Αρχείο για Νοέμβριος 2012

27
Νοέ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 110. Άρης Μαραγκόπουλος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το Χαστουκόδεντρο είναι ένα μικρό, προσωπικό έπος, που προσδοκώ να διαβαστεί ως έπος μιας εποχής. (Ξέρω θα πείτε, «μεγάλη φιλοδοξία». Ναι, έχω. Η μικρή φιλοδοξία είναι μικρή.) Είναι η απόπειρα να καταλάβω/καταλάβουμε το γιατί και το πώς της νεοελληνικής μοίρας. Έπος-ντοκιμαντέρ, μυθιστόρημα-ντοκιμαντέρ, Σινεμά-μάτι / μυθιστόρημα-μάτι (για να θυμίσω τη δουλειά του σκηνοθέτη Τζίγκα Βερτόφ), μια κυβιστική οπτική της ελληνικής μας περίπτωσης: με άξονα τη ζωή ενός ζευγαριού κομμουνιστών που, όμως, υπήρξε η ζωή χιλιάδων ανθρώπων που δοκίμασαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια στους πιο αναξιοπρεπείς καιρούς, στις πιο αναξιοπρεπείς συνθήκες. Είναι, αν θέλετε, ένα μυθιστόρημα μύησης με πρωταγωνιστή την Ελλάδα του 20ού αιώνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα βιβλία μου μιλάνε πάντα για τα ίδια πράγματα. Αυτά που μου έκαναν εντύπωση από μικρό παιδί. Κυρίως από μικρό παιδί. Απλώς μιλάνε με διαφορετική φωνή το καθένα. Αυτό ψάχνω κάθε φορά: τη διαφορετική φωνή που θα μιλήσει για τα ίδια πράγματα. Τη διαφορετική φωνή την ακούω κάποια στιγμή μέσα μου. Ποτέ δεν εμπνεύστηκα από κάποιο βιβλίο. Εμπνέομαι από τις στενοχώριες και τις χαρές μου. Από τις ματαιώσεις, τις νίκες, τις ήττες μου. Υποθέτω το ίδιο κάνουν όλοι: από τον Τζόις έως τον τελευταίο γραφιά του 19ου αιώνα. Ω, η ζωή του καθενός μας είναι ολόκληρο roman fleuve, τι να λέμε τώρα! Το ζήτημα είναι να βρεις τη φωνή του, τη φωνή σου κάθε φορά που ξεκινάς κάτι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπορώ να δουλεύω ακόμα κι όταν γύρω μου γίνεται χαμός. Αντέχω ακόμα κι όταν με σταματάνε για να κάνω μια δουλειά, ή για να σηκώσω το τηλέφωνο… Άμα έχω μια ιδέα σφηνωμένη στο μυαλό μου δεν με εγκαταλείπει με τίποτε! Αλήθεια. Οπωσδήποτε προτιμώ την ησυχία. Δεν θέλω καθόλου να ακούω μουσική. Με αποσπά. Ο θόρυβος των ανθρώπων με αποσπά πολύ λιγότερο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολύ συχνά. Κάποτε δούλευα σε φροντιστήρια. Στο δεκάλεπτο διάλειμμα πήγαινα στο δωματιάκι που φτιάχναμε καφέ κι έγραφα. Στη δουλειά μου επίσης: πολύ συχνά γράφω ενώ γύρω μου καίγεται το σύμπαν και, υπόψη, είμαι πολύ συνεπής επαγγελματίας στη δουλειά μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Από Έλληνες θα επέλεγα κάποιον από τους πρωτομοντέρνους π.χ. τον Βιζυηνό, τον Μητσάκη, τον Παπαδιαμάντη (με διάθεση να αποδομήσω εντελώς το θρησκευτικό του στοιχείο επιστρέφοντάς το στη βιβλική ιλύ όπου εξ ορισμού ανήκει…). Αλλά και ο Κοσμάς Πολίτης με ενδιαφέρει πολύ ως περίπτωση μοναχικού αγωνιστή… Η Ελισάβετ Μαρτινέγκου επίσης… Ο Νικόλας Κάλας, πάρα μα πάρα πολύ, αισθάνομαι καμιά φορά ότι του μοιάζω σε μερικά πράγματα…

Από ξένους θα ήθελα να γράψω (σε μια άλλη ζωή πια) για τον Λεονίντ Αντρέγιεφ και όλη εκείνη τη γενιά των ρώσων… Για τον Σέλεϊ επίσης και κυρίως για τη γυναίκα του Μαίρη, συγγραφέα του Φρανκεστάιν. Ω, είναι μεγάλος ο αριθμός για έναν άνθρωπο που βιογραφεί σε όλα του τα βιβλία, αρχής γενομένης με το Οι ωραίες ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου και πάει λέγοντας έως τη Μανία με την Άνοιξη και το Χαστουκόδεντρο.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής είναι συγγραφέας. Τελεία. Η κακή μετάφραση είναι έργο κακού συγγραφέα. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω: ο μεταφραστής μεταγράφει σε άλλο ιδίωμα, με άλλη έμπνευση, σε άλλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με άλλη υποδομή, σε άλλη κουλτούρα κ.λπ. ένα έργο. Κάνει δηλαδή εξαιρετικά πολλά και δύσκολα πράγματα. Μπορεί να καταστρέψει ένα έργο, μπορεί να αλλοιώσει ένα έργο, μπορεί να δώσει νέα πνοή σε ένα έργο. Όλα μπορεί να τα καταφέρει ο μεταφραστής, και τα καλά και τα άσχημα. Γι’ αυτό είπα, είναι συγγραφέας.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θεωρώ ότι η καλύτερή μου μετάφραση υπήρξε η Πλατεία Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς. Και με δυσκόλεψε και την απόλαυσα και κάτι (νομίζω) κατάφερα για τον Έλληνα αναγνώστη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εκτός από το Πλατεία Ουάσιγκτον συστήνω και το Μοντεράτο Καντάμπιλε της Μαργκερίτ Ντιράς. Ναι, ήταν κι αυτό μια πολύ καλή μετάφραση. Α! και τον Σαρραζίνο του Μπαλζάκ, κι αυτή δεν είναι κακή μετάφραση. Και τα τρία άλλωστε είναι, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, εξαιρετικά έργα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος θα χρηματοδοτούσε μια τετράχρονη-πεντάχρονη δουλειά για να μεταφράσω το Ulysses;

Περί εκδόσεων

Εκδόσεις Τόπος. Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου; Πότε ξεκίνησε, τι θυμάστε από τις πρώτες του μέρες, πότε αναλάβατε την διεύθυνσή του;

Είμαι ιδρυτικό στέλεχος του Τόπου. Είμασταν κάμποσοι άνθρωποι με όνειρα για το βιβλίο στον Τόπο. Το 2007. Τώρα έχουμε, οι περισσότεροι, πάντα την ίδια όρεξη και τα ίδια όνειρα. Αλλά η κρίση, ενώ βρισκόμασταν σε πλήρη ανάπτυξη, μας «χαστούκισε» άσκημα…

Διευθύνω μόνον το τμήμα λογοτεχνίας (και η λέξη «διευθύνω», ειδικά σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς σηκώνει πάρα πολύ νερό). Δεν έχω ιδέα και φυσικά δεν ασχολούμαι καθόλου με την οικονομική διαχείριση.

Σε ποιο βαθμό συμμετέχετε στην αισθητική εμφάνιση των εκδόσεων (εξώφυλλα κλπ.);

Συμμετέχω σε όλη τη διαδικασία όταν ένα βιβλίο με ενδιαφέρει. Το διαβάζω, το φροντίζω, το περιποιούμαι, με όλες τις έννοιες του όρου. Φυσικά και παίρνω μέρος στην αισθητική του εμφάνιση. Που δεν αφορά μόνο το εξωτερικό περίβλημα αλλά και το εσωτερικό (concept, στήσιμο, γραμματοσειρά, διάστιχο, ένθετες εικόνες και σχέδια κ.λπ.).

Για ποιους τίτλους είστε υπερήφανος; Ποιο βιβλίο σας απολαύσατε ως την τελευταία σελίδα; Ποιο θα προτιμούσατε να μην έχετε εκδώσει;

Είμαι πολύ περήφανος που εκδώσαμε (σε εξαιρετική φιλολογική επιμέλεια του Αριστοτέλη Σαΐνη) την Τριλογία του Βασιλικού. Περήφανος που «κλείσαμε» τα έργα του Ουίλιαμ Μπάροουζ. Πoλύ περήφανος που έδωσα μορφή κατάλληλη στο χρονικό του Χρήστου Δανιήλ ώστε να ξαναδιαβαστεί η ποίηση της Μάτση Χατζηλαζάρου με το Ιούς Μανιούς ίσως και Aqua Marina. Ναι, από… περηφάνεια, για πολλά βιβλία μας, πάμε καλά.

