Αρχείο για Νοέμβριος 2012

27
Νοέ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 110. Άρης Μαραγκόπουλος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το Χαστουκόδεντρο είναι ένα μικρό, προσωπικό έπος, που προσδοκώ να διαβαστεί ως έπος μιας εποχής. (Ξέρω θα πείτε, «μεγάλη φιλοδοξία». Ναι, έχω. Η μικρή φιλοδοξία είναι μικρή.) Είναι η απόπειρα να καταλάβω/καταλάβουμε το γιατί και το πώς της νεοελληνικής μοίρας. Έπος-ντοκιμαντέρ, μυθιστόρημα-ντοκιμαντέρ, Σινεμά-μάτι / μυθιστόρημα-μάτι (για να θυμίσω τη δουλειά του σκηνοθέτη Τζίγκα Βερτόφ), μια κυβιστική οπτική της ελληνικής μας περίπτωσης: με άξονα τη ζωή ενός ζευγαριού κομμουνιστών που, όμως, υπήρξε η ζωή χιλιάδων ανθρώπων που δοκίμασαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια στους πιο αναξιοπρεπείς καιρούς, στις πιο αναξιοπρεπείς συνθήκες. Είναι, αν θέλετε, ένα μυθιστόρημα μύησης με πρωταγωνιστή την Ελλάδα του 20ού αιώνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα βιβλία μου μιλάνε πάντα για τα ίδια πράγματα. Αυτά που μου έκαναν εντύπωση από μικρό παιδί. Κυρίως από μικρό παιδί. Απλώς μιλάνε με διαφορετική φωνή το καθένα. Αυτό ψάχνω κάθε φορά: τη διαφορετική φωνή που θα μιλήσει για τα ίδια πράγματα. Τη διαφορετική φωνή την ακούω κάποια στιγμή μέσα μου. Ποτέ δεν εμπνεύστηκα από κάποιο βιβλίο. Εμπνέομαι από τις στενοχώριες και τις χαρές μου. Από τις ματαιώσεις, τις νίκες, τις ήττες μου. Υποθέτω το ίδιο κάνουν όλοι: από τον Τζόις έως τον τελευταίο γραφιά του 19ου αιώνα. Ω, η ζωή του καθενός μας είναι ολόκληρο roman fleuve, τι να λέμε τώρα! Το ζήτημα είναι να βρεις τη φωνή του, τη φωνή σου κάθε φορά που ξεκινάς κάτι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπορώ να δουλεύω ακόμα κι όταν γύρω μου γίνεται χαμός. Αντέχω ακόμα κι όταν με σταματάνε για να κάνω μια δουλειά, ή για να σηκώσω το τηλέφωνο… Άμα έχω μια ιδέα σφηνωμένη στο μυαλό μου δεν με εγκαταλείπει με τίποτε! Αλήθεια. Οπωσδήποτε προτιμώ την ησυχία. Δεν θέλω καθόλου να ακούω μουσική. Με αποσπά. Ο θόρυβος των ανθρώπων με αποσπά πολύ λιγότερο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολύ συχνά. Κάποτε δούλευα σε φροντιστήρια. Στο δεκάλεπτο διάλειμμα πήγαινα στο δωματιάκι που φτιάχναμε καφέ κι έγραφα. Στη δουλειά μου επίσης: πολύ συχνά γράφω ενώ γύρω μου καίγεται το σύμπαν και, υπόψη, είμαι πολύ συνεπής επαγγελματίας στη δουλειά μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Από Έλληνες θα επέλεγα κάποιον από τους πρωτομοντέρνους π.χ. τον Βιζυηνό, τον Μητσάκη, τον Παπαδιαμάντη (με διάθεση να αποδομήσω εντελώς το θρησκευτικό του στοιχείο επιστρέφοντάς το στη βιβλική ιλύ όπου εξ ορισμού ανήκει…). Αλλά και ο Κοσμάς Πολίτης με ενδιαφέρει πολύ ως περίπτωση μοναχικού αγωνιστή… Η Ελισάβετ Μαρτινέγκου επίσης… Ο Νικόλας Κάλας, πάρα μα πάρα πολύ, αισθάνομαι καμιά φορά ότι του μοιάζω σε μερικά πράγματα…

