους σε πολυκαταστήματα. Απέκτησαν έτσι την γοητεία του παραπεταμένου και του ξεπερασμένου, το υπόλειμμα όπου ο πολιτισμός χαράσσει και αποτυπώνει τα βαθύστερα μυστικά του. Μη ξεχνάμε άλλωστε πως ο Μπένγιαμιν ονειρευόταν να χρησιμοποιήσει την ιστορία των passages του Παρισιού για να γράψει την κρυφή ιστορία της πόλης που τον φιλοξένησε τόσα χρόνια, όπως μας θυμίζει μεταξύ άλλων ο Adam Kirsch στο πολυσέλιδο κείμενό του «Τι δίδαξαν τα ναρκωτικά στον Βάλτερ Μπένγιαμιν».

Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα κομμάτια της αλληλογραφίας του Vladimir Nabokov (1942), έξι «ιστορίες του λεπτού» από τον Istvan Orkeny, νεκρολογία και παρουσίαση των βασικών βιβλίων του Patrick Leigh Fermor από τον David Mason, γράμμα του Ρήγα Καππάτου από τη Λυών, προδημοσίευση από Γιώργο Χουλιάρα κ.ά. Στην ποίηση: Ρικάρντο Αρέγκι από τη χώρα των Βάσκων, Νατάσα Χατζηδάκι, Χάρης Βλαβιανός, Γιάννης Υφαντής, Γεωργία Τρούλη, Θοδωρής Ρακόπουλος. Στο διήγημα: Μαρία Πρωτονοτάριου, Δήμητρα Κολλιάκου, Νίκη Χατζηδημητρίου, Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, Ελένη Μουσαμά, Τάσος Ψάρρης, Διονύσης Καλαβρέντζος, Αλέξανδρος Κυπριώτης, Μαρία Τσάτσου κι από τα διεθνή τερέν οι Roddy Doyle, Arthur Bradford και Tessa Hadly. Και άλλοι πολλοί.

Κατά τα άλλα η Kίνα δαπανά περισσότερα για να κάνει παρεμβάσεις στο Ίντερνετ και να μην έχουν πρόσβαση σ’ αυτό οι νέοι (βλέπε αραβική άνοιξη) παρά όσα δαπανά για τις αμυντικές της δαπάνες. Κατά τα άλλα οι έλληνες επιχειρηματίες (ιδίως Μακεδόνες) προτιμούν να κάνουν επενδύσεις στο κράτος των Σκοπίων αντί να βοηθήσουν την πατρίδα τους που βουλιάζει, ενώ κατά τα άλλα στη Μακεδονία κλαψουρίζουν για την τόσο «εχθρική» χώρα. Πώς μπορούν όμως και ζουν κι επενδύουν σε μια τόσο εχθρική χώρα; Όπως καταλάβατε βρισκόμαστε ήδη στις τελευταίες απολαυστικές – ως είθισται – σελίδες. Κάπου εκεί οι φράσεις του Μάνου Στεφανίδη: Η παρούσα κρίση είναι λιγότερο τραγωδία και περισσότερο κωμωδία, με κωμαστές σε πρωταγωνιστικούς ρόλους και είναι τα μάλιστα σατυρικό δράμα με τον χορό να παίρνει τα πάνω του και τους ήρωες (φλύαρους, στόμφακες και αναποτελεσματικούς χάχακες) να γελοιοποιούνται εντός κι εκτός σκηνής. Αλλά για λίγο την πάτησαν με τους Αγανακτισμένους, που όπως έγραψε κι ο Μαρκ Μαζάουερ, πέτυχαν κάτι σημαντικό. Άσκησαν τέτοιες πιέσεις που κατάφεραν ως ένα βαθμό να επηρεάσουν τη διεθνή πολιτική ατζέντα. [σελ. 192]

Στις φωτογραφίες, το παρισινό σημειωματάριο του Walter Benjamin και μια ημιφωτισμένη έκφραση του Roddy Doyle, που μας παραδίδει εδώ ένα ωραίο διήγημα, τις Ταυρομαχίες.