Η ιστοσελίδα των εκδόσεων Τόπος παρουσιάζει όλες τις κριτικές θέσεις που αφορούν τα βιβλία αλλά και ειδικούς οδηγούς ανάγνωσης, ενώ το διαδικτυακό φανζίν ανοίγει θύρες σε διάφορα λογοτεχνικά ζητήματα. Ποια η θέση όλων αυτών στην αναγνωστική διαδικασία; Πώς αποφασίσατε την κατασκευή αυτών των περιεκτικών ιστοσελίδων;

Το Διαδίκτυο είναι εξαιρετικό εργαλείο για την προώθηση των βιβλίων. Το αγκαλιάσαμε από την πρώτη στιγμή. Δεν καθυστερήσαμε λεπτό. Αλλά υπάρχουν πάρα πολλά που θέλουμε να κάνουμε ακόμα και δεν τα προχωράμε λόγω συνθηκών.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Ιστορία, Αρχαιολογία, Ιστορία της Τέχνης, Φωτογραφία, Ζωγραφική. Οι σπουδές μου επέτρεψαν στη γραφή μου να σταθεί πεισματικά, με άποψη, περισσότερο στην τέχνη του πράγματος, στην τέχνη του λόγου, παρά στον πεζό λόγο / περιεχόμενο / πλοκή του κάθε έργου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει όλες τις δουλειές που μπορεί να φανταστεί κανείς. Όλες, τις πιο απίθανες. Συνεχίζω παριστάνοντας τον εκδότη. Στην πραγματικότητα εργάζομαι ως επιμελητής, με την ακριβέστατη αγγλοσαξωνική έννοια του όρου, editor. Στην ανάγκη και ως διορθωτής. Στην ανάγκη και ως γραφίστας. Στην ανάγκη και ως φωτογράφος και επεξεργαστής illustrator, photoshop, κ.λπ. Με καταλαβαίνετε υποθέτω.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω έναν κλασικό συγγραφέα που δεν θα αποκαλύψω, διαβάζω πάντα τους κλασικούς, γράφω / σχεδιάζω, κάποια χρόνια κιόλας, ένα κόμικς.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω κουραστεί με τα εύκολα αναλώσιμα θεάματα όπως έχω κουραστεί και με τα εύπεπτα αναλώσιμα βιβλία. Έχω κουραστεί με τον αργό θάνατο του παγκοσμιοποιημένου σινεμά. Προσπαθώ να βλέπω μόνο ευρωπαϊκές παραγωγές. Η ταινία που μου αρέσει πάντα να αναφέρω είναι Η επέλαση των βαρβάρων, Les invasions barbares, του Ντενίς Αρκάν.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπαινίσσεσθε υποθέτω τα social media, επειδή το διαδίκτυο δουλεύει, είτε μας αρέσει είτε όχι, όπως ας πούμε το ηλεκτρικό φως. Μια χαρά και τα social media. Εικόνα της κοινωνίας μας, με ό,τι σημαίνει αυτό. Δεν ζούμε σε ελεφάντινο πύργο. Μια χαρά, μου αρέσει. Συναντάς τόσον κόσμο που δεν θα συναντούσες ποτέ. Πληροφορείσαι απίθανα πράγματα που, ακόμα κι αν φαίνονται άχρηστα με την πρώτη ματιά, κάποτε αποδεικνύονται χρησιμότατα. Ένα απέραντο καφενείο. Ένας καταπληκτικός χώρος για flaneurs κ.λπ. Και για επαγγελματίες, όπως εγώ, χρησιμότατο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θέλω την αιώνια νιότη. Ο κόσμος υπάρχει για να γεννιέται, να μεγαλώνει, να γερνάει, να πεθαίνει. Είναι πάρα πολύ όμορφο πράγμα αυτό. Και δεν τρελαίνομαι με το δώρο της γραφής και της ανάγνωσης. Θα μπορούσα να ζήσω και σ’ ένα νησί των Αντιλών (ή έστω του Αιγαίου) ως ψαράς. Ή στο παράσπιτο των 30 τετραγωνικών μιας έπαυλης στην Ιταλία ως κηπουρός. Ω, θα ήμουν ευτυχής, μακάριος, ως πτωχός τω πνεύματι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερώτηση: «Σας αρέσει ο κόσμος που ζούμε;»

Απάντηση: «Όχι, καθόλου, με τίποτε. Η ζωή όμως είναι υπέροχη.»

Σημ.: Παλαιότερα διανυκτερεύσαντες στο Πανδοχείο, Οδυσσέας και Διαστροφείς.

26
Νοέ.
12

Γκονσάλο Μ. Ταβάρες – Ιερουσαλήμ

Γραφήματα φρίκης, κλίμακες θλίψης

Κατάλαβε σαφώς πως εκεί, δίπλα στην εκκλησία, ανταγωνίζονταν δυο μεγάλοι πόνοι: ο πόνος που θα τη σκότωνε, ο κακός πόνος, έτσι τον είχε ορίσει, και από την άλλη μεριά ο καλός πόνος, ο πόνος της όρεξης, πόνος της επιθυμίας να φάει, πόνος που σήμαινε πως ήταν ζωντανή, ο πόνος της ύπαρξης, θα έλεγε, σαν να ήταν το στομάχι τη στιγμή εκείνη, στην καρδιά της νύχτας ακόμα, η ολοφάνερη εκδήλωση της ανθρωπιάς της, αλλά και των αμφίσημων σχέσεών της με τα μυστήρια που κανείς δεν γνωρίζει. Ήταν ζωντανή, και το γεγονός αυτό πονούσε περισσότερο εκείνη τη στιγμή, με τρόπο αντικειμενικό και υλικό, από τον πόνο απ’ τον οποίο θα πέθαινε, δευτερεύοντα τώρα. Σαν να ήταν πιο σημαντικό εκείνη τη στιγμή να φάει ψωμί παρά να είναι αθάνατη. [σ. 16]

Ο άνθρωπος που βρίσκεται ανάμεσα στους δυο πόνους, τον πόνο μιας βασανιστικής ασθένειας και τον πόνο της πείνας άρα και της επιβίωσης, είναι η Μύλια. Η αρρώστια της, σύμφωνα με τους γιατρούς, είναι «ανεπίλυτη» και το ερώτημά της για την αιτία του επερχόμενου θανάτου της μένει «άθικτο». Βγαίνει στο δρόμο για να ξεφύγει από έναν πιθανό θάνατο στον ύπνο της, βρίσκει την εκκλησία κλειστή, τον τοίχο της ψυχρό, προσπαθεί να θυμηθεί τα βιβλία που έχει διαβάσει για μια τέτοια στιγμή και για έναν τέτοιο τοίχο. Ο Έρνστ τρεκλίζει μακριά από τη ζωή ενός ασύλου, αγωνιζόμενος να ζήσει μια «κανονική» ζωή στην «κανονική» πόλη. H Μύλια τηλεφωνεί στον Έρνστ, την ώρα που εκείνος ετοιμάζεται να πηδήξει από το παράθυρο, και μετά λιποθυμάει. Ο Έρνστ ξεχύνεται στους νυχτερινούς δρόμους για να την βρει.

Ο γιατρός Τέοντορ Μπούσμπεκ υπήρξε σύζυγος της Μύλια. H Μύλια υπήρξε ασθενής του από τα δεκαοχτώ της, επειδή γνώριζε καλά τη μεταχείριση του διαστήματος ανάμεσα στην σαγήνευση και την απώθηση των αντρών, άρα έπρεπε να θεραπευτεί. Τον όγδοο χρόνο της κοινής τους ζωής ο γιατρός εισάγει την Μύλια στο Άσυλο Γκέοργκ Ρόζενμπεργκ, ως άρρωστη «στο κεφάλι». Παράλληλα ετοιμάζει την έρευνα της ζωής του: ένα γράφημα που να θεμελιώνει τη σχέση μεταξύ της φρίκης και του χρόνου. Θέλει να καταλάβει αν η φρίκη μειώνεται με το πέρασμα των αιώνων ή αυξάνεται. Αναζητά την κανονικότητα, την ιστορική της σταθερότητα. Το γράφημα κατανομής της φρίκης θα οδηγήσει σε έναν τύπο που θα επιτρέπει να την προβλέπουμε και να δρούμε ανάλογα. Το ρασιοναλιστικό ηλεκτροκαρδιογράφημα του κακού θα αποτυπώσει την ψυχική υγεία της Ιστορίας σε χαρτί μιλιμετρέ. Θα εμφανίσει πρόοδο στην κλινική της κατάσταση ή μια τρομακτική ευστάθεια της φρίκης στο χρόνο; Αν οι καμπύλες επαναλαμβάνονται, δεν υπάρχει καμία ελπίδα.