Από ξένους θα ήθελα να γράψω (σε μια άλλη ζωή πια) για τον Λεονίντ Αντρέγιεφ και όλη εκείνη τη γενιά των ρώσων… Για τον Σέλεϊ επίσης και κυρίως για τη γυναίκα του Μαίρη, συγγραφέα του Φρανκεστάιν. Ω, είναι μεγάλος ο αριθμός για έναν άνθρωπο που βιογραφεί σε όλα του τα βιβλία, αρχής γενομένης με το Οι ωραίες ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου και πάει λέγοντας έως τη Μανία με την Άνοιξη και το Χαστουκόδεντρο.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής είναι συγγραφέας. Τελεία. Η κακή μετάφραση είναι έργο κακού συγγραφέα. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω: ο μεταφραστής μεταγράφει σε άλλο ιδίωμα, με άλλη έμπνευση, σε άλλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με άλλη υποδομή, σε άλλη κουλτούρα κ.λπ. ένα έργο. Κάνει δηλαδή εξαιρετικά πολλά και δύσκολα πράγματα. Μπορεί να καταστρέψει ένα έργο, μπορεί να αλλοιώσει ένα έργο, μπορεί να δώσει νέα πνοή σε ένα έργο. Όλα μπορεί να τα καταφέρει ο μεταφραστής, και τα καλά και τα άσχημα. Γι’ αυτό είπα, είναι συγγραφέας.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θεωρώ ότι η καλύτερή μου μετάφραση υπήρξε η Πλατεία Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς. Και με δυσκόλεψε και την απόλαυσα και κάτι (νομίζω) κατάφερα για τον Έλληνα αναγνώστη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εκτός από το Πλατεία Ουάσιγκτον συστήνω και το Μοντεράτο Καντάμπιλε της Μαργκερίτ Ντιράς. Ναι, ήταν κι αυτό μια πολύ καλή μετάφραση. Α! και τον Σαρραζίνο του Μπαλζάκ, κι αυτή δεν είναι κακή μετάφραση. Και τα τρία άλλωστε είναι, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, εξαιρετικά έργα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος θα χρηματοδοτούσε μια τετράχρονη-πεντάχρονη δουλειά για να μεταφράσω το Ulysses;

Περί εκδόσεων

Εκδόσεις Τόπος. Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου; Πότε ξεκίνησε, τι θυμάστε από τις πρώτες του μέρες, πότε αναλάβατε την διεύθυνσή του;

Είμαι ιδρυτικό στέλεχος του Τόπου. Είμασταν κάμποσοι άνθρωποι με όνειρα για το βιβλίο στον Τόπο. Το 2007. Τώρα έχουμε, οι περισσότεροι, πάντα την ίδια όρεξη και τα ίδια όνειρα. Αλλά η κρίση, ενώ βρισκόμασταν σε πλήρη ανάπτυξη, μας «χαστούκισε» άσκημα…

Διευθύνω μόνον το τμήμα λογοτεχνίας (και η λέξη «διευθύνω», ειδικά σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς σηκώνει πάρα πολύ νερό). Δεν έχω ιδέα και φυσικά δεν ασχολούμαι καθόλου με την οικονομική διαχείριση.

Σε ποιο βαθμό συμμετέχετε στην αισθητική εμφάνιση των εκδόσεων (εξώφυλλα κλπ.);

Συμμετέχω σε όλη τη διαδικασία όταν ένα βιβλίο με ενδιαφέρει. Το διαβάζω, το φροντίζω, το περιποιούμαι, με όλες τις έννοιες του όρου. Φυσικά και παίρνω μέρος στην αισθητική του εμφάνιση. Που δεν αφορά μόνο το εξωτερικό περίβλημα αλλά και το εσωτερικό (concept, στήσιμο, γραμματοσειρά, διάστιχο, ένθετες εικόνες και σχέδια κ.λπ.).

Για ποιους τίτλους είστε υπερήφανος; Ποιο βιβλίο σας απολαύσατε ως την τελευταία σελίδα; Ποιο θα προτιμούσατε να μην έχετε εκδώσει;

Είμαι πολύ περήφανος που εκδώσαμε (σε εξαιρετική φιλολογική επιμέλεια του Αριστοτέλη Σαΐνη) την Τριλογία του Βασιλικού. Περήφανος που «κλείσαμε» τα έργα του Ουίλιαμ Μπάροουζ. Πoλύ περήφανος που έδωσα μορφή κατάλληλη στο χρονικό του Χρήστου Δανιήλ ώστε να ξαναδιαβαστεί η ποίηση της Μάτση Χατζηλαζάρου με το Ιούς Μανιούς ίσως και Aqua Marina. Ναι, από… περηφάνεια, για πολλά βιβλία μας, πάμε καλά.