Έχει ήδη κυκλοφορήσει και το [χειμωνιάτικο] 28ο τεύχος, αναμείνατε στη ρεσεψιόν.

03
Μαρ.
12

Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν – Ποδόσφαιρο. Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού

Σάντα Μπαρτσελόνα & Σία

Το να είσαι οπαδός μιας ομάδας σου προσφέρει μια συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να συγκριθεί με τη φόρτιση μιας πολιτικής ή θρησκευτικής ένταξης, με αποτέλεσμα σήμερα να μπορούμε να πούμε ότι όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες είναι κάτι περισσότερο από ποδοσφαιρικές ομάδες: αντιπροσωπεύουν τα πατριωτικά αποθέματα σε έναν κόσμο που όλο και πιο πολύ έχουν λιγότερη σημασία οι πατρίδες και οι σημαίες. [σ. 23]

Το ποδόσφαιρο αποτελεί πλέον μια θρησκεία στα χέρια των μεγάλων πολυεθνικών, ένα άθλημα που μας επιτρέπει να ζήσουμε θρησκευτικά βιώματα απολύτως απαραίτητα στο συναισθηματικό μας οικοσύστημα, ένα σπορ που ανέδειξε αξιοθαύμαστες θεότητες οι οποίες, σε αντίθεση με τους αρχαίους μύθους, υπήρξαν χειροπιαστά όντα. Μόνο που οι παίκτες δεν είναι πλέον οι βασικοί ιερείς, ούτε οι πιστοί είναι οι κύριοι του ναού: τον γεμίζουν, αλλά η καταλυτική δύναμη του χρήματος βρίσκεται στις αποκλειστικότητες της τηλεόρασης και στη διαφήμιση, η δε λειτουργία του πλησιάζει πλέον την λογική των μοντέρνων χημικών ναρκωτικών.

Οι διοικούντες κάνουν μεταγραφές για να ικανοποιήσουν την καταναλωτική μανία του πλήθους και οι προπονητές ζητούν ποδοσφαιριστές που να ταιριάζουν στο σύστημά τους. Οι ομάδες επανασχεδιάζονται σύμφωνα με τους κανόνες πανίσχυρων οικονομικών και επικοινωνιακών κολοσσών και το παιχνίδι δεν εξαρτάται πλέον από το συντονισμό του ταλέντου κάποιων ποδοσφαιριστών που δημιουργούν αξέχαστες μαγικές στιγμές αλλά από συστήματα που φέρουν το όνομα του προπονητή. Οι παίκτες δεν ψάχνουν ομάδα αλλά σύστημα στο οποίο να χωράνε. Σ’ ένα τέτοιο βιομηχανοποιημένο ποδόσφαιρο η συγκίνηση θα είναι όλο και πιο τηλεκατευθυνόμενη. 