Το εύρημα αυτό χρησίμευε στον Τέοντορ Μπούσμπεκ για να ενισχύσει περισσότερο το επιστημονικό του προαίσθημα, αν μπορεί να περιγραφεί έτσι, πως τόσο η συλλογική Ιστορία όσο και η ατομική Ιστορία ενός ανθρώπινου όντως βάδιζαν προς την εξισορρόπηση μεταξύ του μαρτυρίου και της πρόκλησης του μαρτυρίου. Ο κόσμος ήταν μια σύγκρουση μεταξύ ενός θετικού και ενός αρνητικού φορτίου, και ο κόσμος αυτός θα τελείωνε όταν, είτε σε γενικό, παγκόσμιο, γιγάντιο επίπεδο, είτε σε ατομικό και μικροσκοπικό επίπεδο, θα έφτανε στο μηδέν, στο μηδενισμό των δυο δυνατών και αντίθετων φορτίων. Αυτή θα ήταν η στιγμή του τέλους του κόσμου και του τέλους κάθε πράγματος. [σ. 152]

Η Χάνα είναι μια ασυνήθιστη πόρνη με μεγαλύτερο διεγερτικό της το βλέμμα, τόπο συνάντησης «απεριόριστης διαστροφής και έλλογης ευφυΐας». Βάφει τα βλέφαρά της μωβ για να βρει σ’ αυτά τη ζωηρή της διακοπή η μοναξιά ενός άντρα. Ο Χένρικ αισθάνεται οικεία μόνο με τον κίνδυνο, ζει πραγματικά μόνο με τη βία. Έχει βιώσει τον πόλεμο και μόνο σε ανάλογες συνθήκες λειτουργεί κανονικά – αν δεν υπάρχουν, τις δημιουργεί. Δεν ξεκουράζεται ποτέ και κάθε πρωί σηκώνεται σαν να έχει πολεμήσει σώμα με σώμα· βρίσκεται μόνιμα διαιρεμένος σε παρατηρούμενη ύπαρξη και σε παρατηρητή. Ο Χένρικ προστατεύει την Χάνα ενώ ο Κάας, ο αδύναμος και με κινητικά προβλήματα θετός γιός του Μπούσμπεκ, βγαίνει για να αναζητήσει τον πατέρα του, που βγαίνει τα βράδια για να αναζητήσει γυναίκες σαν τη Χάνα.

Η συναίσθηση ότι απομακρυνόταν από το πλούσιο, καλλιεργημένο περιβάλλον του με τις μειλίχιες λέξεις, με τα ρήματα ορθά τοποθετημένα στη φράση, για να μπει σε ένα άλλο, όπου οι γυναίκες και οι άντρες έδειχναν την άγνοιά τους διαρκώς λέγοντας πρόστυχες φράσεις, χωρίς καμία συστολή, μιλώντας με λανθασμένη, λαϊκή γραμματική, με προφορά που ήταν προφανές πως δεν ήταν απ’ την πόλη, αλλά απ’ την επαρχία, από το χωριό – όλα αυτά τον ερέθιζαν. Δεν ήταν μόνο ο σεξουαλικός ερεθισμός που αναμφισβήτητα του προκαλούσαν εκείνες οι γυναίκες: η είσοδος δεν έναν άλλο κόσμο ήταν επίσης συνέπεια ενός «ερευνητικού» ενστίκτου, όπως εξηγούσε ο ίδιος σε φίλους· ενστίκτου το οποίο οδηγεί το σώμα προς τα εκεί όπου του είναι λιγότερο οικεία. Κάθε ερευνητή πρέπει να τον ενδιαφέρει το παράξενο, ο άλλος κόσμος, έλεγε ο Τέοντορ. Και πίστευε πως τίποτα δεν ανακαλύπτει κανείς χωρίς να περάσει από κάποιο κίνδυνο. [σ. 171]

Ο διευθυντής του ασύλου Γκέοργκ Ρόζενμπεργκ κύριος Γκόμπερτς απεχθάνεται τις σκέψεις των τροφίμων και χρησιμοποιεί τους θαλάμους ως καλάθι αχρήστων υπάρξεων. Ο Μπούσμπεκ συνεχίζει να ερευνά την Ιστορία ως οργανισμό με εγκέφαλο και το σχέδιο της αποτροπής των δεινών και της διάσωσης των ανθρώπων μετατρέπεται σε εμμονή. Η ανίχνευση μιας ομαλότητας θα οδηγήσει στον έλεγχο του ανεξέλεγκτου. Ο ιδιότυπος ανταγωνισμός των δύο αντρών φτάνει σε κορύφωση: ο διευθυντής τού ανακοινώνει με κακεντρέχεια πως η τρόφιμος Μύλια είναι έγκυος από τον τρόφιμο Έρνστ. Ιδού η προφανής, για τον Γκόμπερτς, απόδειξη πως η θεωρία του γιατρού αποτυγχάνει: αν δεν είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε δίπλα του, πως μπορούσε να δει τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο τους περασμένους αιώνες; Ο Μπούσμπεκ αντεκδικείται απαιτώντας μια μυθική αποζημίωση σιωπής.

Στους έρημους δρόμους με την μυρωδιά του ανθρώπινου πνεύματος, κάτω από τους φωτισμένους στύλους ή στις σκοτεινούς παράδρομους, στα θλιβερά ιατρεία και τα ψυχιατρικά νοσοκομεία, η ζωή μοιράζει την σκληρότητά της στους πέντε χαρακτήρες σε ανυπολόγιστες δόσεις, κι όση περισσέψει την αφήνει να την ανταλλάξουν ο ένας με τον άλλον. Οι ζωές τους συγκρούονται μετωπικά και αναπότρεπτα, οι «μοίρες» τους διαπλέκονται μοιραία και αξεδιάλυτα.

Η γραφή του Ταβάρες είναι μινιμαλιστική· η διήγηση πηγαινοέρχεται μπρος πίσω, ράβεται σε στιγμιότυπα και μικροϊστορίες με σχεδόν αυτιστικές επαναλήψεις και διαρκείς υπενθυμίσεις της ιστορίας «κομμάτι – κομμάτι», που κάθε φορά υποκρύπτουν και μια νέα απρόσμενη ψηφίδα τραγωδίας. Η περικομμένη αυτή κατασκευή τελικά συρράπτει τις ασύνδετες ιστορίες τους και τις συνενώνει σε πανίσχυρες συνδέσεις. Ο συγγραφέας (γεν. 1970) έχει ήδη κατακτήσει έναν προσωπικό λογοτεχνικό λόγο, έχοντας παράλληλα και την τύχη να διαθέτει την ηχηρή συστατική επιστολή του «αναγνώστη» του Ζοζέ Σαραμάγκου.

Ο γιατρός δεν έχει μόνο καταστρέψει το σώμα της Μύλια και τον ψυχισμό Έρνστ αλλά τους έχει πάρει και το ίδιο τους το παιδί, ενώ το άσυλο αποδεικνύεται «νοσοκομείο κεφαλιών». Και μέσα από την ημιτελή εξωφρενική έρευνα του φρενοκόμου «ερευνητή» επαληθεύεται η ανατριχιαστική αλήθεια πως ο καθένας μας είναι δυνάμει μελλοντικός δήμιος και μελλοντικό θύμα, δέκτης και μεταδότης βίας, πως ανά πάσα στιγμή μπορούμε να βρεθούμε στη θέση των βασανιστών ή των βασανιζόμενων. Εκείνος διάλεξε το πρώτο – να δούμε όταν έρθει κι η δική μας σειρά…

Εκδ. Καστανιώτη, 2012, μτφ. από τα Πορτογαλικά: Αθηνά Ψυλλιά, σ. 179 [Gonçalo M. Tavares, Jerusalém, 2005]

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τα παραθέματα): Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 32 (χειμώνας 2012).