Η ιστοσελίδα των εκδόσεων Τόπος παρουσιάζει όλες τις κριτικές θέσεις που αφορούν τα βιβλία αλλά και ειδικούς οδηγούς ανάγνωσης, ενώ το διαδικτυακό φανζίν ανοίγει θύρες σε διάφορα λογοτεχνικά ζητήματα. Ποια η θέση όλων αυτών στην αναγνωστική διαδικασία; Πώς αποφασίσατε την κατασκευή αυτών των περιεκτικών ιστοσελίδων;

Το Διαδίκτυο είναι εξαιρετικό εργαλείο για την προώθηση των βιβλίων. Το αγκαλιάσαμε από την πρώτη στιγμή. Δεν καθυστερήσαμε λεπτό. Αλλά υπάρχουν πάρα πολλά που θέλουμε να κάνουμε ακόμα και δεν τα προχωράμε λόγω συνθηκών.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Ιστορία, Αρχαιολογία, Ιστορία της Τέχνης, Φωτογραφία, Ζωγραφική. Οι σπουδές μου επέτρεψαν στη γραφή μου να σταθεί πεισματικά, με άποψη, περισσότερο στην τέχνη του πράγματος, στην τέχνη του λόγου, παρά στον πεζό λόγο / περιεχόμενο / πλοκή του κάθε έργου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει όλες τις δουλειές που μπορεί να φανταστεί κανείς. Όλες, τις πιο απίθανες. Συνεχίζω παριστάνοντας τον εκδότη. Στην πραγματικότητα εργάζομαι ως επιμελητής, με την ακριβέστατη αγγλοσαξωνική έννοια του όρου, editor. Στην ανάγκη και ως διορθωτής. Στην ανάγκη και ως γραφίστας. Στην ανάγκη και ως φωτογράφος και επεξεργαστής illustrator, photoshop, κ.λπ. Με καταλαβαίνετε υποθέτω.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω έναν κλασικό συγγραφέα που δεν θα αποκαλύψω, διαβάζω πάντα τους κλασικούς, γράφω / σχεδιάζω, κάποια χρόνια κιόλας, ένα κόμικς.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω κουραστεί με τα εύκολα αναλώσιμα θεάματα όπως έχω κουραστεί και με τα εύπεπτα αναλώσιμα βιβλία. Έχω κουραστεί με τον αργό θάνατο του παγκοσμιοποιημένου σινεμά. Προσπαθώ να βλέπω μόνο ευρωπαϊκές παραγωγές. Η ταινία που μου αρέσει πάντα να αναφέρω είναι Η επέλαση των βαρβάρων, Les invasions barbares, του Ντενίς Αρκάν.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπαινίσσεσθε υποθέτω τα social media, επειδή το διαδίκτυο δουλεύει, είτε μας αρέσει είτε όχι, όπως ας πούμε το ηλεκτρικό φως. Μια χαρά και τα social media. Εικόνα της κοινωνίας μας, με ό,τι σημαίνει αυτό. Δεν ζούμε σε ελεφάντινο πύργο. Μια χαρά, μου αρέσει. Συναντάς τόσον κόσμο που δεν θα συναντούσες ποτέ. Πληροφορείσαι απίθανα πράγματα που, ακόμα κι αν φαίνονται άχρηστα με την πρώτη ματιά, κάποτε αποδεικνύονται χρησιμότατα. Ένα απέραντο καφενείο. Ένας καταπληκτικός χώρος για flaneurs κ.λπ. Και για επαγγελματίες, όπως εγώ, χρησιμότατο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θέλω την αιώνια νιότη. Ο κόσμος υπάρχει για να γεννιέται, να μεγαλώνει, να γερνάει, να πεθαίνει. Είναι πάρα πολύ όμορφο πράγμα αυτό. Και δεν τρελαίνομαι με το δώρο της γραφής και της ανάγνωσης. Θα μπορούσα να ζήσω και σ’ ένα νησί των Αντιλών (ή έστω του Αιγαίου) ως ψαράς. Ή στο παράσπιτο των 30 τετραγωνικών μιας έπαυλης στην Ιταλία ως κηπουρός. Ω, θα ήμουν ευτυχής, μακάριος, ως πτωχός τω πνεύματι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερώτηση: «Σας αρέσει ο κόσμος που ζούμε;»

Απάντηση: «Όχι, καθόλου, με τίποτε. Η ζωή όμως είναι υπέροχη.»

