Αρχείο για Ιανουαρίου 2012

31
Ιαν.
12

José Ortega Y Gasset – Αισθητικό τρίπτυχο

Λόγος πάντα γόνιμος

Είναι λάθος να παρουσιάζεται το μυθιστόρημα – και αναφέρομαι κυρίως στο σύγχρονο – σαν ένα απέραντο σύμπαν από το οποίο μπορούν να εξάγονται ες αεί νέες φόρμες. Θα ήταν καλύτερα να το φανταστούμε σαν ένα ορυχείο τεράστιων αλλά περατών διαστάσεων. Υπάρχει στο μυθιστόρημα ένας ορισμένος αριθμός πιθανών θεμάτων. Οι εργάτες των πρώτων χρόνων βρήκαν με ευκολία νέα κομμάτια, νέες μορφές, νέα θέματα. Οι σημερινοί συνειδητοποιούν, απεναντίας, ότι δεν απομένουν παρά μόνο μικρές και βαθιές λίθινες φλέβες…

… έγραφε ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ μόλις το 1925 περί το μυθιστόρημα στοχαζόμενος [Ιδέες για το μυθιστόρημα, τρίτο και τελευταίο μέρος του παρόντος τρίπτυχου]. Ο ίδιος βέβαια τόνιζε πως ποτέ δεν μπορούμε να πούμε με μαθηματική ακρίβεια ότι ένα είδος έχει πλήρως αναλωθεί, παρά μόνο εμπειρικά, με ικανοποιητική προσέγγιση. Όμως είναι σχεδόν αδύνατο, τόνιζε, να βρει κανείς νέα θέματα κι αυτός είναι ο πρώτος παράγοντας της τεράστιας αντικειμενικής δυσκολίας που προϋποθέτει η σύνθεση «ενός αποδεκτού μυθιστορήματος στο ύψος των μοντέρνων καιρών». Για κάποιο καιρό τα μυθιστορήματα μπόρεσαν να υπάρξουν μόνο χάρη στο νεωτερισμό των θεμάτων τους. Όσο εκείνα εξαντλούνταν, μεγάλωνε κι η απαίτηση για θέματα «πιο νέα», μέχρις ότου κορεσθεί η ικανότητα του αναγνώστη να εκπλήσσεται. Εν τούτοις το αναπόφευκτο φαινόμενο δεν έπρεπε να απογοητεύει τους συγγραφείς. Κάθε έργο τελειότερο από το προηγούμενο, υποστήριζε, ακυρώνει το τελευταίο και όλα τα υπόλοιπα της ίδιας κατηγορίας και «εκμηδενίζει λεγεώνες έργων που άλλοτε έχαιραν εκτίμησης».

Δεν ήταν όμως ο πρώτος. Ήδη το 1882 ο Στίβενσον σημείωνε πως οι βρετανοί αναγνώστες περιφρονούσαν ελαφρώς τις περιπέτειες και θεωρούσαν πως ήταν πολύ περίτεχνο να γραφτεί ένας μυθιστόρημα χωρίς πλοκή, ή έστω, με στοιχειώδη πλοκή. Σαράντα περίπου χρόνια μετά ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ επιχειρούσε να τεκμηριώσει την παρατήρηση του Στίβενσον, υποστηρίζοντας ότι το μυθιστόρημα δράσεως έχει εξαντλήσει πλέον τις δυνατότητές του, ότι είναι πια πολύ δύσκολο να επινοήσει κανείς μια περιπέτεια ικανή να ερεθίσει την ανώτερη ευαισθησία μας και ότι τον 20ό αιώνα η σκυτάλη περνά στο «ψυχολογικό» μυθιστόρημα που εστιάζει στους χαρακτήρες. Ο μεγάλος Μπόρχες εξέφρασε την απόλυτη διαφωνία του: Όλοι μας μουρμουρίζουμε θλιμμένα ότι ο αιώνας μας δεν είναι ικανός να υφάνει ενδιαφέρουσες πλοκές· κανείς δεν τολμά να αναρωτηθεί μήπως, αν σε κάτι υπερέχει ο παρών αιώνας από τους προηγούμενους, αυτό δεν είναι άλλο απ’ τις πλοκές… Οι ενδιαφέρουσες ενστάσεις του Μπόρχες δημοσιεύτηκαν στον Πρόλογό του στο βιβλίο Η εφεύρεση του Μορέλ (1940) του καλού του φίλου και συνεργάτη Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες που περιλαμβάνεται εδώ ως παράρτημα.

Ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ (1833 – 1925) υπήρξε εμβληματικός στοχαστής του 20ού αιώνα, μαζί με τον Miguel de Unamuno ένας από τους δυο Ισπανούς με διακριτή θέση στην ιστορία της Φιλοσοφίας των νεωτέρων χρόνων, όπως τονίζει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής, παρουσιάζοντας και τις γενικότερες φιλοσοφικές του θέσεις αλλά και τις θεματικές του πολιτικού και κοινωνικού του έργου. Η χρησιμοποίηση μιας γλώσσας προσιτής αλλά και γοητευτικής και ειδών «φιλοσοφικώς» ανορθόδοξων, όπως η δημοσιογραφία, το δοκίμιο και η διάλεξη, πάντα με λογοτεχνικές αρετές, τον ανέδειξε σε λαμπρό στυλίστα της ισπανικής γλώσσας και του παρείχε πρόσβαση σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ο ισπανός στοχαστής τήρησε πλήρη συνέπεια έργων και λόγων αλλά και μια τίμια στάση απέναντι στη χώρα του. Εξέφρασε την αντίθεσή του στις δικτατορίες των Πρίμο ντε Ριβέρα και Φράνκο και εγκατέλειψε την Ισπανία για να ζήσει στο Μπουένος Άιρες και τη Λισαβόνα.

Το παρόν Τρίπτυχο εστιάζει, βέβαια, σε θέματα λογοτεχνίας και τέχνης, που τον απασχόλησαν σε μεγάλο βαθμό, κυρίως όσον αφορά την αισθητική, την θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας και της μετάφρασης, το θέατρο, τα εικαστικά αλλά και την τέχνη του ζην». Το πρώτο μέρος [Ο απανθρωπισμός της τέχνης] βυθοσκοπεί σε προβληματικές της νεωτερικής ή «μοντέρνας» καλλιτεχνικής δημιουργίας και της πρόσληψής της, μιας τέχνης που ιστορικά ανάγεται στους Debussy, Mallarme και στον Κυβισμό, όσον αφορά την μουσικη, την ποίηση και τα εικαστικά αντίστοιχα, αλλά που από κοινωνιολογικής σκοπιάς είναι εξ αρχής αντιδημοτική, αποκλείοντας τη μεγάλη πλειονότητα του κοινού να την απολαύσει και να την κατανοήσει, αφήνοντάς το με αίσθηση ταπείνωσης και εχθρότητας προς αυτήν.

Ο συγκεκριμένος «απανθρωπισμός» αφορά την αποποίηση κάθε προσωπικού τόνου αλλά και παρασιτικού λυρισμού ή στόμφου, της – ρομαντικής προέλευσης – «τοξίνωσης» της καρδιάς που είχε καταγγείλει ήδη ο Poe. Όσον αφορά τη λογοτεχνία, ο Ορτέγκα αναφέρει, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα του Luigi Pirandello και του βιβλίου του Sei personaggi in cerca d’ autore [Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, 1921], όπου ο συγγραφέας καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή μας σε χαρακτήρες ως χαρακτήρες· δηλαδή ως ιδέες ή καθαρά σχήματα, αντί να πασχίζει, όπως στο ρεαλιστικό ή νατουραλιστικό θέατρο, να παρουσιάσει άτομα «ζωντανά» σε δράματα ανθρώπινα.

Το δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος αφορά Σκέψεις για τον Δον Κιχώτη και περιλαμβάνει εν σπέρματι όλα τα θέματα του ορτεγκιανού στοχασμού και τις απαρχές του προβληματισμού του σχετικά με το μυθιστόρημα ως «ενός ορυχείου τεράστιων αλλά περατών διαστάσεων». Εδώ προκρίνεται η «μυθιστορηματικότητα» έναντι του χαρακτήρα του Δον Κιχώτη και γενικότερα διατυπώνεται η προαναφερθείσα θέση του, πως όταν επέλθει η εξάντληση του θεματικού υλικού των μυθιστορημάτων, ο αναγνώστης θα εστιάζει όλο και περισσότερο στην ψυχολογία των χαρακτήρων και λιγότερο στις αντίστοιχες ιστορίες και πλοκές· θέση που προκάλεσε την αντίθεση του Μπόρχες και προκάλεσε μια συζήτηση – σταθμό στη σύγχρονη θεωρία του μυθιστορήματος. Τελικά στην ιστορία του σύγχρονου μυθιστορήματος, ο Proust και το Nouveau Roman επιβεβαιώνουν την ορτεγκιανή διάγνωση, ενώ η Δίκη του Κάφκα, το Στρίψιμο της βίδας του Henry James, το λατινοαμερικανικό book και οι Μυθοπλασίες του Μπόρχες δικαιώνουν τον τελευταίο.

Εκδ. Printa, 2011, σελ. 311, μτφ.: Αλίκη Βασώνη, Αγγελική Μαυρομάττη, Ειρήνη Οικονόμου, Τατιάνα Φραγκούλια, Ελίνα Χέλμη, (αναλυτική) εισαγωγή και επιμ. Βίκτωρ Ιβάνοβις. Σε παράρτημα το εξασέλιδο κείμενο του Μπόρχες σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. [José Ortega Y Gasset, Le deshumanización del Arte (1925), Meditaciones del Quijote (1914), Ideas sobre la novella (1925)]. Στην τελευταία φωτογραφία η πρώτη έκδοση του Μορέλ, με τον περίφημο Μπορχικό Πρόλογο – Αντίλογο.