25
Νοέ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 127

Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη, εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 73 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008].

Τελικά, ποια ηλικία μας ανήκει περισσότερο από την παιδική, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους; Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μας φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου. Παρόλο που είμαστε προσκολλημένοι στο σχολείο και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν. Αυτό οφείλεται, πιστεύω, στο ότι η ελευθερία στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού. Ήμασταν, όταν ήμασταν παιδιά, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη.

23
Νοέ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 109. Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για την “Αστοχία υλικού” που γράφτηκε μέσα σε ένα καλοκαίρι με τους ζαλιστικούς ρυθμούς μιας δωδεκάωρης και δεκατετράωρης απορρόφησης. Έγραφα πολύ, κοιμόμουν λίγο, ξαναέγραφα. Θυμάμαι μια φορά που σηκώνοντας άγαρμπα το χέρι από το πληκτρολόγιο έριξα το ποτήρι στο πάτωμα και η πρώτη σκέψη που ήρθε στο μυαλό μου ήταν η ηλεκτρονική εντολή της “αναίρεσης”.

Το απόλαυσα, όμως. Το απόλαυσα από την αρχή μέχρι το τέλος, γιατί με έσκαβε, με μαύριζε και με πονούσε.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

– “Τρεις μνήμες και δύο ζωές”, Μεταίχμιο, 2005, διηγήματα: όψεις της προσφυγιάς με την κυριολεκτική και μεταφορική έννοια του όρου.

Γράφτηκε με αφορμή την προφορική αφήγηση κάποιου φίλου για την αυτοκτονία ενός ηλικιωμένου, όταν πληροφορήθηκε την πτώση του τείχους, και ένα ιστορικό παράθεμα από το τότε βιβλίο ιστορίας της γ´ λυκείου για τον ανάπηρο του Μεσόβουνου, που όταν αποφάσισαν οι Γερμανοί να του χαρίσουν τη ζωή προτίμησε να μείνει στη γραμμή της εκτέλεσης μαζί με τους συγχωριανούς του.

– “Καλά μόνο να βρεις, Κέδρος”, 2006, νουβέλα: η ξενότητα, όπως εύστοχα έγραψε ο Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, που εκδηλώνεται μέσα από σχέσεις εκμετάλλευσης και κατατείνει στην αλλοτρίωση.

Ξεκίνησα να γράφω για έναν Κούρδο λαθρομετανάστη, που πεθαίνει λόγω ασφυξίας ανάμεσα στα κρέατα ενός φορτηγού-ψυγείου λίγο έξω από την Ηγουμενίτσα, κι ύστερα από δύο μήνες διάβασα την ίδια ακριβώς είδηση στην Ελευθεροτυπία. Απρόσκλητοι προέκυψαν στη γραφή μια Ρωσίδα πόρνη, ο αστυνομικός προστάτης και ένας απορημένος νέος, για να ολοκληρώσουν την ανθρωπογεωγραφία της νεοελληνικής πραγματικότητας.

– “Το παραμύθι του ύπνου”, Μεταίχμιο 2008, μυθιστόρημα: οι μικρές και οι μεγάλες προδοσίες της καθημερινότητας στο βωμό της μεσοαστικής βολής ή, αλλιώς, πώς  μεταμορφώνεται η αλήθεια σε ψέμα, για να καταλήξει παραμύθι.

Θυμάμαι ότι έχτιζα το σπίτι μου τότε. Από εκεί η έμπνευση. Θέλω να πω, από τις δικές μου μικρές ή μεγάλες προδοσίες.

– “Αστοχία υλικού”, Μυθιστόρημα, 2010: η μετάλλαξη των ειδών και η αλλοτρίωση των ανθρώπων, όπως αποκαλύπτονται στις σχέσεις ενός συνηθισμένου μεσοαστικού ζευγαριού της πρωτεύουσας, για να διαλύσουν πρώτα τη σχέση τους κι ύστερα να κατασπαράξουν και τους ίδιους.

Οδηγούσα, όταν άκουσα στο ράδιο για το καθεστώς της απαγόρευσης των ερωτικών σχέσεων ανάμεσα στα στελέχη μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Στη συνέχεια προέκυψε η ιδέα για μια εταιρεία μεταλλαγμένων ειδών.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δανείζομαι την αρχή από το διήγημα που ολοκλήρωσα δυο μέρες πριν. Νομίζω ότι ταιριάζει γάντι:

«Ζω σε μιαν υπό κατοχή επικράτεια λέξεων και κάθε φορά, που προσπαθώ μ’ ένα γραφτό να βεβαιώσω τα πνευματικά μου δικαιώματα στην κυριότητα, στη νομή και τη χρήση τους διαβάζω ξανά και ξανά το ανέκδοτο χειρόγραφο του Πεσόα, που ως γνωστόν περιέφεραν οι ηττημένοι του εμφύλιου πολέμου στο ξύλινο Κιβώτιό τους, για να το αποθέσουν στην είσοδο ενός τεράστιου Πύργου με σκοτεινά γραφεία και δαιδαλώδεις διαδρόμους λίγο προτού εκτελεστούν, όπως μας ιστορεί η Αισθηματική Αγωγή, τα ξημερώματα της 18ης Ιουνίου του 1948 από τις δυνάμεις της παλινόρθωσης, και βρίσκω ξανά και ξανά τον εαυτό μου πίσω από τις σκιές των δικών μου ηρώων να αφουγκράζεται το αύλισμα του μικρού βοσκού, που κάθε απόγευμα παρασύρει εν αγνοία του αθώες παιδούλες στο μεγάλο μπλουμ, ενόσω οι γιαγιάδες τους εξομολογούνται τα ένοχα κρίματά τους στον Πατριάρχη Ιωακείμ, μια μέρα ακριβώς αφότου συλλειτούργησε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Πέτρου μαζί με την εγκυμονούσα Πάπισσα Ιωάννα.

Έτσι, διατελώ αμήχανος και συγκεχυμένος, χτυπώντας πλήκτρα, ανασκολοπίζοντας λέξεις και σέρνοντας από τα μαλλιά περιόδους, με την εφηβική αφέλεια της ανακάλυψης μιας νέας ηπείρου και την αλαζονική προσδοκία μιας νέας κοσμογονίας να ξεθυμαίνουν από το πρώτο κιόλας μαρτυριάρικο γράμμα, που σε πείσμα των πιο πετυχημένων μεταφορών μου διακηρύσσει με την αξιοπιστία του αυτόπτη μάρτυρα ότι παραμένω αυτόκλητος προσκεκλημένος στο Κοινόβιο του Χάκκα, το τρίτο μέρος από το Διπλό Βιβλίο του Χατζή, ο “καλά τους κάνανε” τουρίστας του Ιωάννου, ο αργόσυρτος λυγμός του Λειβαδίτη για τη δική του Μαρία, ένα ανολοκλήρωτο ημιστίχιο από τους σπασμούς της Γώγου, τα απειλητικά μάτια της κατσαρόλας του Ρίτσου, το πρώτο τεύχος του Ιδεοδρόμιου, μαζί βέβαια με όλη τη σειρά από τον “Μικρό Σερίφη” και έναν ξεσκισμένο “Ταρατατά” που είχα κάποτε βρει, σουλατσάροντας στο δάσος, πεταμένο  από τους φαντάρους της θερινής διαβίωσης».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Τους ζω καθεμέρα γύρω μου, σπανίως μέσα μου. Δεν μ’ ακολουθούν, γιατί δεν μου χρωστάνε τίποτα. Εγώ τους οφείλω, γι’ αυτό και τους αναζητώ σε ανύποπτα λόγια και βλέμματα ή σπαράγματα προσωπικής και δάνειας μνήμης.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γίνεται ως εξής: ένα ανύποπτο ανάγνωσμα ή άκουσμα καλλιεργεί υπογείως μια απροσδιόριστη εμμονή που με βασανίζει για καιρό, ώσπου να μορφωθεί από μόνη της σε ιδέα και να παρουσιαστεί μπροστά μου σαν ολοκληρωμένο σχέδιο γραφής. Από εκεί και πέρα, εννοώ από την πρώτη λέξη μέχρι και την τελευταία, το βιβλίο γράφεται μόνο του, ενώ η δική μου συνδρομή περιορίζεται στο πάτημα των πλήκτρων.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φθινόπωρο και χειμώνας είναι, κατά κανόνα, η περίοδος της συγγραφικής κυοφορίας, άνοιξη και καλοκαίρι της γραφής. Αλλά πάντα, εννοώ και κατά τη γραφή και κατά την ανάγνωση, σε συνθήκες απόλυτης σιγής. Πού και πού μόνο, όταν δηλαδή με πιάνουν τα διαόλια μου ξεδίνω με Pattie Smith, Rory Gallagher, Nick Cave, Led Zeppelin ή Αγγελάκα, Μάλαμα και Active Member.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών ή της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τέλειωσα τη Φιλοσοφική Ιωαννίνων και εργάζομαι ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Μου ‘πε κάποτε ο Κώστας Βούλγαρης ότι για να υπάρξω ως λογοτέχνης πρέπει να αυτοκτονήσω ως φιλόλογος. Θυμάμαι ότι στην αρχή ενοχλήθηκα, αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι νομίζω ότι είχε απόλυτο δίκιο.