Σημ.: Παλαιότερα διανυκτερεύσαντες στο Πανδοχείο, Οδυσσέας και Διαστροφείς.

26
Νοέ.
12

Γκονσάλο Μ. Ταβάρες – Ιερουσαλήμ

Γραφήματα φρίκης, κλίμακες θλίψης

Κατάλαβε σαφώς πως εκεί, δίπλα στην εκκλησία, ανταγωνίζονταν δυο μεγάλοι πόνοι: ο πόνος που θα τη σκότωνε, ο κακός πόνος, έτσι τον είχε ορίσει, και από την άλλη μεριά ο καλός πόνος, ο πόνος της όρεξης, πόνος της επιθυμίας να φάει, πόνος που σήμαινε πως ήταν ζωντανή, ο πόνος της ύπαρξης, θα έλεγε, σαν να ήταν το στομάχι τη στιγμή εκείνη, στην καρδιά της νύχτας ακόμα, η ολοφάνερη εκδήλωση της ανθρωπιάς της, αλλά και των αμφίσημων σχέσεών της με τα μυστήρια που κανείς δεν γνωρίζει. Ήταν ζωντανή, και το γεγονός αυτό πονούσε περισσότερο εκείνη τη στιγμή, με τρόπο αντικειμενικό και υλικό, από τον πόνο απ’ τον οποίο θα πέθαινε, δευτερεύοντα τώρα. Σαν να ήταν πιο σημαντικό εκείνη τη στιγμή να φάει ψωμί παρά να είναι αθάνατη. [σ. 16]

Ο άνθρωπος που βρίσκεται ανάμεσα στους δυο πόνους, τον πόνο μιας βασανιστικής ασθένειας και τον πόνο της πείνας άρα και της επιβίωσης, είναι η Μύλια. Η αρρώστια της, σύμφωνα με τους γιατρούς, είναι «ανεπίλυτη» και το ερώτημά της για την αιτία του επερχόμενου θανάτου της μένει «άθικτο». Βγαίνει στο δρόμο για να ξεφύγει από έναν πιθανό θάνατο στον ύπνο της, βρίσκει την εκκλησία κλειστή, τον τοίχο της ψυχρό, προσπαθεί να θυμηθεί τα βιβλία που έχει διαβάσει για μια τέτοια στιγμή και για έναν τέτοιο τοίχο. Ο Έρνστ τρεκλίζει μακριά από τη ζωή ενός ασύλου, αγωνιζόμενος να ζήσει μια «κανονική» ζωή στην «κανονική» πόλη. H Μύλια τηλεφωνεί στον Έρνστ, την ώρα που εκείνος ετοιμάζεται να πηδήξει από το παράθυρο, και μετά λιποθυμάει. Ο Έρνστ ξεχύνεται στους νυχτερινούς δρόμους για να την βρει.

Ο γιατρός Τέοντορ Μπούσμπεκ υπήρξε σύζυγος της Μύλια. H Μύλια υπήρξε ασθενής του από τα δεκαοχτώ της, επειδή γνώριζε καλά τη μεταχείριση του διαστήματος ανάμεσα στην σαγήνευση και την απώθηση των αντρών, άρα έπρεπε να θεραπευτεί. Τον όγδοο χρόνο της κοινής τους ζωής ο γιατρός εισάγει την Μύλια στο Άσυλο Γκέοργκ Ρόζενμπεργκ, ως άρρωστη «στο κεφάλι». Παράλληλα ετοιμάζει την έρευνα της ζωής του: ένα γράφημα που να θεμελιώνει τη σχέση μεταξύ της φρίκης και του χρόνου. Θέλει να καταλάβει αν η φρίκη μειώνεται με το πέρασμα των αιώνων ή αυξάνεται. Αναζητά την κανονικότητα, την ιστορική της σταθερότητα. Το γράφημα κατανομής της φρίκης θα οδηγήσει σε έναν τύπο που θα επιτρέπει να την προβλέπουμε και να δρούμε ανάλογα. Το ρασιοναλιστικό ηλεκτροκαρδιογράφημα του κακού θα αποτυπώσει την ψυχική υγεία της Ιστορίας σε χαρτί μιλιμετρέ. Θα εμφανίσει πρόοδο στην κλινική της κατάσταση ή μια τρομακτική ευστάθεια της φρίκης στο χρόνο; Αν οι καμπύλες επαναλαμβάνονται, δεν υπάρχει καμία ελπίδα.