30
Ιαν.
12

E.M. Cioran – Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν

Το βιωμένο απόλυτο και το απόλυτο τίποτα

Φιλοσοφίας απάτη ή Τι άλλο κάνουν οι φιλόσοφοι από το να αποφεύγουν τα αληθινά βάσανα;

Ήδη από το πρώτο του βιβλίο ο Σιοράν, σε ηλικία 22 ετών, αποχαιρετούσε γεμάτος λύσσα και αγανάκτηση τη φιλοσοφία, διαπιστώνοντας την αποτυχία μιας μορφής σκέψης που «αποδείχθηκε αργόσχολη τέρψη, ανήμπορη να αντιμετωπίσει την ουσιώδη σύγχυση». Η φιλοσοφία, έγραφε, δεν προσφέρει καμιά βοήθεια στις κρίσιμες στιγμές· αλλά και η ίδια της η γλώσσα μπορεί αν σε δηλητηριάσει, σαν αληθινό ναρκωτικό. Αν μεταφραστεί σε τρέχουσα γλώσσα, ένα φιλοσοφικό κείμενο εξανεμίζεται. Όλα τα φιλοσοφικά κείμενα θα έπρεπε να υποβληθούν σε αυτήν τη δοκιμασία. Η γοητεία αυτή που ασκεί το ύφος εξηγεί και την επιτυχία του Χάιντεγκερ: είχα την αίσθηση ότι κάποιος πάσχιζε να με ξεγελάσει με λόγια. Κατάλαβα τι θα έπρεπε πάση θυσία να αποφύγω.

Οι δαιμονικές θρησκείες [Πίστη δεν είχα, αλλά μου περίσσευε η οργή]

Θεός σημαίνει το έσχατο στάδιο μιας πορείας, το ακρότατο σημείο της μοναξιάς, σημείο χωρίς υλική υπόσταση, στο οποίο πρέπει να δώσουμε ένα όνομα, να του αποδώσουμε μια φανταστική ύπαρξη. Εν τέλει, ο Θεός πληροί μια λειτουργία: τη λειτουργία του διαλόγου. Ακόμα και ο άπιστος λαχταρά να συνομιλήσει με τον «Μοναδικό», διότι δεν είναι εύκολο να συνομιλήσει κανείς με το μηδέν.

Για τον Σιοράν κάθε θρησκεία που συνθηκολογεί με την ιστορία απομακρύνεται από τις ρίζες της· ενώ, για παράδειγμα, ο χριστιανισμός «αρχικά διακήρυττε με πάθος τη στέρηση, στη συνέχεια, διαπράττοντας πραγματική προδοσία, έμελλε να μετατραπεί σε κατακτητική θρησκεία». Συχνά κατήγγειλε το δαιμονικό στοιχείο που υποκρύπτουν και πέρασε πολλά χρόνια διαβάζοντας τους μυστικιστές, αναζητώντας εκεί μια επιβεβαίωση της ύπαρξής του. Πώς μπορεί όμως κανείς να απελευθερωθεί; Την απελευθέρωση την ανακαλύπτουμε μόνοι μας, και όχι μαθητεύοντας σε κάποιον ή προσχωρώντας σε μια πνευματική αδελφότητα· η μόνη βαθιά εμπειρία είναι αυτή που βιώνεται στη μοναξιά. Η αληθινή ζωή είναι αυτή που δεν θέτει στόχους. Αυτό συνιστά η ανατολική φιλοσοφία, η οποία έχει συλλάβει ορθά τις αρνητικές επιπτώσεις της δράσης. Δεν υπάρχει ούτε μία ανακάλυψη που να μην έχει ολέθριες συνέπειες. Ο άνθρωπος θα χαθεί εξαιτίας της μεγαλοφυΐας του.

Νεωτερικός σκεπτικισμός;

Δελεασμένος από την άρνηση και το συναίσθημα του τίποτα, αλλά όχι μηδενιστής, αποτελεί άραγε ο ρουμάνος στοχαστής μια μοντέρνα εκδοχή του σκεπτικιστή, όπως τον προκαλεί η συνομιλήτριά του; Εκείνος προτιμά να μετεωρίζεται ανάμεσα στο αιώνιο δίχασμα σκέψης και πράξης: Αναμφίβολα η δράση έχει ανάγκη τη βεβαιότητα. Όμως, η παραμικρή σκέψη γκρεμίζει αυτή την αυθόρμητη συναίνεση. Τελικά διαπιστώνουμε ότι τίποτα δεν αντέχει, ότι τα πάντα είναι αβάσιμα. Ο σκεπτικισμός είναι η υπεροχή της ειρωνείας. Και πάντα τίθεται το ερώτημα: μέχρι ποίου σημείου μπορεί κανείς να προχωρήσει μέσα στην αμφιβολία; Το μόνο βέβαιο για τον ίδιο είναι πως όλες οι μεγάλες ιστορικές αποτυχίες ακολουθήθηκαν από ένα κύμα σκεπτικισμού. Η πνευματική λάμψη του αρχαίου κόσμου έσβησε με την έλευση του χριστιανισμού. Ήταν αδιανόητο το γεγονός ότι καλλιεργημένα πνεύματα παθιάστηκαν με ένα τόσο αφελές ιδεώδες. Κάθε σκεπτικισμός όμως οφείλει να διακρίνεται από τον κυνισμό, που εκκινεί από μια οιονεί νοσηρή επιθυμία άρνησης, μια διάθεση ξεμασκαρέματος, ένα διεστραμμένο, άνευ σύνεσης, παιχνίδι του πνεύματος

Το βιωμένο απόλυτο

Η μεγαλύτερη τέρψη του Σιοράν υπήρξε η μουσική – ο Μπραμς, ο Σούμαν, ο Σούμπερτ – η μόνη τέχνη που προσδίδει κάποιο νόημα στη λέξη απόλυτο. Είναι το βιωμένο απόλυτο και, η γλώσσα της υπερβατικότητας, εξ ου και οι συνενοχές που προκαλεί ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι το απόλυτο προσλαμβανόμενο μέσα στο χρόνο, αλλά ανίκανο να παραμείνει σ’ αυτόν, είναι ένα υπέρτατο και ταυτόχρονα φευγαλέο άγγιγμα. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το εύθραυστο της μυστικιστικής έκστασης· αλλά σε κάθε περίπτωση την μουσική την κατανοούν μόνο εκείνοι στους οποίους είναι απαραίτητη.

Υπέρ αφορισμών

Ο Σιοράν απομακρύνθηκε οριστικά από την ποίηση χάριν του αφοριστικού λόγου, του μόνου είδους που ταίριαζε στη σκέψη του. Πιστός στην παράδοση του γαλλικού μοραλισμού, ο Σιοράν υιοθέτησε για πρώτη φορά την λακωνική έκφραση του αφορισμού στους Πικρούς Συλλογισμούς [1952], αφήνοντας τον γεμάτο αγανάκτηση λυρισμό του προηγούμενου [Εγκόλπιον Ανασκολοπισμού, 1949]. Στον αφορισμό το χιούμορ και το παράδοξο συμπράττουν με τον σκεπτικισμό σ’ αυτό το σημείο συνάντησης της βλασφημίας, της σύντομης διατύπωσης και του επιγράμματος. Πίστευε πως ένα έργο μακράς πνοής, που υπακούει στις απαιτήσεις μιας αρχιτεκτονικής, που αλλοιώνεται από την έμμονη ιδέα της συνέχειας, παραείναι συνεκτικό για να είναι αληθινό. Ευκαιρία, και εδώ, να διαχύσει το ομολογουμένως γευστικότατο δηλητήριό του: εξάλλου, συναναστράφηκα κατά κόρον ανθρώπους που έγραψαν περισσότερο απ’ ότι θα έπρεπε, που έθεσαν πεισματικά σκοπό τους να παράγουν, παρακινούμενοι από το θέαμα της παριζιάνικης λογοτεχνικής ζωής. Αλλά μου φαίνεται ότι κι εγώ έγραψα πολύ περισσότερα απ’ ό,τι έπρεπε. Ένα και μόνο βιβλίο θα έφτανε. Δεν είχα τη φρόνηση να αφήσω ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητές μου, όπως οι αληθινοί σοφοί που θαυμάζω, εκείνοι που σ’ όλη τη ζωή τους δεν έκαναν τίποτα.

Οι θανατηφόρες ειρωνείες

Με αρτηριακή στα είκοσι πέντε, η αδελφή μου κάπνιζε εκατό τσιγάρα την ημέρα, λες και ήθελε να αυτοκτονήσει. Ο γιος της κατέληξε στην αυτοκτονία, ενώ εγώ, στην άλλη άκρη του Ειρηνικού, περιοριζόμουν απλά στο ρόλο του θεωρητικού της αυτοκτονίας.

Αυτό που ξεχωρίζει τον στοχαστή από τον συγγραφέα είναι ότι ο στοχαστής πιάνει την πένα μόνο όταν έχει κάτι να πει.

Οι άνθρωποι του καιρού μας απώλεσαν την ικανότητα ενατένισης των πραγμάτων. Ξέμαθαν την τέχνη να σκοτώνουν πνευματωδώς τον καιρό τους. Αν έπρεπε να κάνω απολογισμό, θα έλεγα ότι είμαι το αποτέλεσμα των χαμένων μου ωρών.