Τι γράφετε τώρα; 

Έχω ολοκληρώσει μια συλλογή διηγημάτων, αλλά με την κατάσταση που επικρατεί στον εκδοτικό χώρο και ειδικά με την τύχη που επιφυλάσσεται στα διηγήματα, υποπτεύομαι ότι θα αργήσει η έκδοση. Στο μεταξύ, λέω να αρχίσω ένα μυθιστόρημα, γιατί έστω και ασυναίσθητα νιώθω ότι κάτι κυοφορείται εδώ και καιρό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Από την προσωπική μου εμπειρία (δικτυωμένος από χρόνια, παλιός μπλόκερ στο ixnilasies.blogspot.com, εσχάτως και στο  FB) κλίνω πλέον στην άποψη πως ό,τι πιστέψαμε σαν καταφύγιο ή εφαλτήριο της ελευθερίας (του λόγου, των ιδεών, των κινημάτων), εξελίσσεται σε έναν ακόμη μηχανισμό ελέγχου. Δεν αναφέρομαι μόνο στον καταιγισμό των ιδεών, ούτε στη στρέβλωση της επικοινωνίας ούτε στο υβρίδιο του πολίτη του πληκτρολογίου αλλά και στον τρομακτικό ηλεκτρονικό έλεγχο του ιδιωτικού βίου. Δεν παύω όμως να ελπίζω και να αγωνίζομαι διαδικτυακά. Η μόνη διαφορά είναι ότι γκρεμίστηκαν οι αρχικές ψευδαισθήσεις.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Για τη σχέση της λογοτεχνίας με την περιρρέουσα πραγματικότητα ή, αλλιώς, για τη θέση των λογοτεχνών μπροστά στα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα. Οπότε θα  ‘πρεπε να μιλήσω αφενός για τους μηχανισμούς της οικονομικής εξουσίας που επιχειρούν να μετατρέψουν τη λογοτεχνική γραφή σε εμπορικό προϊόν και αφετέρου για τα φαινόμενα του αυτισμού και της περιχαράκωσης της λογοτεχνικής γραφής πίσω από τα τείχη της τέχνης της. Αλλά αυτή είναι μια μακριά κουβέντα…

Σας ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία.

Στις εικόνες:  Γιώργος Ιωάννου, Το δεύτερο τεύχος, Κατερίνα Γώγου, Fernando Pessoa, Δισέλιδο Ιδεοδρομίου.

18
Νοέ.
12

Pierre Assouline – Οι προσκεκλημένοι

Η κοινωνία του αφιλόξενων και ο χαμένος διαφωτισμός

Ήξεραν να συμπεριφέρονται, ακόμα κι όταν η αρμονία χανόταν. Οι υπερβάσεις περιορίζονταν στα αποδεκτά όρια, χάρη σε ένα είδος αυτολογοκρισίας, η οποία υποδείκνυε στο καθένα μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Σπάνια δείπνο κατέληγε σε πυγμαχία· τότε η οικοδέσποινα έπρεπε να φανεί βίαια μετριοπαθής και η τάξη επανερχόταν. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα μιντιακά ήθη δεν είχα επηρεάσει τους προσκεκλημένους σε βαθμό που να τους κάνουν να ξεχάσουν τοις στοιχειώδεις κανόνες της κατ’ ιδίαν συνομιλίας. Οι παραβιάσεις ήταν ανεκτές εφόσον δεν διαιωνίζονταν και δεν πολλαπλασιάζονταν. Όχι άτοπες διακοπές, όχι αποκλειστικό μονοπώλιο του λόγου. Καμία από αυτές τις ανυπόφορες συνήθειες της τηλεόρασης, που απεχθανόταν ο Νταντιέ, επαναλαμβάνοντας πως το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν το μοναδικό μέσο να μιλά χωρίς να το διακόπτουν. [σ. 138]

Όλα τα παραπάνω ισχύουν στα δείπνα της Σοφί ντυ Βιβιέ, στο υψηλό σαλόνι της στο ακόμα υψηλότερο αριστοκρατικό έβδομο διαμέρισμα του Παρισιού. Η επιδειξιο-τελειομανής οικοδέσποινα έχει ως ιερό καθήκον της τον εντυπωσιασμό των καλεσμένων της – ακόμα και αν οι άνθρωποι πλήξουν στα δείπνα της, η ανία τους οφείλει να είναι ξεχωριστή. Πολύτιμη συνεργάτης της στην μόνη αυτή δραστηριότητα που γεμίζει τη ζωή της είναι η οικιακή βοηθός Σόνια. Η νεαρή Μαροκινή διακρίνεται και ενίοτε αντιπαθείται για το περίφημο περήφανο χαμόγελό της, όχι κάποιου αισθήματος ανωτερότητας αλλά μιας ήρεμης βεβαιότητας εκείνων που απλώς αισθάνονται όμορφα. Η μεταξύ τους σχέση μετράει ήδη πέντε χρόνια χωρίς την παραμικρή εκδήλωση συναισθηματικής κατανόησης, αλλά με το μέγιστο ποσοστό ανοχής. Όσα δεν λένε έχουν μεγαλύτερη σημασία από έναν διάλογο επιχειρημάτων. Η ανταλλαγή απόψεων θεωρείται επικίνδυνη· θα σήμαινε οικειότητα και θα απειλούσε την σχέση εξουσίας.

Η οργάνωση των δείπνων ακολουθεί την εμμονή της εμψυχώτριάς τους, που επιμένει ιδιαίτερα στην ταξιθέτηση των προσκεκλημένων σύμφωνα με τις δικές ιδέες περί έλξης και απώθησης «σε μια εύθραυστη ισορροπία αυτής της Γιάλτας της κοσμικότητας». Η διάταξη των θέσεων, η επιστολογραφία των προσκλήσεων και η προμελέτη όλων των εξελίξεων αποτελούν το επίκεντρο της ζωής της· η δε πρόβλεψη κάθε πιθανού απρόοπτου ολοκληρώνει την πολεμική της ετοιμότητα. Πώς είναι δυνατόν να αποτύχει η επιστήμη των δεξιώσεων και η τέχνη των αναλογιών; Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στο Θέατρό της, κι ας πρόκειται για γαλλική κωμωδία. Κι όμως, το ξαφνικό κώλυμα ενός προσκεκλημένου περιορίζει τους συνδαιτυμόνες στον ανεπιθύμητο αριθμό των δεκατριών. Ως έσχατη λύση επιλέγεται η Σόνια.

Οι προσκεκλημένοι ακονίζουν τα μαχαίρια τους: άλλοι ενοχλούνται από την μιαρή παρουσία, άλλοι ετοιμάζονται να απολαύσουν την ταπείνωσή της, όλοι εμβρόντητοι πληροφορούνται τις διδακτορικές της σπουδές. Η ανάκριση αρχίζει και οι ανώτερες τάξεις καιροφυλακτούν για τις απαντήσεις της μετανάστριας, μέσα στις οποίες αγωνιούν να διακρίνουν ομολογίες και δικαιολογίες. Η ευστροφία τους φτάνει μόνο μέχρι τους γνώριμους τρόπους απαξίωσης: μπερδεύουν το επώνυμό της, θυμούνται το φολκλόρ της χώρας της, αναρωτιούνται ποιοι την προώθησαν και πού ελπίζει να εργαστεί. Μόνο που η Σόνια παρά την αρχική της αμηχανία αποδεικνύεται εξαιρετική χειρίστρια του λόγου και αποστομωτική συνδιαλεγόμενη. Την ίδια στιγμή που μετατρέπεται σε έκθεμα, αμέσως επιστρέφει τους προβολείς στους επιτιθέμενους, που ο ένας μετά τον άλλον καταπίνουν τη γλώσσα τους.