Το εύρημα αυτό χρησίμευε στον Τέοντορ Μπούσμπεκ για να ενισχύσει περισσότερο το επιστημονικό του προαίσθημα, αν μπορεί να περιγραφεί έτσι, πως τόσο η συλλογική Ιστορία όσο και η ατομική Ιστορία ενός ανθρώπινου όντως βάδιζαν προς την εξισορρόπηση μεταξύ του μαρτυρίου και της πρόκλησης του μαρτυρίου. Ο κόσμος ήταν μια σύγκρουση μεταξύ ενός θετικού και ενός αρνητικού φορτίου, και ο κόσμος αυτός θα τελείωνε όταν, είτε σε γενικό, παγκόσμιο, γιγάντιο επίπεδο, είτε σε ατομικό και μικροσκοπικό επίπεδο, θα έφτανε στο μηδέν, στο μηδενισμό των δυο δυνατών και αντίθετων φορτίων. Αυτή θα ήταν η στιγμή του τέλους του κόσμου και του τέλους κάθε πράγματος. [σ. 152]

Η Χάνα είναι μια ασυνήθιστη πόρνη με μεγαλύτερο διεγερτικό της το βλέμμα, τόπο συνάντησης «απεριόριστης διαστροφής και έλλογης ευφυΐας». Βάφει τα βλέφαρά της μωβ για να βρει σ’ αυτά τη ζωηρή της διακοπή η μοναξιά ενός άντρα. Ο Χένρικ αισθάνεται οικεία μόνο με τον κίνδυνο, ζει πραγματικά μόνο με τη βία. Έχει βιώσει τον πόλεμο και μόνο σε ανάλογες συνθήκες λειτουργεί κανονικά – αν δεν υπάρχουν, τις δημιουργεί. Δεν ξεκουράζεται ποτέ και κάθε πρωί σηκώνεται σαν να έχει πολεμήσει σώμα με σώμα· βρίσκεται μόνιμα διαιρεμένος σε παρατηρούμενη ύπαρξη και σε παρατηρητή. Ο Χένρικ προστατεύει την Χάνα ενώ ο Κάας, ο αδύναμος και με κινητικά προβλήματα θετός γιός του Μπούσμπεκ, βγαίνει για να αναζητήσει τον πατέρα του, που βγαίνει τα βράδια για να αναζητήσει γυναίκες σαν τη Χάνα.

Η συναίσθηση ότι απομακρυνόταν από το πλούσιο, καλλιεργημένο περιβάλλον του με τις μειλίχιες λέξεις, με τα ρήματα ορθά τοποθετημένα στη φράση, για να μπει σε ένα άλλο, όπου οι γυναίκες και οι άντρες έδειχναν την άγνοιά τους διαρκώς λέγοντας πρόστυχες φράσεις, χωρίς καμία συστολή, μιλώντας με λανθασμένη, λαϊκή γραμματική, με προφορά που ήταν προφανές πως δεν ήταν απ’ την πόλη, αλλά απ’ την επαρχία, από το χωριό – όλα αυτά τον ερέθιζαν. Δεν ήταν μόνο ο σεξουαλικός ερεθισμός που αναμφισβήτητα του προκαλούσαν εκείνες οι γυναίκες: η είσοδος δεν έναν άλλο κόσμο ήταν επίσης συνέπεια ενός «ερευνητικού» ενστίκτου, όπως εξηγούσε ο ίδιος σε φίλους· ενστίκτου το οποίο οδηγεί το σώμα προς τα εκεί όπου του είναι λιγότερο οικεία. Κάθε ερευνητή πρέπει να τον ενδιαφέρει το παράξενο, ο άλλος κόσμος, έλεγε ο Τέοντορ. Και πίστευε πως τίποτα δεν ανακαλύπτει κανείς χωρίς να περάσει από κάποιο κίνδυνο. [σ. 171]