Οι μισάνθρωποι άνθρωποι

Η καταστροφή ενός ανθρώπου οφείλεται στην αδυναμία του να μείνει μόνος. Ουδείς μπορεί να μείνει μόνος με τον εαυτό του. Σήμερα, όσοι θα έπρεπε να μείνουν με το εαυτό τους σπεύδουν να ανοίξουν την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Νομίζω ότι αν μια κυβέρνηση καταργούσε την τηλεόραση, οι άνθρωποι θα αλληλοσκοτώνονταν εν μέση οδό, επειδή οι σιωπή θα τους τρομοκρατούσε. Στο απόμακρο παρελθόν, οι άνθρωποι διατηρούσαν μεγαλύτερη επαφή με τον εαυτό τους, επί μέρες και μήνες, αλλά τώρα αυτό είναι ανέφικτο. Ως εκ τούτου, μπορούμε να πούμε ότι η καταστροφή επήλθε, ότι ζούμε καταστροφικά.

Συγχρωτισμένος για κάποια χρόνια με την παρισινή κοινωνία, ο Σιοράν παρατηρούσε  έκπληκτος τον τρόπο με τον οποίο ακόμα και οι πιο πνευματώδεις άνθρωποι κακολογούσαν τα υπόλοιπα μέλη της παρέας, όταν εκείνα αποχωρούσαν πρώτα απ’ την ομήγυρη – γι’ αυτό άλλωστε φρόντιζε να φεύγει πάντα τελευταίος! Δεν πρόκειται καν για προσωπική κακία, απλώς ο άνθρωπος απεχθάνεται τον άνθρωπο. Όλοι αυτοί δεν ήταν κατά βάθος κακοί, αλλά διατηρούσαν αυτό το ψυχικό ένστικτο, την ανάγκη να αδικούν, να μειώνουν τον άλλον. Γιατρικό δεν υπάρχει. Νομίζω ότι έτσι φέρνονταν πάντα οι άνθρωποι…Ο άνθρωπος έχει εθιστεί στην κακεντρέχεια…

Επιστροφή στην αλήθεια

Ο απομυθοποιητής των πάντων με κάθε ευκαιρία τονίζει πως αυτό που τελικά γνωρίζει στα εξήντα του, το γνώριζε εξίσου καλά όταν ήταν είκοσι χρονών: σαράντα χρόνια λοιπόν μιας μακράς και ανώφελης εργασίας επαλήθευσης. Την συγκεκριμένη στιγμή δε σκέφτεται ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε μείνει στο χωριουδάκι του και να φυλάει πρόβατα. Θα είχε «καταλάβει εκεί τα ουσιώδη πράγματα το ίδιο καλά», θα ήταν «κοντύτερα στην αλήθεια». Σε κάθε περίπτωση οι καλύτεροι του φίλοι στη Ρουμανία υπήρξαν οι αποτυχημένοι, και όχι οι συγγραφείς. Ακόμα κι εκείνοι που τήρησαν το εξόχως βαλκανικό φαινόμενο: ο αποτυχημένος να είναι ένας τύπος πολύ προικισμένος, που όμως δεν προκόβει, που υπόσχεται τα πάντα αλλά δεν τηρεί τις υποσχέσεις του.

Ο καθένας μόνος του!

Ο Σιοράν είναι απόλυτος όσον αφορά τις κάθε είδους συγγραφικές συμβουλές: Όταν ένας άνθρωπος δεν πιστεύει στον εαυτό του, όταν δεν τρέφει μυστική πίστη γι’ αυτό που θέλει να κάνει, δεν πρέπει να αποτολμήσει το εγχείρημα. Δεν πρέπει να ζητάμε συμβουλές, ούτε να προστρέχουμε σε οιονδήποτε – παρά μόνο για λεπτομέρειες. Ερωτήσεις του τύπου «τι πρέπει να κάνω – τι δεν πρέπει να κάνω;» δεν έχουν νόημα. Η ζωή και το έργο ενός συγγραφέα είναι περιπέτειες που πρέπει να αναλάβει ένας και μόνο. Μιλάει ακόμα για τον Μπέκετ, τον Μισώ (τον «πιο ευφυή συγγραφέα που γνώρισε») αλλά τις παραινέσεις προς αυτόν («οι αναγνώστες περιμένουν από σένα εμπειρίες, όχι θεωρίες»), την αξία των χρόνων της ανωνυμίας, το οριστικό χάσιμο του ύπνου του σε ηλικία 23 ετών, όπου υποχρεωνόταν έστω και με ορθάνοιχτα μάτια, να μένει επί οκτάωρο σε κατάκλιση. Κάπου εξομολογείται πως επί πέντε συναπτά έτη πάλευε με τον καπνό: έπρεπε να κόψει τα τρία πακέτα τσιγάρα που κάπνιζε ημερησίως και να ξαναπιάσει την πένα, που έκοψε όταν έπαψε να καπνίζει. Έμενε σε ξενοδοχείο και τη νύχτα, που την περνούσε πάντα άυπνος, πετούσε τα τσιγάρα από το παράθυρο, για να κατέβει σα μανιακός τρέχοντας μετά από λόγο να τα βρει.

Ανάμεσα στη φρίκη και την έκσταση εφαρμόζω μιαν ενεργή δημιουργική θλίψη.

Το σύντομο αυτό βιβλίο περιλαμβάνει πρόλογο, συζήτηση με την μελετήτρια του έργου του Συλβί Ζωντώ, ανάλυση των έργων του, αυτοβιογραφικό σημείωμα και μια σειρά χαρακτηριστικών αποφθεγματικών φράσεων και παραγράφων αλλά και αποσπάσματα συνομιλιών, επιστολών κλπ. υπό τον τίτλο «είπε…». Αποτελεί, ως εκ τούτου, ταυτόχρονα επαρκή εισαγωγή στη σκέψη του αλλά και το περιληπτικό της καταστάλαγμα.

Πλήρης τίτλος: Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν. Συζήτηση με τη Sylvie Jaudeau. Ανάλυση των έργων του.

Εκδ. Printa [Σειρά Εκ βαθέων], 2005, σελ. 125, μτφ. Κωστής Παπαγιώργης [Cioran – Entretiens avec Sylvie Jaudeau, 1990]

Ο υγιής δεν έχει καμιά ελπίδα στο πνευματικό πεδίο. Η ουσία, το βάθος των πραγμάτων μονοπωλείται απ’ αυτούς που έχουν υποφέρει.

Σημ.: Στην τέταρτη φωτογραφία τρεις Ρουμάνοι στο Παρίσι: Ε.Μ. Σιοράν, Ε. Ιονέσκο, Μ. Ελιάντ (1984).

29
Ιαν.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 104

Ρόαλντ Νταλ, «Εδουάρδος ο κατακτητής» σε: Απροσδόκητες ιστορίες, εκδ. Ποταμός, 2001, μτφ. Ολυμπία Παγουλάτου, σ. 398-400 [Roald Dahl, Edward the Conqueror, Tales of the Unexpected, 1979]

Κάτω απ’ τον τίτλο ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ βρήκε ένα βιβλίο που λεγόταν Επαναλαμβανόμενες Επίγειες Ζωές – Πώς και Γιατί, κάποιου Φ. Μίλτον Ουίλις, έκδοση του 1921. Κάτω απ’ τον τίτλο Λιστ, βρήκε δύο τόμους με τη βιογραφία του. Πήρε και τα τρία βιβλία, μπήκε στο αυτοκίνητό της και γύρισε σπίτι.
Όταν έφτασε στο σπίτι, ακούμπησε τον γάτο πάνω στον καναπέ, κάθισε δίπλα του με τα τρία βιβλία και ρίχτηκε με τα μούτρα στη μελέτη. Αποφάσισε να ξεκινήσει με το βιβλίο του κυρίου Φ. Μίλτον Ουίλις. Ο τόμος ήταν λεπτός και κάπως βρόμικος, είχε όμως ένα κάποιο ειδικό βάρος, και το όνομα του συγγραφέα απέπνεε κύρος.

Το δόγμα της μετενσάρκωσης, διάβασε, ορίζει ότι οι ψυχές μεταβαίνουν σε ολοένα ανώτερες μορφές ζωής. Ένας άνθρωπος, επί παραδείγματι, δεν δύναται να ξαναγεννηθεί ως ζώο, όπως ακριβώς ένας ενήλικας δεν μπορεί να ξαναγίνει παιδί. …Γύρω από το κέντρο της συνείδησης του καθενός από εμάς υπάρχουν, εκτός από το συμπαγές εξωτερικό σώμα, τέσσερα άλλα σώματα, αόρατα για το κοινό ανθρώπινο μάτι, απολύτως ορατά, όμως, για εκείνους των οποίων οι ικανότητες αντίληψης υπερφυσικών πραγμάτων έχουν γνωρίσει την απαραίτητη ανάπτυξη…

Παρακάτω στο βιβλίο, βρήκε μια λίστα με μερικές από τις πιο διάσημες μετενσαρκώσεις. Ο Επίκτητος, λέει, επέστρεψε στη γη ως Ραλφ Ουάλντο Έμερσον, ο Κικέρων ως Γλάδστων, ο Αλφρέδος ο Μέγας ως Βασίλισσα Βικτωρία, ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής ως Λόρδος Κίτσενερ. Ο Πυθαγόρας επέστρεψε ως Δάσκαλος Κουτ Χούμι, που είναι ο κύριος που ίδρυσε τη Θεοσοφική Σχολή, μαζί με τη Μαντάμ Μπλαβάτσκυ και τον Συνταγματάρχη Χ.Σ. Όλκοτ (τον διακεκριμένο αμερικανό δικηγόρο, μετενσάρκωση του Ασόκα Βαρντχάνα, βασιλιά της Ινδίας). …Ο Ρούσβελτ και ο Καίσαρ συνυπήρξαν πολλές φορές ως στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες. Σε μία μάλιστα από τις ενσαρκώσεις τους χιλιάδες χρόνια πριν, υπήρξαν ζευγάρι….