Σ’ ένα τεράστιο παζάρι που υποθάλπουν τα συμφέροντα των μάνατζερ και μια πολύπλοκη γκάμα μεσαζόντων οι ευρωπαϊκές ομάδες επιδίδονται σε μια διαρκή κινητικότητα, αγοράζοντας κοινοτικούς ποδοσφαιριστές τον Αύγουστο, για να τους αποδεσμεύσουν τον Δεκέμβριο και να πάρουν τον Ιανουάριο νέους παίκτες μέχρι το καλοκαίρι, παραμερίζοντας φυτώρια και ακαδημίες. Ο πιστός του ποδοσφαίρου που ταυτιζόταν με την ομάδα του και λόγω κοινής καταγωγής τώρα βλέπει κοσμοπολίτικες ομάδες που μοιάζουν με τη λεγεώνα των ξένων κι ο μόνος εναπομείνας παράγοντας ταύτισης είναι η νίκη. Το συναισθηματικό οικοσύστημα του ποδοσφαίρου μοιάζει να καταστρέφεται. Ιδίως η Ισπανία και η Ιταλία, οι δυο πιο νευρωτικές αγορές του παγκόσμιου ποδοσφαίρου μετατρέπουν τις ομάδες τους σε αυθεντικές λεγεώνες των ξένων. Πώς μπορεί ο ντόπιος πιστός να ταυτιστεί με ιερείς μισθοφόρους;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κεφάλαια που αφιερώνονται στην περίπτωση του Ντιέγο Μαραντόνα, του φτωχού παιδιού που θα γινόταν μια μέρα όχι θεός, αλλά το χέρι του θεού και οποίος χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως ένας μύθος του ποδοσφαίρου και στη συνέχεια ως ένας αποδιοπομπαίος τράγος του αθλήματος. Τι συνέβη όταν ο αργεντινός που λατρευόταν σαν άγιος άρχισε να καταδιώκεται σαν ένας κοινός εγκληματίας που είχε σχέσεις με το εμπόριο ναρκωτικών και λευκής σαρκός; Για ποιο λόγο ένα μετανοημένο πρώην μέλος της Καμόρα έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης με αντάλλαγμα πληροφορίες για δήθεν εμπλοκή του ονόματος του Μαραντόνα στον υπόκοσμο, ενώ ο πρόεδρος της Νάπολι μετατράπηκε σε ανηλεή διώκτη του; Ποια συμφέροντα έπαψε ο Ντιέγο «τους» να εξυπηρετεί;

Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίον περίμεναν τον Μαραντόνα, στο Μουντιάλ του 1994 στις ΗΠΑ, ένα κράτος όπου το ποδόσφαιρο διαγράφει μια μέτρια πορεία, οφειλόμενη, εν μέρει, στις ελάχιστες διεθνείς του επιτυχίες, σκανδαλώδες αμάρτημα για ένα λαό θριαμβευτών. Τα ποδοσφαιρικά είδωλα της Ευρώπης και της Αμερικής ήταν παντελώς άγνωστα στις ΗΠΑ με εξαίρεση τον ίδιο – εξ ου και το ενδιαφέρον της ΦΙΦΑ και τω πολυεθνικών να παίξει ή απλώς να περιφερθεί στο Μουντιάλ. Ο άλλοτε ανεπιθύμητος Ντιέγο, που είχε επισκεφθεί τον Αλφονσίν, (πρόεδρο της Αργεντινής μετά την δικτατορία του Βιντέλα) για να τον ευχαριστήσει για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας ενώ παράλληλα διακήρυσσε τον θαυμασμό του για τους Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο και την περιφρόνησή του για τις καπιταλιστικές υπερδυνάμεις, που όταν δεν πήρε βίζα για τις ΗΠΑ ταξίδεψε μέχρι την Αβάνα για να δώσει στον Κάστρο μια φανέλα του, τώρα ήταν περισσότερο ευπρόσδεκτος από ποτέ.

Ο συγγραφέας είχε προσκληθεί να δει από κοντά την μαραντονική μήτρα της Μπόκα Τζούνιορς και γράφει πως ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι στο γήπεδό της είναι ένα ψυχόδραμα στις κερκίδες –  χαράδρες. Είναι αδύνατο να πιστεύει κανείς ο Ντιεγίτο είναι πάντοτε παρών στο θεωρείο του, αλλά ο κόσμος θέλει να πιστεύει πως είναι πάντοτε εκεί. Όλο σχεδόν το αργεντινό ποδόσφαιρο διαδραματίζεται σε μια πρωτεύουσα που συντηρεί δέκα ομάδες πολύ μεγάλης κλάσης, αλλά όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά για την Μπόκα, η πόλη το ζει με πιο μαζικό τρόπο καταλαμβάνοντας το συλλογικό υποσυνείδητο της αργεντινικότητας. Το να είσαι της Μπόκα υποδεικνύει έναν συγκεκριμένο τρόπο να κινείσαι και να ζεις στο Μπουένος Άιρες. Σαν να είσαι μέλος μιας ανοιχτής και απόλυτης σέκτας, σαν ένα fumetto [κόμικ] γεμάτο εικόνες από τους μύθους μιας πόλης χτισμένης στις προσχώσεις ενός ποταμού, εκείνης της «αργεντινικότητας» που κατέβηκε από τα καράβια για να συναντήσει μικρές πατρίδες από μπετόν….