Ο διευθυντής του ασύλου Γκέοργκ Ρόζενμπεργκ κύριος Γκόμπερτς απεχθάνεται τις σκέψεις των τροφίμων και χρησιμοποιεί τους θαλάμους ως καλάθι αχρήστων υπάρξεων. Ο Μπούσμπεκ συνεχίζει να ερευνά την Ιστορία ως οργανισμό με εγκέφαλο και το σχέδιο της αποτροπής των δεινών και της διάσωσης των ανθρώπων μετατρέπεται σε εμμονή. Η ανίχνευση μιας ομαλότητας θα οδηγήσει στον έλεγχο του ανεξέλεγκτου. Ο ιδιότυπος ανταγωνισμός των δύο αντρών φτάνει σε κορύφωση: ο διευθυντής τού ανακοινώνει με κακεντρέχεια πως η τρόφιμος Μύλια είναι έγκυος από τον τρόφιμο Έρνστ. Ιδού η προφανής, για τον Γκόμπερτς, απόδειξη πως η θεωρία του γιατρού αποτυγχάνει: αν δεν είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε δίπλα του, πως μπορούσε να δει τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο τους περασμένους αιώνες; Ο Μπούσμπεκ αντεκδικείται απαιτώντας μια μυθική αποζημίωση σιωπής.

Στους έρημους δρόμους με την μυρωδιά του ανθρώπινου πνεύματος, κάτω από τους φωτισμένους στύλους ή στις σκοτεινούς παράδρομους, στα θλιβερά ιατρεία και τα ψυχιατρικά νοσοκομεία, η ζωή μοιράζει την σκληρότητά της στους πέντε χαρακτήρες σε ανυπολόγιστες δόσεις, κι όση περισσέψει την αφήνει να την ανταλλάξουν ο ένας με τον άλλον. Οι ζωές τους συγκρούονται μετωπικά και αναπότρεπτα, οι «μοίρες» τους διαπλέκονται μοιραία και αξεδιάλυτα.

Η γραφή του Ταβάρες είναι μινιμαλιστική· η διήγηση πηγαινοέρχεται μπρος πίσω, ράβεται σε στιγμιότυπα και μικροϊστορίες με σχεδόν αυτιστικές επαναλήψεις και διαρκείς υπενθυμίσεις της ιστορίας «κομμάτι – κομμάτι», που κάθε φορά υποκρύπτουν και μια νέα απρόσμενη ψηφίδα τραγωδίας. Η περικομμένη αυτή κατασκευή τελικά συρράπτει τις ασύνδετες ιστορίες τους και τις συνενώνει σε πανίσχυρες συνδέσεις. Ο συγγραφέας (γεν. 1970) έχει ήδη κατακτήσει έναν προσωπικό λογοτεχνικό λόγο, έχοντας παράλληλα και την τύχη να διαθέτει την ηχηρή συστατική επιστολή του «αναγνώστη» του Ζοζέ Σαραμάγκου.

Ο γιατρός δεν έχει μόνο καταστρέψει το σώμα της Μύλια και τον ψυχισμό Έρνστ αλλά τους έχει πάρει και το ίδιο τους το παιδί, ενώ το άσυλο αποδεικνύεται «νοσοκομείο κεφαλιών». Και μέσα από την ημιτελή εξωφρενική έρευνα του φρενοκόμου «ερευνητή» επαληθεύεται η ανατριχιαστική αλήθεια πως ο καθένας μας είναι δυνάμει μελλοντικός δήμιος και μελλοντικό θύμα, δέκτης και μεταδότης βίας, πως ανά πάσα στιγμή μπορούμε να βρεθούμε στη θέση των βασανιστών ή των βασανιζόμενων. Εκείνος διάλεξε το πρώτο – να δούμε όταν έρθει κι η δική μας σειρά…

Εκδ. Καστανιώτη, 2012, μτφ. από τα Πορτογαλικά: Αθηνά Ψυλλιά, σ. 179 [Gonçalo M. Tavares, Jerusalém, 2005]

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τα παραθέματα): Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 32 (χειμώνας 2012).




Νοέμβριος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 1.124.447 hits

Αρχείο