28
Ιαν.
12

Άρνον Γκρούνμπεργκ – Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου

H νοσηρή πατρότητα

Πώς ζεις αφού σε έχουν νικήσει; Κοιτάζεις τους ανθρώπους στα μάτια ή τα αποφεύγεις; Ίσως είναι καλύτερα να κοιτάς κάτω, με την ελπίδα ότι δεν θα σε δουν όσο εσύ δεν βλέπεις αυτούς. Η ιστορία, ο μύθος γύρω από τον οποίο ύφαινες την ταυτότητά σου όλα αυτά τα χρόνια αποδεικνύεται ότι δεν ισχύει πια. (σ. 181, 184)

Ο Γέργκεν Χόφμεϊστερ υφίσταται διαδοχικά χτυπήματα. Η «άσωτη» σύζυγός του επιστρέφει θεωρώντας αυτονόητη μια θέση στο σπίτι, επαγγελματικά απομακρύνεται από τη δουλειά του καθώς κρίνεται «μεγάλος για να απολυθεί» αλλά πάντως περιττός και ανεπαρκής, ενώ ένα αποτυχημένο επενδυτικό πρόγραμμα μόλις εξαφάνισε όλες του τις οικονομίες του. Σε συζυγικούς διαλόγους αλληλοσυντριβής και ερωτικής ταπείνωσης κατηγορείται πως πάντα έβρισκε την ευτυχία αφόρητη, πως η ζωή του χωρίς τραγωδία δεν είχε νόημα. Εκείνη ήταν σίγουρη πως θα τον έβρισκε μόνο και ανεπιθύμητο τοις πάσι, εκείνος ήταν βέβαιος πως η επιστροφή της ήταν η μοναδική της επιλογή, πως οι νεκρές φύσεις που ζωγράφιζε δεν άξιζαν πολλά αλλά πως «η ίδια ως νεκρή φύση ήταν απαράμιλλη». Για τον καθένα τους ο άλλος είναι «το πιο αναγνωρίσιμο ερείπιο του κόσμου του»· «μονοζυγωτικά δίδυμα στον κοινό εξευτελισμό».

Εκείνος έμαθε να ζει με την απουσία της γυναίκας του, έκανε την προσμονή της  τελετουργία. Η φυγή της τον έμαθε να ζει με τη σιωπή της, όπως πριν ζούσε με την παρουσία της. Μετέφρασε την ελευθερία του σε απαλλαγή από τα παράπονά της κι έκανε την προσμονή της επιστροφής της τελετουργία. Στην χειρότερη συμβιβάστηκε με την ιδέα πως ήταν σχεδιασμένος να γίνει άγαμος πατέρας, ενίοτε και σερβιτόρος στο ίδιο του το σπίτι. Η αντιπαράθεσή του με τον ενοικιαστή ενός διαμερίσματός του πολλαπλασιάζει τα δεινά: ο τελευταίος, από αλλοτινό θύμα της σαδιστικής τελετουργίας είσπραξης του ενοικίου και της κρυφής επιθεώρησης του μισθίου, μετατρέπεται σε κατακτητή της Ίμπι (μεγαλύτερης κόρης του Γέργκεν) και επιτίθεται με σκληρά λόγια στον πατέρα της, που «εγκαλείται»για έλλειψη στοργής και πρόκληση οίκτου.

Ανήμπορος μπροστά στην παγκόσμια οικονομία, «στον εχθρό δίχως πρόσωπο» που του στέρησε τις αποταμιεύσεις του, ο Χόφμεϊστερ αρνείται να ομολογήσει τον επαγγελματικό του παροπλισμό: αποκτά νέο ωράριο εργασίας περιπλανώμενος στο αεροδρόμιο, υποδυόμενος τον συνηθισμένο ταξιδιώτη. Δεν αναμένεται όμως καμία απογείωση: η ζωή του πλέον είναι «μια ατέλειωτη αναγκαστική προσγείωση». «Του φάνηκε ότι ολόκληρη η ζωή του είχε οδεύσει προς αυτή την ντροπή. Η ελευθερία που του είχε χαριστεί ξαφνικά έμοιαζε με έρημο». Περισσότερο από κάθε άλλη φορά αισθάνεται ως ο άντρας που κανείς δεν προσέχει, πως ο κόσμος ανήκει μόνο στους αριστεύσαντες· οι υπόλοιποι εξοντώνονται ή παραμερίζονται στη γωνία. Η αναγωγή της νοημοσύνης «σε θεό που θα τα διόρθωνε όλα» δεν αποδίδει: «Τα λευκά σημεία είναι πολυάριθμα. Ο θεός δεν μπορεί να φτάσει εκεί, δεν έχει απάντηση σ’ αυτά». Αισθάνεται πλέον πολύ σοφός και πολύ γέρος για να συμμετάσχει σε οτιδήποτε – αλλά έτσι ήταν από τα δεκαπέντε του.

Όμως «κάτι του είχαν αφήσει. Το ωραιότερο, το καλύτερο, το πιο αγαπημένο: την Τίρζα του». Ο πατρικός ρόλος αποτέλεσε ζωτικό λόγο ύπαρξης, ένα πεδίο αριστείων. Η ουσία της πατρότητας εξαντλήθηκε στην θωράκισή της για μια κριτική και φιλοσοφημένη ενατένιση του κόσμου. Στα δέκα τής γνώρισε τον Δον Κιχώτη, στα δώδεκα τήν Μαντάμ Μποβαρύ. Το νανούρισμα ανήκε στους μεγάλους Ρώσους: η εφηβική κατανόηση του μηδενισμού θα την προστάτευε εγκαίρως. Ακόμα κι όταν έκπληκτος πληροφορηθεί την ανορεξία της δεν ανησυχεί. Την παραδίδει στην κλινική και συζητά στην κοντινή πανσιόν μαζί με ομοιοπαθείς πατεράδες περί Αντόρνο και Τολστόι. «Αν υπάρχει λύση, θα βρεθεί στα βιβλία. Πού αλλού;». Γι’ αυτόν το μέλλον πρέπει να είναι ακριβώς όπως το έχει σκεφτεί· θα είναι ακριβώς όπως το έχει σκεφτεί.

Δεν μπορείς να συνεχίζεις να σκαλίζεις το παρελθόν σου μ’ ένα μαχαίρι σαν να είναι ένας κήπος που πρέπει να σκάψεις, Γέργκεν, γιατί κάποια μέρα θ’ αρχίσεις να σκαλίζεις τον εαυτό σου μ’ αυτό το μαχαίρι… . / Έπρεπε να χτυπήσεις την πραγματικότητα με το μαστίγιο της φαντασίας, αλλιώς αυτή η πραγματικότητα θα σε έριχνε από τη σέλα σαν ένα άλογο που σηκώνεται στα πίσω του πόδια… (σ. 142)

Τι άλλο όμως αποτελεί η Τίρζα εκτός από ύστατο λόγο ύπαρξής του, που εμπεριέχει τον φόβο της απώλειας; Η προσκόλλησή του είναι ασφυκτική, ο σχεδιασμός του μέλλοντός της εμμονικός. Τι είναι εκείνος γι’ αυτήν; Ένα είδωλο θεοποιημένο, ένας σχεδόν πλατωνικός εραστής, που βραχυκυκλώνει όταν του ζητά ερωτικές συμβουλές, όταν του διαμαρτύρεται πως αποτελεί την μόνη γυναίκα που έχει ή απαιτεί να αποδεχτεί την ωρίμανσή της; Η αναχώρησή της για το πρώτο μετεφηβικό  ταξίδι με τον μουσουλμάνο εραστή της (αναμφίβολα τρομοκράτη κατά τον πατέρα της), σημαίνει την απαρχή της κατάρρευσης του κόσμου του: έρημος στην έρημο ξανά. Για πόσο θα παραμένει παθητικός δέκτης παντός δεινού;

Ο Γκρούνμπεργκ αποσιωπά ορισμένες πτυχές του δράματος, αφήνοντας τις μονομανίες και τους ψυχαναγκασμούς του Χόφμεϊστερ να γίνουν σταδιακά εμφανείς, ενώ κοφτερά τομογραφεί την μετατροπή των ευδαιμονικών της μοντέλων ζωής σε δαιμονικά τραύματα. Ο μύθος εκβάλλει στην αναζήτησή της καταδικασμένης κόρης στην Αφρική και στην ιδιόμορφη αντικατάστασή της. Ακόμα κι εδώ ο Χόφμεϊστερ απροκάλυπτα γράφει τις δικές του σημειώσεις στο σημειωματάριο που της ανήκει, όπως άλλωστε έκανε πάντα στη ζωή της: αυτός ήταν που έγραψε, ερήμην της, την ιστορία της.

Θα μπορούσε κανείς να πάει για εξερεύνηση στο ίδιο του παρελθόν σαν να ήταν μια ξένη χώρα. Ζούγκλα. Βουσμάνοι, ένα τσουκάλι. Οι κανίβαλοι σε καλωσορίζουν, κι ενώ το νερό ζεσταίνεται σιγά σιγά, δεν βλέπεις πια όλες τις λευκές κηλίδες σαν λευκές κηλίδες, αλλά ακριβώς όπως ήταν…Επιτέλους ξέρεις ποιος είσαι και τότε να το νερό αρχίζει να κοχλάζει. (σ. 85)

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, μτφ. Ινώ βαν Ντάικ – Μπαλτά, σελ. 445 [Arnold Grunberg, Tirza, 2006].