Αρκεί να υπήρξες κάποτε φτωχός για να ανήκεις για πάντα στο στρατόπεδο εκείνων που δεν αντέχουν να μιλούν οι άλλοι για τη φτώχια παρά μόνο αν ξέρουν καλά για τι μιλούν. Δεν αντέχουν ούτε καν να χρησιμοποιείται η λέξη. [σ. 106]

Ο εβραϊκής καταγωγής και μαροκινής ανατροφής συγγραφέας αποδεικνύεται μαιτρ στην σύντομη πλην δηκτικότατη βιογράφηση του καθενός από τους καλεσμένους (ιδίως τη στιγμή που καταφτάνουν ο ένας μετά τον άλλον), ενώ η ειρωνεία του για τις πλαστές «νεο-γυναίκες» φτάνει στα όρια του γυμνού σαρκασμού. Ένα δεύτερο πεδίο όπου η γραφή του απογειώνεται είναι οι ζωντανοί διάλογοι, εύρυθμα μοιρασμένοι ανάμεσα στην ένταση της στιγμής και την κρισιμότητα των λέξεων των ομοτράπεζων, που όσο κι αν προσπαθούν να κινηθούν στην ελαφρότητα, γλιστρούν και πέφτουν σε βάθη μικροπρέπειας. Επιπρόσθετα, δεν παρασύρεται από το αβανταδόρικο θέμα και αποφεύγει να του δώσει την έκταση μυθιστορήματος – ενώ κάλλιστα θα μπορούσε, καθώς οι σχετικοί διάλογοι είναι ανεξάντλητοι – επιλέγοντας χάρη στη θραυσματικότητα της νουβέλας να το αφήσει ως έχει: ατελές και ορθάνοιχτο.

Όλοι αυτοί οι επαγγελματίες των υπηρεσιών και υπηρέτες των επαγγελμάτων, επίκαιροι αλλά ποτέ σύγχρονοι, ετούτη η «κοινωνία του θεάματος και του θεαθήναι, όταν δεν απολαμβάνει την εσωτερική της κατανάλωση – ο ένας τρέφεται από τον άλλον, όταν δεν αποτελεί πιστό αντίγραφο άλλων αντιγράφων ή ιδανικό ντεκόρ συγκεκριμένου περιβάλλοντος – στρέφεται στη βορά του ξένου. Όχι βέβαια εναντίον του πάμπλουτου αμερικανού επισκέπτη – επενδυτή, στον οποίο όλοι ετοιμάζονται να κάνουν βαθιά, πολύ βαθιά υπόκλιση αλλά σ’ εκείνον που (ευελπιστούν  πως) θα τους κάνει να αισθανθούν ανώτεροι. Από την άλλη, η ευρύτερη γαλλική κοινωνία προφανώς κάνει πως δεν θυμάται το ποσοστό της δυναμικής των μεταναστών στην σύνθεσή της, ούτε βέβαια την συνεισφορά τους στον πολιτισμό της και στη συνολική της ουσία. Και άλλωστε τι θα ήταν τα γεύματά της κυρά – Σοφί χωρίς το πολύτιμο ζεύγος της υπηρέτριας και του μάγειρα;

Κάποια στιγμή ένας ευφυής καλεσμένος, ο Νταντιέ μονολογεί  «Να μάθουμε να είμαστε προσκεκλημένοι οι μεν των δε, μακριά από κάθε θρησκευτικό φανατισμό και άλλες τέτοιες μπούρδες. Αλλιώς θα καταστραφούμε. Αχ, η τέχνη του προσκεκλημένου…» αλλά η φωνή του χάνεται στα τσουγκρίσματα της συγκατάβασης. Όταν όμως η Σόνια ακούει πως στο Παρίσι θα είναι πάντα μια φιλοξενούμενη, απαντά: Το ίδιο και αλλού. Παντού όπου κι αν πάω. Έτσι, είναι καλύτερα να ζω εκεί όπου νιώθω λιγότερο…προσκεκλημένη όπως λέτε. […] Η ψυχή της Γαλλίας ήταν πάντα οι ξένοι της. Αυτοί είναι που την επαναφέρουν στο μεγαλείο της, επειδή γι’ αυτό την αγαπούν. Πρέπει πάντα να κάνεις περισσότερα απ’ ότι οι Γάλλοι, για να ελπίζεις να γίνεις εντελώς Γάλλος, χωρίς ωστόσο ν’ αρνείσαι τον εαυτό σου. Με αυτό τον τρόπο, οι «ξένοι» της τραβούν τη χώρα προς τα πάνω. [σ. 159]

Η αποικιοκρατική συμπεριφορά, η αναπαραγωγή δόλιων στερεοτύπων και ο συγκαλυμμένος ρατσισμός θα βρίσκουν πάντα ιδανικό έδαφος στην ημιμάθεια και την κενότητα των προαστιακών μεγαλοαστών και όχι μόνο. Αλλά αυτοί δεν ξέρουν τίποτα για τη ζωή, ενώ η Σόνια την ζει παλεύοντας και την παλεύει ζώντας, καθώς από τότε που θυμάται τον εαυτό της βρίσκεται σε κατάσταση φυγής, σε θέση μειοψηφούσα και μειονεκτική, σε μια διαρκή κατάσταση άμυνας και απολογίας αλλά και με την αμετακίνητη επιθυμία να είναι μια πρέσβειρα μιας Γαλλίας πεφωτισμένης και εξιδανικευμένης, της Γαλλίας του Διαφωτισμού. Σε αυτή τη διαρκώς «μεταβλητή γεωμετρία μια κινούμενης πραγματικότητας», όπου ονειρευόταν να είναι ακόμα κι αν η κουλτούρα δεν βρίσκεται στα βιβλία αλλά στη ζωή, η Σόνια είχε μάθει από τους καλούς συγγραφείς ότι αυτό το πλήθος μέσα της ήταν γόνιμο. Αυτή η ένταση θα ήταν ο πλούτος της. Μήπως για άλλη μια φορά, όπως τότε έτσι και τώρα, η λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε όλοι προσκεκλημένοι;

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 196 [Les Invités, 2009].

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τα δυο παραθέματα): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 32 (χειμώνας 2012).

17
Νοέ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 126

Ριού Μουρακάμι, Σχεδόν διάφανο γαλάζιο, εκδ. Printa, 2008, μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σ. 99-100 [Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue].

Και μετά αυτές οι σκέψεις κι όλες οι εικόνες που βλέπεις απ’ τα αμάξι καθώς οδηγείς συσσωρεύονται, σωριάζονται η μία πάνω στην άλλη. Τα σπίτια και τα χωράφια, που έρχονται σιγά σιγά προς το μέρος σου και μετά τ’ αφήνεις ξαφνικά πίσω σου…Κι όλο αυτό το σκηνικό κι ό,τι έχεις μες στο κεφάλι σου, ανακατεύονται. Ο κόσμος που περιμένει στη στάση του λεωφορείου κι ένας μεθυσμένος μ’ επίσημο ένδυμα που τρεκλίζει εκεί μπροστά, και μια γριά μ’ ένα καλάθι γεμάτο πορτοκάλια, και λιβάδια γεμάτα λουλούδια και λιμάνια και εργοστάσια ηλεκτρικού – τα βλέπεις όλα αυτά, κι αμέσως μετά δεν μπορείς να τα δεις πια, αλλά μπερδεύονται στο κεφάλι σου μ’ αυτά που σκεφτόσουνα πριν, καταλαβαίνεις τι σου λέω; Το φίλτρο φακού που έχεις χάσει και τα λιβάδια με τα λουλούδια και το εργοστάσιο γίνονται ένα. Ε, τότε κι εγώ τα ανακατεύω σιγά σιγά, όπως μ’ αρέσει, αυτά που βλέπω κι αυτά που σκέφτομαι, και ρίχνω μέσα και όνειρα και βιβλία που έχω διαβάσει κι αναμνήσεις, για να στήσω – πώς να σ’ το πω; – μια σκηνή σαν αναμνηστική φωτογραφία.