Ο πρώην ποδοσφαιριστής και προπονητής Χόρχε Βαλντάνο, ο Μπενεντέτο Κρότσε του παγκόσμιου ποδοσφαίρου όπως τον χαρακτηρίζει ο Μονταλμπάν, εξέδωσε στην Ισπανία το 1995 μια συλλογή διηγημάτων που είχαν σχέση με το ποδόσφαιρο, γραμμένων από γνωστούς συγγραφείς: Μπερνάρντο Ατσάγα, Χαβιέρ Μαρίας, Μπράις Ετσενίκε, Μιγκέλ Ντελίμπες, Εδουάρδο Γκαλεάνο, Αουγκούστο Ρόα Μπάστος, Οσβάλντο Σοριάνο, Μάριο Μπενεντέτι κ.ά. Αντιλαμβανόταν κανείς ότι το ποδόσφαιρο έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο στη συναισθηματική εκπαίδευση τόσο λατινοαμερικανών όσο και ισπανών συγγραφέων, αλλά ήταν οι Λατινοαμερικάνοι εκείνοι που καλλιέργησαν περισσότερο τη σχέση ποδοσφαίρου και λογοτεχνίας.

Πίσω στην Ευρώπη, το ποδόσφαιρο είναι πια η κυρίαρχη λαϊκή θρησκεία και ένας από τους λίγους μηχανισμούς ενεργούς συμμετοχής του πληθυσμού σε ένα φαινόμενο υποκουλτούρας. Οι επίσημες αρχές τολμούν όλο και λιγότερο να έρθουν σε αντίθεση με τις ποδοσφαιρικές ομάδες, γιατί αυτό σημαίνει να συγκρουστούν με ένα οργανωμένο και παθιασμένο τμήμα του εκλεκτορικού σώματος. Ο συγγραφέας διακρίνει πως στην Ισπανία ένα μεγάλο μέρος των ποδοσφαιρικών παραγόντων προέρχονται από τις κατασκευαστικές εταιρείες, ένα χώρο, δηλαδή, κατάλληλο για να κάνεις γρήγορα λεφτά με τις πιο απάνθρωπες στρατηγικές. Μας υπενθυμίζει άλλωστε την καθημερινή παρατήρηση των κοινωνιολόγων πως η αθλητική βία αποτελεί μοναδικό είδος αυθόρμητης βόας που δεν ασκούν μονοπωλιακά το Κράτος ή οι δυνάμεις καταστολής.

Ίσως τα πλήθη να έχουν ανακαλύψει έναν τρόπο να συμμετέχουν στα κοινά και να επικοινωνούν ακολουθώντας ένα τελετουργικό παρόμοιο ή ακόμα πιο ελκυστικό από εκείνο των θρησκειών ή των πραγματικών πολιτικών σχηματισμών. Σ’ αυτή την κοσμική θρησκεία επενδύονται τεράστια ποσά, που προέρχονται από τις πολυεθνικές αθλητικών ειδών. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο φάσμα των ποδοσφαιριστών – τηλεοπτικών σταρ (Μπέκαμ, Ροναλντίνιο), που υπόκεινται σε ένα σύστημα διπλής αξιολόγησης, τόσο για την συνεισφορά τους στα αθλητικά αποτελέσματα όσο και για την αποτελεσματικότητά τους στην πώληση προϊόντων, αλλά και στον Ρονάλντο, προϊόν μιας γενετικής «βιομηχανίας» που δεν ανήκε σε ομάδα αλλά σε επιχειρήσεις, ένας μύθος που κατασκεύασε η ΦΙΦΑ επειδή η βιομηχανία της χρειάζεται πολλούς τέτοιους μικρούς θεούς.