27
Ιαν.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 77. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Μετά χαράς. Δεν πρόκειται τόσο για ένα ταξίδι απ’ την Αγγλία στην Τουρκία όπως υποστηρίζει ο τίτλος του, αλλά για μία πάλη, ή ένα παιχνίδι ίσως, να συμβιβάσω τις δυο γλώσσες στις οποίες γράφω: τ’ Αγγλικά και τα Ελληνικά. Κι ύστερα, για μια ερωτική ιστορία ― από αυτές που όλοι έχουμε και κάπως πρέπει να ξορκίσουμε. Είναι όμως και μια τιμή για μένα, καθότι βρίσκεται κάτω από τη σκέπη των εκδόσεων Πόλις.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Αναλόγως σε ποια φόρμα εργάζομαι. Όταν πρόκειται για ποίηση, η σύλληψη των ιδεών γίνεται συνήθως σε απρόσμενες στιγμές: κατά τη διάρκεια μιας βόλτας ή ενός μπάνιου στη θάλασσα, πετώντας με το αεροπλάνο, παρακολουθώντας μια ταινία, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Πολλές φορές σε κάποιο καφέ. Συνήθως κατά μόνας. Σπανιότερα μέσα από συζητήσεις. Απ’ το πουθενά ξεφυτρώνει κάποια φράση και «κολλάει» στο μυαλό, επαναλαμβάνεται αυτοβούλως σαν ρεφρέν από τραγούδι και αργότερα μόνον βρίσκει τη θέση που της αρμόζει στο χαρτί. Έχω ένα σωρό μικρά σημειωματάρια όπου καταγράφονται τέτοιες ιδέες, φράσεις, ή προπλάσματα ποιημάτων, μην τυχόν και  τα ξεχάσω.
Η δουλειά, φυσικά, γίνεται στο σπίτι. Στον υπολογιστή. Εκεί μπαίνει το παζλ στη θέση του, είτε είναι ποίημα, είτε είναι πεζό. Αδυνατώ να θεωρήσω κάτι ολοκληρωμένο εάν δεν το έχω διαβάσει επανειλημμένα και κάτω από συνθήκες πλήρους ησυχίας και νηφαλιότητας (πνευματικής και μη).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Καμία ιδιαίτερη τελετουργία πλην του καφέ που μονίμως συνοδεύει τη συγγραφική μου πράξη. Η μουσική είναι συνήθως απούσα διότι μ’ εμποδίζει ν’ αφουγκραστώ τον εγγενή ρυθμό ενός ποιήματος ή ενός πεζού.
Σε παλαιότερες εποχές η μουσική έπαιζε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της συγγραφής ― νομίζω ότι έφταιγε ο χειμαρρώδης ενθουσιασμός της μετεφηβικής ηλικίας. Τώρα πια, όχι και  τόσο.
Ούτε στην ανάγνωση τη χρησιμοποιώ πλέον, πλην σε ελάχιστες. Τότε, επιλέγω είτε κάτι άγνωστο (ώστε να μην αποσπάται η προσοχή μου κι αρχίσω να σφυρίζω συνοδεία μουσικής) είτε κάτι επαναλαμβανόμενο και μινιμαλιστικό (Φίλιπ Γκλας, λ.χ.) που, για κάποιο λόγο, νιώθω πως με ωθεί παραπέρα στη δουλειά μου. Συνήθως δίνω μεγάλη προσοχή στην ενορχήστρωση της μουσικής που ακούω (προκλασική, αλλά και πολλές τζαζ ηχογραφήσεις της ECM) με αποτέλεσμα να αδυνατώ να συνδυάσω τη συγγραφή με την ακρόαση.

Από τις ωραιότερες ανακαλύψεις μου τώρα τελευταία ― στα απαραίτητα διαλείμματα από τη συγγραφή ― είναι διάφοροι ιντερνετικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί κλασικής μουσικής, ιδιαιτέρως από χώρες με των οποίων τις γλώσσες δεν είμαι εξοικειωμένη: ανάμεσα σε γνώριμα κομμάτια, χαίρομαι ν’ ακούω τους εκφωνητές να μιλούν Ουγγρικά στο Ράδιο Μπαρτόκ, π.χ. : με μαγεύει ο άγνωστος ρυθμός της γλώσσας, έτσι όπως ψάχνω να την τοποθετήσω ανάμεσα στα Φινλανδικά και τα Κορεάτικα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μονίμως! Σε καφέ, σε μπαρ, σε τραίνα (τι υπέροχο το ταξίδι με τραίνο!), αεροπλάνα, αεροδρόμια, νοσοκομεία, πάνω σε καπώ αυτοκινήτων, όπου μπορείτε να φανταστείτε. Αλλά η τελική επεξεργασία γίνεται πάντα και μόνο στον υπολογιστή, σε μέρος ήσυχο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τον Αμερικανό ποιητή Φρανκ Ο’ Χάρα. Έχω την εντύπωση ότι έζησε τη ζωή του με τον ίδιο ανάλαφρο και, συνάμα, βαρυσήμαντο τρόπο που διαβάζονται τα ποιήματά του: η Νέα Υόρκη τη δεκαετίας του ’50, η δουλειά του ως μελετητής εκθέσεων στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, οι επιπόλαιοι δεσμοί του με νεαρά αγόρια, οι δυνατές φιλίες που διατηρούσε με τον Άσμπερυ και τον Ντε Κούνινγκ μεταξύ άλλων, ο θαυμασμός του για τον Τζάκσον Πόλοκ ― όλα αυτά είναι βιογραφικά στοιχεία που μ’ εξιτάρουν, ασχέτως της αγάπης που τρέφω για την ποίησή του. Υφίστανται, βεβαίως, ήδη μονογραφίες πάνω στο έργο και τη ζωή του, αλλά στην Ελλάδα ο Ο’ Χάρα είναι σχετικά άγνωστος. Θα μου έδινε μεγάλη χαρά να μεσολαβήσω ώστε να γίνει γνωστότερος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Θα ήθελα να μπορώ να κάνω το ίδιο και με τον Τζάκσον Πόλοκ, αλλά νιώθω πως οι λέξεις είναι παραπλανητικές στην περιγραφή της δύναμης της ζωγραφικής του. Συν τοις άλλοις, η ζωή του, αντιθέτως με του Ο’ Χάρα, δε συνάδει με το μεγαλείο της τέχνης του: ο Ο’Χάρα δημιούργησε λόγω της ζωής που ζούσε• ο Πόλοκ παρ’ όλη τη ζωή που ζούσε. Ίσως, όμως, καλύτερα έτσι, γιατί θα έχω την ευκαιρία ν’ ασχοληθώ και με τον Πόλοκ μέσω του Ο’ Χάρα, αν ποτέ το αποφασίσω.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Paul Auster, Knut Hamsun, Jens Christian Grøndahl, Peter Høeg, Patrick Modiano, Martin Amis, Jean Echenoz, Joseph Conrad, Herman Hesse, Jeanette Winterson, Tim Parks, Philip Roth, Gore Vidal.
Από ποιητές: Frank O’Hara, Adrienne Rich, e.e. cummings, Carol Ann Duffy, Richard Siken, Frederick Seidel, Walt Whitman, Wendy Cope, Billy Collins, Adam Zagajewski, Eugenio Mondale, Τάσος Λειβαδίτης, Μιχάλης Αναγνωστάκης κι ο Τούρκος Orhan Veli Kanık. Παλεύω, επίσης, μονίμως, με τον T.S. Elliot, την Elizabeth Bishop και τον Ανδρέα Κάλβο.
Τέλος, είμαι μόνιμη και περιχαρής αναγνώστης των φιλοσοφικών δοκιμίων του παλιού μου καθηγητή, πολιτικού φιλοσόφου John Gray, των περιπατητικών στοχασμών του W.G. Sebald και της μεγάλης μου φοιτητικής αγάπης, του Φρειδερίκου Νίτσε.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

(Σκέφτομαι τα βιβλία στα οποία επανέρχομαι πάντα με χαρά και ανανεωμένη προσμονή:)
Mrs. Dalloway (V. Woolf), Πείνα (K. Hamsun), Η Δίκη (Κafka), The New York Trilogy (P. Auster), The Man Who Was Thursday (G.K. Chesterton), Cosmopolis (De Lillo), Το Δέρμα (Κ. Μαλαπάρτε), Κάτω από τον τροχό (H. Hesse), City (Al. Barricco), Straw Dogs (John Gray), Darkness Visible (William Styron), The Great Gatsby (F. Scott Fitzgerald), Crush (Richard Siken), Ragtime (E.L. Doctorow), Ο Γύρος του Θανάτου (Θ. Κοροβίνης), Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση (J. Améry). Όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι να διαβάζω πάνω από πενήντα φορές το «Moonfleet» του J. Meade Falkner. Καιρός να ξανασυναντηθούμε• δεν ξέρω τι θα προκύψει!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Σαφώς. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Γιώργος Ζαρκαδάκης, ο Θωμάς Κοροβίνης, η Έρση Σωτηροπούλου με τη «Φάρσα», η Λένα Κιτσοπούλου στιγμές στιγμές, η Κάλλια Παπαδάκη, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Στην ποίηση, ο Νάσος Βαγενάς, ο πρώιμα χαμένος Γιάννης Βαρβέρης, ο νεαρός Νίκος Βιολάρης, ο Γιάννης Δούκας, ο Κωστής Γκιμοσούλης, ο Χάρης Βλαβιανός, οι μικρές φόρμες του Πάνου Κυπαρίσση και ο Σταμάτης Πολενάκης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αμοραλιστής Τομ Ρίπλεϋ, της Πατρίσια Χάισμιθ. Βαριέται να σκοτώνει, αλλά αν χρειαστεί, θα το κάνει κι αυτό… Υπέροχη σύλληψη ενός γοητευτικότατου ψυχοπαθούς: μια ζωή δίχως συναισθηματισμούς.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Εργάζομαι με λιγότερο συστηματικό τρόπο απ’ όσο θα ήθελα. Έχω, φυσικά, ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με έναν ορισμένο αριθμό σελίδων ανά ημέρα, αλλά συνήθως πάει στράφι… Πλην λίγων περιπτώσεων, όταν αποφασίσω πια, με το καλό, να καθίσω και ν’ ασχοληθώ με μία μετάφραση, το κάνω πυρετωδώς: εργάζομαι πολύ περισσότερες ώρες απ’ ό,τι υπολόγιζα, βγάζοντας πολύ περισσότερες σελίδες ανά την ημέρα, έχοντας φυσικά λιγότερο περιθώριο χρόνου. Έτσι η μετάφραση μού θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφω πεζογραφία, ή ακόμα και τον τρόπο που έγραφα κάποτε τις μεταπτυχιακές διατριβές: βυθίζομαι έντονα μέσα στον κόσμο του συγγραφέα και δε βγαίνω για αέρα μέχρι να τελειώσει το εγχείρημα. Μοιάζει λίγο με τον έρωτα• έχει αυτόν τον ενθουσιασμό που σε κάνεις να θες να διαβάσεις και να μυηθείς στα του κειμένου άγνωστα: τη ζωή του συγγραφέα, τις ιστορικές και γεωγραφικές συντεταγμένες της πλοκής, κλπ. Ίσως να είναι καλό αυτό, εν τέλει, διότι έτσι το κείμενο αποκτά μία σφιχτοδεμένη προσωπική ταυτότητα: ο μεταφραστής έχει ριψοκινδυνεύσει, κατά κάποιον τρόπο,  την πνευματική του γαλήνη κι άρα το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ρίσκο.