09
Νοέ.
12

Χοσέ Λεσάμα Λίμα – Paradiso

O κολασμένος παράδεισος της γραφής

Α. Περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου

Ύστερα από πολλές μέρες σκοπιάς στο μελαγχολικό παρατηρητήριο του κατωφλιού, ο Χοσέ Εουχένιο ξαναγύρισε με μεγαλύτερη επιμονή στη διόραση μέσα από τις περσίδες. Το παιχνίδι τους μετασχημάτιζε την κατοικία των γειτόνων σε ένα πολύεδρο που τα φώτα του συνενωνόντουσαν μετά τη στιγμιαία κατάτμησή τους από τις λάμες των περσίδων. Εκείνοι οι νεοφερμένοι μεταμορφωνόντουσαν στα μάτια του σε θραύσματα μυστηρίου και περιπέτειας, που όταν πλησίαζαν, έμοιαζαν με σπινθηροβολήματα που σκέπαζαν το παντζούρι με μια επιφάνεια φωτός, συμπαγούς και κατόπιν υποδιαιρεμένου σε λωρίδες, έτσι που η όρασή του δεν συγκρατούσε παρά αποσπάσματα μορφών, με τα οποία δεν μπορούσε να ανασυνθέσει την ολότητα ενός σώματος ή μιας κατάστασης, οπότε συνέχιζε να τις θωπεύει με μια ανάλαφρη και απροσδιόριστη ηδυπάθεια. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνελάμβανε και κατόπιν σταθεροποιούσε τις φευγαλέες ριπές φωτός που φώτιζε περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου. [σ. 120]

Ιδού πως λογοτεχνεί ο συγγραφέας την παρακολούθηση του απέναντι γειτονικού σπιτιού στην άλλη πλευρά της αυλής από τον μικρό Χοσέ Εουχένιο· το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της εκπληκτικής Παραδείσιας εικονοπλασίας και περιγραφικότητας. Μιλάμε για μια μνημειώδη σελίδα της λατινοαμερικανικής γραφής, ένα αριστείο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, το κατά Φουέντες μεγαλύτερο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην ισπανόφωνη Αμερική. Το Paradiso είναι η παιδικότητα, η εφηβικότητα, η σταδιακή ωρίμανση και ο τερματισμός προς την ενηλικίωση του κεντρικού χαρακτήρα, του Χοσέ Σεμί, ποιητή μεγαλωμένου σε σπίτια περιπλανώμενων στρατοπέδων στους Τροπικούς, στα αίθρια πολλών ενοίκων και υπηρετών, «με τα δωμάτια με τις κρυφές προσωπικότητες». Σε αυτές τις επικράτειες δεν υπάρχει καν πλοκή ή γραμμικότητα, σε αυτούς τους τόπους η πολυπλόκαμη οικογενειακή σάγκα μοιάζει απειροελάχιστο μόριο.

Β. Η γραφή που φοβίζει τους δικτάτορες ή H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Ο κουβανικής, βασκικής και ανδαλουσιάνικης καταγωγής συγγραφέας Χοσέ Μαρία Αντρές Φερνάντο Λεσάμα Λίμα (Αβάνα 1910 – 1976), ποιητής και δοκιμιογράφος, ίδρυσε ο ίδιος το περιοδικό Origenes (1944), όπου και άρχισε την τμηματική δημοσίευση του Paradiso. Το έργο εκδόθηκε στην Κούβα το 1966 προκαλώντας αμηχανία στο καθεστώς, παρά το γεγονός ότι δεν είχε συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Όμως η ίδια η γραφή, που θεωρήθηκε ακατανόητη, μεταφυσική και επικίνδυνη, πανικόβαλλε τους λογοκριτές που το απέσυραν από την κυκλοφορία. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία κατατρομοκρατεί τους δικτάτορες και μόνο ως λογοτεχνία! Ο συγγραφέας ανταπέδωσε την ψυχρότητα, παραιτούμενος από την εργασία του ως δικηγόρου και την θέση του στο υπουργείο Παιδείας της Κούβας για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη γραφή. H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Γ. Μυθιστορημένο ποίημα, ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα

Ο μεταφραστής συντάσσει πλήρεις Οδηγίες προς Ναυτιλομένους (συμβουλευόμενος και την εισαγωγή της επιμελήτριας της ισπανικής έκδοσης, της Ελοΐσα Λεσάμα Λίμα, αδελφής του συγγραφέα) που μας οδηγούν τουλάχιστο μέχρι τα ανοιχτά, γιατί από εκεί κι έπειτα ανοίγεται ένας ωκεανός γραφής, της γραφής του Paradiso, που αποτελεί ένα άκρως προσωπικό νεομπαρόκ δοκιμιακό μυθιστορημένο ποίημα ή ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα, ένα ολικό μυθιστόρημα [Novela Total]. Η δοκιμιακή συνιστώσα χαρακτηρίζεται από πυκνές αναφορές σε ελληνική μυθολογία, αρχαιοελληνική φιλοσοφία και γραμματεία, ορφισμό, κινεζική σοφία, αιγυπτιακή θρησκεία, ρωμαϊκή ιστορία, θρησκειολογία, σε πλήθος τεχνών και επιστημών. Η ποιητική – μυθοποιητική πλευρά είναι εμφανής όχι μόνο μορφολογικά – ο συγγραφέας πέρασε πολλά χρόνια στην ποίηση – αλλά και λειτουργικά, ενώ η μυθιστορηματική ξεχειλίζει σε κάθε σελίδα.

Δ. Ο παιάνας του τσιγάρου, μια χαρωπή πυγολαμπίδα στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς

Το κείμενο είναι καταφορτωμένο από σχοινοτενείς παρεμβάσεις και ρήξεις της συνέχειας, αλληγορίες και συμβολίσματα. Αλλά είναι κυρίως οι μεταφορές, οι παροιμοιώσεις και οι εικονοπλασίες που το απογειώνουν. Οι μασκαρεμένοι του καρναβαλιού δίνουν άγριες μαχαιριές σ’ έναν αποξηραμένο αέρα, οι συριγμοί του εκκλησιαστικού οργάνου μοιάζουν με του μαχαιριού που κόβει ένα παγωμένο κυδώνι και ο παιάνας του τσιγάρου με χαρωπή πυγολαμπίδα λουσμένη στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς. Οι ατμόσφαιρες της ευθιξίας σκεπάζουν σαν ομίχλη καθημερινά  το σπίτι, οι αναθυμιάσεις του πηχτού απόβραδου διαδέχονται τη νυσταλέα αχλύ του απομεσήμερου. Η βιτρίνα των κατευοδίων αφήνει τον πιο αποτελεσματικό σπόρο για να φυτρώσουν οι αναμνήσεις, το μικρό σώμα μοιάζει με ιππόκαμπο θρονισμένο στο καύκαλο γιγάντιας χελώνας, η ξηρασία του Αυγούστου πυρπολεί τον ύπνο.

Οι κυκλοφορούντες χαρακτήρες, κάποτε πλαδαροί σαν βρεγμένη φέτα ψωμιού, γεύονται μέλι από μέλισσες άξιες ελληνικού επιγράμματος, υφίστανται την απαλή βία του ζευγαρώματος και το μυστήριο των υπόγειων καμωμάτων της θέλησης και απαιτούν να διεισδύσουν στο μυθιστόρημα, εκεί όπου τα γηρατειά είναι ένα άλλο είδος νεότητας, διαπερατή και ανάλαφρη, ή «μεγαλώνουν προς τα μέσα, προς το όνειρο». Οι εικόνες είναι καταιγιστικές: οι κλωστίτσες της βροχής κυλούν ή στροβιλίζονται ταχέως ανάμεσα στα παράσημα, τα γαλόνια και τα μεταλλικά κουμπιά της στολής του Συνταγματάρχη, η πυγολαμπίδα της κάφτρας του τσιγάρου χαράσσει σπείρες, σαν προειδοποιητικά σήματα της πλημμυρίδας του ύπνου που πλησιάζει, κλειστή βαλβίδα στην προβολή του φωτός. Μια πεταμένη κάλτσα μοιάζει με ουρά σειρήνας σε λασπερή αμμουδιά, κάποιες ρίζες πλέχτηκαν γύρω από την ξιφολόγχη σαν ένα πυθαγόρειο κηρυκείο…

Χρόνια αργότερα θα μαθαίνανε ότι από εκείνη την καταβόθρα πετούσαν τα σκουπίδια, και γι’ αυτό το λόγο οι καρχαρίες μπαίνανε στις υποβρύχιε σπηλιές του φρουρίου, περνώντας από το όνειρο στο βαβυλωνιακό τσιμπούσι των σκουπιδιών. Τόνοι ολόκληροι σκουπιδιών μεταμορφωνόντουσαν στο ιερό ασήμι των φτερών τους και των λεπιών τους, σαν να είχαν στιλβωθεί από τον Γλαύκο, και την ακολουθία του των χαρούμενων σαλπιγκτών. Κίνητρο επαρκές, εντούτοις, για να τροφοδοτήσει πολλά χρόνια εφιαλτών… [σ. 199]

Ε. Γελοιογράφοι και γελοιογραφούμενοι

Όπως συμβαίνει με τις πολυπρόσωπες τοιχογραφικές και τοιχογραφημένες σάγκες, οι δευτερεύοντες και δορυφορικοί χαρακτήρες έχουν ειδικό λογοτεχνικό βάρος αλλά και αποκτούν έδαφος για ολόδικές τους εμφανίσεις, όπως ο φλαουτίστας Μαρτινσίλιο, «με μια ωχρότητα κιννάβαρης, ψιλόλιγνος και υπερόπτης» όποτε ένιωθε να φυσάει η αύρα στις στρεβλωμένες καλαμιές των σπλάχνων του ή ο Αδαλμπέρτο, γελοιογράφος των μπιστρό, ο οποίος….