Σε κάθε περίπτωση, στην παρούσα συλλογή «δημοσιογραφικών» άρθρων του καταλανού συγγραφέα, τα οποία έγραφε επί τριακονταετία και άρχισε ο ίδιος να μαζεύει για μια συλλογική έκδοση, που δεν πρόλαβε λόγω του θανάτου του γίνεται φανερό όσο πότε πως το ποδόσφαιρο είναι πλέον ένα δικέφαλο τέρας: από την μία πολυεθνική επιχείρηση, από την άλλη κοσμική θρησκεία των μαζών (με τους πιστούς του κοινωνικές βραδυφλεγείς βόμβες στα χέρια κάποιων διοικούντων) κι ένα σκληρό ναρκωτικό των δημοκρατιών για να ελέγχουν την έλλειψη οράματος και την παράδοξη μοναξιά των μαζών.

Πάνω απ’ όλα βέβαια ο Μονταλμπάν παραμένει ένας θερμότατος οπαδός της Μπατσελόνα κι ένα ολόκληρο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στο ύστατο ισπανικό δίπολο που δεν έχασε ποτέ τον χαρακτήρα του πατριωτικού εμβλήματος καθώς η Μπαρτσελόνα αποτελεί το άοπλο σκέλος των εθνικιστικών καταλανικών διεκδικήσεων ενώ η Ρεάλ έχει επιφορτιστεί με την εκπλήρωση του ιστορικού πεπρωμένου της Ισπανίας. Εδώ ο συμβολικός αθλητικός στρατός της καταλανικότητας τίθεται απέναντι στον εκπρόσωπο του ισπανικού Κράτους και ο Μονταλμπάν δε χάνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσει αλλά κάποτε και να αναιρέσει τον διχασμό ή και να προβεί σε επιμέρους κριτικά εγκώμια σε Φίγκο, Λουίς Ενρίκε κ.ά. Για να καταλήξει στο ίδιο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε:  Είναι πιθανό το ποδόσφαιρο να φτάσει να γίνει μια προκάτ θρησκεία· προς το παρόν καταλαμβάνει το συμβολικό χώρο που άφησαν κενό η πολιτική ή οι πιο καλά διαρθρωμένες θρησκείες.

Εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σελ. 308 [Manuel Vásquez Montalbán, Fútbol. Una religión en busca de un dios, 2005]

Άγιος ο Φορ, άγιος ο Μπάκ, άγιο το δεκάρι, ελέησον υμάς. Πρόεδρε ημών, ο εν τοις επισήμοις, αγιασθήτω το πορτοφόλιό σου, ελθέτω η προεδρία σου, γεννηθήτω η μεταγραφή σου…

Δημοσίευση και σε mic.gr. Στις φωτογραφίες: Αλφονσίν – Μαραντόνα μετά το Μουντιάλ του 1986, το γήπεδο – χαράδρα της Μπόκα, ο Βαλντάνο μπροστά σε άλλου είδους τερέν, ο Πουγιόλ καθώς την περιμένει, πάντα με αγάπη, και ο Λόγος των Πιστών.

02
Μαρ.
12

Οργανικά – Instrumentals. Μια λίστα

Οίστρου Mental List

Στο πλαίσιο του ευρύτερου αφιερώματος του mic. gr «τα καλύτερα instrumental» (Οκτώβριος 2003). Πρώτη δημοσίευση εδώ. Όλες οι συμμετοχές εδώ.

Αφήνοντας κατά μέρος τα σερφάκια που θα’ θελαν μερικές σελίδες, τα αιθέρια [δηλ. του είδους που ονομάστηκε ethereal] που απαιτούν γερό ξεσκόνισμα μνήμης και τα διάφορα ηλεκτρονικά και ηλεκτρόνικα που αποτελούν αυτόνομες κατηγορίες (εδώ βέβαια και τα τεκνοτράνς) και φυσικά ολόκληρη την εκστατική εντός κι εκτός ψυχεδέλειας δεκαετία του ’60, μένω σ’ εκείνα που θα συνόδευαν μια ιδανική μου μέρα, αδιαφορώντας για όσα δεν θυμήθηκα να χωρέσω!