Ιδεατά, ο μεταφραστής πρέπει να θαυμάζει και ν’ αγαπά το κείμενο που καλείται να μεταφράσει. Επειδή αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, φτάνει να υπάρχει μία σχέση σεβασμού ανάμεσα στους δύο «γονείς». Ο μεταφραστής υποχρεούται να μεταφέρει όσο πιο κομψά γίνεται το έργο του συγγραφέα στη μητρική του γλώσσα, ει δυνατόν δίχως να δίνεται ποτέ η εντύπωση ότι το αποτέλεσμα είναι προϊόν μετάφρασης. Στο δίλημμα, δηλαδή, μεταξύ αυθεντικότητας και ομορφιάς, ψηφίζω ομορφιά. Αλλά, για να το ξεκαθαρίσω: αναφέρομαι μόνο στην πεζογραφία. Η ποίηση είναι άλλο ζήτημα. Κι αυτό έχει να κάνει, νομίζω, με το ρυθμό. Άλλο να μεταφράσεις ένα πεζογράφημα από μέτρο 4/4 σε 6/8 λόγω του διαφορετικού ρυθμού της γλώσσας, κι άλλο ν’ αλλάξεις το τέμπο ενός ποιήματος…

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θα έλεγα ότι δυσκολεύτηκα (ηδονικά, όμως!) περισσότερο στο βιβλίο της Melanie Wallace, «Blue Horse Dreaming»: ήταν τόσο δαντελωτά γραμμένο, διανθισμένο μ’ ένα λεξιλόγιο λεπτών αποχρώσεων κι εντόνων συγκινήσεων. Είναι γενικά δύσκολο ν’ αποφύγεις τους συναισθηματισμούς στην ελληνική γλώσσα: οι λέξεις βρίθουν «βάρους». Ενώ το βιβλίο της Wallace ήταν ένα καταπληκτικό δείγμα αγγλικής ακριβολογίας και συναισθηματικής αποστασιοποίησης, παρ’ όλο που περιέγραφε έναν βούρκο βιαιότητας, ανηθικότητας και τρέλας.
Όσο για τη μετάφραση που ευχαριστήθηκα περισσότερο, αυτή βρίσκεται στον αντίποδα όσων συνήθως κάνω: μου ζητήθηκε να μεταφράσω δυο διηγήματα συγγραφέων των εκδ. Πόλις στ’ Αγγλικά, ώστε να σταλούν σε διεθνείς διαγωνισμούς. Η χαρά και μόνο ότι καλούμουν να πλάσω εγώ την λεπτεπίλεπτη και κοφτερή Αγγλική γλώσσα, ήταν από μόνη της υπεραρκετή.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εν τη απουσία (για την ώρα) σχεδίου έκδοσης του βιβλίου της Γουάλας, θα πρότεινα με μεγάλη μου χαρά το «Some kind of Grace» («Χάρις κι Εξιλέωσις») του Ρόμπιν Τζένκινς, που θα κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο από τις εκδόσεις Πόλις. Ο Τζένκινς ― ένας γίγαντας της σκοτσέζικης λογοτεχνίας ― είναι ένας πραγματικός μάστορας της γλώσσας: ελπίζω να μην έχω φανεί κατώτερη των προσδοκιών μεταφέροντας το βιβλίο του στα Ελληνικά, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του, αγγλική έκδοση. Πρόκειται για την ιστορία ενός πρώην Βρετανού διπλωμάτη που επιστρέφει στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του ’50 για ν’ ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την εξαφάνιση δύο φίλων του, χριστιανών ιεραποστόλων, και βρίσκεται στη δίνη πανταχόθεν φυσάμενων ραδιουργιών και δογματισμών, εταιρικών συμφερόντων και  πνευματικής πενίας.  Αυτό που μ’ έθελξε περισσότερο είναι το πόσο εύστοχος παραμένει ακόμα και σήμερα ο σχολιασμός των σχέσεων του δυτικού κόσμου με τη Μέση Ανατολή: από τις χλιδάτες δεξιώσεις της Βρετανικής Πρεσβείας μέχρι την πανταχού παρούσα φτώχεια και την επικρατούσα δεισιδαιμονία, τίποτα δε μοιάζει να έχει αλλάξει τα τελευταία εξήντα χρόνια στο Αφγανιστάν, πλην της πυρπόλησης των γιγαντιαίων αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμυάν (που τόσο έξοχα περιγράφει ο Τζένκινς) από τους Ταλιμπάν και της αντικατάστασης των βρετανικών αποχρώσεων της αποικιοκρατικής υπεροψίας από αμερικανικές. Θεωρώ ότι είναι ένα μικρό διαμάντι «κατασκοπευτικής» μυθιστορίας, γλωσσοπλασίας και ιστορικού σχολιασμού.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Σαφώς και υπάρχουν! Από ποιητές, οι προαναφερθέντες Φρανκ Ο’ Χάρα και Αντριέν Ριτς. Ίσως κι ο Ρίτσαρν Σάικεν (αν θαυμάζω υπερβολικά τη μουσικότητά του ώστε να την αμαυρώσω μεταφράζοντάς τον). Θα ήθελα να μπορώ να μεταφράσω τον Πέτερ Χόε, ειδικά το πρώτο του βιβλίο, την «Αντίληψη του εικοστού αιώνα» (Forestilling om det tyvende århundrede)• αλλά δε μιλάω Δανέζικα… Ίσως από τα –παραπλήσια- Νορβηγικά μια μέρα… Αντί για συγκεκριμένους συγγραφείς, θ’ αναφέρω τρία βιβλία που αγάπησα: Τα προσφατα «Lamb» της Bonnie Nadzam και «Open City» του Αμερικανο-Νιγηριανού Teju Cole, και τη (θρυλική στη Νορβηγία) τριλογία του Gunnar Staalesen «1900/1950/1999» όπου, με πρόσχημα την ιστορία ενός φόνου (που συμβαίνει την 1/1/1900 κι εξιχνιάζεται την 31/12/1999) παρελαύνει όλη η ιστορία του 20ου αιώνα μέσα από τα μάτια διαφορετικών κατοίκων στο Μπέργκεν της Νορβηγίας. Θα το θεωρούσα μεγάλη τιμή, επίσης, να μεταφέρω το σύνολο του έργου του Κνουτ Χάμσουν στα Ελληνικά, όπως και να μεταφράσω εκ νέου τα δοκίμια του Πωλ Βαλερύ για την ποίηση. Δε χορταίνω να τα διαβάζω…. Αλλά αυτά στο (πολύ) μέλλον. Τέλος, καιρός κάποια στιγμή ν’ ασχοληθώ και με την αντίθετη εργασία: τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στα Αγγλικά: τους διεθνώς παραμελημένους Ηλία Βενέζη και Κοσμά Πολίτη• την ποίηση του Ουράνη.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σωστά στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα. Όσο ονειρεμένη και να είναι μια μετάφραση του Σαίξπηρ, δεν παύει να είναι Σαίξπηρ: η σύλληψη, η ιδιοφυΐα είναι όλη δική του. Φυσικά κι ένας «άψογος» μεταφραστής του Σαίξπηρ πρέπει να χαίρει μιας κάποιας αναγνώρισης (όπως, επίσης, και οι εσκεμμένες επιλογές που έκανε), αλλά σπάνια ξεπερνά ο μεταφραστής το συγγραφέα. Δύο εξαιρέσεις γνωρίζω σ’ αυτόν του κανόνα: τις μεταφράσεις (αποδόσεις) των ποιημάτων του Nazim Hikmet από το Γιάννη Ρίτσο και τις αγγλικές μεταφράσεις του Orhan Pamuk από την Maureen Freely. Ο πρώτος δεν μιλούσε τουρκικά κι ουσιαστικά «γέννησε» εκ νέου ποιήματα παραπλήσια με του Χικμέτ ― καλύτερα, δε, από τα αρχικά. Η δεύτερη είναι εξ’ ολοκλήρου υπεύθυνη για το Νόμπελ του Παμούκ: όταν ο πρόεδρος της Σουηδικής ακαδημίας κατηγορήθηκε για πολιτική μεροληψία υπέρ του Τούρκου συγγραφέα, κατέστησε σαφές ότι η επιλογή έγινε καθαρά με λογοτεχνικά κριτήρια. Η σύγκριση της εξαιρετικής μετάφρασης της Freely μα τα ασθμαίνοντα κείμενα στο πρωτότυπο δείχνει την πραγματική πηγή της λογοτεχνικής τους αξίας.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Βαργκ Βέουμ με ακολουθεί συνεχώς! Τώρα τελευταία, δε, κάνει τη μία εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη μετά την άλλη. Αν κι εγώ τον είχα φανταστεί λίγο διαφορετικά, λίγο περισσότερο σαν τον ίδιο τον Στόλεσεν κι όχι σαν το γοητευτικό Trond Espen Seim… Ο Άξελ Βίντινγκ επίσης. Είναι το alter ego του πολύ αγαπητού μου μουσικού Ketil Bjørnstad: μεγάλωσε κι έγινε ένας εξαιρετικός συνθέτης κι ερμηνευτής της jazz. Συν τοις άλλοις, υπάρχει κι ένα τρίτο και τελευταίο μέρος των περιπετειών του, που παραμένει για την ώρα αμετάφραστο. Οψόμεθα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον «Δρυ», το εφηβικό alter ego του καλού μου, πια, φίλου Ιζζέτ Τζελάσιν: εγκατέλειψε την Κων/πολη και ζει μια όμορφη και ήσυχη ζωή στο Όσλο.