τη νύχτα έβγαινε, έχοντας μαζί του ένα μικρό βαλιτσάκι με κοχύλια κάθε είδους. Με μια ψυχρή ευγένεια πλησίαζε στα τραπέζια των νυκτερινών καφέ και, με τα χρώματα που περιείχαν τα κοχύλια του, έφτιαχνε τα πορτραίτα των αργόσχολων κυριών. Καθόταν στο τραπέζι όπου ασκούσε την τέχνη του, όταν, περασμένα μεσάνυχτα, έχοντας φύγει οι πελάτες, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια ερωτομανή κυρία περασμένης νεότητας. Αφού τελείωσε το πορτραίτο της, αλληλοκοιτάχτηκαν με μακριές παύσεις ανικανοποίητης προσφοράς και σαρκικής αισθησιακότητας με πρόοδο συμφωνικού έργου. Τον προσκάλεσε στο απαστράπτον διαμέρισμά της, ερωτικά δροσισμένο με μεταλλικό νερό. [σ. 49, 50]

ΣΤ. Η Μπαρόκ Τέχνη του Λόγου

Αν η μπαρόκ τέχνη περιλαμβάνει κολοσσιαία μεγέθη, διακοσμητική υπερφόρτωση, οπτικές απάτες και μαζικά εφφέ, η αντίστοιχη λογοτεχνία πλημμυρίζει από μεγάλες περιόδους και προτάσεις, πληθωρική ρητορεία μέσω εκφραστικών σχημάτων του λόγου (κυρίως παρομοιώσεων και μεταφορών) και υποβλητικές εικόνες, ο δε εκλεκτικισμός της συμμειγνύει στοιχεία από διάφορα και ποικίλα στυλ: από ρεαλισμό, μαγικό ρεαλισμό και υπερρεαλισμό μέχρι λογική, προ – λογική, όνειρο και φαντασία. Πρόκειται όμως – επιμένει ο επιμετρών μεταφραστής – για αμερικανικό μπαρόκ (ή Νεομπαρόκ), διακρινόμενο από το ευρωπαϊκό κλασικό γοτθικό μπαρόκ ή το ισπανοαραβικό μπαρόκ. Το πρώτο διαθέτει τα στοιχεία του δεύτερου αλλά έχει συν τοις άλλοις τα χαρακτηριστικά ανοιχτού συστήματος σύνθεσης, που δεν τελειώνει με την ολοκλήρωση αλλά παραμένει ατέλειωτο, με ερωτήματα αναπάντητα και επιθυμίες ανεκπλήρωτες. Και φυσικά η ποικιλία των εκφραστικών λύσεων και η ικανότητα αφομοίωσης των ποικίλων και των ετερόκλητων κατασκευάζουν ένα μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα – άλλωστε «το μεταμοντέρνο δεν είναι παρά ένα μπαρόκ με σύγχρονα υλικά και οικοδομική».

Ο Συνταγματάρχης πήγε στο Τάτσκο υπακούοντας σε ορισμένες μυστικές οδηγίες, και, στο καφέ Μπέρτα, είδε τα συλλογή των μασκών. Εκεί ήταν που τις φύλαγαν, όμως τις ημέρες των μεγάλων εορτών ή επετείων, ο κατειλημμένος από τα δαιμόνιά του λαός έτρεχε εκεί για να τις βρει. Καθένας έψαχνε τη δική του, σαν να του ήταν αφιερωμένη τώρα και αιώνες. Μάσκες αγριεμένων μοσχαριών, χαρακωμένες με επιθετικά χρώματα· ή βοδιών, με ένα χρώμα σιέννας ομοιογενές και νυσταλέο, ψηλές σαν πύργοι, για να δηλώσουν με το κούνημα του κεφαλιού τους μια ανεξήγητη κόπωση·  ή μάσκες αιματόχρωμες, με ένα γκριζοπράσινο βρώμικο ράμφος, δηλωτικό μιας νευρωτικής φεουδαρχικής ναυτίας, που τα χτυπήματά του στο ψοφίμι μιμούνταν μια επαναληπτική αιγυπτιακή περιέργεια· και μάσκες κογιότ, που θα ’λεγες ότι η νύχτα τους ερέθιζε την προβιά, αιφνιδίως ακινητοποιημένα, σαν να ξεφύτρωναν από το σώμα τους ζευγάρια μάτια.  [σ. 67-68]

Ζ. Αναζητώντας τον Χαμένο Παράδεισο

Ο κύκλος των συγγενών και ο δεσμός των φίλων, οι αντιθέσεις της λατινοαμερικάνικης ψυχής και η ουσία της κουβανικότητας, η ιστορική διάσταση και η βαθύτατη αγνεία της παιδικότητας όλα επιχειρούν να χωθούν στον Παράδεισο. Ο Οδυσσέας του Παραδείσου γίνεται τελικά Άνθρωπος με Ιδιότητες και Αναζητητής του Χαμένου Χρόνου μαζί και λογοτεχνείται από τον συγγραφέα που χαρακτηρίστηκε ως ο «Προυστ της Καραϊβικής».

Εκδ. Ίνδικτος, 2002, μτφ. από τα ισπανικά, μελέτημα – κριτική παρουσίαση: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, 723 σελ. Το εκατοντασέλιδο επίμετρο περιλαμβάνει κείμενα για τη μετάφραση, το έργο, εργογραφία, βιβλιογραφία, χάρτη και χρονολόγιο συνοπτικής ιστορίας της Κούβας [José Lezama Lima, Paradiso, 1966.]

και ήταν ακριβώς αυτή η λέξη Ακροατής που την άκουσε και την αφομοίωσε ο Χοσέ Σεμί σαν το ερμηνευτικό κλειδί ενός άγνωστου κόσμου και θύμιζε το πέτρινο πρόσωπο της αυτοκράτειρας Πλοτίνα στο Παλάτι του Καπιτωλίου όπου η βράχινη κούκλα που σχηματίζει η μύτη από τις γλυφές, προκαλεί την εντύπωση ενός αιγυπτιακού προσώπου της εποχής του Διπύλου, από το οποίο, αν αφαιρέσει κανείς τις γάζες, αποκαλύπτει τη νεανική συντήρηση της επιδερμίδας του, ωσάν να πρόκειται για κάποιο νέο είδος, όπου ο χρόνος παρεμβαίνει ως αναγκαίο αλλά τυφλό τεχνούργημα, ακυρώνοντας τις αρχικές ιδιότητες που επεδίωξε ο καλλιτέχνης, για να τις αντικαταστήσει με άλλες, ικανές να ταπεινώσουν αυτό τον ίδιο τον καλλιτέχνη, καθώς μας φανερώνεται μια νέα λύση στη δημιουργία ενός πέτρινου προσώπου, που ούτε καν τη διέβλεψε. Μας φαίνεται ότι σ’ αυτή την περίπτωση ο χρόνος περιπαίζει τον χρόνο, καθόσον όταν επιτίθεται άγρια πάνω σ’ εκείνο το πέτρινο πρόσωπο και πετυχαίνει την πρώτη του στιγμιαία νίκη σκαλίζοντας τη μύτη, η ίδια μύτη επανεμφανίζεται για να διαλεχθεί ή να ομοιοκαταληκτήσει με το υπόλοιπο πρόσωπο που παρέμεινε αναλλοίωτο. [σ. 79].




Νοέμβριος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Δεκ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 1.004.582 hits

Αρχείο