Θα ξεκινούσα λοιπόν τη μέρα μου με ένα άλμπουμ γεμάτο δίλεπτα μαργαριταρένια, το Let the snakes crinkle their heads to death των Felt. Θα μου αρκούσε το Song for William S. Harvey. Θα ξεχυνόμουν έξω απ’ το σπίτι στον ανεβαστικό ρυθμό του Driving to the airport του Tom Kazas (πρώην Moffs). Θα περιπλανιόμουν κάτω απ’ τους ταξιδιάρικους ήχους του παραδοσιακού Lonely bull, ίσως όπως είναι διασκευασμένο σ’ ένα παλιό φλιπ σάιντ των Dream Syndicate. Θα χαλάρωνα με τον κινηματογραφικό ρομαντισμό των Air και το Ce matin la τους. Θα χάζευα τα χρώματα των φωτισμένων δρόμων της μεγαλούπολης υπό το Pioneer skies των Chemical Brothers, θα χόρευα με την 80s ρυθμολογία του Dark Horse απ’ τον Jah Wobble και θα κυνηγούσα τη νύχτα υπό το Hedonism από ένα θεατρικό μιούζικαλ των Pet Shop Boys, όταν δεν με φόβιζαν τα σκοτάδια της με το Film Theme των Simple Minds. Και δεν θα σταματούσα να ψάχνω την προσωπική μου Ευδοκία (Στέρεο Νόβα).

Αν έμενα σπίτι θα διάβαζα επικές λογοτεχνικές σελίδες υποκρουόμενου του The Great Seal των Laibach, αλλά θα φυλούσα τους Labradford και Panamerican (μη ρωτάτε για τίτλους, ούτε οι ίδιοι δεν έχουν) για τις δικές μου ώρες έμπνευσης. Θα φορτιζόμουν έως τελικης πτώσης με το εντεκάλεπτο Suicide των Spacemen 3, θα ανερχόμουν σ’ άλλες συνειδησιακές σφαίρες υπό τα Lost chronicles των Hawkwind. Θα έβλεπα την ανατολή με το Poem without words II: Journey by night της Anne Clarke. Σε μια βραδιά περισυλλογής θα ακουγόταν μόνο ο Brian Eno αλλά  για μια βραδιά αποφάσεων θα έψαχνα το Academy in Perilτου John Cale. Σ’ ένα από τα ενύπνιά μου σίγουρα θα γινόμουν μοναχικός περιπλανώμενος στην έρημο (Aksak Maboul – Odessa).

Μήπως θα έπρεπε να γίνει κι ένα παράπλευρο αφιέρωμα σ’ εκείνα που αρχίζουν κι εξελίσσονται ως οργανικα αλλά ξάφνου διασχίζονται από απρόσμενη κι απρόκλητη φωνή μετά; Ή αλλιώς, γιατί να μιλάς Greg Sage/Wipers στο τέλος του When it’s over, γιατί να μιλάς Mark E. Smith/Fall στη μέση του I am a curious oranj (Overture), γιατί Neil Hannon/Divine Comedy κάπου στο Europe by train;

ΥΓ. Τα χρόνια πέρασαν, εκατοντάδες άλλα υπέροχα «οργανικά»/instrumentals ήρθαν να προστεθούν στην λίστα. Αλλά ας μείνει έτσι αυτή εδώ, ν’ αποτυπώνει τη στιγμή του αφιερώματος, που ίσως κάποτε έχει τη συνέχειά του. Μέχρι τότε ο κατάλογος του instrumentalist θα είναι πάντα μια οίστρου πνευματική (mental) λίστα!




Μαρτίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.043.404 hits

Αρχείο