Ο χαρακτήρας που αγάπησα περισσότερο, όμως, (και τη ζωή του οποίου ζήλεψα και λίγο) ήταν ο Τζων Μικλάουντ, του Ρόμπιν Τζένκινς: πάντα είχα αδυναμία στους ατρόμητους λάτρεις του κοσμοπολιτισμού, των ταξιδιών και της περιπέτειας. Ο Τζων με «συνόδευσε» για αρκετούς μήνες μετά το τέλος του βιβλίου, καθώς μου έδωσε την αφορμή να μελετήσω αυτό που οι Βρετανοί ονομάζουν «Το Μεγάλο Παιχνίδι»: τις αποικιοκρατικές συγκρούσεις μεταξύ Βρετανών και Ρώσων για τον έλεγχο της Κεντρικής Ασίας. Είναι μια πτυχή της ιστορίας για την οποία γνώριζα ελάχιστα πράγματα και η οποία ― λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εμπλοκή της Γερμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα πράγματα ― μ’ έκανε να δω τον 1ο Π.Π. μ’ ένα εντελώς νέο μάτι.

Περί αδιακρισίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Ζαν Μισέλ Γκενασιά (εκδ. Πόλις). Την τριλογία Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπροχ (εκδ. Μέδουσα). Ξαναδιαβάζω, για δεύτερη φορά (back to back, που λένε) το «Οpen City» του Teju Cole. Ανάλογα το κέφι μου!
Γράφω ποίηση, με σκοπό την έκδοση μιας δεύτερης ποιητικής συλλογής στα Ελληνικά. Μερικά ποιήματα είναι έτοιμα και θα «φύγουν» για δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Στα υπόλοιπα κάτι λείπει, όπως λέμε χαριτολογώντας με το Γιάννη Δούκα: ένα χέρι εδώ, ένα πόδι εκεί• μερικά έχουν δυο μύτες, δυο αυτιά, κ.ο.κ. Χρήζουν εγχείρισης. Συνεχίζω να γράφω και στ’ Αγγλικά. Αυτό δε σταματάει ποτέ.

Ακονίζω τις δυνάμεις μου μ’ ένα πεζό κείμενο που ξεκίνησε από διήγημα, έγινε νουβέλα και ξανακόπηκε σε διήγημα. Επίσης μη-έτοιμο. Δε μου προκαλεί το ίδιο άγχος όσο τα ποιήματα όμως. Θέλει χρόνο για να ωριμάσει.

Μεταφράζω τη συνέχεια της «Λέσχης των Νέων Πιανιστών» του Ketil Bjørnstad για τις εκδόσεις Πόλις, με τίτλο «Το Ποτάμι». Επίσης, τα «21 τραγούδια αγάπης» της Adrienne Rich, από την ποιητική της συλλογή «The dream of a common language». Ξανά…Τις προάλλες, έσβησα άθελά μου το file με την υπάρχουσα μετάφραση κι έπρεπε να ξεκινήσω απ’ την αρχή. Μεγαλεία…

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είδα πρόσφατα το Λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι κι ενθουσιάστηκα με την αισθητική και τον ανθρωπισμό του. Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Α Single Man» του Τομ Φορντ: ήταν μια υπενθύμιση ότι στην άρτια εκτελεσμένη τέχνη δε χωράει τίποτα το περιττό.

Στο σινεμά έχω ορισμένους σύγχρονους σκηνοθέτες που αγαπώ και παρακολουθώ, ασχέτως εάν ορισμένες ταινίες τους μ’ έχουν απογοητεύσει. Ποιος καλλιτέχνης είναι, εξάλλου, μονίμως καλός; Είναι συνήθως σκοτεινοί και λίγο καφκικοί: David Lynch, Darren Aronovksy, David Fincher, Christopher Nolan, Nuri Bilge Ceylan, Christopher Boe, Lars Von Trier. Στέκονται όλοι πάνω στους ώμους των γιγάντων Ingmar Bergman και Akira Kurosawa. Με το θέατρο τα πήγαινα πολύ καλύτερα όσο ζούσα στην Αγγλία… Αγαπούσα ιδιαίτερα τα ευφυέστατα θεατρικά έργα του David Hare και της Yasmina Reza.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την αιώνια νιότη, όχι. Την εκτενή νιότη, ίσως. Τη μεταφραστική μου ιδιότητα, γιατί όχι; Την αναγνωστική, ασφαλώς και όχι. Τη συγγραφική, δε, με τίποτα.

Στις φωτογραφίες: Frank O’ Hara, John Gray, Adrienne Rich, Jens Christian Grøndahl, Patrick Modiano, Teju Cole, Gunnar Staalesen, Ketil Bjørnstad, David Hare, Kaurismaki/Havre.

26
Ιαν.
12

Ευγένιος Τριβιζάς – Ο Τζιμ το Τζιτζίκι

…και η συμμορία του μονόφθαλμου τυφλοπόντικα

Θίασος ’81

Δυο λαλίστατα μυρμήγκια μαζεύουν και μαζεύουν και μαζεύουν όχι ένα ούτε δυο αλλά σαράντα σπόρους ροδιού για το χειμώνα ενώ ένα χαμογελαστό τζιτζίκι παραδίπλα απορεί κι ομολογεί: Και μόνο που τα βλέπω παθαίνουν υπερκόπωση τα μάτια μου. Αυτός είναι αοιδός σωστός και τραγουδοποιός χαρωπός, ικανός να σκαρώσει στο άψε σβήσε τραγούδι για τους πάντες.  Εδώ ο παραδοσιακός μύθος του τζίτζικα και του μέρμηγκα δεν έχει την καθιερωμένη, διδακτική εξέλιξη, αλλά ανατρέπεται σε μια εναλλακτική εκδοχή που όλοι σκεφτόμασταν μικροί: μήπως και το να αποταμιεύεις σ’ όλη σου τη ζωή σε στερεί ακριβώς από αυτή; Ή όπως τραγουδά ο τζίτζικας στο πρώτο ρεφραίν που εμπνέεται από τους εργατικότατους μέρμηγκες: Να Τζι Κανείς ή Να Μη Τζι;

Τα μυαλά σου και μια ψείρα του απαντούν εκείνοι και συνεχίζουν να ξεχειλίζουν το κίτρινο μονόκυκλο, δίνοντας ραντεβού για το χειμώνα, βέβαιοι πως αν κάποιος χρειαστεί τον άλλον, αυτός θα είναι ο τζίτζικας. Απ’ τα μέρη περνούν δυο τροφαντές κότες, ένας ντελάλης σκύλος κι ένας μονόφθαλμος τυφλοπόντικας με την ασύλληπτη συμμορία του αλλά κι ένας δαιμόνιος κυνηγός ταλέντων. Ο τελευταίος, μια απολαυστική γοτθική φιγούρα, έχει ήδη εντοπίσει τις φωνητικοσυνθετικές ικανότητες του τζιτζικιού και θέλει να τον μεταλλάξει σε σούπερ σταρ του ζωολογικού στερεώματος. Ο ίδιος άλλωστε καθιέρωσε τον Λάρι το μουλάρι και τον Συλβέστρο τον Αστακό Μαέστρο, όχι αστεία. Απ’ όλα αυτά τα άσματα, γκαρίσματα, βελάσματα ο φαντασιώδης ιμπρεσάριος μπορεί να βγάλει θαύματα: τζιτζιβιάσου για ν’ αλλάξει η θωριά σου! Το συμβόλαιο είναι ακαταμάχητο και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων γρύλο μπάτλερ, λιμπελούλα καμαριέρα και προσωπικό πεταλωτή κι ο Τζιμ Τζιτζερόμ είναι πλέον έτοιμος για τα φώτα της σκηνής.

Αλλά ο αιωνόβιος χειμώνας έχει αρχίσει και τα μυρμήγκια αντιλαμβάνονται πως δεν αρκεί μόνο η μάσα στη ζωή. Στο χειμερινό τους καταφύγιο βασιλεύει η ανία και λείπει η διασκέδαση. Ακόμα κι αν έξω βρέχει, η έλλειψη των φίλων είναι πολύ πιο δυσβάσταχτη. Η είδηση της συναυλίας του Τζιμ τους δίνει νόημα κι είναι έτοιμοι να ανταλλάξουν ένα μεγάλο μέρος των αποταμιευμένων σπόρων με το πολυπόθητο εισιτήριο. Ο μονόφθαλμος τυφλοπόντικας θα εκμεταλλευτεί την κοσμοσυρροή έξω από τη συναυλία και θα κλέψει τα ρόδια. Αλλά εκείνα τα ρόδια ήταν ωραία και μεγάλα, λίγο αλλιώτικα από τ’ άλλα: αποτελούσαν την τελευταία λέξη στην κηπουρική, ήταν δηλαδή μεταλλαγμένα. Τα διαφήμιζε το κοτοπόλιταν, τα υποστήριζε το ένα μυρμήγκι και τώρα κάποιοι θα την πληρώσουν! Ωραία θα ήταν να γέμιζαν οι αλάνες αρακά και μελιτζάνες αλλά τι είδους;

Ο «ποιητής παραμυθιών» και  «μαιτρ ανατροπών» Εύγε – Ευγένιος χρωματίζει ένα ακόμα παραμύθι που αλληγορίζει χωρίς ν’ αλλοιθωρίζει. για την φιλία και την υπεροψία, την άκυρη ζωή χωρίς τέχνη και μουσική, τις χαρές της συνύπαρξης και των φυσικών τροφών. Η ωραία μουσική της σκηνικής περιπέτειας είναι εμφανής από τα πρώτα δευτερόλεπτα (Γιάννη Ζουγανέλη υπογράφοντος) ιδίως στο τραγούδι που τιτλοφορεί το έργο αλλά σε μια σειρά ακόμα τραγουδιών που χαρακτηρίζουν όλη την παράσταση ιδίως στο πρώτο μέρος [το δισκάκι διανέμεται μαζί με το πρόγραμμα]. Στο τέλος όλα τα ζώα ενώνονται στο δικό τους σούπερ γκρουπ και στη δική τους νέα γνωστική φιλία. Άρα: Να τζι κανείς, να τζει!

Σκηνοθ. Νανά Νικολάου, μουσ. Γιάννης Ζουγανέλης, σκην. – κοστ.: Λαμπρινή Καρδαρά, χορογρ. Αρετή Μώκαλη, φωτ.: Μελίνα Μάσχα, βοηθ. σκηνοθ.: Πελαγία Αγγελίδου. Παίζουν, αυτοσχεδιάζουν, χορεύουν, τραγουδούν και μας ρωτάνε στα ίσια οι: Πελαγία Αγγελίδου, Γιάννης Πολιτάκης, Θοδωρής Πετρόπουλος, Δημήτρης Μόσχος, Δημήτρης Γαλάνης, Στάλλα Μαγγανά, Θοδωρής Αρεστός. / Λεωφ.Αλεξάνδρας 74/ 210-6424414 και 210-6424424 / Κυριακές 12:00 / 90΄ (με το διάλειμμα).

25
Ιαν.
12

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 525 (Ιανουάριος 2012)

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2011 έφυγε πλήρης ημερών ο George Whitman, ο θρυλικός ιδρυτής του Shakespeare & Co, ενός βιβλιοπωλείου στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού, πνευματικό ορόσημο της πόλης από το 1948. Ένα μεγάλο ταξίδι του άλλαξε τη φιλοσοφία ζωής, όπως και για τόσους άλλους: στη δική του περίπτωση ήταν οι όλες χώρες της Λατινικής Αμερικής που γύρισε με κάθε τρόπο και με ελάχιστα χρήματα. Η γενναιοδωρία και η φιλοξενία που του έδειξαν οι λατινοαμερικανοί τον σημάδεψαν οριστικά: η επιθυμία του να την ανταποδώσει στους ταξιδιώτες – ανθρώπους των γραμμάτων από όλο τον κόσμο ήταν καθοριστική. Και πώς να ξεχνούσε και το στίχο του Yeats: Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι…

Στο βιβλιοπωλείο το έχουν μείνει, κοιμηθεί, φάει, γράψει και δουλέψει πάνω από 40.000 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και συγγραφείς: Henry Miller, Anais Nin, Samuel Beckett, James Baldwin, Lawrence Durrell, William Burroughs. Ο φίλος του Lawrence Ferlinghetti άνοιξε ένα αντίστοιχης φιλοσοφίας βιβλιοπωλείο στο San Francisco. Έτσι το παλιό μανάβικο στην Rue de la Bucherie με τα χαρακτηριστικά δέντρα με τα μικρά ροζ λουλούδια έγινε ένας μοναδικός τόπος συγκέντρωσης, με αναρίθμητες ιστορίες και μια σπάνια κοινοβιακή φιλοσοφία ζωής και πνεύματος – και το προς μνήμη του Whitman δισέλιδο του τεύχους μάς θυμίζει πως μας περιμένει πάντα – έστω τους πιο τυχερούς.

Ο Αλαίν ντε Μποτόν συζητάει για το βιβλίο του Μια βδομάδα στο αεροδρόμιο και στην εμπειρία της εβδομαδιαίας του διαμονής στο Χίθροου – αυτός κι αν είναι τυχερός!: «Παρά την εξάντληση του ταξιδιώτη, οι αισθήσεις του βρίσκονται σε εγρήγορση, καταγράφοντας τα πάντα – το φως, τη σηματοδότησης, το χρώμα των δερμάτων, τους μεταλλικούς ήχους, τις διαφημίσεις – τόσο έντονα λες και είναι νεογέννητο… Εδώ βλέπεις την παγκοσμιοποίηση, τον άκρατο καταναλωτισμό, τις διαλυμένες οικογένειες, το σύγχρονο μεγαλείο σε δράση…Τα αεροδρόμια είναι εξαιρετικά μέρη για να παρακολουθείς τον κόσμο χωρίς να κινδυνεύεις να αντιληφθούν ότι τους κατασκοπεύεις….Είναι μέρη όπου η υψηλή τεχνολογία συναντά την καταναλωτική κοινωνία – όπου νοιώθουμε την παρουσία του τεράστιου συλλογικού νου του σύγχρονου κόσμου».

Και πώς δικαιολογεί την συνεργασία λογοτεχνίας και επιχείρησης, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο του ανατέθηκε από την εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο το συγκεκριμένο βιβλίο; «Οι συγγραφείς είναι πολύτιμοι μάρτυρες των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο. Τους χρειαζόμαστε στα αεροδρόμια, αλλά και στα νοσοκομεία, στις τράπεζες, στα σουπερμάρκετ, στα σχολεία. Θα πρέπει να προσέχουμε ώστε η αναφορά στη συναισθηματική ζωή να μην είναι η μοναδική επιλογή που τους αφήνουμε».

Για τον συγγραφέα το πιο συναρπαστικό σχετικό αφήγημα θα το έγραφε ο Ντάντλεϋ Μάστερς, που πέρασε τριάντα χρόνια στο αεροδρόμιο γυαλίζοντας παπούτσια: «Υπάρχει πάρα πολύ υλικό στην καθημερινή ζωή. Αυτό που κάνει έναν συγγραφέα δεν είναι η ποιότητα του υλικού αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύει. Γι’ αυτό μερικές φορές πχ κάποιος που έχει δει τα πάντα, όπως ένας πρωθυπουργός για παράδειγμα, να μην μπορεί να γράψει καθόλου καλά…» Και πέρα από τη βαθιά διχασμένη κοινωνία που μας αποκαλύπτουν ολοκάθαρα οι χώροι των αεροδρομίων, «την ίδια στιγμή μας προσκαλούν να ονειρευτούμε έναν τέλειο κόσμο κάπου αλλού. Μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με την ιδέα των εναλλακτικών πραγματικοτήτων και την έννοια της σχετικότητας. Μας ταρακουνούν ώστε να θυμηθούμε ότι ο κόσμος είναι πιο παράξενος, συναρπαστικός και ποικιλόμορφος απ’ ότι τον φανταζόμαστε όταν βρισκόμαστε σε οικείο περιβάλλον…»

Στον φάκελο του τεύχους, που τιτλοφορείται «Τι Διαβάσαμε το 2011. Τάσεις και προεκτάσεις», η ελληνική πεζογραφική και ποιητική παραγωγή του έτους συντομογραφείται από τους Γιώργο Ξενάριο και Γιάννη Δούκα αντίστοιχα. Η Έρη Σταυροπούλου μιλάει για την περιπέτεια της ανασύστασης του μέχρι τώρα αγνώστου χειρογράφου της Διδώς Σωτηρίου (Τα Παιδιά του Σπάρτακου), παρουσιάζονται πρόσφατες εκδόσεις των Τζέφρυ Ευγενίδη, Τζον Λε Καρέ, Ρομπέρτο Μπολάνιο κ.ά.

Και μια ιστορία από τον Βασίλη Βασιλικό, αφηγημένη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο: «Κάποτε στη Χούντα κάποιοι καταγγείλανε μια οικογένεια ως αντιστασιακούς. Οι αστυνομικοί πάνε για εξακρίβωση. Κτυπάνε την πόρτα: Ασφάλεια, ανοίξτε! Το ζευγάρι κοιτάει μήπως έχει κάτι ενοχοποιητικό και ανακαλύπτει στη βιβλιοθήκη το Ζ. Δεν προλαβαίνουν να το κρύψουν και το ρίχνουν μέσα στη σούπα, μια κακαβιά που έβραζε στο μάτι της κουζίνας. Οι ασφαλίτες κάνουν έλεγχο, δεν βρίσκουν τίποτα και ενώ ετοιμάζονται να φύγουν τους μυρίζει η σούπα. «Δοκιμάστε», τους προτρέπουν οι ιδιοκτήτες. Οι ασφαλίτες νιώθουν άσχημα που τους ταλαιπώρησαν και δοκιμάζουν από ευγένεια. «Ωραία είναι, μάλλον έχει πολλά μελανούρια» αποφαίνονται…»

Γιατί εκτός από την αιώνια ανθρώπινη αντίσταση υπάρχει και η απολαυστική ταπείνωση των απανταχού ανθρωπακίων.




Ιανουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.002.010 hits

Αρχείο